Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

ΕΠΙΛΟΓΟΣ (κεφ. 22, 6-21) - Σάββας Αγουρίδης


ΕΠΙΛΟΓΟΣ (κεφ. 22, 6-21)
Πριν παρατεθεί το κείμενο του Επιλόγου δυο παρατηρήσεις είναι αναγκαίες: (1) Υπάρχει ανταπόκριση του Επιλόγου προς τον Πρόλογο (1, 1-20) που έχει, βέβαια, σχεδιασθεί ως πρόλογος των επιστολών προς τις 7 εκκλησίες της Ασίας αλλά και ως λειτουργικός πρόλογος στο όλο βιβλίο της Απκ. Αυτό σημαίνει πως ίσως τα κεφ. 1-3 και ο επίλογος 22, 6-21 γράφτηκαν τελευταία, πριν από την έκδοση του έργου στο σύνολο του. Έτσι εξηγείται πώς ένας αριθμός εκφράσεων απαντάται τόσο στον πρόλογο όσο και στον επίλογο, που αποπνέουν την ίδια λειτουργικότητα της προφητείας μέσα στις συναθροίσεις της αρχικής χριστιανικής κοινότητας. Τα θέματα του κειμένου αυτού είναι δυο: Ο άμεσος ερχομός του τέλους (έχουμε συσσώρευση χωρίων δηλωτικών της αμεσότητας του τέλους)' η κατοχύρωση της αυθεντικότητας του έργου και η παραίνεση για την τήρηση των λόγων της προφητείας, δηλ. την αντίσταση στη λατρεία του αυτοκράτορα. (2) Τέθηκε σοβαρά ως προς τον επίλογο το ερώτημα: πρόκειται για τελικό κείμενο του Ιωάννη ή είναι ένα σχεδίασμα του προφήτη προορισμένο για περαιτέρω επεξεργασία; Σε πολλά σημεία, ιδίως στους στίχ. 6-9, δυσκολεύεται κανείς να βρει το υποκείμενο, υπάρχει συνεχής αλλαγή υποκειμένου, ενώ παντού, πίσω από όλα, ακούεται η φωνή του Χριστού' ωσάν να πρόκειται για λειτουργική συγκέντρωση, κατά την οποία όλοι πρέπει να πουν και να επαναλάβουν αυτό που είναι στο πρόγραμμα.

Ότι πρόκειται για γνήσια προφητεία (όπως την ξέρουμε από την Π.Δ.) τονίζεται τόσο στον πρόλογο όσο και στον επίλογο (1, 3' 22, 6" 9-10' 18-19), καθώς και πως το βιβλίο είναι έργο αρμόδια εντεταλμένου προφήτη (1, Γ 9-10' 22, 8-10) για να διαβαστεί επ' εκκλησίας (1,3* 11* 22, 18) προς παραίνεση των πιστών που αντιμετωπίζουν μεγάλη κρίση (1,3' 22, 7' 12' 14).
6 Καίειπέν μοι' ούτοι οι λόγοι πιστοί καί ά/ηθινοί, και ό κύριος ό θεός των πνευμάτων των προφητών απέστειλε ν τον άγγελο ν αυτόν δεϊξαι τοϊς δούλοις αύτοϋ ά δει" γενέσθαι έν τάχει. 7 καί ιδού έρχομαι ταχύ. μακάριος ό τηρών τούς λόγους της προφητείας τού βιβλίου τούτου.
8 Κάγώ Ιωάννης ό άκούων καί βλέπων ταύτα, καί ότε ήκουσα καί έβ)χψα, έπεσα προσκυνήσαι έμπροσθεν των ποδών τού αγγέλου τού δεικνύοντος μοι ταύτα. 9 καί Ατ/ε/ μοι' δρα μη' σύνδουλός σού είμι καί των αδελφών σου των προφητών καί των τηρούντων τούς λόγους τού βιβλίου τούτου' τω θεώ προσκύνησον.
10 Και λέγει μοϊ μη σφράγισης τούς λόγους της προφητείας τούβιβλίου τούτου, ό καιρός γαρ εγγύς έστιν. 11 ό άδικών άόικησάτω έτι και ό ρυπαρός ρυπανθήτω έτι, και ό δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω έτι και ό άγιος άγιασθήτω έτι.
12 'Ιδού έρχομαι ταχύ, και ό μισθός μου μετ' εμού άποδούναι έκάστω ώς τό έργον εστίν αύτοϋ. 13 εγώ το άλφα και τό ώ,ό πρώτος και ό έσχατος, ή άρχή και τό τέλος.
14 Μακάριοι οί πλύνοντες τάς στολάς αύτών, ίνα έσται ή έξουσία αύτών έπί τό ξύλον της ζωής και τοϊς πυλώσιν είσέλθωσιν εις την πόλιν. 15 έξω οίκύνες καίοί φάρμακοι και οί πόρνοι και οί φονείς και οί είδωλο-λάτραι και πάς φιλών και ποιών ψεύδος.
16    'Εγώ Ιησούς έπεμψα τον άγγελόν μου μαρτυρήσω ύμϊν ταύτα έπί ταίς έκκ/ησίαις. έγώ είμι ή ρίζα και και τό γένος Δαυίδ, ό άστήρ ό λαμπρός ό πρωϊνός.
17    Και τό πνεύμα και ή νύμφη λέ/ουσιν' έρχου. και ό άκούων είπάτω' έρχου. και ό διψών έρχέσθω, ό θέλω ν λαβέτω ύδωρ ζωής δωρεάν.
18 Μαρτυρώ έγώ παντί τω άκούοντι τούς λόγους της προφητείας τού βιβλίου τούτου' έάν τις έπιθή έπ' αύτά, έπιθήσει ό θεός έπ' αύτον τάς πληγάς τάς γεγραμμένας έν τω βιβλίω τούτω, 19 και έάν τις άφέλη άπό τών λόγων τού βιβλίου τής προφητείας ταύτης, άφε)χι ό θεός τό μέρος αυτού άπό τού ξύλου τής ζωής και έκ τής πόλεως τής άγιας τών γεγραμμένων έν τω βιβλίω τούτω.
20    Λέγει ό μαρτυρούν ταύτα' ναι, έρχομαι ταχύ.'Αμήν, έρχου κύριε 'Ιησού.
21    Ή χάρις τού κυρίου 'Ιησού μετά πάντων.20,22-15
6 Ύστερα μου είπε ο άγγελος: «Τα λόγια τούτα είναι αληθινά κι άξια εμπιστοσύνης. Ο Κύριος ο θεός, που με το Πνεύμα του μίλησαν οι προφήτες, έστειλε τον άγγελο του να δείξει στους δούλους του όσα είναι να γίνουν πολύ σύντομα». 7 «Να, έρχομαι σύντομα», λέει ο Ιησούς. «Μακάριος είναι όποιος ενστερνίζεται τα προφητικά λόγια αυτού του βιβλίου».
8 Εγώ ο Ιωάννης τα άκουσα και τα είδα αυτά. Κι όταν τ' άκουσα και τα είδα, έπεσα να προσκυνήσω μπροστά στα πόδιά του αγγέλου που μου τα φανέρωσε. 9 Εκείνος όμως μου είπε: «Μην το κάνεις αυτό! Δούλος είμαι κι εγώ σαν εσένα και τους αδερφούς σου τους προφήτες, κι εκείνους που ενστερνίζονται τα λόγια αυτού του βιβλίου. Το θεό να προσκυνήσεις». 10 Και συνέχισε: «Μην κρατήσεις τα προφητικά λόγια αυτού του βιβλίου μυστικά, γιατί ο καιρός που θα εκπληρωθούν είναι κοντά. 11 Ας συνεχίσει ο άδικος να αδικεί, ο ακάθαρτος τα ακάθαρτα έργα του' ας συνεχίσει κι ο δίκαιος να κάνει το δίκαιο, κι ο άγιος την αγιοσύνη του.
12 »Να, έρχομαι σύντομα», λέει ο Ιησούς, «και φέρνω μαζί μου την ανταμοιβή για ν' ανταποδώσω στον καθένα κατά τα έργα του. 1 3 Εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα, ο πρώτος και ο έσχατος, η αρχή και το τέλος».
14 Μακάριοι αυτοί που καθαρίζουν τις στολές τους, για να έχουν δικαίωμα να φάνε από το δέντρο της ζωής και να περάσουν τις πύλες για να μπουν στην πολιτεία. 1 5 Έξω θα μείνουν οι αδιάντροποι σαν τα σκυλιά, οι μάγοι, οι πόρνοι, οι φονιάδες, οι ειδωλολάτρες κι εκείνοι που τους αρέσει ν' αντιστρατεύονται την αλήθεια.
16«Εγώ, ο Ιησούς, έστειλα τον άγγελο μου να σας τα αναγγείλει ετούτα στις εκκλησίες. Εγώ είμαι από τη ρίζα και τη γενιά του Δαβίδ, το άστρο το λαμπερό, το πρωινό». 1 7 Και το Πνεύμα κι η νύφη λένε: «Έλα». Κι όποιος ακούει ας πει: «Έλα». Όποιος διψάει ας έρθει, όποιος θέλει ας πάρει δωρεάν το νερό της ζωής».
18 Εγώ, ο Ιωάννης, διαβεβαιώνω όλους όσους ακούνε τα προφητικά λόγια αυτού του βιβλίου, πως αν κανείς προσθέσει κάτι ο* όσα είναι γραμμένα, θα του προσθέσει κι ο θεός τις συμφορές που είναι γραμμένες ο' αυτό το βιβλίο' 19 κι αν κανείς αφαιρέσει κάτι απ' αυτά τα προφητικά λόγια, θ'αφαιρέσει κι ο θεός το μερτικό του από το δέντρο της ζωής κι από την άγια Πόλη, κι απ' όσα είναι γραμμένα σ' αυτό το βιβλίο.
20Αυτός που το επιβεβαιώνει όλα αυτά λέει: «Ναι, έρχομαι σύντομα».«Αμήν' έλα, Κύριε Ιησού».
21Η χάρη του Κυρίου να είναι με όλους.

Και είπέν μοι. Εδώ φαίνεται πως μιλά ο άγγελος που στο 17, 1 δείχνει στον Ιωάννη την πόρνη Βαβυλώνα και στο 19,9 τη νέα Ιερουσαλήμ. Πράγματι οι στίχ. 6 και 8-9 αποτελούν επανάληψη του 19, 9 εξ. Οι στίχ. 6-9 είναι η πρώτη κίνηση του επιλόγου για την κατοχύρωση του κύρους της ιωάννειας προφητείας' ο στίχ. 7 είναι λόγος του Ιησού που κάνει ζωντανό ό,τι ο άγγελος απεστάλη να δείξει στους δούλους του Θεού: α δει γενέσθαι εν τάχει, ενώ το υποκ. του και είπέν μοι είναι ο άγγελος, όπως είναι και του «έδειξεν» στο 22, 1. Ιδιαίτερα, το δείξαι έχει ως αντικείμενο άμεσο κυρίως τη νέα πόλη του Θεού, την καταστροφή του σατανά και της πόρνης. Οι περί αυτών λόγοι είναι «πιστοί και αληθινοί», αφού δείχνουν την πιστότητα του Θεού και την ανταπόκριση των υποσχέ-σεών του προς την πραγματικότητα. Ούτε μια υπόσχεση της Π.Δ. δεν άφησε ο Ιωάννης εκτός πραγματοποίησης. Φαίνεται πως κάποιοι χριστιανοί των 7 εκκλησιών της Ασίας έθεταν υπό κάποια έννοια σε αμφιβολία αυτές τις υποσχέσεις. Τις ερμήνευαν ίσως αλληγορικά ή μεταφορικά, και αυτούς έχει ίσως στο νου του ο προφήτης, όταν -επανειλημμένως βεβαιώνει ότι οι λόγοι είναι πιστοί και αληθινοί. Το ίδιο ισχύει και για το εν τάχει. Στα κεφ. 2-3 επικρίνονται όσοι την καθυστέρηση της βασιλείας εξηγούν ως ματαίωση ή ερμηνεύουν αλληγορικά (ως αιώνια παρουσία; ως ερχομό του Ιησού σε κάθε κρίσιμη κατάσταση; ως υποδοχή της ψυχής κατά το θάνατο;), προς επίτευξη πάντοτε ενός σκοπού: Αφού ο Κύριος δεν έρχεται ταχύ, γιατί οι σχέσεις της εκκλησίας έναντι του κόσμου πρέπει να προσλάβουν τόσο σοβαρές και δραματικές διαστάσεις; Με τέτοια μέτρα μπορεί η ιεραποστολή της εκκλησίας να προχωρήσει μέσα στον κόσμο; Δε χρειάζεται να αναπτυχθεί το θέμα γιατί είναι ολοφάνερο: Τα όρια της ιεραποστολής στην Απκ. είναι κάτι λιγότερο από μικρά. Το ενδιαφέρον του προφήτη απορροφά η ανάγκη διατήρησης της χριστιανικής αλήθειας, όχι η εξάπλωσή της.
Η έκφραση ο θεός των πνευμάτων των προφητών θυμίζει τον Κύριο των Πνευμάτων στο (^μπήγι και ως χαρακτηριστικό θείο όνομα, στον Α' Ενώχ. Από τον Ιωάννη επεκτείνεται εδώ η κυριαρχία του Θεού, πέραν από τις ουράνιες στρατιές, όπως βλέπει ο αναγνώστης σε όλη την Απκ., στα πνεύματα των προφητών, ως πηγή της έμπνευσης και ως κατεύθυνση. Όπως σημειώνεται στο 1, 1 ο Θεός εσήμανεν αποστείλας διό του αγγέλου αυτού τω δούλω αυτού (Ιωάννη). Έτσι γίνεται σε όλη την Απκ.* στο κεφ. 22, 6: ο θεός απέστειλαν τον άγγελον αυτού δείξαι τοις δούλοις αυτού, στους δούλους του τους προφήτες και δι' αυτών στην εκκλησία α δει γενέσθαι εν τάχει (όπως στο 1, 1). Ιδού που αυτό γίνεται πραγματικότητα. Αυτή είναι η έννοια του στιχ 7: Και ιδού έρχομαι ταχύ. Ο μακαρισμός που ακολουθεί -έβδομος κατά σειρά- τονίζει έτι μάλλον την πραγματοποίηση των λόγων του Θεού περί των εσχάτων εδώ και τώρα. Δεν πρέπει κανείς να χάνει την ευκαιρία της μακαριότητας που είναι ο καρπός της τήρησης των λόγων του βιβλίου τούτου (1, 3' 22, 18). Ποιος
είναι ο τηρών τους λόγους...; Αυτός που δεν προσκυνά τον αυτοκράτορα" που δε συμβιβάζει την πίστη του προς μορφές κρατικής λατρείας, την εκκλησία προς τον ειδωλολατρικό ρωμαϊκό κόσμο. Ο Ιωάννης δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ορισμένα πράγματα λόγω της σπου-δαιότητάς των: Η εκκλησία δεν μπορεί να είναι χριστιανική χωρίς να περιμένει τον Ιησού «ταχύ», χωρίς να ελπίζει «ταχύ» στην πραγματοποίηση του ευαγγελίου του, γιατί τότε σίγουρα θα συσχηματιστεί προς τον κόσμο και θα χάσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Όταν η εκκλησία δεν περιμένει τον Ιησού οσονούπω να την κρίνει, παραδίδεται σχεδόν αυτομάτως σε κάθε είδους συμμαχίες και συνεταιρισμούς μέσα στον κόσμο. Φαινόμενα τέτοια διαφορετικής εκτίμησης της καθυστέρησης της Παρουσίας ετάραζαν ήδη την εκκλησία των χρόνων του Ιωάννη. Ιστορικά εκτιμώντας τα πράγματα, μπορεί κανείς να πει πως, ενώ ο Ιωάννης φοβάται τη νόθευση του ευαγγελίου εξαιτίας κάποιων υποχωρήσεων, οι αντίπαλοι του μέσα στην εκκλησία νοιάζονται, κατά πάσα πιθανότητα, για την επιβίωση του χριστιανισμού, για την ιεραποστολή, για κάποιο είδος αρπια-πκηΐο της εκκλησίας. Ο Ιωάννης είναι αντίθετος σε κάθε συμβιβασμό της εκκλησίας προς τον κόσμο, έτσι ώστε γΓ αυτόν η χαρακτηριστική του χριστιανού ζωή να είναι αυτή του μάρτυρα, κατά το πρότυπο του εσφαγμένου Αρνιού. Καταλαβαίνουμε έτσι πώς η Απκ. επί μακρούς αιώνες έμεινε για την εκκλησία βιβλίο εσφραγισμένο σφραγίσιν επτά' όπως και τις δυσκολίες να κατανοηθεί το βιβλίο σήμερα, που όλα συγκλίνουν προς νέες συνθέσεις πολυεθνικές και πολυ-πολιτικές.
Κάπως διαφορετικά οι προφήτες αντιλαμβάνονταν τη λειτουργία του Πνεύματος και τα πνευματικά χαρίσματα μέσα στην εκκλησία. Όπως κάποιοι ισχυρίζονταν «την ανάστασιν ήδη γεγονέναι» (Β'Τιμ. 2,18), ενώ άλλοι ενέπαιζαν τους ομοπίστους των που ακόμη περίμεναν την Β' Παρουσία (Β' Πέτρ. 3, 4), έτσι άλλοι χριστιανοί πίστευαν πως η αντικατάσταση του Ιησού από το Πα-ράκλητο Πνεύμα της αληθείας κάνει τον άνθρωπο εντός της εκκλησίας να έχει υπομονή και να μη βιάζεται (Δ' Ευαγγέλιο). Ο Ιωάννης της Απκ. τονίζει ως κύρια δραστηριότητα του Πνεύματος μέσα στην εκκλησία τη συνεχή αφύπνιση της συνείδησης ως προς την άμεση, την ταχεία έλευση της Παρουσίας. Πρόκειται, ασφαλώς, για διαφορά έμφασης' αυτή όμως η διαφορά προσδιόρισε αποφασιστικά την ιστορική πορεία της εκκλησίας, η οποία, ενώ ποτέ δεν εγκατέλειψε την εσχατολογική ελπίδα του ευαγγελίου του Ιησού, έρριψε το βάρος στον προσηλυτισμό του κόσμου και στη συνεργασία μαζί του.
Μετά την εισαγωγή λόγων του αγγέλου και λόγων του Ιησού (στίχ. 6-7) δεν παραξενεύεται κανείς πως ο ακούων και βλέπων ταύτα, όσα δηλ. δει γενέσθαι εν τάχει, παρουσιάζει την ταυτότητά του μαζί με την ευθύνη του για τα γραφόμενα. Τα οράματα και ακροάματα, στη συνάφεια αυτή, αναφέρονται σε όλο το βιβλίο. Το μέγεθος και η σημασία όλων αυτών είναι αυτό που κίνησε τον προφήτη να επιχειρήσει προσκύνηση του αγγέλου. Πρόκειται για επανάληψη της σκηνής του 19, 10 σχεδόν αυτολεξεί. Μόνο που εκεί, καθώς φαίνεται, πρόκειται για σύσταση αποφυγής της αγγελολατρείας, ενώ εδώ το ίδιο ακριβώς επεισόδιο αποσκοπεί στον τονισμό και την επαύξηση του κύρους του Ιωάννη, των οραμάτων και ακουσμάτων του, υποστηρίζοντας ότι οι προφήτες είναι ό,τι και οι άγγελοι και πως «συντεχνιακά» μια κατηγορία αγγέλων ανήκει στην τάξη των προφητών. Οι προ-
φήτες της εκκλησίας είναι ό,τι και οι άγγελοι. Το ότι η ίδια εικόνα, της απόπειρας του προφήτη να προσκυνήσει τον άγγελο, μπορεί να προέρχεται από τη διαφορετική συνάφεια μιας άλλης πηγής δεν είναι απίθανο* αλλά και ο ίδιος ο Ιωάννης είναι δυνατό να χρησιμοποιεί μιαν εικόνα για να βγάλει από τη διαφορετική κάθε φορά συνάφεια κάποιο διάφορο συμπέρασμα. Στους λόγους του αγγέλου: σύνδονλός σού ειμι και των αδελφών σου των προφητών (όπως στο 19, 9), προστίθεται εδώ και των τηρούντων τους λόγους του βιβλίου τούτου, που αποδίδει και στους αγγέλους την ίδια προσδοκία της πραγματοποίησης της χριστιανικής ελπίδας που έχει η εκκλησία. Πράγματι, βλέπει κανείς κατά την ανάπτυξη του όλου εσχατολογικού σεναρίου στην Απκ. την έντονη συμμετοχή του αγγελικού κόσμου στην πραγματοποίηση της χριστιανικής ελπίδας. Τω Θεώ προσκύνησον: όση όμως και όποια κι αν είναι η συμβολή αγγέλων και προφητών ως προς τα έσχατα, η προσκύνηση ανήκει στο Θεό, του οποίου είναι έργο ο καινός ουρανός και η καινή γη.
Στους στίχ. 10 εξ. επιστρέφουμε στο θέμα έρχομαι ταχύ. Ενώ όμως στο 10, 4 η φωνή εκ του ουρανού διατάσσει τον προφήτη «σφράγισον α ελάλησαν αι επτά βρονταί, και μη αυτά γράψεις» -ήταν τόσο ανείπωτο σε φρίκη το περιεχόμενο των 7 βροντών- εδώ ο προφήτης δέχεται την αντίθετη εντολή: μη σφράγισης τους λόγους της προφητείας του βιβλίου. Η παράλληλη εντολή ως προς το βιβλίο του Δανιήλ 12, 4 είναι διαφωτιστική: «Και συ Δανιήλ έμφραξον τους λόγους και σφράγισον το βιβλίον έως καιρού συντελείας. Έως διδαχθώσι πολλοί και πλη-θυνθή η γνώσις». Ο αληθινός συγγραφέας του βιβλίου του Δανιήλ ζει στα Μακκαβαϊκά χρόνια, ο υποτιθέμενος όμως Δανιήλ ζει πολύ πριν, τον 6 π.Χ. αι., στη Βαβυλώνα. ΓΓ αυτό δέχεται την εντολή, μέχρις ότου έλθουν τα ώριμα (μακκαβαϊκά) χρόνια, να συγκαλύψει τους λόγους και να μην προβεί στη δημοσίευση του βιβλίου -αυτή είναι η έννοια της σφράγισης. Στο Δανιήλ έχουμε το vaticinium ex eventu, γι' αυτό επιβαλλόταν από την τεχνική συγγραφής του βιβλίου η σφράγισή του επί ορισμένο χρόνο. Στην Απκ. όμως τα πάντα επιβάλλουν τη μη σφράγιση, δηλ. τη δημοσίευση του βιβλίου, αφού τα εσχατολογικά γεγονότα είναι ήδη εν κινήσει: Μη σφράγισης τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου' ο καιρός γαρ εγγύς εστίν. Το αστείο όμως είναι επί του προκειμένου πως η εκκλησία σφράγισε το βιβλίο αυτό, και μάλιστα σφραγίσιν επτά, παρά την εντολή του Θεού διά του αγγέλου και του προφήτη. Βέβαια, το έκαμε αυτό η εκκλησία από αμηχανία ενώπιον μεγάλων εκκλησιαστικών ομάδων (Μοντανιστές, Δονατιστές, κ.ά.), οι οποίες της δημιούργησαν προβλήματα κατά την περίοδο που το βιβλίο ήταν ακόμη ασφράγιστο. Με την πάροδο του χρόνου έφθασε η εκκλησία να νοιώθει προστατευμένο τον εαυτό της με σφραγισμένο το βιβλίο. Σήμερα όμως, παρά τα ερμηνευτικά παρατράγουδα κάποιων αιρετικών ή συντηρητικών φανατικών Ομολογιακών ομάδων στην Ευρώπη και την Αμερική, έχει επέλθει στην επιστήμη κάποιο consensus ως προς κάποιες από τις γενικές αρχές του βιβλίου. Δεν είναι πια θέμα αν η εκκλησία θέλει ή δε θέλει, αφού δεν μπορεί να μη θέλεΓ θα επιστρέψει στο βιβλίο με τα επιστημονικά ιστορικο-φιλολογικά δεδομένα. Αυτό το έργο έχουν αναλάβει εξαίρετοι ερμηνευτές θεολόγοι παντού, σε οικουμενικό επίπεδο. Με το δίκιο του ο Παν. Μπρατσιώτης εκφράζει τη βαθειά του θλίψη για την εκκλησιαστική σφράγιση του βιβλίου (ό.π., σελ. 323).
Είναι τόσο κοντά ο χρόνος της Παρουσίας που δεν υπάρχει καν καιρός για να επηρεάσουμε τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Αυτό εννοούσαμε με τη σημείωση στα προηγούμενα πως στην Απκ. ο χρόνος για την ιεραποστολή είναι λιγότερο από μικρός. Όσος χρόνος δόθηκε, δόθηκε' δεν υπάρχει άλλος πια χρόνος για να μάθουν οι άνθρωποι να αποβάλουν τις κακές των συνήθειες και να μετανοήσουν ακούγοντας το καλό μήνυμα. Η αλλαγή της ροπής προς το κακό απαιτεί κάποιο χρόνο, και αυτός δεν υπάρχει πια. Άλλωστε, είναι το αποτέλεσμα των προκαταρκτικών και των εσχάτων κρίσεων επί του κόσμου στα κεφάλαια 4-16 πολύ απαισιόδοξο ως προς ανθρώπινη προθυμία για μετάνοια και αλλαγή. Το ρητορικό σχήμα υπερβολής του στίχ. 11, μπορούμε να πούμε, κάνει την ύστατη έκκληση για μετάνοια. Το δύσκολο της μετάνοιας και αλλαγής από την αδικία και τη ρυπαρότητα εξαίρεται ιδιαίτερα εδώ («και ανομήσω-σιν άνομοι και ου συνήσουσι πάντες άνομοι» Δαν. 12,10' «φυλάσσεσθε κρίσιν και ποιήσατε δικαιοσύνην" ήγγικε γαρ το σωτήριόν μου...» Ησ. 56, 1). Τούτη η έλλειψη χρόνου καθιστά κατάσταση αμετάκλητη' με άλλα λόγια είναι τόσο κοντά το τέλος, ώστε μόλις απομένει η ευκαιρία μιας έσχατης προσπάθειας για μετάνοια. Έτσι ο άδικος ας συνεχίσει τις αδικίες του και ο ηθικά ρυπαρός τις βρωμιές του' επίσης, ο δίκαιος ας συνεχίσει να ζει ακόμα εν δικαιοσύνη και ο άγιος ακόμα με αγιότητα. Ο δίκαιος είναι το αντίθετο του ο αδικών και ο άγιος το αντίθετο του ο ρυπαρός. Το ρητορικό παραπάνω σχήμα εκφράζει γλαφυρά την έλλειψη των όποιων χρονικών περιθωρίων, αφού μας πρόλαβαν τα γεγονότα. Το και '/άγει μοι στο στίχ. 10 αποδίδει τα λεγόμενα μεταξύ 10-11 στον άγγελο, ενώ στο στίχ. 12, ξαφνικά, μιλά ο Χριστός
όχι μόνο μέχρι το τέλος του στίχ. 13 αλλά, πιθανότατα, μέχρι το τέλος του 15. Ιδού έρχομαι ταχύ (2, 5' 3,1Γ 22, 7' 20). Σε σχέση με το μισθό και την ανταπόδοση βλ. 2, 23 και Ησ. 40, 10: «Ιδού ο μισθός αυτού μετ' αυτού και το έργον εναντίον αυτού»' «δος αυτοίς, Κύριε, κατά τα έργα αυτών... απόδος το ανταπόδομα αυτών αυτοίς» Ψλ. 28,4' «ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα του» Ψλ. 62,13' Ιερ. 17, 10' Παροιμ. 24, 12. Βλ. επίσης Α Κλημ. 34, 3 «Ιδού ο Κύριος και ο μισθός αυτού προ προσώπου αυτού αποδούναι εκάστω...» και Β' Κορ. 5, 10. Πέρασε ήδη ανεπιστρεπτί ο καιρός των έργων' βρισκόμαστε πια στον καιρό της ανταπόδοσης και του μισθού. Ο Ιωάννης ακολουθεί πιστά την Π.Δ. και τον ιουδαϊσμό στο ζήτημα του μισθού για τα καλά ή κακά έργα.
Ο Ιησούς δεν είναι μόνο ο κριτής και μισθαποδότης" είναι το άλφα και το ωμέγα, ο πρώτος και ο έσχατος, η αρχή και το τέλος. Περί των δυο πρώτων ζευγών βλ. 1,8 όπου η αναφορά αυτών στο Θεό Πατέρα' περί του πρώτου και του τρίτου βλ. 21, 6 όπου αναφέρονται επίσης στο Θεό Πατέρα, ενώ στον Ιησού αναφέρεται στο 1, 17' 2, 8 το δεύτερο ζεύγος, εδο') δε και τα τρία. Περίπτωση υψηλής χριστολογίας, όπου ο Ιησούς προσλαμβάνει παραδοσιακά κατηγορήματα του Θεού. Όπως σημειώνει ο W. Bous-set, στον Ποιμάνδρη βρίσκει ο Rcitzenstein ότι η ίδια φόρμα χρησιμοποιείται στην περίπτωση του Θεού Αιώνος. Ο Charles θυμίζει το Ορφικό λόγιο που αναφέρει ο Πλάτωνας (Νόμοι IV 7), πολύ γνωστό έτσι παντού. Ο στίχ. 14 εμφανίζει ενδιαφέρουσα παραλλαγή στην ιστορία του κειμένου. Η εν τω κειμένω γραφή είναι του Ησυχειανού κειμένου (Βατ., Σιν., Εφραίμ κ.α.), ενώ κάποιοι ερμηνευτές προτιμούν την καλώς μαρτυρούμενη γραφή του Κωνσταντινουπολιτικού κειμένου: Οι ποιού-ντες τ ας εντολάς αυτού.
Ο μακαρισμός του στίχ. 14 είναι ο τελευταίος που έχουμε στην Απκ. Εδώ μακαρίζονται οι πλύνοντες τας στολάς αυτών, δηλ. οι μάρτυρες που φέρουν λευκές στολές, αφού τις λεύκαναν στο αίμα του Αρνίου (7, 14). Το πλύνοντες δηλώνει συνεχή πράξη ή απλή δήλωση της παρούσας εμπειρίας της εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Ό,τι τονίζεται εδώ περισσότερο είναι ο μισθός των: το δικαίωμά τους στο ξύλο της ζωής μέσα στον παράδεισο του Θεού, όπως υπόσχεται και προς την εκκλησία της Εφέσου (2,7), αφού, κατά πρωθύστερο σχήμα, περάσουν τους πυλώνες και εισέλθουν μέσα στην πόλη του Θεού. Πρόκειται για δυο τρόπους έκφρασης της ίδιας παραδεί-σιας ευδαιμονίας. Παρόμοιο προς τον παρόντα μακα-ρισμό έχουμε στο Δαν. 12, 12.
Την αντίθεση προς τους χριστιανούς μάρτυρες δηλώνει η κατηγορία αρνητών της πίστεως, στην οποία αναφέρεται ο στίχ. 15. Την ίδια αντιδιαστολή συναντάμε στο κεφ. 21 μεταξύ των στίχ. 6β-7 και του στίχ. 8. Και στις δυο περιπτώσεις, ενώ ο λόγος γενικά είναι περί των εντός και περί των εκτός της πόλης του Θεού, η αιχμή των λόγων σχετίζεται ιδιαίτερα προς τους χριστιανούς εκείνους που έδειξαν κατά την εσχατολογική δοκιμασία απιστία και δειλία. Εξω οι κύνες θυμίζει το Μτ. 7, 6 και 15, 26. Ως κύνες χαρακτηρίζονται στη Βίβλο άνθρωποι πονηροί και ακάθαρτοι. Στο Δευτ. 23, 17-18 ονομάζονται έτσι εκπορνευόμενοι άρρενες σε κάποιες λατρείες της εποχής. Ο Παύλος χρησιμοποιεί τη λέξη εν βρασμώ ψυχής περί των ιουδαϊζόντων (Φιλιπ. 3, 2). Για τις άλλες κατηγορίες των αποκλειομένων έχει ήδη γίνει λόγος στο 21, 8. Ας προσέξουμε τη σύνδεση του «ειδωλολάτρες» προς το «και πας φιλών και ποιών ψεύδος», κάτι που υπαινίσσεται τη σατανικότητα της αυτοκρατορικής λατρείας.
Τους στίχ. 16 εξ. θεωρούν κάποιοι ερμηνευτές ως τον Επίλογο του βιβλίου' πιθανότερη καθ' ημάς η άποψη περί επιλόγου από το 22, 6 εξ. Άλλωστε ο στίχ. 16α αποτελεί περίπου επανάληψη του 22, 6. Υπό τον άγγελο στο στίχ. 16 δε δηλώνεται ο Ιωάννης ως απεσταλμένος του Ιησού αλλά άγγελος μου, δηλ. ειδικός άγγελος του Ιησού. Παραλήπτες της μαρτυρίας του αγγέλου είναι πολλοί, μεταξύ των οποίων κατ' εξοχήν ο Ιωάννης. Παράξενη είναι αυτή η έκφραση περί του αγγέλου αλλά τη συναντάμε και στο 1, 1 («διά του αγγέλου αυτού»). Πλάι στη γραφή επί ταις εκκ/ησίαις επαρκώς μαρτυρείται και η εν ταις εκκλησίαις. Έτσι τονίζεται κυρίως η βασιλική κυριότητα του Ιησού, «το δεσποτικόν του πεπομφότος τον άγγελον αξίωμα» (Ανδρέας), όπως άλλωστε γίνεται και με τους αυτοχαρακτηρισμούς του Ιησού στη συνέχεια σε δυο ημιστίχια: Εγώ ειμι η ρίζα και το γένος Δαυίδ. Ως ρίζα Δαυίδ βλ. και 5, 5 όπως και α>ς γένος Δαυίδ αναφέρεται ο Ιησούς υπό τη μεσσιανική του ιδιότητα κατά τις προδιαγραφές της Π.Δ. και του ιουδαϊσμού (Ησ. 11, 10' 14, 12' Αριθμ. 24, 17' Διαθ. Αευΐ 18' Διαθ. Ιούδ. 24). Η φόρμα εγώ ειμι θυμίζει χριστολογική διατύπωση της ιωάννειας σχολής.
Ο αστήρ ο λαμπρός ο πρωϊνός θυμίζει το άστρο του Ιακώβ (Αριθμ. 24, 17) που απαντάμε στο και Qumran (Σαδδ. 7,18), και κατά την επανάσταση του Bar Kocheba ως μεσσιανικό τίτλο. Ο αστήρ ο λαμπρός ο πρωϊνός αναφέρεται, μετά από μακρά νύχτα θλίψης, στην ανατολή του αυγερινού μιας νέας εσχατολογικής ημέρας που άρχισε να ανατέλει. Βλ. Γ. Ρηγόπουλου, «Ιησούς Χριστός 4ο Αστήρ, ο λαμπρός, ο πρωινός' Δ.Β.Μ.», Ιούλιος 1979, σ. 224-237. Ο στίχ. 16 δηλώνει συνολικά: Εγώ είμαι ο Μεσσίας που σας ενημέρωσε για τα έσχατα
με τα γραφόμενα στην Απκ., και έρχομαι γρήγορα. ΓΓ αυτό και η ανταπόκριση από το Πνεύμα και τη Νύμφη στο στίχ. 18 είναι έρχου. Το πνεύμα είναι το διά των προφητών λαλούν Πνεύμα, και η νύμφη είναι, βέβαια, η ουράνια Ιερουσαλήμ, η εκκλησία που ως νύμφη κατήλθε εκ των ουρανών (βλ. 19, 7' 21, 2), και το έρχου θυμίζει, όπως σημειώνει ο Μπρατσιώτης, τη μυστική φωνή της νύμφης στο Άσμα των Ασμάτων (2, 17' 3, 1), με την έννοια της εκκλησιαστικής κοινότητας αλλά και της ανθρώπινης ψυχής. Την επίκληση έρχου πρέπει να επαναλάβει και ο ακούων = τα μέλη των εκκλησιαστικών συνάξεων στις 7 εκκλησίες της Ασίας. Όταν επομένως μιλάμε για πνεύμα πρέπει υπ' αυτό μάλλον να εννοήσουμε κάποια προσωποποίηση του δώρου που ξεχωρίζει μέσα στην εκκλησία τους προφήτες. Η αρχική εκκλησία, εμπνεόμενη από το Πνεύμα, απήγγελε κατά τη θεία ευχαριστία το «πΊΗΓαηαίΙια» (Α' Κορ. 16, 21" Διδαχή 10, 6). Στη λειτουργική αυτή ενθουσιαστική αναφώνηση προστίθεται στίχος από το Ησ. 55, 1 (βλ. και 21,6) που δηλώνει τη μεγάλη λαχτάρα του διψασμένου για τον ερχομό του Χριστού. Το κείμενο του Ησαΐα είναι το ήδη γνωστό: «Οι διψώντες, πορεύεσθε εφ' ύδωρ...».
Η παραπάνω λειτουργική πρόσκληση ακολουθείται στους στίχ. 18 και 19 από κανονιστική διάταξη ως προς το βιβλίο της Απκ. Καταδικάζεται η όποια κατά την αντιγραφή του βιβλίου προσθήκη ή παράλειψη. Πρόκειται για κάτι που ο σ. αισθάνεται την ιδιαίτερη ανάγκη του, ή για τον συνήθη τύπο κανονικοποίησης βιβλίων στην αγία Γραφή; Ίσως και τα δυο" κανείς δεν ξέρει, πολύ περισσότερο αφού πρόκειται για βιβλίο «προφητικό» με κάποιες νέες απόψεις του Ιωάννη ως προς τα εσχατολογικά θέματα. Το κείμενο, βέβαια, δείχνει καθαρά πως υπήρχε κίνδυνος νόθευσης των ιερών βιβλίων από κακοπροαίρετους αλλά και από καλοπροαίρετους αντιγραφείς. Στο Δευτ. 4, 2 παρατηρείται: «Ου προσθή-σεσθε προς το ρήμα ο εγώ εντέλλομαι υμίν, και ουκ αφελείτε απ' αυτού» (πρβλ. 13, 1). Το κλασικό όμως επί του προκειμένου κείμενο είναι της Επιστολής Αριστέα 311: «... Πάντων δ' επιφωνησάντων τοις ειρημένοις, εκέ-λευσαν διαρώσασθαι, καθώς έθος αυτοίς εστίν, ει τις διασκευάσει προστιθείς ή μεταφέρων τι το σύνολον των γεγραμμένων ή ποιούμενος αφαίρεσιν, καλώς τούτο πράσσοντες, ίνα διά παντός αέναα και μένοντα φυλάσ-σηται». Αφελχϊ ο Θεός το μέρος αυτού από του ξύλου... Η βαρύτητα των ποινών για τους παραβάτες είναι καθώς φαίνεται η συνήθης στις περιπτώσεις αυτές και έχει, βέβαια, αιώνιο χαρακτήρα.
Ότι πρόκειται περί των βιβλίων του Κανόνος της Αγίας Γραφής σημειώνει και ο Ιώσηπος στο Κατ' Απίω-νος 142:«... δήλον δ' εστίν έργω, πως ημείς πρόσιμεν τοις ιδίοις γράμμασιν. Τοσούτου γαρ αιώνος ήδη παρωχη-κότος ούτε προσθήναι τις ουδέν ούτε αφελείν αυτών ούτε μεταθήναι τετόλμηκεν». Αυτά σημαίνουν ότι ο Ιωάννης της Απκ. έχει συνείδηση προφήτη όπως όλοι οι εντός του Κανόνα προφήτες και ότι με τους στίχους αυτούς επεκτείνει και στο δικό του βιβλίο την αυθεντία των αγιογραφικών κειμένων. Χρειάζεται να σημειωθεί πως η αυθεντία αυτή μπορεί να εκπέμπεται από μόνη της μέσα από ένα κείμενο λόγω της αξίας της πληροφορίας και της ποιότητας της παραίνεσης ε συνδυασμώ προς το κύρος που η παράδοση αποδίδει στον συγγραφέα; Ο Ιωάννης ακολουθεί στο θέμα αυτό κάποιο μανιερισμό της εποχής του. Εξάλλου, η μεγαλοπρέπεια της διατύπωσης: Μαρτυρώ εγώ παντί τω ακούοντι δείχνει ότι πρόκειται μάλλον για προειδοποίηση του ίδιου του Ιησού και όχι του προφήτη. Ούτε είναι ανάγκη να θεωρηθούν οι στίχοι αυτοί ως μεταγενέστερη παρεμβολή, αφού δήθεν προϋποθέτει την πάροδο ικανού χρόνου μεταξύ της συγγραφής και της προειδοποίησης. Το ρ. μαρτυρώ είναι ενδεικτικό της συνέχειας του κειμένου από το στίχ. 16, διά του στίχ. 18, στο στίχ. 20, όπου στη νέα μαρτυρία του Ιησού: ναι, έρχομαι ταχύ, το βιβλίο της Απκ. κλείνει με τη λειτουργική αναφώνηση του προφήτη Ιωάννη: Αμήν, έρχου κύριε Ιησού. Όλα αυτά σημαίνουν πολλά" πέραν όμως όλων και τούτο: Η ολοκλήρωση της σωτηρίας αναμένεται από τη δεύτερη έλευση του Χριστού, ποτέ πριν από αυτή ή χωρίς αυτήν.
Με το στίχ. 21 και την αποστολική ευλογία που γνωρίζουμε από τις παύλειες Επιστολές τελειώνει ο Ιωάννης το έργο του. Είναι περιττή και εδώ η αναζήτηση άλλης χειρός, αφού μάλιστα η Απκ. στο 1, 4 εξ. αρχίζει όπως οι επιστολές. Πρόκειται για ευλογία προς τις εκκλησίες της Ασίας που θα ακούσουν το βιβλίο αναγι-νωσκόμενο επ' εκκλησίας. Στη χειρόγραφη παράδοση ανευρίσκονται πολλές παραλλαγές σε σχέση με το κυρίου Ιησού (κυρίου Ιησού Χριστού, κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κ.τ.λ.) και το μετά πάντων (μετά πάντων ημών αμήν, μετά των αγίων αμήν, μετά των αγίων σου. αμήν, μετά πάντων των αγίων αυτού. αμήν). Οι γραφές του κριτικού κειμένου στηρίζονται η μεν πρώτη κυρίως στο Σιναϊτικό και Αλεξανδρινό κώδικα, η δε δεύτερη κυρίως στον Αλεξανδρινό. Το αμήν, αν και μαρτυρείται από μεγάλο αριθμό χειρογράφου, θεωρείται ως προσθήκη κάποιου αντιγραφέα.


Σελίδες 498 - 514





Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με σαφή αναφορά  την πηγή προέλευσης  




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.