Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Γ .Το Πνεύμα και η μαρτυρία των Προφητών - Σάββας Αγουρίδης





Ξέρουμε από τις Ιουδαϊκές Αποκαλύψεις (Ενώχ, "Εσδρας, Βαρούχ, κ.τ.λ.) πως τα οράματα δίνονται από το Θεό και ερμηνεύονται στον οραματιστή από κάποιο μεσάζοντα, κάποιον άγγελο συνήθως. Η Απκ. ου Ιωάννη είναι γεμάτη από όλων των ειδών τους αγγέλους' ακόμα και οι 7 εκκλησίες της Μ. Ασίας που διά του προφήτη δέχονται τις επιστολές του Ιωάννη έχουν η κάθε μια τον άγγελο της. Υπ' αυτές τις συνθήκες, με τόσους δηλαδή ενδιάμεσους, τι να πει περί Αγίου Πνεύματος η Απκ.; Στα προφητικά βιβλία της Π.Δ. ο Θεός απευθύνεται διά του Πνεύματος του αμέσως στο λαό του: «τάδε λέγει Κύριος». Ή «εγένετο πνεύμα Κυρίου επί τον...». Είναι το πνεύμα του Θεού εκεί που ενεργεί. Αλλά στις Ιουδαϊκές Αποκαλύψεις ο Θεός μιλάει με άλλους αγγελικούς ενδιάμεσους, και το Αγιο Πνεύμα σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται περιττό στις αποκαλυπτικές διαδικασίες. ΓΓ αυτό το λόγο πολλοί Ιουδαίοι συγγραφείς πιστεύουν πως η ενέργεια του Πνεύματος σταμάτησε κάπου στον 3ο ή 4ο αι. π.Χ. και θεωρούν το Αγιο IIνεύμα ως εσχατο-λογικό δώρο (παράδειγμα: ο Ιωήλ). Με την ιδιότητα του εσχατολογικού δώρου εμφανίζεται εκ νέου το προφητικό Πνεύμα στο πρόσωπο του Ιησού και στη ζωή της αρχικής εκκλησίας. Με την έννοια αυτή το Πνεύμα λειτουργεί και στην Απκ. του Ιωάννη. Περί του Πνεύματος ως εσχατολο-γικού δώρου βλ. τη μελέτη μας «Πύρινος Χείμαρρος-Προφητεία, Έκσταση, Γλωσσολαλία», εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα. 1992, σελ. 39-82). Παραταύτα, η λειτουργία του Πνεύματος στην Απκ. δεν είναι η ίδια όπως στα άλλα βιβλία της Κ.Δ.

Τι πραγματικά συμβαίνει ως προς την Απκ.; Σε αυτήν το κεντρικό πρόσωπο του μεσάζοντα κατέχει κάποιος επώνυμος προφήτης της Εκκλησίας, που λέγεται Ιωάννης, και μπορούμε, αρχίζοντας το θέμα μας, να σημειώσουμε πως αναμφισβήτητα περί του Πνεύματος ο Ιωάννης μιλάει καθαρά στην αρχή του βιβλίου του, στη μέση και στο τέλος, παρότι, όταν το κοιτάξουμε βαθύτερα, βλέπουμε σε όλο το βιβλίο να είναι παρόν απ' αρχής μέχρι τέλους το Πνεύμα. Ήδη στο προοίμιο στίχ. 1, 4 «Η χάρις και η ειρήνη» αποστέλλονται μέσω του Ιωάννη από τον «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος' και από των επτά πνευμάτων α ενώπιον του θρόνου αυτού και από Ιησού Χριστού, ο μάρτυς, ο πιστός, ο πρωτότοκος των νεκρών και...». Εδώ, σε πρώτη ματιά, θα λέγαμε, έχουμε κάποια Ιωάννεια τριάδα, με το Άγιο Πνεύμα μεταξύ του Πατρός και του Υιού, γιατί έχουμε τρία «από»: «από ο ων κ.τ.λ.», «και από των επτά πνευμάτων...», «και από Ιησού Χριστού». Πηγή της χάριτος και της ειρήνης δεν μπορεί να είναι κάποιο σύμβολο που εκφράζεται έτσι, ως «7 πνεύματα», ενώπιον του θρόνου, αλλά και οι τρεις ονομασίες δηλώνουν θείες ιδιότητες, παρότι ο Θεός παρουσιάζεται όχι μόνο με το όνομά Του στην Π.Δ. «ο ων» αλλά και ως «ο ην» και «ο ερχόμενος», ως το θείο αιώνιο μεγαλείο στις σχέσεις του με την Ιστορία κατά τα περασμένα κατά τα παρόντα και τα μελλούμενα' ο Ιησούς Χριστός αναλύεται ως «ο μάρτυς», και με τις δυο έννοιες της λέξης, για να δηλωθεί έτσι η ταυτότητά του ως προς τον προφήτη Ιωάννη και ως προς την Εκκλησία των μαρτύρων, ως μάρτυς «ο πιστός»,αυτός δηλαδή που κρατάει το λόγο του και που αξίζει της εμπιστοσύνης μας' και ως «ο πρωτότοκος των νεκρών», δηλαδή η εκπλήρωση της μεγαλύτερης υπόσχεσης για τη νίκη επί του θανάτου, και ως «ο άρχων των βασιλέων της γης», αυτός δηλαδή χωρίς το βούλημα του οποίου δεν κάνουν τίποτα οι βασιλιάδες και οι κυβερνήτες της γης. Το πνεύμα του Θεού αναλύεται αντίστοιχα σε πληθυντικό αριθμό: «πνεύματα» και μάλιστα «επτά πνεύματα». Κατά την ερμηνεία που υιοθετούμε πρόκειται για την ολοκληρία και πολλαπλότητα της έκφρασης του Αγίου Πνεύματος, όπως στα επιμέρους αναλύεται ως μεσιτικό, παραινετικό και προφητικό πνεύμα μέσα από τη «μαρτυρία της προφητείας» που είναι ολόκληρο το έργο του προφήτη Ιωάννη.
Η έκφραση «και από των επτά πνευμάτων» σχετίζεται στη διατύπωση που έχουμε με το «και από Ιησού Χριστού», διότι τα 7 πνεύματα είναι «ενώπιον του θρόνου» (1,4), πρόκειται ασφαλώς για το πνεύμα του Θεού, που εκπροσωπούν στον κόσμο οι 7 εκκλησίες. Παρακάτω, το εσφαγμένο Αρ-νίο, έχει «κέρατα επτά και οφθαλμούς επτά», «οι εισίν τα [επτά] πνεύματα του Θεού απεσταλμένοι εις πάσαν την γην», «εν μέσω του θρόνου και των τεσσάρων ζώων, και εν μέσω των πρεσβυτέρων». Κι αυτό γιατί; Γιατί αυτά που ο Ιησούς γράφει στις 7 εκκλησίες είναι λόγια «του πνεύματος»' γιατί στο στίχ. 3, 1 ο ίδιος ο Ιησούς γράφει για τον εαυτό του: «τάδε λέγει ο έχων τα 7 πνεύματα του Θεού και τους 7 αστέρας». Τα 7 πνεύματα είναι μια πραγματικότητα που σχετίζεται με τον Ιησού Χριστό όσο και οι 7 αστέρες, οι / εκκλησίες. Όπως οι 7 εκκλησίες είναι η οικουμενική εκκλησία, έτσι και τα 7 πνεύματα του Θεού δηλώνουν την ολοκληρία, την πληρότητα του Πνεύματος του Θεού, όπως εκφράζεται στην εσχατολογική προοπτική μέσα από τη μαρτυρία της προφητείας. Στο 22, 6 ο Ιησούς είναι ο Κύριος ο Θεός των πνευμάτων των προφητών (σε ελάχιστα χειρόγραφα  «των πνευμάτων και των προφητών») που απέστειλεν τον άγγελο ν αυτού δείξαι τοις όούλοις αυτού α δει γενέσθαι εν τάχει. Είναι ενδιαφέρον πόσο ποικίλοι συμβολισμοί χρησιμοποιούνται από τον Ιωάννη για τους προφήτες και το προφητικό πνεύμα. Να πούμε πως υπάρχει κάποια σύγχυση, ίσως ηθελημένη; Χαριτωμένα ο προφήτης Ιωάννης αφηγείται ο ίδιος δυο φορές το εξής επεισόδιο: Μπροστά σε έναν άγγελο ο αποκαλυπτής, ο προφήτης Ιωάννης, όντας δήθεν σε κατάσταση σύγχυσης και μη ξέροντας με τι είδους ον έχει να κάνει, πέφτει στα πόδια του αγγέλου να τον προσκυνήσει, αλλά εκείνος τον σταματάει λέγοντάς του: «όρα μη, σύν-δουλός σου ειμι και των αδελφών σου των προφητών και των τηρούντων τους λόγους του βιβλίου τούτου». ΓΙολύ ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια ακριβώς σκηνή έχει προηγηθεί στο 19, 10. Επιμένει στο μπέρδεμα των αποκαλυπτικών αγγέλων με τους προφήτες της εκκλησίας ο Ιωάννης! και ο στίχ. 22, 16 επιβεβαιώνει αυτή την ταυτότητα του αγγέλου και του προφήτη: «Εγώ Ιησούς έπεμψα τον άγγελο ν μου μαρτυρήσαι υμίν ταύτα ταις εκκλησίαις». Όποια εκκλησιολογική σημασία και αν έχουν οι λόγοι του αγγέλου, το κείμενο αυτό δείχνει την ποικιλία των συμβόλων που χρησιμοποιεί ο Ιωάννης, μιλώντας για το Πνεύμα. Φυσικά, σε άλλο σημείο του βιβλίου είναι 7 άγγελοι που ίστανται ενώπιον του Θεού, και σ' αυτούς δίδονται οι 7 σάλπιγγες (8, 2). Αυτοί οι άγγελοι φαίνονται κάτι διάφορο από τους αγγέλους των 7 εκκλησιών.
Παρακάτω έχουμε ανάπτυξη, όχι μπέρδεμα της έννοιας: 7 λυχνίες εν μέσω των οποίων περιπατεί ο Υιός του Ανθρώπου -εξηγεί ο Προφήτης- είναι οι 7 Εκκλησίες, και οι 7 αστέρες που κρατάει στο χέρι του είναι οι 7 άγγελοι των 7 εκκλησιών. Όταν δηλαδή πρόκειται για σύμβολα τα εξηγεί ο ίδιος. Αυτό κάνει στο 4, 5: «... επτά λαμπάδες πυρός καιόμεναι ενώπιον του θρόνου εισίν τα επτά πνεύματα του Θεού», επίσης στο 5, 6 οι 7 οφθαλμοί του εσφαγμένου αρνιού «οι εισίν τα επτά πνεύματα, (οι) απεσταλμένοι εις πάσαν την γην». Για τα 7 πνεύματα ενώπιον του Θρόνου στο 1, 4 δε μας δίνει εξηγήσεις, γιατί η έκφραση δεν είναι απλό σύμβολο. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως ο Ιωάννης γράφει προς τις 7 εκκλησίες καθ' υπαγόρευση του Ιησού, χαρακτηρίζοντας την κάθε μια. κάθε φορά, ανάλογα με την περίσταση, την κατανόηση όμως των γραφομένων για κάθε μια και όλες μαζί εξαρτά από το Άγιο Πνεύμα: και στις επτά περιπτώσεις, οι επιστολές προς τις 7 εκκλησίες τελειώνουν με το ίδιο refrain: «ο έχων ους ακουσάτω τι το πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις». Το «IIνεύμα» εδώ δεν είναι βέβαια κάποιο σύμβολο κάποιας εκκλησίας' είναι το Άγιο Πνεύμα ή το πνεύμα της προφητείας που κάνει κατανοητά τα λόγια του Ιησού, όπως ο Παράκλητος στο Δ' Ευαγγέλιο βοηθάει τους μαθητές να ερμηνεύσουν σωστά τον Ιησού. Οι 7 αστέρες ή άγγελοι των 7 εκκλησιών είναι κάτι μεταξύ συμβόλου και πραγματικότητας. Θάλεγε κανείς πως εκπροσωπούν τη θριαμβεύουσα εκκλησία, ενώ αυτή βρίσκεται σε μια σχέση προστασίας που παρέχει προς τη στρατευομένη. Έτσι, πολλές επικρίσεις για τα συμβαίνοντα στη στρατευόμενη εκκλησία απευθύνονται διά του «αγγέλου» κάθε εκκλησίας. Ο «άγγελος» εδώ συμβολίζει την θρησκευτική πλευρά, ενώ η λέξη «Εκκλησία» την ιστορική πλευρά των επτά κοινοτήτων, της παγκόσμιας δηλαδή Εκκλησίας. Προς τον «άγγελο» γράψει ο Ιωάννης τις επιστολές, γιατί μέσα σε όλη την Απκ. υπενθυμίζει στις χριστιανικές εκκλησίες τη θρησκευτική τους πλευρά, τονίζοντας ότι η αξίωσή τους για αλήθεια και πραγματικότητα, μέσα στην εσχατολογική προοπτική που ανοίχτηκε, στηρίζεται στην αξίωσή τους να παρουσιάζονται σαν 7 αστέρια μέσα στο χέρι του Χριστού.
Βέβαια η χρήση τόσων συμβόλων για την ίδια πραγματικότητα πολλές φορές φέρνει σύγχυση όχι βέβαια στον Ιωάννη και στους αναγνώστες του, αλλά στο σημερινό αναγνώστη. Σύμφωνα με τα παραπάνω δεν αποκλείεται οι 7 «άγγελοι» των 7 «εκκλησιών» να είναι οι εκπρόσωποι του πνεύματος των προφητών που στις εκκλησίες του Ιωάννη αποτελούσαν την ηγεσία των Εκκλησιών. Όταν γράφτηκε η Απκ. υπήρχαν βέβαια επίσκοποι στην Εκκλησία, η αποκάλυψη όμως θεωρεί το προφητικό πνεύμα ως το ηγετικό μέσα στην εκκλησία. Καθώς το βιβλίο αυτό δε μιλάει καθόλου για άλλους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους πλην των προφητών δεν μπορούμε να πούμε τίποτα για οποιαδήποτε άποψη του συγγραφέα περί επισκόπων ούτε, βέβαια, πως οι επίσκοποι υπάγονται στους «προφήτες», εφόσον ο προφήτης Ιωάννης χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσος μεταξύ του Ιησού και των «αγγέλων» των Εκκλησιών, τους οποίους πολλοί, παλαιοί ιδίως, ερμηνευτές δέχονται πως είναι οι επίσκοποι τους. Διαβάζοντας κανείς και τις αναπτυσσόμενες στην Απκ. εικόνες αντιλαμβάνεται πως έχει να κάνει με συγγραφέα που συγκεντρίόνει την ιδιοφυΐα του ιερέα, του προφήτη και του ιερογραμματέα-θεολόγου, όπως τους ξέρουμε από την ΓΙ.Δ." πάνω απ* όλα όμως έχουμε να κάνουμε με έναν υπεύθυνο ηγέτη της Εκκλησίας.
Σύμφωνα μάλιστα με τα περί Ιουδαιοχριστιανισμού της Απκ., φαινόταν να έχει δίκιο ο George Montague («The Holy Spirit: Growth of a Biblical Tradition-Α Commentary on the Principal Texts of the Old and New Testaments», S. M. Paulisl Press, N. York, Parumus, Toronto 1976, σελ 331), όταν παρατηρεί πως στο αρχικό στάδιο της ζωής της Εκκλησίας, στο οποίο ανήκει και η Απκ. του Ιωάννη, δεν υπάρχει σαφής διάκριση ως προς το αν η θεία έμπνευση ή αποκάλυψη έρχονται από τον Υιό του Ανθρώπου, το Πνεύμα, από μια ουράνια φωνή ή από έναν άγγελο. Αυτά είναι μέχρις ένα βαθμό σωστά. Η διαφορά είναι πως, καθώς εμείς πιστεύουμε, δεν πρόκειται για κάποιο αρχικό στάδιο της χριστιανικής εκκλησίας τόσο, όσο για μια ειδική θεολογική επεξεργασία κάποιας ιδιάζουσας θεολογικής τοποθέτησης. Αλλωστε ο ίδιος ο Montague, στη συνέχεια, εκφράσεις της Απκ. όπως: «Εγώ τω διψώντι δώσω εκ της πηγής ύδατος της ζωής δωρεάν» (21, 7) ή «και έδειξέν μοι ποταμόν ύδατος ζωής εκπορευόμενον από του θρόνου του Θεού και του αρνιού», και τα όμοια, σχολιάζει σωστά ως εξής: «Έτσι κάνοντας ο προφήτης Ιωάννης μας δίνει μια γεύση του Δ' Ευαγγελίου και των Επιστολών Ιωάννη» (σελ. 332).
Περί του αποκαλυπτικού άμα και προφητικού χαρακτήρα της Απκ. έγινε ήδη λόγος στο Υπόμνημα (βλ. 1, 1-2). Για το γενικότερο όμως θέμα της προφητείας στην Κ.Δ. και στην αρχαία εκκλησία εν γένει βλ. το σχετικό λήμμα προφήτης από τον G. Friedrich, ό.π., 6-829-863.
Στη μέση περίπου του βιβλίου, στο κεφ. 14, εκεί ακριβώς που κορυφώνεται ο πόλεμος των αγίων είτε προς το σατανά, που κατέβηκε επί της γης, είτε προς το θηρίο και τον ψευδοπροφήτη του, πριν αρχίσει η εκδίκηση του ουρανού για τα δραττόμενα επί της γης, ο προφήτης ακούει «φωνήν εκ του ουρανού» που αφορά τα θύματα του φοβερού αυτού αγώνα. Δεν αναφέρεται η φωνή στις μυριάδες που θα χαθούν από τον ολοθρεμό των αποστατών και των απίστων, αλλά, αν θέλετε, σε μια elite, στους μάρτυρες της πίστεως, ιδίως σε όσους θα μαρτυρήσουν μετά τα τραγικά πολιτικά γεγονότα του Μου κεφ.. από το ιστορικοθεολογικό αυτό σημείο της κρίσης, του αγώνα και μετά. Να τι έλεγε η φωνή: «Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ άρτι. Ναι, λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών, τα γαρ έργα αυτών ακολουθεί μετ' αυτών» (14, 13). Η φωνή εκ του ουρανού, όπως φαίνεται απ' το β' ημιστίχιο, είναι το Άγιο Πνεύμα. Τέτοιες ουράνιες φωνές που εκφράζουν θεία αυθεντία έχουμε και στο 10, 4" 8 11, 12: «...και ήκουσαν (οι δυο προφήτες που ήταν όπως ο Μωυσής και ο Ηλίας), φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης αυτοίς* ανάβητε ώδε. Και ανέβησαν εις τον ουρανόν εν τη νεφέλη και εΟεώρησαν αυτούς οι εχθροί αυτών». Ο μακαρισμός εξάλλου του στίχ. 14, 13 είναι ο δεύτερος από τους 7 μακα-ρισμούς που έχουμε στην Απκ. (13' 16, 15' 19,9' 20, 6' 22, 7' 14): Επτά τα κάδρα, επτά οι μπορντούρες, επτά τα θέματα, επτά οι βελονιές, όλα επτά στο κέντημα που έφτιαξε με τις επτάδες του ο Ιωάννης!
«Οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες» δεν είναι αυτοί που απλώς πεθαίνουν σε κατάσταση πνευματικής ενότητας με τον Ιησού Χριστό, αλλά είναι αυτοί που πεθαίνουν για τον Κύριο και κατ' αντίθεση προς τη λατρεία του αυτοκράτορα του ψευτοκύριου, όπως δείχνει η συνάφεια. Το «απ' άρτι» στενοχωρεί πολύ τους εξηγητές' μερικοί, για να βγουν από τη δυσκολία, το εξηγούν έτσι: «Μακάριοι είναι από τη στιγμή του θανάτου τους...», ενώ είναι σαφές πας το «απ' άρτι» δηλώνει τη μετάβαση προς ένα πιο έντονο διωγμό αυτών που ακλόνητοι διατηρούν την πίστη τους (Κ. Μοωιοβ, ό.π., σελ. 278). Το ίδιο το Πνεύμα αναγνωρίζει πλήρως με εκείνο το «ναι», πραγματικά δηλαδή, πως οι μάρτυρες αποθνήσκουν υπό τρομακτικές συνθήκες. Οι κόποι από τους οποίους 0α αναπαυθούν δεν είναι τα βάσανα της ζωής γενικά αλλά τα μαρτύρια εξαιτίας της εμμονής τους στην πίστη και θα αναπαυθούν αυτοί οι μάρτυρες όχι γενικώς, όπως όλοι οι δίκαιοι, αλλά και πριν απ' αυτούς μέσα στη χιλιετή βασιλεία του Χριστού. Την εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης εγγυάται το Πνεύμα, αφού το ίδιο Πνεύμα εγγυάται την υπόσχεση που δίνεται στο τέλος κάθε μιας από τις 7 επιστολές («τω νικώντι δώσω φαγείν... ο νικών ου μη αδικηθή... και ο νικών και τηρών άχρι του τέλους τα έργα μου»... κεφ. 2-3). Και το σημαντικότερο ακόμα: «τα έργα αυτών ακολουθεί μετ' αυτών». Γιατί η χιλιετής βασιλεία του Χριστού θα είναι μετά των μαρτύρων, με τις ψυχές των «πεπελεκισμένων, οίτινες ου προσεκύνησαν το Οηρίον ουδέ την εικόνα αυτού και ουκ έλαβον χάραγμα...» (20,4 εξ.). Θα είναι ειδικό δώρο του Θεού προς αυτούς εξαιτίας του έργου της θυσίας των που τους ακολουθεί και μετά θάνατο' έπειτα έρχονται όλοι οι άλλοι. Αυτή η elite ξεχωρίζει μέσα στην Απκ. ως «οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης». Αλλά ας δούμε βαθύτερα το νόημα του μακαρισμού αυτού: Γιατί, καταρχήν, ο μακαρισμός και αυτή η εξαίρετη μεταχείριση προς τους Μάρτυρες, μετά τα σημαντικά γεγονότα του κεφ. 14; Απλούστατα, γιατί η εκκλησία του Θεού, κατά την Απκ., είναι εκκλησία Μαρτύρων και η διαβάθμιση μπορεί να γίνει μόνο μεταξύ μαρτύρων. Ό,τι και αν σημαίνει η πτώση του σατανά από τον ουρανό, η ιστορική έκφραση αυτού του γεγονότος πρέπει να βρίσκεται στο 13,11 εξ. όπου κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται περί σατανικής ενσάρκωσης στο Νέρωνα και κατόπιν στο Διοκλητιανό, με ενδιάμεσο το Ρωμαϊκό πόλεμο κατά της Ιουδαίας. Αυτοί που θα αντέξουν στις πιο σκληρές ημέρες της δοκιμασίας, αυτοί για τον Ιωάννη αποτελούν την elite του ανθρώπινου γένους, την ευγένεια και elegantia της ανθρωπότητας. Την προτεραιότητα αυτών μέσα στη ζωή της Εκκλησίας δηλώνει ο Ιωάννης χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή, ιουδαϊκή, αποκαλυπτική εικόνα της χιλιετούς βασιλείας ορισμένων μαρτύρων μαζί με το Μεσσία, πριν από την Τελική Ανάσταση και τη γενική κρίση. Αυτό γίνεται σαφέστατο από όσα ακολουθούν, όπως και το ποιοι είναι «οι εν κυρίω αποθνήσκοντες απ' άρτι». Στο ερώτημα π.χ. αν αυτοί ταυτίζονται «με τας ψυχάς των εσφαγμένων διά τον λόγο ν του Θεού και την μαρτυρίαν ην είχον» στο κεφ. 6, 9-11, η απάντηση μάλλον πρέπει να είναι αρνητική, γιατί οι ψυχές υπό το ουράνιο θυσιαστήριο μαρτύρησαν πριν ο σατανάς, ο όφις ή δράκοντας, πέσει από τον ουρανό πάνω στη γη, οπόταν δράστηριοποίησε το «θηρίο» και τον «ψευδοπροφήτη» και έτσι έκανε ακόμη πιο δύσκολη και αφόρητη τη ζωή των πιστών. Πρόκειται εκεί για παλαιότερους μάρτυρες της πίστεως, ίσως από καταβολής κόσμου. Είναι κάτι απλό στο σύνολο της εικόνας, όπου όλη η εκκλησία αποτελείται από ομολο-γητές και μάρτυρες* αν στους σκληρότερα δοκιμασθέντες ο Ιωάννης επιφυλάσσει την ειδική μεταχείριση της χιλιετούς βασιλείας, δίνει δηλαδή μια προτεραιότητα αρκετά τονισμένη, αυτό γίνεται για να δηλωθεί δεόντως πως το πολυτιμότερο που έχει η εκκλησιαστική και η θεία τάξη είναι το «αρνίον το εσφαγμένον προ καταβολής κόσμου» (13, 8), και αυτοί που υπέμειναν τα σκληρότερα βασανιστήρια υπέρ της πίστεως, δηλαδή «οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης» (7, 13), δηλώνει πως υπήρξε και μικρότερη θλίψη. «Με τους εν Κυρίω αποθνήσκοντες», πρέπει μάλλον να ταυτίζονται οι 144.000 που ίστανται μετά του «αρνιού» επί του όρους Σιών στο ίδιο κεφάλαιο, δηλ. στο 14. Το ερώτημα είναι: Τόσοι μάρτυρες, και μάλιστα elite μαρτύρων, πού βρέθηκαν; Τι εννοεί ο Ιωάννης με τον αριθμό 144.000; Γιατί τόσοι είναι και οι «εσφραγισμένοι εκ πάσης φυλής Ισραήλ» (7, 4 εξ.), ενώ υπάρχει, βέβαια, «όχλος πολύς ον αριθμήσαι αυτόν ουδείς ηδύνατο εκ παντός έθνους και φυλών και λαών κ.τ.λ.» (7,9 εξ.). Πρόκειται μάλλον για «σχηματικό» αριθμό και όλοι αυτοί οι αριθμοί στην Απκ. δεν αποσκοπούν τόσο να παρουσιάσουν μεγάλο τον αριθμό των μαρτύρο>ν, για να ενθαρρύνουν έτσι τους πιστούς στην πάλη και στον αγώνα τους, όσο για να δείξουν τον προκαθορισμένο από το Θεό αριθμό των εκλεκτών.
Εν πάση περιπτώσει, όσοι και αν είναι «οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ' άρτι», μας γεννιέται το ερώτημα ποια σχέση μπορεί να έχουν τα υπονοούμενα με το σύγχρονο στον Ιωάννη ιουδαϊκό και ρωμαϊκό κόσμο. Κατ' αρχήν, βέβαια, ο κόσμος τέτοιος που είναι, είναι βαθύτατα εχθρικός προς το Θεό, ο οποίος τον δημιούργησε, τον κρατά και τώρα στη χούφτα του, και τελικά θα τον κρίνει. Πόσο εχθρικός ήταν αυτός ο κόσμος στα χρόνια του Ιωάννη; Όπως στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, ο κόσμος, και εδώ, μισεί το Θεό. Ο κόσμος τον αντικατέστησε θεοποιώντας και απολυτοποιώ-ντας τον εαυτό του, την κοσμική εξουσία. Τους ανθρώπους που στέλνει ο Θεός ο κόσμος τους αποκτείνει' μόνον ως «μάρτυρες» λίγοι δηλ. άνθρωποι, μπορούν να ανήκουν στο Θεό. Οι άλλοι είναι του «Καίσαρα». Δυστυχώς, κι όταν ο Θεός χρησιμοποιεί τρομακτικών διαστάσεων τιμωρίες κατά των κατοικούντων επί της γης, αυτοί μένουν πάντοτε αμετανόητοι. Μια σχετικά πολύ μικρή ομάδα μένει πάντοτε με το μέρος του Θεού. Αν σκεφθούμε πως το Αρνίο είναι «ε-σφαγμένο από καταβολής κόσμου» και πως τα ονόματα των σωζομένων μαρτύρων και ομολογητών είναι τα «γραμμένα απαρχής στο βιβλίο της ζωής», όπως επανειλημμένα τονίζει ο Ιωάννης, το συμπέρασμα είναι τούτο: Το ότι η Εκκλησία αποτελείται από μάρτυρες δεν είναι απλώς μια ιστορική διαπίστωση για τον Ιωάννη, δεν είναι απλώς κάτι που πραγματικά συμβαίνει, αλλά είναι κάτι που βρίσκεται μέσα στη δομή του κόσμου και στη θεμελιώδη όσο και συνήθη σχέση του κόσμου προς το Θεό, τον παντοκράτορα. Αυτό έχει διδάξει τον προφήτη όλη η ιστορία της αγίας Γραφής. Αυτά σημαίνουν πως οι εικόνες της Απκ. δεν αποσκοπούν να δείξουν απλώς ποια θα είναι η έκβαση της ιστορίας, πόσο τρομερά πράγματα θα γίνουν, ενώ οι σωζόμενοι θα είναι ελάχιστοι, κι αυτοί, εξαιτίας της εχθρότητας του κόσμου, κυρίως μάρτυρες και ομολογητές* είναι σωστή η πρόταση κατά την οποία ο Ιωάννης με το ιδιάζον αποκαλυπτικό και εσχατολογικό του σενάριο θέλει προπαντός να μας πει σε τι συνίστατο πάντοτε και σε τι κατά το παρόν και το μέλλον συνίσταται η πίστη στο Θεό, το γεγονός της πίστεως παντού και πάντοτε. Αυτό που με τις εικόνες της Απκ. παρουσιάζεται ως το τέλος της ιστορίας, είναι, ουσιασικά, αυτό που συμβαίνει με κάθε πιστό, σε κάθε εποχή. Η εμπιστοσύνη στο Θεό της Π. και της Κ. Διαθήκης ως αλήθειας, και η αποφυγή της ειδωλολατρείας, της θεοποίησης δηλαδή ή απολυτοποί-ησης κάποιας κοσμικής δύναμης ή ιδιότητας, αυτό είναι στην ουσία το γεγονός της πίστεως, κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση' αυτό οδηγεί συχνά στην ομολογία και στο μαρτύριο και κάνει απολύτως αναγκαία «τη μαρτυρία των προφητών».
Ο προφήτης Ιωάννης, όπως φαίνεται από το γραπτό του, εμβάθυνε στην ιστορία του λαού της Π.Δ. σαν μέσα σε Μαρτυρολόγιο. Και είναι γεγονός πως και οι προφήτες της Π.Δ. έτσι καταλάβαιναν την προφητική παλαιδιαθηκική πίστη έναντι της ειδωλολατρείας, των βασιλιάδων και του ιερατείου της εποχής των. ΓΓ αυτό σε ορισμένα σημεία δύσκολα μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους προφήτες «σύν-δουλους» του Ιωάννη από τους προφήτες της ιεράς ιστορίας γενικά. Π.χ. το 10, 6 εξ. «...ότι χρόνος ουκέτι έσται, και ετελέσθη το μυστήριον του Θεού, ως ευηγγέλισεν τους εαυτού δούλους τους προφήτας» αναφέρεται, όπως φαίνεται, σε όλους τους προφήτες γενικώς. Έπειτα, η παράξενη εκείνη παράδοση πως δυο προφήτες ως ο Μωϋσής και ο Ηλίας, που 0α έλθουν πριν από το θάνατο ή πριν από την Παρουσία του Μεσσία, θα φονευθούν από το θηρίο εκ της αβύσσου «επί της πλατείας της πόλεως της μεγάλης... όπου και ο κύριος αυτών εσταυρώθη» (11, 8). Αν δεν πρόκειται για σωσίες του Μωϋσή και του Ηλία και πρόκειται περί των ιδίων, είναι πολύ ενδιαφέρουσα η φράση «όπου και ο κύριος αυτών εσταυρώθη». Αλλωστε, το όνομα «Ιουδαίος» είναι, όπως στον Παύλο, έτσι και στον Ιωάννη της Απκ. τίτλος τιμητικός, άσχετα αν ορισμένοι «Ιουδαίοι» ατιμάζουν το όνομα αυτό, μετατρέποντας τη «συναγωγή των Ιουδαίων» σε «συναγωγή του σατανά», όπως στη Σμύρνη και στη Φιλαδέλφεια. Αυτοί, κατά τον Ιωάννη, είναι «οι λέγοντες εαυτούς Ιουδαίους και ουκ εισίν» αλλά ψεύδονται. Δε μιλά για τη θρησκεία της Π.Δ. άμεσα, κράζει όμως το θέμα αυτό μέσα από όλες τις σελίδες του και από όλες τις εικόνες του. Πολύ εδώ μας ενδιαφέρει αν οι «μάρτυρες» της Π.Δ. έχουν κάποιο μερτικό με τους μάρτυρες του «εσφαγμένου Αρνιού». Και νομίζω πως έχουν: εκείνοι θεωρούνται κατά πρόληψη μάρτυρες των άπιστων βασιλιάδων του Ισραήλ, βασιλιάδων που συμβιβάζονταν με τις διάφορες ειδωλολατρείες των γειτόνων, είναι οι μάρτυρες της Εξορίας, της Μακκαβαϊκής εποχής, της αντίστασης κατά του Αντιόχου και του Καλιγούλα. Με άλλα λόγια: είναι σχεδόν βέβαιο πως ο Ιωάννης, όταν μιλάει για τους «εν κυρίω αποθνήσκοντες», έχει υπόψη του όλο το φάσμα των μαρτύρων της πίστείος μέσα στην ιερά ιστορία, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη «μπαλλάντα» υπέρ της πίστεως στο κεφ. 11 της προς Εβραίους Επιστολής. Θυμίζω πώς τελειώνει η «μπαλλάντα» αυτή: «Και ούτοι πάντες μαρτυρηΟέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττόν τι προβλεψαμέ-νου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσιν» (στίχ. 39). Ας σημειωθεί πως η προς Εβραίους γράφτηκε προς χριστιανούς που είχαν περάσει ένα σκληρό διωγμό και επρόκειτο να αντιμετωπίσουν ένα νέο διωγμό. Του προφήτη Ιωάννη είναι πολύ ευρεία η εμπειρία περί του κόσμου, ιστορικής διάρκειας εκατονταετιών ολοκλήρα)ν, και όχι μόνο κάποιας ολίγων δεκαετιών αντίστασης της Εκκλησίας έναντι της αυτοκρατορικής λατρείας εντός του πρώτου αιώνα της ιστορίας μας. Έτσι, βρίσκουν κάποια δικαίωση τα μεγέθη που παρουσιάζει: πολλές εικόνες συμπλεκόμενες διά του αριθμ. 7, που ενίοτε αντιπροσωπεύουν την αντίσταση του λαού του Θεού σε διάφορες περιόδους' ή διάφορες ομάδες μαρτύρων καθώς και απίστων ή αμετανοήτων' τα μεγέθη των καταστροφών. Τα γεγονότα όμως κρίσεως και καμπής που βαρύνουν πάνω στη σκέψη του και αποφασιστικά την επηρεάζουν είναι η μεγάλη συμφορά του 70 μ.Χ. εξαιτίας της αντίστασης των Ιουδαίων κατά της Ρώμης, ο διωγμός του Νέρωνα τον Ιούλιο του 64 μ.Χ. καθώς και του Δομιτιανού στη Μ. Ασία μεταξύ 81-96 μ.Χ. εναντίον της άρνησης των χριστιανών για την αυτοκρατορική λατρεία. Ο Ιωάννης βλέπει να έρχονται πολύ δύσκολες ημέρες για την Εκκλησία από τη σύγκρουση μεταξύ Θεού και κρατικής εξουσίας. In fortissimo προβάλλει στο μέλλον όλη την εμπειρία του λαού του Θεού σε εικόνες που πιστεύει πως κατ' ουσία 0α επαναληφθούν με κάποιο τρόπο «εν τάχει», όπως άλλωστε πίστευε όλη η Εκκλησία τα χρόνια εκείνα. Και ιστορικά επαληθεύτηκε η πρόβλεψή του. Αν μπορεί κανείς από το τέλος να βλέπει στην αρχή, σίγουρα το τέλος δεν μπορεί παρά να είναι η αποκορύφωση αυτών που γίνονται εξαρχής.
Τα παραπάνω πουθενά στην Απκ. δεν αναπτύσσονται θεολογικά, γιατί η προφητεία του Ιωάννη είναι «αποκαλυπτική» και δεν ανήκει στο είδος του συζητητικού θεολογικού διαλόγου' αφήνονται όμως όλα ως υπονοούμενα να γίνουν αντιληπτά από τον αναγνώστη μέσα από τον πλούτο της θρησκευτικής ιστορικής εμπειρίας του σ. υπό την έμπνευση του Πνεύματος, που κατά τον ειδικό αυτό τρόπο λειτουργεί μόνο στη μαρτυρία του προφήτη Ιωάννη. Το σημαντικότερο θεολογικό του επίτευγμα είναι ότι, εξαιτίας των παραπάνω, το εσχατολογικό του σενάριο εκφράζει το γεγονός της πίστεως σε κάθε περίπτωση της ιστορίας των ανθρώπων του Θεού. Βλέπει κανείς πως ό,τι κατέστρεψαν οι Ρωμαίοι κατά την επάνασταση του 70 μ.Χ.: Ναό, θυσιαστήρια ολοκαυτωμάτων και θυμιάματος κ.τ.λ., λειτουργούν όλα εν ουρανοίς. Βέβαια, περί των 24 Πρεσβυτέρων γύρω από το θρόνο του Θεού έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες. Η απλούστερη, κατά τη γνώμη μου, είναι πως οι 12 Πατριάρχες + οι 12 Απόστολοι, οι δυο Διαθήκες δηλαδή, περιβάλλουν λατρευτικά και ερμηνευτικά το θρόνο του Θεού και τα εκπορευόμενα από εκεί προς τις εκκλησίες και προς τον κόσμο. Έτσι, στο 21, 12-14, η ουράνια Ιερουσαλήμ έχει 12 πυλώνες στο όνομα των 12 φυλών του Ισραήλ και δώδεκα θεμελίους λίθους που είναι οι 12 Απόστολοι. Περί ιερατείου στον ουρανό δε γίνεται λεπτομερέστερος λόγος, αφού, λόγω της πνευματολογίας του βιβλίου της Απκ., ονομάζονται πολλάκις απαρχής μέχρι τέλους του βιβλίου βασιλείς και ιερείς όλοι οι πιστοί, ομολογητές και μάρτυρες, δε νομίζω δε πως έχουμε άλλο βιβλίο στην Κ.Δ. πιο ιερατικά και λατρευτικά προσανατολισμένο με την πνευματική και προφητική έννοια. Σχετικά με την ιερατική παράδοση της Π.Δ. όπου εξακολουθεί να έρπει στις Εκκλησίες μέχρι σήμερα, το μέλλον και η αποκατάσταση της πνευματικής τάξης συνίσταται συνήθως στην αποκατάσταση της ακρίβειας του παρελθόντος (Montague, ό.π. σελ. 68)' όμως ο Ιωάννης της Απκ., μέσα σε όλο το γραπτό του, ιδιαίτερα στα τελευταία του κεφ., μέσα στον καινό ουρανό και την καινή γη, μιλά για μια νέα λατρεία του Θεού που θα είναι όχι οποιαδήποτε συμμόρφωση προς το παρελθόν.
«Οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες αναπαύονται εκ των κόπων αυτών», λέγει το Πνεύμα, «ότι τα έργα αυτών ακολουθεί μετ' αυτών». Όποιος κοιτάξει μια Concordantia, θα βρει πλήθος αναφορών στη λέξη «έργα» στην Απκ. Κι η πρώτη σκέψη είναι: Τι άλλο θα περίμενε κανείς από ένα ιουδαιο-χριστιανικό έργο; Ότι μάλιστα «τα έργα» ακολουθούν τον άνθρωπο μετά θάνατο έχει διατυπωθεί θρησκευτικά κατά ποικίλους τρόπους σε όλες τις θρησκείες, και μέσα στο χριστιανισμό. Ο προφήτης Ιωάννης ακολουθεί και σ' αυτό το θέμα καθιερωμένες διατυπώσεις, που το Πνεύμα όμως τους έχει δώσει άλλη έννοια. Στην Απκ. «τα έργα» σημαίνουν το γεγονός της πίστεως, την άρνηση δηλαδή του ανθρώπου μέχρι θανάτου να προσκυνήσει αντί του Θεού των Προφητών και των Αποστόλων, των θεμελίων της Νέας Ιερουσαλήμ, κοσμικές δυνάμεις, εξουσίες και απαιτήσεις με θεοποιημένο και απόλυτο χαρακτήρα. Τα «έργα» αυτά από τις 7 επιστολές της Απκ. μπορούμε να περιγράψουμε ως κόπο και υπομονή, ως αγάπη γνήσια και ως απόκρουση των ψευδαποστόλων (Έφεσος) ως θλίψη και πτωχεία, εμμονή και πίστη μέχρι θανάτου (Σμύρνη)' ως μαρτύριο (Πέργαμος)' ως αγάπη, πίστη, διακονία και υπομονή (Θυάτειρα)" τήρηση του λόγου και μη άρνηση του ονόματος (Φιλαδέλφεια). Αυτά είναι, περίπου, τα έργα που συνοδεύουν όσους αναπαύονται εν Κυρίω. Δεν πρόκειται για έργα του Νόμου, που γράφονται σε πίστωση του χριστιανού σε κάποιο δεφτέρι, αλλά για την ίδια την ταυτότητά του ως χριστιανού: ή είναι εσφραγισμένος με το όνομα του Αρνίου και άρα υπάρχει κατά Θεόν ή είναι μηδέν. Πολύ σωστά ο ίοΗ-π^ογ παρατηρεί σχετικώς τα ακόλουθα: Ξέρουμε τις περιπέτειες του αρχικού χριστιανισμού εξαιτίας της πάλης κινημάτων υπέρ της Παραδόσεως και του Νόμου έναντι άλλων κινημάτων με κίνητρα το Πνεύμα και τον ενθουσιασμό. Με το θέμα αυτό ο Παύλος, όπως ξέρουμε, πάλεψε μια ζωή ολόκληρη' πολέμησε τον παλαιό Νόμο και τις ιστορικές θεοκρατικές παραδόσεις, δεν μπόρεσε όμως με περισσότερη σαφήνεια να μας πει σε τι συνίσταται ο νέος νόμος της εν Χριστώ ζωής, που κυβέρνησε τη ζωή του μετά το βίωμα προ της Δαμασκού. Ο Ιωάννης, όπως βλέπετε, ήρεμα, χωρίς εκρήξεις και δονήσεις, ενώνει Νόμο και Πνεύμα σε μια θρησκευτική αντικειμενική ενότητα. Με αδιαμφισβήτητη αυθεντία διακηρύττει την τήρηση των εντολών του Θεού από τις Εκκλησίες, αυτές όμως οι εντολές υπαγορεύονται από το Πνεύμα της Εκκλησίας. Ο Ιωάννης είναι εσχατολογικά προσανατολισμένος, έχει όμως, κατά ιδιάζοντα τρόπο, μεταβάλει τη συγκεκριμένη κατεύθυνση της μέχρι τότε εσχα-τολογίας, πραγματοποίησε τέτοια σύνδεση μέλλοντος και παρόντος, μια νέα ενότητα, μέσα στην οποία εξαίρονται σε μια αδιάλυτη σύνδεση η τήρηση των εντολών και το Πνεύμα, αναπτύσσουν έτσι, και οι δυο πλευρές, μια στην πίστη θεμελιωμένη σχέση, η βαθύτερη έννοια και ενσωμάτωση της οποίας είναι ο Χριστός, το «εσφαγμένο αρνίο». Έτσι ο Ιωάννης, σε κάθε εξόρμηση απολυτοποιημένων γήινων παραγόντων και σε κάθε ανάγκη έκφρασης της ανθρώπινης συνείδησης και ανεξαρτησίας βλέπει τη θεία ανταπόκριση να έρχεται εν δυνάμει όχι μόνο στο έργο του Παντοκράτορα αλλά και στην ανθρώπινη πιστότητα μαζί, όχι μόνο εσχατολογικά στο μέλλον αλλά και στο παρόν. Η πίστη, το «πιστεύειν» στο Δ' Ευαγγέλιο έχει την ίδια περίπου έννοια σε ό,τι αφορά τον πιστό και τον Παράκλητο. Μόνο που εκεί περιεχόμενο της είναι η αποστολή του Υιού από τον Πατέρα, η πίστη σε ένα δόγμα, ενώ εδώ, στην Απκ., το περιεχόμενο της πίστεως εκφράζει στην ουσία του το «αρνίο το εσφαγμένο». Η «μαρτυρία των Προφητών» επί του προκειμένου δεν είναι μόνο έκφραση ενθουσιασμού, ενός πνεύματος αδούλωτου σε κάθε κτηνώδη κατάσταση βίας, είναι ένας νέος τρόπος ζωής πολύ συναδελφωμένος με το θάνατο «ένεκεν του ονόματος». Αν προσέξουμε τις επιστολές προς τις 7 εκκλησίες, βλέπουμε να περιγράφονται ποικίλοι τρόποι προσαρμογής της χριστιανικής πίστης προς τη ζωή του ειδωλολατρικού κόσμου' η χυδαιότερη μορφή προσαρμογής ήταν η λατρεία του αυτοκράτορα. Έχοντας ενώπιον μας αυτές τις εικόνες, καταλαβαίνουμε γιατί στην Απκ. είναι το ίδιο το Πνεύμα που βεβαιώνει πως τους μάρτυρες ακολουθούν τα έργα αυτών μετά θάνατον, όπως είναι γενικά το Πνεύμα που κρίνει τις Εκκλησίες για την τήρηση των εντολών του Θεού έναντι των απαιτήσεων του κόσμου. ΓΥ αυτό είναι «μακάριος ο τηρών τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου» (22, 7).
Και ερχόμαστε τώρα σε κάποιες αναφορές στο Πνεύμα που βρίσκουμε στο τελευταίο κεφάλαιο της Απκ. Το θέμα εδώ είναι το «έρχομαι ταχύ, και ο μισθός μου μετ' εμού αποδούναι εκάστω ως το έργον εστί αυτού» (22, Τ 12' 20). Η ανταπόκριση στην υπόσχεση είναι το «έρχου' και ο ακούων ειπάτω έρχου» ή με τη μορφή που το έχει παραλάβει ο Παύλος από τις εκκλησίες της Παλαιστίνης: «μαραναθά» (Α' Κορ. 16, 22). Η ανταπόκριση αυτή στην υπόσχεση του Ιησού στην Απκ. δε δίνεται μόνο από την Εκκλησία, γιατί εδώ «Και το πνεύμα και η νύμφη λέγουσιν έρχου»" σ' αυτό προστίθεται: «και ο ακούων ειπάτω' έρχου». Το τελευταίο αυτό θυμίζει πολύ το refrain των επιστολών προς τις 7 εκκλησίες: «Ο έχων ους ακουσάτω τι το πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις», έκφραση που ακολουθείται πάντοτε από κάποια εσχατολογική υπόσχεση που το Πνεύμα δίνει σε όλες τις Εκκλησίες. Αυτό που κάνει εδώ ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι το «έρχου» απαγγέλλουν πρώτοι «το πνεύμα και η νύμφη». Ποια είναι η έννοια αυτού του duetto; Πρώτα-πρώτα, το Πνεύμα εδώ πρέπει να είναι το άγιο Πνεύμα όπως εκφράζεται διά των προφητών και της προφητείας μέσα σε όλη την Απκ. Μετά το Θεό και το Αρνίο, το Πνεύμα (των Προφητών) είναι η κορύφωση της ιεραρχίας μέσα στη θριαμβεύουσα και στη στρατευόμενη Ιερουσαλήμ. Η εικόνα της εκκλησίας ως νύμφης εξάλλου εκφράζει την πλήρη θρησκευτική πραγματικότητα της Εκκλησίας σε αδιάλυτη ένωση με το Χριστό. Είναι θεολογικά ενδιαφέρον πως έτσι ονομάζει ο Ιωάννης την Εκκλησία περί το τέλος του βιβλίου του, τότε που πρόκειται να ταυτιστούν η ουράνια με την επίγεια Εκκλησία. Ο Ιησούς είναι ο νυμφίος και εδώ και στο Δ' Ευαγγέλιο, όπου όμως η συνάφεια δεν είναι εσχατολογική και ο φίλος του νυμφίου, ο κουμπάρος ή master of ceremonies, είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής (Ιω. 3, 29). Η σύνδεση του «Πνεύματος και της νύμφης» στην Απκ. οδηγεί στην υποψία πως εδώ το Πνεύμα (των Προφητών) είναι ο φίλος του νυμφίου που μαζί με τη νύμφη φωνάζουν το γαμπρό να έλθει για να τελεσθούν οι γάμοι. Η Απκ., μάλιστα, τελειώνει με τη διαβεβαίωση του νυμφίου, πως έρχεται ταχύ: «Λέγει ο μαρτυρών ταύτα' ναι, έρχομαι ταχύ». Και, τώρα, ο προφήτης Ιωάννης προσθέτει τη δική του προσωπική έκκληση: «Αμήν, έρχου Κύριε Ιησού».
Στην Απκ. η «νύμφη» είναι η «πόλις η αγία Ιερουσαλήμ, η καταβαίνουσα εκ του ουρανού από του Θεού, έχουσα την δόξαν του Θεού' ο φωστήρ αυτής όμοιος λίθω τιμιωτά-τω... έχουσα τείχος μέγα και υψηλόν... πυλώνες... θεμε-λίους...» (21, 10-14). Εδώ, η πόλη-νύμφη, σχετίζεται στην Απκ. με δυο γεγονότα: Πρώτα-πρώτα, με την καταστροφή της Ρώμης. Στο κεφ. 19, 1 εξ. ακούγεται «ως φωνή μεγάλη όχλου πολλού εν τω ουρανώ», ύμνος στο Θεό για την καταστροφή της «πόλης της μεγάλης», «της Βαβυλώνας», «της πόλης της ισχυρής», που είναι κόκκινη από το αίμα των αγίων' ο ύμνος αυτός τελειώνει ως εξής:«... ότι ήλθε ο γάμος του αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν, και εδόθη αυτή ίνα περιβάληται βύσσινον λαμπρόν καθαρόν' το γαρ βύσσινον τα δικαιώματα των αγίων εστίν» (19, 7-8). Αφετέρου, η πόλη-νύμφη μετά την τελική ανάσταση και κρίση σχετίζεται με την «πόλιν την ηγαπημένην», που μαζί με την παρεμβολή των αγίων εκύκλευσαν ο σατανάς με τους Γωγ και Μαγώγ (20, 7 εξ.)' σχετίζεται με την πόλη την αγίαν Ιερουσαλήμ. ΓΓ αυτήν μεγάλη φωνή εκ του ουρανού λέει: «Ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων... και αυτοί λαός αυτού έσονται... και εξαλείψει παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ έσται έτι ούτε πένθος κ.τ.λ.» (21, 2-4). Προς πλήρη επιβεβαίωση της υπόσχεσης αυτής, ο Ιωάννης προσθέτει πως ένας από τους αγγέλους με τις 7 φιάλες, στη συνέχεια: «απήνεγκέν με εν πνεύματι επί όρος μέγα και υψηλόν, και έδειξέν μοι την πόλιν την αγίαν Ιερουσαλήμ καταβαίνουσαν εκ του ουρανού από του Θεού» (21,9 εξ.)· Μάλιστα, κατ' αντίθεση προς την ιστορική πόλη Ιερουσαλήμ που ο Ιωάννης παίρνει, στο 11,1 εξ., εντολή να μετρήσει με «κάλαμον όμοιον ράβδω», που, όπως σημειώνεται, δηλώνει την καταπάτηση της Ιερουσαλήμ από τα έθνη «μήνας τεσσαράκοντα και δυο», στο κεφ. 21, 15 εξ. έχουμε νέο μέτρημα της πόλης με «κάλαμον χρυσούν», των πυλώνων και του τείχους της. Η πόλη αυτή δεν έχει ανάγκη από ναό, ούτε βέβαια ιερατείο, ούτε από ήλιο και φεγγάρι, ούτε νύχτα και σκοτάδι έχει. «Οι εγγεγραμμένοι εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου» αυτοί «βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων» (22, 4). Η άνω Ιερουσαλήμ είναι γνωστή και στον Παύλο από τους Ραββίνους (Γαλ. 4, 25). Η προς Εβραίους (12, 22-24) διακρίνοντας την Ιουδαϊκή Ιερουσαλήμ από τη χριστιανική, γράφει στους διωκόμενους αναγνώστες της επιστολής πράγματα πολύ συγγενικά προς την Απκ.: «... αλλά προσεληλύθατε Σιών όρει και πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω, και μυριάσιν αγγέλων πανηγύρει και εκκλησία πρωτοτόκων απογεγραμμένων εν ουρανοίς και κριτή Θεώ πάντων και πνεύματι δικαίων τε-τελειωμένων και διαθήκης νέας μεσίτη Ιησού και αίματι ραντισμού κρείττον λαλούντι παρά τον Αβελ». Η πρωτοτυπία στην Απκ. έγκειται ότι η άνω Ιερουσαλήμ κατέρχεται επί της γης και γίνεται «η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων».
Η αγία Ιερουσαλήμ του Ιωάννη ξεπερνά την αμαρτωλή Ρώμη από άποψη πλούτου, χρυσού και πολυτίμων λίθων, ως προς την εμφάνιση. Αυτή η πολυτέλεια της σκηνής του Θεού μετά των αγίων δεν είναι καρπός της τάσης του Ανατολίτη σ. προς τη χλιδή και τη λαμπρότητα' όχι, ο Ιωάννηςθέλει η πόλη των αγίων να ξεπερνά κατά πολύ ως προς αυτά την πρωτεύουσα του θηρίου, τη Ρώμη. Σε σύγκριση προς την Ιερουσαλήμ της εσχατολογικής προσδοκίας των Ιουδαίων, η χριστιανική Ιερουσαλήμ διαφέρει κατά το ότι αυτή είναι οικουμενική και αυτό που επικρατεί σ' αυτήν δεν είναι το ιερατικό ούτε το ιερογραμματικό-θεολογικό, αλλά το προφητικό στοιχείο με όλες του τις έννοιες. Επομένίος, στο στίχ. 22, 17, η νύμφη είναι η θριαμβεύουσα Εκκλησία που οσονούπω, ταχύ, κατεβαίνει από τους ουρανούς επί της γης για να γίνει ο καινός εσχατολογικός τόπος εγκατάστασης του Θεού μετά των αγίων. Η στρατευόμενη Εκκλησία αντιπροσωπεύεται από τους επί γης ακούοντες τον λόγο της προφητείας: «και ο ακούων ειπάτω έρχου». Το ίδιο, όμως, πρώτο και καλύτερο, κράζει το πνεύμα, που ως Αγιο Πνεύμα είναι το «πνεύμα της προφητείας» (19, 10), που δεν οδηγεί μόνο στη «μαρτυρία του Ιησού» αλλά παραινεί και παρα-μυθεί τους πιστούς, προβάλλοντας συνεχώς την υπόσχεση του Θεού για αυτούς.
Συμπέρασμα: Αοιπόν, αν και σποραδικά στο βιβλίο της Απκ. αναφέρεται ο όρος «πνεύμα», συνδέεται απαρχής μέχρι τέλους με τον προφήτη Ιωάννη και «το λόγο της προφητείας» του, δηλαδή με ολόκληρο το βιβλίο. Ο σ. χρησιμοποιεί παλαιές φόρμες αλλά με ευρύτερο νόημα. Οπου γράφει πως «εγένετο εν πνεύματι» (1,10' 4,2) ή ότι κάποιος άγγελος «απήνεγκέν με εις έρημον τόπον εν πνεύματι» (17, 3) ή και «απήνεγκέν με εν πνεύματι επί όρος μέγα... και είδον... την αγίαν Ιερουσαλήμ καταβαίνουσαν» (21, 10) δεν εννοεί κάποια διχοτόμηση ψυχής και πνεύματος, που κάνει την ψυχή ικανή να δει όσα δεν μπορεί να δει με το σώμα, ούτε εννοεί κάποια ιδιάζουσα ψυχολογική κατάσταση σαν εκείνη των αρχαίων εκστατικών ηίϊΗϋπΊ της Π.Δ. Το «εν πνεύματι» σημαίνει την κατάσταση εκείνη του ανθρώπου που επιτρέπει στο Άγιο Πνεύμα ή στο πνεύμα του βιβλίου της προφητείας να προβεί σε αποκαλύψεις και προτροπές όπως αυτές της Απκ. Πρέπει όμως να σημειωθεί δεόντως πως το Πνεύμα στην Απκ. δεν παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο του Χριστού απαρχής του βιβλίου μέχρι τέλους, ούτε μπορούμε να ισχυριστούμε πως αυτό σίγουρα αποτελεί την πηγή της προφητείας. Το Πνεύμα είναι παντού στην Απκ. επιβεβαιωτικό και ενισχυτικό του Υιού ή του Χριστού' Πουθενά δεν απαιτείται η πνευματική υπέρβαση του Χριστού. Αυτό κάνει ξεχωριστή εντύπωση σε ένα προφητικό βιβλίο. Μπορεί ο προφήτης Ιωάννης να είχε κάποιες επιφυλάξεις έναντι των «πνευματικών», όπως είχε ο Ματθαίος (7, 15-23' 28, 19-20). Αυτό το έντονα παραδοσιακό στυλ του Ιωάννη σε ολόκληρο το αποκαλυπτικό του σενάριο και η έντονη προσκόλλησή του στο γράμμα της Π.Δ. επανειλημμένως μας οδήγησαν στη σκέψη πως, πραγματικά, φοβόταν την πνευματική και ελεύθερη ερμηνεία των παραδοσιακών εσχατολογικών συμβόλων, όπως αυτήν π.χ. που συναντάμε στην Β" Πέτρου, αν και σε κάπως μετριοπαθή μορφή (βλ. τη σχετική μελέτη επ' αυτού στον Ε. Käsemann, Aufsätze und Versuche, τόμ. Α"). Ούτε είναι δυνατό να μη σημειωθεί η με κάποιο σύμβολο απουσία του Πνεύματος είτε κατά την ουράνια λειτουργία είτε μέσα στη νέα Ιερουσαλήμ εντός του νέου κόσμου. Όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο, είναι όμως γεγονός.




Σελίδες 549-572

 


Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με σαφή αναφορά  την πηγή προέλευσης 
ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.