Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Χ. Η ΤΕΛΙΚΗ ΝΙΚΗ (κεφ. 19, 11-21)


Χ. Η ΤΕΛΙΚΗ ΝΙΚΗ (κεφ. 19, 11-21)

11 Και είδον τον ούρανόν ήνεωγμένον, καί ιδού ίππος λευκός και ό καθήμενος έπ' αύτόν καλούμενος πιστός καιάληθινός, καίέν δικαιοσύνη κρίνει και πολεμεΐ. 12 οι δέ οφθαλμοί αύτού ώς φλόξ πυρός, καί επί τήν κεφαλήν αύτού διαδήματα πολ.λ.ά, έχων όνομα γεγραμμένον ό ουδείς οίδεν ειμή αύτός, 13 και περιβεβλημένος ίμάτιον βεβαμμένον αίματι, καίκέκλ.ηται τό όνομα αύτού ό λ.όγος τού θεού.
14 Καί τά στρατεύματα τα έν τω ούρανω ήκολούθει αύτω έφ' ίπποις λευκοίς, ένδεδυμένοι βύσσινον λευκό ν καθαρόν. 15 καί έκ τού στόματος αύτού έκπορεύεται ρομφαία οξεία, ίνα έν αύτη πατάξη τά έθνη, καί αύτός ποιμανεί αύτούς έν ράβδω σιδηρά, καί αύτός πατεί τήν ληνό ν τού οίνου τού θυμού τής οργής τού θεού τού παντοκράτορος, 16 καί έχει επί τό ίμάτιον καί επί τον μηρόν αύτού όνομα γεγραμμένον' Βασιλεύς βασιλέων καί κύριος κυρίων.
17 καί είδον ενα άγγελ.ον έστώτα έν τω ήλίω καί έκραξεν έν φωνή μεγάλη λέγων πάσιν τοίς όρνέοις τοίς πετομένοις έν μεσουρανήματί Δεύτε συνάχθητε εις τό δείπνο ν τό μέγα τοϋ θεού 18 ίνα φάγητε σάρκας βασΟχων και σάρκας χιλιάρχων και σάρκας ισχυρών και σάρκας ίππων και τών καΟημένων έπ' αύτών και σάρκας πάντων έλευθέρων τε και δούλων και μικρών και μεγάλων.

19 Και ειδον τό Οηρίον και τούς βασιλείς της γης και τά στρατεύματα αύτών συνηγμένα ποιήσαι τον πόλεμον μετά τού καΟημένου επί τοϋ ίππου και μετά τοϋ στρατεύματος αύτοϋ. 20 και έπιάσΟη τό Οηρίον και μετ' αύτοϋ ό ψευδοπροφήτης ό ποιήσας τά σημεία ένώπιον αύτοϋ, έν οίς έπλάνησεν τούς λαβόντας τό χάραγμα τοϋ θηρίου καί τούς προσκυνοϋντας τήείκόνι αύτοϋ' ζώντες εβλήθησαν οι δύο εις την λίμνη ν τοϋ πυρός τής καιομένης έν θείω. 21 και οί λοιποί άπεκτάνθησαν έν τή ρομφαία τοϋ καΟημένου έπί τοϋ ίππου τή έξελθούση έκ τοϋ στόματος αύτοϋ, καί πάντα τά όρνεα έχορτάσθησαν έκ τών σαρκών αύτών.
11 Τότε είδα τον ουρανό ανοιχτό, και να, ένα άσπρο άλογο' ο καβαλάρης του έχει το όνομα «Πιστός και Αληθινός», και κρίνει και πολεμάει με δικαιοσύνη. 1 2 Τα μάτια του σαν πύρινη φλόγα και στο κεφάλι του στέμματα πολλά κι ένα όνομα γραμμένο, που κανένας δεν το ξέρει παρά μονάχα αυτός. 1 3 Ντυμένος στολή βαμμένη στο αίμα και τ' όνομά του είναι «Ο Λόγος του θεού».
14 Τον ακολούθησαν τα ουράνια στρατεύματα καβάλα σε άσπρα άλογα, και ντυμένοι καθάριο άσπρο λινό. 15 Ένα δίκοπο κοφτερό σπαθί έβγαινε απ' το στόμα του, για να πατάξει μ' αυτό τα έθνη. Αυτός θα τους κυβερνήσει

με σιδερένιο ραβδί' κι αυτός θα πατήσει το πατητήρι θυμωμένα, για να τρέξει σαν κρασί η οργή του θεού του παντοκράτορα. 16 Πάνω στη στολή και στο μηρό του ήταν γραμμένο το όνομα: «Βασιλιάς των βασιλιάδων και

Κύριος των κυρίων».
1 7 Κι είδα να στέκεται στον ήλιο ένας άγγελος, που έκραξε με δυνατή φωνή στα όρνια τα πετούμενα μεσου-ρανίς:
«Εμπρός, μαζευτείτε στο μεγάλο δείπνο του θεού, 18 για να φάτε σάρκες βασιλιάδων και σάρκες στρατηγών, σάρκες δυναστών και σάρκες αλόγων με τους καβαλάρη-δές τους, και σάρκες όλων των ελευθέρων και των

δούλων και των μικρών και των μεγάλων».
19 Είδα τότε το θηρίο και τους βασιλιάδες της γης και τα στρατεύματά τους να έχουν μαζευτεί για πόλεμο ενάντια στον καβαλάρη του αλόγου και στο στράτευμά του. 20 Και πιάστηκε το θηρίο και μαζί του και ο

ψευδοπροφήτης, που με εντολή του έκανε τις τερατουργίες, με τις οποίες πλάνεψε εκείνους που δέχτηκαν το χάραγμα του θηρίου κι εκείνους που προσκύνησαν το άγαλμά του. Και τους δυο τούς έριξαν ζωντανούς στη λίμνη

της φωτιάς που έκαιγε με θειάφι. 21 Οι υπόλοιποι θανατώθηκαν με το σπαθί που έβγαινε απ' το στόμα του καβαλάρη του αλόγου. Κι όλα τα
όρνια χόρτασαν από τις σάρκες τους.
* * *
Πριν από την τέλεση των γάμων του Αρνίου, απομένει, μετά την καταστροφή της Ρώμης, η καταστροφή της στρατιωτικής της δύναμης, δηλ. ο εσχατολογικός πόλεμος. ΓΓ αυτό ο Ιωάννης μας δίνει στους στίχ. 19,11-16 την

εμφάνιση του στρατηλάτη Μεσσία και της δύνα-μής του' στη συνέχεια, στίχ. 17-21, τον όλεθρο των αντι-θέων δυνάμεων, ενώ στους στίχ. 20, 1-6 παραθέτει την παράδοση περί χιλιετούς μεσοβασιλείας των μαρτύρων.
Ο Ιωάννης συνθέτει ένα αποκαλυπτικό ποίημα. Αυτό αποτελείται ενίοτε από ποικίλα, χαλαρά μεταξύ των συνδεόμενα αποσπάσματα ή παραδόσεις, ενώ ο προφήτης, ανενόχλητος από αυτό το γεγονός, αφηγείται κάποια

εξέλιξη προς το τέλος. Όπως όμως συμβαίνει με την πτώση της πόρνης-Βαβυλώνας, που ανήκει στο σενάριο του εσχατολογικού πολέμου, πρόκειται όμως και για γεγονός συντελούμενο μέσα στην ιστορία, έτσι συμβαίνει

και με τη συνέχεια: εσχατολογικός πόλεμος, χιλιετής βασιλεία, τελική ανάσταση και Κρίση. Όλα τα συμβάντα αυτά δε δείχνουν μόνο διακοπή (discontinuité) προς την ιστορία αλλά και συνέχεια (continuité), αφού πρόκειται

για καινό ουρανό και καινή γη, με την έννοια της μεταμόρφωσης των παλαιών. Πρέπει, επίσης, να υπο-μνήσουμε στον αναγνώστη ότι όλα αυτά, με τις συνέχειες και τις διακοπές τους προς την ιστορία, ο Ιωάννης περίμενε

λίαν εγγύς, πολύ κοντά στην εποχή του. Παρόμοια όμως: οσάκις οι μεταγενέστεροι χριστιανοί ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για την Απκ., το έκαναν πάντοτε με την έννοια πως τα γραφόμενά της αφορούσαν ιδιαίτερα τη δική

τους εποχή. Σε ό,τι αφορά εμάς σήμερα, μπορούμε να πούμε τα εξής: Η απομυθευτική θεολογική σχολή του Rudolf Bultmann προσπάθησε να ζωντανέψει τα εσχατολογικά και αποκαλυπτικά της Κ.Δ. και να τα κάνει

περιεχόμενα της υπάρξεως μας' στην ωραία της όμως αυτή προσπάθεια κατέληξε σε κάποιες ακρότητες, αρνήθηκε δηλ. κάθε έννοια ιστορικότητας στη χριστιανική ελπίδα για το μέλλον. Έτσι ο Bultmann έφτιαξε από την

εσχατολογία μόνο μια μορφή (struktur) λόγου για την έννοια της υπάρξεώς μας στο παρόν σε κάτι δηλ. που δεν αναφέρεται με καμία ουσιαστική έννοια στο μέλλον.
Για τις απόψεις του Ο. Cullmann, κατά τις οποίες η χριστιανική ύπαρξη βρίσκει τη θέση της μέσα στην 'ιστορία της σωτηρίας' βλ. Χριστός και Χρόνος, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα, 1980. Στο βιβλίο αυτό ο Cullmann προσπαθεί

να τηρήσει κάποιες ισορροπίες μεταξύ του ατομικού και του ιστορικού μέσα στην προοπτική της 'ιστορίας της σωτηρίας'. Κατά της άποψης αυτής στρέφεται ο Bultmann (βλ. ιδίως 'History of Salvation and History', στο

βιβλίο του, «Existence and Faith, Meridian Books, 1960, σελ. 526-240) με κάποια όχι ευκαταφρόνητα επιχειρήματα, κυρίως αναφέρεται εδώ αυτό που αφορά στο πρόβλημα της χρονικότητας της εσχατολογικής ύπαρξης, για

να το πω απλά: του λίαν εκτεταμένου χρόνου μεταξύ του κεντρικού γεγονότος -Χριστός και του τελικού γεγονότος- Β' Παρουσία του Χριστού. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί εδώ πως το επιχείρημα στρέφεται κατά του

Cullmann, όχι κατά του Ιησού, του Παύλου ή του Ιωάννη της Απκ., οι οποίοι βλέπουν τα γεγονότα αυτά μέσα σε ένα μέλλον συνεπτυγμένο χρονικά 'καιρό'. Δεν υπάρχει γι' αυτούς το πρόβλημα της χρονικότητας της

εσχατολογικής ύπαρξης. Συναφώς, ο Bultmann, παραπέμπει στο Δ' Ευαγγέλιο, όπου, κατά την άποψή του, δεν υπάρχει θέμα Β' Παρουσίας του Χριστού. Επ' αυτού μπορεί να παρατηρηθεί πως, ό,τι κι αν ήταν το Ευαγγέλιο

σε μια πρώτη του έκδοση (αντικείμενο εισέτι επιστημονικής συζήτησης είναι αυτό το θέμα), η έκδοση του ευαγγελίου αυτού που οι πάντες γνωρίζουμε έχει σαφή την τάση της εναρμόνισης μιας πραγματοποιηθείσας

(realised) μετά της γνωστής μελλο-ντολογικής (futurist) εσχατολογίας. Αυτά είναι γενικώς αποδεκτά γεγονότα.
Η εκκλησία απέκτησε στο πρόσωπο του R. Bultmann το σημαντικότερο τραγουδιστή των θεμάτων της χριστιανικής ύπαρξης (existence) κατά τον αιώνα μας, άσχετα από το σοβαρό λάθος του, που είδε δηλ. το χριστιανικό

ευαγγέλιο σε σχέση με τον άνθρωπο ως άτομο, όχι και ως ανθρωπότητα ή ανθρώπινη ιστορία. Είναι ολοφάνερο από την Κ.Δ. και το πρωτοχριστιανικό κή-
ρυγμα πως ο άνθρωπος ως ύπαρξη έχει δυο διαστάσεις, την ατομική και την ιστορική. Όσα προβλήματα κι αν δημιούργησε στην εκκλησία ή το χριστιανισμό η καθυστέρηση της Παρουσίας, άτομο και το μέλλον της

κοινότητας των αγίων δε χωρίζουν το ένα από το άλλο. Για να εκφράσουν την αλληλεγγύη του ευαγγελίου προς την ανθρώπινη ιστορία, ο Ιησούς και οι Απόστολοι αποδέχθηκαν ως μέσο έκφρασης την αποκαλυπτική

ιουδαϊκή μυθολογική ελπίδα, την υιοθέτησαν και την αφομοίωσαν στη νέα πίστη. Δεν μπορούμε 'μαζί με το νερό να πετάξουμε και το μωρό', την ελπίδα δηλ. της ανθρωπότητας για ένα καλύτερο μέλλον.
Η έννοια της χριστιανικής ελπίδας έγινε κυρίαρχη έννοια μέσα στη σύγχρονη θεολογία, μεταξύ όμως των θεολόγων σήμερα επικρατούν όχι ακραίες αλλά κάπως ισόρροπες απόψεις: Η χριστιανική δηλ. εσχατολογία, με

εικόνες της βιβλικής παράδοσης, μας μιλά και για τα δυο, και για το μέλλον του ανθρώπου, για την καινή κτίση, και για το παρόν, για την ύπαρξή μας εδώ και τώρα. Αν, μάλιστα, λάβει κανείς υπόψη του πως, μέσα σε πολύ

μακρές περιόδους της ιστορίας, οι χριστιανοί καταλάβαιναν -πολλοί εξακολουθούν ακόμη έτσι να καταλαβαίνουν- την εσχατολογία αποκλειστικά ως περιγραφή κάποιου μέλλοντος, αντιλαμβάνεται την έκπληξη πολλών

σήμερα στο άκουσμα πως η θεολογική αυτή γλώσσα αφορά επίσης το παρόν του ανθρώπου. Κι όμως ο καθένας αντιλαμβάνεται σήμερα ότι χωρίς μέλλον δεν μπορεί σωστά να βιωθεί το παρόν' η απαίτηση δηλ. από την

ύπαρξή μας στο παρόν δε φαίνεται να έχει νόημα, αν δεν είναι χαραγμένη μέσα στη δομή του κόσμου και της ιστορίας. Για μας η αξία της Απκ. έγκειται στην έννοια της χριστιανικής πίστης ως ελπίδας, για ένα νέο κόσμο
αλήθειας, δικαιοσύνης και αγάπης, αληθινής κοινωνίας με τις δημιουργικές-θεϊκές ρίζες μέσα στον άνθρωπο" αν όμως ο κόσμος είναι δημιουργημένος με αυτή τη δυνατότητα, η απαίτηση της ιστορικής μας ύπαρξης είναι,

πράγματι, η πάλη προς τις αρνητικές δυνάμεις, ο αγώνας για τον ερχομό αυτού του κόσμου στη ζωή της πίστης μας και στη ζωή της κοινωνίας. Η πίστη αυτή αποτελεί την καρδιά του Ευαγγελίου του Ιησού περί της

βασιλείας του Θεού. Κι ο Ιωάννης, κάτω από τις ιδιόμορφες συνθήκες του τέλους του 1 μ.Χ. αι., κάτω από ορισμένες ιστορικές πιέσεις και τις παρορμήσεις μιας ευαίσθητης και τραυματισμένης ιδιοσυγκρασίας, έναν τέτοιο

συνδυασμό προσπαθεί να δώσει. Όχι μόνον αυτός αλλά πολλοί σύγχρονοι του, χριστιανοί και μή, πίστευαν πως ο κόσμος έφθασε στο τέλος του. Ο Ιωάννης ανέλαβε στην Απκ. να πει με εικόνες οικείες στους αναγνώστες

του πώς βλέπει να έρχεται το Τέλος αυτό, τι αυτό σημαίνει για τους χριστιανούς, και τι σημαίνει αυτό για το παρόν. Εμείς σήμερα δεν έχουμε βέβαια αυτόν τον τελευταίο προβληματισμό (παρά την πυρηνική ενέργεια, τα

οικολογικά, κ.τ.λ.). Μέσα όμως από αυτό τον προβληματισμό του Ιωάννη και της εποχής του, αντλούμε μαθήματα χριστιανικά για το μέλλον και το παρόν το δικό μας. Οι περιγραφές των εσχάτων που ακολουθούν στην

Απκ. χρειάζονταν, οπωσδήποτε, κάποιο νέο σχόλιο για τη σχέση παρόντος και μέλλοντος στο βιβλίο αυτό.
Α. Ο Στρατηλάτης Μεσσίας (19,11-16)
Ο Εσχατολογικός Πόλεμος ήταν κάτι δεδομένο μέσα στην Ιουδαϊκή εσχατολογία και αποκαλυπτική.
«Ο Πόλεμος των Υιών του Φωτός προς τους Υιούς του Σκότους» είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα της βιβλιοθήκης του (}ιΐΓηΓαη (Βλ. Επιμ. Γ. Γρατσέα, «Τα χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας», εκδ. Άρτος Ζωής,

Αθήνα 1991, σελ. 102 εξ.). Ο χριστιανός προφήτης Ιωάννης και οι αναγνώστες του ακολουθούν στα ίδια αυτά αχνάρια της εσχατολογικής παράδοσης, όταν πρόκειται να περιγράψουν την τελική νίκη του Θεού κατά των

αντίθεων δυνάμεων. Και στο (}ιιιτΐΓΕη αντίπαλος είναι μια δαιμονοποιημένη Ρώμη. Έτσι είναι φανερό πως ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία από τη Βίβλο και έξω από αυτήν συνδέθηκαν για να υπηρετήσουν τον κεντρικό

αυτό στόχο: να δείξουν την πραγματοποίηση της υπόσχεσης του Θεού προς τους πιστούς και δικαίους. Περί του Μεσσία πολεμιστή έχουμε σαφείς μαρτυρίες στους Ψαλμούς Σολομώντος (ιδίως 17, 23-27), II Βαρούχ 72, Β'

Θεσσ. 1, 7-8.
«Και είδον και...». Η έκφραση δε δηλώνει μόνο τον οραματικό χαρακτήρα των γραφομένων αλλά και μια συνέχεια με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Ουρανόν ηνεωγμενον, όπως στο 4, 1 βλέπει «θύραν ηνεωγμένην εν τω

ουρανώ». Εδώ ανοίγει ολόκληρος ουρανός, αφού θα περάσει στρατός. Στο 6, 2 γίνεται λόγος για ιππικό λόγω της ταχύτητας και του λευκού χρώματος ως προδικά-ζοντος τη νίκη. Τα επίθετα πιστός και αληθινός (3, 14 21, 5'

22, 6) σημαίνουν παντού το ίδιο: πιστός είναι ο άξιος εμπιστοσύνης, και αληθινός, όχι με την ελληνική φιλοσοφική αλλά με τη βιβλική έννοια, είναι ο τηρών τις υποσχέσεις του" (βλ. και 3, 7). Εν δικαιοσύνη κρίνει και

πολχμεί, κατά το Ησ. 11, 3 εξ. «ου κατά την δόξαν κρίνει... αλλά πατάξει γην τω λόγω του στόματος αυτού... και έσται δικαιοσύνη εζωσμένος...». Ο στρατηλάτης
εσχατολογικός Κριτής δεν είναι μόνο πιστός και αληθινός τον ξεχωρίζει από κάθε προηγούμενο ότι πόλεμε/ και κρίνει εν δικαιοσύνη. Η    (δικαιοσύνη) στην Π.Δ. έχει έναν ολόκληρο πλούτο νοημάτων. Εδώ δηλώνει όχι

μόνο τη σοβαρότητα με την οποία ο Θεός αντιμετωπίζει το κακό αλλά και την αποκατάσταση της θείας τάξης στον κόσμο και στην ιστορία. Το πο'/χμείκαι κρίνει είναι εν διά δυοίν. Σε ολόκληρη την Απκ. βρίσκουμε να

επαναλαμβάνεται «ότι αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις σου» με την έννοια πως ο Θεός τελικά δικαιώνεται ως Θεός με την αποκατάσταση της αλήθειας και της δικαιοσύνης στον κόσμο (16, 1' 19, 2). Με την ίδια έννοια

καλείται ο Μεσσίας πιστός και αληθινός. Οι οφθαλμοί αυτού φλοξ πυρός, τίποτε δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του και να του αντισταθεί, ενώ τα πολλά διαδήματα επί της κεφαλής του δείχνουν την υπεροχή του

έναντι των δέκα διαδημάτων του θηρίου (13, 1) και των επτά διαδημάτων του δράκοντα (12, 3). Το γνωστό σ' αυτόν μόνο όνομα επί του μετώπου του (βλ. 13,6* 22,4) δείχνει το ανεξιχνίαστο της ύπαρξής του αφενός και το

αδύνατο της χρησιμοποίησής του ως μαγικής φόρμουλας αφετέρου. Βλ. και 2, 11' 3,12. Το ιμάτιο του είναι κατακόκκινο από το αίμα των εχθρών του, ως ενδεικτικό της εναντίον των νίκης του. Η εικόνα αυτή θυμίζει το

ποίημα εκδίκησης Ησ. 63, 1-6 κατά των Εδωμιτών: «Τις ούτος ο παρα-γενόμενος εξ Εδώμ, ερύθημα ιματίων εκ Βοσόρ, ούτως ωραίος εν στολή βίας μετά ισχύος;... Διατί σου ερυθρά τα ιμάτια και τα ενδύματά σου ως από

πατητού ληνού;» Πρβλ. 14, 14-20. Κέκληται, τον καλούν οι άλλοι, ο λόγος του Θεού, όχι με την έννοια Ιω. 1,1 «εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος...» αλλά με τη σημασία του αυθεντικού λόγου του Θεού βάσει του οποίου

καταστρέφονται τα έθνη.
Όπλο του Μεσσία είναι η οξεία ρομφαία που εκπορεύεται από το στόμα του. Πρβλ. Σοφ. Σολομ. 18, 1-6 «ο παντοδύναμος σου λόγος απ' ουρανών εκ θρόνων βασιλείων πολεμιστής εις μέσον της ολέθριας ήλατο γης».
Ποιοι αποτελούν τα στρατεύματα του Μεσσία δε δηλώνεται επακριβώς από το κείμενο, μπορούμε όμως να συμπεράνουμε από τη συνάφεια: πρόκειται περί ουρανίων στρατευμάτων (Jahwe Tsewaoth, Μτ. 26, 53 «λεγεώνας

αγγέλων»), και αυτοί πάνω σε άσπρα άλογα της νίκης, ντυμένοι βύσσινον λχυκόν καΟαρόν (όπως και η νύμφη του Αρνιού 19, 8), με ρούχα δηλ. που ξεχωρίζουν τα μέλη της εν ουρανοίς εκκλησίας' σ' αυτούς, κατά το 17, 14,

όταν το Αρνίο νικήσει τα στρατεύματα των εσχα-τολογικών εχθρών του, προστίθενται «και οι μετ* αυτού κλητοί και εκλεκτοί και πιστοί». Όπως στο Qumran, ο στρατός της ιεράς κοινότητας αποτελείται από αγγελικές και

ανθρώπινες δυνάμεις, έτσι και εδώ. Μόνο που τα στρατεύματα ή τα στρατεύματα εν τω ουρανώ εδώ παρουσιάζονται καταβαίνοντα εκ του ουρανού.. Μετά των αγγέλων πρέπει να συναριθμηθούν οι εν ουρανοίς μάρτυρες και

δίκαιοι. Με μεταφορική γενική έννοια, αυτό δέχονται και οι μεσαιωνικοί ερμηνευτές: «ενιαίω δε προφορά των οπαδών μετά του στρατεύματος.... λέξας» (Οι-κουμένιος). Για την κοφτερή ρομφαία από το στόμα του Μεσσία

πρβλ. Ησ. 49, 2 «και έθηκε το στόμα μου ωσεί μάχαιραν οξείαν». Βλ. και 2, 12 και Ησ. 11,2 «και πατάξει γην τω λόγω του στόματος αυτού». Για τον ίδιο έχει γραφεί πως θα τους ποιμάνει με τιμωρητικό σιδερένιο ραβδί,

κατά τον Ψλ. 2, 9, όπως και ότι αυτός είναι που πατεί την ληνόν, το πατητήρι του θυμού της οργής του Θεού του παντοκράτορος (πρβλ. Ησ. 63, 2 «ερυθρά... ως από πατητού ληνού» και 14, 20). Το όνομα Βασιλεύς
Βασιλέων και Κύριος Κυρίων αποδίδεται από την Π.Δ. στο Γιαχβέ (Δευτ. 10, 17). Ο τίτλος είναι περσικής καταγωγής. Το όνομα φέρει το ιμάτιον που είναι απλωμένο επί του μηρού και δηλώνει την υπεροχή έναντι του

θηρίου που φέρεται επίσης ως κύριος και βασιλεύς επί άλλων κυρίων και βασιλέων.
Β. Πρόσκληση σε μακάβριο δείπνο (19,19-21)
Αόγω του ουράνιου οπλοστάσιου του Μεσσία, δεν είναι απαραίτητη η περιγραφή της μάχης. Τον ολοθρε-μό του αντίπαλου στρατεύματος υπαινίσσεται, πριν από την αρχή της μάχης, η φωνή μεγάλη του αγγέλου που

στέκεται μέσα στον ήλιο ή κοντά στον ήλιο (πρόκειται για τον άγγελο του 18, 1;) και προσκαλεί τα σαρκοβόρα όρνια που πετούν μεσούρανα να συναχθούν στο δείπνο που τους ετοίμασε ο Θεός από σάρκες βασιλέων,

χιλιάρ-χων, κοινωνικά ισχυρών ανθρώπων, ίππων και των καθη-μένων επ' αυτούς ιππέων. Επιπλέον, σάρκες είτε ελεύθερων είτε δούλων, μικρότερης ή μεγαλύτερης κοινωνικής τάξης. Το δείπνο αυτό εμφανίζεται προφανώς

κατ' αντίθεση προς το γαμήλιο δείπνο που παραθέτει το Αρνίο στους δικαίους (19, 9). Όλες οι κατηγορίες ανθρώπων κατά την τρομερή συμφορά του 6, 15 (πλην των μικρών και μεγάλων) αντιπροσωπεύονται και εδώ. Το

είδος αυτό θανάτου, να σε τρώνε τα όρνια, είναι ό,τι πιο ατιμωτικό μπορεί να συμβεί. Κι αυτή η εικόνα είναι παρμένη από τον προφήτη Ιεζ. 39, 4' 17-20, όπου έχουμε τον πόλεμο κατά του Γώγ. Ο προφήτης Ιωάννης,

βλέπουμε, επιμένει σ' αυτό: Όλες οι προφητείες βρίσκουν την εκπλήρωσή τους στο τέλος των ημερών. Άλλως, γιατί να είχαν γραφεί; Τις μαζεύει όλες ο Ιωάννης! «Και πέση συ και πάντες οι περί σε, και τα έθνη τα μετά σου

δοθήσονται εις πλήθη ορνέων, παντί πετεινώ... Ειπέ παντί ορνέω πετεινώ και προς πάντα τα θηρία του πεδίου συνάχθητε και έρχεσθε... επί την θυσίαν μου ην τέθυκα υμίν, θυσίαν μεγάλην επί τα όρη Ισραήλ, και φάγεσθε

κρέα και πίεσθε αίμα... και φάγησθε στέαρ εις πλησμονήν... και πλησθύσεσθε επί της τραπέζης μου ίππον και αναβάτην, γίγαντα και πάντα άνδρα πολεμιστήν».
Πρόκειται για τη μάχη Αρμαγεδών, για την οποία προετοιμάζει ο Ιωάννης τον αναγνώστη με τη σύναξη των βασιλέων περί το θηρίο και τον ψευδοπροφήτη στο 16, 13-14. Κάποιοι εξηγητές, παρά την πλούσια πλέον γνώση

της φιλολογίας και ιστορίας των περί Χριστόν χρόνων, μάλιστα μέσα στο χώρο της ιουδαϊκής εσχα-τολογίας και αποκαλυπτικής, όχι μόνο κατά το Μεσαίωνα αλλά ακόμα και σήμερα, υποστηρίζουν ότι ο εσχα-τολογικός

πόλεμος είναι η μάχη της ενσάρκωσης ή σταύρωσης του Χριστού κατά των δαιμόνων, ή ότι πρόκειται περί του πνευματικού αγώνα των πιστών κατά του δαιμονικού, ή προσπαθούν να βρούν μέσα στην ιστορία της

εκκλησίας κάποια πνευματικά επιτεύγματα που έτρεψαν δήθεν σε φυγή τον αντίχριστο. Η ιεραποστολή π.χ. Καταβλήθηκε με τον τρόπο αυτό προσπάθεια να εξηγηθεί η ρομφαία που εκπορεύεται από το στόμα του Μεσσία,

η καταδίκη των θηρίων και των στρατευμάτων τους ως ένας τουλάχιστον περιορισμός του κακού στον κόσμο που επιτεύχθηκε με τη δραστηριότητα της εκκλησίας. Τέτοιες όμως μεταφορές και αλληγορίες είναι εντελώς

ξένες προς τον Ιωάννη. Υπενθυμίζουμε, εξάλλου, κάτι που σε άλλη συνάφεια σημειώσαμε: ο Ιωάννης
ως γνήσιος Σημίτης είναι επιρρεπής στην υπερβολή, κι όταν γράφει για την καταστροφή του παλαιού κόσμου και την επ' αυτού εξουσία, έχει πάντοτε εν όψει την απροσμέτρητη λαμπρότητα του νέου κόσμου, της καινής

γης, και της σκηνής του Θεού μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι, χωρίς δισταγμό, χρησιμοποιεί εικόνες από την Π.Δ. που οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα.
Στους μεσαιωνικούς μας εξηγητές της Απκ. δεν αναφερόμαστε εδώ γιατί με τα τελικά κεφάλαια του βιβλίου αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Καταφεύγουν συνεχώς στη μεταφορά και την αλληγορία, ενώ δεν είναι

αυτή η πρόθεση του Ιωάννη. Θα παραθέσουμε μερικά μόνο παραδείγματα, α) Τι εννοούμε με τη βρώση σαρκών των βασιλέων; «Βρώσιν καλεί την επί τη προς αξίαν των βεβαιωμένων αντέκτισιν... Το δε σάρκας βασιλέων

και χιλιάρχων... εκείνα λέγει τροπικώς τα περί α εμπαθώς εσχήκασι... ταύτα μόνα οιόμενοι της ανθρωπινής ζωής υπόστασιν...». β) Το «θηρίον» δεν είναι εσχα-τολογική σατανική μορφή αλλά γενικώς ο διάβολος, η δε

εσχατολογική ήττα και φυλάκισή του σχετίζεται όχι προς το τέλος του παλαιού κόσμου και τον εγκαινιασμό του νέου αλλά με το πάθος και τη σταυρική θυσία του Χριστού: «Ενταύθα την εν τω δεσποτικώ πάθει γεγενη-

μένην την διαβόλου οδηγείται καθαίρεσιν, εν η τον δο-κούντα είναι ισχυρότερον αυτού Χριστός ο Θεός ημών δήσας ημάς... ελυτρώσατο...». γ) Τα χίλια χρόνια της βασιλείας των μαρτύρων δε νοούνται ως νέα ερμηνεία της

παραδοσιακής χιλιετίας από τον Ιωάννη αλλά μεταφορικά και εντελώς αυθαίρετα: «Ή γαρ των πολλών, ή του τελείου σημαντικόν τον των χιλίων αριθμόν εικάζο-μεν. Χίλια έτη τοίνυν, είτε τα από της Χριστού παρουσίας

έως της του Αντίχριστου ενδημίας είτε δεκάκις εκατόν, είτε και τούτων αποδέοντα, ουχ ημών εστί γνώ-ναι το ακριβές, ότι μηδέ θνητή φύσει γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία. Χίλια δε, ου τα τω

δεκάδι αριθμώ τον εκατόν συντελούμενα, αλλ' επειδή ο δέκατος αριθμός πρώτος αριθμός τέλειος εκ μονάδων συνέστη, είτα πάλιν αυτός τω δεκαδικώ διαστή-ματι τον εκατόν αποτέλεσε, και πάλιν ούτος επί των δέκα

πολυπλασιασθείς, από τούτων την σωρίδα του χίλια συ-νεστήσατο, εκ τελείου προς τελειότερον καταντήσας, εικότως τω υπερτελεί Θεώ το τέλειον της μετά ανθρώπων συνδιατριβής αφωρίσατο». δ) Τι είναι το χάραγμα του

Χριστού ή του θηρίου; Η απάντηση και πάλι δεν έχει σχέση με την ιστορία. «Το χάραγμα, γνώρισμά φησι. Καθό και επί του Χριστού είρηται 'εσημειώθη εφ' ημάς το φως του προσώπου σου, Κύριε' ως γαρ εκεί επί το

πρόσωπον φως εις γνώρισμα των θεοφιλών ενσημαίνε-ται, ούτως επί των ασεβών αναίδεια επί των μετώπων εγχαράττεται, απαρακαλύπτως και ανυποστόλως εμφανιζομένων οποίοι τινές εισιν... η χειρ γαρ την πράξιν

αινίττεται, ώσπερ και ο πους τον ορισμόν».
Τα αρχικώς ανωτέρω σημειωθέντα περί του Αρμα-γεδών δίνουν την αφορμή να σημειωθεί ότι στη μοναστική παράδοση Ανατολής και Δύσης, το κεφάλαιο περί της τελικής εσχατολογικής μάχης δεν ερμηνεύθηκε ιστορικά

και συλλογικά' θεωρήθηκε κάτι που σχετίζεται με τον αγώνα του μοναχού κατά των παθών, για κάποιο είδος Αόρατου Πολέμου, πολύ γνωστού στη μοναστική φιλολογία.
Θ μαναδυναμούχος λόγος των αρχαίων Σημιτών -πολύ γνωστός από την Π.Δ.- γίνεται στο στόμα του Μεσσία ρομφαία που στο άψε-σβήσε εξολοθρεύει τους αντιπάλους του (βλ. Σοφ. Σολομ. 17, 24 «ολοθρεύσαι
έθνη παράνομα εν λόγω στόματος αυτού»' Β'Θεσσ. 2, 8). Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι αντιληπτό ότι τα μεσσιανικά στρατεύματα αποτελούν μάλλον ηθική συμπαράσταση στο έργο του Μεσσία. Συνελήφθησαν, κατά τη

μάχη αυτή, οι δυο πρωταγωνιστές, το θηρίο και ο ψευ-δοπροφήτης, το προπαγανδιστικό του όργανο, για τους οποίους η εσχατολογική παράδοση και ο Ιωάννης επιφυλάσσουν όχι την τύχη των βασιλέων, χιλιάρχων κ.τ.λ.,

αλλά ειδική τιμωρία. Αυτοί ρίπτονται ζώντες μέσα στη )Λμνη του πυρός την καιομενην εν Οείω. Περί αυτής βλ. Α' Ενώχ 54, 1" Β'Ενώχ 10 καθώς και τα περί "γεέννης" στην Κ.Δ. Η κοιλάδα στα νοτιοδυτικά της Ιερουσαλήμ

ΙιίηηοΓη), όπου στα χρόνια του βασιλέα Μανασσή γίνονταν ανθρωποθυσίες (Δ' Βασ. 16, 3' 23, 10' Ιερ. 7, 31) και όπου στα χρόνια της Κ.Δ. παραδίδονταν στη φωτιά τα απορρίμματα της πόλεως, δεν έπαυε να καίει εκεί

συνεχώς η φωτιά, και ο τόπος να συμβολίζει έτσι το πυρ της κολάσεως, που στην εικόνα μας παρουσιάζεται σαν φλεγόμενη λίμνη. Σ' αυτούς θα προστεθούν αργότερα, κατά την έσχατη Κρίση, όσοι εκ των νεκρών και

ζώντων κατακριθούν (20, 14-15) μαζί με τον θάνατο και τον Άδη, που εδώ εμφανίζονται προσωποποιημένοι. Όλοι οι άνθρωποι που καταδικάζονται μέσα στην Απκ. (δειλοί, πόρνοι, ειδωλολάτρες, κ.τ.λ.) θα ριφθούν στη λίμνη

που φλέγεται από φωτιά και θειάφι. Στην οδύνη της φωτιάς προστίθεται η δυσοσμία του θειαφιού. Ενώ όμως οι δυο ηγέτες του εσχατολογικού πολέμου θα έχουν αυτήν την τύχη, οι υπόλοιποι φονεύονται από τη ρομφαία

που εκπορεύεται εκ του στόματος του Μεσσία, και χορταίνουν όλα τα όρνεα από τις σάρκες τους, κατά την υπόσχεση του αγγέλου.
Έχουμε εδώ μια περί Κρίσεως εικόνα πλάι στη γνωστή περί Τελικής Κρίσης εικόνα κατά τη Β' Παρουσία του Χριστού. Ο Ιωάννης, και εδώ, συνδέει διαφορετικές εικόνες που βρίσκει μέσα στην παράδοση, συμβιβάζοντάς

τες και βάζοντάς τες σε τάξη. Γιατί οι παραδόσεις αυτές καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: η αλήθεια και το δίκαιο θα θριαμβεύσουν στο τέλος, αφού ο κόσμος είναι φτιαγμένος για το καλύτερο. Ό,τι είναι ενάντιο σ' αυτό

το στόχο τελικά θα καταστραφεί. Έτσι, εδώ συνδέει την παράδοση περί κάποιας εσχατολογικής βασιλείας του Μεσσία (εδώ μόνο μετά των μαρτύρων) προς την γενικότερη παράδοση περί βασιλείας του Θεού κατά τα

έσχατα (εδώ του Θεού μετά του Χριστού μαζί με όλους τους δικαίους). Για την περί βασιλείας του Θεού παράδοση δε χρειάζονται λεπτομερή σχόλια από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Η Βασιλεία αναμενόταν να

έλθει στην Παλαιστίνη, χωρίς ριζικότερες στη φύση του κόσμου αλλαγές (Ησ. 11, 10-16" 65, 20-25). Αργότερα όμως, υπό την επίδραση της περί Αναστάσεως διδασκαλίας και κάποιων διαρχικών αντιλήψεων, όπως, επίσης

και πικρής ιστορικής εμπειρίας, επικράτησαν λιγότερο υλιστικές και εθνικιστικές απόψεις, ποτέ όμως εντελώς υπερβατιστικές και σπιριτουαλιστικές. Έγινε αισθητή η ανάγκη επέμβασης της δύναμης που υπερβαίνει τα όρια

του ανθρώπινου λάθους, της άγνοιας, αμαρτίας ή φαυλότητας. Περί της βασιλείας του Μεσσία υπάρχει ένα πολύ ευρύ φάσμα εκδοχών. Εδώ αρκεί να αναφερθούμε στην πολύ χαρακτηριστική περίπτωση προσωρινής

μεσσιανικής βασιλείας (2 Βαρ. 73, Γ 2' Ύ 74,1), προσωρινής επί της γης που ακολουθείται από την τελική Κρίση (Α Ενώχ 91-104) ενίοτε μετά την καταστροφή της Ρώμης (4 Έσδρ. 12, 34), διάρκειας 400 ετών (ό.π. 7, 28). Η

Επιστολή Βαρνάβα περιμένει, μετά μια εξάδα χιλιετιών, έναν παγκόσμιο σαββατισμό των 1000 ετών" στον Σλαβονικό Ενώχ, μετά από εβδομάδα των 1.000 ετών, ακολουθεί μια ογδόη, κ.ο.κ. Είναι φανερό το ενδιαφέρον του Ιωάννη να συνδέσει στο 20, 4 εξ. τις δυο αυτές διαφορετικές παραδόσεις.






Σελίδες  423-439





Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με σαφή αναφορά  την πηγή προέλευσης  


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.