Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Οπτασίες και διηγήσεις απο τήν άλλη ζωή - Αρχ.Φιλόθεος Ζερβάκος




ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ
τών εκδόσεων «Όρθοδόξου Κυψέλης».
 Άρχιμαν. Φιλόθεος Ζερβακος


Άπολυτίκιον  Άθλοφόρε άγιε, καί ιαματικέ Παντελεήμον, πρέσβευε τω έλεήμονι Θεω, ϊνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχει ταϊς ψυχάίς ημών.

Στάσου εδώ νά γνωρίσης τά τεράστια της Δευτέρας Παρουσίας τοΰ Κυρίου
Σέ κάποια χώρα πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως, όνομαζομένην "Αβυδο, κατοικούσε ένας ορθόδοξος καί ευλαβής χριστιανός με τήν επίσης ενάρετη καί θεοφιλή σύζυγο του Σοφιανή κατά τό έτος 1607.
Κάποια φορά ασθένησε ή Σοφιανή καί παρέμεινε στό κρεββάτι επί είκοσι ήμερες χωρίς νά μπορεί νά σή-κωση ούτε τό κεφάλι της. Κατά τήν δύσι τοΰ ηλίου της 3ης Αυγούστου άπλωσε τά χέρια της στον ουρανό καί φάνηκε σάν νά εξέπνευσε. Όλοι οί συγγενείς της τότε ετοίμαζαν τά αρμόδια γιά τήν ταφή χωρίς νά μπορούν από κανέναν νά παρηγορηθούν. Διεπίστωσαν όμως ότι κάτω από τόν αριστερό μαστό της τό μέρος εκείνο ήταν θερμό, οπότε καί τήν άφησαν άσαβάνωτη μέχρις ότου τελείως νεκρωθή.
Έν τω μεταξύ ήλθε και ή κατά σάρκα αδελφή της καί μέσα στην απελπισία και τόν πόνο της επήρε κρύο νερό καί έράντισε τήν Σοφιανή ή όποια συνήλθε καί είπε τά έξης στην αδελφή της Άννα: «Καλλίτερα νά μήν είχες έλθει, αδελφή μου, εδώ διότι περισσότερη ζημία καί θάνατο μου προξένησες, παρά ζωή πρόσκαιρη, διότι οί φωνές σου με έξέβαλαν από τόν φωτεινό έκεϊνο Παράδεισο καί τήν ανέκφραστη δόξα τοΰ Θεοΰ πού άπε-λάμβανα. Έπρεπε, άθλια, όταν μέ είδες νεκρή, νά χαιρόσουν περισσότερο και νά ευχαριστούσες τόν Θεό, παρά τώρα όπου μέ βλέπεις καί άνέζησα».
Άφοΰ είπε καί άλλα πολλά καί έγινε καλλίτερα της έζήτουν οί παρευρισκόμενοι νά διηγηθή τά μυστήρια τοΰ ΘεοΟ πού εϊδε στην άλλη ζωή. Εκείνη έζήτησε Πνευματικό νά τά έξομολογηθή καί, εάν εκείνος κρίνη ότι είναι εύλογο, νά τά μάθουν καί άλλοι. Ήλθε λοιπόν ό Πνευματικός Ιερόθεος Κουκοζέλης, Προηγούμενος της Ίεράς Μονής ΣταυροβουνΤου Κύπρου, ό όποιος μέ πατριαρχική προσταγή ήλθε γιά νά εξομολόγηση τήν Σοφιανή, ή οποία καί διηγήθηκε τά έξης:

«Καθώς σηκώθηκα καί άνεκάθισα στό κρεββάτι μου, λιποθύμησα καί βλέπω μπροστά μου ενα άστραπόμορφο νεανία, ό όποιος κρατούσε στά χέρια του ένα χρυσό δοχείο γεμάτο νερό καί μοΰ είπε: Σοφιανή, γνωρίζω Οτι έχεις μεγάλη δίψα καί ή καρδιά σου φλέγεται από τήν ασθένεια. "Αν δμως πιής αυτό τό ζωοπάροχο νερό, θά ύ-γιαίνης στην ψυχή καί στό σώμα καί θά έχης παντοτει-νή χαρά». Έγώ, άκούοντας αυτά, έσκίρτησα από χαρά, καί άλλο τίποτε δέν ήθελα παρά νά βλέπω τόν φαινόμενο έκε'ίνο νέο. Όταν έλαβα τό ποτήρι αυτό στά χέρια μου γιά νά τό πιω, δέν ξέρω πώς, αρπάχθηκα από τήν ζωή καί επί τρία ημερονύκτια έλειπα άπό τό σώμα, ή δέ ψυχή μου ακολούθησε έκέίνο τόν νέο καί ανεβαίναμε στον ουρανό. Έπεράσαμε επτά σφαιροειδείς κύκλους τοΰ ούρανοΰ μέσα σε σκότος βαθύ καί κατόπιν φθάσαμε σ' ένα φωτεινό καί πανευώδη τόπο, πρό τοΰ οποίου εύρί-σκοντο δύο υψηλές καί πανθαύμαστες πύλες. Ή δεξιά ήταν κατασκευασμένη άπό καθαρό χρυσό καί πολύτιμους λίθους, ενώ ή αριστερά άπό χαλκό καί αναμμένο σίδερο, πού φαινόταν σάν φλογεροί άνθρακες. Γύρω άπ' αυτήν έστέκοντο πλήθος άπό φρικωδέστατους ώπλισμένους γίγαντες πού έφύλαττον τήν πύλη καί έγώ τότε έμεινα άφωνος άπό τόν φόβο μου.
Μοΰ λέγει ό οδηγός μου: Βλέπεις, αδελφή, αυτές τίς πύλες; Αυτές είναι οί πύλες της δικαιοσύνης καί ή μέν χρυσή είναι της Βασιλείας των Ουρανών, ή δέ σιδερένια της κολάσεως των αμαρτωλών.
Άφήσαντες αυτές τίς πύλες ανεβήκαμε ψηλότερα σέ φωτεινότερο τόπο, όπου έστέκοντο άπειρα πλήθη φωτο-μόρφων ανδρών τών όποιων οί θέσεις δέν ήταν όλες σέ ένα τόπο, άλλα άλλου ήταν ψηλότερα καί άλλου χαμηλότερα.
Τότε ό οδηγός μου μέ τοποθέτησε ανάμεσα στους αγγέλους καί μοΰ είπε: «Σοφιανή, εδώ σκύψε καί προσκύνησε». Αμέσως τότε έγώ έσκυψα καί προσκύνησα μέ πολύ φόβο, άλλα ποιόν προσκύνησα δέν είδα. Εκείνος πάλι μ' εσήκωσε καί μοΰ είπε: «Στάσου εδώ νά γνωρίσης τά τεράστια της Δευτέρας Παρουσίας τοΰ Κυρίου», καί μετά τά λόγια αυτά είδα ένα πύρινο, λαμπρό καί βασιλικό θρόνο, κάτω άπό τόν όποιο ήταν ένα ανθρώπινο χέρι τό όποιο κρατούσε μία ζυγαριά.
Γύρω άπ' αυτόν τόν θρόνο έστέκοντο αναρίθμητα πλήθη αγγέλων, οί όποιοι ανέβαιναν άπό τήν όδό πού ήλθα καί έγώ, μεταφέροντας ψυχές ανθρώπων, ανδρών, γυναικών καί παιδιών και όταν τίς ανέβαζαν εδώ, έλεγαν:
            «Προσκυνάτε», καί εκείνες οί ψυχές προσκυνούσαν, όπως δηλαδή έκανα και έγώ. Επάνω στον φοβερό θρόνο, μέσα σέ φωτεινές νεφέλες, καθόταν ό Δεσπότης Χριστός, ένδεδυμένος ένα γαλαζοπόρφυρο ένδυμα. Έγώ άπό τήν δυνατή λάμψι τοΰ προσώπου Του, δέν μπόρεσα νά Τόν ατενίσω. Οί παριστάμενοι άγγελοι έψαλλαν τό: «"Αγιος, "Αγιος, Άγιος, Κύριος ό Ών καί προών καί φανείς ώς άνθρωπος Θεός, έλέησον τό πλάσμα σου». Ένώ άλλοι αγγελικοί χοροί έψαλλαν τό: «Αγιος, Αγιος, Αγιος Κύριος Σαβαώθ πλήρης ό ουρανός καί ή γη της δό-ξης Σου». Εκείνοι πού ήταν μαζί μας έψαλλαν τό: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ καί επί γης ειρήνη εν άνθρώποις ευδοκία», άλλοι δέ έψαλλαν τό:«Αλληλούια» άνά τρεις φορές, ενώ άλλοι τό: «"Αμήν, Αμήν, Αμήν» και ουδέποτε έπαυαν τήν δοξολογία τους.
Άπό τά δεξιά του Χρίστου στεκόταν ή Θεοτόκος καί αριστερά ό Τίμιος Πρόδρομος, όπως τους εικονίζουν οί αγιογράφοι. Οί άγγελοι, όταν έτελείωναν τήν δοξολογία τους, προσκυνούσαν τόν Κύριο κλίνοντες τίς κεφαλές τους, ό δέ Κύριος ύψωνε τά άχραντα χέρια Του καί τους ευλογούσε. Άπό τά Δεσποτικά δάκτυλα των χεριών Του έπεφταν ποταμηδόν πολύτιμοι λίθοι καί μαργαρίτες, πράγμα τό όποιο βλέποντας έγώ, έφριξα καί ρώτησα τόν οδηγό μου τί είναι αυτά τά μυστήρια, Εκείνος μου είπε:
Βλέπεις, Σοφιανή, τους μαργαρίτες και' τους πολύτιμους λίθους       πού πέφτουν από         τά         δεξί χέρι          τον            Δεσπότην καί κατέρχονται στην γη; Αυτοί είναι τά άφατο έλεος Του, ή άπειρος αγάπη, τήν οποία έχει προς τά γένος των ανθρώπων, των ορθοδόξων χριστιανών καί γι' αυτό πέμπει τήν ευλογία Του στά σπίτια των αγαθών ορθοδόξων χριστιανών, πού φνλάττουν άπαρασάλεντη τήν πίστι σε΄Αυτόν καί σέ όσους εξομολογούνται καθαρά τίς αμαρτίες τους, εφαρμόζουν τίς θείες  εντολές καί      απέχουν από τά θελήματα       τοΰ διαβόλου, όλους   αυτούς τους            ευλογεί καί τους λντρώνει άπό κάθε κακό. Αυτοί πού ελεούν καί αγαπούν τόν πλησίον τους, απολαμβάνουν ζώντες αυτές τίς ευλογίες καί μετά τόν θάνατο τους κληρονομούν τήν εδώ διαμονή            καί μακαριότητα.
Οί φλογοειδέΐς πύρινοι κόμποι πού πέφτουν άπό τό αριστερό Του χέρι σημαίνουν τόν θυμό, τήν οργή καί τήν άγανάκτησί Τον γι' αυτούς πού κάνουν αμαρτωλή ζωή καί αδικούν τόν πλησίον τους. Αυτοί όχι μόνο στερούνται τήν πρόσκαιρη ζωή, άλλα καί παραπέμπονται στό αιώνιο πϋρ γιά νά κολάζωνται μέ τους ακάθαρτους δαίμονες.

Αριστερά άπό τόν θρόνο καί τήν ζυγαριά, πού είπαμε, διακρινόταν μέγα χάσμα, άπό τό όποιο εξερχόταν αφόρητη δυσωδία, θειαφώδης αύρα καπνού καί αναρίθμητες σπαρακτικές φωνές ανθρώπων πού συνεχώς έφώνα-ζαν τό: «ούαί καί τό άλλοίμονο».
Οί άγγελοι έφερναν τίς ψυχές τών ανθρώπων άπό τήν γη καί, άφοΰ προσκυνούσαν, τίς ώδηγούσαν σέ έξέ-τασι όλων τών έργων τους πού έκαναν στην γη, καί τά μεν καλά τά έθεταν στό δεξί μέρος της ζυγαριάς τά δέ πονηρά στό αριστερό της. Κατόπιν τίς σεσωσμένες καί άγιες ψυχές έδινε εντολή ό Χριστός καί τίς ώδηγούσαν οί άγγελοι στον τόπο πού ευρισκόταν ή χρυσή πύλη, ενώ τίς αμετανόητες καί αμαρτωλές ψυχές τίς έρριχναν σέ έκεϊνο τό χάος της αβύσσου. Τότε οί άγγελοι έχαίρο-ντο καί εύφραίνοντο γιά τίς σεσωσμένες ψυχές, ενώ έλυ-ποΰντο καί έσκυθρώπαζον γιά τίς κολασμένες.
Εκείνη τήν στιγμή έφεραν οί άγγελοι μία ψυχή, της οποίας έπλεόναζαν οί αμαρτίες της άπό τά αγαθά της έργα καί επρόκειτο ό Κύριος νά κάνη νεύμα στους αγγέλους νά τήν ρίξουν στό χάος. Τότε όμως παρουσιάσθηκε μπροστά ή Κυρία Θεοτόκος καί ό Τίμιος Πρόδρομος καί παρακαλούσαν τόν Κύριο λέγοντας: «Οί οικτιρμοί
Σου, Μακρόθυμε, νικούν τήν οργή Σου' αν καί είναι αμαρτωλή αυτή ή ψυχή, δέν έπαυσε νά φυλάγη τήν αληθινή σέ Σένα πίστι καί γι' αυτά Σέ ικετεύουμε νά τήν συγχώρησης. Ένώ αυτοί παρακαλούσαν τόν Χριστό, ήλθαν καί οί άγγελοι προβάλλοντες τίς ελεημοσύνες, τίς Λειτουργίες, τά κεριά, τό λάδι, τις προσφορές καί τά μνημόσυνα τά όποια έκανε. Ακόμη ανέβηκαν καί οί προσευχές τών ιερέων, οί όποιοι λειτουργούσαν γι’ αυτή τήν ψυχή και οί αγαθοεργίες τών γονέων καί συγγενών της πού προσφέρθησαν στους πτωχούς γιά τήν άνάπαυσί της. Έπί πλέον ακούσθηκαν οί δεήσεις τών πτωχών, πού έλαβαν τις ελεημοσύνες από τους συγγενείς της, λέγοντες τό:
«Ό Θεός νά τήν συγχώρηση».
Τότε ακούσθηκε ή φωνή του Δεσπότου νά λέγη: «Ιδού γιά τήν δέησι των ιερέων μου καί των αδελφών μου των πτωχών, δίνω συγχώρησι σ' αυτή τήν ψυχή». Ένώ λοιπόν επρόκειτο νά νεύση ό Κύριος με τό δεξί Του χέρι νά βάλουν οι άγγελοι τήν ψυχή αύτη μαζί μέ τους δικαίους, έφθασαν στον Θρόνο Του οί όδυρμοί, οί φωνές, τά μοιρολογήματα καί οί αγανακτήσεις των γονέων της καί οί βλασφημίες κατά του Θεοϋ, τις όποιες έλεγαν επηρεασμένοι από τήν θλΐψι τους καί έτσι έξεδήλωναν τήν απιστία τους στό ενδέκατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως:        
«Προσδοκώ άνάστασιν νεκρών».
Όταν συνέβησαν αυτά, ώργίσθηκε πολύ ό Κύριος καί είπε: «Επειδή δέν αρκέσθηκαν στίς δεήσεις των ιερέων μου, αλλά καί αντιμάχονται εναντίον μου, νά σηκώσετε αυτή τήν ψυχή καί νά τήν ρίψετε στό σκότος τό εξώτερο». Οί άγγελοι τότε πολύ λυπήθηκαν γι’ αυτή τήν ψυχή, αλλά κάνοντας υπα-κοή στον Χριστό, επήραν τήν ψυχή και τήν έριξαν στό αχανές εκείνο βάραθρο της κολάσεως. Τότε έτόλμησα καί εγώ ή ταλαίπωρη νά ρωτήσω τόν οδηγό άγγελο μου: «Γιατί, Κύριε μου λυπούνται τόσο πολύ οί άγγελοι, όταν ρίχνεται κάποια ψυχή στό βάραθρο της κολάσεως»,
Εκείνος μοϋ είπε" «Αυτό τό χάος είναι εκείνο πού χωρίζει τους δικαίους από τους αμαρτωλούς καί βυθίζει όσους πέσουν στον άφώτιστο αυτό τόπο του "Αδου, στον όποιο κολάζονται αιωνίως. Έάν έχουμε όλοι οί άγγελοι χαρά γιά τους σεσωσμένους, πολύ περισσότερο έχουμε λύπη γι' αυτούς πού κολάζονται».
Ένώ μοϋ έλεγε αυτά ό άγγελος μου, ακούω ξαφνικά μεγάλο θόρυβο, διότι ήρχοντο άγγελοι φέροντες μία ψυχή μέ ψαλμωδίες καί θυμιάματα, λαμπάδες καί φωτοχυσίες. Αυτή ή ψυχή ερχόταν μέ πολλή χαρά καί παρρη-
σία, οί δέ ψυχές των δικαίων ήλθαν γιά νά τήν προϋπαντήσουν. Είχε ή μακάρια αυτή ψυχή τό ένδυμα της λευκό καί καθαρό σάν τόν ήλιο καί δέν έφερε καμμία κηλί-δα ή στίγμα αμαρτίας, όπως είχαν οί άλλες ψυχές. Τό ένδυμα αυτό νομίζω ότι θά ήταν ή στολή τοϋ αγίου Βαπτί-σματος, τό όποιο έφύλαξε αμόλυντο καί γι’ αυτό έλαμπε τόσο πολύ. ΤΗλθε λοιπόν αυτή ή ψυχή καί προσκύνησε, όπως όλες κατά τήν συνήθειαν. Τότε όλοι οί άγγελοι έ-βόησαν μεγαλόφωνα λέγοντας: «Σε εύχαριστοΰμεν, Πα-ντοκράτωρ Δέσποτα, διότι είδαμε ψυχή δικαίου καθαρή καί αμόλυντη από τήν αμαρτία». Τότε ακούσθηκε βροντώδης ή φωνή τοΰ Δεσπότου λέγουσα: «Πάρετε αυτή καί νά τήν αναπαύσετε μαζί μέ τους αγίους. "Επειτα στρέφοντας τόν λόγο του καί τό χέρι Του προς εμένα, είπε:       
«Νά οδηγήσετε καί τήν Σοφιανή αυτή στίς κατοικίες καί μονές των αγίων μου, γιά νά τίς ιδή' επειδή όμως τήν αναζητούν πολλοί στον κόσμο, νά τήν επιστρέφετε στό σώμα της γιά νά σωθούν καί άλλοι άπό τήν έξιστό-ρησι αυτής της οπτασίας πού αξιώθηκε εδώ νά ιδή. "Αν άγωνισθή νά απόκτηση καί άλλες αρετές καί ευδοκίμηση τελείως, τότε θέλει νά άξιωθή μετά άπό τρεις χρόνους ν' απόλαυση μεγαλύτερες τιμές».
Μέ αυτό τό λόγο τοϋ Δεσπότου μέ άρπαξε ό άγγελος καί ακολουθήσαμε εκείνη τήν δικαία ψυχή, ένωθέντες μέ άλλες σεσωσμένες ψυχές. Φθάσαμε μπροστά άπό τήν χρυσή εκείνη πύλη τοϋ Παραδείσου. Ξαφνικά είδα μπροστά μου τήν Κυρία Θεοτόκο μέ ανέκφραστη δόξα και μαζί της ό Απόστολος Πέτρος, ό όποιος κρατούσε στά χέρια του κλειδιά. Άνοιξε τήν ωραία εκείνη πύλη καί μπήκε πρώτη ή Θεοτόκος κατόπιν ό Πέτρος καί μετά οί άγγελοι μέ τίς ψυχές πού μετέφεραν. Μέ αυτούς έπήγαινα καί εγώ βιαζόμενη νά συμπορεύωμαι μέ τήν Θεοτόκο. Ό τόπος αυτός ήταν τόσο φωτοστόλιστος καί πανευώδης, ώστε έθαύμαζα καί έχαιρόμουν ανεκδιήγητα. Τό έδαφος εκείνο δέν ώμοίαζε με τήν στερεά γη τήν δική μας, ή όποια έχει ανηφόρες, κατηφόρες, πέτρες, ποτάμια καί Οσα άλλα βλέπουμε, αλλά ήταν λευκή σάν τό καθαρό βαμβάκι ή χρυσό ύφασμα στολισμένο με ποικίλους πολύτιμους λίθους καί μαργαριτάρια. Είδα επίσης δένδρα υψηλά, ευώδη καί κατάφορτα από άνθη καί ωραιότατους καρπούς, πού ώμοίαζαν με ρόδα καί κρίνα. Κάτω άπό τά δένδρα έφαίνοντο Οτι ήταν χρυσοπορφυρα στρώματα επάνω στά όποια άναπαύοντο άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μεταξύ των οποίων έγνώρισα πολλούς άπό τήν πατρίδα μου τήν "Αβυδο καί άπό τήν πόλι αύτη, οί όποιοι είχαν πεθάνει.
Έκεΐ είδα τόν ιερέα πατέρα μου Ιωάννη καί τήν μητέρα μου Αναστασία και μία αδελφή μου, πλην όμως δέν μπόρεσα νά τους πλησιάσω καί νά τους μιλήσω. Οί κατοικίες τους δέν ήταν όμοιες, όπως δέν ήταν όμοιες οί αρετές καί τά έργα τους εδώ στην γη. Βαδίζοντας ακόμη προς τά εμπρός είδα καί τους Αγίους, οί όποιοι ήταν σέ υψηλό καί φωτεινώτερο τόπο καί περιπατούσαν δλοι λευκοφορεμένοι και ένδεδυμένοι μέ λαμπρότατο φως. Ενώ τότε αναρωτιόμουν μέ τόν εαυτό μου, ποιοί νά είναι άραγε αυτοί, εστράφη ή Θεοτόκος προς εμένα καί μοΰ είπε:        
«Σοφιανή,βλέπεις τίς αναπαύσεις των Άγιων; Βάδιζε γρήγορα νά προφθάσης καί προσκύνησης τόν δίκαιο 'Αβραάμ, διότι δέν θά τόν ιδης καθώς τό ποθείς». Τότε έτρεξα εγώ καί είδα άπό μακριά τόν 'Αβραάμ νά κάθεται σ' ένα ωραιότατο θρόνο καί γύρω του αναρίθμητες ψυχές μέ πολλή ευφροσύνη καί χαρά. Έγώ έτρεχα νά τόν ιδώ καί νά τόν απολαύσω, οπότε μέ είδε εκείνος καί μοΰ ένευσε νά τόν πλησιάσω. Παίρνοντας περισσότερο θάρρος έτρεχα γιά νά τόν φθάσω, άλλα εκείνη τήν στιγμή άκουσα τίς φωνές της αδελφής μου καί μέ το κρύο νερό πού εράντισε τό πρόσωπο μου, επανήλθα στον εαυτό μου καί αισθάνθηκα μεγάλο βάρος καί ψυχρότητα στό σώμα μου, ωσάν νά μοΰ ήταν πάγος. Σιγά-σιγά εμψυχώθηκε τό σώμα καί συνήλθα τελείως».
Άφοΰ άκουσε αυτά μέ προσοχή ό Πνευματικός της τήν ερώτησε:
-           Είδες κανένα άλλο μυστήριο, παιδί μου; Είδες δαιμόνια τελωνιακά, κολάσεις αμαρτωλών, όπως βλέπουν πολλοί άλλοι;
-           Ή Σοφιανή αποκρίθηκε: Δέν είδα τίποτε περισσότερο, πάτερ μου.
-           Γνωρίζεις κανένα αγαθό, τήν έρωτα ό ιερεύς, πού νά έπραξες στην ζωή σου;
-           Τί καλό ζητείς άπό εμένα τήν αμαρτωλή, πάτερ; Αλλά, επειδή μέ αναγκάζεις, θά σοϋ ειπώ αυτό πού γνωρίζω. Πριν τρία χρόνια, έκεΐ πού έγνεθα στό πατρικό μου σπίτι, μία μεσημβρία άκουσα μεγάλη βοή καί ταραχή , ωσάν νά συνέβαινε σεισμός καί τότε βλέπω μέ τά μάτια μου τρεις ιεροπρεπείς άνδρες μέ αρχιερατικές στολές, οί όποιοι, καθώς γνωρίζω άπό τίς εικόνες τους, ήταν οί Τρεις Τεράρχαι, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ό Θεολόγος καί ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος. Έγώ παρέλυσα άπό τόν φόβο μου, έκανα τόν σταυρό μου καί τους προσκύνησα μέ μεγάλο φόβο. Εκείνοι τότε μοΰ είπαν:
-           Μη φοβείσαι, Σοφιανή, έμέϊς είμεθα οί Τρεις Ίε-ράρχαι καί θέλουμε νά αφιέρωσης στον Θεό τό σπίτι σου γιά νά γίνη εκκλησία στό όνομα μας καί έμέϊς Θά πρεσβεύουμε γιά τήν σωτηρία σου.
-           Έγώ έτόλμησα καί τους είπα: "Αγιοι Δεσπόται μου, είναι αυτό τό σπίτι κατάλληλο γιά δοξολογία Θεοΰ καί κατοικία ιδική σας, άφοΰ μάλιστα και εμείς είμεθα πτωχοί άνθρωποι καί δέν έχουμε τόν τόπο νά κάνουμε
εκκλησία, όπως ορίζετε; Έκτος άπ' αυτά δεν γνωρίζω καί την γνώμη του συζύγου μου, ακόμη καί αν θά μπορέσουμε νά πάρουμε βασιλική άδεια γιά τήν άνοικοδόμησι αυτής τής εκκλησίας.
-           Εκείνοι μου είπαν: Μή στενοχωρήσαι πού είναι ό χώρος ακάθαρτος καί κοπρώδης, ούτε νά φοβήσαι γιά τήν βασιλική άδεια, μόνο φρόντισε εσύ νά μας τόν αφιέρωσης καί έμέίς όλα τά άλλα θά τά τακτοποιήσουμε. Διότι κατά τήν παλαιά εποχή ό αχυρώνας αυτός ήταν ναός ιδικός μας. "Αν Ομως άμελήσης καί δεν κάνης, όπως σου λέγομε, θά παρακαλέσουμε τόν Θεό νά σου αφαίρεση τήν ζωή σου ως παρήκοη.
Μόλις είπαν αυτά οί "Αγιοι, έγιναν άφαντοι. Όταν τό βράδυ ήλθε ό άνδρας μου του ανήγγειλα όλα τά γενό-μενα. Μετά άπό τρεις ήμερες, μετά τό απόδειπνο καί τήν μικρή προσευχή μας, έφάνηκαν πάλι οί "Αγιοι με σεισμό καί μοΰ είπαν μεγαλόφωνα:
-           Σοφιανή, γιατί δεν έκανες αυτό πού σέ ώρίσαμε καί μέλλεις νά πεθάνης μέ αιφνίδιο θάνατο;
-           Έγώ λέγω τότε τοΰ ανδρός μου: Άκοΰς τί προστάζουν οί "Αγιοι; Αυτός άκοκρίθηκε καί τους είπε: - Αγιοι Δεσπόται μου, μοϋ τά είπε όλα ή Σοφιανή, αλλά επειδή είμεθα πτωχοί καί δέν έχουμε τά μέσα, φοβούμεθα δε καί τήν εξουσία τοΰ κράτους, γι’ αυτό δέν έκάναμε τίποτε. Επειδή όμως ορίζετε νά τόν αφιερώσουμε στον Θεό καί τήν άγιωσύνη σας, άπό σήμερα νά γίνη δικός σας ό τόπος αυτός.
-           Οί Αγιοι τοΰ είπαν: Αύριο τό πρωί θά σκάψης μέσα στον αχυρώνα καί θά εΰρης μάρμαρα, σταυρούς, ακόμη και τήν Αγία Τράπεζα καί θά πεισθής έτσι στά λόγια μας. Πήγαινε καί στον Σουλτάνο καί ζήτησε του τήν άδεια καί εμείς θά τόν καταπείσουμε νά σας τήν δώση.
Άφοΰ είπαν αυτά οί Άγιοι, άνεχώρησαν. Εμείς όλη εκείνη τήν νύκτα τήν περάσαμε μέ δοξολογίες στον Θεό καί τό πρωί ανακοινώσαμε τό γεγονός στους συγχωριανούς μας καί Ολοι έτρεξαν μέ σκαπτικά εργαλεία νά βοηθήσουν στό σκάψιμο. Πράγματι, εύρήκαμε τήν Αγία Τράπεζα άπό λευκό μάρμαρο καί άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα πού ήταν χωμένα. Επήραμε μέ ευκολία καί τήν άδεια άπό τόν Σουλτάνο καί άρχισε ή άνοικοδόμη-σις τής εκκλησίας. ΈμεΤς εϊχαμε μερικά χωράφια, τά πουλήσαμε καί αγοράσαμε διάφορα αναγκαία πράγματα γιά τήν εκκλησία καί άφοΰ τελείωσαν οί δουλειές, μέ πατριαρχική άδεια, ήλθε ό Άγιος μητροπολίτης Κίτρους καί τήν εγκαινίασε. ΈμεΤς κατόπιν έφύγαμε άπό τό χωριό μας καί εγκατασταθήκαμε στην Κωνσταντινού-πολι παίρνοντας σπίτι μέ ενοίκιο. Όμως σέ παρακαλώ, άγιε Πνευματικέ μου, νά πείσης τόν άνδρα μου νά μοΰ έ-πιτρέψη νά γίνω μοναχή γιά νά κλάψω τίς αμαρτίες μου αυτά τά τρία έτη πού μοΰ υποσχέθηκε ό Κύριος ότι θά μείνω ακόμη σ' αυτή τήν ζωή. Ό Πνευματικός της ά-κούοντας αυτά, είπε στον άνδρα της νά μή τήν εμπόδιση νά πραγματοποίηση τόν διακαή της πόθο. Εκείνος τοΰ είπε ότι μετά άπό δύο χρόνια θά πάνε μαζί στους Αγίους Τόπους νά προσκυνήσουν τά Ιερά Προσκυνήματα καί νά αφιερωθούν στον Θεό.
Πράγματι, άφοΰ πούλησαν τά υπάρχοντα τους, έφυγαν γιά τά Ιεροσόλυμα καί εκεί έξωμολογήθηκαν τά πάντα στον Πατριάρχη Σωφρόνιο. Μετά κοινώνησαν τών 'Αχράντων Μυστηρίων καί ή μέν Σοφιανή επήγε σέ μοναστήρι καί έγινε μοναχή μέ τό όνομα Σωφρονία, ό δέ άνδρας της επήγε σέ ανδρικό καί άπό Χρήστος έπωνομάσθηκε Χαρίτων.

Διήγησις επιστροφής άπό την άλλη ζωή
"Ημουν άθεη καί έβριζα πολύ καί φοβερά τόν Θεό. Ζοΰσα μέσα στην ντροπή και τήν πορνεία καί ήμουν νεκρή στην γη. Όμως ό ελεήμων Θεός δεν άφησε νά χαθώ, αλλά με ώδήγησε στην μετάνοια.
Στά 1962 αρρώστησα άπό καρκίνο καί ήμουν άρρωστη τρία χρόνια. Δέν έμεινα ξαπλωμένη, παρά εργαζόμουνα καί έκανα θεραπεία σε γιατρούς, ελπίζοντας νά βρω θεραπεία. Τους τελευταίους έξη μήνες είχα τελείως αδυνατίσει, τόσο πού ούτε νερό δεν μπορούσα νά πιω. Μόλις τό έπινα, αμέσως τό έκανα εμετό. Τότε με πήγαν στό νοσοκομείο καί επειδή ήμουν πολύ ενεργητική, κά-λεσαν ένα καθηγητή άπό τήν Μόσχα καί απεφάσισαν νά μέ χειρουργήσουν. Μόλις μου άνοιξαν τήν κοιλιά, αμέσως πέθανα. Ή ψυχή μου βγήκε άπό τό σώμα καί στέκονταν ανάμεσα σέ δύο γιατρούς καί έγώ μέ μεγάλο φόβο καί τρόμο έκοίταζα τήν αρρώστια μου. Όλόκληρο τό στομάχι μου καί τά έντερα μου ήταν προσβεβλημένα άπό καρκίνο. Στεκόμουν καί έσκεπτόμουν γιατί είμαστε δύο; Δέν είχα ιδέα δτι υπάρχει ψυχή. Οί κομμουνιστές μας φούσκωναν καί μας έδίδασκαν οτι ψυχή καί Θεός δέν υπάρχουν, ότι αυτό είναι μόνο έπινόησις των παπάδων γιά νά ξεγελάσουν τόν λαό και τόν κρατούν σέ φόβο γιά κάτι πού δέν υπάρχει. Βλέπω τόν εαυτό μου πού στέκεται καί τόν βλέπω πάλι επάνω στό χειρουργείο. Μου έβγαλαν έξω όλα τά εντόσθια και αναζητούσαν τόν δωδεκαδάκτυλο. Αλλά έκεϊ υπήρχε μόνο πύον, τά πάντα ήταν κατεστραμμένα καί χαλασμένα, τίποτε δέν ήταν υγιές. Οί γιατροί τότε είπαν: «αυτή δέν έχει μέ τί νά ζήσει». Όλα τά έβλεπα μέ μεγάλο φόβο καί τρόμο καί πάλι σκεπτόμουν: «Πώς καί άπό που είμαστε δύο; Στέκομαι καί ταυτόχρονα είμαι ξαπλωμένη;». Οί γιατροί τότε επέ-
στρεψαν τά εντόσθια μου οπως-όπως καί είπαν ότι τό σώμα μου πρέπει νά δοθή στους νέους ειδικευμένους ιατρούς γιά διδασκαλία καί τό μετέφεραν στό άνατομε'ίο καί έγώ πήγαινα κοντά τους καί όλο καί παραξενευόμουν καί σκεφτόμουν πώς καί άπό που είμαστε δύο; Εκεί μέ άφησαν ξαπλωμένη, γυμνή, καλυμμένη ως τό ύψος τοΰ στήθους μέ ένα σεντόνι. Μετά άπ' αυτό βλέπω ότι ήλθε ό αδελφός μου καί έφερε τό μικρό μου γυιό. Ήταν έξη χρονών καί ονομαζόταν Άντρούσκα (Ανδρέας). Ό γυιός μου πλησίασε τό σώμα μου καί μέ φίλησε στό κεφάλι. "Αρχισε νά κλαίη καί νά λέη: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, πώς θά ζήσω χωρίς εσένα; Πατέρα δέν έχω καί εσύ πέθανες;». Έγώ τότε τόν αγκάλιασα καί τόν φίλησα, άλλα αυτό δέν τό αισθάνθηκε οΰτε τό είδε, οΰτε μέ πρόσεξε, αλλά έκοίταζε τό νεκρό μου σώμα. "Εβλεπα επίσης πώς έκλαιγε ό αδελφός μου. Μετά άπ' αυτό, έγώ μέ μιας βρέθηκα στό σπίτι μου. Ήλθε ή πεθερά μου άπό τόν πρώτο μου γάμο, ή μητέρα μου καί ή αδελφή μου. Τόν πρώτο μου σύζυγο τόν εγκατέλει-ψα γιατί πίστευε στον Θεό. Τότε άρχισε ή διανομή των πραγμάτων μου. Έγώ ζοΰσα πλούσια καί μέ πολυτέλεια καί όλα αυτά τά απόκτησα μέ αδικία καί τήν πορνεία. Ή αδελφή μου άρχισε νά άφαιρή τά πιό ώράία άπό τά πράγματα μου, ένώ ή πεθερά ζητοΰσε νά άφήση καί κάτι στον γυιό μου. Ή αδελφή δέν έδινε τίποτε, άλλα επί πλέον άρχισε νά έμπαίζη τήν πεθερά λέγοντας: «αυτό τό παιδί δέν είναι άπό τόν γυιό σου καί σύ δέν τοΰ είσαι τίποτε». Μετά άπ' αυτό, αυτές βγήκαν καί έκλεισαν τό σπίτι. Ή αδελφή μου επήρε μαζί της καί ένα μεγάλο μπόγο μέ πράγματα. Ένώ αυτές μάλωναν γιά τά πράγματα μου είδα γύρω μας νά χορεύουν καί νά χαίρονται διάβολοι.
Ξαφνικά βρέθηκα στον αέρα καί βλέπω σάν νά πετώ
μέ αεροπλάνο. Αισθάνομαι δτι κάποιος μέ συγκρατεί και ότι υψώνομαι δλο και πιό πολύ. Βρέθηκα πάνω από τήν πόλι Μπάρναουλ. Μετά βλέπω ότι ή πόλις χάθηκε. "Εγινε σκοτάδι. Μετά απ' αυτό άρχισε πάλι νά έρχεται φως καί στό τέλος φώτισε τελείως, τό φως ήταν πάρα πολύ ισχυρό πού δεν μπορούσα νά τό δω. Μέ τοποθέτησαν σέ μαύρη πλάκα μεγέθους ένάμισυ μέτρου.
"Εβλεπα δένδρα μέ πολύ χοντρούς κορμούς καί πανέμορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. Ανάμεσα στά δέντρα υπήρχαν σπίτια καί μάλιστα όλα καινούργια, αλλά δέν είδα ποιοι ζούσαν σ' αυτά. Στην κοιλάδα αυτή είδα πλούσιο πράσινο χορτάρι καί σκέφθηκα: πού βρίσκομαι εγώ τώρα; "Αν βρίσκομαι στην γη, τότε γιατί δέν υπάρχουν εδώ επιχειρήσεις, εργοστάσια ούτε άλλα κτίρια, γιατί δέν υπάρχουν δρόμοι ούτε συγκοινωνία; Τί μέρος είναι έτοΰτο εδώ χωρίς ανθρώπους καί ποιος τέλος πάντων ζει εδώ; Λίγο πιό πέρα είδα νά περπατάη μιά ωραία υψηλή γυναίκα μέ βασιλικά φορέματα κάτω από τά όποια έφαίνοντο τά δάκτυλα των ποδιών. Περπατούσε τόσο ανάλαφρα πού από τά πόδια δέν λύγιζε ούτε τό χορτάρι. Κοντά της πήγαινε ένας νεαρός πού είχε ύψος ώς τους ώμους της. Είχε κρυμμένο τό πρόσωπο του μέ τά χέρια του καί γιά κάτι έκλαιγε πολύ καί πικρά παρακα-λούσε, αλλά γιά ποιο λόγο δέν μπορούσα ν' ακούσω. Σκέφθηκα δτι είναι ό γυιός της και μέσα μου διαμαρτυ-ρήθηκα γιατί δέν τόν λυπάται και δέν του έκπληρώνη τό αίτημα. (Σημείωσις: Άπό Ολα φαίνεται ότι αυτός ό νεαρός ήταν άγγελος φύλακας αυτής της νεκρής γυναικός. Φαίνεται επίσης πόσο ενδιαφέρονται οί "Αγιοι Άγγελοι γιά εμάς και τις ψυχές μας, αλλά έμέίς δέν τό βλέπουμε. Παραπέρα φαίνεται καί αυτών τό αίτημα είναι ανεκπλήρωτο, αν ό θάνατος μας βρή αμαρτωλούς καί αμετανόητους).
Όταν αυτοί μέ πλησίασαν, ό νεαρός έπεσε μπροστά στά πόδια της καί άρχισε νά τήν παρακαλή έντονώτερα καί νά οδύρεται καί νά της ζητή κάτι. Εκείνη κάτι τού απάντησε, αλλά δέν μπόρεσα νά καταλάβω τί. (Σημείω-σις: Είχα τήν ευκαιρία καί άπό άλλες πηγές νά γνωρίσω πώς καί πόσο πικρά κλαίει ό Άγιος Άγγελος φύλακας, όταν αυτός πού τού δόθηκε γιά φύλαξι δέν υπακούει στην αγία Εκκλησία καί στην αγία πίστι χάνοντας τήν ψυχή του γιά πάντα). Όταν αυτοί μέ πλησίασαν, ήθελα νά τήν ρωτήσω: «Πού βρίσκομαι;». Τήν στιγμή εκείνη ή γυναίκα αυτή έσταύρωσε τά χέρια στό στήθος, ύψωσε τά μάτια προς τόν ουρανό καί είπε: «Κύριε, που θά πάη αύ-τη έτσι;». Έγώ τότε έτρεμα καί μόλις τώρα κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, ότι ή ψυχή μου βρισκόταν στον ουρανό καί τό σώμα μου έμεινε στην γη. Τότε άρχισα νά κλαίω καί νά οδύρομαι καί ακούω φωνή πού λέει: «επιστρέψτε την στην γη γιά τις αγαθοεργίες του πατέρα της». Άλλη φωνή απάντησε: «βαρέθηκα τήν αμαρτωλή καί διεφθαρμένη ζωή της. Έγώ ήθελα νά τήν εξαφανίσω άπό προσώπου της γης χωρίς μετάνοια, αλλά μέ παρακάλεσε γι1 αυτήν ό πατέρας της. Αεΐξτε της τό μέρος γιά τό όποιο άξιζε».
Αμέσως βρέθηκα στον Άδη. Τότε άρχισαν νά έρπουν μέχρι εμένα φοβερά πυρακτωμένα φίδια μέ μακριές γλώσσες πού ξερνούσαν φωτιά καί άλλες αποκρουστικές βρωμιές. Ή βρώμα ήταν αβάσταχτη. Αυτά τά φίδια τυλι-χθηκαν γύρω μου καί ταυτόχρονα άπό κάπου παρουσιά-σθηκαν σκουλήκια χοντρά ϊσαμε τό δάχτυλο μέ ουρές πού κατέληγαν σέ βελόνες καί άγγιστρα. Αυτά έμπαιναν σέ όλα τά ανοικτά μου μέρη, στά αυτιά, στά μάτια, στην μύτη κ.λ.π. καί έτσι μέ βασάνιζαν καί έγώ έκραύγαζα όχι μέ τήν φωνή μου. Άλλα έκέι δέν υπήρχε άπό πουθενά ούτε βοήθεια, ούτε έλεος άπό κανέναν. Έκε'ι είδα πώς
παρουσιάσθηκε ή γυναίκα πού πέθανε από άμβλωσι και άρχισε νά παρακαλή τόν Κύριο γιά έλεος. Αυτός της απάντησε: «Έσύ στην γη δεν με αναγνώριζες, σκότωνες τά παιδιά στην κοιλιά σου καί επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: Δεν πρέπει νά γεννάτε παιδιά, τά παιδιά είναι περιττά. Σε μένα δέν υπάρχουν, δέν υπάρχουν περιττά. Σέ μένα υπάρχουν τά πάντα καί γιά Ολους αρκετά». Σε μένα ό Κύριος είπε: «Έγώ σον έδωσα την αρρώστια γιά νά μετανοήσης, άλλα σύ μέ έβριζες ως τά τέλος της ζωής καί δέν μέ αναγνώριζες καί γιά τόν λόγο αυτό καί έγώ δέν σέ αναγνωρίζω. Όπως στην γη έζησες χωρίς Θεό, έτσι καί εδώ θά ζήσης!».
Ξαφνικά όλα μεταστράφηκαν καί έγώ κάπου έπέτα-ξα. Ή βρώμα χάθηκε, χάθηκε καί ό δυνατός όδυρμός καί έγώ ξαφνικά είδα τήν εκκλησία μου πού ένέπαιζα. "Ανοιξε ή πύλη καί άπό αυτήν βγήκε ό ιερέας ντυμένος στά άσπρα. Αυτός στεκόταν μέ σκυμένο τό κεφάλι καί κάποια φωνή μέ ερωτά: «Ποιος είναι αυτός;». Έγώ απάντησα: «Ό ιερέας μας». Έσύ έλεγες ότι είναι χαραμοφάης, αυτός δέν είναι χαραμοφάης, αλλά πραγματικός ποιμένας1 δεν είναι μισθοφόρος. Γνώριζε πώς αν καί είναι κατά τόν βαθμό μικρός, συνηθισμένος ιερέας, υπηρετεί εμένα' μάθε ακόμη καί τούτο: "Αν δέν σου διάβαση αυτός τήν ευχή της έξομολογήσεως, έγώ δέν θά σέ συγχωρήσω». Τότε άρχισα νά παρακαλώ: «Κύριε, γύρισε με στην γη, έχω ένα μικρό γυιό». Ό Κύριος είπε: «Ξέρω ότι έχεις μικρό γυιό, είναι κρίμα γι' αυτόν». «Κρίμα», απάντησα έγώ. Τότε εκείνος αποκρίθηκε: «Έγώ σας λυπούμαι όλους καί τρεις φορές σας λυπούμαι. Όλους σας περιμένω πότε θά ξυπνήσετε άπό τό αμαρτωλό όνειρο, νά μετανοήσετε καί νά έλθετε στον εαυτό σας».
Έδώ τώρα εμφανίσθηκε εκ νέου ή Μητέρα τού Θεού ή Θεοτόκος πού ενωρίτερα τήν αποκαλούσα γυναίκα και
πήρα τό θάρρος νά τήν ρωτήσω: «Υπάρχει εδώ σέ εσάς παράδεισος;». Άντί γιά άπάντησι μετά άπ' αυτές τίς λέξεις, ξαναβρέθηκα στην κόλασι, στον Άδη. Τώρα ήταν χειρότερα απ' ό,τι τήν προηγούμενη φορά. "Ετρεξαν ολόγυρα μου οί δαίμονες μέ καταλόγους καί μου έδειχναν τά αμαρτήματα μου καί έφώναζαν: «Έσύ μας υπηρέτησες Οταν ήσουν στην γη». "Αρχισαν νά διαβάζουν τά αμαρτήματα μου" όλα τά έργα μου πού ήταν γραμμένα μέ μεγάλα γράμματα καί έννοιωσα φοβερό φόβο. Άπό τά στόματα τους έβγαινε φωτιά. Οί δαίμονες μέ κτυπούσαν στό κεφάλι. Πάνω μου έπεφταν καί κολλούσαν πυρακτωμένες σπίθες άπό φωτιά καί μέ έκαιγαν. Γύρω μου ά-κούονταν φοβερός θρήνος καί κοπετός πολλών ανθρώπων.
Όταν τό πυρ έδυνάμωνε έβλεπα τά πάντα γύρω μου. ΟΙ ψυχές είχαν φοβερή όψι" ήταν σακατεμένες μέ τεντωμένους λαιμούς καί πρισμένα μάτια' μου έλεγαν ότι «είσαι συντρόφισσα» (φαίνεται ότι ήταν κομμουνίστριες) καί είσαι υποχρεωμένη νά ζήσης μαζί μας. Όπως έσύ έτσι καί εμείς, όταν εϊμασταν στην γή, δέν αναγνωρίζαμε τόν Θεό, τόν βρίζαμε καί κάναμε κάθε κακό, τήν πορνεία, τήν υπερηφάνεια καί άλλα καί ποτέ δέν μετανοήσαμε. Όσοι αμάρτησαν, αλλά μετανόησαν, πήγαιναν στην εκκλησία, προσεύχονταν στον Θεό, ελεούσαν τους πτωχούς καί βοηθούσαν όσους βρίσκονταν σέ ανάγκη καί κακοτυχία, αυτοί εκεί πάνω»' (Σημείωσις: δηλαδή στον παράδεισο, τόν όποιο αυτοί έδώ δέν ήθελαν ούτε νά μνημονεύσουν).
Έγώ φοβήθηκα φοβερά άπό αυτά τά λόγια, μου φαινόταν Οτι ήδη βρισκόμουνα έδώ στον Άδη ολόκληρη ζωή καί αυτοί μου λένε ότι θά ζήσω μαζί τους αιώνια.
Μετά άπό αυτό εμφανίσθηκε εκ νέου ή Θεοτόκος Μαρία και έγινε φως, οί δαίμονες τράπηκαν σέ φυγή καί
οί ψυχές πού έβασανίζοντο στην κόλασι, άρχισαν νά φωνάζουν καί νά τήν ικετεύουν γιά έλεος: «Ουράνια Βασίλισσα, μή μας άφήνης εδώ» ή φώναζαν' «Καιγόμαστε Κυρία Θεοτόκε καί δεν υπάρχει σταγόνα νερό». Εκείνη έκλαιγε καί μέσα από τό κλάμμα έλεγε: «Όσο ζούσατε στην γη, δεν με αναγνωρίζατε και δεν μετανοούσατε γιά τίς αμαρτίες στον Υιό μου καί Θεά σας καί εγώ τώρα δεν μπορώ νά σας βοηθήσω, δεν μπορώ νά παραβώ τήν επιθυμία του Υίο'ϋ μου καί εκείνος δεν μπορεί τήν επιθυμία τοΰ Πατέρα Του. Βοηθώ μόνο αυτούς γιά τους όποιους παρακαλούσαν οί συγγενείς καί γιά τους οποίους προσεύχεται ή Άγια Εκκλησία». Μετά απ' αυτό, έμέί’ς αρχίσαμε νά υψωνόμαστε καί άπό κάτω αναδίδονταν δυνατές κραυγές φωνών: «Κυρία Θεοτόκε, μή μας άφήνης».
Ξανά υπήρχε σκοτάδι καί εγώ βρέθηκα στην ϊδια πλάκα. Σταυρώνοντας τά χέρια στό στήθος ή Θεοτόκος ύψωσε τά μάτια στον ουρανό καί άρχισε νά προσεύχεται λέγοντας: «Τί νά κάνω με αυτήν, πού νά τήν βάλω;». Μιά φωνή απάντησε: «"Αφησε της άπό τά μαλλιά». Τότε ή Θεοτόκος έφυγε ήσυχα, ή πόρτα της μισάνοιξε έτσι πού πίσω απ' αυτήν δεν έβλεπα τίποτε. Κατόπιν επέστρεψε κρατώντας τά μαλλιά μου στά χέρια της καί άπό κάπου εμφανίσθηκαν δώδεκα άμαξες χωρίς τροχούς' έκι-νοΰντο σιγά καί εγώ τίς ακολουθούσα. Ή Θεοτόκος μου έδωσε τά μαλλιά, αλλά δέν αντιλήφθηκα εγώ δτι μέ άγγιξε. "Ακόυσα μόνο, όταν είπε δτι ή δωδέκατη άμαξα δέν έχει πάτο. Φοβόμουν νά καθίσω σ' αυτήν, αλλά ή Θεοτόκος μέ έσπρωξε στην γή απ' αυτήν.
Μετά άπ' αυτό εγώ συνήλθα καί ενσυνείδητα καθόμουν καί έκοίταζα. Ήταν μιάμισυ ή ώρα τό απόγευμα. Μετά άπό έκείνο τό φως πού είδα έκεΐ, όλα στην γή μοΰ έφάίνοντο άσχημα και δέν μοΰ άρεσε πού ήμουν στην
γή, άλλα τί νά κάνω. Τώρα, είπα μόνη μου στην ψυχή μου: «Πήγαινε στό σώμα». Τότε βρέθηκα πάλι στό νοσοκομείο καί επήγαμε στό ψυγείο πού έφύλαγαν τά πτώματα. Αυτό ήταν κλειστό, αλλά εγώ μπήκα μέσα, χωρίς εμπόδιο καί είδα τό νεκρό μου σώμα. Τό κεφάλι μου ήταν γυρισμένο λίγο προς τά πλάγια, ενώ ή μέση μου πιεζόταν άπό άλλους νεκρούς. Μόλις ή ψυχή μου μπήκε στό σώμα, αμέσως αισθάνθηκα ισχυρό ψύχος. Κάπως απελευθέρωσα τήν πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα καί έσφιξα τά γόνατα μέ τά χέρια. Τήν στιγμή εκείνη, έβαλαν μέσα τό νεκρό σώμα κάποιου άνθρωπου καί όταν άναψαν τό φως, μέ είδαν σκυμμένη, ενώ εκείνοι συνήθως βάζουν Ολους τους νεκρούς μέ τό πρόσωπο προς τά πάνω. Βλέποντας με έτσι οί νοσοκόμοι φοβήθηκαν καί άπό τόν φόβο τους σκορπίσθηκαν. Επέστρεψαν μέ δύο γιατρούς, πού αμέσως διέταξαν νά ζεσταθή τό μυαλό μου μέ λάμπες. Στό σώμα μου υπήρχαν οκτώ τομές (μάθαιναν πάνω σ' αυτό) τρείς στό στήθος καί οί υπόλοιπες στην κοιλιά. Δύο ώρες μετά τό ζέσταμα τού κεφαλιού, άνοιξα τά μάτια καί μόλις μετά άπό δώδεκα ήμερες έμίλησα.
Τό πρωί μου έφεραν πρωινό, τηγανίτες μέ βούτυρο καί καφέ (Ήταν ήμερα νηστείας), άλλα δέν ήθελα νά φάω καί τους είπα ότι δέν θά φάω. Οί νοσοκόμοι έφυγαν πάλι καί όλοι στό νοσοκομείο άρχισαν νά μέ προσέχουν. Ήλθαν οί γιατροί καί μέ ρώτησαν γιατί δέν θέλω νά φάω. Τους απάντησα: «Καθίστε καί θά σας διηγηθώ τί είδε ή ψυχή μου. "Οποιος δέν νηστεύει τίς ημέρες τής νηστείας, αυτός θά φάγη βρωμερά καί σιχαμερά πράγματα. Γι’ αυτό δέν θά φάω σήμερα, όπως καί σ' όλες τίς νηστείες δέν θά άρτυθώ. Οί γιατροί άπό τήν έκπληξι, τήν μία κοκκίνιζαν, τήν άλλη κιτρίνιζαν καί οί ασθενείς μέ άκουγαν προσεκτικά. Κατόπιν συγκεντρώθηκαν πολλοί γιατροί καί εγώ τους είπα ότι τίποτε πλέον δέν μέ πονά-
ει. Τότε άρχισε νά έρχεται σέ μένα κόσμος καί μάλιστα πολύς καί εγώ σέ δλους διηγόμουν καί έδειχνα τίς πληγές. Ή αστυνομία άρχισε νά διώχνη τόν κόσμο καί μένα μέ μετέφεραν σέ άλλο νοσοκομείο. ΈκεΤ ανάρρωσα τελείως καί παρεκάλεσα τους γιατρούς νά μοΰ γιατρέψουν, δσο τό δυνατόν ενωρίτερα τίς τομές, πού μοΰ έκαναν μαθαίνοντας επάνω μου. Τότε μέ έβαλαν πάλι στό χειρουργικό τραπέζι καί , όταν οί γιατροί άνοιξαν τήν κοιλιά, μοΰ είπαν: «Γιατί χειρούργησαν τελείως υγιή άνθρωπο;». Έγώ τότε τους ερώτησα: «Ποια είναι ή αρρώστια μου;». Αυτοί μοΰ απάντησαν: «Τά εντόσθια σας είναι υγιή καί καθαρά, όπως του παιδιοΰ». Τους είπα ότι τά μάτια μου ήταν δεμένα κατά τήν διάρκεια της εγχείρησης, αλλ' ότι, παρ' όλα αυτά, είδα τό εσωτερικό μου στον κα-θρέπτη τοΰ νταβανιοΰ. Ήλθαν καί οί γιατροί πού έκαναν τήν έγχείρησι καί, όταν πλησίασαν, είπαν: «Ποΰ είναι ή άρρώστειά της; Τά εντόσθια της ήταν όλα διαλυμένα καί προσβεβλημένα από τόν καρκίνο καί τώρα είναι τελείως υγιή». Τους απάντησα: «Ό Κύριος ό Θεός φανέρωσε τό έλεος του επάνω σέ μένα τήν αμαρτωλή, γιά νά ζήσω ακόμη καί μαρτυρήσω στους άλλους ο, τι είδα καί δ,τι μοϋ συνέβη. Εκείνος ό Κύριος ό Θεός επήρε ο, τι κατεστραμμένο ήταν μέσα μου καί μοϋ τά έδωσε υ-γιή' σέ Ολους θά τό διηγούμαι, ώσπου νά πεθάνω. Κατόπιν είπα στον γιατρό: «Βλέπεις πώς γελαστήκατε;». Καί έκεΐνος απάντησε Οτι: «τίποτε δέν ήταν υγιές μέσα σου». «Τί νομίζετε τώρα;» τόν ερώτησα έγώ. Απάντησε: «Σέ αναγέννησε ό Υπέρτατος». Τότε τοΰ απάντησα: «"Αν πιστεύετε σ' Αυτόν, κάντε τόν σταυρόν σας καί παντρευ-θήτε στην εκκλησία». Ό γιατρός κοκκίνησε γιατί ήταν εβραίος. Πρόσθεσα ακόμη:           «Γίνου αρεστός στον Κύριο
καί Θεό».
Κατόπιν άφησα τό νοσοκομείο, κάλεσα τόν ιερέα
πού ενωρίτερα ένέπαιζα και του έκανα επιθέσεις, αποκα-λώντας τον χαραμοφάη. Του διηγήθηκα όλα, όσα μου συνέβησαν, έξωμολογήθηκα καί μετέλαβα των Αγίων του Χρίστου Μυστηρίων. Τόν κάλεσα καί ευλόγησε τό σπίτι μου, γιατί ως τώρα σ' αυτό βασίλευε ή αμαρτία, ή μικρότητα, τό μεθύσι, ό εμπαιγμός καί ή μάχη.
Τώρα έγώ ή αμαρτωλή Κλαυδία πού είμαι 40 χρονών, μέ τήν βοήθεια τού Θεού καί της Ουρανίας Βασίλισσας, ζω χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στην εκκλησία, στον ναό τού Θεού και ό Κύριος μέ βοηθεΐ. Άπ' όλες τίς μεριές τού κόσμου μέ επισκέπτονται άνθρωποι καί έγώ διηγούμαι σέ όλους όσα μου συνέβησαν, είδα καί άκουσα. Μέ τήν βοήθεια τού Θεού, τους δέχομαι όλους, διηγούμαι σέ όλους τί ήμουν πρίν, τί μού συνέβη τώρα καί γιά ποιο λόγο είμαι τώρα πιστή.
"Ας είναι δοξασμένος ό Κύριος ό Θεός μας! Όλους τους συμβουλεύω νά προσέχουν πώς ζουν, γιατί πράγματι υπάρχει άλλος κόσμος καί άλλη ζωή καί ότι ό καθένας θά δώση λόγο γιά τά γήινα έργα του καί ότι ανάλογα μέ αυτά θά έχη πλήρως δίκαια ανταμοιβή ή τιμωρία καί μάλιστα αιώνια.
Νά ζήτε όλοι χριστιανικά και κατά Θεόν. Αμήν.
Μεγάλη ή ωφελεία από τά Σαρανταλείτουργα
Τό αξιοπρόσεκτο γεγονός πού ακολουθεί σέ ελαφρά διασκευή της γλώσσης τό αναφέρει ό διακριτικότατος ασκητής Δανιήλ Κατουνακιώτης σέ επιστολή του προς τόν Αλέξανδρον Μωραϊτίδην. "Εχει δε ώς έξης:
"Ενας γνωστός του καί ενάρετος οίκογενιάρχης από τήν Σμύρνη, πού τόν έλεγαν Δημήτριο, άφοΰ κατάλαβε τό τέλος του κάλεσε τόν υιόν του Γεώργιο, ό μόνος ευσεβής, διότι τά άλλα τρία του παιδιά καί ή γυναίκα του ζοΰσαν μέ κοσμικότητα, καί του απεκάλυψε όσα ακολουθούν, καί τά όποια ό υιός του ό πιστός φανέρωσε εις τόν π. Δανιήλ.
Άφοΰ ό πατέρας μου έφθασε εις τό τέλος αυτής της ζωής καί έγνώρισε τήν ημέρα τού θανάτου του, έκείνην τήν ήμερα έκάλεσε ένα σεβάσμιο ιερέα, πού τόν έλεγαν Δημήτριον, άνθρωπον πολύ άπλόν καί ένάρετον, εις τόν όποιον μέ πολλή ευλάβεια είπε" «έγώ πνευματικέ μου πά-τερ, σήμερα πεθαίνω, καί παρακαλώ οδήγησε με σέ αυτήν τήν κρίσιμη στιγμή τί οφείλω νά πράξω; ό δε ιερεύς γνωρίζοντας τήν θεάρεστον ζωήν τού πατέρα μου καί ότι ήταν σέ όλα έτοιμος, διότι είχαν προηγηθή τά πραγματικά εφόδια, δηλαδή έξομολόγησις, εύχέλαιο, συχνές ιερές μεταλήψεις, επειδή ένεκα πού διετέλεσε πολλές ήμερες άρρωστος μεταλάμβανε συνεχώς από τά άχραντα μυστήρια τού Χρίστου, τόν υπέδειξε ένα ακόμη νά κάμη' «εάν ήταν εύκολο νά δώσης εντολή νά σου κάμουν μετά τόν Θάνατο τον ένα τακτικόν 40λείτουργον στό όνομα σον, τό όποιο νά εκτέλεση κάποιος ιερεύς μακράν της πόλεω$>' έγώ δέ αν καί άπορος έδωσα ύπόσχεσι, ότι μέ πολύ προθυμία θά εκτελέσω αυτό, άρκέί μόνον νά λάβω τήν ευχή του, τήν οποία καί επήρα.
Αυτά άφοΰ άκουσε καί ευχαριστηθείς ό πατέρας μου
μέ προσκάλεσε μέ πολλή συγκίνησι καί δάκρυα, καί μέ παρεκάλεσε νά τόν κάμω μετά τόν θάνατο του ένα 40-λεΤτουργον.
Μετά άπό διάστημα δύο ωρών απέθανε ό αείμνηστος πατέρας μου και αμέσως προσκάλεσα τόν ιερέα Δημή-τριον, χωρίς νά γνωρίζω ότι ό ϊδιος είχε υποβάλλει τό ζήτημα τοΰ 40λείτουργου εις τόν πατέρα μου, και λέγω εις αυτόν. Επειδή ό πατέρας μου μοΰ έδωσε εντολή νά τόν κάμω ένα τακτικό 40λείτουργο έξω της πόλεως καί επειδή ή αίδεσιμότης σου ησυχάζεις εις τόν έξω της πόλεως ναΐσκο των Άγιων Αποστόλων, δι' αυτό σέ παρακαλώ νά λάβης τόν κόπον καί νά φροντίσης τήν εκτέλεσι αύτοΰ καί έγώ θά πληρώσω τόν κόπον σου καί τά σχετικά μέ τά έξοδα τοΰ ίεροΰ Ναοΰ. Ό ιερεύς όταν άκουσε αυτά μοΰ απάντησε μέ δάκρυα στά μάτια. Έγώ, αγαπητέ μου Γεώρ-γιε, έχω δώσει σήμερα στον πατέρα σου τήν γνώμη αύτη, καί οφείλω όσο ζώ νά τόν μνημονεύω πάντοτε.
Έγώ δε γνωρίσας τήν πολλή ευλάβεια τοΰ ιερέως καί τήν έκτίμησι τήν οποίαν είχε προς τόν πατέρα μου επέμενα παρακαλώντας καί έτσι τόν έπεισα νά δεχθή τήν πρότασί μου, καί επήγε στό σπίτι του, προς τήν πρεσβυτέρα καί τίς κόρες του καί λέγει προς αυτές" έγώ επειδή θά κάνω τακτικόν 40λείτουργον στό όνομα τοΰ καλοΰ εκείνου ευεργέτου μου Δημητρίου, δι’ αυτό επί 40 ήμερες νά μή μέ περιμένετε εδώ, διότι θά ησυχάζω συνέχεια εις τόν ιερόν Ναόν των Αγίων Αποστόλων, γιά νά εξακολουθώ τακτικώτατα τό 40λείτουργο, καί έτσι επήγε και άρχισε μέ ευλάβεια καί προθυμία τό 40λείτουργον. "Εγιναν 39 Θείες Λειτουργίες καλώς, τήν παραμονή δέ της τελευταίας, Σάββατο βράδυ, ξαφνικά παρουσιάστηκε σφοδρός πονόδοντος στον ιερέα καί αναγκάστηκε τήν νύκτα νά έλθη μέ πόνους στό σπίτι του, καί προσκάλεσε ή πρεσβυτέρα τόν κουρέα καί τοΰ έβγαλε τό σάπιο δόντι
καί έτσι έγλύτωσε άπό τους πόνους. Λόγω όμως πού έτρεχε αίμα απεφάσισε νά συμπλήρωση τήν τελευταία Θεία Λειτουργία τήν επομένη.
'0 Γεώργιος όμως μή γνωρίζοντας τήν πάθησι του ιε-ρέως τήν παραμονήν εκείνη ετοίμασε, μέ δάνειο, τό όφει-λόμενον ποσόν, γιά τόν κόπον του ιερέως μέ σκοπό νά τό έπιδώση τήν επομένη. Κατά τά μεσάνυκτα όμως εκείνου του Σαββάτου, έσηκώθηκα νά προσευχηθώ. Προσευχόμενος δέ μέ πολλή κατάνυξι και άφοΰ κουράστηκα έκάθησα στό κρεββάτι καί άρχισα νά ενθυμούμαι τίς αρετές τοΰ πατέρα μου καί τις παρεκτροπές καί παιδικές μου παρακοές πού είχα κάνει κατά καιρούς, καί συνάμα έλεγα στον εαυτό μου, άραγε ωφελεί τό 40λείτουργον τήν ψυχήν τοΰ κεκοιμημένου ή χάριν μικρής άνακουφίσεως ή Εκκλησία τοΰ Χρίστου αυτό έχει συστήσει; Αυτά σκεπτόμενος μέ πόνο ψυχής καί δάκρυα, καί έκζητώντας τό έλεος τοΰ Θε-οΰ, μοΰ φάνηκε οτι κοιμήθηκα λίγο, καί αμέσως βρέθηκα σέ μιά πεδιάδα ωραιότατη, της οποίας ή ομορφιά ήταν απερίγραπτος, μή έχουσα σύγκρισι μέ τά ευχάριστα τοΰ κόσμου. 'Ενώ ευρισκόμουν εκεί μοΰ επήλθε φόβος πολύς, πού υπαγορευόταν άπό τήν συνείδησί μου, επειδή έγνώρι-σα τόν εαυτό μου άκατάλληλον διά τήν εκεί άπόλαυσι. Και ένώ διατελοΰσα κάτω άπό αυτήν τήν αμηχανία, μέ ήλθε θάρρος καί είπα εις τόν εαυτόν μου, μιά καί ό Πανάγαθος Θεός ηθέλησε νά μέ φέρη εδώ ϊσως ή αγαθότητα Του μέ έλεήση καί στην συνέχεια μετανοήσω, διότι όπως βλέπω ευρίσκομαι μαζί μέ τό σώμα μου.
Αυτά συζητώντας μέ τόν εαυτό μου καί παρηγορη-θείς, είδα μικρό φώς διαυγέστατο, και άφοΰ επήγα προς τό μέρος εκείνο, είδα μέ ανέκφραστη έκπληξι τήν απερίγραπτη εκείνη ωραιότητα τοΰ απέραντου δάσους, πού α-πόπνεε άρρητη εύωδία. Ώ ποία μακαριστής αναμένει εκείνους πού ζουν ενάρετα εις τόν κόσμον;
Αναθεωρώντας δέ μέ μεγάλη έκπληξι καί χαρά τήν υπερκόσμια εκείνη ωραιότητα είδα ένα ωραιότατο παλάτι... όταν δέ πλησίασα κοντά βλέπω μέ πολλή αγαλλίαση τόν πατέρα μου Δημήτριον, λαμπροφόρο καί γεμάτον όλο φώς, ό όποιος έστέκετο μπροστά σέ εκείνη τήν πόρτα τοΰ παλατιού, καί άφοΰ μέ ατένισε μέ πατρική στοργή καί τήν γνωστή του επιείκεια και πραότητα, μοΰ είπε' πώς ήλθες έδώ παιδί μου; εγώ δέ τόν απήντησα, και έγώ, πατέρα μου, απορώ, διότι όπως βλέπω δέν είμαι άξιος διά τόν τόπο. Αλλά πές μου, πατέρα μου, πώς ευρίσκε-σαι έδώ καί σέ ποιόν ανήκει τό παλάτι αυτό; Εκείνος δέ μέ πολλή φαιδρότητα μοΰ είπε" «Ή άκρα τον Σωτήρος ημών άγαθότης διά πρεσβειών τής Κυρίας ημών Θεοτόκον, εις τήν οποίαν είχα, όπως είναι γνωστόν, μεγίστην ενλάβειαν, μέ ήξίωσε νά καταταχθώ εις τό μέρος αυτό. Εις αυτό δέ τό παλάτι ήθελον είσέλθη σήμερον, άλλ' επειδή ό οικοδόμος αντοΰ έβγαλε σήμερον τό δόντι του καί δεν έτελείωσαν αί 40ντα ήμέραι τής οικοδομής αύ-τοϋ, δι' αυτό ανριο θά εισέλθω».
"Οταν είδα καί άκουσα αυτά έγώ ό ελάχιστος έξύπνη-σα μέ έκπληξι καί γεμάτος δάκρυα έθαύμαζα δι' δλα Οσα είδα. Όλη εκείνη τήν νύκτα έμεινα άύπνος ευχάριστων και δοξολογών τόν Πανάγαθον Θεόν... Τήν επόμενη ήμερα επήγα εις τόν ίερέα Δημήτριον και τόν εύρήκα νά κάθεται, ό όποιος άφοΰ μέ έδέχθηκε μέ χαρά μοΰ είπε' νά και έγώ πρό ολίγου έβγήκα άπό τήν λειτουργία, τελειώ-σας ευτυχώς τό 40λείτουργον. Αυτό δέ είπε διά νά μή μέ λυπήση, διότι εμποδίστηκε μία ήμερα ή λειτουργία, τήν οποίαν βέβαια ήθελε πρόσθεση τήν επομένη. Τότε έγώ άρχισα νά διηγούμαι εις τόν ίερέα τά όσα είδα μέ λεπτομέρεια καί πολλή συγκίνησι, και όταν έφθασα εις τήν εξαγωγή τοΰ δοντιού καί ότι τήν επομένη θά τελειωθή ή οικοδομή καί θά είσέλθη ό πατέρας μου εις τό παλάτι,
τότε ό ιερεύς κατεληφθείς άπό θαυμασμό έβόησε' εγώ, αγαπητέ μου Γεώργιε, είμαι ό οικοδόμος εκείνος...
Αυτά ό πατήρ Δανιήλ τά έβεβαίωσε και άπό τόν πατέρα Δημήτριον τόν όποιον έπεσκέφθη, ό όποιος π. Δη-μήτριος μέ παρεκάλεσε όπως γράψω ακριβώς τήν ώφελι-μωτάτην αυτήν διήγησιν. Τό γεγονός αυτό έλαβε χώραν αρχάς τοΰ 20ου αιώνος.
"Ορασις ωφέλιμος Πέτρου Μοατράτον
Ότε ήλθον εις Πάρον και έ’γινα μοναχός και κατόπιν Ιερεύς και Πνευματικός, γράφει ό πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος, μετέβαινα μέ τήν εύλογίαν τοΰ Γέροντος μου Ιεροθέου καί τήν άδειαν τοΰ τότε Μητροπολίτου Παρο-ναξίας κυροΰ Ιεροθέου εις τάς πόλεις, κώμας καί χωρία τών νήσων Πάρου καί Νάξου καί έξωμολόγουν τους πιστούς καί έκήρυττον τόν λόγον τοΰ Θεοΰ.
Κατά τό έτος 1917-1918 μεταβάς εις τήν χώραν Παροικίαν, φιλόχριστός τις, ονόματι Πέτρος Μοστράτος, μέ έκάλεσε εις τόν οίκον του καί άφοΰ έξομολογήθη αυτός καί ή κυρία του μοί έδιηγήθη τήν κατωτέρω κατανυ-κτικήν όρασιν, τήν οποίαν έγραψα διά νά δημοσιεύσω προς ώφέλειαν τών πιστών αναγνωστών χριστιανών. Εϊ-χον μοί είπε δύο τέκνα, ένα υίόν καί μίαν θυγατέραν. Έ-φράντισα ώς πατήρ καί τά έμαθα γράμματα καί άφοΰ έτε-λείωσαν τό Γυμνάσιον απεφάσισα νά τά στείλω και τά δύο νά σπουδάσουν εις Αθήνας εις τό Πανεπιστήμιον. Ή κόρη, καίτοι μικρότερα κατά δύο έτη, υπερτερεί κατά πολλά τόν άδελφόν της εις τά γράμματα, εις τήν έπιμέ-λειαν, εις τήν άγάπην, εύσέβειαν, πίστιν, σύνεσιν, φρό-νησιν καί λοιπάς άρετάς" όταν της έπρότεινα νά ύπάγη εις τό Πανεπιστήμιον μέ τόν άδελφόν της, μοί είπεν: Πάτερ μου, πάντοτε εις όλα σοΰ έκανα υπακοή, εις αυτό
δέν θά σου κάμω. Μέ άρκοΰν τά γράμματα πού έμαθα. Έγώ θέλω κόρη μου, της είπα, νά σέ στείλω νά γίνης επιστήμων. Καί εγώ πάτερ μου, μέ απήντησε, θεωρώ ότι μεγαλύτερα επιστήμη εις ένα κορίτσι δέν είναι άλλη άπό τοΰ νά φυλάξη τήν εντολήν τοΰ Θεοΰ, ήτις λέγει: «Τίμα τόν Πατέρα σον καί τήν μητέρα σον, ί'να εν σοι γένη-ται», νά άγαπήση τους γονείς της, νά τους υπηρέτηση καί βοηθήση εις τό γήρας των, όταν δέν έχουν άλλο παιδί ώς ύμεΐς, οί όποιοι τόσο έκοπιάσατε δι’ έμέ και όταν ήμην εις τήν κοιλίαν της μητέρας, καί όταν ήμην νή-πιον και κατόπιν μικρό κορίτσι και μέχρι τώρα. Είναι αδύνατον νά σας αφήσω καί μάλιστα τώρα πού έγηράσα-τε.
Βλέπων τήν έπιμονήν της, τήν άφησα καί βλέπων τήν άγάπην καί άφοσίωσιν, τήν περιποιησιν καί τήν φροντίδα πού είχε καί εις έμέ καί εις τήν μητέρα της έ-χαιρόμεθα καί ένομίζαμε ότι είμεθα ευτυχείς καί θά είμεθα διά πάντα, καί πολλοί μας έμακάριζον, ότι εΐχαμεν τοιαύτην χαριτωμένην κόρην, καί έλησμονήσαμεν οτι ή χαρά και ή ευτυχία ή διαρκής δέν είναι εις τόν παρόντα πρόσκαιρον βίον, άλλ' εις τήν μέλλουσαν ζωήν.
Δέν παρήλθε πολύς καιρός καί ήσθένησε σοβαράν ά-σθένειαν καί οί ιατροί άπεφάνθησαν ότι θά άποθάνη. Ή χαρά μας μετεβλήθη εις λύπην άφατον. Εις τήν άπελπι-σίαν μου κατέφυγον εις τήν ταχυνήν βοήθειαν, εις τήν ελπίδα καί προστασίαν και καταφυγήν τών Χριστιανών, τήν Ευσπλαχνικωτατην Μητέρα τοΰ Θεοΰ, τήν Παναγίαν τήν Μεγαλόχαριν Εύαγγελΐστριαν. Εϊσελθών δέ είς τόν ιδιόκτητον Ναόν της, τόν όποιον εΐχον εκ κληρονομιάς τών γονέων μου, πλησίον της οικίας μου και προσπεσών έμπροσθεν της εικόνος γονυπετής, τήν παρεκάλουν μετά θερμών δακρύων νά σώση τήν κόρην μου εκ τοΰ θανάτου, ή νά πάρη τό αγόρι μου και νά μοί άφήση τό κορίτσι, πού
ήτο τόσον καλόν. Ή Παναγία δεν με ήκουσε καί απέθανε τό θυγάτριόν μου. Όταν απέθανε και έγώ καί ή σύζυγος μου είμεθα απαρηγόρητοι, τίποτε άλλο δεν έκάναμε, μόνον ή μέραν καί νύκτα έθρηνούσαμε την δυστυχίαν μας.
Έπί 15 ημέρας έμενα κλεισμένος μέ τήν σύζυγόν μου είς τήν οικίαν μας διαρκώς κλαίοντες καί άφοΰ συ-νεπληρώθησαν 15 ήμέραι επήγα εις τήν πλησίον της οικίας μου Εκκλησίαν καί ήναψα τήν κανδήλαν της Παναγίας καί ενθυμηθείς δτι τήν παρεκάλουν νά σώση τήν κόρην μου καί δέν τήν έσωσε έσβυσα τήν κανδήλαν καί είπα προς τήν εικόνα της Παναγίας μέ θυμόν. Επειδή δέν μέ ήκουσες Παναγία καί έγώ σοΰ σβύνω τήν κανδήλαν καί επήγα εις τόν οίκον μου. Μόλις άνεκλήθην είς τήν κλίνην μου ήλθον δύο άστραπόμορφοι νέοι, μέ πα-ρέλαβον, μέ έξήγαγον εκ της οικίας καί έπεριπατούσα-μεν είς μίαν πεδιάδα. Φοβηθείς τοις είπον ποΰ μέ πηγαίνετε; Σέ ύπάγωμεν, μοί είπον, νάίδης τήν κόρην σου. Ή κόρη μου το'ίς είπον είναι 15 ήμέραι πού απέθανε, δέν υπάρχει. Τότε μέ υφός αΰστηρόν μοί είπον" άπιστε, ακόμη δέν πιστεύεις; έλθέ νά τήν ϊδης. Καί προχωρήσαντες ολίγον έφθάσαμεν είς ένα κήπον θαυμάσιον, ό όποιος ομοίαζε μέ τόν Παράδεισον. Εις τό μέσον τοΰ Παραδείσου ήτο ένα μεγαλοπρεπέστατο ν άνάκτορον κτισμένον άπό χρυσόν στίλβοντα. Μοί έδειξαν μίαν μεγάλην πύλη ν χρυσήν καί μοί λέγουν" εϊσελθε άπό τήν πύλην ταύ-την είς τό άνάκτορον, έκέί θά Ιδης τήν κόρην σου.
Είσελθών διά της πύλης βλέπω μίαν αίθουσαν βασιλικήν άπέραντον. Εις τήν αίθουσαν έκε'ίνην ήσαν μυριάδες παρθένων, αϊ όπο'ίαι έκάθηντο είς θρόνους χρυσούς καί δεξιά καί αριστερά ήσαν λαμπάδες. Τά πρόσωπα των παρθένων έξήστραπτον υπέρ τόν ήλιον, τό δε φως των λαμπάδων καί εν γένει οί θρόνοι των παρθένων, τό κάλλος της αιθούσης καί τοΰ ανακτόρου ήτο άνερμήνευ-
τον καί άκατανόητον. Παρατηρών τάς παρθένους βλέπω τήν κόρην μου είς θρόνον χρυσοΰν έξαστράπτουσαν τω κάλλει, άλλ' αί λαμπάδες της ήσαν έσβεσμέναι. Μόλις τήν ειδον τήν ανεγνώρισα τρέχω μέ χαράν νά τήν ένα-γκαλισθώ, νά τήν φιλήσω, άλλα μόλις έπλησίασα ήγέρ-θη τοΰ θρόνου καί μέ όμμα αΰστηρόν μέ κοίταξε και μοί λέγει! φύγε άπ' εδώ' πώς έτόλμησες καί ήλθες καί έδώ νά μέ ενόχλησης; Και μέ έξέβαλε της αιθούσης και έκά-θησε πάλιν είς τόν θρόνον της. Έγώ δέ ήρχισα νά παρα-πονούμαι καί νά της λέγω. Κόρη μου, διατί δεν μέ δέχεσαι; δέν ήξεύρεις πόσον σέ ηγάπων; Έγώ παρεκάλουν τήν Παναγίαν νά πεθάνη ό αδελφός σου διά νά ζήσης εσύ νά σέ έχω μαζί μου καί σύ μέ διώκεις; Παΰσε, μοί λέγει, νά λέγης ότι μέ αγαπάς, διότι έάν μέ ήγάπας έπρεπε νά έχαιρες είς τήν εύτυχίαν μου, είς τήν δόξαν μου, είς τή τιμήν μου καί όχι νά λυπήσαι. "Επρεπε νά ευχάριστης τόν Θεόν καί τήν Παναγίαν, πού μέ ήξίωσαν τοιαύ-της ευτυχίας καί δόξης καί όχι νά γογγύζης. Τότε της λέγω" κόρη μου, διατί των άλλων παρθένων αί λαμπάδες είναι άνημμέναι, αί δέ ίδικαί σου είναι έσβυσμέναι; Μοί απήντησε! σύ καί ή μητέρα μου μοΰ τάς έσβύσατε μέ τά δάκρυα σας, καί αν δέν παύσετε νά κλαίετε, νά μή λέγετε Οτι είμαι κόρη σας. Αυτήν τήν στιγμήν έξύπνησα καί στοχαζόμενος έκέίνα τά μεγαλεία τά όποια ειδον καί τήν δόξαν των παρθένων καί της κόρης μου καί τό κάλλος τό άμήχανον, έμεινα άρκετήν ώραν εκστατικός καί άφοΰ συνήλθον διηγήθην είς τήν σύζυγόν μου τά όσα ειδον καί παρηγορήθη αρκετά. Έν τω μεταξύ ήρχισεν ήμερα καί τρέχω εις τήν έκκλησίαν καί προσπίπτων γονυκλινής έμπροσθεν της εικόνος της Παναγίας, μέ δάκρυα με-τανοίας και χαράς έζήτουν συγχώρησιν. Παναγία μου, παρηγορήτριά μου και προστασία καί εμού καί όλων των Χριστιανών, συγχώρησαν μοι διά τά άσκοπα καί απρεπα λόγια πού σου είπα. Ή πολλή θλίψις μοί έπροξέ-νησε παραφροσύνην. Σέ ευχαριστώ μυριάκις, σέ ευχαριστώ και θά σέ ευχαριστώ μέχρι τέλους της ζωής μου καί θά σου άνάπτω τό κανδήλι ήμέραν καί νύκτα.
Έπιστρέψας εις τόν οίκον μου έφόρεσα τά γιορτινά μου ρούχα και έξήλθον εις τήν άγοράν περίπατων καί χαίρων εις τήν κεντρικήν όδόν της χώρας. Μόλις με εί-δον οι άνθρωποι έτρεχον νά μέ συλλυπηθοΰν. Έγώ δέ τους έλεγον δεν δέχομαι συλλυπητήρια. Δέχομαι συγχαρητήρια. Μερικοί των φίλων καί γνωστών ήκουσα νά ψιθυρίζουν καί νά λέγουν, τί κρίμα: Ό μπάρμπα - Πέτρος τά έχασε από τήν πολλήν λύπην. Έγώ τους έπλη-σίασα καί τους εϊπον' όχι δεν τά έχασα, πρίν νά ϊδω τήν κόρην μου τά είχα χάσει, αλλά τώρα πού τήν είδα, είδα ότι ζή καί ευρίσκεται εις μεγάλην δόξαν, τιμήν καί εύτυ-χίαν' είναι εις τόν χορόν των παρθένων, έχω χαράν μεγάλην καί θεωρώ έμαυτόν ευτυχή, ότι έχω κόρην νύμφην τοϋ Ουρανίου Νυμφίου.
Άρχιμαν. Φιλόθεος Ζερβακος
Τά διδακτικά καί θαυμαστά Ιστορικά αυτά γεγονότα τοϋ τεύχους αύτοϋ προέρχονται από τό ψυχωφελεστατο βιβλίο

«ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ» τών εκδόσεων «Όρθοδόξου Κυψέλης».

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.