Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Β' Εχει κυρίως μελλοντολογικό ή παραινετικό χαρακτήρα η Αποκάλυψη του Ιωάννη; - Σάββας Αγουρίδης




1. Το ερώτημα και η αναζήτηση της απάντησης

Διαβάζοντας κανείς την Απκ., είναι εύκολο, αν δεν έχει το σωστό ερμηνευτικό κώδικα, να νομίσει πως ο Ιωάννης βλέπει με πολλή απαισιοδοξία τον κόσμο, αφού τη ζωή των πιστών συνδέει με τη «μαρτυρία» και, ενδεχομένως, με το «μαρτύριο». Μπορεί να σοκαριστεί κανείς από τις γιγαντιαίες συμφορές, τις τρομακτικές πληγές που στέλλονται κατά της ανθρωπότητος, τα εκατομμύρια των νεκρών, τα φρικτά μεγέθη της θείας τιμωρίας, ένα είδος ελιτισμού και προνομιακής μεταχείρισης για μια μάλλον μικρή ομάδα εκλεκτών και μαρτύρων. Και, σίγουρα, μπορεί κάποιος αμύητος αναγνώστης να διερωτηθεί: Μήπως ο άνθρωπος αυτός ξέχασε πως το Αρνίο δε σφάχτηκε απλώς από τους αντίθεους αλλά σφάχτηκε με τη θέλησή του από αγάπη για όλο τον κόσμο έτσι όπως είναι, με τα χάλια που έχει; Και βέβαια, δεν το ξεχνάει αυτό ο Ιωάννης' θέλοντας όμως να τονίσει προς την κρίσιμη εποχή του τις αλήθειες της πιστότητας και της θυσίας για τα αιώνια ιδανικά, αφήνει τον αμύητο αναγνώστη, πραγματικά, σε απορία. Η ζωγραφική γλώσσα του Ιωάννη περί του κόσμου από το πρίσμα των εσχάτων, που προκαλεί τον τρόμο μας, θυμίζει κάποιες εικόνες του Ντοστογιέφσκι, ο οποίος περιγράφει στο έργο του κυρίως ανθρώπους με κλίση προς το έγκλημα, προς το κακό, την αναρχία, την απιστία και το άδικο. Στο σπίτι του Ραγκόζιν, καθώς ο «Ηλίθιος», ο πρίγκηπας Μίσκιν, περιμένει, στο σαλόνι, για να δει την πόρνη Αναστασία Φιλίπποβνα. πέφτει το μάτι του σε μια εικόνα του Σταυρωμένου, μια φρικτή παράσταση του Χριστού κρεμασμένου στο σταυρό, με σάρκες παντού σχισμένες και αίματα πάνω σε όλο του το κορμί, και σκέφτεται ο Μίσκιν: «Αν τέτοια είναι η εικόνα του κόσμου, πώς μπορεί κανείς να πιστέψει σε Θεό;». Γιατί και ο
Ντοστογιέφσκι πιστεύει, τελικά, στο Θεό γιατί πιστεύει στην Ανάσταση του Χριστού, στην ανακαίνιση του κόσμου και της ζωής, ακριβώς όπως και ο Ιωάννης. Ένας κόσμος που είναι τελικά προορισμένος για ανανέωση δε φοβάται και τις πιο μεγάλες συμφορές και απώλειες. Οι υπερβολές του είναι παιδαγωγικού χαρακτήρα.
Αυτό το παράδειγμα μας βοηθάει να αντιληφθούμε τι προσπαθεί με τις εικόνες του να επιτύχει ο Ιωάννης. Βλέπει το σύγχρονο του ρωμαϊκό κόσμο με τα ίδια μάτια που ο πρίγκηπας Μίσκιν είδε την εικόνα του σταυρωμένου Χριστού. Ένας τέτοιος κόσμος είναι τελικά καταδικασμένος στη φθορά και το θάνατο. Πού βρίσκεται ο Θεός μέσα στην εικόνα αυτή; ήταν και το δικό του ερώτημα. Αυτό είναι το ερώτημα πάρα πολλών ανθρώπων σε όλες τις εποχές της ιστορίας μας, όπως είναι και το πιο καίριο ερώτημα για πολλούς ανθρώπους σήμερα. Πρόκειται για την απουσία ή για άλλον τρόπο παρουσίας του Θεού ως προς την ιστορία.
Τι και πώς απαντάει σ' αυτό ο προφήτης Ιωάννης; Με ένα δικό του τρόπο. Πρώτα-πρώτα, αναγνωρίζει την τραγικότητα και κτηνωδία του κόσμου, που είχε δοκιμάσει και ο ίδιος ως εξόριστος στα μεταλλεία της Πάτμου καθώς και οι πιστοί των επτά Εκκλησιών της Ασίας, ανάμεσα στις οποίες ο δοξασμένος Χριστός περιφέρεται για να τις πείσει να κρατήσουν ψηλά τη σημαία της ελπίδας. Ο κόσμος αυτός της χυδαιότητας είναι από μια ηθική νομοτέλεια καταδικασμένος στην απώλεια. Με τραγούδια ανεκλάλητης χαράς περιγράφεται η καταστροφή της εστίας του κακού, της Ρώμης. Ο Ιωάννης συγκεντρώνει από τη μεγάλη πείρα της ανθρωπότητας, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, εικόνες που δείχνουν την τελική νομοτελειακή φθορά αυτού του κόσμου. Και είδον ουρανόν καινόν και γη ν καινήν, ο γαρ πρώτος ουρανός και η πρώτη γη απήλΟον (21,1). Επειδή όμως πιστεύει πως ο κόσμος υπάρχει για κάτι άλλο, που εκφράζει η σφαγή του Αρνιού και των μαρτύρων, μετά την καταστροφή του παλαιού βλέπει ένα νέο κόσμο να έρχεται σαν τον καρπό του γάμου του Αρνιού με τη νέα ανθρωπότητα από ελεύθερους ανθρώπους που έδωκαν τη μαρτυρία ή είναι «μάρτυρες»: Και είπεν ο καθήμενος επί τω θρόνω ιδού καινά ποιώ πάντα και λέγει' γράψον ότι ούτοι οι λόγοι πιστοί (αξιόπιστοι) και αληθινοί εισιν (21, 5), και αλλού Μακάριοι οι εις το δείπνον του γάμου του αρνιού κεκλημένοι. Και λέγει μοί ούτοι οι λόγοι αληθινοί του θεού εισίν.
Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι ο προφήτης Ιωάννης με όλες τις φοβερές περιγραφές του επιδιώκει στην πραγματικότητα την υπέρβαση της φρίκης αυτού του κόσμου με ένα κήρυγμα παραμυθίας και ενθάρρυνσης των πιστών της εποχής του (και όλων των εποχών) που αγωνίζονται κατά του ψεύδους και της απάτης, διακηρύττει ένα αγωνιστικό μήνυμα που στηρίζεται στην αντίληψη της πίστης ως ελπίδας των χριστιανών προς τον ερχόμενο Νέο Κόσμο του Θεού και προς τη νέα ανθρωπότητα. Χωρίς την ελπίδα αυτή που εδράζεται στην υπόσχεση Ιδού καινά ποιώ πάντα (21, 5), ο κόσμος μετατρέπεται σε κόλαση. Ενισχύοντας ο Ιωάννης τους συγχρόνους του χριστιανούς στον αγώνα τους κατά της κτηνωδίας των Καισάρων για δύναμη και εξουσία, που ασκείται ακόμα και επί των συνειδήσεών μας, αναπτύσσει τη χριστιανική ελπίδα σε τρεις διαστάσεις: (α) Στην καρδιά του κόσμου που είναι η καρδιά του Θεού τελείται συνεχώς η ουράνια λειτουργία' εκεί ο θρόνος του Θεού και το θυσιαστήριο με σφαγμένο το θείο Αρνίο βρίσκονται πλάι-πλάι. Ο Θεός, αν και παραμένει πάντοτε Θεός στο θρόνο του, μετέχει διά του Αρνιού στα παθήματα των πιστών του, στη φρίκη και το θάνατο που σπέρνει ο κόσμος. Ο Θεός και το Αρνίο, σε μια απουσία της δύναμης και της δόξας τους, αντιτίθενται καταρχήν προς το είδος δύναμης και εξουσίας των Καισάρων της Ρώμης και βρίσκονται πάντοτε, από καταβολής κόσμου, σε σχέση αμοιβαιότητας προς τους πιστούς που καταθέτουν τη «μαρτυρία» της πίστεως ή ακόμα υφίστανται και το μαρτύριο. Αυτή είναι η μια διάσταση: το σύμπλεγμα και το περιεχόμενο της ουράνιας λειτουργίας -η παρουσία του Θεού και του Χριστού μέσα στις Εκκλησίες των μαχόμενων χριστιανών.
(β) Η δεύτερη διάσταση είναι η εμπνευσμένη από την Αποκαλυπτική ντετερμινιστική νομοτέλεια της καταστροφής του κακού μέσα στον κόσμο από τις δημιουργικές δυνάμεις του Θεού που είτε με κανονικό είτε με αιφνίδιο τρόπο λειτουργούν μέσα στη Δημιουργία. Για τον Ιωάννη ο κόσμος είναι κάτι φοβερό, αλλά και πολύ ελαστικό: κάτι που γίνεται, ξεγίνεται από τις δυνάμεις του κακού, και πάλι ξαναγίνεται. Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα άποψη ως προς τις δυνατότητες που έχει μέσα του ο κόσμος για το κακό και την καταστροφή αλλά και για το καλό και τη δημιουργία.
(γ) Κι η τρίτη διάσταση ανάπτυξης της χριστιανικής ελπίδας συνίσταται στο ότι από το τέλος της ιστορικής πορείας κρίνεται το παρόν και το παρελθόν. Η σημασία της εσχατολογίας για την κατανόηση του χριστιανισμού είναι προφανής. Υπό το φως του Θεού ως «ερχόμενου» («εγώ ειμι ο ων και ο ην και ο ερχόμενος»), υπό το φως της Δεύτερης Παρουσίας του Χριστού, υπό το φως της ανακαίνισης του κόσμου και της Ανάστασης, κρίνονται σωστά όσα αφορούν στο παρόν και στο παρελθόν. Σύμφωνα με αυτά που είπαμε, ο Ιωάννης προσδιορίζει την έννοια της ανθρώπινης ύπαρξης υπό το φως της χριστιανικής ελπίδας για τον ερχόμενο κόσμο.
2. Παρόν και μέλλον στην Αποκάλυψη
Πολλοί όμως θεωρούν τον Ιωάννη όχι σαν το θεολόγο της χριστιανικής ύπαρξης' βλέπουν το έργο του σαν προφητική περιγραφή όσων πρόκειται να γίνουν σε κάποιο απώτερο μέλλον, στα γεγονότα ακόμα του δικού μας σημερινού κόσμου, ας πούμε φερ' ειπείν σε αυτά κυρί(ος που διαδραματίζονται στη Μέση Ανατολή. Ένα πλήθος βιβλίων έχουν γραφεί για να μας πουν ότι ο προφήτης Ιωάννης πρόβλεψε, λεπτομερώς μάλιστα, αυτά που γίνονται μεταξύ Ισραήλ και Αράβων, Αμερικανών και Ρώσων κ.τ.ό. Το ίδιο όμως έχει γίνει και σε προηγούμενες εποχές. Να φανταστεί κανείς πως ενώ στην Ανατολή από τα χρόνια του Μεγ. Κωνσταντίνου έίος την πτώση της Κωνσταντινούπολης δε γράφτηκαν παρά τρία ή τέσσερα υπομνήματα στην Απκ., από το 1600 μέχρι και την Ελληνική Επανάσταση γράφτηκαν 40 και πλέον ερμηνείες της Απκ., οι οποίες με τον ένα τρόπο ή τον άλλο σχετίζουν την Απκ. με τα τότε προβλήματα του Ελληνισμού, με το Ισλάμ, τη Δύση, τον Πάπα, κ.ο.κ. Στη Δύση η ιστορική αυτή ερμηνεία της Απκ. ήταν πολύ γνωστή καθ' όλους τους αιώνες, και κορυφώθηκε κατά τη Θρησκευτική Μεταρρύθμιση, όταν οι Προτεστάντες στον αντίχριστο της Απκ. αναζητούσαν συνήθως τον Πάπα, ενώ οι Καθολικοί εύρισκαν σ' αυτόν το Αούθηρο. Περιττό να σημειώσει κανείς ότι όλες αυτές οι ερμηνείες είναι άνευ οποιασδήποτε αξίας. Η Απκ. είναι ένα έργο που κατανοείται στα πλαίσια της εποχής που γράφτηκε' βγήκε μέσα από τα πλαίσια της πάλης της Εκκλησίας προς το Ρωμαϊκό κράτος, του Χριστού προς τον Καίσαρα, της ελευθερίας της συνείδησης προς τον ψευτοθρησκευτικό αυτοκρατορικό δεσποτισμό. Το μέλλον που περιμένει ο Ιωάννης ήταν πολύ στενά δεμένο με το παρόν του προφήτη και της Εκκλησίας που υπηρετούσε. Ασφαλώς, μιλάει για το μέλλον το δικό του και των άλλων πιστών, αλλά το μέλλον αυτό περιμένει να έλθει πολύ γρήγορα. Στο ερώτημα: καλά, ένα βιβλίο τόσο εσχα-τολογικά προσανατολισμένο δεν περιλαμβάνει προφητείες περί του μέλλοντος του κόσμου και της Εκκλησίας; Η απάντηση είναι απλή: Η Απκ. του Ιωάννη περιέχει αρκετές εικόνες και διατυπώσεις που με τις γνώσεις και τα μέσα που διαθέτουμε δεν μπορούμε όσο επιθυμούμε ικανοποιητικά να εξηγήσουμε. Το ότι όμως δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για κάποιες εικόνες ή διατυπώσεις της Απκ., αυτό και μόνο δεν επιτρέπει να τις σχετίζουμε προς το εκάστοτε παρόν του κόσμου και της Εκκλησίας' πολύ περισσότερο αφού αφενός όλες αυτές εντάσσονται στο γενικότερο εσχατολογικό σχήμα της πίστεως περί των εσχάτων στην αρχική Εκκλησία, και αφ' ετέρου είναι εναρμονισμένες προς αρκετά εκτεταμένες άλλες εικόνες και διατυπώσεις του βιβλίου που με επαρκή επιστημονική πιθανότητα μπορούμε να προσδιορίσουμε σε σχέση με το παρόν του συγγραφέα. Το γενικότερο νόημα της Απκ. μπορούμε να πούμε πως το ξέρουμε' εκείνο που αγνοούμε είναι η τεχνική του συγγραφέα, κάποιες πιο άμεσες φιλολογικές πηγές έμπνευσής του στον τρόπο μετάδοσης του μηνύματος του.
(1) Τα βασικά θέματα της Απκ. του Ιωάννη βρίσκουμε ήδη στην εσχατολογική διδασκαλία του Ιησού όπως είναι καταχωρημένη στο Ευαγγέλιο του Μκ. κεφ. 13 και στα παράλληλα στο κατά Μτ. 24 και Ακ. κεφ. 21. Επίσης στη Β' Θεσσαλονικείς του Παύλου κεφ. 2. Σε όλα αυτά τα κείμενα βρίσκουμε κοινά θέματα, όπως π.χ. τη σύνδεση της καταστροφής της Ιερουσαλήμ προς το τέλος του κόσμου, τα περί χρόνων ανομίας και αποστασίας, τα περί εσχάτου πειρασμού, τα περί ψευδοχρίστων και ψευδοπροφητών, για τέρατα και σημεία εν τω ουρανώ άνω και επί της γης κάτω, τα περί αντίχριστου, και περί εν δόξη επανόδου του Ιησού. Αυτά είναι οι βασικές ιδέες που αναπτύσσονται και στην Απκ. του Ιωάννη" εδώ όμως τα ίδια αυτά θέματα εμπλουτίζονται από το συγγραφέα και διατυπώνονται με μια άλλη τεχνική μέθοδο που προσιδιάζει στο συγγραφέα. Πρέπει μάλιστα να σημειώσουμε πως η Απκ., αν επιχειρεί ένα βήμα παραπέρα, αυτό έγκειται ακριβώς στην προσπάθεια του Ιωάννη κάποιες αόριστες εσχατολογικές διατυπώσεις που υπήρχαν στην παλαιότερη παράδοση να τις κάνει πιο σαφείς και πιο συγκεκριμένες στους αναγνώστες του, σχετί-ζοντάς τες προς τη σύγχρονη τότε ιστορία: Οι χρόνοι π.χ. της αποστασίας και της ανομίας συνδέονται με την επιμονή της Ρώμης να επιβάλει την αυτοκρατορική λατρεία' οι ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες ή ο αντίχριστος της αρχικής χριστιανικής παράδοσης συνδέονται από τον Ιωάννη με σαφείς υπαινιγμούς προς τα πρόσωπα του Νέρωνα και του Δομιτιανού και με την καθόλου αυτοκρατορική θρησκευτική πολιτική στις τελευταίες δεκαετίες του πρώτου αιώνα' ο κάθε αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως η πτώση και η καταστροφή της Ρώμης που περιμένει ο Ιωάννης με τόση λαχτάρα είναι το ιστορικό αντίτιμο για την πτώση της Ιερουσαλήμ, για τη ρωμαϊκή αγριότητα και θηριωδία που φάνηκε γυμνή τόσο κατά το μεγάλο πόλεμο στην Ιουδαία (70 μ.Χ.) αλλά και κατά τους διωγμούς των χριστιανών όχι μόνο στη Μ. Ασία αλλά επί Νέρωνα κυρίως μέσα στη Ρώμη και αλλού' οι συστάσεις που απευθύνονται προς τις 7 Εκκλησίες της Ασίας, στα τρία πρώτα κεφ. της Απκ. είναι στην ουσία σύμφωνες με το ήθος, με τη μαρτυρία εν Πνεύματι και με το μαρτύριο ακόμα, που τα Συνοπτικά Ευαγγέλια συνιστούν στους ιεραποστόλους, σε εσχατολογική βέβαια συνάφεια, μόνο που ο Ιωάννης είναι παντού πολύ πιο συγκεκριμένος, αφού μιλάει προς συγκεκριμένες Εκκλησίες της εποχής του και για συγκεκριμένους διωγμούς. Πόσο ο Ιωάννης είναι δεμένος με τη σύγχρονή του προβληματική της Εκκλησίας δείχνουν οι επιστολές προς τις 7 Εκκλησίες που ο Ιωάννης τοποθετεί στην αρχή της συγγραφής του. Στα γράμματα αυτά υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες για πρόσωπα και πράγματα, για συγκεκριμένους αιρετικούς και πλανεμένες διδασκαλίες, που ξέρουμε και από άλλα βιβλία της Κ.Δ., για κρατική καταπίεση, για διωγμούς, μάρτυρες και για νεκρούς. Δε μιλάει μόνο για μελλοντικά πράγματα ο Ιωάννης, σύμφωνα με την εντολή που έχει: «γράψον ουν α είδες και α εισίν και α μέλλει γενέσθαι μετά ταύτα» (1, 19). Το ερώτημα για το χαρακτήρα του βιβλίου της Απκ. πρέπει μάλλον να τεθεί ως εξής: είναι περισσότερο προφητικό ή περισσότερο παραινετικό αυτό το έργο του Ιωάννη; Γιατί, τελικά η Απκ. είναι συγχρόνως προφητικό και παραινετικό έργο. Αυτό όμως τονίζει τη σχέση παρόντος και μέλλοντος όπως το άρθρο αυτό την υποστηρίζει. Δεν μπορούμε δηλ. με επαρκή ιστορική σαφήνεια να χωρίσουμε την παρούσα κρίση από την οσονούπω αναφερόμενη «κατάπαυση» των αναγνωστών του βιβλίου.
(2) Αυτά εννοούσαμε, όταν τονίστηκε πριν πως ξέρουμε τι περιέχει η Απκ. του Ιωάννη, και πως αυτό που μας δυσκολεύει είναι ο ιδιόρρυθμος τρόπος εκφράσεως από το συγκεκριμένο συγγραφέα. Έχει μια δική του τεχνική και δεν ξέρουμε όσα θα επιθυμούσαμε για την τεχνική αυτή. Παρά ταύτα μερικοί επιμένουν ως προς το μελλοντολογικό κατ' αποκλειστικότητα χαρακτήρα της Απκ. Αυτά που οδήγησαν πολλούς στην παρεξήγηση αυτή της Απκ. είναι ο οραματικός χαρακτήρας του βιβλίου στο σύνολο του («ε-γενόμην εν πνεύματι εν τη ημέρα Κυριακή...» 1, 9) όπως επίσης ο αναμφισβήτητος χαρακτηρισμός του συγγραφέα ως «προφήτη» («σύνδουλός σου ειμι και των αδελφών σου των προφητών» 22, 9) και του βιβλίου της Απκ. ως «προφητείας» («των λόγων του βιβλίου της προφητείας ταύτης» 22,19' «τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου» 22, 18).
Μόλις στα νεότερα χρόνια, μετά την ανακάλυψη και μελέτη δεκάδων Ιουδαϊκών Αποκαλύψεων σαν αυτή του Ιωάννη, μάθαμε ότι ο οραματικός αποκαλυπτικός τύπος είχε γίνει ήδη πολύ πριν από τον Ιωάννη «φιλολογικό είδος», καθιερωμένος δηλ. τύπος συγγραφής ορισμένης κατηγορίας βιβλίων. Όχι με την έννοια πως οι συγγραφείς Αποκαλύψεων δεν είχαν οραματικές εμπειρίες, αλλά με την έννοια πως δεν ήταν ανάγκη να έχουν τέτοιες για να γράψουν Αποκαλύψεις. Το ότι ο Ιωάννης είχε εμπειρίες οραματικές που αποτελούν τον πιλότο στη συγγραφή του έργου του, το βεβαιώνει ο ίδιος, και δεν υπάρχει λόγος να του το αρνηθούμε' νομίζω μάλιστα πως του το χρωστάμε. Η Απκ. όμως έτσι όπως εκδόθηκε απ' τον Ιωάννη και όπως την έχουμε, είναι ένα έργο συγγραφής, κι αυτό φαίνεται όχι μόνο από τη γλώσσα και τη διήκουσα έννοια, αλλά και από τη διάταξη της ύλης κατά επτάδες, για να μην επεκταθώ περισσότερο επί του θέματος αυτού. Πρόκειται για εμπνευσμένο έργο αλλά φιλολογικό. Όσο δε και αν ο Ιωάννης έχει τα πρότυπά του στους Προφήτες της Π.Δ. (Ιεζεκιήλ, Ησαΐα, Ζαχαρία και Δανιήλ), είναι πολύ επηρεασμένος στη θεματική του και στην τεχνική από την αποκαλυπτική ιουδαϊκή φιλολογία που είχε ήδη μέσα στην παράδοση εκχριστιανιστεί. Και ο σκοπός της συγγραφής των αποκαλυπτικών έργων γενικότερα (είτε στον Ιουδαϊσμό είτε στο Χριστιανισμό) δεν ήταν πρωταρχικά η οποιαδήποτε θρησκευτική μελλοντολογία αλλά κυρίως και κατεξοχήν η καθοδήγηση του λαού σε κρίσιμες καταστάσεις, να αντιμετωπίσει το εκκλησιαστικό και υπαρξιακό του χρέος. Η εσχατολογία, στα κείμενα αυτά, υπηρετεί το παρόν της πίστεως, την έξοδο από δύσκολες καταστάσεις του παρόντος. Αυτό το έργο της καθοδήγησης, της παραμυθίας, της υπόμνησης του χρέους κάνει ο Ιωάννης απαρχής της Απκ. μέχρι τέλους. Με άλλα λόγια, ο Ιωάννης στην Απκ. δεν ενδιαφέρεται να λύσει κάποιες απορίες των αναγνωστών του περί του μέλλοντος αλλά να τους εμπνεύσει τι είναι σωστό να κάνουν μέσα στην παρούσα κρίση που αντιμετωπίζουν. Πολλοί, ακόμα και σήμερα, δεν καταλαβαίνουν τον παραινετικό χαρακτήρα της Απκ., και θεωρούν το βιβλίο αυτό σαν ένα σύμπλεγμα μελλοντολογικών γρίφων, που εμείς πρέπει να βρούμε τον τρόπο να αποκρυπτογραφήσουμε.
Το βιβλίο δίνει την εντύπωση εδώ κι εκεί πως ασχολείται διά μακρών όχι με τα παρόντα αλλά με τα μετά ταύτα. Αυτό είναι σωστό. Πρέπει όμως να προσέξει κανείς πως για τον Ιωάννη α δει -γενέσθαι μετά ταύτα, είναι όλα α δει γενέσθαι εν τάχει, ο καιρός γαρ εγγύς εστίν. Με άλλα λόγια παρόν και μέλλον είναι τόσο κοντά που δεν μπορούμε καλά-καλά να τα ξεχωρίσουμε.
Αλλά και ο χαρακτηρισμός του Ιωάννη ως «προφήτη» έδωκε λαβή σε μελλοντολογικές παρεξηγήσεις. Και βέβαια, ο Ιωάννης ήταν «προφήτης», ανήκε δηλ. στην τάξη των λειτουργών εκείνων της αρχαίας εκκλησίας, που ονομάζονταν «προφήτες», και περί των οποίων κάνει εκτεταμένο λόγο ο Απόστολος Παύλος στην Α'προς Κορινθίους Επιστολή κεφ. 12-14. Κατά τον Απόστολο Παύλο, «προφήτες» ονομάζονται οι λειτουργοί εκείνοι της χριστιανικής κοινότητας που ασχολούνται με την «οικοδομή» τηξ εκκλησίας. Όχι πως οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν να πτερυγίσουν και προς το μέλλον' αυτό και το μπορούσαν και το έκαναν. Κύριο όμως έργο τους ήταν η παραμυθία, η παραίνεση και η οικοδομή της κοινότητας ακόμα και με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ένας τέτοιος «προφήτης» ήταν και ο Ιωάννης. Ενώ η «αποκάλυψή» του αποβλέπει δείξαι τοις δούλοις αυτού α δει γενέσθαι εν τάχει (1, 1), όπως αποσαφηνίζει στο κεφ. 13,αυτά τα εν τάχει αναμενόμενα είναι κυρίως η κλιμάκωση του διωγμού της Εκκλησίας, αλλά και κάποια επίσπευση του τέλους της κρίσης, αφού επανειλημμένως τονίζεται πως όλα Οα γίνουν εν τάχει (1, 1  22,6)' ότι ο καιρός εγγύς (1,3' 22, 10)' ότι έρχομαι ταχύ (2, 16' 3, 1Γ 22, 7). Αυτές οι εκφράσεις δεν αφήνουν πολλά χρονικά περιθώρια. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ιωάννης καθορίζει με αρκετή σαφήνεια τον ποιμαντικό και παραινετικό σκοπό της προφητικής συγγραφής του, όταν μακαρίζει τους αναγινώσκοντες και ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα (1,3), και ότι μακάριος ο τηρών τους λόγους της προφητείας του βιβΜου τούτου (22, 7). Δεν πρόκειται δηλ. κατά βάση περί πληροφοριών για το μέλλον αλλά περί ανάλυσης της παρούσας κατάστασης, ώστε να τηρηθεί η απαιτούμενη χριστιανική στάση.
Θα διερωτηθεί κάποιος: Μήπως έτσι υποτιμούμε το προ-φητικό-προορατικό στοιχείο στην Απκ.; Καθόλου, νομίζω. Είναι το ίδιο όπως και στα άλλα προφητικά περί του μέλλοντος κείμενα που έχουμε στην Κ.Δ. Με ξεχωριστή σαφήνεια περιγράφει ο Ιωάννης στα τελευταία κεφ. της Απκ. τη νίκη του Χριστού επί των αντίθεων δυνάμεων, τους γάμους του Αρνίου με την Εκκλησία, και την εσχατολογική πόλη του Θεού. Στις προβλέψεις του, για γεγονότα που δεν έχουν συμβεί ακόμα, ανήκει πιθανόν μια επιδείνωση στις σχέσεις Εκκλησίας και Αυτοκρατορίας, για την οποία μιλάει στα κεφ. 13-19. Πρόκειται για γεγονότα που αναμένονται να έλθουν πολύ γρήγορα επί της ιστορικής σκηνής, άσχετα αν περιγράφονται με εσχατολογικά χρώματα. Οι προφήτες της Π.Δ. είχαν προ πολλού εισαγάγει αυτόν το μανιερισμό: μιλούσαν για τις πληγές κατά του Φαραώ και της Αιγύπτου ή για την καταστροφή της Βαβυλώνας με εσχατολογικές εικόνες. Έτσι και ο Ιωάννης μπορεί και μιλά για γεγονότα που εκτυλίχθηκαν ή θα εκτυλιχθούν επί της ιστορικής σκηνής, χρησιμοποιεί όμως γι' αυτά εσχατολογικά χρώματα. Έτσι π.χ. περιγράφεται η καταστροφή της Ρώμης.
Σχετικά με την επιδείνωση που περιμένει με τον ερχομό της θλίψης της μεγάλης προβλέπει στο τέλος και ιδιαίτερες εσχατολογικές τιμές. Αλλά η μεγάλη θλίψη αποτελεί συνέχεια της «μικρής θλίψης» και γενικώς ειπείν το μέλλον και εδώ συνάπτεται προς το παρόν, και νομίζω πως η ιστορική πραγματικότητα δε διέψευσε τον Ιωάννη με την έννοια πως την κρίση των χρόνων του διαδέχθηκε πράγματι περίοδος μεγαλύτερης έντασης στις σχέσεις Εκκλησίας και Αυτοκρατορίας. Άλλωστε, οι συνεχείς διαβεβαιώσεις του Ιωάννη πως η εσχατολογική διαδικασία έχει μπει μπροστά ακολουθούνται από ουράνιους ύμνους και δοξολογίες, γιατί το τέλος για τους δικαίους είναι εγγύς, πάρα πολύ κοντά. Επειδή το τέλος είναι εγγύς, γΓ αυτό έχει τόσους ύμνους η Απκ. Σε άλλη περίπτωση δε θα χρειάζονταν.
(3) Η Απκ., καθώς εκδιπλώνεται από τις 7 σφραγίδες στις 7 σάλπιγγες και από αυτές στις 7 φιάλες, περιγράφει και υπόσχεται πράγματα που αφορούν τους αναγνώστες του Ιωάννη, μιλάει για το παρόν και το μέλλον αυτών των αναγνωστών. Οπως όλοι οι χριστιανοί της αρχικής περιόδου, έτσι και ο προφήτης Ιωάννης, περιμένει τον τελευταίο πειρασμό και την εκπλήρωση της υπόσχεσης για την τελική σωτηρία να πραγματοποιηθεί στα χρόνια του. Ο Ιησούς είχε πει «ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο τη ιδία εξουσία» (Πραξ. 1, 7). Ολοι όμως οι χριστιανοί περίμεναν μέσα στη γενιά τους το «τέλος». Έτσι ο Μάρκος στο 13ο κεφ. του ευαγγελίου του τελειώνει τις προρρήσεις του Ιησού για τα ερχόμενα ως εξής: «Αμήν λέγω υμίν ότι ου μη παρέλθη η γεννεά αύτη μέχρις ου πάντα ταύτα γένηται...» (στίχ. 30). Με άλλα λόγια: ο Ιωάννης αναλύει στους αναγνώστες του την παρούσα κατάσταση για να την αντιμετωπίσουν σωστά και τους ετοιμάζει για τα χειρότερα που Οα επακολουθήσουν με την ελπίδα πάντοτε στην τελική νίκη. Χρησιμοποιεί το εσχατολογικό στοιχείο με ιδιάζουσα άνεση, όχι όμως απλώς προς χάρη μιας μελλοντολογίας. Με το αποκαλυπτικά και εσχατολογικά ιδιάζον σενάριο του θέλει προπαντός ο Ιωάννης να τονίσει σε τι συνίσταται το γεγονός της χριστιανικής πίστης στο παρόν, μπροστά στις υποχρεώσεις και τις δυσκολίες του παρόντος. Στην πραγματικότητα, το φως της τελικής έκβασης της πίστης είναι αυτό που καθοδηγούσε την πίστη στο παρελθόν («από καταβολής κόσμου»). Αυτό πρέπει να γίνει και στο παρόν. Έτσι οι εικόνες της Απκ. του Ιωάννη, όσο και αν έχουν ξεχωριστή σημασία για τη σύγχρονη προς τον Ιωάννη γενεά των χριστιανών, βοηθούν όλους να αντιληφθούν τι συμβαίνει με τον πιστό άνθρωπο σε κάθε εποχή, απαρχής μέχρι τέλος. Η εμπιστοσύνη στο Θεό της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ως της βαθύτερης αλήθειας και ελπίδας του ανθρώπου, ως αποφυγής οποιασδήποτε ειδωλολατρείας και απολυτο-ποίησης της οποιασδήποτε κοσμικής δύναμης ή ιδιότητας, η ελευθερία και δικαιοσύνη, αυτό ήταν, είναι και Οα είναι πάντα το περιεχόμενο της πίστης, και σαν τέτοιο ποτέ δεν ήταν ούτε είναι ούτε Οα είναι κάτι εύκολο. Η αγιογραφική πίστη ως η ελπίδα του κόσμου δε συμβιβάζεται συνήθως με τις ελπίδες των αρχόντων του κόσμου τούτου, κοσμικών ή εκκλησιαστικών. Ελπίδες μάταιες συνήθως και κενές. ΓΓ αυτό ο Ιωάννης, καθώς ήταν έντονα επηρεασμένος από την εποχή του, χαρακτηριστικά του πιστού διαχρονικά θεωρεί τη «μαρτυρία» και μερικές φορές ακόμα και το «μαρτύριο».
Το ρόλο της πίστης σαν ελπίδας του χριστιανού τονίζει πολύ χαρακτηριστικά και ένα άλλο κείμενο της Κ.Δ., η προς Εβραίους Επιστολή που γράφτηκε και αυτή υπό συνθήκες σύγκρουσης της Εκκλησίας προς το Ρωμαϊκό κράτος. Το κεφ. 11 της επιστολής αυτής είναι μια μπαλλάντα της πίστεως που ο σ. ορίζει ως «ελπιζομένων υπόστασι», ως βεβαιότητα γι' αυτά ακριβώς τα πράγματα που ελπίζουμε. Αυτή η ιστορία των ηρώων της πίστης αρχίζει από Άβελ και φθάνει μέχρι τους αναγνώστες της προς Εβραίους. Τι έκαναν με την πίστη τους οι παλαιότεροι πιστοί; Το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι σημερινοί. Οι παλαιοί, με την πίστη, «κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέ-τυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύ-ναμιν πυρός, έφυγον..., ενεδυναμώθησαν, εγενήθησαν ισχυροί..., κ.τ.λ. κ.τ.λ.». Με τέτοια κληρονομιά, τι άλλο μπορούν να κάνουν οι πιστοί σήμερα; Κι η παραίνεση της προς Εβραίους καταλήγει: «Έχοντας, λοιπόν, γύρω μας τόσο μεγάλη στρατιά μαρτύρων ας παραμερίσουμε κάθε εμπόδιο, και την αμαρτία που εύκολα μας εμπλέκει, κι ας τρέχουμε με υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου που έχουμε μπροστά μας. Ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, 'τον αρχηγό και τελειωτή' του αγώνα της πίστεως» (12, 1-3).
Η κατάσταση των πιστών στην προς Εβραίους είναι όπως περίπου παρουσιάζεται και στην Απκ. Η θεολογική γλώσσα των δυο ιερών ανδρών είναι διαφορετική, τα νοήματα όμως πολύ συγγενή. Ο χρόνος για την επάνοδο του Χριστού είναι και στην προς Εβραίους συνεσταλμένος: «Έτι γαρ μικρόν όσον όσον, ο ερχόμενος ήξει και ου χρο-νιεί. Ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται», δηλ. ο δίκαιος εξαιτίας της πίστεώς του θα επιβιώσει σαν άνθρωπος. Και συμπληρώνει ο ιερός συγγραφέας: «και εάν υποστείληται (αν όμως δειλιάσει), ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτώ (Οα δυσαρεστηθώ μ' αυτόν)». Κι ο συγγραφέας παρατηρεί στους αναγνώστες υπερήφανα στο τέλος: «ημείς δε ουκ εσμέν υποστολής εις απώλειαν αλλά πίστεως εις περιποίησιν ψυχής» («Εμείς όμως δεν είμαστε απ' αυτούς που υποχωρούν και χάνονται αλλ' απ' αυτούς που πιστεύουν και σώζονται»). Η πίστη των χριστιανών παρόμοια δοκιμάζεται στην Απκ. και στην προς Εβραίους. Αυτό είναι το κύριο θέμα και των δυο αυτών τόσο φιλολογικά διαφορετικών έργων.
3. Συμπεράσματα
Από όσα είπαμε προηγουμένως μπορούν να συναχθούν τα εξής:
(1)       Η βασιλεία του Θεού είναι καταρχήν μια νέα αυθεντία και απαίτηση του Θεού επάνω στην καρδιά και τη συνείδηση του ανθρώπου κατ' αντίθεση προς αντίθεες απολυ-τοποιημένες απαιτήσεις κοσμικών δυνάμεων. Η βασιλεία του Θεού όμως είναι και η πορεία των πιστών ανθρώπων μέσα στην ιστορία, είναι η Εκκλησία σαν πρόγευση και αγώνας μαζί για την πραγματοποίηση της ελευθερίας του ανθρώπου από ψευτοθεϊκές κοσμικές ή θρησκευτικές δυνάμεις και εξουσίες μέσα στον κόσμο, μέχρις ότου οι άνθρωποι να καταντήσουν στην τελειότητα της πίστης, σε πλήρη του Θεού κοινωνία με τον κόσμο. Η Εκκλησία είναι πρόγευση του «τέλους» και σκληρός αγώνας για την υπέρβαση των εμποδίων προς το τέλος.
(2)       Η Απκ. του Ιωάννη μας δίνει κατά τρόπο ιστορικά συγκεκριμένο αλλά και αγωνιστικά τυπικό την πάλη της Εκκλησίας των χρόνων του προφήτη προς μια απολυτοποι-ημένη και θεοποιημένη κοσμική και πολιτική εξουσία όπως εκφράζονταν στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική λατρεία. Η ερμηνεία της σύγκρουσης των δυο αυτών μεγεθών, με πνευματικές και ιστορικές διαστάσεις και από τις δυο πλευρές, γίνεται όχι μόνο στην επιφάνεια αλλά μέχρι και το έσχατο βάθος της ύπαρξης με εικόνες παρμένες κυρίως από την Π.Δ., την ιουδαϊκή και τη χριστιανική Αποκαλυπτική. Η θεία βασιλεία είναι, και κατά την Απκ., έργο του Θεού' χωρίς όμως τη νικηφόρα υπέρβαση της επιδρομής των αντιθέ-ων κοσμικών δυνάμεων επάνω στη συνείδηση και την ανθρωπιά των πιστών, δε θα μπορέσουν οι άνθρωποι να μετάσχουν της θείας βασιλείας. Στην Απκ. του Ιωάννη, ο Θεός είναι ο Νικητής στον αγώνα που διεξάγεται μέσα στον κόσμο. Η νίκη του Θεού και του Αρνίου επί των αρνητικών δυνάμεων είναι εκείνη που εμπνέει τους πιστούς στον αγώνα τους για αξιοπρέπεια και ανθρωπιά μέχρις ότου φθάσουμε στην πνευματική και ιστορική κατοχύρωσή τους μέσα σε ένα καινούργιο κόσμο του Θεού, που είναι η βασιλεία του.
Καθώς όμως βρισκόμαστε στην πορεία, όταν μιλάμε για τα έσχατα, όπως ο Ιωάννης στην Απκ., μιλάμε για τα παρόντα' κι όταν μιλάμε για τον αγώνα μας στο παρόν κατά των πάσης φύσεως ψευτοθεών, μιλάμε για την τελική νίκη που αποτελεί την πηγή της έμπνευσής μας για αγώνα, άσκηση και πάλη κοντά στο Θεό. Με την έννοια αυτή της πίστης, αλλά και από την ανάλυση του ίδιου του βιβλίου της Απκ., υποστηρίζουμε πως ενώ το βιβλίο αυτό πρωταρχικά και κύρια δείχνει ως κάποια συλλογή μυστηριωδών και αινιγματικών προρρήσεων για το μέλλον, είναι συγχρόνως βιβλίο παραινετικό, στο οποίο η ελπίδα στην τελική νίκη είναι ο πυρήνας της πίστης των χριστιανών. Αυτό είναι και το αιώνιο μάθημά μας από τον προφήτη Ιωάννη της Απκ., η αντίσταση στον αντίχριστο με την ελπίδα για το τέλος.
Αυτού του είδους η πίστη δεν είναι μια εύκολη απάντηση στο πρόβλημα του ανθρώπου. Είναι σκληρός αγώνας και πάλη, πολλές φορές μέχρις αίματος. Γιά αυτό και είναι δυνατή η πίστη, μόνο όταν ο άνθρωπος βαθειά εγκολπωθεί το Θεό σαν ελπίδα του. Η εσχατολογία είχε τόση σημασία στην Απκ., γιατί ο Θεός παρουσιάζεται ναι μεν ως ο ων και ως ο ην' τονίζεται όμως η ελπίδα σ' Αυτόν ως προς τον «Ερχόμενο».αναγνώστες σε πολύ δύσκολους καιρούς. Σε διαφορετικούς καιρούς, σε ειρηνικούς χρόνους, σίγουρα το βιβλίο δε Οα γραφόταν έτσι. Δεν επιτελεί όμα>ς, λόγω της κρίσης, έργο φτηνής παρηγοριάς, υποσχόμενη απλώς την έξοδο από την κρίση προς την αναψυχή. Όχι. Προβλέπει στο άμεσο μέλλον τον ερχομό ακόμα χειρότερων καιρών, για τους οποίους οι πιστοί πρέπει να είναι έτοιμοι και πρόθυμοι. Όπου νά 'ναι φτάνει η «θλίψη η μεγάλη» και «μακάριοι» είναι όσοι θα μπορέσουν να την ξεπεράσουν. Όλες όμως αυτές οι δοκιμασίες και οι συμφορές έχουν νόημα και σκοπό, γιατί ο κόσμος έχει τη δυνατότητα να γίνει «καινός ουρανός και καινή γη, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί». Και η κρίση των εσχάτων για τη χριστιανική πίστη και η εσχατολογική αναψυχή παρουσιάζονται in extremis. Και ο τελευταίος δριμύτερος πειρασμός που περιμένει ο Ιωάννης και οι τελικοί γάμοι του Αρνιού και η πόλη του Θεού βρίσκονται σε άμεση συνέχεια και συνέπεια με το παρόν των αναγνωστών της Απκ. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να αντέξει τόσο τρομερό παρόν με την πίστη σ' ένα σπουδαίο μέλλον; Ο Ιωάννης λέει, ναι. Επομένως, το μήνυμα της Απκ. για μας σήμερα δεν μπορεί να είναι άλλο παρά αυτό: η συνάρτηση της πίστης μας με την ελπίδα του κόσμου, πρώτο. Και δεύτερο, η αντίσταση στον αντίχριστο, τις αντίθεες δυνάμεις και τις όποιες απογοητεύσεις, αφού, αληθινά, υπάρχει τόσο μεγάλη ελπίδα για τον κόσμο. Με την έννοια αυτή η Απκ. είναι παραμυθία. Με την ίδια έννοια παραίνεση και παραμυθία υπήρξαν και όλες οι Ιουδαϊκές Αποκαλύψεις.

Σελίδες 532-548





Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με σαφή αναφορά  την πηγή προέλευσης  

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ






Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.