Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ο Παπουλάκος (Μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος 1780/90 - 1861)





Ο Παπουλάκος  (Μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος 1780/90 - 1861)
ΑΘΗΝΑ, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2006
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
Πρόλογος
Εισαγωγή
1ο Κεφάλαιο: Ιστορικό πλαίσιο
1.1       Η κατάσταση στο ελληνικό κράτος και η ξενοκρατία
1.2       Η κατάσταση στην ελλαδική Εκκλησία
1.3       Η Φιλορθόδοξη Εταιρεία και ο Κοσμάς Φλαμιάτος
2ο Κεφάλαιο: Τα χρόνια μέχρι την έναρξη της κηρυκτικής του δράσης
2.1       Τα χρόνια του Παπουλάκου ως λαϊκού
2.2       Τα πρώτα χρόνια του ως μοναχός
3ο Κεφάλαιο:  Έναρξη κηρυκτικής δράσης και η αποδοχή του κόσμου
3.1       Το παρουσιαστικό και το ύφος του
3.2       Τα κηρύγματα
3.3       Δύο σημαντικά πρόσωπα που επηρέασαν τα κηρύγματά του
4ο Κεφάλαιο: Μερική αναστολή και εντατικοποίηση της δράσεώς του
4.1       Ένας ανασταλτικός παράγοντας στην δράση του
4.2       Η εντατικοποίηση της δράσεώς του με πολιτικό χαρακτήρα πλέον
4.3       Χαρακτηριστικά δείγματα του λόγου και του ύφους του
5ο Κεφάλαιο: Η ανοιχτή ρήξη με τις αρχές
5.1       Η συνέχεια της περιοδείας του
5.2       Δεύτερος κύκλος της περιοδείας του
5.3       Στην Λακωνία
5.4       Η διάλυση της Φιλορθοδόξου Εταιρείας
6ο Κεφάλαιο: Η αποκορύφωση του «κινήματος» και η σύλληψη
6.1       Αποστολή στρατιωτικής δύναμης και οι απόπειρες σύλληψης
6.2       Η «εκστρατεία» στην Καλαμάτα και η μεταστροφή του κόσμου
6.3       Η προδοσία και η σύλληψη
6.4       Το κόστος καταστολής του «κινήματος».
7ο Κεφάλαιο: Το τέλος και η μνήμη του στην εποχή μας
7.1       Η δίκη
7.2       Ο εγκλεισμός στην Μονή Παναχράντου και το τέλος
7.3       Η μνήμη του στις μέρες μας
Επίλογος
Παράρτημα
Βιβλιογραφία
Σημειώσεις
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το πρόσωπο με το οποίο θα ασχοληθούμε στην παρούσα εργασία έζησε και έδρασε στην εποχή της αντιβασιλείας και της βασιλείας του Όθωνα. Η ύπαρξη ενός ελληνικού κράτους ήταν μία αναγκαία ιστορική πραγματικότητα. Η δημόσια διοίκηση προσπαθούσε να οργανωθεί κατά τα πρότυπα των λοιπών δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Ο λαός που κατοικούσε στον τότε ελλαδικό χώρο έπρεπε να δεχθεί μία νέα υπό διαμόρφωση εξουσία. Το κράτος παρεμβατικού τύπου σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής των πολιτών, δεν ήταν κάτι συνηθισμένο στους κατοίκους της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξάλλου, ο αγώνας του 1821 για ελευθερία είχε επιδράσει στις ψυχές των ανθρώπων, καθόσον δεν ήταν αγώνας ελευθερίας μόνο σωμάτων, αλλά και ψυχών. Στα πλαίσια αυτά, ο Παπουλάκος, μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, με την ζωή του και τον αγώνα του εξέφραζε μία αντίδραση του γαλουχημένου στην Ορθόδοξη παράδοση λαού, έναντι των αλλοιώσεών από το ισχυρό κοσμικό πνεύμα του διαφωτισμού, που με την υλική του λάμψη, άρχισε να εισέρχεται και να επιβάλλεται από το νεοσύστατο κράτος, θαμπώνοντας και ανατρέποντας συθέμελα στις ψυχές των ανθρώπων τις πατροπαράδοτες αξίες.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Από την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του νεοσύστατου εθνικού κράτους και εξής, ο ελληνικός λαός εξαντλημένος ηθικά και υλικά από την περιπέτεια της επανάστασης μπαίνει σε μια κρίσιμη περίοδο της ιστορίας του, οι συνέπειες της οποίας ακόμη βασανίζουν τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα της χώρας μας. Η αναζήτηση της πνευματικής του ταυτότητας, δίχαζε τις δυνάμεις του Ελληνισμού ήδη από τον ΙΗ' αιώνα, έναν αιώνα γενικότερης μορφωτικής και οικονομικής αναβάθμισης του Ορθόδοξου στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι ιδεολογικές και πολιτικές συνιστώσες σηματοδοτούν ένα εκρηκτικό κλίμα αυτήν την εποχή.
Δύο ήταν τα κύρια ιδεολογικά ρεύματα που πλαισίωναν εμφανώς, ήδη από τον ΙΗ' αιώνα, τον αγώνα των υποδούλων και συνοψίζονταν σ' ένα κοινό στόχο, την ελευθερία, αλλά με πολύ διαφορετικό πνευματικό υπόβαθρο. Από τη μια πλευρά ήταν η αναβίωση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Ρωμαίικου, δηλαδή του ελληνισμού στην ευρύτερη υπερεθνική διάστασή του1. Τα ιδεώδη αυτά, που ήταν διαδεδομένα στα ευρύτερα στρώματα του λαού2, κληροδότησε στους Έλληνες το βυζαντινό τους παρελθόν και διέσωσε καθ' όλη τη διάρκεια της δουλείας η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία επωμίστηκε όχι μόνο την πνευματική αλλά και την πολιτική κηδεμονία των Ορθοδόξων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από την άλλη πλευρά υπήρχε η μικρότερη αλλά ισχυρότερη μερίδα, κυρίως, των εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Ελλήνων και των ντόπιων λογίων, οι οποίοι γαλουχημένοι στα ιδεώδη του διαφωτισμού και κατόπιν της γαλλικής επανάστασης απαιτούσαν την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδος όπως την φαντάζονταν τα «φωτισμένα» έθνη της Ευρώπης. Γι' αυτό, αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση της Ελλάδος, ως εθνικού κράτους, διακηρύχθηκε από τους υποστηρικτές αυτής της προοπτικής, ο (μέχρι και σήμερα συνεχώς προβαλλόμενος) εξευρωπαϊσμός της.

Τπήρξαν μεμονωμένες ευρωπαϊκές προσωπικότητες φιλελλήνων, αλλά στην ουσία της η δυτική Ευρώπη, ως γνήσιο παιδί του δυτικού μεσαιωνικού πολιτισμού, όπου ανδρώθηκαν ένας απομονωμένος και υπεροπτικός ορθολογικός πολιτισμός και μία άκαμπτη δικαιική τάξη, υπήρξε πάντοτε εχθρική προς τους Έλληνες3. Έτσι, ο εθνικός προσδιορισμός του νέου κράτους, ανάμεσα στο βυζαντινό και το αρχαιοελληνικό του μεγαλείο έλαβε δραματική διάσταση. Τελικά, υπερίσχυσε η προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης με βάση την ελληνική αρχαιότητα4, ξεκομμένη από τους άλλους λαούς με τους οποίους συναποτελούσε στο παρελθόν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η επικράτηση αυτή έγινε με την επιρροή της πανίσχυρης τότε Αγγλίας, της οποίας τα συμφέροντα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχαν διπλό στόχο: α) να αποτραπεί η επανασύσταση ενός ισχυρού κράτους Ρωμηών και β) να καταστραφεί η ελληνική οικονομία που είχε αναπτυχθεί επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στεκόταν εμπόδιο στην δική της οικονομική διείσδυση5. Η επιβολή αυτού του εθνισμού επέφερε πολλές εσωτερικές ζυμώσεις και συγκρούσεις, οι οποίες έφτασαν τα όρια της επανάστασης απέναντι στην εξουσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Με ένα τέτοιου είδους επαναστατικού «κινήματος» εμπλέχτηκε το όνομα του μοναχού Χριστόφορου Παναγιωτόπουλου, όπως θα δούμε παρακάτω.
1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ:
Ιστορικό πλαίσιο
1.1       Η κατάσταση στο ελληνικό κράτος και η ξενοκρατία
Η τάξη που είχε αρχίσει να βάζει ο Καποδίστριας (1828-1831), γκρεμιζόταν από τις αντιδράσεις εναντίον του και την περίοδο της αναρχίας, που ακολούθησε την δολοφονία του. Στις 25 Ιανουαρίου/ 6 Φεβρουαρίου 1833 φθάνει στην Ελλάδα, συνοδευόμενος από τα τρία μέλη της αντιβασιλείας, Armangsperg Mauer και Heideg  ο Βαυαρός Βασιλεύς Όθωνας. Η αντιβασιλεία ανέλαβε την διοίκηση της χώρας μέχρι το 1835, οπότε ενηλικιώθηκε ο νεαρός Βασιλιάς. Η οικονομική κατάσταση από κάθε άποψη αξιοθρήνητη και το χρέος διογκωνόταν ραγδαία. Η χώρα βρισκόταν σε πλήρη αναρχία.6
Η Ελλάδα έφτανε μέχρι την Λαμία με λίγα μόνο νησάκια και πληθυσμό περίπου 200.000 κατοίκων. Χωριζόταν σε δέκα νομούς, ο κάθε νομός σε επαρχίες και οι επαρχίες σε δήμους. Η οργάνωση έγινε κατά τα πρότυπα του γαλλικού συγκεντρικού συστήματος. Η αντιβασιλεία όμως, έκανε το λάθος να διατάξει την βίαιη διάλυση των παλιών ατάκτων σωμάτων στρατού, με αποτέλεσμα πολλά από «τά παλληκάρια πού κρατούσαν μέσα τους τη μεγάλη παράδοση των κλεφτών καί την αγάπη γά αδέσμευτη ελευθερία»7, να οδηγηθούν στην απελπισία και η ληστεία να εξαπλωθεί σε όλη την ύπαιθρο. Γενικώς, η υπακοή στην νέα εξουσία δεν ήταν αυτονόητη κατάσταση και ανά πάσα στιγμή υπήρχε ο κίνδυνος επαναστάσεων και εξεγέρσεων.8
Περαιτέρω, το μικρό κρατίδιο υπήρξε το «μηλον της εριδος» Αγγλίας και Ρωσίας, λόγω της επίκαιρης γεωγραφικής του θέσης, των οικονομικών συμφερόντων και του μεγάλου σλαβικού όγκου του βορά. Τα διεθνή γεγονότα πριν και μετά τον κριμαϊκό πόλεμο έκαναν την ανεξαρτησία από κάθε ξένη επιρροή να φαντάζει ανεκπλήρωτο όνειρο. Ενσωματώνοντας λοιπόν, τις εξωτερικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της χώρας, διαμορφώθηκαν τρία μεγάλα κόμματα ανάλογα με την μεγάλη δύναμη που υποστήριζαν, το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό. Αρχηγός του αγγλικού κόμματος ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, του γαλλικού ο Ιωάννης Κωλέττης και του ρωσικού ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.



1.2       Η κατάσταση στην Ελλαδική Εκκλησία

Το αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας, είχε πρώτος ιδεασθεί και προτείνει ο μεγάλος Έλληνας διαφωτιστής, Αδαμάντιος Κοραής9, ως αναγκαίο βήμα για την ανεξαρτησία του Έθνους. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές των αντιλήψεων αυτών, έχοντας ως δεδομένο, πλέον, ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ζούσε αιχμάλωτο έξω από τα σύνορα του ελεύθερου κράτους, η χειραφέτηση της Εκκλησίας παρουσιαζόταν ως επιτακτική ανάγκη. Τποστηρικτής των ιδεών του Κοραή ήταν ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο οποίος σε συνεργασία με τον George Von Mauer, ένα από τα τρία μέλη της αντιβασιλείας, έπαιξαν τον σπουδαιότερο ρόλο στην ανακήρυξη του αυτοκεφάλου.
Ο προτεστάντης Mauer , φορέας των καισαροπαπικών πολιτειακών αντιλήψεων της πατρίδας του, θέλησε να υποτάξει την Ελλαδική Εκκλησία στο κράτος, πράγμα που εμπόδιζαν οι ζωτικές σχέσεις της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τα σχέδια του προτεστάντη Mauer και του ευρωπαϊστή Φαρμακίδη, που επιθυμούσε την αποκοπή της Ελλαδικής Εκκλησίας όχι μόνο από την
Κωνσταντινούπολη αλλά και από την ομόδοξη Ρωσία10, πραγματοποιήθηκαν στις 23 Ιουλίου 1833, οπότε δημοσιεύθηκε ο πρώτος καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος ανακήρυσσε το αυτοκέφαλο επί σαφών πολιτειακών αντιλήψεων.11
Ο τρόπος ανακηρύξεως δεν ήταν σύμφωνος με την παράδοση και τους ιερούς κανόνες καίτοι λόγω της εθνικής ανεξαρτησίας υπήρχαν βάσιμες αιτίες για το αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας. Ανώτατη εκκλησιαστική αρχή ήταν η Ιερά Σύνοδος, της οποίας τα μέλη διόριζε ο Βασιλιάς. Επίσης, καμία πράξη της Συνόδου δεν μπορούσε να εκτελεστεί εάν δεν προσυπόγραφε ο βασιλικός επίτροπος της Συνόδου, ο οποίος ήταν υπάλληλος του κράτους και τον διόριζε επίσης ο Βασιλιάς. Όπως είναι αυτονόητο το γεγονός αυτό ήταν μέγα σκάνδαλο για τον συνειδητοποιημένο Ορθόδοξο λαό, εφόσον εκτός του ότι το κράτος υπέτασσε στις κοσμικές βουλές του την Εκκλησία, επικεφαλής αυτής στην ουσία τιθόταν ο καθολικός στο θρήσκευμα Βασιλιάς Όθωνας.
Εξαιτίας του αυταρχισμού και της ξενοκρατίας στο ελληνικό κρατίδιο, με πρωτεργάτη τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, την 3 Σεπτεμβρίου 1843 έγινε στάση του στρατού ώστε να υποχρεωθεί ο Όθωνας να καταρτίσει Σύνταγμα. Κατά την ψήφιση του Συντάγματος του 1844 έγιναν προσπάθειες αλλαγής της νομοθεσίας με την οποία διοικείτο η Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά τελικά δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.
Το σχίσμα αποτράπηκε εξαιτίας της συγκρατημένης πολιτικής του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στις 29 Ιουνίου 1850 εκδόθηκε ο Συνοδικός Τόμος, δια του οποίου το Πατριαρχείο ανακήρυσσε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Συνοδικός Τόμος αγνοούσε το μέχρι τότε αντικανονικό καθεστώς διοικήσεως που είχε επιβάλει το κράτος και έθετε συγκεκριμένους ήπιους όρους για την αναγνώριση. Η έκδοση του Συνοδικού Τόμου έγινε ευμενώς αποδεκτή στην Ελλάδα, εκτός από τον αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φαρμακίδη και τους ομοϊδεάτες του, οι οποίοι τελικά πάλι κατόρθωσαν να επικρατήσουν. Οι δύο νόμοι που εκδόθηκαν προς αλλαγή του ήδη υπάρχοντος καθεστώτος διοίκησης, ο (ΣΑ') «Νόμος καταστατικός της Ίεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος» και ο (Σ') «Επισκοπών καί επισκόπων καί περί τού υπό τούς έπιτρόπους τελούντος κλήρου», ελάχιστα έλαβαν υπόψη τους τον Συνοδικό Τόμο12.


Οι σκανδαλώδης θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις όμως, δεν σταμάτησαν μόνο σε επίπεδο ανώτατης διοίκησης της Εκκλησίας. Εξαιτίας των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων, η κυβέρνηση θέλησε να καρπωθεί μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία ήταν όντως δυσανάλογη με τις τρομερές οικονομικές ανάγκες που υπήρχαν. Με Βασιλικά Διατάγματα έγινε η εκποίηση των περιουσιών των γυναικείων Μονών και όσων ανδρώων είχαν κάτω από έξι μοναχούς. Τπολογίζεται ότι το 1833, στην τότε Ελλάδα, υπήρχαν 563 ανδρώα και 18 γυναικεία μοναστήρια, με 3.000   μοναχούς και 277 μονάζουσες. Η διάλυση των Μονών έγινε σε πολλές περιπτώσεις με βίαιες ενέργειες των νομαρχών και των οικονομικών εφόρων. Η εκποίηση έφτασε μέχρι τα ιερά σκεύη και κειμήλια. Τελικώς, διαλύθηκαν περίπου 394 Μονές και συγκεντρώθηκε συνολικά το χρηματικό ποσό, των 498.000 δρχ., το οποίο προοριζόταν δήθεν για την ηθική και πνευματική ανύψωση του κλήρου, αλλά στην πορεία εισήλθε ανεπιστρεπτί στα ταμία του Δημοσίου13. Το Δημόσιο από την εκποίηση ζημιώθηκε μακροπρόθεσμα, εφόσον τα έσοδα των Μοναστηριών, στο σύνολό τους εκείνη την εποχή, ανερχόταν ετησίως στις 600.000 δρχ.14. Έτσι, με μία σώφρονα φορολογική πολιτική και με μία λελογισμένη εκποίηση μόνο των γαιών που δεν καλλιεργούταν ήδη από τους μοναχούς (εφόσον ο μοναχισμός δεν ήταν μόνο παθητικός οικονομικά αλλά στην περισσοτέρα των περιπτώσεων ήταν παραγωγικός με τα διάφορα εργόχειρα και τις καλλιέργειες των μοναχών) θα μπορούσε να είχε μία σημαντική μακροχρόνια πηγή εσόδων, αντί να προβεί στην ουσία στην διάλυση του μοναχισμού στην Ελλάδα και να υποστεί τις σημαντικότατες εσωτερικές αναταράξεις που προκάλεσε αυτή η ενέργεια.
Εν ολίγοις, η Ελλαδική Εκκλησία υποτάχθηκε στην αλλόδοξη Κυβέρνηση, η οποία αντικατέστησε με απότομο και σκανδαλώδη τρόπο τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Βέβαια, αυτή η πολιτική και εκκλησιαστική κατάσταση δεν μπορούσε να εδραιωθεί δίχως τις δίκαιες αντιδράσεις ενός μέρους του λαού αλλά και του κλήρου, αντιδράσεις που οδήγησαν στην γνωστή φυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη15, στην επανάσταση που ξέσπασε στην Μάνη το 1834 και μετέπειτα στην ίδρυση της Φιλορθόδοξης Εταιρίας.
1.3       Η Φιλορθόδοξη Εταιρεία και ο Κοσμάς Φλαμιάτος
Η Φιλορθόδοξη Εταιρεία ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1839. Ήταν οργανωμένη κατά τα πρότυπα των μυστικών εταιρειών της εποχής και ως διευθυντής της φερόταν ο ίδιος ο ένδοξος Στρατάρχης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης16. Σκοπός της οργάνωσης ήταν η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, καθώς επίσης και η διάσωση της απειλούμενης από την κυβερνητική πολιτική Ορθοδοξίας. Την Εταιρεία στελέχωναν κυρίως μέλη του ρωσικού κόμματος, με στόχους πολιτικούς αλλά και με αιτήματα αναφερόμενα στα εκκλησιαστικά ζητήματα, όπως η ακύρωση του νόμου περί ανεξαρτησίας της Ελλαδικής Εκκλησίας και την υποχρέωση ν' αναγνωρίσει ο Βασιλιάς την Ορθοδοξία ως επικρατούσα θρησκεία όλου του κράτους και ιδιαιτέρως ως την μόνην θρησκεία των διαδόχων του και της μελλούσης οικογενείας του.
Ο Κεφαλλονίτης Κοσμάς Φλαμιάτος αναδείχθηκε ίσως στην πιο δραστήρια και ηγετική φυσιογνωμία της Φιλορθόδοξης Εταιρείας. Ήταν άνδρας υψηλής μόρφωσης17 και εξαιτίας του αγώνα του για την ανεξαρτησία των Ιονίων νήσων, εξορίστηκε στα Κύθηρα και στους Βαρδιάνους, από τους Αγγλους. Το 1840, όταν απελευθερώθηκε, πέρασε στην Πάτρα και από κει κατέφυγε στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, με την οποία διατηρούσε στενές σχέσεις. Έχοντας ως ορμητήριο το μοναστήρι, ο μεγάλος κήρυκας έκανε πολλές περιοδείες στην Πελοπόννησο διδάσκοντας. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, εκτός των άλλων, ήταν μια δριμεία κριτική εναντίον της πολιτικής και, κυρίως, εναντίον της φιλοαγγλικής μερίδας. Επιπλέον, κατέκρινε το διωγμό των κρατούντων κατά του μοναχισμού και έλεγχε τον ξενόφερτο τρόπο ζωής ως υπεύθυνο για την αλλοίωση του Ορθόδοξου φρονήματος18. Εξαιτίας αυτής της βασισμένης σε ακραιφνώς Ορθόδοξα κριτήρια πολιτικοκοινωνικής διαμαρτυρίας του, που στρεφόταν εναντίον του κράτους, ο Φλαμιάτος συνελήφθει στην Πάτρα στις 21 Μαΐου 1852 με τους ομοϊδεάτες του και ρίχτηκε στις φυλακές του Ρίου. Ο Φλαμιάτος εκάρη μοναχός μέσα στη φυλακή, λίγο πριν πεθάνει στις 23 Ιουνίου 1852. Η Φιλορθόδοξη Εταιρεία και ο Κοσμάς Φλαμιάτος, έπαιξαν, όπως θα δούμε παρακάτω, σημαντικό ρόλο στην ιστορία του μοναχού Χριστοφόρου και επηρέασαν σημαντικά γεγονότα της ζωής του.



2ο Κεφάλαιο:
Τα χρόνια μέχρι την έναρξη της κηρυκτικής του δράσης
2.1       Τα χρόνια του Παπουλάκου ως λαϊκού.
Ο μοναχός Χριστόφορος, κατά κόσμο Χρήστος ή Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στο μικρό ορεινό χωριό Αρμπουνα της επαρχίας Καλαβρύτων, γύρω στα 178019 με 9020. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν υπάρχουν πολλά βιογραφικά στοιχεία, καθώς ζούσε μία απλή συνηθισμένη ζωή ενός χωρικού, η οποία με τίποτα δεν προμήνυε αυτά που θα επακολουθούσαν. Από τις σωζόμενες επιστολές του, φαίνεται ότι ήξερε πολύ λίγα γράμματα, ίσως να είχε φοιτήσει στις πρώτες τάξεις δημοτικού σχολείου ή είχε διδαχτεί από κάποιον μοναχό ή ιερέα, λόγω της ανάγκης ανάγνωσης των εκκλησιαστικών βιβλίων. Η κλίση και η αγάπη του στην Ορθόδοξη λατρεία ήταν έκδηλη από την μικρή του ηλικία. Αναβε τα καντήλια σε εγκαταλειμμένες Εκκλησίες, μελετούσε με αφοσίωση τα συναξάρια και γενικώς βίωνε, απλοϊκά, τον πατροπαράδοτο Ορθόδοξο τρόπο ζωής.
Μετερχόταν το επάγγελμα του κρεοπώλη, έσφαζε ζώα και εμπορευόταν κρέατα στα γύρω χωριά του δήμου Κλειτορίας, μαζί με τα τρία αδέλφια του. Από το επάγγελμά του προσπόριζε αρκετά, ώστε να έχει μία ευπρεπής, για τα δύσκολα δεδομένα της εποχής, ζωή21. Σε προχωρημένη, πλέον, ηλικία αρρώστησε βαριά, πιθανώς από τυφοειδή πυρετό και έμεινε αναίσθητος επί τρεις ημέρες. Η ανάρρωση του ήταν ξαφνική, αλλά το γεγονός αυτό, τον συγκλόνισε με αποτέλεσμα εξίσου αιφνιδιαστικά να παραδώσει την περιουσία του στα αδέλφια του και να εγκαταλείψει τα εγκόσμια.
2.2       Τα πρώτα χρόνια του ως μοναχός
Έγινε μοναχός σε αρκετά μεγάλη ηλικία και ονομάστηκε Χριστόφορος. Το πιο πιθανό είναι να εκάρη στο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου, μετόχι της Αγίας Λαύρας ή κατά άλλους στην ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου22, όπου και μόνασε για μικρό χρονικό διάστημα. Αμέσως μετά άρχισε να επαιτεί, περιφερόμενος στα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων. Λόγω του ασκητικού τρόπου ζωής του, περίσσευαν οι ελεημοσύνες που συγκέντρωνε σε είδη και χρήματα, για αυτό τα έδιδε στους πτωχούς, παρακαλώντας τους να μην διαδίδουν τις χειρονομίες του. Το 1847 εγκατέλειψε τον πλάνητα βίο και εγκαταστάθηκε σε ένα κτήμα του, σε υπερκείμενο στο χωριό του όρος, όπου έχτισε μία καλύβα και ξεκίνησε να ανεγείρει μικρό Μονύδριο - ασκητήριο, προς τιμή της κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το ίδιο έτος και προκειμένου ολοκληρώσει το οικοδόμημα του ασκηταριού του άρχισε να περιοδεύει και να κηρύττει στα χωριά της Αχαΐας και κατόπιν της Αρκαδίας.
3ο Κεφάλαιο:
Έναρξη κηρυκτικής δράσης και η αποδοχή του κόσμου
3.1       Το παρουσιαστικό και το ύφος του
Ο μοναχός Χριστόφορος ήταν σχεδόν εβδηκονταετής, βραχύσωμος με υπόλευκη γενειάδα, αλλά ακόμα στιβαρός και ακμαίος, έφερε ράσο χονδρό, καλογηρικό σκούφο στο κεφάλι του και πάντα βάδιζε με μία μαγκούρα που είχε στην λαβή της σταυρό. Το γενικότερο σεβάσμιο ύφος και ήθος που είχε, του έδωσε από τον κόσμο το παρωνύμιο Παπουλάκος ή Παπουλάκης23. Η φωνή του ήταν ασθενής, αλλά όταν δίδασκε τα πλήθη, αποκτούσε απροσδόκητη ένταση και γινόταν ευκρινέστατη. Ο λόγος του ήταν απλοϊκός, ζωηρός και εξαιρετικά πειστικός στους χωρικούς24, εφόσον ήταν σπλάχνο από τα σπλάχνα τους και μιλούσε κατ' ουσίαν την δική τους «γλώσσα».
3.2       Τα κηρύγματα
Τα κηρύγματά του δεν ήταν πομπώδη και τυποποιημένα, αλλά αρκείτο σε απλές ηθικές διδαχές περί τηρήσεως των βασικών παραγγελμάτων της χριστιανικής θρησκείας και λατρείας. Τα πλήθη σαγηνεύονταν από την όλη παρουσία του και διέδιδαν, κυρίως οι γυναίκες, διάφορες φήμες περί θαυματουργιών του. Η ευλάβεια του κόσμου εκδηλωνόταν προς το πρόσωπό του, με διάφορους τρόπους, του έκοβαν κομμάτια από το ράσο του, τρίχες από τα γένια του, ακόμα και πέτρες από τα σημεία που πατούσε για να κηρύξει.25
Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τα κομμάτια από το ράσο του, τα χρησιμοποιούσαν ως φυλακτά για προστασία από διάφορα κακά, αλλά και για ευλογίες στην σοδιά τους οι αγρότες ή στην αλιεία τους οι ψαράδες, ενώ οι γυναίκες τα χρησιμοποιούσαν αντί για προζύμι στην κατασκευή άρτου, εφόσον ως «εκ θαύματος» σταυρώνοντας τη ζύμη φούσκωνε. Βέβαια στο κάθε θαύμα του, υπήρχαν και οι αντίλογοι, για παράδειγμα στο ανωτέρω, μία αθηναϊκή εφημερίδα της εποχής εξηγούσε ότι απλούστατα το φούσκωμα της ζύμης γινόταν από την χημική ενέργεια της εκ του ιδρώτος λιπαρότητας του υφάσματος!26
Περαιτέρω, του αποδίδανε διορατικό, προορατικό και προφητικό χάρισμα. Κατά την διάρκεια των ομιλιών του πρόφερε ορισμένα γριφώδη και δυσνόητα, τα οποία εκλαμβανόντουσαν ως προφητείες για τα μέλλοντα να συμβούν. Εν γένει από τα πλήθη των «απολίτιστων» απλοϊκών χωρικών, κυρίως, ετιμάτο ως άγιος, ενώ από την δύσπιστη και «πολιτισμένη» ανώτερη κοινωνικά στάθμη ανθρώπων της Αθήνας και των κρατικών λειτουργών, εθεωρείτο ως χυδαίος, αγύρτης και λαοπλάνος. 27
Αφού έγινε γνωστός, το πρόγραμμα της εμφανίσεώς του και της υποδοχής του στα διάφορα μέρη ήταν στερεότυπο. Μετέβαινε πορευόμενος πεζός, ακολουθούμενος υπό πιστών, ορισμένοι από τους οποίους προανέγγελναν την άφιξή του στις πόλεις και στα χωριά που έμελε να διέλθει. Οι καμπάνες των ναών χτυπούσαν χαρμόσυνα, οι ιερείς εξέρχονταν προς προϋπάντηση, ενίοτε και οι δημοδιδάσκαλοι μετά των μαθητών τους σε παράταξη. Οι γυναίκες έφερναν τα βρέφη να τα ευλογήσει. Μετά την είσοδό του, αναπαυόταν ή προσευχόταν για λίγο. Ακολούθως, ανέβαινε σε κάποιον εξώστη οικίας ή εξέδρας που στηνόταν επί τούτου ή κάποιο μεγάλο δέντρο που έβρισκε και ξεκινούσε το κήρυγμα.
Τα αποτελέσματα από τα κηρύγματά του ήταν εντυπωσιακά και του τα αναγνώριζαν ακόμα και οι μετέπειτα διώκτες του. Αναζωπυρώθηκε η ουσιαστική συμμετοχή του κόσμου στην Ορθόδοξη λατρεία. Η ζωοκλοπή και η ληστεία μειώθηκαν δραστικά εμφανώς, οικογένειες με χρόνια μίση αντεκδίκησης συμφιλιώθηκαν, αυξήθηκαν οι ελεημοσύνες στους πτωχούς και γενικότερα αυξήθηκαν τα πρακτικά έργα χριστιανικής αρετής. Αυτά και μόνο ήταν αρκετά για να του αποδοθεί αγιότητα βίου και έργου από τους απλοϊκούς χωρικούς, των οποίων εξήπτε τον θρησκευτικό ζήλο. Η αμάθειά του και η ανύπαρκτη διανοητική του ικανότητα δεν τον έβλαπτε σε τίποτα. 28
3.3       Δύο σημαντικά πρόσωπα που επηρέασαν τα κηρύγματά του Δύο σημαντικές συναντήσεις μέσα στο ίδιο έτος, το 1847, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην ζωή του Παπουλάκου και άλλαξαν την κηρυκτική του δράση. Η πρώτη ήταν με τον ιερομόναχο Ιγνάτιο Λαμπρόπουλο της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου και η δεύτερη με τον Κοσμά Φλαμιάτο (για τον οποίο έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενο κεφάλαιο τα σχετικά με την δράση του και την Φιλορθόδοξη Εταιρεία).
Ο Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος γεννήθηκε το 1814 στη Βρωμοσέλα Μεγαλοπόλεως. Παιδί ακόμη (δωδεκαετής) εγκαταστάθηκε στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου πιθανότατα έλαβε τη στοιχειώδη μόρφωση. Εκπαιδεύτηκε αργότερα σε ανώτερα σχολεία της Καλαμάτας και της Αίγινας. Σε ηλικία 25 ετών χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος. Καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του έπαιξε η γνωριμία του, γύρω στα 1842, με τον Κοσμά Φλαμιάτο. Ο τελευταίος τον παρότρυνε να επιδοθεί στο ιεραποστολικό έργο, αφού πρώτα μελετήσει εμβριθώς την Αγία Γραφή και τους πατέρες της Εκκλησίας. Με αυτά τα εφόδια ο Ιγνάτιος ξεκίνησε την κηρυκτική του δράση περιοδεύοντας ανά την Πελοπόννησο, γενόμενος ένας από τους πιο γνωστούς πνευματικούς εξομολόγους. Ενδεχομένως, ο Παπουλάκος να αναζήτησε τον ιερομόναχο Ιγνάτιο, προκειμένου εξομολογηθεί και λάβει τις πνευματικές του συμβουλές.29
Η συνάντηση του Παπουλάκου με τους δύο προαναφερθέντες υπήρξε καθοριστικής σημασίας. Κράτησε επαφή μαζί τους και γαλουχήθηκε στις ιδέες της Φιλορθόδοξης Εταιρείας. Έτσι, άρχισαν τα κηρύγματά του να παίρνουν πολιτική χροιά, εναντίον των εχθρών της πίστεως και των «κακώς κειμένων» της βαυαρικής κρατικής εξουσίας.30



4ο Κεφάλαιο:
Μερική αναστολή και εντατικοποίηση της δράσεώς του
4.1       Ένας ανασταλτικός παράγοντας στην δράση του
Μέχρι τις αρχές του 1851 διατήρησε χαμηλούς τόνους και δεν ανέπτυξε έντονη δράση, όπως θα δούμε αργότερα. Παραταύτα όμως, ο νομάρχης Αρκαδίας κατόπιν καταγγελίας του δημοδιδάσκαλου Λαγκαδίων και Γορτυνίας Σεραφείμ Παναγάκη, τον συνέλαβε στην Τρίπολη, ύστερα από ομιλία που είχε πραγματοποιήσει. Τελικά κατόπιν παρεμβάσεως του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Κανάρη διατάχθηκε η απελευθέρωσή του με την προϋπόθεση να παρουσιαστεί ενώπιον της Ιεράς Συνόδου. Γύρω στα 1848 παρουσιάζεται στην Ιερά Σύνοδο, επιδιώκοντας να του χορηγηθεί άδεια ιεροκήρυκα. Αγνωστος όμως, ακόμα στην Αθήνα και λόγω της χαμηλής έως ανύπαρκτης μορφώσεώς του, η Σύνοδος του αρνήθηκε την άδεια. Ειδικότερα, οι τότε Μητροπολίτες Αθηνών Νεόφυτος Μεταξάς και ο Σύρου - Τήνου Δανιήλ υποστήριξαν την αίτησή του, αλλά οι Καλαβρύτων Βαρθολομαίος, Οιτύλου Προκόπιος και ο κυρίαρχος των εκκλησιαστικών πραγμάτων αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης, υπερίσχυσαν αρνούμενοι την χορήγηση αδείας, διότι δεν συγκέντρωνε τα «απαιτούμενα προσόντα καί έφόδια». 31
Η άρνηση αυτή προκάλεσε αναστάτωση στην Πελοπόννησο και είχε μονάχα προσωρινά ανασταλτικό αποτέλεσμα, αφού ο Παπουλάκος, εν τέλει συνέχισε το κηρυκτικό του έργο περιοδικά32. Ως εδώ, από ότι είδαμε περιήλθε τα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων, των νομών Αχαΐας και Αρκαδίας. Η ουσιαστική όμως, εντατικοποίηση της δράσης του έγινε τα επόμενα έτη 1851 και 1852.
4.2       Η εντατικοποίηση της δράσεώς του με πολιτικό χαρακτήρα πλέον
Το 1851 σχηματίζεται κυβέρνηση από τον ναύαρχο Αντώνιο Κριεζή, στην οποία γίνονται υπουργοί διάφορα στελέχη της Φιλορθόδοξης Εταιρείας. Έτσι με την στήριξη της κυβέρνησης, ο Μητροπολίτης Αθηνών Νεόφυτος Μεταξάς, κατάφερε να πείσει την Ιερά Σύνοδο να του χορηγήσει την αιτηθείσα και απορριφθείσα άδεια κηρύγματος. Η είδηση μεταδόθηκε ραγδαία, με πολλές μυθώδης φήμες περί προστασίας του από τον Τσάρο της Ρωσίας.
Οι νέες εντατικότερες εμφανίσεις του ξεκίνησαν πρώτα από την επαρχία Ολυμπίας, κήρυξε στην πρωτεύουσα αυτής και περιήλθε διαδοχικά την επαρχία Τριφυλίας, τους νομούς Αρκαδίας, Λακωνίας και κατόπιν στις 10 Οκτωβρίου 1851 εισήλθε στην πρωτεύουσα του νομού Μεσσηνίας, την Καλαμάτα. 33 Ήταν, πλέον, γνωστός παντού, όπου και εάν πορευόταν γινόταν δεκτός με εκδηλώσεις θαυμασμού. Οι φήμες σχετικά με το πρόσωπό του τόσο από τους οπαδούς του όσο και από τους πολέμιούς του, έπαιρναν μυθώδη θαυματουργικό χαρακτήρα από τους πρώτους και χυδαία ειρωνικό από τους δεύτερους.
Τα κηρύγματά του, όπως προαναφέρθηκε, πήραν επιπλέον έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, έκανε λόγο περί «ψωριώντος έριφίου, το όποιον έπρεπε ν’ αποδιωχθη έκ της ποίμνης, ϊνα μη μεταδώση την νόσον καί είς τά λοιπά»34. Η παραβολή στρεφόταν κατά του βασιλιά Όθωνα, η θρησκευτική ταυτότητα του οποίου, ως Καθολικού, αποτελούσε σκάνδαλο τόσο για τον Παπουλάκο όσο και για τους οπαδούς των Φιλορθοδόξων, την στιγμή που με την ισχύουσα νομοθεσία για το αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας, τιθόταν επικεφαλής αυτής. Περαιτέρω, κατηγορούσε και την Ιερά Σύνοδο, ότι ήταν ένα άβουλο υποχείριο στις επιδιώξεις της αλλόδοξης κρατικής εξουσίας.35
Έλεγε, επίσης, ότι η κυβέρνηση σκόπευε να συνδέσει όλες τις επαρχίες του κράτους «με μίαν κλωστήν», ενώ καλούσε τα ατμόπλοια «καρότσες τον διαβόλου»36. Με ετούτα εξέφραζε την δυσμένειά του σε συγκεκριμένα σημεία της τεχνολογικής πρόοδου, της οποίας τα ατμόπλοια, εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, ήταν η αιχμή του δόρατος. Παρά τις επιφυλάξεις του απέναντι στην τεχνολογία φαίνεται ότι δεν έκανε σαρωτικά αδιάκριτη κριτική εναντίον της, δαιμονοποιώντας την, αφού όπως συμπεραίνεται από το παράρτημα της παρούσας εργασίας χρησιμοποίησε την προηγμένη τεχνολογία της εποχής ώστε να ληφθεί η φωτογραφία του. Για την πρώτη φράση πολλοί ισχυρίζονταν ότι την έλεγε για τον τηλέγραφο, που ήρθε μερικές δεκαετίες αργότερα. Στις μέρες μας, βέβαια, μπορούμε να υποθέσουμε ότι την έλεγε προφητικά για το ηλεκτρικό ρεύμα, για το τηλέφωνο και γενικότερα για τα συστήματα τηλεπικοινωνίας. Ως και να έχει από την τάση του εναντίον κάθε ξενόφερτης πολυτέλειας και την κριτική του εναντίον συγκεκριμένων τεχνολογικών κατασκευασμάτων, χαρακτηρίστηκε ως οπισθοδρομικός, εφόσον η τεχνολογία θεωρούνταν «θρίαμβος τον πολίτισμον»37.
Στις γυναίκες έκανε διάφορες παραινέσεις, να απέχουν από τα μάγια, εξαιτίας των προλήψεων και των δεισιδαιμονιών που ήταν (και πάντα είναι) εξαιρετικά διαδεδομένες στην χώρα μας. Ενώ θέλοντας να τις συμμαζέψει από την περιττή, κατ' αυτόν, εξωτερική περιποίηση του σώματός τους, που είχε αρχίσει δειλά -δειλά να επηρεάζεται από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, χαρακτήριζε τα τσουλούφια, «ήτοι οί περί τους κροτάφους κυρτοί βόστρυχοι», ως «μαξίλαράκια, επάνω είς τά όποϊα έκάθητο ό διάβολος καί έψυθίριζεν είς το αυτί λόγους άμαρτίας»38.
Κατέκρινε την δυτικότροπη παιδεία, που είχε αρχίσει να εισέρχεται στην Ελλάδα εντατικά με το νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο και το συνολικό σύστημα της παιδείας. Συμβούλευε τους γονείς να μην στέλνουν τα παιδιά τους στα σχολεία. Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι εξαιτίας της απαιδευσιάς του ήταν εναντίον κάθε είδους μόρφωσης και προόδου, ενώ αυτός στην αλήθεια αντιπρότεινε, μία πιο υγιή κατ' αυτόν, παιδεία, η οποία να έχει ως βάση της τα βιβλία της Εκκλησίας, το Ψαλτήρι και την μουσική Οκτάηχο. Εν ολίγοις, στρεφόταν εναντίον των «άθέων γραμμάτων» 39, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, που ήταν φορείς των ανατρεπτικών κάθε πατροπαράδοτης αξίας ιδεών του διαφωτισμού, και όχι εναντίον των «θεοτικών γραμμάτων» της πίστεως.
Οι επιθέσεις του εναντίον της κυβέρνησης συνεχίζονταν κατηγορώντας την ότι ήταν όργανο της Αγγλίας, η οποία προσπαθούσε να επιβληθεί στην Ελλάδα με υποχείριό της τον Βασιλιά. Για αυτό τα όργανα της δημόσιας διοίκησης, τα αποκαλούσε ενίοτε και Λουθηροκαλβίνους, δηλαδή υπονοούσε τον προτεσταντισμό που υποθαλπόταν από την Αγγλία μέσω αυτών40. Τέλος καταφερόταν και εναντίον των δικαστηρίων, τα οποία αποκαλούσε «γυφτόσπιτα» 41, εξαιτίας της βεβήλωσης του ιερού Ευαγγελίου που γινόταν μέσω του αναγκαστικού όρκου που επιβαλλόταν στους μάρτυρες.
4.3       Χαρακτηριστικά δείγματα του λόγου και του ύφους του
Για να γίνει πιο κατανοητό το ύφος του κηρύγματός του και οι πολιτικές θέσεις του, παραθέτονται δύο κείμενα του ιδίου ως ακριβώς βρέθηκαν σε πηγές, διατηρώντας την ορθογραφία τους εκ του πρωτοτύπου. Εκτιμάται ότι είτε τα ανέγραψε ο ίδιος είτε τρίτο πρόσωπο καθ' υπαγόρευσή του42. Το πρώτο δημοσιεύθηκε στα φύλλα της εφημερίδας «Άθηνάς» την 30 Ιουνίου 1852, προφανώς προς γελοιοποίησή του λόγω του ότι είναι εξαιρετικά ανορθόγραφο και ασύντακτο. Τπάρχει το ενδεχόμενο να παραποιήθηκε σκόπιμα ώστε να φαίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο, αλλά το νοηματικό περιεχόμενο πιστεύεται βάσιμα ότι είναι του Παπουλάκου. Δεν αποτελεί κήρυγμα αλλά παραίνεση στους κατοίκους της περιοχής της Λακωνίας να μην επιστρατευθούν εθελοντικά από την στρατιωτική δύναμη που είχε μεταβεί εκεί προς καταδίωξή του. Είναι χαρακτηριστικό της απλότητάς του και έχει ως εξής:
«Ευλογημένη χριστιανή ευχόμεθά σας
Πρόσεξε καλός μη γελαστί τε κανής χριστιανος καί γρά φτίτε εις της Πολή το φρουράς δι ανα με πί ασετε διότι όσι δεν γράφτου ή νε με τον Χριστόν καί όσυ γρά φτούν ή νε με τον διαβολώ, Ουδέ τά λο για λαθηροκαρβείνων να αγρηκάτε όπου σας λέγουν κάτι. ότι τάχα θαχαθεϊτε μη φοβάστε οι χριστιανεί διοτι αυτοί εχουν σκοπούς νά μέ φονεύσουν. έμεινε είς έντροπην όπου έσκοτόθει ό κυβερνήτης ήλακονία καί γυρεύουν να σκοτόσουν καί εμένα νά κόλαστούν.
Γυναϊκες, δέ μού είπατε ότιεστε χριστιανές. Όποία Γυναίκα γραφθεϊ Ο ανδρας της η το πεδι της είς το Διαβολο να μην ϊδη οτι απηγαίνει ούτε τά πεδία της ούτε το σπητη της
Χριστόφορος μοναχός». 43
Περισσότερο χαρακτηριστικό των θέσεών του, από το οποίο συνάγεται πασιφανώς ότι είχε επηρεαστεί έντονα από τις θέσεις της Φιλορθόδοξης Εταιρείας, είναι το ακόλουθο γράμμα που απεύθυνε προς τον Βασιλιά και εγχειρίστηκε μέσω μίας άγνωστης γυναίκας στον δήμαρχο Καρδαμύλης, ενώ διώκετο από ένοπλα σώματα στρατού. Το γράμμα έχει ως εξής (διατηρώντας πάλι την ορθογραφία και το συντακτικό όπως ανεβρέθηκε στις πηγές, προερχόμενο εκ του πρωτοτύπου):
«Έν Ελλάς τη 21 Μαΐου 1852.
Μεγαλειώτατε Βασιλεύς
Κάθε νεώτερον είναι αξιώτερον από το παλεόν, ή Βασιλεϊα της Μεγαλειότι σου έτήραξεν όλα τά Βασίλεια τά παλαιά διά τούτο έχωμεν απο τον Άφέντη τόν θεόν και μάς έπαρίγγιλε το Άπόδωτι τά τού Καίσαρος καίσαρι και τά τού Θεού τω Θεω· έχομεν καί την μπίστιν μας Μεγαλειώτατε 1830 χρόνους Άσάλευτι· από τά 30 έως τά 1852 την μπίστιν μας την χάσαμε διά τη μάς το έδοσες έγράφως δια χειρόν σου διά να φυλάξης την μπίστιν μας. Σήμέρον μεγαλειότατε Βασιλεύ, Πολυχρονεμένε Βλέπομε τους Κριτάς όπου έχεις είς τά Δικαστυριά σου. Έσταθίκαμε και έμολύναμε τη Άγιον Εύαγγέλιον τού Άφεντού μας Χριστού με τους όρκους και διά τούτο οί Πίστι μας χάνετε έδώ και ζητούμε την μπίστι μας νά την στερεώσομε. Τώρα οί Μεγαλιώτη σου πώς έχεις χώρια Παπά είς την μπίστιν του και χωριστά ή Βασίλισσα είς την έδικήν της Πίστιν. Ένια σου Μεγαλειώτατε, τώρα μάς λέγει καί ό Βασιλεύς μας ό ουράνιος υπέρ μάχου υπέρ πίστεος και πατρίδος. - Έμεϊς οί Δούλι σου Γρέθωμε κατά την Μπίστι μας όσα Δεσποτιλίκια εϊχαμε και καθέδρας Δεσποτάδον μας Άπο τά 1830 όπου τά εϊχαμεν τούς ίδίους Δεσποτάδες θέλομεν είς τάς ίδίας θέσις θέλωμεν τούς Δεσποτάδες μας καί από Κάθε τόπον καί τον Δεσπότη μας νά ηναι ανεξάρτητος καί να μη τον όρίζη οί Σύνοδος. θέλομεν να βγη το άγιόν μας Εύαγγέλειον απο τά Κρητίρια διότι το μολύνανε μέ τούς ώρκους· θέλομε νά βάλωμεν Διδασκάλους κοινούς μέ τον ώκτίηχον και με όσα Βιβλεϊα όπου έσύνθεσαν οί Πραπάτορές μας. Έλλνικούς καί Άλλιλοδιδακτικούς Διδασκάλους δέν τους θέλωμεν. Τόσον νά γίνωμε της Μεγαλιώτι σού Δούλει έπακούει όλος ό λαος της Ελλάς και διεμού τού Σκλάβου σου Χριστοφόρου Κύρικος. Έστηλες Βασιλεικά Διατάγματα να με σκλαβόσουν· έγώ Κρίνομε κατά τούς νόμους της Μεγαλιώτη σού όπου ηθελεν είνε οί περισσότεροι ψύφι νά υπάρχη το Δικαίωμα. Δια τούτο, Μεγαλιώτατε έδωσαι τους ψύφους τις ή Ελλάς, μού εϊπανε νά σού αποκριθώ έάν είσαι Δίκαιος Βασιλεύς Δόσε τό δίκαιον τού λαού όπου φωνάζουν διά τήν Μπίστι μας καί νά μή βάνης βάση είς τους ραδιούργους, Μεγαλιώτατε καί τότε θέλεις έχεις μεγάλην είρίνην είς τό Κράτο σου· όλος ό λαός της Ελλάς παρακαλούμε τόν Θεόν αύτώ νά μάς γενη νά μακροϊμερέβης καί νά ζης ώς μεγαλιώτατος Βασιλεύς της Ελλάς. Ό Δούλος σου  Χριστόφορος Κύρικας Έλλαδίτης»4
Το ανωτέρω έγγραφο έφερε την επιγραφή: «Δοθη είς χεϊρας τού Μεγαλιοτάτου Κράτους τού Βασιλεύς της Έλλάς Όθων», συνοδευόμενο από την ακόλουθη επιστολή προς τον «Γενεώτατον Κύριον Βουλευτην Γρηγόριον Πατριαρχέαν είς Λιασίνοβα»: «Γενεώτατε κύριε Γρηγόριε Βουλευτά την 21 Μαΐου 1852.
Χαϊροις. Παρακαλούμεν Διεύθυνε την Άναφωράν είς τον Βασιλέα μας όπου έχης το Κύρος καί την ίσχύν καί πυγαίνη Άσφαλήσ όγρύγορα Διατη ό λαος άν δέν προχτήση Αύτο δέν ίσυχάζη. Έγώ δέν κρίβομε αλλά περπατώ παρον καί οποτε έλθη ή Άναφορά να μού δώσης ϊδιση - καί νά Βουλόσης την Βασιλικην Άναφοράν καί όσοι σέ ροτούνε Αύτο γυρεύη όλι ή Έλλάς καί Κράτι το σχέδιον της Άναφοράς καί δίνετο όλον τών χριστιανών άν είναι πιστοί χριστιανοί.
Τόσον καί μένομεν Χριστόφορος Κύρικας»4
5ο Κεφάλαιο:
Η ανοιχτή ρήξη με τις αρχές
5.1       Η συνέχεια της περιοδείας του
Όπως είναι επακόλουθο, τα όργανα της δημόσιας διοίκησης, οι νομάρχες, οι έπαρχοι και οι χωροφύλακες, εξέλαβαν τα λεγόμενά του ως αντικαθεστωτικά και άρχισαν να ενημερώνουν σχετικά την κεντρική διοίκηση στην Αθήνα. Ο νομάρχης Μεσσηνίας, μετά την ομιλία του στην Καλαμάτα, του ζήτησε να φύγει από την πρωτεύουσα αθόρυβα και πράγματι απερχόμενος, μετέβη διαδοχικά στους δήμους Αλαγονίας, Αμφείας και Θουρίας. Έφτασε ως την Μονή Βουλκάνου, όπου διέμεινε, αλλά επειδή συνέχιζε τις ομιλίες του, ο νομάρχης του παρήγγειλε, επιτακτικά πλέον, να απομακρυνθεί από την περιοχή του. Όντως κατευθύνθηκε δια της οδού των Δερβενίων στον νομό Αρκαδίας, μη πορευόμενος προς τους δήμους της επαρχίας Μεσσήνης, όπου επιμόνως τον προσκαλούσαν. Μεταμεληθείς όμως, στην πορεία κατευθύνθηκε στον δήμο Τριπόλεως και τελικά έφτασε στην Κυπαρισσία, όπου ο έπαρχος Τριφυλίας δεν μπόρεσε να τον απομακρύνει.
Εντωμεταξύ η κυβέρνηση ενημέρωσε για τα τεκταινόμενα την Ιερά Σύνοδο, η οποία εξέδωσε διαταγή να προσέλθει ενώπιόν της «ϊνα δώση λόγον περί τον σκανδαλώδους αυτον κηρύγματος»46. Ο Παπουλάκος, έχοντας την κακή εμπειρία της πρώτης εμφάνισής του ενώπιον της Συνόδου για την άδεια κηρύγματος και κατανοώντας τις προθέσεις των Ιεραρχών, δεν υπάκουσε και κατευθύνθηκε στο ασκητήριό του προκειμένου να ησυχάσει, που είχε ήδη από μακρόν ολοκληρώσει την ανέγερσή του με κελιά μοναχών και ναό.
5.2       Δεύτερος κύκλος της περιοδείας του
Τους δύο τελευταίους μήνες του 1851 και τους τρεις πρώτους του επομένου έτους δεν είναι γνωστές οι ενέργειές του, αλλά εκτιμάται ότι παρέμεινε ησυχάζων στο ασκητήριό του. Ο νέος κύκλος της περιοδείας του ξεκίνησε από την επαρχία Σπετσών. Το κήρυγμά του στις Σπέτσες καρποφόρησε όσο πουθενά αλλού μέχρι τότε. Οι εκδηλώσεις ευλάβειας των κατοίκων έφτασαν σε ακραία σημεία. Ακόμα και οι λίθοι πάνω στους οποίους πάτησε για να κηρύξει, θεωρούνταν ότι είχαν θαυματουργικές ιδιότητες. Μάλιστα λέγεται ότι εμφανίστηκε καθ' ύπνο σε έναν ευσεβή και του υπέδειξε ένα σημείο να ανοίξει πηγάδι. Σημειωτέον ότι το μέρος εκείνο, στην κεντροανατολική πλευρά της νήσου, ήταν τελείως άνυδρο. Πράγματι ο ευλαβής εκείνος Σπετσιώτης μετέβη στο σημείο και ανοίγοντας πηγάδι βρήκε αναβλύζον πόσιμο νερό. Το πηγάδι αυτό θεωρήθηκε ως αγίασμα και το θαύμα ταξίδεψε στόμα με στόμα σε όλους όσους πίστευαν στην αγιότητα του Παπουλάκου.
Ακολούθως μετέβη απέναντι στο Κρανίδι, του οποίου οι κάτοικοι ήταν αρβανίτες. Τα αποτελέσματα της ομιλίας του ήταν και εδώ εκπληκτικά. Το κήρυγμά του το εκφώνησε από ένα δέντρο, στο οποίο μετά την αποχώρησή του ανήγειραν προσκυνητάρι με σταυρό. Στις Σπέτσες και στο Κρανίδι τα πλήθη άρχισαν να εξεγείρονται εναντίον των εκπροσώπων της δημόσιας διοίκησης. Λιτανείες και αγρυπνίες γινόντουσαν στην μνήμη του. Οι ιερείς έπαυσαν να μνημονεύουν το όνομα του βασιλέως κατά την Θεία Λειτουργία και αντί αυτού μνημόνευαν το όνομα του Χριστοφόρου «ώς όρθοτομονντος τον λόγον της άληθείας» 47. Στην Ύδρα και στις Σπέτσες έλεγαν ότι κινιόντουσαν τα κανδήλια και δάκρυζαν οι εικόνες κατά την μνημόνευση του ονόματός του.
Μετά έφτασε στην Λακωνία, διερχόμενος από της επαρχίες Κορινθίας και Αργολίδος. Στην Λακωνία οι ακόλουθοί του ή καλύτερα οι οπαδοί του έκαναν πραγματική ένοπλη στάση, όπως θα περιγράψουμε παρακάτω, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα είδος επαναστατικού «κίνήματος».
5.3       Στην Λακωνία
Ο Παπουλάκος μετέβη στον νομό Λακωνίας τον Απρίλιο του 1852. Αποβιβάστηκε στην Μονεμβασιά, περιήλθε πρώτα στις επαρχίες Επιδαύρου, Γυθείου και μετ' ολίγου ολόκληρη η κεντρική και δυτική Λακωνία ήταν ανάστατη από τα κηρύγματά του. Είναι εκπληκτικό πως στην τόσο τραχιά και δυσπρόσιτο Μάνη κατάφερε να έχει τέτοια απροσδόκητα αποτελέσματα ο λόγος του. Οι εφημερίδες στην Αθήνα άρχισαν να ασχολούνται συνεχώς μαζί του, κυρίως επικριτικά και οι αναφορές των νομαρχών, επάρχων και χωροφυλάκων άρχισαν να μιλούν για την επικίνδυνη έξαψη που προκαλούσε εναντίον της εξουσίας ο λαοπλάνος, αγύρτης κ.α. Παπουλάκος.
Την 15 Μαΐου 1852 η Ιερά Σύνοδος του αφαίρεσε την άδεια κηρύγματος και του επέβαλε περιορισμό στην Μονή του προφήτου Ηλία στην Θήρα, για την παρακοή του να παρουσιαστεί ενώπιόν της. Επίσης, απέστειλε εγκύκλιο προς κλήρο και λαό της Λακωνίας, δια της οποίας κατήγγειλε τον, «λήρους ασέμνους καί σκανδαλώδεις έξευρευγόμενο»48, μοναχό Χριστόφορο και παραινούσε τους πιστούς σε υπακοή του Βασιλέα και της κυβέρνησης. Επιπλέον, απέστειλε δύο διαπρεπείς, πεπαιδευμένους και ευφραδείς ιεροκήρυκες τον Καλλίνικο Καστόρχη, τον μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αθηνών και τον Νεόφυτο Κωνσταντινίδη. Ο πρώτος απεστάλη στην Λακωνία και ο δεύτερος στις επαρχίες Σπετσών και Ερμιόδινος.
Η εγκύκλιος και η αποστολή των ιεροκηρύκων είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Παρόργισε περαιτέρω τους οπαδούς του Παπουλάκου, οι οποίοι άρχισαν να διαδίδουν ότι η Σύνοδος δια της εγκυκλίου της, απαγόρευσε το βάπτισμα προ του εικοστού έτους της ηλικίας, την χρήση του αγίου μύρου και διέταξε την κατάργηση των νηστειών και την καθαίρεση των αγίων εικόνων. Γενικώς, διαδίδονταν ότι η κυβέρνηση με την Σύνοδο από κοινού, εργάζονταν να καταστρέψουν το Ορθόδοξο δόγμα. Τον Νεόφυτο Κωνσταντινίδη μάλιστα, με το που προσπάθησε να κηρύξει, ο λαός του Κρανιδίου οργίσθηκε τόσο πολύ που προέβη σε εχθρικές διαδηλώσεις εναντίον του. Ορισμένοι θερμόαιμοι δε, λιθοβόλησαν την οικία όπου διέμενε, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος ιεροκήρυκας, να αποχωρήσει εσπευσμένα τελείως άπρακτος, ενώ πλήθος τον προέπεμπε μέχρι την παραλία μετ' ονειδιστικών κραυγών και χειρονομιών49.
Παράλληλα, εκείνες τις ημέρες ο εκκλησιαστικός επίτροπος της νομαρχίας Αργολίδος και Κορινθίας απαγόρευσε την τέλεση των καθημερινών παρακλήσεων στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις Σπέτσες, λόγω του ότι από εκεί προερχόντουσαν διαδηλώσεις υπέρ του Παπουλάκου. Οι ιερείς διέδωσαν ότι παρεμποδίζονταν στην τέλεση των ιεροπραξιών τους και έτσι το εσπέρας της 22 Μαΐου 1852 τρεις χιλιάδες πολίτες περίπου, λιθοβόλησαν την οικία του εκκλησιαστικού επιτρόπου και πολιόρκησαν το επαρχείο, ζητώντας το πρωτότυπο της εγκυκλίου της Συνόδου για να το κάψουν επιδεικτικά. Τελικά πείσθηκαν να απέλθουν, αφού έλαβαν άδεια να τελέσουν αγρυπνία στον ναό.50
Από τις αρχές του Μαΐου 1852 δόθηκαν εντολές στα όργανα της δημόσιας διοίκησης να συλλάβουν τον Παπουλάκο. Παράλληλα όμως, στους ανθρώπους που παρακολουθούσαν τα κηρύγματά του, εκτός από πολυάριθμες γυναίκες εμπλέκονταν και ένοπλοι, οι οποίοι άρχισαν να περιφέρονται μαζί του όπου και αν πηγαίνει για προστασία του. Ο αριθμός των οπαδών του εναλλάσσονταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Σύμφωνα με έκθεση του επάρχου Οιτύλου, στο χωριό Προάστειο του δήμου Καρδαμύλης, μετέβη συνοδευόμενος υπό τριακοσίους ένοπλους. Στο χωριό Λαγκαδά η δημόσια δύναμη που πέμφθηκε προς καταστολή ταραχών, τον βρήκε να περιφρουρείται από εκατόν πενήντα ενόπλους. Ο ίδιος έπαρχος ανέφερε ότι η φρουρά του έφτασε να αποτελείται και από τέσσερις χιλιάδες λαού. Στα Πηγάδια μετέβη εκ δήμου Αβίας με δυόμισι ή τρεις χιλιάδες λαού. Στο Μαυροβούνιο οι συνηγμένοι ανέρχονταν στους έξι χιλιάδες. Χαρακτηριστικά ο έπαρχος Γυθείου στο από 14 Μαΐου 1852 έγγραφό του προς τον Τπουργό Εσωτερικών ανέφερε: «Μη σας φαίνεται, έκλαμπρότατε, παράξενον διότι δεν έπρόκειτο λόγος περί συλλήψεως ενός, άλλά περί χιλιάδων άνδρών καί γυναικών άνοήτων, περιφρουρούντων αυτον μανιακώς, προταττομένων τών κατά χωρία ίερέων καί τον έπισκόπου Άσήνης»51.
Ανάμεσα στον κόσμο που τον ακολουθούσαν, πρωτοστατούσε ο κλήρος. Σύσσωμο το ιερατείο Λακωνίας, αψηφούσε τις παραινέσεις της Συνόδου και συνόδευαν τον Παπουλάκο. Ο επίσκοπος Ασήνης, Μακάριος, μέσα στο όλο ενθουσιαστικό κλίμα αναγνώρισε την αγιότητα του Παπουλάκου. Μάλιστα περιβεβλημένος την αρχιερατική του στολή και περιστοιχισμένος υπό ιερέων και διακόνων τον υποδέχτηκε σε ομιλία του που πραγματοποίησε στην περιφέρειά του.
5.4       Η διάλυση της Φιλορθόδοξης Εταιρείας
Ομοθυμαδόν ο τύπος της εποχής ζητούσε την επέμβαση της κυβέρνησης. Οι μυθώδης φήμες για την επιρροή των Ρώσων, ως ομόδοξων, ώστε να εκπληρωθούν οι προφητείες του Αγαθαγγέλου για την απελευθέρωση της Πόλης και την εκπλήρωση της μεγάλης ιδέας, είχαν τρομερή διάδοση ανάμεσα στον λαό. Πολλές από τις φήμες ήταν προφανές ότι υποκινούνταν από τους ρωσόφρονες. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τον στασιακό χαρακτήρα των περί τον Παπουλάκο ανθρώπων, οδήγησαν τον Κοσμά Φλαμιάτο και τα μέλη της Φιλορθόδοξης Εταιρείας, σε μία εσπευσμένη γενική συγκέντρωση στην Λακωνία. Ταυτόχρονα κατέβηκαν μοναχοί εξ Αγίου Όρους διαδίδοντας διάφορες εσχατολογικές προφητείες και έτσι εξάπτονταν τα ήδη ταραγμένα πνεύματα εναντίον της αλλόδοξης κρατικής εξουσίας. Η Λακωνία κατακλείστηκε από ρασοφόρους, μέλη της ανωτέρω Εταιρείας, για αυτό η κυβέρνηση φοβούμενη την όλη έκρυθμη κατάσταση, προέβη σε δυναμικές ενέργειες. Αρχικά απαγόρευσε την ελεύθερη μετακίνηση όλων των ιερέων χωρίς ειδικό διαβατήριο και κατόπιν σταδιακά εξέδωσε μαζικά εντάλματα σύλληψης. Πρώτα συνελήφθησαν ο Κοσμάς Φλαμιάτος, ο Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος και αργότερα πολλοί άλλοι λαϊκοί, μοναχοί και ιερείς της Φιλορθόδοξης Εταιρείας. Από έρευνα δε, που έγινε στην οικία του Φλαμιάτου ανευρέθησαν επιστολές με τις οποίες επικοινωνούσε με διάφορα μέλη της Εταιρείας, έτσι σιγά - σιγά (με την έρευνα που προχωρούσε) συνελήφθησαν εκατοντάδες άτομα σε όλη την τότε Ελλάδα, μεταξύ των οποίων περίπου εκατόν πενήντα κληρικοί. Τα γεγονότα αυτά, εξαιτίας της συμμετοχής πολλών κληρικών, πήραν τον τίτλο, από τον τύπο της εποχής, η «καλογηρική συνωμοσία». Επίσης, από τις επιστολές που κατασχέθηκαν διασταυρώθηκε η σχέση του Παπουλάκου με τον
Φλαμιάτο και την Φιλορθόδοξη Εταιρεία, αλλά όπως προαναφέρθηκε η σύλληψή του δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
6ο Κεφάλαιο:
Η αποκορύφωση του «κινήματος» και η σύλληψη
6.1       Αποστολή στρατιωτικής δύναμης και οι απόπειρες σύλληψης
Προς καταστολή του «κινήματος» του Παπουλάκου απεστάλη στην Λακωνία στρατιωτική δύναμη περίπου δύο χιλιάδων ανδρών. Επικεφαλής αυτών τέθηκε ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, υιός του γνωστού αγωνιστή της επαναστάσεως. Είχε μάλιστα την εξουσιοδότηση να επιστρατεύσει πολίτες ανάλογα με τις ανάγκες που θα προέκυπταν. Στρατολόγησε περί τους τετρακόσιους εθνοφύλακες. Προς τούτο ο Παπουλάκος εξέδωσε το έγγραφο, που παραθέσαμε στην παράγραφο 4.3 της παρούσης εργασίας, προκειμένου αποτρέψει την στρατολόγηση πολιτών. Για την μεταφορά της στρατιωτικής δύναμης χρησιμοποιήθηκαν η κορβέτα «Άμαλία» και η γολέττα «Σκύλλα», ενώ η πολεμική γολέττα «Ματθίλδη» περιπολούσε τα Λακωνικά παράλια. Καταρτίστηκε και ειδική ταχυδρομική υπηρεσία για να πληροφορείται αμέσως η κυβέρνηση τα τεκταινόμενα.
Απόπειρες για την σύλληψή του είχαν γίνει και στο παρελθόν αλλά χωρίς επιτυχία. Ειδικότερα, όταν ο Παπουλάκος, συνοδευόταν από τον επίσκοπο Ασήνης, κλήρο και λαό που ανέρχονταν περίπου στους δύο χιλιάδες, μικρό απόσπασμα τεσσάρων ή πέντε χωροφυλάκων επιχείρησε να τον συλλάβει, αλλά βέβαια ανεπιτυχώς και μόλις μετά βίας κατόρθωσαν να γλιτώσουν οι χωροφύλακες από το οργισμένο πλήθος. Ο έπαρχος Οιτύλου, με διαταγή της νομαρχίας, με υπομοίραρχο και δώδεκα χωροφύλακες προσπάθησε να τον συλλάβει στο δήμο Μέσης, αλλά γύρισε άπρακτος εφόσον τον περιστοίχιζαν τέσσερις χιλιάδες Λακωνικού λαού. Μετά τα δραστικά μέτρα της κυβέρνησης ο διοικητής της μοίρας χωροφυλακής Λακωνίας, Κουτσογιαννόπουλος, την 15 Μαΐου 1852, παραλαβών απόσπασμα οροφυλακής μετά πολλών αξιωματικών εκστράτευσε για να συλλάβει τον Παπουλάκο, ο οποίος διέμενε στο χωριό Φλωμοχώρι του δήμου Κολοκυνθίου. Έλπιζε ότι η ισχυρή δύναμη θα πτοούσε τους οπαδούς του, αλλά μόλις έγινε αντιληπτή η άφιξη της δημόσιας δύναμης, δια καμπανοκρουσιών συνάχθηκε όλο το χωριό, περίπου τρεις χιλιάδες λαού μετά πολλών ενόπλων και παρήγγειλαν στον Κουτσογιαννόπουλο να αποχωρήσει. Με την βοήθεια τελικά δύο λόχων του πέμπτου τάγματος πεζικού που είχαν προσέλθει προς επικουρία υποχώρησαν χωρίς να γίνει η απειλούμενη και από τα δύο στρατόπεδα αιματηρή σύγκρουση. Στις 17 Μαΐου 1852, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης απέστειλε μήνυμα στον Παπουλάκο με τον αντισυνταγματάρχη Γερμανό Μαυρομιχάλη, ο οποίος άνηκε στην γνωστή μεγάλη μανιάτικη αρχοντική οικογένεια των Μαυρομιχαλέων, να παραδοθεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αποτυχία είχε και η προσπάθεια συλλήψεως που έγινε στο δήμο Λεύκτρου στις 19 Μαΐου 1852 με δύναμη του στρατού, συνοδευόμενη από τον Γερμανό Μαυρομιχάλη. Από αυτήν την απόπειρα συλλήψεως τραυματίστηκαν ο έπαρχος Οιτύλου ένας υπομοίραρχος και διάφοροι άλλοι της συνοδείας τους. Ο λαός που τον ακολουθούσε αψήφησε τόσο τον στρατό όσο και τον Γερμανό Μαυρομιχάλη, η οικογένεια του οποίου είχε μεγάλη επιρροή στην περιοχή.
6.2       Η «εκστρατεία» στην Καλαμάτα και η μεταστροφή του κόσμου
Περί τις 20 Μαΐου 1852, βλέποντας τον κλοιό να σφίγγει γύρω του, αποφασίζει να κατέβει στην Καλαμάτα, προκειμένου να κριθεί σε δημόσια δίκη ενώπιον του λαού που θα συγκεντρωνότανε προς τούτο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με επιστολή που φέρεται στο όνομά του, παρακινούσε τους πιστούς ως ακολούθως:
«Χριστιανοί χαίρετε»
Έγώ απεφάσισα ν' απεράσω είς τάς Καλάμας μέ την δύναμιν τού Χριστού καί της Παναγίας καί πάντων τών άγίων, διά τούτο σάς λέγω όσοι αγαπάτε τον Χριστον νά έλθητε μαζί μου, ν' ακούτε όπου θά κριθώ μέ τούς κριτάς· άν φταίγω έγώ, όλοι νά μέ ρίχτε είς μιά φωτιά νά μέ κάφτε, νά ήσυχάση ό κόσμος, εί δέ καί φταϊνε οί κριταί, νά τούς 'πητε νά κηρύττω τον λόγον τού Θεού· ό λόγος τού Χριστού δέν δένεται. Καί νά έχω απάντησίν σας σήμερον καί πού θά μαζωχτθητε, σέ ποϊον τόπον θά μαζωχθητε νά μού είπητε, διότι έγώ δέν κινάω, διότι μέ σκοτώνουν, μοναχός μου δέν κινάω. Καί όσοι αγαπάτε τον Χριστον καί την Παναγίαν, μικροί καί μεγάλοι νά έλθετε· καί όσοι είνε μέ τον Διάβολον άς κάτσουν. Πάρετε καί ψωμί κοντά σας διά τρεϊς ήμέρας. Θά μείνωμεν είς την χώραν τών Καλαμών.
Διευκρινίζεται ότι συγκριτικά με τα δύο προηγούμενα κείμενά του που παρατέθηκαν στην παράγραφο 4.3, η επιστολή αυτή είναι εμφανώς διορθωμένη όσο αφορά την ορθογραφία και το συντακτικό, αλλά από το περιεχόμενό της συμπεραίνεται ότι προέρχεται από τον Παπουλάκο.
Στο χωριό Πηγάδια άρχισαν να συγκεντρώνονται Μανιάτες και παρ' όλες τις προσπάθειες της δημόσιας δύναμης, δεν κατορθώθηκε να αποτραπεί η «εκστρατεία» περίπου δύο χιλιάδων χωρικών, εκ των οποίων οι πεντακόσιοι ήταν ένοπλοι53. Η πόλη της Καλαμάτας πανικοβλήθηκε και ετοιμάστηκε για πολιορκία. Στο χωριό Γιαννιτσά, έξω από την Καλαμάτα, παρά το οποίο στρατοπέδευσαν τα στίφη των Μανιατών, ο Παπουλάκος δεν έγινε αποδεκτός. Το γεγονός αυτό τον επηρέασε, αλλά συνέχισε την προσπάθειά του. Από την Καλαμάτα αποφασίστηκε να αποσταλεί επιτροπή προς συνάντησή του, ώστε να του διαμηνύσουν ότι δεν τον δέχονται και εν ανάγκη θα τον απέκρουαν με βία. Ο Παπουλάκος τελικά πείστηκε από την επιτροπή και υποσχέθηκε ότι δεν θα εισέλθει στην Καλαμάτα. Πράγματι, αποσύρθηκε στα Σελιτσιάνικα Καλύβια και μετ' ολίγον στον δήμο Αβιάς. Όμως, τα στίφη των Μανιατών, που όπως φαίνεται δεν ελεγχόντουσαν απόλυτα από τον Παπουλάκο, ίσως και με διάθεση λεηλασίας, κινήθηκαν προς την Καλαμάτα, αλλά η έγκαιρη κινητοποίηση του στρατού και της χωροφυλακής, τους ανάγκασε να διαλυθούν. Έκτοτε η επιρροή του στον κόσμο άρχισε να συρρικνώνεται και να καταρρέει.
Γυρνώντας στο χωριό Γαϊτσούς στην Λακωνία, οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν ψυχρά για αυτό αποσύρθηκε γρήγορα. Παραταύτα συνέχισε τις διδαχές του και λέγεται ότι έβγαλε ανάθεμα κατά παντός Λάκωνος, που δεν ήθελε να φονεύσει βασιλικό στρατιώτη, ο οποίος θα έδινε τέτοια αφορμή. Βεβαιώνοντας, επιπλέον, ότι όποιος πέθαινε υπέρ των ιδεών που δίδασκε θα εθεωρείτο μάρτυρας54.
Η μεταστροφή του κόσμου είχε ήδη αρχίσει και οι πρώην οπαδοί του έσπευδαν να εκφράσουν την αφοσίωσή τους στον θρόνο. Οι αρχές μάλιστα, λίγο πριν την «εκστρατεία» του στην Καλαμάτα, είχαν καταφέρει να ματαιώσουν προγραμματισμένη ομιλία του στην Αγία Παρασκευή και ο Βουλευτής Λακωνίας Λεωνίδας Πετροπουλάκης, ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης, μετέπεισε τον επίσκοπο Ασήνης, με αποτέλεσμα ο Μακάριος να αποστείλει στο ποίμνιό του, την από 23 Μαΐου 1852 εγκύκλιό του, αναθεματίζοντας τις διδαχές του Παπουλάκου. Επίσης, η Ιερά Σύνοδος στις 26 Μαΐου 1852 εξέδωσε νέα εγκύκλιο, προσπαθώντας να καταστήσει σαφές ότι η ορθόδοξη πίστη και η Εκκλησία στην Ελλάδα, παρά τα αντιθέτως διαδιδόμενα από τους λαοπλάνους ή εξ απλότητος πεπλανημένων, ουδένα διέτρεχε κίνδυνο55. Αλλη μία εγκύκλιο εξεδόθη στις 9 Ιουνίου 1852 για να κατευνάσει τους πανικόβλητους κατοίκους της Αίγινας, επειδή μία γυναίκα από την Κυνουρία διέδιδε ότι ο Παπουλάκος είχε προφητεύσει επικείμενο μεγάλο σεισμό που θα καταστρέψει ένα νησί56. Αποτέλεσμα του πανικού ήταν να γίνονται όλο λιτανείες και αγρυπνίες προς αποτροπή του μεγάλου κακού.
Οι εγκύκλιοι είχαν πάλι τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που προσδοκούσαν οι Ιεράρχες. Πάντως από τις 30 Μαΐου 1852 ο Παπουλάκος κατέφυγε στα βουνά του Ταϋγέτου, όπου μάλιστα λέγεται ότι έβγαλε το ράσο και φόρεσε φουστανέλα, προκειμένου διαφύγει αποσπάσματος που τον καταδίωκε57.
6.3       Η προδοσία και η σύλληψη
Ότι δεν κατάφεραν τα όπλα και η στρατιωτική επιβολή το κατάφεραν «τά παντοδύναμα χρήματα»58. Ένας από τους περισσότερο πιστούς ακόλουθους του Παπουλάκου, ο Παπαβασίλαρος, από το χωριό Λαγκάδια του δήμου Λεύκτρου, υπέκυψε στο πάθος της πλεονεξίας και δέχτηκε προσφορά έξι χιλιάδων δραχμών για να τον καταδώσει. Το κρησφύγετό του στον Ταΰγετο ήταν άγνωστο και η σύλληψή του σε μέρη που τον προστάτευαν οι χωρικοί εξαιρετικά δύσκολη. Έτσι, κατόπιν διαπραγματεύσεων που έγιναν από τον έπαρχο και τον υπομοίραρχο της χωροφυλακής Οιτύλου, εξ ονόματος του νομάρχου και του γενικού αρχηγού των στρατιωτικών δυνάμεων, Γενναίου Κολοκοτρώνη, ο πλεονέκτης ιερέας συμφώνησε να τον παραδώσει με ειδικό σχέδιο που καταστρώθηκε προς τούτο. Παρέλαβε ένα χωροφύλακα, μεταμφιεσμένο σε Λάκωνα και μετέβησαν στην Μονή Βοϊδονίτσης, όπου κρυβόταν. Ο ανύποπτος Παπουλάκος, εντωμεταξύ, επειδή έβλεπε τον κλοιό να σφίγγει ασφυκτικά, σκέφτηκε να αποδράσει στην Κρήτη. Όταν είδε τον Παπαβασίλαρο του ζήτησε να μεταβή στον δήμο Κολοκυνθίου, όπου έμπιστοι άνθρωποί του να ετοιμάσουν φρουρά για να διαφύγει με ασφάλεια. Παρήγγειλε, επίσης να λάβει από τον επίσκοπο Ασήνης έγγραφο που να παρακινεί τους κατοίκους για να τον συνδράμουν στην διαφυγή του. Ο Παπαβασίλαρος ανήγγειλε την αποστολή του στον έπαρχο και στον υπομοίραρχο. Αυτοί αμέσως του έδωσαν έξι χωροφύλακες μεταμφιεσμένους σε Λάκωνες και τον εφοδίασαν με πλαστό έγγραφο αφενός μεν η εν λόγω ενέργεια δεν συνάδει με την όλη προσωπικότητά του, αφετέρου δε ο συγγραφέας είναι εμφανέστατα προκατειλημμένος εναντίον του. δήθεν του επισκόπου Ασήνης, που τον παρακινούσε να συνεχίσει τις διδαχές του και να κηρύξει στο χωριό Κολοκύνθιον.
Το τέχνασμα πέτυχε και ο Παπουλάκος πεισθείς, ακολούθησε την «φρουρά» του Παπαβασίλαρου. Την 23 Ιουνίου 1952 αναχώρησε από την Μονή Βοϊδονίτσης. Την επομένη, 24 Ιουνίου, φτάνοντας στην Μονή του Τζέγκου, του δήμου Οιτύλου, τον συνέλαβαν χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. Από τα παράλια της Καρδαμύλης τον επιβίβασαν στην γολέττα «Ματθίλδη» και από εκεί στο ατμόπλοιο «Όθων», όπου παρέμενε έγκλειστος. Μεταφέρθηκε στο Γύθειο και αργότερα, την 27 Ιουνίου 1852, το ατμόπλοιο προσόρμισε στον Πειραιά.59 Έτσι έλαβε τέλος η έντονη κηρυκτική δράση του Παπουλάκου, η οποία είχε ως συνέπεια όλα τα προαναφερθέντα σημαντικά για την εποχή γεγονότα που ο τότε τύπος τα τιτλοφόρησε ως τα «Χριστοφορικά».
Η θλίψη διαδέχτηκε το άγγελμα της συλλήψεώς του, η παρουσία όμως των ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων και οι μαζικές συλλήψεις που είχαν γίνει, εμπόδιζαν τις εκδηλώσεις συμπαθείας. Το μένος των Μανιατών για την σύλληψη στράφηκε εναντίον του καταδότη ιερέα, ο οποίος φοβούμενος για την ζωή του, έφυγε στην Αθήνα για να παραλάβει την αμοιβή του. Προτάθηκε δε, να γίνει στρατιωτικός ιερέας για να απομακρυνθεί μόνιμα από την εξημμένη εναντίον του περιοχή. Μεταφέρθηκε στις Σπέτσες, αλλά όταν μαθεύτηκε ότι έφτασε το πλοίο που τον μετέφερε, συγκεντρώθηκε πλήθος με άγριες διαθέσεις. Σώθηκε από στρατιωτική φρουρά. Τελικά λίγο αργότερα φονεύτηκε από ένα νέο, ο οποίος σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, εκδικείτο την οικογενειακή του τιμή, διότι ο Παπαβασίλαρος είχε βιάσει την αδελφή του. Οι εφημερίδες έγραψαν, επίσης, ότι ο πατέρας του ιερέα, μόλις έμαθε τον θάνατο του υιού του, άμειψε σπαρτιάτικα με δύο τάλιρα τον κομιστή της ευχάριστης είδησης.60
6.4       Το κόστος καταστολής του «κινήματος»
Τα έξοδα της εκστρατείας εναντίον του «κινήματος» του Παπουλάκου ανήλθαν στο μεγάλο ποσό για την εποχή των 36.043,78 δρχ.. Σεβαστό ποσό δεδομένου ότι η ελληνική οικονομία είχε καταρρεύσει.
Αναλυτικότερα:
Σε μισθοδοσία των στρατολογηθέντων 393 εθνοφυλάκων:   17.525,75 δρχ.
Σε συσσίτια των προσελθόντων αυθορμήτως υπό τον ταγματάρχη Ματάλα (στην Καλαμάτα): 1.542,28 δρχ.
Σε αμοιβή του Παπαβασίλαρου: 6.000 δρχ.
Σε αμοιβή των χωροφυλάκων και στρατιωτικών που συνετέλεσαν στην επικίνδυνη σύλληψη του Παπουλάκου στην Μονή Τζέγκου:           7.416 δρχ.
Σε έκτακτα έξοδα των αρχών: 3.559,75δρχ.
Σύνολο: 36.043,78 δρχ.61
Επίσης, με το από 13 Αυγούστου 1852 Βασιλικό Διάταγμα, το οποίο δημοσιεύθηκε στο 33 φύλλο της εφημερίδας της κυβέρνησης, απολύθηκαν πολλοί δήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι, αστυνομικά όργανα και κρατικοί λειτουργοί ως υποστηρικτές του Παπουλάκου, ενώ απονεμήθηκαν ηθικές αμοιβές σε νομάρχες,
βουλευτές, δημοτικούς άρχοντες, υπαλλήλους, εγκρίτους ιδιώτες και προς όλους του κατοίκους της Καλαμάτας διότι έδειξαν αφοσίωση και σύνεση προς το θρόνο και το καθεστώς62.
7ο Κεφάλαιο:
Το τέλος και η μνήμη του στην εποχή μας
7.1       Η δίκη
Στην Αθήνα είτε από περιέργεια είτε από ευλάβεια έγιναν διάφορες αναστατώσεις για να δει ο κόσμος τον Παπουλάκο που φρουρείτο στο ατμόπλοιο. Επειδή είχε καταπονηθεί ο οργανισμός του από τις κακουχίες της συλλήψεώς του, τον εξέτασαν ιατροί, οι οποίοι συνέστησαν να αποβιβαστεί. Μετά από λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στις φυλακές του Ρίου, όπου δόθηκε εντολή να μην επιτρέπεται η επαφή του με κανέναν.
Σε όσους συνελήφθησαν την περίοδο της εξάψεως (συμμετέχοντες στα γεγονότα της «καλογηρίκής συνωμοσίας») δόθηκε χάρη με το από 9 Αυγούστου 1852 Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στις 22 του ιδίου μήνα, ενώ εννέα άτομα οι οποίοι θεωρήθηκαν πρωτεργάτες παραπέμφθηκαν σε δίκη για παραβάσεις σε βαθμό πλημμελήματος. Ο Παπουλάκος δε και ορισμένοι πιστοί ακόλουθοί του, ορίστηκε να δικαστούν για παραβάσεις σε βαθμό κακουργήματος, την 26 Ιουνίου 1853, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών, ως υπαίτιοι στάσεως κατά των καθεστώτων63. Παρόλη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, συνέρρευσαν πλήθη κόσμου στην δίκη. Ο Παπουλάκος στο δικαστήριο εύτολμος και ατάραχος, έδειξε ότι επιθυμούσε να δικαστεί και δήλωσε ότι δεν χρειαζόταν συνήγορο, διότι είχε τον Ιησού Χριστό για να αποδείξει την αθωότητά του64. Οι διεθνείς συγκυρίες, με τον Κριμαϊκό πόλεμο επί θύρες, είχε προκαλέσει ανησυχία στην κυβέρνηση για την στάση της Ρωσίας. Έτσι η δίκη, λόγω της υποστήριξης που είχε ο Παπουλάκος από τους διαλυθέντες Φιλορθόδοξους και κατ' επέκταση από το ρωσόφιλο κόμμα, απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δόθηκε αναβολή στην δίκη, εξαιτίας της απουσίας μαρτύρων, για την 16 Σεπτεμβρίου 1853. Τελικώς, κατά τον Αύγουστο 1853, δόθηκε χάρη και όλοι οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν των ποινικών κατηγοριών με Βασιλικό Διάταγμα, επειδή (όπως έλεγε το Διάταγμα) έδειξαν φανερά σημεία μεταμέλειας65. Ο Παπουλάκος όμως ιδιαιτέρως παραπέμφθηκε, για τον περαιτέρω πειθαρχικό του έλεγχο, στην Ιερά Σύνοδο, η οποία αποφάσισε τον μόνιμο περιορισμό του στην Μονή Παναχράντου στην Ανδρο.
7.2       Ο εγκλεισμός στην Μονή Παναχράντου και το τέλος
Στην Μονή Παναχράντου διαμορφώθηκε ένα ειδικό μοναχικό κελί, που το φρουρούσε ένας χωροφύλακας. Τις ημέρες μπορούσε να συμμετέχει κανονικά στο πρόγραμμα των ακολουθιών της Μονής και το βράδι εγκλειόταν, φρουρούμενος στο κελί του. Με τον χαρακτήρα του κέρδισε την υπόληψη του ηγουμένου και των μοναχών της Μονής, ενώ η φήμη του έλκυε για πολύ καιρό κόσμο. Επίσης, συνέχισε
να κηρύττει στον συγκεντρωμένο κόσμο εντός της Μονής, όταν εύρισκε ευκαιρία. Από τους ανθρώπους που πίστευαν σε αυτόν, διαδιδόταν ότι ακόμα επιτελούσε θαύματα, αλλά το ενδιαφέρον των εφημερίδων και της κοινής γνώμης είχε απορροφηθεί στα δραματικά διεθνή γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου που επηρέαζαν άμεσα την χώρα μας. Κοιμήθηκε το βράδι της 18 προς 19 Ιανουαρίου 186166, ησύχως και σχεδόν λησμονημένος από τον πολύ τον κόσμο.
7.3       Η μνήμη του στις μέρες μας
Ετάφη στο κοιμητήριο της Μονής Παναχράντου και από τους πρώτους χρόνους της κοίμησής του έγιναν προσπάθειες για την επίσημη αγιοκατάταξή του, την ανακομιδή των λειψάνων του και την φιλοτέχνηση της εικόνας του, χωρίς όμως αποτέλεσμα για πολλές δεκαετίες67. Η «αντιεξουσιαστική» του δράση δημιουργούσε πρόβλημα στην ευρύτερη επίσημη αναγνώρισή του. Αργά αλλά σταθερά άρχισε να αποκαθίσταται η μνήμη του στην συνείδηση όχι μόνο των απλών πιστών, που ούτως ή άλλως πάντα πίστευαν στην αγιότητά του, αλλά και στην συνείδηση των ανώτατων εκκλησιαστικών Ιεραρχών. Τπάρχουν πλήθος επίσημων αναφορών επισκόπων που αναγνωρίζουν το έργο του, ακόμα και την αγιότητά του68. Η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία παρέμειναν στο οστεοφυλάκιο της Μονής Παναχράντου, δεν έγινε με επισημότητα. Ύστερα από επιμονή των κατοίκων του χωριού του Παπουλάκου, ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος, στις 12 Σεπτεμβρίου 1973 φρόντισε να μεταφερθεί η κάρα του στο ναό του Μονυδρίου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα Άρμπουνα Καλαβρύτων, που είχε κτίσει ο ίδιος. Έκτοτε πλήθος κόσμου προσέρχεται στο ορεινό χωριό και ασπάζεται την κάρα του, η οποία έχει τεθεί σε επίχρυση λειψανοθήκη και λέγεται ότι ευωδιάζει και θαυματουργεί. Έχουν συνταχθεί ιερές ακολουθίες και παρακλητικός κανών προς τιμήν του69. Επίσης, έχει ιστορηθεί η εικόνα του και υπάρχει μικρό ιδιωτικό Εκκλησάκι στα Άρμπουνα και παρεκκλήσιο στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο Φωκίδος, που τιμώνται ανεπισήμως στο όνομά του. Πλήθος είναι και οι σύγχρονες μαρτυρίες, που έχουν παραμείνει από προφορική παράδοση, αναφορικά με τα κηρύγματά του, τις προφητείες του, τα θαύματά του εν ζωή, ακόμα και μετά θάνατον70. Τέλος, το όνομά του παραμένει ακόμα προς επίσημη αγιοκατάταξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πολύ σοφά περιμένει να αφουγκραστεί την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησιάς, ξεκαθαρισμένη με το πέρασμα του χρόνου από βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες, ώστε να προβεί ανεπηρέαστα στις δέουσες ενέργειες.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τελικά ένα ερώτημα που παραμένει αιωρούμενο, μετά από αυτήν την εργασία, είναι: ήταν όντως ο Παπουλάκος άγιος ή μήπως ένας απλός κοινωνικός επαναστάτης ή μήπως ακόμα και ένας λαοπλάνος αγύρτης; Οι απλοϊκοί χωρικοί της εποχής, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, πίστεψαν ότι ήταν άγιος. Ο λόγος του, τους
συνέπαιρνε, μιλούσε κατ' ουσία την «γλώσσα» που μπορούσαν να καταλάβουν και η ευθύτητα του χαρακτήρα του, σε συνδυασμό με την σεβάσμια φυσιογνωμία του, τους έδινε αυτό που αποζητούσαν στο «ράσο», την ελπίδα της σωτηρίας. Επίσης, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι υπέδειξε «ανυπακοή» απέναντι στην Ιερά Σύνοδο και στην εξουσία του κράτους, παροτρύνοντας προς τούτο και τους πιστούς, με αποτέλεσμα οι χωρικοί να φτάσουν τα όρια της ένοπλης στάσης. Όλα αυτά στην πονηρή και συμφεροντολογική εποχή μας, δημιουργούν σύγχυση και πλήθος αμφιβολιών, αλλά πριν καταλήξουμε στο συμπέρασμά μας, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να εξακριβώσουμε τα εσωτερικά υποκειμενικά στοιχεία που τον οδήγησαν σε αυτήν την, φαινομενικά παράδοξη, εξωτερική συμπεριφορά.
Η Ιερά Σύνοδος (γέννημα και αυτή «ανυπακοής» απέναντι στην μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης) και η κρατική εξουσία της εποχής είναι δεδομένο ότι δεν βάδιζαν σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση. Η δεύτερη είχε υποτάξει την πρώτη στα κοσμικά της συμφέροντα και σε συνδυασμό με τον απαράδεκτο τρόπο που έγιναν οι όντως αναγκαίες θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, δικαιολογούν την αντίδραση του Παπουλάκου, τόσο κοινωνικά όσο και θεολογικά. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η θολή γενική άποψη που εξάγεται από τα «Ιστορικά Σημειώματα» του Μπάμπη Αννίνου, ότι ήταν ένας επικίνδυνος αγύρτης και η έπαρση υπερηφανείας από την οποία διακατείχετο τον οδηγούσε στο να πλανά με εξαιρετικά ανόητο τρόπο τους ευκολόπιστους και «απολίτιστους» χωρικούς. Ο αγώνας του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν αποκύημα έπαρσης, εφόσον ήταν δίκαιος και περαιτέρω οι «απολίτιστοι» χωρικοί δεν πίστεψαν στον Παπουλάκο ανόητα, χωρίς λογική, αφού τους έδωσε ξανά ένα ευαγγελικό νόημα ζωής, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχαν αρχίσει να χάνουν κάθε ελπίδα και πίστη, συνεπεία των αλλεπάλληλων συμφορών που ακολούθησαν την επανάσταση του 1821.
Επίσης, με τον τρόπο που προχώρησε στην όλη δράση του δεν διαφαίνεται να οργανώθηκε για μία μυστική ανατροπή του καθεστώτος. Παρ' όλες τις σχέσεις του με την Φιλορθόδοξη Εταιρεία, είχε ανεξάρτητη δική του πορεία. Ο στόχος του ήταν οι απλοϊκοί άνθρωποι και οι συνειδήσεις τους. Ο ανεπιτήδευτος λόγος του, η ασκητικότητά του και οι αδιαμφισβήτητες ελεημοσύνες του, του δίνουν ακεραιότητα και ευθύτητα χαρακτήρα. Επιπλέον, από τα κηρύγματά του προκύπτει η μεγάλη ηθική και λατρευτική Ορθόδοξη καλλιέργεια του λαού σε χρόνια δύσκολα. Ίσως να ήταν ατόπημα η «εκστρατεία» του στην Καλαμάτα και η ομαδική δράση ενόπλων ακολούθων του, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε να ελέγξει απόλυτα τους σκληροτράχηλους Μανιάτες και γενικότερα τους λοιπούς χωρικούς που τον ακολουθούσαν και διέδιδαν διάφορες φήμες γύρω από το όνομά του.
Στην Ορθοδοξία οι αμφιβολίες ακολουθούν κάθε δογματική Αλήθεια και σε αυτό έγκειται η ελευθερία του ανθρώπου. Ο Ιησούς Χριστός επιθυμεί την εθελούσια ελεύθερη πίστη του ανθρώπου στην Αλήθεια, την οποία φανερώνει σκιωδώς στην αρχή και αργότερα του δίνει και τις αποδείξεις - αποκαλύψεις που χρειάζεται. Δηλαδή η πίστη πάντα προηγείται των ξεκάθαρων προσωπικών αποδείξεων, ενώ εάν θέλει κάποιος παραμένει στην διαφορετική του άποψη, η οποία τεκμηριώνεται από την σύγχυση των αμφιβολιών του. Ομοίως, ξεκάθαρη επιστημονική απόδειξη είναι αδύνατον να βρεθεί στα περί αγιότητος ζητήματα, αλλά ακόμα και αυτή εάν υπήρχε πάλι θα αμφισβητείτο. Έτσι ανεξαρτήτως, της επισήμου αναγνώρισης του Παπουλάκου ως αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το πρόσωπό του θα συνεχίσει να είναι σημείο αντιλεγόμενο. Εν ολίγοις, συμπεραίνεται ότι το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή του επιλόγου δέχεται απάντηση και προσδιορίζεται υποκειμενικά ανάλογα με την προσωπική τοποθέτηση του καθενός στα θέματα πίστεως και την αγάπη του για την Αλήθεια.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παπουλάκου, η οποία σύμφωνα με τον Κο ΝΑΣΙΟΠΟΤΛΟ Α., τέως προέδρου της Ένωσης Αρμπουνέων - Καλαβρύτων στην Αθήνα «Ο Άγιος Αθανάσιος», είναι η μοναδική που σώζεται. Βρέθηκε τυχαία από ένα μέλος της Ένωσης σε ένα κουρείο στην Αθήνα, όπου ο ιδιοκτήτης του καταστήματος την κατείχε ως κειμήλιο από τους γονείς του. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας διακρίνονται μετά δυσκολίας η λέξη «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟ^» και η χρονολογία «ΑΩΝ» (=1850). Τα χαρακτηριστικά του προσώπου που εικονίζεται ταιριάζουν καταπληκτικά στις περιγραφές του Παπουλάκου και άλλωστε δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της. (Βρίσκεται στου ΝΑΣΙΟΠΟΤΛΟΤ Α. Α., Ο Αληθινός Παπουλάκος, Αθήνα 1984, σ. 3).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α' ΠΗΓΕΣ
ΑΝΝΙΝΟΤ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Αθήναι 1925
ΓΡΙΤΣΟΠΟΤΛΟΤ Τ., Παπουλάκος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Αθήναι 1966
ΚΟΝΙΔΑΡΗ Ι. Γερ., Εκκλησιαστική Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Β', Αθήναι 1970
ΜΟΤΛΑΤΣΙΩΤΗ Νεκ., Παπουλάκος. Ο Αγιος της Πελοποννήσου, Έκδοση Ιεράς Μονής Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ Σάρωφ Τρίκορφου Φωκίδος, χ.τ., 2006 ΝΑΣΙΟΠΟΤΛΟΤ Α. Α., Ο Αληθινός Παπουλάκος, Αθήνα 1984 ΠΑΠΑΔΟΠΟΤΛΟΤ Α. Χρ., Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Α', Αθήναι 1920
Β' ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
ΒΑΚΑΛΟΠΟΤΛΟΤ Ε. Απ., Νέα ελληνική ιστορία 1204 · 1985, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997
ΔΕΛΗΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ Ζ. Κ., Διδακτική των Θρησκευτικών (Φάκελος μαθήματος), Αθήνα 2005
ΔΕΛΗΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ Ζ. Κ., Το ήθος της ελευθερίας. Φιλοσοφικές άπορίες καί θεολογικές αποκρίσεις, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1997
ΚΟΛΙΟΠΟΤΛΟΣ Ι. Σ., Νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία 1789 · 1945. Από την γαλλική επανάσταση μέχρι τον β' παγκόσμιο πόλεμο, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998
ΚΟΤΤΑΔΑΚΗ Αθ., Αύτοί πού άνοιξαν το δρόμο, Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ, Αθήναι 1976 ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΤ Δ. Γ., Παράδοση και αλλοτρίωση. Τομές στην πνευματική πορεία του Νεώτερου Ελληνισμού κατά την μεταβυζαντινή περίοδο, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2001
ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Δ. Γ., Τουρκοκρατία. Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2005
ΜΠΑΣΤΙΑ Κ., Ο Παπουλάκος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005 (-), Παπουλάκος, στην Εγκυκλοπαίδεια Τδρία, τομ. 43, Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων, Αθήνα 1987
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1          Στην πρώτη και ιδρυτική του νεοελληνικού κράτους Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου το 1822, δεν βρέθηκε άλλος τρόπος να οριστεί η ιδιότητα του Έλληνα παρά μόνο καταφεύγοντας στην θρησκευτική του πίστη, ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου είδους εθνικού προσδιορισμού υπήρχε ως τότε. Στο Β' Τμήμα του Συντάγματος της Επιδαύρου διαβάζουμε: «Όσοι αύτόχθονες κάτοικοι τής ’Επικρατείας τής Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες»
2          ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Δ. Γ., Παράδοση και αλλοτρίωση. Τομές στην πνευματική πορεία του Νεώτερου Ελληνισμού κατά την μεταβυζαντινή περίοδο, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2001, σ. 193
3          ΔΕΛΗΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ Ζ. Κ., Διδακτική των Θρησκευτικών (Φάκελος μαθήματος), Αθήνα 2005, σ. 111, 112
4          ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Δ. Γ., Τουρκοκρατία. Οι 'Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2005, σ. 181
5          ΔΕΛΗΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ Ζ. Κ., Διδακτική των Θρησκευτικών (Φάκελος μαθήματος), Αθήνα 2005, σ. 111, 112
6          ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ Ε. Απ., Νέα ελληνική ιστορία 1204 · 1985, Εκδόσεις Βάνιας Θεσσαλονίκη 1997, σ. 210
7          Ο.π., σ.217
8          ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ I. Σ., Νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία 1789 · 1945. Από την γαλλική επανάσταση μέχρι τον β' παγκόσμιο πόλεμο, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 169
9          ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Δ. Γ., Παράδοση και αλλοτρίωση. Τομές στην πνευματική πορεία του Νεώτερου Ελληνισμού κατά την μεταβυζαντινή περίοδο, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2001, σ. 151
10        ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Δ. Γ., Παράδοση και αλλοτρίωση. Τομές στην πνευματική πορεία του νεότερου Ελληνισμού κατά την μεταβυζαντινή περίοδο, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2001, σ. 240 σημ. 32.
11        ΚΟΝΙΔΑΡΗ I. Γερ., Εκκλησιαστική Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Β', Άθήναι 1970, σ. 237
12        Ο.π., σ. 241
13        Ο.π., σ. 240
14        Ο.π.
15        Ο.π.
16        ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α., Ο Αληθινός Παπουλάκος Αθήνα 1984, σ. 27
17        Ο.π., σ. 29
18        «Όλοι ο! καλαμαράδες, πού άρνήθηκαν τον αγώνα, ήρθαν νά γίνουν ο! οικοδόμοι τοΰ Έθνους, άποκόβοντας τή ζωή του από τις ρίζες της, πού είναι ή ορθοδοξία καί μπολάζοντάς το μ' ένα σωρό ξένα φαρμάκια»: χαρακτηριστικό απόσπασμα των θέσεων του Κοσμά Φλαμιάτου, που τίθεται με την μορφή διαλόγου στην μυθιστορία του ΜΠΑΣΤΙΑ Κ., Ο Παπουλάκος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005, σ. 113
19        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 14
20        ΚΟΤΤΑΔΑΚΗ Αθ., Αύτοί πού ανοιξαν τό δρόμο, Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ, Άθήναι 1976, σ. 39
21        ΜΠΑΣΤΙΑ Κ., Ο Παπουλάκος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005, σ.17
22        ΚΟΝΙΔΑΡΗ Ι. Γερ., Εκκλησιαστική Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Β', Άθήναι 1970
23        Παρωνύμιο το οποίο δόθηκε και στον μοναχό Ευγένιο, που επονομάσθηκε και Αγιοπατέρας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση στις ιστορικές αναφορές των δύο ανδρών. Ο δεύτερος με την δράση του στα χρόνια της επιδρομής του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο δημιούργησε πολλά προβλήματα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Δολοφονήθηκε εν τέλει από τους Τούρκους στις 149-1826.
24        ΚΟΤΤΑΔΑΚΗ Αθ., Αύτοί πού ανοιξαν τό δρόμο, Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ, Άθήναι 1976, σ. 41
25        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 15
26        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 409
27        Ως πολιτισμός, εκείνη την εποχή, λογίζονταν μόνο η τεχνολογία και η ευρωπαϊκή μόρφωση, όπως προκύπτει από το πνεύμα των γραφόμενων του ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 411, 413, 430, 435 κ.α.
28        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 15, 16
29        ΜΠΑΣΤΙΑ Κ., Ο Παπουλάκος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005, σ. 95
30        Ο.π., σ. 95 κ.ε.
31        ΚΟΤΤΑΔΑΚΗ Αθ., Αύτοί πού ανοιξαν τό δρόμο, Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ, Άθήναι 1976, σ.46
32        ΜΠΑΣΤΙΑ Κ., Ο Παπουλάκος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005, σ. 177 κ.ε.
33        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 409
34        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 15
35        ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Χρ., Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Α', Άθήναι 1920, σ. 388
36        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 412
37        Ο.π., σ. 413
38        Ο.π., σ. 412
39        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 15
40        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 396
41        Ο.π., σ. 416
42        Ο.π., σ. 441
43        Ο.π., σ. 386
44        Ο.π., σ. 439
45        Ο.π., σ. 440
46        Ο.π., σ. 417
47        Ο.π., σ. 420
48        ΚΟΤΤΑΔΑΚΗ Αθ., Αύτοί πού ανοιξαν τό δρόμο, Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ, Άθήναι 1976, σ. 54
49        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 427
50        Ο.π., σ. 424
51        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 16
Χριστόφορος Κήρυκας».52
52        Ο.π., σ. 455
53        ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΙΟΥ Α. Χρ., Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Α', Άθήναι 1920, σ. 390
54        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ.461. Σημειώνεται όμως, ότι το συγκεκριμένο περιστατικό παρατίθεται με επιφύλαξη ως έχει, καθόσον το νόημα των λόγων του Παπουλάκου πρέπει να είναι ελαφρώς αλλοιωμένο σε αυτήν την πηγή, διότι
55        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 17
56        ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Χρ., Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Α', Άθήναι 1920, σ. 390
57        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 462
58        Ο.π., σ.463
59        Τα περί της συλλήψεως του Παπουλάκου δραματικά γεγονότα παραθέτονται αναλυτικά στου ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 464 κ.ε.
60        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΙΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 18
61        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 469
62        ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α., Ο Αληθινός Παπουλάκος, Αθήνα 1984, σ. 74
63        ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Χρ., Ιστορία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τομ. Α', Άθήναι 1920, σ. 388
64        ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Τ., Παπουλακος (Χριστόφορος ό Μοναχός), έν Θ.Η.Ε., τομ. 10, Άθήναι 1966, σ. 18
65        ΑΝΝΙΝΟΥ Μπ., Ιστορικά Σημειώματα, Άθήναι 1925, σ. 476
66        Ο.π., σ. 481
67        Ο.π.
68        ΜΟΥΛΑΤΣΙΩΤΗ Νεκ., Παπουλάκος. Ο Άγιος της Πελοποννήσου, Έκδοση Ιεράς Μονής Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ Σάρωφ Τρίκορφου Φωκίδος, χ.τ., 2006, σ. 167 κ.ε.
69        Ο.π.
70        Ο.π., σ.36 κ.ε.

Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο 
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένου με αναφορά πηγης την Ισοσελίδα

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ










Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.