Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ερμηνεία είς τήν ένάτην ώδήν τής Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας





ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Ερμηνεία είς τήν ένάτην ώδήν τής Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας
άπό τό βιβλίον «ΚΗΠΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ» Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Αί κυριώτεραι έντολαί καί προσταγαί, τής Νέας Διαθήκης μεταφρασμένοι εις τό άπλοϋν, εις ιζ' κεφάλαια.

Κεφάλαιον α'

"Οτι κάθε Χριστιανός χρεωστεΐ νά όγαπφ τόν Θεόν.
Θέλεις άγαπήσει Κύριον τόν Θεόν σου, μέ δλην τήν καρδίαν σου, μέ δλην τήν ψυχήν σου, καί μέ δλον τόν νουν σου. Αύτή είναι ή πρώτη καί μεγάλη έντολή (Ματθ. κγ' 37).
’Ανίσως μέ άγαπάτε θέλετε φυλάττει τάς προσταγάς μου (Ίωάν. ιδ' 15).
"Οποιος έχει είς τήν ένθύμησιν του τάς έντολάς μου καί τάς φυλάττει, έκεινος εΐναι δπου μέ άγαπφ. "Οποιος δέ άγαπφ έμένα, θέλει άγαπηθή άπό τόν Πατέρα μου καί έγώ θέλω τόν άγαπήσει καί θέλω φανερώσει τόν έαυτόν μου μυστικώς μέσα είς αύτόν (Ίωάν. ιδ' 21).
"Οποιος δέν μέ άγαπςΐ, έκεινος δέν φυλάττει τάς προσταγάς μου (Ίωάν. ιδ' 24).
Αγαπάτε τόν Χριστόν, άγκαλά καί νά μή τόν ήξεύρετε (Α' Πέτρ. α' 8).
"Οποιος άγαπφ τόν γεννήσαντα Πατέρα, άγαπφ καί τόν Υίόν, δπου γεννάται άπό τόν Πατέρα (Α' Ίωάν. ε' 1).

Κεφάλαιον β'

'Ότι χρεώστε! κάθε Χριστιανός νά άγαπφ τόν άδελφόν του.
Δευτέρα δέ έντολή όμοία μέ τήν πρώτην εΐναι, τό νά άγαπήσης τόν άδελφόν σου ώσάν καί τόν έαυτόν σου (Ματθ. ε' 44).
Προσταγήν καινούργιαν σάς δίδω νά άγαπάτε ένας τόν άλλον, καθώς έγώ σάς ήγάπησα, έτσι καί έσεΐς άγαπάτε ένας τόν άλλον (Ίωάν. ιγ' 34).
Μέ τοϋτο τό σημάδι θέλουν γνωρίσει δλοι οί άσεβεΐς πώς έσεις εΐσθε μαθηταί μου, άνίσως έχετε άγάπην άνα-μεταξύ σας (Ίωάν. ιγ' 35).
"Αλλο νά μή χρεωστεϊτε, πάρεξ τό νά άγαπάτε ένας τόν άλλον, έπειδή έκεινος δπου άγαπφ τόν άδελφόν του, δλον τόν νόμον έτελείωσε. Διότι τό, ού μοιχεύσεις, ού φο-νεύσεις, ού κλέψεις, ού ψευδομαρτυρήσεις, ούκ έπιθυμή-σεις καί δλες οί άλλες έντολές, είς ταύτην τήν έντολήν ά-νακεφαλαιώνονται καί περιλαμβάνονται είς τό νά άγαπή-σης τόν άδελφόν σου, ώσάν καί τόν έαυτόν σου (Ρωμ. ιγ' 8).
"Ενας τόν άλλον νά άγαπάτε μέ δλην σας τήν καρδίαν (Α' Πέτρ. α' 22).
Τήν άδελφότητα άγαπάτε (Α' Πέτρ. β' 17).
Άνίσως τόσον πολλά ό Θεός μάς ήγάπησε καί ήμεΐς χρεωστοϋμεν νά άγαπώμεν ένας τόν άλλον (Α' Ίωάν. δ'Π).
"Οποιος δέν άγαπφ τόν άδελφόν του, αύτός εύρίσκε-ται είς τόν θάνατον (Α' Ίωάν. γ' 14)' μέ τοϋτο τό σημάδι έγνωρίσαμεν τήν άγάπην, δτι καθώς ό Χριστός έβαλε τήν ζωήν του είς θάνατον διά λόγου μας, έτσι καί ήμεις χρεωστοϋμεν νά βάλωμεν τήν ζωήν μας είς θάνατον διά τούς άδελφούς μας (Α' Ίωάν. γ' 16).
Παιδάκια μου, άς μή άγαπώμεν μέ τόν λόγον μόνον καί μέ τήν γλώσσαν, άλλά καί μέ τό έργον καί μέ τήν ά-λήθειαν (Α' Ίωάν. γ' 18).
"Οποιος άγαπςί τόν Θεόν αύτός άγαπςΐ καί τόν άδελφόν του (Α' Ίωάν. δ' 21).

Κεφάλαιον γ'

'Ότι οι Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή μάχωνται, ούτε νά έχουν μνησικακίαν καί μίσοςμέ τούς άδελφούς των, άλλά καί άν συγχυσθουν, χρεωστοΰν γλήγορα νά φιλιώνωνται.
"Οποιος Χριστιανός θυμώνεται έναντίον τοΰ άδελφοΰ του ματαίως καί χωρίς εϋλογον άφορμήν, θέλει γίνη υπόδικος εις τήν κρίσιν, καί δποιος Χριστιανός είπή εις τόν άδελφόν του (μέ θυμόν) ρακά, δηλ. καταφρονημένε, αύτός θέλει γίνει ύπόδικος εις τό συνέδριον τών κριτών. "Οποιος δέ είπη εις τόν άδελφόν του (μέ θυμόν) μωρέ, αύτός θέλει γίνη ύπόδικος εις τήν γέενναν τοΰ πυρός (Ματθ. ε' 22).
Άνίσως καί προσφέρης είς τήν Εκκλησίαν τοΰ Θεοΰ δώρον καί προσφοράν καί έκεΐ ένθυμηθης, δτι ό άδελφός σου είναι λυπημένος έναντίον σου, άφες έκεΐ είς τήν Εκκλησίαν τήν προσφοράν σου καί πήγαινε πρώτον φιλιώσου καί συγχωρήθητι μέ τόν άδελφόν σου καί ύστερον γύρισε είς τήν Εκκλησίαν καί πρόσφερε τό δώρον καί τήν προσφοράν σου (Ματθ. 24).
Φιλιώνου γλήγορα μέ τόν άδελφόν δπου έχεις μάχην έως δπου εύρίσκεσαι μαζί μέ αύτόν είς τήν στράταν τής παρούσης ζωής (Ματθ. ε' 25).
"Οποιος φαίνεται πώς είναι φιλόνεικος άς ήξεύρη δτι ήμεΐς δέν έχομεν τοιαύτην συνήθειαν νά φιλονεικοΰμεν, ούδέ αί Έκκλησίαι τοΰ Θεοΰ (Α' Κορ. ια' 16).
Ό δοϋλος τοΰ Θεοΰ δέν πρέπει νά μάχεται, άλλά πρέπει νά είναι πράος είς δλους, διδακτικός καί άνεξίκα-κος (Β' Τιμόθ. β' 24).
Ό ήλιος άς μή βασιλεύς καί νά σας άφΐνη μαχομένους· ήτοι προτού ό ήλιος νά βασιλεύη, έσεΐς νά φιλιώνε-σθε (Έφεσ. δ' 26).
"Οποιος μισεί τόν άδελφόν του, εις τό σκότος εύρί-σκεται καί είς τό σκότος περίπατε! καί δέν ήξεύρει πού πηγαίνει, δτι τό σκότος έτύφλωσε τό όμμάτιόν του (Α' Ίωάν. β' 11).
Κάθε Χριστιανός δπου μισεί τόν άδελφόν του είναι αυτός άνθρωποκτόνος, καί κάθε άνθρωποκτόνος ήξεύρε-τε δτι δέν έχει εις τόν έαυτόν του μένουσαν τήν ζωήν τήν αιώνιον (Α' Ίωάν. γ' 15).

Κεφάλαιον δ'

"Οτι οί Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή βλέπουν μέ περιέργειαν καί έπιθυμία ν
Έγώ σάς λέγω, δτι κάθε άνθρωπος, όπου βλέπει γυναίκα μέ έπιθυμίαν, αύτός έμοίχευσεν αυτήν σχεδόν εις τήν καρδίαν του (Ματθ. ε' 28).
"Ο,τι πράγμα εύρίσκεται είς τόν κόσμον είναι ή έπιθυμία τής σαρκός, ή έπιθυμία τών όμματίων καί ή υπερηφάνεια τής ζωής, τά όποια δέν εΐναι δλα άπό τόν Θεόν καί Πατέρα, άλλ’ εΐναι άπό τόν κόσμον, ό δέ κόσμος περνφ καί χάνεται όμοϋ καί ή έπιθυμία του όποιος δέ κάμνει τό θέλημα τοϋ Θεοϋ, αύτός μένει πάντοτε (Α' Ίωάν. β' 16).


Κεφάλαιον ε'

"Οτι οί Χριστιανοί χρεωστοϋν νά μή όμνύουν καί νά μή κάμνουν όρκους, ούτε άληθινούς, οϋτε ψευδείς.
Έγώ σάς λέγω νά μή όμόνετε μέ τελειότητα ούτε εις τόν ουρανόν, διότι αύτός εΐναι θρόνος τοϋ Θεοϋ ούτε είς τήν γην, διότι αύτή εΐναι ύποπόδιον τών ποδών του μήτε εις τά Ιεροσόλυμα, διότι αύτά εΐναι πόλις του μεγάλου Βασιλέως Θεοΰ μήτε νά δμόνης εις τό κεφάλι σου, διότι δέν ήμπορεΐς νά κάμης μίαν τρίχα τής κεφαλής σου ά-σπρην ή μαύρην' άλλά ό λόγος σας δλος άς εΐναι τό ναί καί τό οτι δέ άλλο εΐπήτε περισσότερον άπό τό ναί καί τό ού, εΐναι κακόν καί έκ του διαβόλου (Ματθ. ε' 34).
Προτήτερα δέ άπό δλα, άδελφοί, φυλάττεσθε νά μήν ομνύετε, ούτε τόν ούρανόν, ούτε τήν γην, ούτε κανέναν άλλον δρκον, άλλά ό δρκος σας άς εΐναι τό ναί καί τό ού, διά νά μή πέσητε ύποκάτω εις κρίσιν καί καταδίκην" (ή καί διά νά μή πέσητε εις ύπόκρισιν). Καί άλλα μέν εΐναι τά πράγματα, άλλως δέ έσεΐς τά λέγετε, εί μέν γάρ εΐναι τό πράγμα, λέγετε τό ναί, ει δέ τό πράγμα δέν εΐναι, λέγετε τό ού (Ίακ. ε' 12).
Κεφάλαιον ς'
"Οτι οι Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή κάμνουν έκδίκησιν, ούτε νά δίδουν κακόν άντί κακοϋ.
Έγώ σάς λέγω νά μή άντιστέκεσθε εις τόν κακόν άνθρωπον  άλλ’ δποιος ήθελε σέ κτυπήσει εις τό ένα μάγουλον, έσύ γύριζε καί τό άλλο διά νά σέ κτυπήση (Ματθ. ε' 39).
"Οποιος ζητεί νά σέ άγγαρεύση ένα μίλιον, έσύ νά πηγαίνης μαζί του δύο (Ματθ. ε' 42).
Εύλογεΐτε έκείνους, δπου σάς καταρώνται, εύεργε-τεΐτε έκείνους δπου σάς μισούν καί παρακαλεΐτε τόν Θεόν διά έκείνους, δπου σάς πειράζουν καί σάς διώκουν (Ματθ. ε' 44).
Είς κανένα άνθρωπον μή άποδίδετε κακόν άντί κα-κοΰ (Ρωμ. ιβ' 17).
Μή κάμνετε έκδίκησιν άδελφοί* άλλά δίδετε τόπον είς τόν θυμόν (Αύτόθι 19).
Άνίσως πεινά ό έχθρός σου, δίδετε του νά τρώγη' ά-νίσως διψφ ποτίζετέ τον (Αύτόθι 20).
Μή νικάσαι άπό τό κακόν, άλλά νίκα τό κακόν μέ τό καλόν (Αύτόθι 21).
Μή άποδίδετε κακόν άντί διά κακόν, μήτε κακολο-γίαν άντί διά κακολογίαν, άλλά τό έναντίον κάμνετε, καί άντί διά τήν κακολογίαν, έσεΐς νά καλολογήτε (Α' Πέτρ. γ' 9).
Αγαπητέ, μή μιμήσαι τό κακόν, άλλά τό καλόν* έκεΐνος δπου κάμνει καλόν, εΐναι άπό τόν Θεόν, έκεΐνος δέ δπου κάμνει κακόν, δέν έγνώρισε τόν Θεόν (Γ' Ίωάν. 11).

Κεφάλαιον ζ'

"Οτι οί Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή πηγαίνουν άλότελα είς κρίσιν, ή άν πηγαίνουν, πρέπει νά πηγαίνουν εις έσωτερικούς κριτάς καί δχι εις εξωτερικούς.
ΕΙς έκεΐνον δπου θέλει νά κριθή μέ έσένα, διά νά σοΰ πάρη τό έξωφόρι σου, έσύ άφες του καί τό έσωφόρι σου καί εις κρίσιν μή πηγαίνης (Ματθ. ε' 40).
Ελάττωμα εύρίσκεται είς έσάς άδελφοί, τό νά έχετε κρίσεις άναμεταξύ σας* διότι έσεΐς περισσότερον πρέπει νά άδικήσθε καί νά ζημιώνεσθε, παρά νά άδικήτε καί νά ζημιώνετε τούς άλλους καί μάλιστα τούς άδελφούς σας Χριστιανούς. Καί δέν ήξεύρετε δτι οί άδικοι δέν θέλουν κληρονομήσει τήν Βασιλείαν τών ούρανών; μή πλανάσθε, ούτε οί πόρνοι, οϋτε οί είδωλολάτραι (ήτοι οί φιλάργυροι), οϋτε οί μοιχοί, ούτε οί μαλακοί, ούτε οί άρσενοκόΐται, οϋτε οί κλέπται, ούτε οί πλεονέκται, ούτε οί κατήγοροι, ούτε οί μέθυσοι, ούτε οί άρπαγες δέν θέλουν κληρονομήσει τήν Βασιλείαν τών ούρανών (Α' Κορ. ς' 9).
Άποτολμφ κανένας άπό λόγου σας άδελφοί, δπου έχει κρίσιν καί διαφοράν μέ τόν άλλον, νά πηγαίνη νά κρίνεται εις τούς άδικους καί έξωτερικούς κριτάς καί όχι εις τούς έσωτερικούς καί έκκλησιαστικούς; ήτοι δέν πρέπει νά κρίνεσθε είς τούς έξωτερικούς κριτάς άλλά είς τούς έσωτερικούς (Α' Κορ. στ' 1).

Κεφάλαιον η’

"Οτι οι Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή κατακρίνουν.
Μή κατακρίνετε τούς άλλους, διά νά μή κατακριθή-τε καί έσεΐς' διότι καί έσύ θέλεις κατακριθή άπό τούς άλλους, πίπτοντας είς έκεϊνο τό Τδιον άμάρτημα, διά τό όποιον έκατάκρινες τόν άδελφόν σου’ τί βλέπεις τό μικρόν ξυλάκι δπου είναι είς τό ό μ μάτι τοϋ άδελφοϋ σου καί τό μεγάλον δοκάρι δπου είναι είς τό ίδικόν σου όμμάτι, δέν βλέπεις; (Ματθ. ζ' 1).
Αναπολόγητος είσαι Χριστιανέ έσύ δπου κατακρίνεις" διότι μέ τήν ιδίαν έκείνην κατάκρισιν μέ τήν όποιαν κατακρίνεις τόν άλλον, τόν Ιδιον έαυτόν σου κατακρίνεις* διότι τά Ιδια κακά δπου κάμνει έκεινος τά κάμνεις καί έσύ (Ρωμ. β' 1).
Μή κρίνετε άδελφοί πρό τοϋ καιροϋ τής δευτέρας παρουσίας έως δπου νά έλθη ό Κύριος, ό όποιος θέλει φωτίσει τά κρυφά καί σκοτεινά έργα τοϋ κάθε ένός, καί θέλει φανερώσει τούς λογισμούς τών καρδιών τών άνθρώπων (Α' Κορ. δ' 5).
Μή καταλαλήτε ένας τόν άλλον άδελφοί, διότι έκεΐ-νος δπου καταλαλεί καί κρίνει τόν άδελφόν του, καταλαλεί καί κρίνει τόν Ιδιον νόμον τοϋ Θεοϋ. Άνίσως δέ έσύ κρίνης τόν θεϊκόν νόμον, δέν είσαι πλέον ποιητής καί 6-ποκείμενος είς τόν νόμον άλλά είσαι κριτής καί άνώτε-ρος τοϋ θείου νόμου* ένας είναι ό νομοθέτης καί κριτής, ό Χριστός ό όποιος έχει τήν δύναμιν νά σώση καί νά κολά-ση* έσύ δέ, ποιος είσαι δπου κατακρίνεις τό άλλον; (Ίάκ. δ' 11).

Κεφάλαιον θ'

'Ότι οι Χριστιανοί 6ν δέν συγχωρήσουν τά σφάλματα του άδελφου των, ούδέ 6 Θεός θέλει συγχωρήσει τά σφάλματα τά ιδικά των.
Άνίσως έσεΐς συγχωρήσητε τά σφάλματα τών άλλων, θέλει συγχωρήσει καί ό έπουράνιος Πατήρ τά σφάλματα τά ιδικά σας. Άνίσως δέ έσεΐς δέν συγχωρήσητε τά σφάλματα τών άλλων, ούδέ ό έπουράνιος Πατήρ θέλει συγχωρήσει τά ιδικά σας σφάλματα (Ματθ. ς' 14).
Συγχώρησον Πάτερ ούράνιε τά χρέη καί άμαρτήμα-τα όπου κάμνομεν εις εσένα, καθώς καί ήμεΐς συγχωροϋ-μεν τά χρέη καί αμαρτήματα δπου οί άλλοι μάς κάμνουν (Ματθ. στ' 12).
Κακέ δούλε, δλον τό χρέος σου τό άφήκα, δηλαδή τάς δέκα χιλιάδας τάλαντα έπειδή μέ έπαρακάλεσας, δέν έπρεπε καί έσύ νά εύσπλαγχνισθης καί νά έλεήσης τόν άδελφόν σου, καθώς καί έγώ σέ ήλέησα, δηλαδή νά τοϋ χαρίσης τά έκατόν δηνάρια δπου σοί έχρεώστει; Καί θυ-μωθείς ό αύθέντης του παρέδωκε τόν δοϋλον έκεΐνον εις τούς βασανιστάς έως ου νά τοϋ πληρώση δλον τό χρέος. Έτσι καί ό Πατήρ μου ό ούράνιος θέλει κάμει είς έσάς, άνίσως δέν συγχωρήσετε άπό καρδίας σας τά σφάλματα τών αδελφών σας (Ματθ. ιη' 32).
"Οταν στέκεσθε καί προσεύχεσθε, συγχωρεΐτε ει τι παράπονον καί λύπην έχετε έναντίον τοϋ άδελφοϋ σας διά τό σφάλμα δπου σάς έκαμε, διά νά συγχωρήση καί ό έπουράνιος Πατήρ σας τά ιδικά σας σφάλματα (Μάρκ. ια' 25).
Άνίσως σφάλη είς έσένα ό άδελφός σου έπιτίμησαί τον καί αν μετανοήση συγχώρησαί του, άλλά καί άν έπτά φορές τήν ημέραν σοϋ σφάλη καί γυρίση καί σοϋ είπή μετανοώ* συγχώρησαί του (Λουκ. ιζ' 3).

Κεφάλαιον ι'

'Ότι οι Χριστιανοί χρεωστουν νά κάμνουν έλεημοσύνην καί νά προσεύχωνται καί νά νηστεύουν, δχι καθ’ ύπόκρισιν καί διά δόξαν καί έπαινον τών άνθρώπων, άλλά μόνον διά τόν Θεόν.
Προσέχετε νά μή κάμνετε τήν έλεημοσύνην σας έμπροσθεν είς τούς άνθρώπους διά νά σάς βλέπουν καί νά σάς έπαινοϋν. Διότι άν μέ τέτοιον τρόπον τήν κάμνετε, μισθόν δέν έχετε κοντά εις τόν έπουράνιόν σας Πατέρα... δταν, λοιπόν, έσύ κάμνης τήν έλεημοσύνην, κάμνε την τόσον κρυφά, δπου τό άριστερόν σου χέρι νά μήν ήξεύρη τί κάμνει τό δεξιόν (Ματθ. ς' 1).
"Οταν προσεύχεσαι, χριστιανέ, μή γίνης ώσάν οί ύ-ποκριταί, οί όποιοι συνηθίζουν νά στέκωνται καί προσεύ-χωνται εις τά συναγώγια, καί εις τάς γωνίας τού παζαριού, μέ σκοπόν διά νά φανούν εις τούς άνθρώπους πώς προσεύχονται* διότι βέβαια, βέβαια σάς λέγω, δτι αύτοί έ-πήραν έδώ τόν μισθόν τους, καί έκει δέν έχουν νά λάβουν τίποτε' έσύ δέ δταν προσεύχεσαι, έμβα μέσα είς τόν άπό-κρυφον οίκόν σου, (ό όποιος είναι ή καρδία) καί κλεΐσαι τήν πόρταν, ήτοι τάς έξω αισθήσεις, καί προσεύξου εις τόν κρυπτόν καί άόρατον Πατέρα σου, καί ό Πατήρ σου, δπου βλέπει τήν κρυπτήν προσευχήν σου, αύτός θέλει σοϋ δώσει τόν μισθόν είς τό φανερόν (Ματθ. ς' 5).
"Οταν νηστεύετε μή φαίνεσθε λυπημένοι ώσάν οί ύ-ποκριταί, οΐ όποιοι δείχνουν λυπηρόν πρόσωπον καί στυγνόν, διά νά φανοϋν είς τούς άνθρώπους πώς νηστεύουν, βέβαια σάς λέγω, πώς αύτοί έλαβον έδώ τόν μισθόν τους, άπό τόν έπαινον τών άνθρώπων, καί έκεΐ δέν έχουν νά λάβουν τίποτε’ έσύ δέ δταν νηστεύης, άλειψαι τήν κεφαλήν σου μέ τό λάδι καί νίψαι τό πρόσωπόν σου, διά νά μή φα-νης είς τούς άνθρώπους πώς νηστεύης, άλλά είς τόν Θεόν  καί Πατέρα σου, δπου βλέπει τά κρυπτά τής καρδίας σου καί δ Πατήρ σου δπου βλέπει τήν κρυφήν σου νηστείαν, αύτός θέλει σέ πληρώσει εις τό φανερόν (Ματθ. ς' 16).

Κεφάλαιον ια'

"Οτι οι Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή θησαυρίζουν εις τήν γην, άλλά εις τόν ούρανόν’ καί δτι χρεωστοΰν νά μή έλπίζουν εις τόν πλούτον τους, άλλά νά κλαίουν καί νά θρηνούν.
Μή θησαυρίζετε εις τήν γήν, διά νά έχετε, δπου άφα-νίζουν τούς θησαυρούς σας οί σκώληκες καί ή σκουρία, καί δπου οι κλέπται σκάπτουν καί κλέπτουν αυτούς, άλλά θησαυρίζετε είς τόν ούρανόν, διά νά έχετε πάντοτε, δπου ούτε οί σκώληκες καί ή σκουρία άφανίζουν τούς θησαυρούς, οϋτε οί κλέπται σκάπτουν καί τούς κλέπτουν διότι εις δποιον τόπον είναι ό θησαυρός σας, έκεΐ είναι προσκολλημένη καί ή καρδία σας (Ματθ. ς' 19).
’Αλλοίμονον είς έσάς τούς πλουσίους, δτι άπελαύσα-τε έδώ εις τόν κόσμον τούτον τήν παρηγορίαν* (καί έκεΐ δηλαδή δέν έχετε νά άπολαύσετε) (Λουκ. ς' 24).
Βέβαια σάς λέγω, δτι δύσκολα ό πλούσιος θέλει έμβη είς τήν βασιλείαν τών ούρανών (Ματθ. ιθ' 23).
Πωλήσατε τά ύπάρχοντά σας, καί δότε έλεημοσύνην' κάμετε είς τόν έαυτόν σας πουγγία δπου δέν παλαιό-νονται, καί θησαυρίσατε εις τούς ούρανούς θησαυρόν δπου ποτέ δέν σώνεται* τόν όποιον, ούτε κλέπτης έγγίζει, ούτε σκωλήκι διαφθείρει (Λουκ. ιβ' 33).
Κάθε ένας άπό λόγου σας ό όποιος δέν άποτάσσεται καί παραιτεΐ δλα του τά υπάρχοντα, δέν δύναται νά εΐναι μαθητής μου (Λουκ. ι' 33).
Παράγγειλε, ώ Τιμόθεε, είς τούς πλουσίους τοϋ κόσμου τούτου νά μή ύπερηφανεύωνται, μηδέ νά έλπίζουν είς τήν άβεβαιότητα τοΰ πλούτου των άλλά νά έλπίζουν είς τόν Θεόν τόν ζώντα, ό όποιος δίδει είς ήμας πλουσίως δλα τά άγαθά είς τό νά τά άπολαμβάνωμεν (Α' Τιμ. ς' 17).
Κλαύσατε έσεΐς, ώ πλούσιοι, καί θρηνήσατε διά τάς συμφοράς, δπου σας άκολουθοΰν διότι ό πλοΰτός σας έ-σάπησε’ τά ροΰχά σας έσκωληκοφαγώθησαν* τό χρυσάφι, καί τό άσήμι σας, έσκουρίασαν’ καί ή σκουρία αυτών θέλει είναι μάρτυρας έναντίον σας καί θέλει φάγει ώσάν φωτία τάς σάρκας σας, δπου έθησαυρίσατε τόν πλούτον διά νά τόν έχετε είς τάς ύστερινάς ημέρας τής ζωής σας (Ίάκ. ε' 1).
Νά ή πληρωμή τών έργατών, δπου έθέρισαν τά χωράφιά σας, ή όποία έκρατήθη άπό λόγου σας καί δέν έδό-θη είς αύτούς' αύτή λέγω ή πληρωμή των, φωνάζει πρός τόν Θεόν, καί οί φωνές τών θεριστάδων σας (τών άδικη-μένων) ήκούσθησαν είς τά αύτία του Κυρίου (Ίάκ. ε' 4).

Κεφάλαιον ιβ'

"Οτι οί Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή μεριμνούν διά τά άγαθά τής γης, ούδέ νά άγαπούν τόν κόσμον καί τά έν τω κόσμω καί νά έχουν προσπάθειαν, άλλά νά ζητούν τά αιώνια καί ουράνια άγαθά.
Διά τοϋτο σας λέγω, νά μή μεριμνάτε μέ τόν λογισμόν σας καί νά λέγετε, τί νά φάγετε καί τί νά πίετε μηδέ νά μεριμνάτε τί νά ένδυθή τό σώμά σας... διότι αύτά δλα τά ζητούν τά έθνη (Ματθ. ζ' 32).
Ζητείτε πρώτον τήν βασιλείαν τοϋ Θεοϋ καί τήν δικαιοσύνην αύτοϋ' καί αύτά δλα θέλουν σάς δοθή χάρισμα χωρίς νά τά ζητήτε (Ματθ. ζ' 34).
Τοϋτο σάς λέγω άδελφοί, δτι ό καιρός τής παρούσης ζωής εΐναι όλίγος, καί πρέπει έκεΐνοι δπου έχουν γυναΐκας, νά τάς έχουν μέ τόσην άπροσπάθειαν, ώσάν νά μή τάς έχουν* καί έκεινοι δπου κλαίουν καί λυπουνται διά τοϋ κόσμου τά πράγματα, νά εΐναι ώσάν νά μή κλαίουν καί νά λυπουνται* καί έκεινοι δπου χαίρουν δι’ αύτά ώσάν νά μή χαίρουν καί έκεινοι δπου άγοράζουν τά πράγματα του κόσμου, ώσάν νά μή έχουν αύτοί νά τά άπολαύσουν' καί έκεινοι δπου μεταχειρίζωνται τά τοϋ κόσμου, νά εΐναι ώσάν νά μή τά κακομεταχειρίζονται* έπειδή τό σχήμα τοϋ κόσμου τούτου περνά καί χάνεται (Α' Κορινθ. ζ' 29).
Ήμεΐς δέν στοχαζόμεθα ταϋτα τά πράγματα δπου βλέπονται, άλλά έκεΐνα όπου δέν βλέπονται, διότι τοϋτα δπου βλέπονται εΐναι προσωρινά, έκεΐνα δέ δπου δέν βλέπονται, εΐναι παντοτεινά (Β' Κορ. δ' 18).
Ή ζωή καί πολιτεία ήμών τών χριστιανών εΐναι είς τούς ούρανούς, άπό τούς όποιους προσμένομεν νά έλθη νά μάς λυτρώση ό Κύριος ήμών Ίησοϋς Χριστός (Φιλιπ.γ' 20).
Ήμεΐς οί Χριστιανοί δέν έχομεν είς τοϋτον τόν κόσμον πόλιν καί πατρίδα, άλλά ζητοϋμεν τήν μέλλουσαν καί ούρανίαν πατρίδα (Έβρ. ιγ' 14).
Μοιχοί καί μοιχαλίδες, δέν ήξεύρετε ότι ή φιλία καί άγάπη τοϋ κόσμου εΐναι έχθρα τοϋ Θεοϋ; όποιος λοιπόν θέλει νά είναι φίλος τοΰ κόσμου, γίνεται έχθρός τοΰ Θεοϋ (Ίάκ. δ' 4).
Αγαπητοί, μή άγαπάτε τόν κόσμον μηδέ τά έν τώ κόσμω' διότι άνίσως τινάς άγαπφ τόν κόσμον άς ήξεύρη δτι δέν εΐναι εις αύτόν ή άγάπη τοϋ ούρανίου Πατρός (Α' Ίωάν. β' 15.

Κεφάλαιον ιγ'

"Οτι οί Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή είναι υπερήφανοι, άλλά ταπεινοί καί τά ταπεινά νά άγαποϋν.
"Οποιος ταπεινώσει τόν έαυτόν του ώσάν τό παιδίον τοΰτο, αύτός είναι μεγαλύτερος άπό δλους εις τήν βασιλείαν τών ούρανών (Ματθ. ιη' 4).
"Οποιος ύψώσει τόν έαυτόν του, θέλει ταπεινωθή, καί δποιος ταπεινώνει τόν έαυτόν του θέλει ύψωθή (Ματθ. κγ' 12).
Κάθε ένας δπου ύψώνει τόν έαυτόν του, θέλει ταπει-νωθή, καί δποιος ταπεινώνει τόν έαυτόν του θέλει ύψωθή (Μάρκ. ιδ' 11).
Αδελφοί μή φρονητε καί φαντάζεσθε τά ύψηλά, άλλά κατεβάζετε τό φρόνημά σας εις τά ταπεινά (Ρωμ. ιβ' 16).
Μέ τήν ταπεινοφροσύνην νά νομίζετε ένας τόν άλλον μεγαλυτέρους άπό τόν έαυτόν σας (Φιλιπ. β' 3).
Ταπεινωθήτε έμπροσθεν τοΰ Θεοΰ, καί αύτός θέλει σάς ύψώσει (Ίακ. δ' 10).
Οί νεώτεροι ύποτάσσεσθε είς τούς γεροντοτέρους, καί δλοι όμοΰ ύποτάσσεσθε ένας είς τόν άλλον καί ένδυ-θήτε τήν ταπεινοφροσύνην. Έπειδή ό Θεός, τούς μέν ύπε-ρηφάνους άντιπολεμει, εις δέ τούς ταπεινούς δίδει χάριν’ ταπεινωθήτε λοιπόν ύποκάτω είς τό δυνατόν χέρι τοΰ Θεοΰ διά νά σάς ύψώση είς τόν άρμόδιον καιρόν (Α' Πέτρ. ε' 5).

Κεφάλαιον ιδ'

"Οτι οί Χριστιανοί χρεωστουν νά έχουν υπομονήν εις δλας τάς θλίψεις, όπου τούς άκολουθοϋν.
Έκεινος δπου ύπομένει έως τέλους, αύτός θέλει σω-θή (Ματθ. κδ' 13).
Μέ τήν ύπομονήν σας θέλετε άποκτήσει τάς ψυχάς σας (Λουκ. κα' 19).
Ή θλΐψις προξενεί ύπομονήν, ή δέ ύπομονή προξενεί έλπίδα (Ρωμ. ε' 3).
Εις τήν θλΐψιν νά ύπομένετε (Ρωμ. β' 11).
Άνίσως ύπ ο μένω μεν θέλομεν συμβασιλεύσει μέ τόν Χριστόν (Β' Τιμ. β' 12).
ΤΩ Τιμόθεε, κυνήγα τήν ύπομονήν (Α' Τιμ. ς' 11).
Άδελφοί άνίσως καί ύπομένετε παιδείας καί θλίψεις, νά ήξεύρετε δτι ό Θεός σας έχει ωσάν παιδία του (Έβρ. β' 6).
Χρειάζεσθε νά έχετε ύπομονήν, διά νά κάμετε τό θέλημα τοϋ Θεοϋ, καί νά κληρονομήσετε τά άγαθά δπου σάς ύπόσχεται (Έβρ. ι' 36).
Μέ ύπομονήν άς τρέχωμεν τόν άγώνα, δπου έχομεν έμπροσθέν μας (Έβρ. ιβ' 1).
Καλότυχος εΐναι ό Χριστιανός έκεΐνος, δπου ύπομέ-νει πειρασμόν, δτι θέλει γίνει δόκιμος καί θέλει λάβει τόν στέφανον τής ζωής (Ίάκ. α' 13).
Ή ύπομονή άς έχη έργον τέλειον' δηλαδή &ς εΐναι κατά πάντα τελεία καί δχι κολοβή (Ίάκ. α' 4).
Βάλετε δλην τήν σπουδήν σας, άδελφοί, διά νά προσθέσετε έπάνω εις τήν έγκράτειαν τήν ύπομονήν καί έπάνω είς τήν ύπομονήν τήν εύσέβειαν (Β' Πέτρ. α' 6).
Έδώ έχει νά φανή ή ύπομονή τών άγίων (Άποκάλ. ιδ' 12).

Κεφάλαιον ιε'

'Ότι οί Χριστιανοί χρεωστοΰν νά μή δίδωνται είς κοσμικάς φροντίδας καί φαγητά καί πιοτά, ούτε νά άμελοϋν καί νά κοιμώνται, άλλά χρεωστοΰν πάντοτε νά είναι έξυπνοι καί έτοιμοι, προσμένοντες τήν ώραν του θανάτου καί τής κρίσεως τοϋ Θεοϋ.
"Ας είσθε έξυπνοι, ώ μαθηταί μου, δτι δέν ήξεύρετε εις ποίαν ώραν μέλλει νά έλθη 6 αύθέντης σας. Καί έκεινο δέν ήξεύρετε, δτι άν ο οίκοκύρης ήξευρεν είς ποίαν ώραν τής νυκτός έρχεται ό κλέπτης, ήθελε στέκει έξυπνος καί δέν ήθελεν άφήσει τόν κλέπτην νά σκάψη τό σπήτι του καί νά έμβη μέσα" διά τοϋτο καί έσεις γίνεσθε έτοιμοι πάντοτε, δτι είς τήν ώραν δπου δέν προσμένετε, έρχεται ό υίός τοϋ άνθρώπου, ήτοι έγώ (Ματθ. κδ' 42).
Είς όλους σας λέγω νά είσθε έξυπνοι (Μάρκ. ιγ' 37).
Άγρυπνάτε καί προσεύχεσθε διά νά μή έμβήτε είς πειρασμόν" τό μέν πνεϋμα καί ή ψυχή σας είναι πρόθυμος άλλά ή σάρκα καί τό κορμί είναι άσθενές καί άδύνατον (Μάρκ. ιδ' 38).
Άς εΐναι ή μέση σας περιζωσμένη, δηλαδή άς είσθε έτοιμοι καί τά λυχνάριά σας άς καίουν, δηλαδή ό νοϋς καί ή καρδία σας άς εΐναι άγρυπνα καί γενητε δμοιοι μέ τούς δούλους έκείνους δπου προσμένουν τούς αύθέντας των, πότε νά γυρίσουν άπό τούς γάμους, ινα δταν έλθη ό αύθέντης των καί κτυπήση τήν πόρταν εύθύς τοϋ άνοί-ξουν νά έμβη’ καλότυχοι εΐναι έκεινοι οί δοϋλοι τούς όποιους δταν έλθη ό αύθέντης των τούς εύρη έξυπνητούς (Λουκ. ιβ' 35).
Προσέχετε είς τόν έαυτόν σας, μήπως βαρυπλακωθη ή καρδία σας καί ό νοϋς σας άπό μέθην καί φροντίδας βιοτικάς καί έξαφνικά έλθη είς έσάς ή ήμέρα έκείνη τής
κρίσεως' διότι ωσάν παγίδα καί μαγγανία θέλει πιάσει αίφνιδίως όλους τούς άνθρώπους όπου κατοικούν εις όλην τήν γην. Αγρυπνείτε, λοιπόν, εις κάθε καιρόν, παρακαλεΐτε τόν Θεόν νά άξιωθήτε νά γλυτώσετε άπό αύτά όλα τά φοβερά όπου μέλλουν τότε νά γίνουν καί νά παρα-σταθήτε έμπροσθεν τοϋ Υίοϋ τοϋ άνθρώπου, ήτοι έμπροσθεν εις εμένα (Λουκ. κα’ 34).
"Ωρα εΐναι τώρα νά σηκωθώμεν άπό τόν Οπνον τής ά-μελείας, άδελφοί’ επειδή τώρα εΐναι ή σωτηρία κοντήτερα είς ή μας παρά όπου ήτον, όταν έπιστεύσαμεν" ή νύκτα τής παρούσης ζωής έγγίζει νά περάση, ή δέ ημέρα τής κρίσεως έγγίζει νά έλθη (Ρωμ. ιγ' 11).
Σηκώσου άπό τόν ϋπνον έσύ Χριστιανέ όπου κοιμάσαι καί άναστάσου άπό τούς νεκρούς καί θέλει σέ φωτίσει ό Χριστός, όπου εΐναι ό νοητός "Ηλιος (Έφεσ. ε' 14).
"Ας μή κοιμώμεθα, λοιπόν, καθώς οί άλλοι, άλλά άς άγρυπνώμεν καί άς εΐμεθα προσεκτικοί’ διότι έκεΐνοι δπου κοιμώνται, τήν νύκτα κοιμώνται, καί έκεΐνοι όπου μεθύουν, τήν νύκτα μεθύουν, ήμεΐς δέ οί Χριστιανοί μέ τό νά εΐμεθα τέκνα τής ήμέρας καί τοϋ φωτός, άς εΐμεθα έξυπνοι καί προσεκτικοί (Α' Θεσσαλ. ε' 6).
Μή σβήνετε τό πνεϋμα, δηλαδή τό πνευματικόν χάρισμα όπου έχετε, μέ τήν άμέλειαν (Α' Θεσ. ε' 19).
Γίνεσθε επιμελείς κατά τήν προθυμίαν καί σπουδήν, ζέοντες κατά τό πνεϋμα, καί δουλεύοντες εις τόν Κύριον (Ρωμ. ιβ' 11).
Έτρυφήσατε εις τήν γήν καί έσπαταλήσατε καί έθρέ-ψατε τά σώματά σας ώσάν τά ζώα όπου τρέφουν οί άνθρωποι μέ σκοπόν διά νά τά σφάξουν (Ίάκ. ε' 5).
"Εχετε προσοχήν καί άγρυπνεΐτε, ότι ό εχθρός σας διάβολος ώσάν θυμωμένον λεοντάρι περιπατεΐ καί ζητεΐ ποιον νά καταπίη άπό λόγου σας, είς τόν όποιον άντιστέ-κεσθε στερεοί μέ τήν πίστιν (Α' Πέτρ. ε' 8).
Γενοϋ άγρυπνος... διότι άν δέν άγρυπνης, θέλω έλθει κατ’ έπάνω σου ώσάν κλέπτης καί δέν θέλεις γνωρίσει ποίαν ώραν έχω νά έλθω κατά σου (Άποκ. γ' 2).

Κεφάλαιον ις'

"Οτι οί Χριστιανοί χρεωστοΰν πάντοτε νά μετανοούν άπό ψυχής.
Εις τάς ημέρας έκείνας έρχεται ό Ιωάννης ό Βαπτιστής, κηρύττοντας εις τήν έρημον τής Ίουδαίας, καί λέγων' μετανοείτε, δτι έφθασεν ή βασιλεία τών ούρανών (Ματθ. γ' 3).
Άπό τότε άρχισεν ό Ίησοΰς νά κηρύττη καί νά λέγη' μετανοείτε, δτι έφθασεν ή βασιλεία τών ούρανών (Ματθ. δ' 17).
Άνίσως καί έσεΐς δέν μετανοήτε, νά ήξεύρετε δτι παρομοίως δλοι έχετε νά άπολεσθήτε (Λουκ. ιγ' 3).
Μετανοήσετε άδελφοί καί γυρίσετε εις τόν Θεόν, διά νά συγχωρηθοϋν αι άμαρτίαι σας καί διά νά έλθουν καιροί άνέσεως είς έσάς άπό τόν Κύριον (Πράξ. γ' 19).
Μετανόησον καί κάμνε τά πρώτα έργα, δπου έκα-μνες' ειδέ καί δέν μετανοήσης, έρχομαι γρήγορα κατ’ έπάνω σου' καί θέλω κινήσει τήν λυχνίαν σου, δηλαδή τήν Εκκλησίαν σου, άπό τόν τόπον της (Άποκ. β' 5).

Κεφάλαιον ιζ'

"Οτι ο! Χριστιανοί, έάν δέν ύπερβοΰν εις τά καλά έργα τούς δικαίους τοϋ παλαιού νόμου, δέν έμβαίνουν είς τήν βασιλείαν τών ούρανών* καί δτι οι Χριστιανοί, έάν άμαρτάνουν, βαρύτερα άπό τούς άνόμους έχουν νά κολασθοΰν.
Άνίσως δέν περισσεύη ή άρετή έσάς τών μαθητών μου, τήν άρετήν τών Γραμματέων καί Φαρισαίων, δέν θέλετε έμβή εις τήν βασιλείαν τών ούρανών (Ματθ. ε' 20)6.
Έκεΐνος ό δούλος, δπου ήξεύρει μέν ποιον είναι τό θέλημα τοΰ αύθέντου του, δέν έτοιμασθή δέ, μηδέ κάμνει κατά τό θέλημα αύτοϋ, θέλει δαρθή μέ πολλάς πληγάς' έκεΐνος δέ ό δοϋλος δπου δέν ήξεύρει καί κάμνει έργα άξια δαρμοϋ, θέλει δαρθή μέ όλιγοτέρας πληγάς’ διότι εις έκεΐ-νον δπου έδόθη πολύ, πολύ θέλει ζητηθή άπ’ αύτόν" εις έκείνον δέ δπου έδωκαν παρακαταθήκην περισσοτέραν, περισσότερον θέλουν ζητήσει άπό αύτόν (Λουκ. ιβ' 47),
"Οσοι χωρίς νόμον ήμαρτον, χωρίς νόμον (ήτοι έλα-φρότερα) κολάζονται" δσοι δέ ήμαρτον άφ’ ού έδόθη ό νόμος, αύτοί θέλουν καταδικασθή μέ τόν νόμον (ήτοι βαρύτερα) (Ρωμ. β' 12).
Καλλύτερον ήτο εις αύτούς νά μή γνωρίσουν τήν στράταν τής άρετής καί εύσεβείας, παρά δπου τήν έγνώ-ρισαν καί έπειτα έγύρισαν όπίσω άπό τήν παραδοθεΐσαν εις αύτούς άγίαν έντολήν (Β' Πέτρ. β' 21).
6.Διά τοΰτο είπε καί ό μέγας Βασίλειος" «τί ίδιον Χριστιανού; τό περισσεύειν αύτοΰ τήν δικαιοσύνην έν παντί, πλέον τών Γραμματέων καί Φαρισαίων, κατά τό μέτρον τής κατά τό Εύαγγέλιον τοΰ Κυρίου διδασκαλίας» (έν τω τέλει τών Ηθικών όρων).





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.