Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Περί τής τηρήσεως όλων τών εντολών του Χριστού - Οσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης - Μέρος A΄




Μέρος Α'
"Οτι όλοι οι Χριστιανοί χρεωστουν νά φυλάττουν δλας τάς έντολάς του Χριστού.
Πρώτον, λοιπόν, χρεωστούν νά φυλάττουν καί νά έργάζωνται δλοι οι Χριστιανοί δλας τάς έντολάς τοϋ Χριστού "Ολοι οί Χριστιανοί, ήγουν καί Ιερωμένοι καί λαϊκοί, καί άνδρες καί γυναίκες, καί νέοι καί γέροντες, καί μοναχοί καί κοσμικοί, καί μικροί καί μεγάλοι, καί πτωχοί καί πλούσιοι, καί ίδιώται καί άρχοντες, καί βασιλείς καί πατριάρχαι καί άπλώς δλοι δλοι, κάθε τάξεως καί βαθμοΰ άνθρωπος χωρίς νά έξαιρεθή κανένας άπό αυτούς. Διότι ό Κύριος εΐπεν είς τούς ιερούς του Αποστόλους, δτι δσας διδασκαλίας λέγω καί δσας έντολάς δίδω είς έσάς, είς δλους κοινώς τούς Χριστιανούς τάς δίδω καί τάς διδάσκω «'Ά δέ ύμϊν λέγω, πασι λέγω» (Μάρκ. ιγ' 37)' χρεωστοΰν δέ καί όλας τάς έντολάς τοΰ Χριστού νά έργάζωνται οί Χριστιανοί, ήγουν τόσον τάς δέκα έντολάς δπου περιέχει ό Δεκάλογος τοΰ παλαιού Νόμου, καθώς είναι τό νά τιμά κάθε ένας τόν πατέρα του καί τήν μητέρα του, τό νά μή φονεύη, νά μή κλέπτη, νά μή ψευδομαρτυ-ρη, νά μήν έπιθυμή νά πάρη τήν γυναίκα ή τό πράγμα τοΰ άδελφοϋ του καί τάς λοιπάς. Όμοίως καί δλας τάς έντολάς καί προσταγάς δπου περιέχει τό άγιον Ευαγγέλιον, καθώς είναι τό νά μήν άντιστέκεται ό Χριστιανός εις τόν κακόν άνθρωπον, άλλά όποιος θέλει νά τόν ραπίση είς τό ένα μάγουλον, έκεινος νά γυρίζη είς αύτόν καί τό άλλο μάγουλον διά νά τοΰ κτυπήση. Τό νά μή θέλη ό Χριστιανός νά ύπάγη τόν άλλον άδελφόν του Χριστιανόν είς τήν
1.         Σημείωσαν δτι τό νά έργάζωνται οί Χριστιανοί δλας τάς έντολάς νοείται, δτι δχι μόνον νά τάς έργάζωνται όλας όμοΰ είς ένα καί τόν αύτόν καιρόν άλλά πότε τήν μίαν καί πότε τήν άλλην, καθώς ήθελε τό καλεση ό καιρός καί ή χρεία.κρίσιν, άλλ’ όποιος ήθελεν εύρεθή νά τοΰ πάρη τό έξωφό-ρι του, έκεΐνος νά τοΰ άφίνη άκόμη καί τό έσωφόρι του. "Οποιος ήθελεν άγγαρεύσει τόν Χριστιανόν ένα μίλιον, έκεϊνος νά πηγαίνη μαζύ του δύο μίλια' τό νά δίδη έλεημοσύνην κοινώς εις όλους όπου τοΰ ζητούν νά δανείζη ό Χριστιανός εις δλους όπου έχουν χρείαν τό νά άγαπα ό Χριστιανός τούς έχθρούς του καί έκείνους όπου τόν μισοΰν' τό νά εύλογη έκείνους δπου τόν καταρώνται καί τό νά προσεύχεται καί νά παρακαλή τόν Θεόν διά δλους έκείνους όπου τόν πειράζουν καί τόν κυνηγοΰν καί τόν κατατρέχουν. Καί διά νά είπώ μέ συντομίαν, οί Χριστιανοί όλοι χρεωστοΰν νά φυλάττουν δλας, δλας τάς έντολάς τοΰ Χρίστου, χωρίς καμμίαν έξαίρεσιν.

Διότι όταν ό Κύριος άπέστειλε τούς άγιους του μαθητάς διά νά κηρύξουν είς τόν κόσμον τό άγιον Εύαγγέλιον τούς εΐπε νά διδάσκουν εις τούς Χριστιανούς διά νά φυλάττουν όλα δσα αύτός τούς έπαράγγειλε, λέγω ν' «Πο-ρευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη, βαπτίζοντες αύ-τούς είς τό δνομα τοΰ Πατρός καί τοΰ ΥΙου καί τοΰ άγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρειν πάντα δσα ένε-τειλάμην ύμΐν» (Ματθ. κη' 20). Τούτο δέ τό ρητόν έρμη-νεύοντας ό μέγας Βασίλειος δέν είπε, λέγει ό Κύριος ότι άλλας μέν έντολάς νά φυλάττουν οί Χριστιανοί, δλλας δέ νά άμελοΰν’ όχι* άλλά δλας νά τάς φυλάττουν χωρίς νά ά-μελήσουν ουδέ μίαν μοναχήν" «διδάσκοντες αύτούς, ούχί τάς μέν τηρειν των δέ άλλων άμελεΐν, άλλά τηρειν πάντα δσα ένετειλάμην ύμϊν» (έν τώ προοιμίω των κατά πλάτος δρων). Καί άλλαχοΰ δέ ό ίδιος Χριστός θέλοντας νά φα-νερώση δτι δλας τάς προσταγάς του χρεωστοΰν οί Χριστιανοί νά φυλάττουν, έλεγεν* «"Οταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ύμιν, λέγετε ότι δούλοι άχρεΐοι έσμέν* ότι δ ώφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ' 10). Ακούεις; πάντα λέγει τά διαταχθέντα δταν ποιήσητε καί όχι άλλα μέν όταν ποιήσητε άλλά δέ δταν άφήσητε. Διά τοΰτο ό Απόστολος Παϋλος έσύστησε τόν έαυτόν του μέ τήν φύλαξιν όλων των Δεσποτικών έντολών, ωσάν δούλος Θεού καί δέν έδιδε κανένα σκάνδαλον εις κανένα πράγμα* όθεν καί έλεγε «μηδεμίαν έν μηδενί διδόντες προσκο-πήν, Ινα μή μωμηθή ή διακονία άλλ’ έν παντί συνιστών-τες έαυτούς ώς Θεού διάκονοι» (Β' Κορινθ. ς' 4).

"Οτι τρεις είναι αί τάξεις των Χριστιανών.

Τρεις είναι αί τάξεις καί καταστάσεις τών Χριστιανών, κατά τόν μέγαν Βασίλειον* άλλοι μέν είναι ώς δούλοι, όσοι άπό τόν φόβον τής κολάσεως δέν κάμνουν τό κακόν άλλοι δέ είναι ώς μισθωτοί, όσοι διά τόν μισθόν καί τήν άπόλαυσιν τής Βασιλείας τών ούρανών, εργάζονται τό καλόν καί άλλοι είναι ώς υιοί, όσοι διά τό καλόν αύτό καί διά μόνην τήν άγάπην τοΰ αύθέντου των χαίρον-τες κάμνουν τό άγαθόν. Τώρα ημείς βλέπομεν, ότι καί οί τρεις καταστάσεις αύτές χρεωστοΰν νά φυλάττουν δλας τοΰ Κυρίου τάς προσταγάς" διότι άν εΐναι τινάς Χριστιανός είς τήν τάξιν τών δούλων, καί φοβείται νά μή παιδευ-θή καί νά κολασθή, άναγκάζεται διά νά φυλάττη δλας τάς προσταγάς τοΰ αύθέντου του, καί νά μήν άμελήση ουδέ τήν παραμικράν του έντολήν, άν θέλη διά νά γλυτώση άπό τήν κόλασιν. "Αν εΐναι τινάς εις τήν τάξιν τών μισθίων, καί αύτός παρομοίως χρεωστεΐ νά φυλάξη όλα δσα τόν προστάζη έκεινος όπου τόν έμίσθωσεν εις τόν άμ-πελώνα αύτοϋ, διότι αν δέν τά φυλάξη δέν ή μπορεί νά λά-βη τόν μισθόν του όλόκληρον. "Αν είναι τινάς είς τήν τάξιν τών υιών, έχει χρέος νά φαίνηται ύπήκοος καί εύάρε-στος είς τόν πατέρα του κατά πάντα καί νά μή τόν λυπή ούδέ είς τό παραμικρότατον. «Ού τοίνυν έστί τών φοβουμένων τό παριέναι τι τών έντεταλμένων, ή άμελώς ποιεΐν' άλλ’ ούδέ ό μισθωτός παραβήναί τι τών διατεταγμένων αίρήσεται' πώς γάρ κομίσεται τόν μισθόν τής εργασίας τοϋ άμπελώνος, μή πάντα πληρώσας τά συμπεφωνημένα;... Τίς δέ υίός σκοπόν έχων τήν τοϋ πατρός εύαρέστη-σιν, έπί τόΐς μείζοσιν αύτόν ευφραίνων, τών μικροτήτων ένεκεν λυπεΐν αίρήσεται;» (Προοίμ. τών κατά πλάτος όρων).
Καί άν ό Θεός έπρόσταζε τόν παλαιόν λαόν τοϋ Ισραήλ νά φυλάττουν δλας τάς έντολάς του, πόσω μάλλον προστάζει τώρα νά φυλάττουν τάς έντολάς του οΐ Χριστιανοί, ο'ι όποιοι είναι λαός του έκλεκτός, λαός του ήγα-πημένος καί έξαγορασμένος μέ τό ίδιον αίμά του; Άναγι-νώσκομεν γάρ εις τό Δευτερονόμιον, δτι προστάζει ό Θεός κάθε άρχοντα καί έξουσιαστήν νά γράφη τό βιβλίον τοϋ Δευτερονομίου, καί νά φυλάττη δλας τάς έν αύτω θείας προσταγάς του. «Καί δταν καθίση έπί τής άρχής αύτοϋ καί γράψη αύτώ τό Δευτερονόμιον τοϋτο εις βι-βλίον... ΐνα μάθη φοβεΐσθαι Κύριον τόν Θεόν σου, καί φυ-λάσσεσθαι πάσας τάς έντολάς ταύτας» (Δευτερ. ιζ' 18). Καί πάλιν παραγγέλλει εις δλον κοινώς τόν λαόν ταϋτα’ «φυλάσσεσθε πάσας τάς έντολάς ταύτας δσας έγώ έντέλ-λομαι ύμιν σήμερον» (Δευτ. κζ' 1). Έντεϋθεν έμαθεν ό Προφήτης Δαβίδ νά μισή κάθε άδικίαν, καί νά περιπατή όρθώς εις δλας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου* δι’ δ καί έλεγε* «Πρός πάσας τάς έντολάς σου κατωρθούμην, πάσαν ό-δόν άδικον έμίσησα» (Ψαλμ. ριη').

"Οτι οι Χριστιανοί χρεωστοΰν νά φυλάττουν δλας τάς έντολάς ώς άναγκαίας διά έξη αιτίας

Τί θέλει νά ειπή εντολή. - "Οτι άν μίαν μόνην έντολήν παραβή τινάς, δλας τάς παραβαίνει.
Δεύτερον χρεωστοΰν όλοι οί Χριστιανοί νά φυλάττουν, ώς άναγκαίας, δλας τάς έντολάς τοΰ Κυρίου διά έξη αιτίας, α) διότι, κατά τόν θειον Χρυσόστομον, έντολή θέλει νά ειπή βασιλικός νόμος καί προσταγή* «έντολάς δέ καί προστάγματα πάλιν τόν αύτόν νόμον καλέΐ, ώς βασιλικώς ένταλθέντα καί προσταχθέντα» (Έρμην. εις τόν ριη' Ψαλμόν). Καθώς, λοιπόν, αναγκάζονται δλοι οι ύπή-κοοι νά φυλάττουν τόν νόμον καί τήν προσταγήν τοϋ έπι-γείου βασιλέως, διότι άν τύχη καί παραβή τοϋτον τινάς παιδεύεται καί θανατώνεται, τοιουτοτρόπως καί όλοι οί Χριστιανοί είς άνάγκην μεγάλην εύρίσκονται νά φυλάττουν απαρασάλευτα δλας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου" καί δέν έχει έξουσίαν τινάς άπό τούς Χριστιανούς νά παραβή ούδέ μίαν μόνην έντολήν. β) διότι κατά τόν μέγαν Βασίλειον, άν δλες οι εντολές τοϋ Χριστοϋ δέν ήτον αναγκαίες εις τήν σωτηρίαν τών Χριστιανών, δέν ήθελαν γραφή ούδέ ήθελαν προσταχθή διά νά φυλάττωνται άναγκαίως καί ά-παραιτήτως" «εί γάρ μή πάντα ήμΐν πρός τόν τής σωτηρίας σκοπόν άναγκάϊα ήν, ούδ’ άν έγράφησαν πάσαι αί έντολαί' ούδ’ άν πάσαι φυλαχθήναι άναγκαίως διηγορεύ-θησαν» (έν τω Προοιμ. τών κατά πλάτ. δρων). γ) είναι αναγκαίες δλες οί έντολές, διότι άν μίαν μόνην έντολήν παραβή ό Χριστιανός γίνεται παραβάτης δλων τών έντο-λών, καθώς ειπεν ό άδελφόθεος Ιάκωβος" «δστις δλον τόν νόμον τηρήση, πταίσει δέ έν ένί, γέγονε πάντων ένοχος» (Ίάκ. β' 10). Καί διατί γίνεται πάντων ένοχος; επειδή κατά τόν μέγαν Βασίλειον δλες οί έντολές εΐναι ώσάν μία χρυσόπλοκος άλυσίδα καί συγκρατοϋνται ή μία μέ τήν άλλην καί άν τινάς λύση καί χαλάση τήν μίαν, έξ ανάγκης μέ τήν μίαν εκείνην λύει καί χαλά καί δλας τάς άλλας' πάσαι άλλήλων έχονται κατά τόν ύγιά τοϋ λόγου σκοπόν, αί έντολαί ώς έν τή λύσει τής μιας καί τάς λοιπός έξ άνάγκης συγκαταλύεσθαι» (Προοιμ. τών κατά πλάτ. δρων). Καί έν τω ις' δρω τών κατά πλάτ. λέγει' «έπί πασών θεωροϋμεν τών έντολών, δτι άλλήλων άπ’ άλλης κατορθοϋσθαι άμήχανον. Καί τί τό δφελος, λέγει ό αύτός Βασίλειος, νά φυλάξη τινάς δλας τάς άλλας έντολάς, έπειτα νά είπή μωρόν τόν άδελφόν του καί διά τήν ϋβριν αύτήν νά γίνη ένοχος εις τήν γέενναν τοϋ πυρός; καθώς ειπεν ό Κύριος (Ματθ. ε' 22). «Τί μοι τό όφελος τών άλλων κατορθωμάτων, εί μέλλοιμι μωρόν είπών τόν άδελφόν, ένοχος έσεσθαι τή γεέννη;» (Αυτόθι). Τί τό όφελος είναι άν ένα κάστρον είναι μέν άπό όλα τά άλλα μέρη άσφαλές καί σίγουρον, έχει δέ μίαν μόνην μικράν πόρταν είς έν μέρος; "Η τί κέρδος έχει ένας άμπελών, άν είναι τριγύρω άπό δλα τά μέρη περιφραγμένος, έχει δέ μίαν τρύπαν είς ένα μέρος; Διότι, καί άπό τήν μικράν πόρταν τοϋ κάστρου έκείνου έμβαίνουν οί έχθροί καί κουρσεύουν τό κάστρον καί θανατώνουν τούς έν αύτφ ανθρώπους, καί άπό τήν μικρόν εκείνην τρύπαν τοϋ άμπελώνος έμβαίνουν οί διαβά-ται καί τά θηρία καί κλέπτουν τά σταφύλια όλα, καθώς λέγει είς τά καθ’ έαυτόν έπη ό θεολόγος Γρηγόριος. "Ετσι δέν έχει τινάς Χριστιανός όφελος έάν φυλάξη μέν τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, λύση δέ μίαν μόνην καταφρονητικώς' διότι άπό τήν λύσιν τής μιας εκείνης έκπίπτει τής βασιλείας τών ούρανών, καθώς είπεν ό Κύριος «δς έάν ούν λύση μίαν τών έντολών τούτων τών ελάχιστων καί διδάξη οϋτω τούς άνθρώπους, έλάχιστος κληθήσεται έν τή βασιλεία τών ουρανών» (Ματθ. ε' 19), δπερ έρμηνεύων ό θείος Χρυσόστομος λέγει* «δταν δέ άκούσης έλάχιστον έν τή βασιλεία τών ουρανών, μηδέν άλλο ύπόπτευε ή γέενναν καί κόλασιν... έλάχιστος έσται, τουτέστιν άπερριμμένος έσχατος, ό δέ έσχατος, πάντως είς τήν γέενναν έμπεσεΐ-ται τότε» (Όμιλ. ις' είς τό κατά Ματθ.)' καί πάλιν λέγει' «έλάχιστος κληθήσεται έν τή βασιλεία τών ούρανών, του-τέστιν έν τή άναστάσει' ού γάρ δή είς βασιλείαν είσελεύ-σεται’ οίδε γάρ αύτόν τόν καιρόν τής άναστάσεως, βασιλείαν καλεΐν' μίαν έάν λύση φησίν, έλάχιστος κληθήσε-ται' ώστε πασών ήμΐν δει» (Όμιλ. δ' είς τήν πρός Έφεσίους).

'Ότι αί έντολές τοϋ Κυρίου εΐναι ζωή.

Τέταρτον, είναι άναγκαΐες δλες αί έντολές τοϋ Κυρίου, διότι είναι ζωή καί ζωή άληθινή καί αίώνιος, καθώς εΐπεν εις τόν νέον έκεινον ό Κύριος" «εί θέλεις είσελθεΐν είς τήν ζωήν, τήρησον τάς έντολάς» (Ματθ. ιθ' 17). Καί πάλιν 6 αυτός λέγει' «ό πέμψας με Πατήρ, αύτός μοι έντολήν έδωκε τί ειπω καί τί λαλήσω* καί οΐδα δτι ή έντολή αύτοϋ ζωή αίώνιος έστί» (Ίωάν. ιβ' 49). Καθώς, λοιπόν, είναι άναγκαία είς τόν άνθρωπον ή ζωή ή αίώνιος, έτσι παρομοίως είναι άναγκαία εις αύτόν καί ή φύλαξις τών έντολών τοϋ Χριστοϋ, διά μέσου τών όποιων άποκτφ τήν ζωήν τήν αιώνιον. Διά τοϋτο είπε καί ό Σολομών* «δς φυλάσσει εντολήν, τηρεί τήν έαυτοϋ ψυχήν, ό δέ καταφρο-νών τών έαυτοϋ όδών, άπολεΐται» (Παρ. ιθ' 16).

'Ότι αι έντολές είναι ιατρικά τών παθών τής ψυχής.

Πέμπτον, είναι άναγκαΐες δλες αί έντολές, διότι αυτές είναι ώσάν βότανα καί ιατρικά καί έμπλαστρα, δπου ιατρεύουν τά πάθη καί τάς άσθενείας τής ψυχής* καί κάθε μία έντολή εΐναι διορισμένη διά νά θεραπεύττ μίαν άσθέ-νειαν καί ένα πάθος. "Οθεν καθώς εΐναι άναγκαία ή μετα-χείρισις τών αισθητών βοτάνων καί ιατρικών διά τήν ία-τρείαν τών άσθενειών τοϋ σώματος, έτσι παρομοίως εΐναι άναγκαία καί ή φύλαξις δλων όμοϋ τών Δεσποτικών έντολών διά τήν ίατρείαν τών παθών τής ψυχής καί τήν ύ-γείαν αύτής, καί δσας έντολάς δέν φυλάξη ό Χριστιανός, άς ήξεύρει δτι καί τόσα πάθη τής ψυχής του άφίνει άνιά-τρευτα, τά όποια ήδύναντο νά θεραπεύσουν αί έντολαί έ-κεΐναι, δπου δέν έφύλαξεν. "Οθεν είπε Συμεών ό νέος θεολόγος* δτι δποιος φυλάττει τάς έντολάς, αύτός μάλιστα φυλάττεται 6πό τών έντολών* διότι λυτρώνεται άπό τά πάθη καί άμαρτίας* διά τοϋτο εΐπεν ό Σολομών «ό φοβούμενος έντολήν, ύγιαίνει» (Παρ. ιγ' 13). Διά τοϋτο καί ό Άμμώνιος εΐπε’ «κατά πάσης άδικίας πασαι δμοϋ αί έν-τολαί ήμΐν υπό τοϋ Κυρίου δεδώρηνται καί έάν παραλει-φθή μία, τήν άντικειμένην αυτή όδόν τής κακίας εισάγει» (έν τή σειρφ τοϋ κατά Ματθ. κεφ. κη').
"Εκτον δέ καί τελευταΐον, εΐναι άναγκαΐες δλες οί έντολές, καθώς είναι άναγκαία καί ή πίστις καί τό βάπτι-σμα. "Οθεν καθώς χωρίς τήν πίστιν καί τό βάπτισμα δέν ήμπορεΐ τινάς νά σωθή, έτσι καί χωρίς τήν φύλαξιν δλων τών έντολών. Καί πόθεν τοϋτο εΐναι φανερόν; άπό τά λόγια τοϋ Κυρίου* διότι αύτός, όμοϋ μέ τήν παράδοσιν τής πίστεως καί τοϋ βαπτίσματος, ήνωσε καί τήν φύλαξιν δλων τών έντολών του, είπών πρός τούς Αποστόλους-«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη, βαπτίζοντες αύτούς εις τό δνομα τοϋ Πατρός καί τοϋ ΥΙοϋ καί τοϋ άγιου Πνεύματος, διδάσκοντες αύτούς τηρειν πάντα, δσα ένετειλάμην ύμΐν» (Ματθ. κη'), δπερ έρμηνεύων ό Άμμώ-νιος λέγει* «τή όρθή πίστει τήν πασών έντολών ό Κύριος συνέζευξε τήρησιν»* διά τοϋτο καί ό Δαβίδ τήν όρθήν πί-στιν έχων πρός τόν Θεόν, έλεγε* «πρός πάσας τάς έντολάς σου κατωρθούμην, πασαν όδόν άδικον έμίσησα» (Ψαλμ. ριη')2.
"Οτι αι έντολές είναι άναγκαΐες ώσπερ καί ή πίστις καί τό βάπτισμα. - Τί διαφέρει ή έντολή άπό τήν συμβουλήν

Πού εΐναι, λοιπόν, τώρα έκέΐνοι οί ύπερήφανοι δπου κάθονται κριταί έπάνω εις τάς δεσποτικάς έντολάς τοϋ Κυρίου καί λέγουν, δτι άλλες μέν έντολές είναι άναγκαΐες

2.         Λέγει δέ καί ό Γεννάδιος 6 Σχολάριος δτι, έπειδή καί ή άμαρτία γενικώς εις δύο διαιρείται, εις προπατορικήν καί προαιρετικήν, διά τοϋτο καί δύο έδόθησαν τούτων ιατρικά" τό μέν Βάπτισμα καί ή πίστις καταργεί τήν προπατορικήν άμαρτίαν' ή δέ φύλαξις τών έντολών την άλλες δέ εΐναι εις τό χέρι καί εις τήν έξουσίαν τήν ίδικήν μας ή νά τάς φυλάξωμεν ή νά μή τάς φυλάξωμεν; Τί λέγεις άνθρωπε δποιος καί άν είσαι; Τοϋ νομοθέτου γίνεσαι άνώτερος καί άλλους μέν νόμους αύτοϋ προτιμφς άλλους δέ καταφρονείς καί ατιμάζεις; Καί δέν ήξεύρεις ταλαίπωρε πώς αυτή είναι μία μεγαλωτάτη καί διαβολική έπαρ-σις; καθώς λέγει ό μέγας Βασίλειος* «δεινή ή έπαρσις, κριτάς ημάς τοϋ νομοθέτου καθέζεσθαι, καί τούς μέν έγ-κρίνειν τών νόμων, τούς δέ παραπέμπεσθαι» (Προοίμ. τών κατά πλάτ. όρων).
"Ηκουσες πώς εΐναι έντολή; Παρευθύς νά στοχάζεσαι πώς εΐναι καί άναγκαία" παρευθύς νά συλλογίζεσαι πώς δέν εΐναι είς τήν έξουσίαν καί θέλησιν τινός νά τήν παραβή· παρευθύς νά συμπεραίνης πώς δποιος τήν παραβή κινδυνεύει νά κολασθή* τοϋτο γάρ διαφέρει ή έντολή άπό τήν συμβουλήν καί παραίνεσιν, δτι ή μέν έντολή δέν εΐναι είς τήν έξουσίαν τινός άλλά βιάζεται κάθε Χριστιανός καί άναγκάζεται νά τήν φυλάξη καί νά μή τήν παραβή" εί δέ καί ήθελε τήν παραβή, εύθύς νά παιδεύεται καί λαμβάνει τήν έκδίκησιν, κατά τόν Χρυσόστομον, έρμη-νεύοντα τό ψαλμικόν έκεϊνο «Πισταί πάσαι α'ι έντολαί αύτοϋ» (Ψαλ. ρι' 7) καί λέγοντα’ «τί έστι πισταί; βέβαιαι μένουσαι κάν γάρ παραβώσιν, α'ι τιμωρίαι έπονται καί αύ-ται ού σαλεύονται* εί δέ καί άνθρωποι παραβώσιν, άλλ’ ό Θεός αύτάς έκδικεΐ ή δέ συμβουλή καί παραίνεσις είναι είς τήν έξουσίαν τοϋ άνθρώπου, καί άν μέν θέλει νά τήν φυλάξη, καλώς* εί δέ καί θέλει νά τήν παραβή, δέν παιδεύεται* καθώς εΐναι ή παρθενία καί ό διά τήν βασιλείαν προαιρετικήν. Του μέν προγονικού κωλύματος, τή πίστει καί τω Βα-πτίσματι καταλυομένου’ τής δέ κατ’ ένέργειαν καί προσωπικής άμαρ-τίας, τη τηρήσει τών έπί τούτοις δεδομένων νόμων άπειργομένης» (Λόγ. περί τής έν τω Δεσπότη ήμών Χριστώ άνθρωπότητος έν χειρο-γράφω όλοκλήρω αύτου βιβλίω, σωζομένφ έν τή Μονή του Παντοκράτορος).τοΰ Θεοΰ ευνουχισμός. Διότι δποιος θέλει καί άγαπφ νά παρθενεύση, καλώς' εί δέ καί δέν θέλει νά παρθενεύη άλλά θέλει νά ύπανδρευθή, δέν έχει κανένα έμπόδιον, οϋτε παιδεύεται διά τοϋτο. "Οθεν καί ό Κύριος άπό τό ένα μέρος περί τούτου εΐπεν* «είσίν εύνοϋχοι, οΐτινες εύνούχισαν έαυτούς διά τήν Βασιλείαν τοϋ Θεοϋ' ό δυνάμενος (ήτοι 6 βουλόμενος) χωρεΐν, χωρείτω» (Ματθ. ιθ' 12). Καί ό Παύλος άπό τό άλλο «περί τών παρθένων, έπιταγήν Κυρίου ούκ έχω, γνώμην δέ δίδωμι» (Α' Κοριν. ζ' 25), δπερ έρμηνεύων ό Χρυσόρρήμων λέγει" «όρςίς ούκ έπιταγήν, άλλά συμβουλήν; δρας ού πρόσταγμα, άλλά παραίνεσιν; πολύ δέ τό μέσον’ τό μέν γάρ άνάγκης έστί, τό δέ προαιρέσεως' ούκ έπιτάσσω φησίν, Τνα μή βαρήσω, παραινώ καί συμβουλεύω, ΐνα έναγάγω* ούκ έπέταξε παρθενίαν* ό μέν γάρ έπιτάξας παρθενίαν, Οπό τήν άνάγκην άγει τοϋ νόμου καί τόν μή βουλόμενον’ ό δέ παραινέσας, κύριον άφίησι τής αίρέσεως τόν άκροατήν» (Λόγω β' περί νηστείας).

Οτι ή παρθενία δέν είναι έντολή, άλλά συμβουλή.

"Οθεν έκ τών λόγων τούτων συμπεραίνεται, δτι ή παρθενία δέν εΐναι έντολή, άλλ’ εΐναι παραίνεσις μόνον καί συμβουλή, ώσάν δπου εΐναι ύπέρ έντολήν άραγε δέ καί ή άκτημοσύνη συμβουλή νά εΐναι καί δχι έντολή; Τοϋτο άς θεωρήσωμεν έδώ. Τινές γάρ τών θείων Πατέρων ά-κούοντες τόν Κύριον νά λέγη είς τόν νέον έκεϊνον, δχι ά-ποφαντικώς καί προστακτικώς καί ένταλτικώς, γίνου τέλειος καί πώλησον τά ύπάρχοντά σου, άλλά ύποθετικώς* έάν θέλης νά γίνης τέλειος, πώλησον τά ύπάρχοντά σου «Εί θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησον τά ύπάρχοντά σου καί δός πτωχοις, καί έξεις θησαυρόν έν ούρανφ, καί δεϋρο άκολούθει μοι» (Ματθ. ιθ' 21). Τοϋτο λέγω, άκού-οντες μερικοί πατέρες νά λέγη ό Κύριος, εΐπον δτι είς δύο μοιράζονται α! έντολαί, καί άλλαι μέν είναι άρμόδιαι είς τούς τελείους, 6λλαι δέ εις τούς άτελεΐς καθώς λέγει, δ τε θειος Χρυσόστομος (Όμιλ. θ' τής α' πρός Κορινθ. καί Όμιλ. α' τής πρός Τίτον) καί ό θεολόγος Γρηγόριος έν τφ κατά Ίουλιανοϋ πρώτω λόγω).

'Ότι ή ακτημοσύνη εΐναι έντολή.

Πλήν δτι, τό πώλησον τά ύπάρχοντά σου καί δός πτωχοΐς εΐναι έντολή, έφανέρωσεν ό Κύριος ειπών εις άλλο μέρος τοϋ Εύαγγελίου σαφέστερον, μέ κοινόν καί καθολικόν λόγον. «Πας έξ ύμών, δς ούκ άποτάσσεται πάσι τής έαυτοϋ ύπάρχουσιν, ού δύναταί μου εΐναι μαθητής» (Λουκ. ιδ' 33). Καί πάλιν άλλαχοϋ προστάζει εις δλους κοινώς λέγων' «Πωλήσατε τά ύπάρχοντά ύμών καί δότε έλεημοσύνην» (Λουκ, ιβ' 33). Καί ό μέγας δέ Βασίλειος, πρόσταγμα όνομάζει τό πρός τόν νέον ρηθέν ύπό τοϋ Κυρίου, ήτοι τό, πώλησον τά ύπάρχοντά σου, έν τω πρός τούς πλουτοϋντας λόγω* Άλλά καί ό θειος Χρυσόστομος δ έν άλλοις ειπών δτι δέν εΐναι έπιταγή τό, «πώλησόν σου τά ύπάρχοντά», λέγει δμως έν τώ περί παρθενίας λόγω, δ-τι χρεωστοϋμεν νά πωλοϋμεν δλα, καθώς εΐμεθα προ-σταγμένοι' «όφείλομεν πάντα πωλεΐν' καί τοϋτο έπιτετάγ-μεθα». Όμοίως καί δ θεολόγος Γρηγόριος έν τφ περί φι-λοπτωχείας λόγω, άπορήσας πρότερον άν ό λόγος δπου εΐπεν ό Κύριος είς τόν νέον, εΐναι νόμος καί άνάγκη ή μόνον συμβουλή, κλίνει περισσότερον πώς εΐναι έντολή καί προσταγή, παρά πώς εΐναι μόνον συμβουλή, λέγων' «Τήν τοϋ νέου τελείωσιν έν τώ τά δντα δοϋναι πτωχοις όρισθεΐ-σάν τε καί νομοθετηθεΐσαν, οιει μή άνάγκην εΐναί σοι τής φιλανθρωπίας, άλλ’ αΐρεσιν; μή δέ νόμον, άλλά παραίνε-σιν; σφόδρα καί αύτός ήβουλόμην τοϋτο καί ύπελάμβα-νον' άλλά φοβεΐ με ή άριστερά χείρ καί αι έριφοι, καί & παρά τοϋ στήσαντος όνειδίζονται' ούχ δτι διηρπάκασιν, άλλ’ δτι μή Χριστόν διά τών δεομένων τεθεραπεύκασι».

Διατί ο Κύριος ύποθετικώς είπε πρός τόν νέον, εί θέλεις τέλειος είναι. — "Οτι ώς χρέος καί έντολήν ζητεί ό Κύριος τήν τελειότητα άπό δλους τούς Χριστιανούς.

Διατί δέ είπε πρός τόν νέον ό Κύριος ύποθετικώς έάν θέλης νά είσαι τέλειος; επειδή καί ό νέος έκείνος εύρίσκε-το άκόμη ύποκάτω είς τήν σκιάν τοϋ νόμου, ό όποιος ήτο άτελής* «ουδέν γάρ έτελείωσεν ό νόμος κατά τόν Παύλον» (Έβρ. ζ' 19). Δι’ δ καλώντας αύτόν ό Κύριος άπό τόν άτελή νόμον είς τήν τελειότητα τοΰ Εύαγγελίου, τοΰ είπεν άν θέλη, επειδή άκόμη δέν είχε δώσει τήν θέλησίν του είς τόν Θεόν, είς δέ τούς Χριστιανούς, δπου ύποσχέ-θηκαν είς τό άγιον βάπτισμα νά άκολουθοϋν τόν Χριστόν καί έπρόλαβαν καί έδωκαν μόνοι τήν θέλησίν τους, δέν λέγει ό Κύριος μέ ύπόθεσιν, αν θέλετε νά είσθαι τέλειοι, άλλά λέγει προστακτικώς καί άποφαντικώς είς αυτούς” «"Εσεσθε ούν ύμεΐς τέλειοι, ώσπερ ό Πατήρ ύμών τέλειός έστι» (Ματ. ε' 48). "Οθεν καί ώς χρέος καί προσταγήν ά-παιτεί ό Χριστός τήν τελειότητα άπό δλους κοινώς τούς Χριστιανούς" δι’ δ καί δ Απόστολος τοϋτο δηλών, ποτέ μέν λέγει* «ταΐς φρεσί τέλειοι γίνεσθε» (Α' Κοριν. ιδ' 20), ποτέ δέ μέχρις δτου καταντήσωμεν, ούχί άλλοι μέν ναί, άλλοι δέ δχι, άλλά οί πάντες, εις άνδρα τέλειον (Έφ. δ' 13). Τί λέγω; Καί αύτός άκόμη ό παλαιός νόμος, ώς έντολήν έδιδε τήν τελειότητα είς τούς Ιουδαίους, προστάζων αύτούς καί λέγων* «τέλειος έση εναντίον Κυρίου τοϋ Θεοϋ σου» (Δευτερ. ιη' 13).
"Εγινε λοιπόν φανερόν άπό αύτά δπου εΐπομεν, δτι έξω άπό μόνην τήν παρθενίαν δλες αί άλλες έντολές τοϋ Κυρίου καί αύτή ή άκτημοσύνη εΐναι κοινές είς δλους τούς Χριστιανούς καί δλοι καθολικώς άναγκάζονται νά τάς φυλάττουν άπαραιτήτως, χωρίς καμμίαν έξαίρεσιν, τόσον οί μοναχοί καί παρθένοι δσον καί οί κοσμικοί καί ύπανδρευμένοι.

Οτι αι έντολές τοΰ Χριστοϋ είναι δυνατές καί εύκολες.

Τρίτον χρεωστείτε δλοι κοινώς ο'ι Χριστιανοί νά έρ-γάζεσθε δλας τάς έντολάς τοΰ Χριστοϋ, διότι δέν είναι ά-δύνατες άλλ’ εΐναι όλες δυνατές καί δλες εϋκολες καί ελαφρές. Δέν εΐναι αδύνατες, α) διότι δ Κύριος δπου γνωρίζει τήν δύναμιν τών άνθρώπων δέν ήθελε προστάξει νά φυλάττουν οί άνθρωποι τάς έντολάς του, έάν ήξευρε πώς ήτον υπέρ τήν δύναμίν τους. Καί άν ένας άνθρωπος δέν έ-πιθέτη είς τό ζώον του φορτίον δυσβάστακτον δπου νά ύ-περβαίνη τήν δύναμιν τοϋ ζώου του, πώς ό Θεός ήθελεν έ-πιθέσει είς τούς Χριστιανούς άδυνάτους έντολάς καί προστάγματα; Τοϋτο εΐναι άσέβεια μεγαλωτάτη καί μόνον νά τό είπή τινάς, καθώς λέγει ό μέγας Βασίλειος* «άσεβές έ-στι τό λέγειν αδύνατα εΐναι τά τοϋ Πνεύματος παραγγέλματα» (Λόγος εις τό πρόσεχε σεαυτώ). Καί β) διότι άν ήτον άδύνατες αί έντολές καί προσταγές τοΰ Χριστοϋ, πώς τόσες χιλιάδες καί μυριάδες άνθρωποι ήδυνήθησαν δχι μόνον νά τάς έργασθοϋν καί νά τάς κατορθώσουν, άλλά καί νά τάς ύπερβοϋν; καθώς λέγει ό Χρυσορρήμων' «μή τοίνυν κατηγορεί τοΰ Δεσπότου, ούκ έπέταξεν άδύνατα' πολλοί τά προστάγματα ύπερβαίνουσιν ούκ άν δέ, εί ά-δύνατα ήν, ύπερέβησαν έξ οικείας προαιρέσεως. Παρθενίαν ούκ έπέταξε και κατορθοϋσι πολλοί» (Λόγος περί νηστείας, τόμ. ς').

Οτι καί Ελληνες κατώρθωσαν τήν σωφροσύνην καί έλεημοσύνην. — "Οτι καί έλληνες σωφροσύνην εΐχον.

Εΐναι δέ καί εύκολες καί έλαφρές καί πλατείες δλες οί έντολές τοΰ Κυρίου. Καί τοϋτο βέβαιοι αύτός δ ίδιος δπου τάς έπρόσταξε, λεγων, πώς εΐναι ό ζυγός του χρηστός καί τό φορτίον τών έντολών του έλαφρόν «δ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου έλαφρόν έστι» (Ματθ. ια' 20). Συνομολογεί δέ τοϋτο ό ήγαπημένος μαθητής τοϋ Κυρίου λέγων' «καί αί έντολαί αύτοϋ βαρεΐαι ούκ ε’ισίν» (Α' Ίωάν. ε' 3). Τοϋτο θέλοντας νά φανερώση καί ό προφήτης Δαβίδ έλεγε" «Πλατεία ή έντολή σου σφόδρα» (Ψαλμ. ριη'). "Ας άκούσουν τώρα εκείνοι οι άμελεϊς Χριστιανοί όπου προφασίζονται καί λέγουν" ήμεις ειμεθα άνθρωποι κοσμικοί μέ γυναίκα, μ£ τέκνα, μέ σπήτια καί δέν δυνάμεθα νά κάμνωμεν δλας τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, διότι είναι άδύνατες εις ή μας, διότι εΐναι δύσκολες καί βαρείες εις τό νά φυλάξωμεν. Τί λέγεις άνόητε Χριστιανέ; ό Θεός σέ προστάζει νά κάμνεις δλας τάς έντολάς του, καί έσύ λέγεις πώς εΐναι άδύνατες; Ό Θεός σοϋ λέγει πώς εΐναι εύκολες καί έλαφρές οΐ προσταγές του, καί έσύ έ-ναντιοϋσαι εις τόν Θεόν, καί λέγεις πώς είναι δύσκολες; Καί τί άδύνατος εΐναι αΰτή ή προσταγή, δπου σοϋ έδωκεν δ Χριστός τό νά έχης γυναίκα νόμιμον καί νά σωφρονής, καί είς άλλην γυναίκα νά μήν πηγαίνης, εις καιρόν δπου άλλοι σωφρονοϋν καί χωρίς νά έχουν γυναίκα δχι μόνον οί Χριστιανοί άλλά καί έλληνες; Τί δύσκολος προσταγή εΐναι αύτή, δπου σοϋ είπε, τό νά δίδης έλεημοσύνην άπό τά ύπάρχοντά σου, εις καιρόν δπου έλληνες πολλοί δλό-κληρα τά ύπάρχοντά τους έδιασκόρπισαν διά κενοδοξίαν; Τώρα έκεΐνο, δπου οι έλληνες έκαμαν διά κενοδοξίαν, δέν είναι έντροπή έσύ δ Χριστιανός νά μή τό κά-μνεις διά τόν φόβον καί τήν έντολήν τοϋ Θεοϋ; Τί δύσκο-λον εΐναι τό νά μήν έχης έχθρούς; τό νά μή μισής κανένα; τό νά μήν ύβρίζης; τό νά μήν άρπάζης τά ξένα; τό νά μή κάμνης δρκους; Μήπως εις τό νά κατορθώσης αύτάς τάς έντολάς, άναγκάζεσαι διά νά περάσης βουνά καί λαγκάδια καί νά διαβης πέλαγος; ή μήπως άναγκάζεσαι νά πε-τάξης εις τόν άέρα, ή νά κάμνης κόπους πολλούς καί νά χύσης ίδρωτας; δχι. ’Αρκεΐ μόνον νά έχης μίαν καλήν προαίρεσιν καί διάθεσιν ψυχής, καί εύθύς έκατώρθωσες ταϋτα πάντα, καθώς λέγει ό Χρυσορρήμων' «τί γάρ ειπέ μοι φορτικόν έπιτετάγμεθα; έχε φησι γυναίκα καί σωφρό-νει' τοϋτο φορτικόν; ειπέ μοι καί πώς; δπου γε πολλοί καί χωρίς γυναικός σωφρονοϋσι, ού Χριστιανοί μόνον, άλλά καί "Ελληνες; "Ο ύπερβαίνει τοίνυν ό "Ελλην διά κενοδοξίαν, σύ δέ ούδέ τοϋτο τηρείς διά τόν φόβον τοϋ Θεοϋ; Δί-δου φησί πένησιν έκ τών δντων, τοϋτο φορτικόν; Άλλά καί ένταϋθα κατηγοροϋσιν ήμών "Ελληνες δλοκλήρους ούσίας κενώσαντες διά κενοδοξίαν μόνην» (Λόγ. ιγ' είς τήν πρός Έβρ.). Καί πάλιν «τί γάρ φορτικόν έπετάγημεν; δρη διατεμειν; ή πτήναι πρός άέρα; ή περαιώσασθαι τό Τυρρηνικόν πέλαγος; ούδαμώς* άλλ’ ούτως εΰκολον πολιτείαν, ώς μηδέ όργάνων δεΐσθαι, άλλά ψυχής καί διαθέ-σεως μόνης. Τί γάρ δύσκολον τών τοϋ Χριστοϋ έπιταγμά-των; μηδένα έχε έχθρόν’ μηδένα μίσεΓ μηδένα λέγε κακώς» (Όμιλία 90 εις τό κατά Ματθαίον).

'Ότι εύκολώτερες εΐναι αι έντολές, άπό τάς κακίας, τάς έναντιουμένας εις τάς έντολάς.

Θέλεις νά καταλάβης Χριστιανέ πώς αι μέν έντολές τοϋ Χριστοϋ εΐναι εύκολώτερες, αί δέ κακίες, δπου έναν-τιοϋνται εις τάς έντολάς, εΐναι δυσκολώτερες; Άκουσον δ Χριστός λέγει, μή κλέψης’ τώρα σέ έρωτώ' ποιον εΐναι εύκολώτερον, τό νά κλέψη τινάς, ή τό νά μή κλέψη; βέβαια εύκολώτερον εΐναι τό νά μή κλέψη, διότι έκεινος δπου δέν κλέπτει, εΐναι ήσυχος καί άτάραχος εις τήν συ-νείδησίν του, κοιμάται άμέριμνος, φόβον δέν έχει, εις κόπους δέν έμβαίνει, δλους τούς βλέπει χωρίς καμμίαν έν-τροπήν έκεΐνος δέ δπου θέλει διά νά κλέψη, έχει ταραχήν εις τόν έαυτόν του, έμβαίνει εις κόπους, περιεργάζεται τρόπους καί μηχανάς διά νά πατήση τό σπίτι ή τό έργα-στήριον έκεΐνο δπου θέλει, φοβείται μήπως τόν πιάσουν καί τόν θανατώσουν, ύπνον γλυκύν δέν κοιμάται, φαγη-τόν δέν τρώγει μέ ηδονήν, καί εις τήν συνείδησίν του έχει ένα άκατάπαυστον έλεγχον, ό όποιος τόν κατατρώγει παντοτεινά, ώσάν ό σκώληξ κατατρώγει τό ξύλον.
Πάλιν ό Χριστός προστάζει, εύλογεΐτε τούς καταρω-μένους ύμάς. Τώρα ποιον εΐναι εύκολώτερον, τό νά κατα-ράται καί νά κατηγορή τινάς, ή τό νά μή κατηγορή; βέβαια εύκολώτερον είναι τό νά μή κατηγορη * διότι έκεινος δπου δέν κατηγορεί, μένει έλεύθερος άπό κάθε πειρασμόν, καί δχι μόνον δέν παθαίνει κανένα κακόν, άλλά καί έπαινον άπό δλους λαμβάνει* έκεινος δέ δπου ήθελε κατηγορήσει, εύθύς έμβαίνει εις κίνδυνον, καί ύποπτεύε-ται, φοβούμενος μήπως τό ήκουσεν έκεινος δπου έκατη-γόρησε, κάν μικρός άνθρωπος εΐναι κάν μεγάλος* καί άν μέν είναι μεγάλος άνθρωπος, εύθύς καί παιδεύεται ό κατηγορήσας, άν δέ εΐναι μικρός, παρευθύς καί έκεινος κατηγορεί καί ύβρίζει τόν κατηγορήσαντα, ή μέ τάς αύ-τάς ύβρεις, ή καί μέ περισσοτέρας. Διά τοϋτο καλά εΐπεν ό χρυσούς άγιος* «μή άρπαζέ φησιν ό Χριστός τά μή σά, μή πλεονέκτει, μή έπιόρκει' ποιον έχει τοϋτο πόνον; τού-ναντίον μέν ούν πόνος* δταν μέν γάρ ειπης κακώς, εύθέ-ως έν κινδύνφ εΐ, έν ύποψίςι μή ήκουσε περί οΰ εΐπες* άν τε μέγας ή, άν τε μικρός* άν μέν γάρ μέγας ή, έν έργοις κινδυνεύσεις εύθέως* άν δέ μικρός, τοΐς ίσοις σέ άμυνειται, μάλλον δέ καί πολλω χαλεπωτέροις» (*Ομιλία ιγ' είς τήν πρός τούς Εβραίους)* ώστε διά νά συμπεράνω τό παν, έάν ήμεΐς μόνον θελήσωμεν, δλες οί έντολές τοϋ Χριστοϋ είναι εύκολώτατες* έάν δέ ήμεΐς δέν θελήσωμεν, καί τά πλέον εύκολα φαίνονται εις ημάς πολά δύσκολα καθώς καί ταϋτα λέγει ό Χρυσορρήμων «ούδέν δύσκολον, ούδέν φορτικόν έπιτετάγμεθα, άν βουλώμεθα άν δέ μή βουλώ-μεθα, καί τά ρφστα φορτικά ήμΐν φανεΐται» (αύτόθ.).
Διατί αί έντολαί όνομάζονται ζυγός καί φορτίον
Μά έπειδή εϋκολες καί έλαφρές εΐναι αί έντολές, δια-τί ό Κύριος τάς ώνόμασε ζυγόν καί φορτίον; Άποκρίνονται δμοϋ ό Θεολόγος Γρηγόριος καί ό Χρυσόστομος Ιωάννης, δτι αί έντολές καί ό Νόμος τοϋ Χριστοϋ, ζυγός μέν είναι καί φορτίον, διά τόν κόπον καί τήν βίαν, δπου έχουν είς τό νά φυλαχθοϋν, διά δέ τήν έλπίδα τών μελλόντων ά-γαθών, καί διά τούς στεφάνους, δπου προξενούν εις έκείνους δπου τάς φυλάττουν, εΐναι χρηστές καί πολλά ελαφρές" δ μέν γάρ Θεολόγος οϋτω λέγει' «εί γάρ καί χρηστός ό νέος ζυγός, καί τό φορτίον έλαφρόν ώσπερ άκού-εις, άλλά διά τήν έλπίδα τοϋτο καί τήν άντίδοσιν, πολλω τής ένταϋθα κακοπαθείας ούσαν δαψιλεστέραν» (Λόγος εις τό Πάσχα). Ό δέ θειος Χρυσόστομος" «άν μέν γάρ τόν πόνον ιδης τών κατορθωμάτων, βαρύ καί φορτικόν" άν δέ τήν αμοιβήν ΐδης κοϋφον καί ράστον τό προκείμενον» (Λόγος β' περί Νηστείας Τόμος ς'). Ό δέ θειος Διάδοχος ό Επίσκοπος Φωτικής λέγει, δτι ή στράτα τών έντολών καί τής άρετής, είναι δύσκολος μέν καί τραχεία είς τούς άρχαρίους, μέ τό νά έσυνείθισεν ό άνθρωπος άπό γεννή-σεώς του είς τό πλάτος τών ηδονών, είς δέ τούς μεσαίους καί προκόψαντας εΐναι γλυκεία καί εϋκολος’ «ή τής άρετής δδδς τοΐς μέν άρχομένοις έράν τής εύσεβείας, τραχεία καί κατάστυγνος φαίνεται, ού διότι έκείνην τοιαύτην εΐναι, άλλά διά τό τήν άνθρωπείαν φύσιν εύθύς έκ γα-στρός, τφ πλάτει συναναστρέφεσθαι τών ήδονών’ τοις δέ τό μέσον αύτής παρελθεΐν δυνηθεισι, προσηνής δλη καί άνετος δείκνυται... διά τοϋτο δ Κύριος είσάγων μέν ήμάς είς τήν όδόν τής σωτηρίας λέγει' «δτι στενή καί τεθλιμμένη ή δδός ή έπάγουσα. είς τήν ζωήν* πρός δέ τούς θέλοντας πολλή τή προθέσει προσιέναι τή τών άγιων αύτοϋ έντολών τηρήσει, φησίν ό ζυγός μου χρηστός, καί τό φορτίον μου έλαφρόν έστι» (Κεφ. 93).
Έάν λοιπόν έσύ Χριστιανέ, θέλης διά νά κάμνης μέ εύκολίαν τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, μή βλέπης είς τούς κόπους καί θλίψεις δπου έχουν, άλλά στοχάζου τήν άντα-μοιβήν καί τόν μισθόν, δπου έχεις νά λάβης εις τά ούράνια. Διότι δ μέν κόπος καί ή θλΐψις είναι πρόσκαιρος, ή δέ άνταμοιβή είναι αίώνιος. "Ετσι δ καραβοκύρης καί ό ναύτης, δέν αποβλέπει εις τάς φουρτούνας καί τά κύματα τής θαλάσσης, άλλά στοχαζόμενος τό κέρδος δπου έχει νά άπολαύση, μέ τήν γλυκειαν ταύτην έλπίδα εύφραίνε-ται. "Ετσι ό πραγματευτής έλαφρούς νομίζει τούς κόπους διά τήν έλπίδα του πλούτου. "Ετσι ό στρατιώτης δέν νομίζει βαρείας τάς πληγάς καί τόν θάνατον, διότι προστο-χάζεται τήν νίκην καί τούς στεφάνους δπου μέλλει νά λά-βη. "Ετσι δ γεωργός καί ό δουλευτής δέν συλλογίζεται τούς κόπους καί μόχθους δπου λαμβάνει, διότι άποβλέπει εις τό θέρος καί τήν πληρωμήν. Καί διά νά είπώ μέ συντομίαν, έτσι τά βαρέα γίνονται έλαφρά, δταν δέν συλλογίζεται τινάς τούς κόπους καί μόχθους, άλλά τάς άμοιβάς καί τούς μισθούς, δπου μέλλει νά άπολαύση. Καί, δτι τοϋτο είναι άληθινόν, μάρτυς εΐναι ό μακάριος Παϋλος, ό όποιος έλεγε, πώς αί θλίψεις έφαίνοντο έλαφραί εις αύτόν, έπειδή δέν έστοχάζετο τά βλεπόμενα καί τούς αισθητούς κόπους, άλλά έσυλλογίζετο τά μή βλεπόμενα καί τούς στεφάνους.
«Τά γάρ φύσει βαρέα, οϋτω κοϋφα γίνεται, δταν μή τούς πόνους λογιζώμεθα, άλλά τάς άμοιβάς αύτών σκοπώ μεν’ βούλει μαθεΐν πώς τά φύσει βαρέα, κοϋφα γίνεται; άκουσον τοϋ Παύλου λέγοντος' «Τό παραυτίκα έλαφρόν τής θλίψεως, καθ’ ύπερβολήν είς ύπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται» (Β' Κορ. δ' 17). Αίνιγμα τό εΐρη-μένον έστίν’ εΐ θλίψις πώς έλαφρόν; ει έλαφρόν πώς θλί-ψις; ταϋτα γάρ έναντία' άλλ’ έλυσε τό αίνιγμα τή έπαγω-γή δείξας έλαφρόν* «μή σκοπούντων ήμών τά βλεπόμενα, άλλά τά μή βλεπόμενα» (Αύτόθι). "Εθηκε τόν στέφανον, καί κοϋφον έποίησε τόν άγώνα»* είναι λόγια τοϋ Χρυσοστόμου (Λόγ. β' περί νηστείας). Μάρτυς τούτου εΐναι καί ό Προφήτης Δαβίδ, δ όποιος διά τήν έλπίδα τής άνταμοι-βής καί τοϋ μισθοϋ, έφύλαττε μετά χαράς τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, δι’ δ καί έλεγεν" «"Εκλινα τήν καρδίαν μου τοϋ ποιήσαι τά δικαιώματά σου είς τόν αιώνα δι’ άντάμει-ψιν» (Ψαλμ. ριη').

Οτι όλοι οί Χριστιανοί πρέπει μέ προθυμίαν νά φυλάττουν δλας τάς έντολάς διά έπτά αίτια.

Τέταρτον δλοι έσεϊς οί Χριστιανοί χρεωστεΐτε νά φυ-λάττητε δλας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου δχι μέ άμέλειαν καί γογγυσμόν ή μέ σκοπόν άνθρωπάρεσκον άλλά μέ δλην τήν προθυμίαν, μέ δλην τήν άγάπην καί μέ δλην σας τήν χαράν καί μέ σκοπόν θεάρεστον δχι ωσάν δοϋλοι διά τόν φόβον τής γεέννης, ούτε ώσάν μισθωτοί διά τόν μισθόν τής βασιλείας τών ούρανών άλλά ώσάν υιοί διά τήν άγάπην τοϋ ούρανίου Πατρός δπου τάς έντολάς ένομοθέτησε διά έπτά αίτια.
α) Διότι δποιος κάμνει τάς έντολάς καί τά έργα Κυρίου μέ άμέλειαν εΐναι κατη ραμένος, καθώς λέγει ό * Ιερεμίας" «έπικατάρατος δ ποιών τά έργα Κυρίου άμελώς» (Τερ. μη' 10).
β) Διότι ό Χριστός δπου έπρόσταξε τάς έντολάς εΐναι άξιος καί ύπεράξιος κάθε άγάπης, δθεν καί δσοι θέλουν νά φυλάττουν τάς έντολάς του μέ δλην τήν τελειότητα, πρέπει νά παρακινούνται άπό τήν πρός τόν Χριστόν άγάπην νά τάς φυλάττουν. "Οθεν καί ό προφήτης Δαβίδ έλε-γεν, δτι δποιος φοβείται τόν Θεόν, κάμνει τάς έντολάς μέ δλην του τήν θέλησίν καί άγάπην" «Μακάριος άνήρ ό φοβούμενος τόν Κύριον* έν ταΐς έντολαις αύτοϋ θελήσει σφόδρα» (Ψαλ. ρια' 1), δπερ έρμηνεύων ό Χρυσορρήμων λέγει* «ούκ είπε τάς έντολάς αύτοϋ ποιήσει άλλά θελήσει, έτερόν τι πλέον έπιζητών" ποιον δή τοϋτο; τό μετά προθυμίας αύτάς ποιεΐν" τό έραστάς αύτών εΐναι σφοδρούς" τό μεταδιώκειν αύτοϋ τά έπιτάγματα" τό φιλειν αύτάς μή διά τόν μισθόν τόν ύπέρ αύτών, άλλά διά τόν θέντα αύτάς" μη άπειλή κολάσεως, μηδέ έπαγγελίςι βασιλείας, άλλά διά τόν νομοθετήσαντα».
γ) Διότι δποιος κάμνει μέ άμέλειαν καί γογγυσμόν τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, παρομοιάζει μέ έκεΐνον δπου έ-πρόσφερεν εις τόν παλαιόν νόμον πρόβατα καί άλλα ζώα είς τόν Θεόν δχι δμως τέλεια καί γερά, άλλά κολοβά, μισερά καί άσθενή, ή μάλλον είπεΐν, παρομοιάζει μέ τόν Κάϊν, δστις δέν έπρόσφερε θυσίαν είς τόν Θεόν τό πλέον έκλεκτόν μέρος τών καρπών τής γης, άλλά έπρόσφερε τά σκύβαλα καί τά άχυρα* δθεν άκολούθως άμαρτάνει καί κολάζεται, καθώς εΐναι γεγραμμένον' «ούκ έάν όρθώς προσενέγκης, όρθώς δέ μή διέλης, ήμαρτες;» (Γεν. δ' 7).
δ) Διότι δποιος κάμνει τό θέλημα τοϋ Κυρίου δχι δμως, τό κάμνει καθώς λέγει ό Θεός, άλλά διά δόξαν καί έπαινον άνθρώπων, ή διά άλλα τέλη κοσμικά καί μάταια, ό τοιοϋτος χάνει τόν κόπον του, καί κανένα μισθόν άπό τόν Θεόν δέν λαμβάνει, καθώς εΐπεν ό Κύριος καί ό μέγας Βασίλειος «Καί ό τό θέλημα τοϋ Κυρίου έργαζόμένος μή καθώς θέλει δέ ό Θεός, μηδέ έν διαθέσει τής πρός Θεόν ά-γάπης τοϋτο ποιών, άνόητον έχει τήν τοϋ έργου σπουδήν, κατά τήν φωνήν αύτοϋ τοϋ Κυρίου ήμών Ίησοϋ Χριστοϋ, είπόντος, δτι ποιοϋσι πρός τό θεαθήναι τοΐς άνθρώποις. Αμήν λέγω ύμΐν, δτι άπέχουσι τόν μισθόν αύτών» (Ματθ. ς' 1 έν τώ προοιμίω τών κατά πλάτος δρων).
ε) Διότι δποιος μέ προθυμίαν πράττει τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, καί τάς πλέον μεγαλυτέρας δυσκολίας δπου άπαντήση τά νομίζει διά μεγάλας εύκολίας, καθώς έκ τοϋ έναντίου, δποιος πράττει τάς έντολάς του μέ άμέ-λείαν, καί τά εύκολώτατα νομίζει ώς δυσκολώτατα, ώς λέγει δ Χρυσόστομος* «τήν δυσκολίαν, ούχ ή τών έπιταγ-μάτων φύσις, άλλ’ ή τών πολλών ρςιθυμία ποιεΐν εΐωθεν* ώς εί τις μετά προθυμίας αύτά δέχοιτο, κοϋφα καί ρςίστα αύτά δψεται δντα» (Έρμην. είς τόν ρια' Ψαλμόν).
'Ότι οι Χριστιανοί πρέπει νά κάμνουν τό θέλημα τοΰ Κυρίου τό άγαθόν, καί εύάρεστον, καί τέλειον, καί ποιον είναι αυτό.
ς) Διότι όποιος έργάζεται τάς έντολάς καί τό θέλημα τοΰ Κυρίου, δέν φθάνει μόνον νά κάμνη τό κατά προηγού-μενον λόγον, άγαθόν θέλημα τοΰ Θεού, άλλά πρέπει νά κάμνη καί τό εύάρεστον θέλημα τοΰ Κυρίου. Διότι πολλές φορές είναι άγαθόν ένα πράγμα, έάν δμως γίνη έξω άπό τόν πρέποντα καιρόν καί τόπον, δέν εΐναι εύάρεστον είς τόν Θεόν. Καί πάλιν δέν πρέπει νά κάμνη μόνον τό θέλημα τοΰ Κυρίου τό εύάρεστον, άλλά καί τό τέλειον οΐον έπί παραδείγματος κάμνει τινάς έλεημοσύνην, τοΰτο εΐναι θέλημα άγαθόν τοΰ Κυρίου, έάν δέ κάμη τήν έλεημοσύνην αύτήν μόνον διά τόν Θεόν καί όχι διά δόξαν καί έπαινον ή φιλίαν τών άνθρώπων, τότε ή έλεημοσύνη αΰτη εΐναι θέλημα εύάρεστον του Θεοΰ. Έάν δέ κάμνη τήν έλεημοσύνην μέ δλην τήν άγάπην καί προθυμίαν καί πλου-σιότητα, τότε ή έλεημοσύνη έκείνη εΐναι θέλημα τέλειον τοΰ Θεοΰ* έάν δέ έξ έναντίας κάμνη τινάς τήν έλεημοσύνην δι’ άνθρωπαρέσκειαν καί μέ άκρίβειαν καί γογγυσμόν, τότε ή τοιαύτη έλεημοσύνη δέν εΐναι εύάρεστος ούδέ τελεία κοντά εις τόν Θεόν. Διά τοΰτο καί ό Απόστολος παραγγέλλει εις τούς Χριστιανούς νά έργάζωνται τό θέλημα τοΰ Κυρίου τό άγαθόν καί εύάρεστον καί τέλειον «εις τό δοκιμάζειν ύμάς τί τό θέλημα τοΰ Θεοΰ τό άγαθόν καί εύάρεστον καί τέλειον» (Ρωμ. ιβ' 2), δπερ έρμηνεύων δ τε μέγας Βασίλειος (δρα κατ’ έπιτομήν σπς') καί ό Ιερός Θεοφύλακτος, λέγει «Πρώτον ούν σκόπει τό θέλημα τοϋ Θεοΰ, ε’ι άγαθόν* εΐθ’ δταν γνωρίσης, σκόπει εί καί εύάρεστον* πολλά γάρ άγαθά δντα ούκ εύάρεστά είσιν ή παρά τόν καιρόν ή παρά τό πρόσωπον... δταν δέ άγαθόν καί εύάρεστον ή σπούδασον, ΐνα καί τέλειον καί άνελλειπές ή οϋτω γινόμενον ώς άπαιτεΐται καί μή κολοβώς».

Οτι αι έντολές είναι φως

ζ) δέ καί τελευταΐον πρέπει δλοι έσεΐς οί Χριστιανοί νά φυλάτττετε δλας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου μέ άγάπην καί μέ προθυμίαν, διότι αί θεϊκές έντολές καθ’ δ μέν εΐναι άλήθεια καί φως, φωτίζουσι τόν νοϋν μέ τάς άκτΐνας τής θείας γνώσεως' «πάσαι γάρ φησιν αί έντολαί σου άλή-θεια» (Ψαλμ. ριη'), καθ’ δ δέ εΐναι άγαθαί καί σωτηριώ-δεις, έλκουσι τήν καρδίαν είς τήν άγάπην αύτών καί έφε-σιν’ «Αγαθός μοι γάρ φησιν ό νόμος τοϋ στόματός σου» (Ψαλμ. ριη'). "Οθεν καθώς φυσικω τω τρόπφ κάθε ένας άγαπφ τό φώς καί τό άγαθόν’ «γλυκύ γάρ φησιν ό Εκκλησιαστής, τό φώς καί άγαθόν τοΐς όφθαλμοΐς» (Έκκλ. ια' 7)* καί ό Αριστοτέλης εΐπεν’ «άγαθόν έστι, ου πάντα έφίεται» (Ήθικ. Νικομ. κεφ. α'). "Ετσι παρομοίως πρέπει νά άγαπα καί τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ δπου εΐναι τό φώς καί τό άγαθόν. Καί δτι μέν εΐναι φώς αί έντολαί, μαρτυρούν αί ΓραφαΓ 6 μέν γάρ Παροιμιαστής* «δτι λύχνος έντολή νόμου, φησί, καί φώς» (Παρ. ς' 23), ό δέ Δαβίδ «ή έντολή Κυρίου τηλαυγής φωτίζουσα όφθαλμούς» (Ψαλμ. ιη'), καί πάλιν' «λύχνος τοΐς ποσί μου, ό νόμος σου καί φώς ταις τρίβοις μου» (Ψαλ. ριη'). Καί πάλιν' «ή δήλωσις τών λόγων σου, φωτιεΐ καί συνετιει νηπίους» (Αύτόθι), καί ό Ήσαΐας* «διότι φώς τά προστάγματά σου έπί τής γής» (Ήσ. κς' 9). Εντεύθεν καί ό θεολόγος Γρηγόριος έ-παρακινήθη νά είπή' «φώς ήν καί ή τώ πρωτογόνφ δοθεΐ-σα πρωτόγονος έντολή... εί καί τό φθονερόν σκότος έπει-σελθόν τήν κακίαν έδημιούργησε» (Αόγ. είς τό άγιον Βά-πτισμα)* όμοίως καί δ θειος Χρυσόστομος* «καί παντα-χοϋ φώς τόν νόμον καλούμενον κατίδοι τις άν... ού γάρ ούτως αί τοϋ ήλίου άκτΐνες χειραγωγοϋσιν ήμών τούς όφθαλμούς ώς αί τοϋ νόμου έντολαί καταυγάζουσι τά τής ψυχής δμματα* ώσπερ γάρ όφθαλμός έν αύτώ τω φωτίζε-σθαι κερδαίνει, οϋτω καί ψυχή έν αύτφ τώ πείθεσθαι τώνόμω, τά μέγιστα καρποϋται, έκκαθαρίσθησαν καί κακίας άπαλλαττομένη, καί πρός αύτήν άναβάσα τήν άρε-τήν» (Έρμην. εις τόν Ήσα'ϊαν κεφ. β').

Οτι αί έντολές είναι άγαθές καί σωτηριώδεις.

"Οτι δέ αί έντολαί του Κυρίου είναι άγαθαί καί σωτη-ριώδεις, μάρτυς εΐναι αύτός ό Δαβίδ, δστις εις δλον τόν έ-κτεταμένον καί διεξοδικόν Ψαλμόν τόν ριη' (118), ήτοι τό’ «Μακάριοι οί άμωμοι έν όδώ»3' τοϋτο κηρύττει καί διατρανοΐ, άκολούθως δέ καί φανερώνει τήν άγαπητικήν διάθεσιν καί τόν έγκάρδιον έρωτα δπου εΐχεν ή προφητική του ψυχή είς τό νά κάμνη μέ κάθε προθυμίαν τάς ζωοποιούς καί θεϊκάς έντολάς, ποτέ μέν λέγων' «καί ήρα τάς χεΐράς μου πρός τάς έντολάς σου, άς ήγάπησα’ τάς έντολάς σου ήρετισάμην καί διά τοϋτο ήγάπησα τάς έντολάς σου ύπέρ χρυσίον καί τοπάζιον. Καί ώς ήγάπησα τόν Νόμον σου Κύριε, δλην τήν ήμέραν μελέτη μου έστί» καί άλλα πολλά, τόσον δπου άπό τήν πολλήν άγάπην δπου έ-τρεφεν εις τάς έντολάς τοΰ Κυρίου δέν έλάμβανε χορτασμόν ό τρισμακάριστος άνθρωπος έκεινος νά τάς άναφέ-ρη καί εις δλον τόν Ιερόν του ψαλτήρα, κατ’ έξοχης δέ τρόπον εις κάθε στίχον τοϋ άνωτέρου Ψαλμοϋ1 καί δέν έπαυε νά καλή τάς έντολάς άπό τάς διαφόρους ένεργείας των, όνομάζων αύτάς νόμον, μαρτύρια, δδούς, δικαιώματα, κρίματα, λόγια, λόγους, συμβουλίας, θαυμάσια καί άλλα όμοια. "Ιδιον γάρ τής άγάπης εΐναι κατά τόν θεολόγον Γρηγόριον, νά άναφέρη γλυκερώς καί νά μή χορταίνη έως καί αύτά τά ονόματα τών ήγαπημένων της' «φιλοϋσιν οί σφόδρα περί τι έρωτικώς διακείμενοι, ήδέως συνεΐναι καί τοΐς όνόμασι» (Λόγ. είς τό άγιον Βάπτισμα).
3.         Ό Ψαλμός αύτός ονομάζεται “Αμωμος έπειδή, κατά τόν Χρυσόστομον, τούς προσέχοντας καί έρευνώντας ακριβώς τήν τούτου σαφήνειαν, ρυθμίζει πρός τελειότητα τοϋ βίου καί κατά τήν αύτοϋ όνομα-σίαν, άμώμους άποτελεΐ.
Μάρτυς εΐναι πρός τούτοις καί αυτή ή του Χριστοϋ Εκκλησία, ή όποία συνηθίζει καθ’ έκάστην ημέραν νά ά-ναγινώσκη κοινώς τόν ρηθέντα ριη' Ψαλμόν τόν περί τών έντολών καί προσταγμάτων τοϋ Κυρίου διαλαμβάνοντα, καί μέ αύτόν νά ένθυμίζη δλους τούς Χριστιανούς πόσον εΐναι άγαθαί καί σωτηριώδεις αι έντολαί τοϋ Κυρίου, καί διά τής συχνής καί παντοτεινής ένθυμήσεως ταύτης νά παρακινη αύτούς είς τό νά έργάζωνται τάς έντολάς ταύτας. Ό δέ σοφός Σειράχ θέλοντας νά φανερώση τήν γλυ-κύτητα δπου έχουν αί θεΐαι έντολαί, έλεγεν’ «ούδέν κρεΐτ-τον φόβου Κυρίου καί ούδέν γλυκύτερον τοϋ προσέχειν έντολαΐς Κυρίου» (Σειρ. κγ' 27).







Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.