Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Μνησικακία και Συγχωρητικότητα


Μνησικακία και Συγχωρητικότητα


Προλογικά

Ἡ μνησικακία θεωρεῖται καί εἶναι «λέπρά της ψυχῆς». Ἀνήκει στά πάθη ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στήν ἐπιθετικότητα τῆς ψυχῆς καί εἶναι τέκνο τοῦ θυμοῦ καί τῆς ὀργῆς.

Ἡ ἐπιθετικότητα ὅμως τῆς μνησικακίας, στρέφεται βέβαια πρός τόν πλησίον, ἀλλά περισσότερο φθείρει καί καταστρέφει ψυχοσωματικά ἐκεῖνον πού τήν ἐγκολπώνεται καί τήν ἐνεργεῖ. Ὁ μνησίκακος ἄνθρωπος ταλαιπωρεῖται καί ζεῖ κόλαση πρίν ἀπό τήν μέλλουσα κόλαση, διότι διακατέχεται ἀπό ψυχική ἀκαταστασία καί, σάν τούς παράφρονες καί τούς μανιακούς, δέν μπορεῖ ποτέ νά χαρεῖ γαλήνη καί τήν ἐσωτερική ἡσυχία.

Ἄλλα πώς εἶναι δυνατόν νά χαρεῖ κανείς τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, ἄν ἔχει ἐξορίσει ἀπό μέσα του τήν ἀγάπη; Διότι «ὅπως οὐκ ἔστιν ἰδεῖν ἐν βορβόρῳ ἀρώματα, οὕτως οὐδέ ἕν ψυχῇ μνησίκακου ἀγάπης εὐωδίαν».

Ὁ μνησίκακος ζεῖ μέσα σ’ ἕνα συνεχές σκοτάδι, τό σκοτάδι τῶν παθῶν, διότι
μέ τή διαρκή του κακία ἀποδιώχνει ἀπό τήν ταλαίπωρη ψυχή του ὄλο τό σμῆνος των ἀρετῶν. Στήν οὐσία πρόκειται γιά νοσηρή καί ἔντονη φιλαυτία, ἀποκλεισμό καί λατρεία τοῦ ἐγώ. Ὁ μνησίκακος δέν «συνχωρεῖ», δηλαδή δέν δέχεται νά συνυπάρξει καί νά συμπορευθεῖ μέ τόν ἀδελφό καί πλησίον του. Ἔτσι ἀπομονώνεται καί ζεῖ στήν κόλαση τῆς μοναξιᾶς του, χωρίς χαρά καί χωρίς νόημα, ματαιοπονώντας καί χάνοντας τό χρόνο του ἔξω ἀπό τή μετάνοια πού ὁδηγεῖ στό φῶς τῆς δόξας του Χριστοῦ.

Ὁ ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής μας λέει πώς ὅσοι ἐπισωρεύουν μέσα τους λύπες καί μνησικακίες «ὅμοιοί εἰσι τοῖς ὕδωρ αντλοῦσι καί εἰς πίθον τετρημένον βάλλουσιν». Δηλαδή, ὅλοι ὅσοι εἶναι σφικταγκαλιασμένοι μέ τή μνησικακία, ματαιοπονοῦν καί ἐκτελοῦν σισύφειο ἔργο, γιατί βάζουν το νερό πού ἀντλοῦν σέ τρύπιο πιθάρι.

Ὁ ἄνθρωπος πού τρέφει μέσα στήν ψυχή του τή μνησικακία, δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει τη μετάνοια, διότι συνεχῶς ἔχει μπροστά του καί ἐξετάζει τά σφάλματα τοῦ ἀδελφοῦ, ἐνῶ τα δικά του τά δικαιολογεῖ καί τά ρίχνει πίσω του. Γι’ αὐτό πρέπει νά ξέρουμε ὄτι «αὐτός πού διατηρεῖ τήν ἔχθρα στήν καρδιά του καί νομίζει ὅτι ἔχει μετάνοια, ὁμοιάζει μ’ αὐτόν πού βλέπει στόν ὕπνο του ὅτι τρέχει».

Φυσικά, ὄχι μόνο στή μετάνοια, ἀλλά οὔτε στήν προσευχή δέν μπορεῖ νά ἐπιδοθεῖ αὐτός πού ἐγκολπώθηκε τή μνησικακία. «Ἡ γὰρ μνησικακία ἀμαυροῖ τὸ ἡγεμονικὸν τοῦ προσευχομένου καὶ σκοτίζει τούτου τὰς προσευχάς». Γιατί, «ἄν ὀργίζεται ὁ ἐραστής της προσευχῆς ἤ μνησικακεῖ, εἶναι ὅμοιος μ’ ἐκεῖνον πού θέλει νά βλέπει καθαρά καί ὅμως ταράζει ὁ ἴδιος τα μάτια του». Προφανῶς λοιπόν «ὁ μνησικακῶν οὔπω καθαρῶς προσεύχεται» .

Γι’ αὐτό, ὁ ἄνθρωπος πού μνησικακεῖ πρός τόν πλησίον του μέ ἀφορμή πρόσκαιρα πράγματα, «Ὁ τοιοῦτος λατρεύει τὴν κτίσιν παρὴ ταὴν Κτίσαντα», θά μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὁ Ὁμολογητής.

Καί, ὅπως ἀναφέρεται στήν Κλίμακα τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, «Ἡ μνησικακία γίνεται συχνά καί ἐρμηνευτής των Γραφῶν, ἐξηγώντας τα λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τίς δικές της διαθέσεις. Ἄς τήν καταισχύνει ὅμως ἡ προσευχή πού μᾶς παρέδωσε Ὁ Ἰησοῦς, τό “Πάτερ ὑμῶν”, τήν ὁποία δέν μποροῦμε νά τήν ποῦμε ἄν μνησικακοῦμε».

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως διαφαίνεται στά τέσσερα Εὐαγγέλια, δέν θέλει νά τρέφουμε μίσος καί μνησικακία γιά κανέναν ἄνθρωπο. Ἀντίθετα, θέλει νά εἴμαστε μακρόθυμοι, ἀνεξίκακοι καί συγχωρητικοί,

ὅπως εἶναι καί Ἐκεῖνος πρός ἐμᾶς. «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί».

Αὐτή μας ἡ στάση ἡ ἀγαπητική πρός τόν ἀδελφό, μᾶς βοηθᾶ νά Τοῦ ὁμοιάσουμε καί νά γίνουμε «θεοί κατά χάριν», μέσα ἀπό τήν πρακτική ζωή. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μᾶς προτείνουν διάφορες μεθόδους, μέ τίς ὀποῖες θά μπορέσουμε, ἄν θέλουμε, νά ἁπαλλαγοῦμε ἀπό τό φοβερό αὐτό πάθος πού καταδυναστεύει καί λυμαίνεται τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί δέν μᾶς ἀφήνει νά χαροῦμε οὔτε σ’ αὐτή τή ζωή, ἀλλά οὔτε καί θά ἐπιτρέψει νά ἀπολαύσουμε τή μέλλουσα.

Πρῶτα – πρῶτα, οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς παροτρύνουν νά ἔχουμε κατά νοῦν τήν ἀνάμνηση τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστού. Ἡ ἀνάμνηση αὐτή θά θεραπεύσει τήν ψυχή πού μνησικακεῖ, διότι «θά αἰσθάνεται ὑπερβολική ἐντροπή, καθώς θά ἀναλογίζεται τή δική Του ἀνεξικακία»”.

Ἔπειτα οἱ Πατέρες μας συνιστοῦν, ἄν τρέφουμε μνησικακία πρός κάποιο πρόσωπο, νά προσευχόμαστε γι’ αὐτό πρός τόν φιλάνθρωπο Θεό. Ἔτσι, μέ τή χάρη τῆς προσευχῆς θά ἁπαλύνεται ἡ ἀνάμνηση τοῦ κακοῦ πού μᾶς ἔκανε ὁ πλησίον καί θά ἐκδιώκεται ἀπό τήν ψυχή ἡ μνησικακία.

Ἄλλοτε πάλι μᾶς προτρέπουν νά πλησιάζουμε τόν ἀδελφό πού μᾶς λύπησε, νά τοῦ δείχνουμε ἀγάπη, νά τόν συγχωροῦμε, νά καταθέτουμε ταπεινή συμπεριφορά ἀπέναντί του καί ὅσο τό δυνατόν νά τόν πλησιάζουμε καί ἔτσι θά συνεργήσουμε καί θά βοηθήσουμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί τόν ἀδελφό νά ἁπαλλαγοῦν ἀπό τό πάθος τῆς μνησικακίας.

«Ἐάν μὲν σὺ μνησικακῇς τινι, προσεύχου ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἱστᾶς τὸ πάθος τῆς κινήσεως, χωρίζων τὴν λύπην διὰ τῆς προσευχῆς, ἐκ τῆς μνήμης τοῦ κακοῦ, οὗπερ σοι ἐποίησεν· ἀγαπητικὸς δὲ γενόμενος καὶ φιλάνθρωπος, παντελῶς ἐκ τῆς ψυχῆς τὸ πάθος ἐξαφανίσῃς. Ἐὴν δὴ ἄλλος σοι μνησικακῇ, χαριστικὸς γενοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ ταπεινὸς καὶ καλῶς συναυλίζου καὶ ἀπαλλάττεις αὐτὸν τοῦ πάθους».

Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρει ὅτι ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφός τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, τήν ὥρα πού ὁδηγεῖτο στό μαρτύριο, συνάντησε στό δρόμο ἐκεῖνον πού τόν εἶχε καταδώσει. Τόν σταμάτησε καί τόν φίλησε λέγοντας:

-Εἰρήνευε, ἀδελφέ.

Βλέποντας ἐκεῖνος τήν τόση ἀνεξικακία, ἐθαύμασε κι ἐφώναξε μέ ἐνθουσιασμό:

-Χριστιανός εἶμαι ἀπό σήμερα κι ἐγῶ.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτή τήν ὁμολογία, τόν ἀποκεφάλισαν μαζί μέ τόν Ἀπόστολο.

Ὅλα αὐτά τα σημεῖα τα σχετικά μέ τήν ἀνεξικακία τά ἀναλύει διεξοδικά ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στό λόγο του «Περί μνησικακίας καί συγχωρητικότητας», πού ἀκολουθεῖ. Ὁ ὄντως «χρυσοῦς τῇ γλώττῃ» ἅγιος Ἰεράρχης, χειρίζεται τό θέμα τῆς μνησικακίας μέ τήν ἀπαράμιλη τέχνη τῆς ρητορικῆς του ἱκανότητας καί μᾶς ἀφήνει ἐμβρόντητους καί ἄφωνους. Μᾶς ἀποδεικνύει, τή φοβερότητα τοῦ πάθους τῆς μνησικακίας, καί συγχρόνως μᾶς ὑπογραμμίζει τήν ἀνεξικακία, τή μακροθυμία καί τή συγχωρητικότητα τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ πρός ἐμᾶς. Ἐπιπλέον μᾶς τονίζει τά εὐεργετικά ἐπακόλουθα πού θά ἔχουμε στήν ὕπαρξή μας, ἄν κινηθοῦμε πρός τήν κατεύθυνση τῆς συγχωρητικότητας καί ἐντέλει μᾶς προτρέπει νά λειτουργήσουμε τή σπουδαία αὐτή ἀρετή, γιά νά ἀξιωθοῦμε ἔτσι τῆς ἀφέσεώς των ἁμαρτιῶν μας, ἀλλά καί τοῦ λαμπροῦ Παραδείσου πού θά δημιουργήσουμε γιά τόν ἑαυτό μας, στρεφόμενοι πρός τήν ἀγάπη καί τή συγχώρηση τοῦ ἀδελφοῦ. Διότι «ὅποιος ἀπεδίωξε ἀπό μέσα του τή μνησικακία, εὑρῆκε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Ὅποιος ἀντιθέτως προσκολλᾶται σ’ αὐτήν, ἐστερήθηκέ τούς οἰκτιρμούς τοῦ Θεοῦ.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

3 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.