Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

ΣΤ- Βίωμα και φιλολογική μορφή στις Αποκαλυψεις και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη - Σάββας Αγουρίδης





1. Ο Ιωάννης και οι Ιουδαϊκές Αποκαλύψεις

Οι αποκαλυπτικοί συγγραφείς ήταν εκστασιακοί προφήτες, που είχαν συχνά-πυκνά με το Θεό εσωτερικά συναπαντήματα, καταγραφόμενα μετά σε συγκλονιστικές αποκαλυπτικές εμπειρίες, ή ήταν η γραφειοκρατική intelligentia  ενός λαϊκού θρησκευτικού ρεύματος επιφορτισμένη για τη γραπτή διάδοση των απόψεων του κινήματος; Η μελέτη των Αποκαλύψεων, μάλιστα της Αποκάλυψης του Ιωάννη, δείχνει πως ήταν και τα δυο αυτά.
Τονίστηκε ήδη στα Εισαγωγικά πόσα βασικά στοιχεία αντλεί η Απκ. πρωτεύοντος από την εβραϊκή προφητεία. Ο σ. παραπέμπει συνεχώς στα βιβλικά, μάλιστα στα προφητικά κείμενα. Εκτός όμως από τις προφητικές του εμπειρίες, ο Ιωάννης κάνει έργο συγγραφέα. Αντλεί, επίσης, από τη σοφιολογική ιουδαϊκή κίνηση, από την ψαλμική παράδοση της λατρείας, και από μύθους ανατολικούς περί αρχέγονης πάλης του θεϊκού προς το χάος με την έννοια της τελικής, εσχατολογικής επανάληψης της πάλης αυτής κατά την καταστροφή του παλαιού κόσμου και τον ερχομό του νέου. Μόνο με τη «νομική» παράδοση του ιουδαϊσμού δεν είχε η αποκαλυπτική την όποια σχέση. Στη νομική σφραγίδα που πήρε η ισραηλιτική θρησκεία κατά τα χρόνια του δεύτερου Ναού (μετά το 500 π.Χ.) αντιτάχθηκαν τόσο ο σοφιολογικός τύπος θρησκευτικότητας που βρίσκουμε σε κείμενα όπως οι Παροιμίες, Εκκλησιαστής, Ιώβ, Σοφία Σειράχ κ.α, όσο και η αποκαλυπτική θρησκευτικότητα. Οι σοφιολόγοι άντλησαν από την ανατολική, την ελληνική και την εντοπία παράδοση, συνδέοντας έτσι την πατροπαράδοτη θρησκεία («φόβος Κυρίου») με μια πρακτική σύνεση και σοφία' οι αποκαλυπτικοί υπήρξαν και αυτοί πολύ δημιουργικοί συγγραφείς, αφού προσάρμοσαν την παλαιά εβραϊκή προφητεία (Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Ζαχαρίας, Μαλαχίας, Δανιήλ) προς παραδόσεις από το Ιράν, τη Βαβυλώνα και τη Χαναάν καθώς και από τη σοφιολογική γραμματεία (παραδόσεις μιας μεταγενέστερης εποχής) και άνοιξαν έτσι διεξόδους για την εβραϊκή θρησκεία. Αυτά όλα δείχνουν όχι μόνο εσωτερικές εμπειρίες αλλά και επιμελημένο συγγραφικό έργο.

Αναφέρθηκαν στα Εισαγωγικά συγγραφείς που υποστηρίζουν την εξάρτηση της Αποκαλυπτικής από την προφητεία. Από συγγραφείς που είναι ακόμα πιο κοντά στα χρόνια μας, λόγω των Οέσεών των, πρέπει να προστεθούν εδώ ο Mowinkel, He That Cometh, μετάφρ. αγγλ. υπό G. W. Anderson, Oxford 1956, ο οποίος εισάγει σοβαρά στη συζήτηση τα μεσανατολικά λειτουργικά στοιχεία του μηνύματος των Αποκαλύψεων, την έμμεση τεράστια συμβολή συμβολή του Δευτεροησαΐα στο δρόμο προς την Αποκαλυπτική καθώς και της Περσικής Διαρχίας. Ο Gcrard von Rad (Old Testament Theology, αγγλ. μετάφρ. υπό M. G. Stalker, Edinbourg and London, 1965) υποστήριξε, ανεπιτυχώς όμως, την προέλευση της Αποκαλυπτικής από τη σοφιολογική πηγή του Ισραήλ. Τέλος, αξίζει να μνημονευθεί το έργο του P. D. Hanson (Old Testament Apocalyptic Reexamined, Interprétation, XXV, 1971, σελ. 454-79), ο οποίος βρίσκει την πηγή της Αποκαλυπτικής ήδη στην προαιχμαλωσιακή διάκριση του χώρου της κοσμικής εκτάσεα>ς δράσης του Γιαχβέ και του θείου του Συμβουλίου αφενός και του πραγματικού κόσμου των ανθρώπων και της ιστορίας αφετέρου. Ο Hanson τονίζει τη στενή προοπτική της Δευτερονομιστι-κής θεολογίας, την επίδραση του Δευτεροησαία και του έντονα μυθολογικού χαρακτήρα κειμένων όπως ο Τριτοη-σαΐας, ο Ζαχαρίας, κ.ά. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρησή του πως η Αποκαλυπτική δεν είναι απλό φιλολογικό είδος (Galtung), αφού οι Αποκαλυπτικοί χρησιμοποίησαν πολλά παλαιά φιλολογικά Gattungen, μεταμορφώνοντάς τα κατά τη σύνθεσή τους. Τέλος, ως προς την εμφάνιση των Αποκαλυπτικών κύκλων, εξαίρει ότι τούτο συνέβη εξαιτίας της σύγκρουσης προς το Σαδδουκαϊκό ιερατείο, κατά το οποίο τα έσχατα είχαν εξαντληθεί με την αποκατάσταση του Ναού της Ιερουσαλήμ και την επιστροφή του Ισραήλ ως κοινότητας στην πατρίδα.
Βέβαια, σε σχέση με τους κλασικούς προφήτες, οι Αποκαλυπτικοί μοιάζουν με απομίμηση της προφητείας, και ως φιλολογία, λόγω προέλευσης είναι δεύτερης ποιότητος. Ό,τι έκαναν αργότερα οι ραββίνοι με το Μωσαϊκό νόμο ερμηνεύοντάς τον και προσαρμόζοντάς τον προς τις εκάστοτε ανάγκες με διάφορους συνδυασμούς και ποικίλα τεχνάσματα, δημιουργώντας έτσι το Ταλμούδ, το ίδιο περίπου έκαναν και οι Αποκαλυπτικοί με την προφητική παράδοση. Μάλιστα ο Ε. F. Scott ως προς τη σχέση των δυο (ραβ-βινισμού και Αποκαλυπτικής) σημειώνει τα ακόλουθα: «Μεταξύ όσων φαίνονται νέα και υποβλητικά δεν υπάρχει ανεξάρτητη σκέψη παρά μόνο επανάληψη αυτών που είχαν γραφεί υπό ποικίλες μορφές και με την έμφαση αυτών που είχαν γραφεί κάπου αλλού... ενώ η ραββινική μέθοδος εφαρμόστηκε στο νομικό υλικό της Βίβλου χωρίς ουσιώδη διαφορά στο πνεύμα και στο σκοπό» (The Kingdom and the Messiah, Edinburg, Τ. & T. Clark, 1911, σελ. 11-12). Όσο κι αν η κρίση αυτή είναι κάπως άδικη για τους Αποκαλυπτι κούς, δείχνει όσο πρέπει την προσήλωσή τους στην παράδοση. Η έμφαση στην κλασική προφητεία βρισκόταν στην απαίτηση του Θεού κατά το παρόν, μέσα στη συγκεκριμένη θρησκευτική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση' της Αποκαλυπτικής η έμφαση ετίθετο κυρίως στο υπεσχη-μένο από το Θεό λαμπρό μέλλον των δικαίων, του «υπολείμματος» μέσα στη νέα κατάσταση που θα φέρει ο Θεός' ενίοτε, οι ερευνητές παραγνωρίζουν τη σημασία του εσχα-τολογικού αυτού μηνύματος για τη ζωή των δικαίων κατά το δύσκολο και επίπονο παρόν, παραθεωρούν δηλ. τον παραμυθητικό και παραινετικό χαρακτήρα της Αποκαλυπτικής. Πράγματι, η εσχατολογία των Αποκαλυπτικών προέρχεται από την πίστη πως η δύναμη του κακού που ελέγχει σήμερα την ιστορία και τον κόσμο προκαλώντας φοβερά βάσανα και ταλαιπωρίες στους ανθρώπους του Θεού, στους δικαίους, γρήγορα θα ανατραπεί με την επέμβαση του Θεού που θα φέρει έναν εντελώς νέο κόσμο, μακριά από τους τωρινούς κινδύνους, μέσα σε μια αιώνια ζωή χαράς και γαλήνης για όλους τους δικαίους -όχι μόνο για όσους απ' αυτούς θα ζουν κατά την εποχή του τέλους αλλά για όλους τους δικαίους απ' αρχής της ιστορίας. Οι Αποκαλύψεις κηρύττουν την «ανακεφαλαίωση» της ιστορίας, τακτοποίησης δηλ. όλων των λογαριασμών που θα εκκρεμούν όχι μόνο ως προς την εποχή του τέλους αλλά ως προς ολόκληρη την ιστορία. Αυτό επιτυγχάνεται με την υιοθέτηση από τους Αποκαλυπτικούς της ιρανικής διδασκαλίας περί της ανάστασης. Η ελπίδα αυτή περί του μέλλοντος, όσο κι αν με τα δικά μας κριτήρια θεωρηθεί αντιρεαλιστική, όποια και αν υπήρξε κατ' αυτήν η λειτουργία της φαντασίας, αποτελούσε δυνατό όπλο όχι μόνο παρηγοριάς αλλά και δράσης και αντίστασης κατά του κακού, αφού εκπηγάζει και στηρίζεται σε θεμελιώδη ανάγκη του ανθρώπου για δικαιοσύνη και κοινωνία. Τα βιβλία αυτά είχαν εκθρέψει τις προσδοκίες του λαού για απελευθέρωση από τους Έλληνες και μετά από τους Ρωμαίους. ΓΓ αυτό, μετά την αποτυχία του ιουδαϊκού πολέμου το 70 μ.Χ., ήλθε η ραββινική Σύνοδος του 90 μ.Χ. στην Ιάμνεια που όρισε τα αυθεντικά βιβλία της εβραϊκής Βίβλου και πολύ φυσικά άφησε απέξω όλα τα αποκαλυπτικά ως μη θεόπνευστα. Η ιστορία όμως λειτουργεί πολύ παράξενα μερικές φορές' με μικρές ή μεγαλύτερες χριστιανικές προσθήκες ή αλλοιώσεις τα αποκαλυπτικά βιβλία υιοθετήθηκαν σιγά-σιγά από τη χριστιανική εκκλησία, που έδινε, αυτή τώρα, σκληρούς αγώνες προς το ρωμαϊκό κράτος πάνω όχι σε εθνικό αλλά σε οικουμενικό επίπεδο. Για τη διαδικασία των αλλοιώσεων και προσθηκών των Αποκαλυπτικών έργων από τους χριστιανούς βλ. το ημέτερο έργο «Απόκρυφα της Π.Δ.», ό.π., όπως και τις μελέτες μας «Το πρόβλημα των προσθηκών της σλαυονικής μεταφράσεως του Ιουδαϊκού Πολέμου του Ιίοσήπου και η εν αυτοίς περί του Βαπτιστού και του Ιησού Χριστού μαρτυρία», Αθήναι, 1954, ιδίως τις σελ. 95-104' «Ενώχ, ήτοι ο χαρακτήρ της περί των εσχάτων διδασκαλίας του βιβλίου του Ενώχ», Αθήναι, 1955.
Για την ίδια την Απκ. του Ιωάννη ο Charles κ.ά. υποστήριξαν πως αρχικά επρόκειτο για ιουδαϊκό αποκαλυπτικό κείμενο, που ο χριστιανός προφήτης Ιίοάννης μετέτρεψε ως προς την αρχιτεκτονική και ως προς τη θεολογία σε χριστιανικό. Βλ. π.χ. την κατά επτάδες δόμηση του βιβλίου, τη λειτουργική αντιφωνία ουρανού και γης στα συντελούμενα φοβερά γεγονότα, την υψηλή χριστολογία του σ., τον εξέχοντα χαρακτήρα της προφητείας μέσα στην εκκλησία καθώς και τον ιδιάζοντα τρόπο ερμηνείας της Π.Δ. Ας σημειωθεί πως και η εκκλησία αργότερα, παρά τον τόσο έκδηλο χαρακτήρα του βιβλίου, παρ' ολίγο να μη το περιλάβει στα κανονικά βιβλία της Κ.Δ., αφού κεντρικό του μήνυμα ήταν η πάλη της εκκλησίας προς την κρατική απολυταρχία και αυθαιρεσία, κι αυτό δεν ταίριαζε καθόλου, αφότου η εκκλησία άρχισε να ερωτοτροπεί προς το ρωμαϊκό κράτος. Έπειτα, τα περί χιλιετούς βασιλείας του Χριστού μετά των μαρτύρων καθώς και οι μυθοποιητικής προέλευσης εκρήξεις της οργής του θεού επί των αντιπάλων του, παρενέ-βαλλαν σοβαρά εμπόδια στον εξελληνισμό της εκκλησίας. Συνέβη δηλ. με την Απκ. του Ιωάννη εντός της χριστιανικής εκκλησίας περίπου ό.τι συνέβη εντός της Συναγωγής με τις Ιουδαϊκές Αποκαλύψεις.
Μιλούν πολλοί για απαισιοδοξία των Αποκαλυπτικών συγγραφέων. Όχι μόνο βλέπουν πολύ κοντά το τέλος του κόσμου αλλά και τον αριθμό των σωζομένων (το «υπόλειμμα») πολύ μικρό. Αλλά το πόσο κοντά βλέπει κανείς το τέλος του κόσμου εξαρτάται τόσο από γενικές όσο και από ειδικές συνθήκες. Στα χρόνια του Ιωάννη, κατά τη γενικότερη ελληνιστική αντίληψη, η χρυσή, η αργυρή και η ορειχάλκινη περίοδος της ζωής του κόσμου είχαν περάσει, οι άνθρωποι ζούσαν στην τελευταία εποχή του σιδήρου, άγνωστο για πόσο. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε, γιατί δεν ήταν δυνατή, όποια θεωρία για εξέλιξη, για πρόοδο' οτιδήποτε τέτοιο μπορούσε να γίνει όχι από τον κοινωνιολόγο ή τον πολιτικό τα χρόνια εκείνα, τόσο μικρά είχαν γίνει τα περιθώρια' μόνο από ένα θεολόγο, βιβλικό μάλιστα θεολόγο, όπως ο προφήτης Ιωάννης, μπορούσαν να γίνουν προτάσεις. Από τα «Εις Εαυτόν» (XII 35 εξ.) του Μάρκου Αυρηλίου (161-180 μ.Χ.) παραθέτουμε μικρό απόσπασμα που δείχνει αυτό που λέμε περί των μικρών περιθωρίων: «Άνθρωπε, έγινες πολίτης σε μια κοσμοπόλη, τι σε νοιάζει αν για 5 ή για 100 χρόνια; Κατά τους νόμους της υπάρχει το ίδιο μέτρο μεταχείρισης για όλους. Ποια, λοιπόν, η ταλαιπωρία αν εξοριστείς από την πόλη, όχι από κάποιον τύραννο ή άδικο δικαστή αλλά από τη φύση που σε εγκατέστησε μέσα σ' αυτήν. Έτσι μπορεί ο πραίτορας που διορίζει έναν κωμικό ηθοποιό να τον απολύσει από τη σκηνή. 'Αλλά δεν έπαιξα και τις πέντε πράξεις αλλά μόνο τρεις'. ΓΙολύ πιθανό, αλλά τρεις πράξεις στη ζωή υπολογίζονται ως πλήρες δράμα. Γιατί αυτός που είναι υπεύθυνος αρχικά για τη σύνΟεσή σου, και τώρα για τη διάλυσή σου, αυτός αποφασίζει πότε είναι πλήρης η πορεία. Εσύ όμως δεν είσαι υπεύθυνος για τίποτε. Αποχώρησε λοιπόν με αγαθότητα και χάρη, γιατί αυτός που σε απολύει είναι εύσπλαχνος». Δεν υπάρχει δυνατότητα αντίστασης και απελευθέρωσης. Η Ρώμη αρνήθηκε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη στα πολυάριθμα ξένα φύλα που χτυπούσαν τις πόρτες της για ενσωμάτωση στην αυτοκρατορία" παρόμοια, και στο εσωτερικό αρνήθηκε ισοπολιτεία στις μειονότητες, όπως ήταν π.χ. η χριστιανική εκκλησία. Έτσι η αυτοκρατορία, όπως σημειώνει ο Arnold Toynbcc, βρέθηκε να αντιπαλεύει με δυο προλεταριάτα, το ένα εκτός και το άλλο εντός. Αυτό εσήμαινε πως η Ρώμη, μετά τον εμφύλιο πόλεμο, με τους τρεις αυτοκράτορες, μεταξύ 68-70, ένοιωθε πολύ συχνά επί ξυρού ακμής, ένοιωθε πολύ κοντά το τέλος της (Hellenism, The History of Civilization, Oxford, 1959 τα κεφ. 12 και 13, όπου ο λόγος παντού περί 'αγωνίας'). Ο Τ. R. Glover (The Conflict of Religions in the early Roman Empire, 12th ed., London, Methuen, 1932, μιλώντας για τον Επίκτητο (50-120 μ.Χ.) κάνει λόγο για τη γλυκειά φιλοσοφική του μουσική με την οποία προσπαθεί να παρηγορήσει για ανεπανόρθωτα κακά. Ο Ε. R. Dodds (Pagan and Christian in an Age of Anxiety, Cambridge, 1968, σελ. 35-6) τον 1 π.Χ. αι. χαρακτηρίζει ως αιώνα του σκεπτικισμού, ενώ τον 1 μ.Χ. ως αιώνα της αγωνίας, ενώ κάνει λόγο για ενδημική στο ρωμαϊκό πολιτισμό νόσο και για ενδογενή νεύρωση ενοχής. Μέσα σ' αυτή τη γενικότερη ατμόσφαιρα, που επέτρεψε στην εθνική και θρησκευτική μειονότητα των Ιουδαίων δυο τρομακτικής έκτασης επαναστάσεις, δεν απορεί κανείς καθόλου πως πήρε μορφή η αποκαλυπτική διδασκαλία περί δυο αιώνων: του παρόντος και του μέλλοντος που έρχεται οσονούπω, ούτε γιατί ο χριστιανισμός για τη χριστιανική version της ίδιας διδασκαλίας (Α' Παρουσία-Β' Παρουσία του Ιησού) βρήκε τόσο ευμενή υποδοχή μέσα στον ειδωλολατρικό κόσμο. Όταν ο Παύλος κήρυττε για τον ερχομό του Ιησού εξ ουρανού για να κρίνει αυτόν τον κόσμο και να φέρει ένα καινούργιο, δεν συναντούσε καμιά απορία από τους εθνικούς ακροατές του' ήταν έτοιμοι για μια τέτοια αλλαγή. Δεν πρέπει γι' αυτούς τους λόγους να παραξενεύεται κανείς για την τόση επιμονή του Ιωάννη να καταστραφεί γρήγορα ο παρο'ϊν κόσμος και να εμφανισθεί στη θέση του ένας καινούργιος. Ήταν αίτημα της εποχής.
Ούτε πρέπει να λογιάζονται ως δείγμα απαισιοδοξίας των Αποκαλυπτικών και του προφήτη Ιωάννη η άποψη πως τελικά, μέσα από την εσχατολογική διαδικασία, τελικά θα διασωθεί μόνο το υπόλειμμα. Πρώτοι οι προφήτες κάνουν λόγο για υπόλειμμα με την έννοια πως, παρά τις δυσκολίες και την εδώ κι εκεί πνευματική περιπλάνηση του λαού, η υπόσχεση του Θεού για έναν καλύτερο κόσμο δε θα διαψευσθεί ούτε θα αποτύχει (Ησ. 4,3" Μιχ. 4,7-5, 7' Μαλ. 2,15 κ.α.), θα πραγματοποιηθεί έστω και μόνο με ένα υπόλειμμα μετά την καταστροφή του Βόρειου Βασιλείου το 722 π.Χ. από τους Ασσυρίους και τις απειλές των ίδιων και των Βαβυλωνίων κατά του Νότιου Βασιλείου του Ιούδα, απειλές που πραγματοποιήθηκαν με την κατάκτηση και την Εξορία. Από τις περιπέτειες αυτές του έθνους των είχαν οι Αποκαλυπτικοί μια πολύ ζωντανή ιστορική εικόνα τι σημαίνει 'υπόλειμμα . Βέβαια, σ' αυτούς το υπόλειμμα έχει κυρίως ηθικό χαρακτήρα* δηλώνει τους πιστούς στο θέλημα του Θεού κατ' αντίθεση προς τους συμβιβαζόμενους είτε σε υψηλό πολιτικό είτε σε καθημερινό επίπεδο με τους εχθρούς του Θεού και του λαού του που ήταν οι Έλληνες, και μετά οι Ρωμαίοι. Όπως είναι φυσικό, λειτουργούν μέχρι σήμερα κοινωνικοί νόμοι, με βάση τους οποίους όχι μόνο ολόκληρα έθνη, λαοί, εκκλησίες αλλά και θρησκευτικές ομάδες θεωρούν εαυτές ως το υπόλειμμα των εκλεκτών στον κόσμο! Περισσότερο εκπλήσσεται κανείς όσο πρόκειται περί μικρότερων ομάδων. Αυτό είναι κάτι που συνδέεται με την ιστορία όλων των αιρέσεων και των sccls. Στις Μέσες Πολιτείες της Αμερικής υπάρχουν αυτή τη στιγμή εκατοντάδες τέτοιες μικρές ομάδες ανθρώπων που πιστεύουν πως, σε όποιο είδος Αρμαγεδώνα που θα έλθει, αυτοί μόνοι είναι που θα διασωθούν, αυτοί είναι 'το υπόλειμμα'. Οι ιουδαίοι Αποκαλυπτικοί συγγραφείς έχουν υποκύψει σε μια τέτοια ψυχοσύνθεση, εθνική ή θρησκευτική. Ο Ιωάννης της Απκ., επηρεασμένος από πλατύτερες χριστιανικές απόψεις, έχει πολύ διευρύνει τα όρια του υπολείμματος. Στα κεφ. 7, 14, 20, 21 αφήνει να εννοηθούν πολύ μεγάλα πλήθη σωζομένων. Θα 'λεγε κανείς: Όσο μεγάλες είναι οι συμφορές που έρχονται στον κόσμο, όσο πιο μεγάλη η πίεση που θα ασκηθεί -«Και τις δύναται σταθήναι;» 6, 17- τόσο για τον Ιωάννη μεγαλώνουν και τα περιθώρια του υπολείμματος. Έπειτα, όπως Οα έχουμε από το σχολιασμό στο κείμενο πολλές ευκαιρίες να σημειώσουμε, οι καταστροφές που φέρουν οι εσχατολογι-κές πληγές επί του κόσμου και της ανθρωπότητας έχουν στην Απκ. και την εξής καθόλου αμελητέα πλευρά: φανερώνουν πως ο καινούργιος κόσμος είναι εγγύς. Περιττό να σημειώσω ότι τα περί του υπολείμματος στις Αποκαλύψεις έχουν έντονο θρησκευτικό, λαϊκό, εθνικό ή και ταξικό χαρακτήρα. Από αυτό το είδος αποκλειστικότητας δεν ξεφεύγει ούτε ο Ιωάννης: οι άνθρωποι στο τέλος των καιρών Οα φέρουν είτε τη σφραγίδα του θηρίου είτε τη σφραγίδα του Αρνιού' icrtium non datur. Ή άσπρο ή μαύρο' δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο.
Γιατί η απευθείας παρέμβαση του Θεού; Είναι πολύ δυνατό το κακό, κι οι διαθέσιμες από τους δικαίους δυνάμεις πολύ μικρές. Έτσι το επιτακτικό του ερχομού της βασιλείας επιβάλλει την επέμβαση του Θεού. Άλλωστε, ο κόσμος άρχισε με την πάλη του Θεού προς το δράκοντα του χάους" κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει και η ριζική αλλαγή του κόσμου, η νέα δημιουργία. Το Σαδδουκαϊκό ιερατείο είχε συγκεντρώσει όλες τις θείες ενέργειες υπέρ του Ισραήλ στο Ιερό και τη λατρεία" έτσι απέμεινε στους προφήτες του Αποκαλυπτισμού η φροντίδα για την εσχατολογική επέμβαση του θεού υπέρ του λαού του. Όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ερευνητές, ήταν τέτοια η επιβολή του Σαδδουκαϊ-σμού που προφήτες είχαν ξεπέσει σε ψάλτες του Ιερού! Κάποιοι όμως έμειναν πιστοί στην προφητική παράδοση και διατηρήθηκαν στην πνευματική ηγεσία. Γι   αυτούς τους ηγέτες και μεγάλο τμήμα του λαού η εσχατολογία παρουσιάστηκε ως η μόνη απάντηση στα πνευματικά και κοινωνικά προβλήματα: το ψεύδος, η υπεροψία, η καταπίεση και η καταδυνάστευση. Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία όχι μόνο για την κατανόηση της ανόδου της Αποκαλυπτικής στο πνευματικό θρησκευτικό προσκήνιο αλλά και για τη σωστή εκτίμηση της πολύ ενδιαφέρουσας πρότασης του Ernst Käsemann πως η Αποκαλυπτική είναι το λίκνο της χριστιανικής θεολογίας (Die Anfange christlicher Theologie, στο 2th Band του Exegetische Versuehe und Besinnungen, 3th Aull, Göttingen, 1970' επίσης, στο ίδιο: Zum Thema der Urchristlichen Apokalyptik, σελ. 82-131).
Στις ουσιώδεις έννοιες της Αποκαλυπτικής δεν ανήκει μόνο η έννοια των Δυο Αιώνων, του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και ένα είδος φιλοσοφικής επισκόπησης της ιστορίας με αλληγορική μορφή. Δεν παρουσιάζεται στις Αποκαλύψεις μόνο το μέλλον με αλληγορικές μορφές (ο δράκοντας, το θηρίο, ο ψευδοπροφήτης, η πόρνη-Βαβυλώνα. η Νέα Ιερουσαλήμ, κ.τ.λ.) αλλά και η ιστορία του παρελθόντος. Στο βιβλίο του Δανιήλ π.χ. παρουσιάζονται οι 4 αυτοκρατορίες που δυνάστευαν τον Ισραήλ μέχρι τα χρόνια της συγγραφής του βιβλίου με 4 άγρια ζώα: λέων, άρκτος, πάρδαλις, και άλλο απερίγραπτης αγριότητας θηρίο με 10 κέρατα. Αυτή η αγριότητα του τέταρτου θηρίου και η μήνις του κατά των αγίων παρουσιάζεται πως επλήρωσε το ποτήρι της ανοχής του Θεού, γΓ αυτό φέρνει ξαφνικά ο ίδιος την Κρίση και τη βασιλεία των αγίων. Ο Δανιήλ υπήρξε το μοντέλο για τη μελέτη της ιστορίας από τους πλείστους Αποκαλυπτικούς συγγραφείς.
Στον Α' Ενώχ (κεφ. 83-90) σε δυο Ενύπνια δίδεται με αλληγορικές μορφές σύντομη ιστορία του κόσμου απαρχής μέχρι τη Μακκαβαϊκή εποχή, μέχρι δηλ. τα χρόνια του σ. Στο πρώτο ενύπνιο το θέμα είναι ο Κατακλυσμός' στο δεύτερο όμως δίνεται σύντομη ιστορία του κόσμου από τα χρόνια του Ενώχ μέχρι τους καιρούς της μεσσιανικής βασιλείας, μέχρι δηλ. τα χρόνια του σ. Κατά την πορεία των ετών αυτών οι αντίπαλες παρατάξεις εικονίζονται με ζώα είτε αρνία και πρόβατα, είτε κόρακες, κ.τ.λ. Η περιγραφή της τελικής επίσκεψης των Εθνικών κατά των Ιουδαίων (κεφ. 90, 13 εξ.) αρχίζει ως εξής: «Και εθεώρουν έως ου οι ποιμένες και οι αετοί, εκείνοι οι ιέρακες και οι ικτίνοι ήλΟον και έκραξαν εις τους κόρακας, ότι έπρεπε να σπάσουν το κέρας εκείνο του κριού και έδωκαν μάχη ν και επολέμησαν προς αυτόν...».
Το πώς αλληγορικά παρουσιάζεται η σύγκρουση της Ρώμης προς τον Μεσσία και τη βασιλεία του (θέμα κεντρικό στην Απκ. του Ιωάννη) μας δίνει πολύ παραστατικά ο 4 Έσδρας ή η Αποκάλυψις Έσδρα στα κεφ. ΧΙ-ΧΙΙΙ, παρουσιάζοντας τη Ρώμη ως αετό που ανέβαινεν από της θαλάσσης, και το Μεσσία ως ομοίωμα ανθρώπου, στο τέλος, να έρχεται επίσης από τη θάλασσα. Η Ρώμη εικονίζεται με αετό «ω ήσαν δώδεκα πτέρυγες και κεφαλαί τρεις. Και είδον και ιδού εξέτεινε τας πτέρυγας αυτού εις πάσαν την γην... Και είδον, και από των πτερύγων αυτού ανεφύη αντιπτερύγια και αυτά εγένοντο εις πτερύγια λεπτά... Αι δε κεφαλαί αυτού ήσαν ησυχάζουσαι... Αύτη η κεφαλή εκράτησε πάσαν την γην και εκυρίευσεν εν αυτή των κατοικούντων την γην... Και είδον μετά ταύτα, και ιδού η μέση κεφαλή εξαίφνης ηφανίσθη, και τούτο καθίός και αι πτέρυγες... Και είπε πρός με. Αύτη εστίν η ερμηνεία της οράσεως ταύτης ην είδες. Ον είδες αετόν... αύτη εστίν η τετάρτη βασιλεία η οφθείσα εν οράματι τω Δανιήλ... αύτη εστίν η ερμηνεία...». Πρόκειται για εικονική παρουσίαση της ιστορίας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων: οι έξι πτέρυγες είναι οι αυτοκράτορες από τον Καίσαρα μέχρι το Νέρωνα, ενώ οι τρεις κεφαλές είναι οι τρεις Φλάβιοι (Βεσπασιανός, Τίτος, Δομιτιανός). Ο Μεσσίας στη συνάφεια αυτή παρουσιάζεται ως λέων που ορυόμενος έρχεται από το δάσος: «Και ον είδες λέοντα εκ του δάσους... αυτός εστίν ο χριστός, ον ετήρησεν ο ύψιστος εις το τέλος των ημερών, ος ανατελεί εκ σπέρματος Δαυίδ...». Ο αλληγορικός τρόπος της ιστορικής ανάλυσης θυμίζει ιδιαίτερα τα κεφ. 13 και 16 της Απκ. του Ιωάννη επί του αυτού θέματος.
Στο κεφ. XIII του 4 Έσδρα, «μεθ' ημέρας επτά» ενυ-πνιάσθηκε ο Έσδρας ενύπνιον νυκτός: «Και ιδού από της θαλάσσης μέγας άνεμος εξεγείρετο, ώστε συνταράσσειν πάντα τα κύματα αυτής. Και είδον και ιδού... ομοίωμα ανθρώπου... συνέπτη εκείνος ο άνθρωπος συν ταις νεφέλαις του ουρανού, και όποι αν το πρόσωπον έστρεφεν... ετήκοντο πάντες οι ακούοντες... καθώς τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Και είδον μετά ταύτα, και ιδού συνηθροίζετο πλήθος ανθρώπων του καταπολεμήσαι τον άνθρωπον τον αναβάντα από της θαλάσσης... μόνον είδον, πώς αφήκεν από του στόματος αυτού καθώς κλύδωνα πυρός... Καγώ από του μεγέθους του τρόμου αφυπνίσθην και είπον... Και απεκρίθη μοι και είπε... Αι ερμηνείαι του οράματος αύται... Και συλλε-χθήσεται πλήθος... θέλοντες ελθείν και εκπολεμείν αυτόν.
Αυτός δε στήσεται επί την κορυφήν του όρους Σιών, Σιών δε ελεύσεται και επιδειχθήσεται πάσιν έτοιμη και οικοδομημένη, καθώς είδες το όρος το εκκοπτόμενον άνευ χειρών...».
Είναι αρκετά αυτά για να δείξουν την αλληγορική χρήση της ιστορίας από τους Αποκαλυπτικούς. Οι περικοπές που παρατέθηκαν δείχνουν πολύ πειστικά πόσο ο Ιωάννης της Απκ. έχει ενδιατρίψει στον τρόπο γραφής της σχολής αυτής.
Ένα από τα Παραρτήματα μελετά το vaticinium ex cvcnlu στην Απκ. του Ιωάννη. Σ' αυτήν όμως εδώ τη συνάφεια δεν μπορεί, προκειμένου περί των Αποκαλύψεων εν γένει, να απουσιάσει η μνεία ενός τόσο γενικού χαρακτηριστικού όπως του vaticinium ex cventu. Οι συγγραφείς δηλ. των Αποκαλύψεων αποδίδουν τα γραφόμενά τους σε κάποιον εκπρόσαιπο της γεραράς παραδόσεως (Ενώχ, Αβραάμ, Ησαία, κ.ά.), κι ο Θεός απαντά διά του προσώπου αυτού σε προβλήματα όχι της εποχής του πνευματικού προστάτη του βιβλίου κατά την ένδοξη αρχαιότητα αλλά στα καυτά ερωτήματα της εποχής του Αποκαλυπτικού συγγραφέα. Ένα όραμα, μια ουράνια φωνή, ένα όνειρο, ένα ταξείδι στον άλλο κόσμο κ.ο.κ. είναι τα μέσα διά των οποίων δίνεται η θεία απάντηση στα αγωνιώδη ερωτήματα' και η εξήγηση επιτυγχάνεται από έναν ενδιάμεσο, έναν ángelus interpre-tcns. Με άλλα λόγια, ο λαϊκός αποκαλυπτικός σ. δε νοιώθει τη δύναμη να παρουσιασθεί με το δικό του όνομα ούτε να μιλήσει όπως οι παλαιοί προφήτες απευθείας εκ μέρους του Θεού, κατά το «τάδε λέγει Κύριος...»' όπως οι βυζαντινοί ζωγράφοι νοιώθουν πως δεν εργάζετονται ως άτομα αλλά ως ομάδα. Ας μη λησμονούμε πως ήταν μεγάλη η επιτυχία του Σαδδουκαϊκού ιερατείου να πείσει το λαό πο>ς, μετά την εγκαθίδρυση του Ναού και του Νόμου, ο Θεός δεν έκρινε πια αναγκαία την ενέργεια του Πνεύματος του όπως παλαιά με τους προφήτες. Έτσι περίπου από τον 3 π.Χ. αι. το προφητικό χάρισμα έμενε ανενέργητο' ίσως, λοιπόν, δεν ήταν γενικότερα αποδεκτό από τη ν εποχή των Αποκαλυπτικών να μιλήσουν όπως οι παλαιοί προφήτες και γι' αυτό χρειάστηκαν κάποιον ενδιάμεσο, κάποιαν αυθεντία του παρελθόντος. Άλλωστε, έτσι τους δινόταν η ευκαιρία για ένα επιχείρημα μεγάλης πειστικότητας προς χάρη των αναγνωστών: Τα διατρέξαντα κατά την εποχή μεταξύ του υποτιθέμενου αφενός και του πραγματικού συγγραφέα αφετέρου εδιηγεί-το κάθε Αποκάλυψη με το δικό της τρόπο, και από εκεί και έπειτα ακολουθούσε ο τρόπος που ο πραγματικός σ. έβλεπε το παρόν και το μέλλον. Ο αναγνώστης όμως οδηγούνταν στο εξής συμπέρασμα: όπως ο υποτιθέμενος σ. μπορούσε με τόση ακρίβεια να γράψει τα πριν την εποχή του αναγνώστη, με την ίδια σίγουρα βεβαιότητα και ακρίβεια περιγράφει επίσης τα παρόντα και τα μέλλοντα. Αυτό είναι το vaticinium ex eventu.
Ο Ιωάννης γνωρίζει την τεχνική των Αποκαλύψεων και τη χρησιμοποιεί αλλά πάντοτε με δικό του τρόπο. Τι θα πει με δικό του τρόπο φαίνεται στο Παράρτημα 3 ως προς το vaticinium ex eventu. Το προφητικό χάρισμα είχε αποκατασταθεί πλήρως στην αρχική εκκλησία, ο Ιωάννης καυχιέται πως είναι μέλος του χορού των εκκλησιαστικών προφητών' παρότι μάλιστα πολλοί άγγελοι μεσολαβούν στην ανέλιξη του εσχατολογικού σεναρίου, ο Ιωάννης έχει άμεση σχέση με την πηγή της Απκ., με τον Ιησού Χριστό, που απαρχής του βιβλίου μέχρι τέλους ενεργεί τα πάντα.
2. Σύμβολα και καθιερωμένες εικόνες της Αποκαλυπτικής
Σχετικώς με τη χρήση συμβόλων και καθιερωμένων εικόνων από τον Ιωάννη πρέπει να σημειωθεί πως όλα αυτά δεν μπορούν πάντοτε να διατηρούν το ίδιο το αρχικό συγκεκριμένο τους νόημα, αφού είχαν περάσει από το φίλτρο της φαντασίας πολλών προηγούμενων γενεών. Όσο και αν είναι δύσκολος ο προσδιορισμός σε πόση έκταση γίνεται αυτό σε κάθε περίπτωση, καταλαβαίνει ο αναγνώστης της Απκ. πως μερικά από αυτά είχαν πια γίνει ένα ντεκόρ κατά την περιγραφή του εσχατολογικού δράματος, έγιναν δηλ. η απαιτούμενη 'γλώσσα' για την έκφραση της τελικής νίκης του Θεού επί του κακού. Άλλωστε, το στοιχείο της υπερβολής στους Αποκαλυπτικούς σχετίζεται γενικότερα με τον πηγαίο τρόπο έκφρασης του σημίτη. Ούτε αποτελεί έκπληξη πως το στοιχείο αυτό συναντάμε εξαρχής κυρίως στα προφητικά και ψαλμικά κείμενα. Για να καταλάβουμε την υπερβολή στην έκφραση του σημίτη, ας θυμηθούμε με πόσο έντονα εσχατολογικά χρώματα περιγράφεται ένα ιστορικό γεγονός όπως η απελευθέρωση των ισραηλιτών από τη δουλεία της Αιγύπτου: Πληγές κατά του Φαραώ, ο ολοθρευ-τής άγγελος, κ.τ.λ. Ή, ας αναπολήσουμε με πόσο κοσμικής έκτασης φαινόμενα επενδύει ο Ησαΐας όχι μόνο την καταστροφή της Βαβυλώνας που τυράννησε το λαό του αλλά -κι ένα άλλο ιστορικό γεγονός- την επιστροφή των αιχμαλώτων στην πατρίδα! Το θέμα είναι βέβαια ευρύ και περίπλοκο, σπουδαίο όμως για την κατανόηση του συμβολισμού της Απκ., αν και οι ερευνητές εκφράζονται επ' αυτού μάλλον με γενικότητες. Ο Hermann Reimarus π.χ. παρατηρεί επί του θέματος αυτού τα εξής: «Οι εβραϊκοί τρόποι έκφρασης κατά τον ανατολικό τύπο περιέχουν φαινομενικώς πολλά και υψηλά και όλοι αναλογίζονται πόσο μεγάλα νοήματα κρύβονται κάτω απ' αυτούς' στην πραγματικότητα όμως σημαίνουν πάντοτε λιγότερα από όσα φαίνονται να υπαινίσσονται» (βλ. στον Lessing, Theologische Schriften, vol. 3, σελ. 310). Ειδικότερα περί του μεγαλοπρεπούς ή και χονδροειδούς ύφους στις περιγραφές των Αποκαλύψεων παρατηρεί τα εξής ο G.J. Peter: «Γενικώς οι Ιουδαίοι αγνοούν την ωραιότητα της λεπτομέρειας' ό,τι είναι λεπτό.κομψό και ωραίο τους διαφεύγει. Δεν αντιλαμβάνονται παρά εκείνο που κυριαρχεί επάνω τους και υπερβαίνει τα όριά τους, ό,τι είναι μεγαλειώδες μαζί και συντριπτικό (Le Livre d'Hénoch, ses idées messianiques et son eschatologie, Genève, 1890). Ούτε ξεχνά κανείς τις πικάντικες παρατηρήσεις που κάνει ο Renan στον 'Αντίχριστο' ως προς την ανατολική πολυτέλεια και κακογουστιά στην αρχιτεκτονική της Νέας Ιερουσαλήμ (Απκ. 21, 9 εξ.).
Κάποιες συμβολικές εικόνες μεταφέρονται από την ιουδαϊκή παράδοση τροποποιημένες (ίσως μέσω του εσ-σαϊσμού), όπως π.χ. η εικόνα της γυναίκας της περιβεβλημένης τον ήλιο, που ο δράκοντας κυνηγά στην έρημο (κεφ. 12) -σαφής υπαινιγμός για την εσσαϊκή κοινότητα, ενώ άλλες συμβολικές εικόνες είναι τέτοιες που, κατά τη γνώμη ορισμένων ερμηνευτών, επιδέχονται περισσότερες από μια ερμηνείες (π.χ. οι δυο προφήτες προς της Παρουσίας στο κεφ. 11). Αλλά, αναμφισβήτητα, ο Ιωάννης μεταφέρει και εικόνες αυτούσιες όπως είναι η περί του εσχατολογικού πολέμου (κεφ. 19), περί χιλιετούς βασιλείας, κ.ά. Ας μείνουμε λίγο στο παράδειγμα του εσχατολογικού Πολέμου και της πλήρους εκμηδενίσεως των αντιπάλων και ας θυμηθούμε τη μελέτη του Hans Windisch, Der Mcssianischc Krieg und das Urchristentum, Tübingen, 1909, όπου ο λόγος περί «Judaisierung des Evangeliums». O Windisch πιστεύει πως ο Ιησούς κατά τη δημόσια δράση του είχε προβεί σε πνευματική και ηθική ερμηνεία των ιουδαϊκών εσχατολο-γικών εννοιών και εικόνων, που στη σκέψη του λαού συνδέονταν με το μεσσιανικό πόλεμο. Αργότερα, η πρώτη κοινότητα τα ανέμιξε όλα αυτά μαζί και τον αναμενόμενο Κύριο της περιέζωσε με στραταρχική σπάθη. Γράφει ο Windisch: «Οι διαμαρτυρίες του Κυρίου κατά της βίας και της εκδίκησης παραθεωρήθηκαν, κι ο ίδιος έγινε για την κοι-νότητά του ο τρομερός καταστροφέας της ανθρώπινης ιστορίας και έτσι υποβιβάστηκε σε εισηγητή των εσχατολογι-κών δεινών.... ο Μεσσίας-Προφήτης της Ναζαρέτ περιβάλλεται τον μανδύα του αιμοδιψούς βασιλιά της ιουδαϊκής Αποκαλυπτικής» (ό.π. σελ. 77 και 81). Το θέμα Οα μας απασχολήσει και κατά την ερμηνεία του σχετικού κειμένου. Αυτό που εδώ πρέπει να παρατηρηθεί είναι πως ο Windisch απλουστεύει το θέμα. Ολόκληρη η χριστιανική κοινότητα δεχόταν πως ο νυν καιρός είναι περίοδος μη βίας ή αντεκδίκησης, όχι όμως και ο μέλλον αιών. Αυτό βλέπει κανείς στα πρώτα κεφ. των Πράξεων, στο μεγαλυνάριο και την προσευχή του Ζαχαρία στο Αουκά. Κατ' επανάληψη ο Παύλος, ο ποιητής του ύμνου της αγάπης, γράφει περί της «οργής του Θεού της ερχομένης» (Α Θεσσ. 1.10" 2,16" 5,9' Ρωμ. 1, 18' 5, 9), και στη σύντομη αναφορά του για το πότε Οα αναστηθούν οι νεκροί αναφέρεται σε μια στρατιωτική επιχείρηση που ξεκινά στον ουρανό και θριαμβευτικά κατευθύνεται προς τη γη. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να μείνει αδικαίωτο ό,τι υπήρξε και είναι 'ιερό' μέσα στην ιστορία της σωτηρίας.
Η χριστιανική εκκλησία χρωστά στον αποκαλυπτικό ιουδαϊσμό την εικόνα της πάλης μεταξύ καλού και κακού με έκβαση την τελική νίκη του Θεού. Το ερώτημα στη χριστιανική παράδοση είναι το πού τοποθετείται η τελική αυτή νίκη: Σχετίζεται με το Σταυρό ή με την Παρουσία, ή και με τα δυο; Καλά, για τον ευαγγελιστή Ιωάννη σχετίζεται με την Παρουσία, προ παντός όμως με την ενσάρκωση. Στον Παύλο, η έμφαση είναι στο Σταυρό, κατά την Απκ. στην Παρουσία του εσφαγμένου Αρνιού. Κατά τον Oscar Cullmann, η Victory Day, η αποφασιστική καμπή της πάλης προς τη νίκη, είναι ο Σταυρός, είναι κάτι που έγινε ήδη στο παρελθόν, όχι κάτι που Οα γίνει στο μέλλον («Χριστός και Χρόνος», εκδ. Αρτος Ζωής, Αθήνα 1980, σελ. 205). Αλλά και η σύγχρονη θεολογία της ελπίδας, υπό τον Jürgen Moltmann, πιστεύει πως στο Σταυρό περικλείεται όλο το νόημα του χριστιανισμού, η ελευθερία είναι η ανάσταση' η χριστιανική πίστη δε χρειάζεται εξωτερική δικαίωση, αφού την έχει μέσα της.
Αυτή η διάσταση μεταξύ Σταυρού και Παρουσίας ως κέντρων της νίκης οφείλεται κυρίως στο γεγονός πως αρχικά δεν υπήρχε ούτε ουσιαστική ούτε χρονική διάσταση μεταξύ Σταυρού και Παρουσίας' η καθυστέρηση της Παρουσίας είναι εκείνη που χώρισε αυτά τα δυο και οδήγησε σε μια νέα θεώρηση περί του κέντρου της νίκης. Έτσι, όπως φαίνεται, και τα δυο εξίσου δικαιούνται αυτό το χαρακτηρισμό.
Για να μη παραφορτώνονται τα σχόλια στα κεφ. 19-20 περί του μεσσιανικού πολέμου και της χιλιετούς βασιλείας, προσθέτω εδώ τη λίαν ενδιαφέρουσα παρατήρηση του Arnold Toynbcc (A Study of History, Abbridgment of vols I-VI by D. C. Somervill, 1947, Oxford University Press, σελ. 360) σχετικώς με το ζήτημα που μας απασχόλησε στην προηγούμενη παράγραφο. Κατά τον Toynbee, οι οδοί επιβιώσεως μπροστά σε μία διαλυόμενη κοινωνία είναι τέσσερις: ο αρχαϊσμός, η μεσσιανική εσχατολογία (futurism), η απόσπαση (detachment) και η μεταμόρφωση (transformation). Ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες μετά την Βαβυλωνιακή Αιχμαλωσία και ιδίως μετά τις επιτυχίες των Μακκαβαίων ώθησαν τον Ιουδαϊσμό προς τον Μεσσιανισμό. Η ρωμαϊκή κατοχή έκανε πολλούς να διερωτώνται: Αν αποδειχθήκαμε ανίσχυροι να διατηρήσουμε την τοπική μας ανεξαρ^ία, ποια έννοια μπορεί να έχει η αποστολή μας στον κόσμο; Όταν όμως τέτοιες απόψεις γίνουν βιώματα, τότε μεταμορφώνεται ο μεσσιανισμός και αυτο-υπερβατικοποιείται. Με αυτό τον τρόπο ο Toynbcc τοποθετεί έναντι των μεσ-σιανιστών Ζηλωτών τους 'ησυχαστές', εκπρόσωπος των οποίων είναι η χριστιανική εκκλησία. Για τα χρόνια της Κ.Δ. κλασικό παράδειγμα απόσπασης είναι ο Στωικισμός, και σε τελευταία ανάλυση η απόσπαση αυτή είναι ψευδαίσθηση. Επίσης, αποτυγχάνουν στο στόχο τους τόσο ο μεσσιανισμός όσο και ο αρχαϊσμός, γιατί ζητούν από τον άνθρωπο να φύγει από το παρόν χωρίς να αρθεί υπεράνω του κοσμικού ρεύματος του χρόνου. Και προσθέτει ο Toynbee: «Μόνο η μεταμόρφωση, όπως παρουσιάστηκε στο χριστιανισμό, οδηγεί μπροστά σε έναν υπερβατικό κόσμο υπό το φως του οποίου οι σκοποί του κόσμου τούτου δεν είναι υπόθεση του ανθρώπου αλλά του Θεού, και πραγματοποιούνται μόνο στο πνευματικό εκείνο επίπεδο, όπου ο Θεός δεν είναι απλώς σύμμαχος των ανθρώπινων εγχειρημάτων αλλ' αυτός που διευθύνει τις επιχειρήσεις» (ό.π. σελ. 530). Η ιστορική αυτή παρατήρηση του Toynbee δε λύνει, βέβαια, το πρόβλημα των αποκαλυπτικών συμβόλων όπως ο εσχα-τολογικός πόλεμος και η χιλιετής βασιλεία αλλά τοποθετεί το όλο σενάριο στα χέρια ενός οικουμενικού Θεού και όχι ενός εθνικού κράτους.
3. Η Αποκάλυψη ως συγγραφή
Βιώματα και φιλολογική μορφή πάνε συνήθως μαζί. Όπου δεν υπάρχει μίμηση χρειαζόταν οπωσδήποτε να προηγηθεί κάποια εμπειρία για να ακολουθήσει σε ένα δεύτερο στάδιο η συγγραφή λιγότερο ή περισσότερο σύμφωνα με το είδος. Στον Ιωάννη προηγείται η εμπειρία της συγγραφής. Στο Παράρτημα Γ'εκτίθενται εν πλάτει τα περί των εμπειριών του Ιωάννη, για το θέμα της προφητείας καθόλου στην Απκ. Όσα ακολουθούν, επομένως, σχετίζονται με τον προφήτη Ιωάννη ως συγγραφέα.
Η Απκ., όπως την έχουμε, είναι έργο συγγραφής που έγινε στην Πάτμο ή στην Έφεσο, προφανώς κατά στάδια, μετά από πνευματικές εμπειρίες του προφήτη επί της νήσου Πάτμου. Το είδος της γραφής είναι εκείνο των Αποκαλυπτικών, παρά τις αποκλίσεις του Ιωάννη από τους κανόνες. Πολλές οράσεις είναι μακρές και δεν μπορούσαν να συντεθούν χωρίς τη χρήση γραφής ούτε να αναπαραχθούν από μνήμης, ούτε να προσαρμοσθούν στη μεταβαλλόμενη πολιτική κατάσταση που αφορούσε είτε τους Ιουδαίους είτε την εκκλησία. Έπειτα, πέρα από πολλά άλλα. η διαφορετική χρήση της Π.Δ. από τους διάφορους Αποκαλυπτικούς συγγραφείς φανερώνει την ατομική τους συγγραφική πρωτοτυπία, όπως, βέβαια, η γλώσσα, το ύφος και οι εικόνες της προτίμησής τους. Η συγγραφή της Απκ. δε σχετίζεται μόνο με την αποκαλυπτική φιλολογία αλλά και με την ιστορία της εποχής του σ. Μέσα από τη βιβλιογραφία της γενεάς μας ετόνισε ιδιαίτερα το χαρακτήρα του βιβλίου αυτού ως συγγραφής το Υπόμνημα του .E.Lochmeyer  Κι επειδή, μέσα στα ελληνικά δεδομένα, απαιτείται ο τονισμός της Απκ. ως συγγραφής, αλλά και γιατί το Υπόμνημα του παρά τις ακρότητές του, εξαίρει κάποια ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του βιβλίου, θα αφιερώσουμε τις παρακάτω γραμμές σ' αυτό.
Βασικός είναι ο ρόλος του αριθμού 7 στη δομή, στο καθόλου σχήμα και στις επιμέρους εικόνες της Απκ. Τον αριθμό 7 βρίσκει ο ίοΙιπ^εΓ να κυριαρχεί όχι μόνο στο σωτηριολογικό περιεχόμενο της 4 Εκλογής του Βιργιλίου αλλά και στις Αποκαλύψεις Έσδρα και Βαρούχ. Με τον αριθμό 7 ο Ιωάννης προωθεί και αναπτύσσει το θέμα του. Ο Ε. ίοΙιιτ^εΓ προχωρά και πάρα πέρα: Βρίσκει μέχρι το κεφ. 143x7 Σκηνές που δείχνουν την εχθρότητα του κόσμου έναντι της εκκλησίας με αποκορύφωση το περί του θηρίου κεφ. 13' αλλά και μετά το κεφ. 14 βρίσκει το ίδιο αρχιτεκτόνημα, δηλ. 3x7 Σκηνές που δείχνει την ένταση της κρίσης καθώς και την πλήρη υπερνίκηση των σατανικών δυνάμεων. Για αυτούς τους λόγους αποκρούει οποιαδήποτε ιδέα περί έκδοσης της Απκ. σε δυο ή τρία στάδια, εξαιτίας της τόσο στενής ενότητας που κατ' αυτόν χαρακτηρίζει το όλο έργο. Παρότι δε ο ίδιος ομολογεί πως η μετρική ποίηση των Αποκαλυπτικών χρήζει περαιτέρω μελέτης, ο ίδιος επιχειρεί να βρει τον αριθμό 7 όχι μόνο στην όλη ανέλιξη του εσχατολογικού σεναρίου αλλά και στις επιμέρους Οράσεις σχήματα ομοτονίας σε κάποιες σχέσεις με τα εβραϊκά τονικά μέτρα και τον αριθμ. 7.
Πέρα από τις χωρούσες μέχρι τα έσχατα τμήματα του βιβλίου μετρικές παρατηρήσεις του έχουν περισσότερο, νομίζω, ενδιαφέρον οι θεολογικές ιδιαιτερότητες του Ιωάννη που δείχνουν το χαρακτήρα και την ιδιοφυΐα ενός από τους σπουδαιότερους θεολόγους της εκκλησίας του 1 αι. μ.Χ. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περί του θεού εικόνα του Ιωάννη που την διακρίνει ύψιστη βασιλική μεγαλειότητα και συγχρόνως μια εσωτερική οικογενειακή σύνδεση με τους πιστούς. Ο κόσμος παρουσιάζεται στην Απκ. άκρως εχθρικός προς το Θεό με μόνη διέξοδο την εσχατολογική λύση της καταστροφής του και την κάθοδο της πόλης του Θεού από τον Ουρανό. Τα έσχατα εμφανίζονται ως το περιεχόμενο της πίστεως του λαού του Θεού απαρχής, είναι τώρα και θα είναι και στο μέλλον. Τα έσχατα όχι μόνο δεν είναι στον Ιωάννη το τελευταίο κεφ. της Δογματικής, αλλά αποτελούν τον πυρήνα της βιβλικής πίστης από καταβολής μέχρι το τέλος, ενώ τα παθήματα του λαού του Θεού έχουν την έννοια της υπέρβασης της έντασης μεταξύ πίστεως και κόσμου, της διαπίστωσης περί του αν ανήκει κάποιος στο Θεό ή στον κόσμο. Έπειτα, στην Απκ. ο μεν λαός του Θεού παρουσιάζεται σε όλο το βιβλίο ως το βασίλειο ιεράτευμα, οι 'προφήτες', όπως ο Ιωάννης, ως οι Οεολογικώς και ποιμαντικώς λειτουργούντες μέσα στις εκκλησίες. Αν εξαιρέσουμε κάποιο αναμφισβήτητο γνωστι-κιστικό χρώμα στις διατυπώσεις του, κατά τα άλλα είναι πλήρως αποδεκτές. Αυτά όμως όλα σημαίνουν πως με τον Ιωάννη δεν έχουμε να κάνουμε με έναν εμπνευσμένο προφήτη της εκκλησίας αλλά με ένα σπουδαίο θεολόγο συγγραφέα.
Η διαπίστωση αυτή έχει μεγάλη σημασία γιατί καθ' όλο το Μεσαίωνα -που ασκεί την επίδρασή του σε σημαντικές ομάδες και σήμερα- η Απκ. θεωρήθηκε mol a mol ως προϊόν θείας έκστασης και έμπνευσης, χωρίς την όποια μεσολάβηση φιλολογικών επιρροών και της ιδιοφυΐας του συγγραφέα. Αυτό οδήγησε σε πολύ λαθεμένες αντιλήψεις περί του βιβλίου. Εκτός, βέβαια, του ότι κατά τον Ανατολικό και το Δυτικό Μεσαίωνα η Απκ. δε θεωρήθηκε ένα βιβλίο σε άμεση σχέση με τα ζητήματα και προβλήματα της εποχής του προς χάρη της οποίας γράφτηκε' προτιμήθηκε -σ' αυτό βοήθησε και ο αποκαλυπτικός τρόπος γραφής του βιβλίου, όχι αφηγηματικός ή επιστολικός- η αναφορά του βιβλίου προς την ιστορία της εκκλησίας εν γένει και προς το τέλος όχι της εποχής του σ. που εκείνος έβλεπε επικείμενο, αλλά προς το τέλος της ιστορικής καριέρας της εκκλησίας σε κάποιο άγνωστο, απώτερο μέλλον. Αν σε αυτά προστεθεί πως η γνώση της Αποκαλυπτικής φιλολογίας είναι απόκτημα το>ν νεότερων χρόνων καθώς και η καθιέρωση της ιστο-ρικοκριτικής μεθόδου στην έρευνα των κειμένων, καταλαβαίνει κανείς από όλα τα παραπάνω γιατί, ενώ η μεσαιωνική ερμηνεία της Απκ. είναι χρήσιμη, σε καίρια σημεία του βιβλίου είναι εντελώς off-side. Εξάλλου, άμα μπορεί ο ερμηνευτής να σχετίσει την Απκ. όχι προς την εποχή της και την εκκλησία των χρόνων της αλλά προς την καθόλου ιστορία της εκκλησίας, γιατί να μην μπορεί να φέρει τον πυρήνα του βιβλίου αυτού σε σχέση προς τούτη ή εκείνη την επιμέρους εποχή ή προς τούτα ή εκείνα τα μεγάλα γεγονότα της χριστιανικής ιστορίας. Έτσι γεννήθηκε η καλούμενη ιστορική ερμηνεία της Απκ. σε Ανατολή και Δύση με κεντρική αναφορά στην π.χ. ιστορική εμφάνιση και ανάπτυξη του Ισλάμ, της Παποσύνης, της Θρησκευτικής Μεταρρύθμισης, της υποδούλωσης χριστιανικών εθνών στο Ισλάμ, της προετοιμασίας και της έκρηξης της ελληνικής επανάστασης, του Ναπολέοντα, της Μεγάλης Ιδέας του Ελληνισμού, του Χίτλερ, του Κομμουνισμού, της πυρηνικής εποχής, κ.τ.ό. Μάλιστα, ενώ οι μεσαιωνικοί ερμηνευτές της Απκ. είτε, στην καλύτερη περίπτωση, προσέτρεχαν σε παλαιότερες ερμηνευτικές παραδόσεις είτε, όπως συνέβη όχι πολύ σπάνια, κατέφευγαν στην αλληγορία και την πνευματική αναφορά, η ιστορική ερμηνεία ορμά ακάθεκτη στην ανάγκη της ιστορικής απαίτησης, κάθε φορά, και βρίσκει έτσι στην Απκ. τίποτε άλλο παρά κυρίως την πρόρρηση της ιστορικής ώρας περί της οποίας ενδιαφέρεται ο ερμηνευτής. Η εποχή μας δεν μπορεί ακόμα να συνέλθει από την έξαρση αυτού του τύπου ερμηνείας της Απκ. κατά τη διάρκεια της πυρηνικής αντιπαλότητας μεταξύ Η.Π.Α. και πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Όλη αυτή η παραπάνω παράγραφος περί λαθεμένων κατευθύνσεων της ερμηνείας της Απκ. έχει εδώ τη θέση της, γιατί δείχνει πόσο υπήρξε για την επιστήμη καθοριστικός ο ερχομός στο φως των Αποκαλυπτικών έργων και της σημασίας των για τον ιουδαϊσμό των περί Χριστόν χρόνων και για τον αρχικό χριστιανισμό. Τα βιώματα μέσα στην Απκ. του Ιωάννη συνδέονται στενά με την αποκαλυπτική φιλολογική μορφή. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε ριζικά την τοποθέτηση στην ερμηνεία του βιβλίου. Όπως όλα τα άλλα βιβλία της Κ.Δ., αφηγηματικά και επιστολικά, γράφτηκαν κυρίως και πρωτίστως για την εκκλησία της εποχής των, έτσι και η Αποκάλυψη, χωρίς εξαίρεση. Ήταν η πρόνοια του Θεού που εκφράστηκε μέσα από την εκκλησία και ξεχώρισε τα βιβλία του κανόνα της Κ.Δ. για θεμέλιο της πίστης και της ζωής του χριστιανικού λαού, όχι με κάποια άλλη έννοια αλλά με την έννοια που γράφτηκαν, διαβάστηκαν τα χρόνια της συγγραφής τους στην εκκλησία και κατανοήθηκαν. Από την ενσάρκωση του ευαγγελικού μηνύματος στη σκέψη των συγγραφέων της Κ.Δ. και των αναγνωστών τους τη σκέψη, ο σημερινός ερμηνευτής αντλεί για την εκκλησία βασικές διδαχές και κατευθύνσεις. Το κοσμο-είδωλό μας και οι περί ιστορίας απόψεις ή φαντασιώσεις μας μπορεί να διαφέρουν από εκείνες του προφήτη Ιωάννη' βασικά όμως ζητήματα του βιβλίου του που σχετίζονται με τη χριστιανική ελπίδα και με τη σύγκρουσή της προς θεοποιημένες κοσμικές δυνάμεις εξακολουθούν να έχουν την ίδια επικαιρότητα για τις εκκλησίες, αν και δυστυχώς η ευαισθησία τους ως προς το ζήτημα αυτό δεν είναι όσο πρέπει αναπτυγμένη. Αυτό, από μόνο του, θα μπορούσε να κάνει τη συγγραφή ενός Υπομνήματος στην Απκ. μια πολύ ενδιαφέρουσα πνευματική εμπειρία.

Σελίδες 588 -612 






Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο 

Επιτρέπετα η αναδημοσίευση με σαφή αναφορά  την πηγή προέλευσης  

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ



ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
Κυκλοφορούν οί τόμοι:
2.         Καραβιδόπουλος Ί., Τό κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 1988.
7.         Άγουρίδης Σ., 'Αποστόλου Παύλου, Πρώτη πρός Κορινθίους 'Επιστολή, 1982.
10. Καραβιδόπουλος Ί., 'Αποστόλου Παύλου, 'Επιστολές πρός 'Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολ.οσσαεϊς, Φιλήμονα, 1992 Η έκδοση.
1 Ια. Γαλάνης Ί., Ή Πρώτη 'Επιστολή του 'Αποστόλου Παύλου
πρός Θεσσαλονικείς, 1992 Ε έκδοση. 11β. Γαλάνης Ί., Ή Δευτέρα 'Επιστολή του 'Αποστόλου Παύλου
πρός θεσσαλονικείς, 1992 Β" έκδοση. 12γ. Γαλίτης Γ., Ή πρός Τίτον 'Επιστολή του 'Αποστόλου Παύλου. 1992.
15. Στογιάννος Β., Πρώτη 'Επιστολή Πέτρου, 1980. 18. Άγουρίδης Σ., 'Η Άποκάλ.υψη του 'Ιωάννη, 1994.
'Υπό έκδοση: 1. Βασιλειάδης ΓΙ., Τό κατά Ματθαίον Εύαγγέλ.ιο.
3.         Γαλάνης Ί., Τό κατά Αουκάν Ευαγγέλιο.
4.         Άγουρίδης Σ., Τό κατά Ιωάννη ν Ευαγγέλιο.
8.         Βασιλειάδης Π., 'Η Δευτέρα 'Επιστολή του 'Αποστόλου Παύλ.ου πρός Κορινθίους.
13. Γρατσέας Γ., Ή πρός 'Εβραίους 'Επιστολή.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.