Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Περί τής τηρήσεως όλων τών εντολών του Χριστού - Οσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης - Μέρος B΄




Διατί καί ή Εκκλησία καθ’ έκάστην άναγινώσκει τόν ριη' Ψαλμόν. — "Οτι έν ταΐς έντολαΐς εΐναι κεκρυμμένος ό Χριστός. — 'Ότι κατά τό μέτρον τής έργασίας τών έντολών καί ή χάρις ένεργεΐ. — "Οτι διά τών έντολών φανεροϋται ή κεκρυμμένη χάρις έν τώ άνθρώπω.
Πολλά καί μεγάλα εΐναι τά καλά δπου ήμπορεΐς νά άποκτήσης, άδελφέ μου Χριστιανέ, έάν φυλάττης μέ προθυμίαν καί άγάπην δλας τάς έντολάς του Κυρίου, άπό τά πολλά δμως τά κυριώτερα σου άπαριθμουμεν έδώ. Θέλεις νά εϋρης τόν ποθούμενον Χριστόν καί τόν γλυκύν καί πράγμα καί δνομα Ίησοΰν; έργάζου μέ προθυμίαν τάς έντολάς του καί τό άπολαμβάνεις' διότι δταν έργάζεσαι τάς έντολάς, μέσα εις αύτάς εύρίσκεις καί τόν Χριστόν δπου τάς έπρόσταξεν. Επειδή ό Χριστός είναι κεκρυμμένος μέσα εις τάς έντολάς του, καθώς λέγει ό άββα Μάρκος «ό Κύριος εις τάς ιδίας έγκέκρυπται έντολάς καί τοΐς ζητοϋσιν αύτόν κατά άναλογίαν εύρίσκεται» (Κεφ. Ρν ' περί Νόμου Πνευματικού). Θέλεις νά άποκτήσης ένεργητικώς καί μέ αΐσθησιν νοεράν τήν φωτοφόρον καί ούρανίαν καί άπόρρητον χάριν τοΰ άγίου Πνεύματος τήν όποιαν έλαβες μυστικώς μέσα είς τήν καρδίαν σου δταν έβαπτίσθης; έργάζου τάς έντολάς τοΰ Χριστού μέ προθυμίαν καί βέβαια θέλεις τό άπολαύσει διότι ή χάρις τοΰ άγ. Πνεύματος δπου έχαρίσθη μυστικώς εις κάθε Χριστιανόν, δταν έβαπτίσθη, αύτή ένεργεΐ καί φαίνεται κατά τό μέτρον τής έργασίας τών έντολών τοϋ Κυρίου, ήγουν άν έργασθή ό Χριστιανός τάς έντολάς περισσότερον, περισσότερον καί ή χάρις ένεργεΐ είς αύτόν έάν δέ τάς έργασθή όλιγώτερον, όλιγώτερον καί ή χάρις ένεργεΐ, ώς λέγει ό αύτός άγιος Μάρκος «ή μέν χάρις τοΐς έν Χριστώ βαπτισθεΐσι μυστικώς δεδώρηται ένεργεΐ δέ κατά άναλογίαν τής έργασίας τών έντολών» (Κεφ. ξα' περί τών οίομένων έξ έργων δικαιοϋσθαι). Διότι, καθώς δταν μία σπίθα τής φωτιάς χωσμένη μέσα εις τήν στάκτην, δσον βγάζει τινάς τήν στάκτην τόσον φαίνεται καί ή σπίθα έ-κείνη, καί δσα ξύλα περισσότερα βάλλη τινάς τόσον πε-ρισσοτέραν άνάπτει καί τήν φωτιάν, έτσι καί ή χάρις δπου έδόθη εις κάθε Χριστιανόν διά τοϋ άγίου Βαπτίσμα-τος εΐναι κεκρυμμένη μέσα εις τήν καρδίαν καί χωσμένη άπό τά πάθη καί άμαρτίας’ δσον δέ ό άνθρωπος πράττει τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, τόσον καθαρίζεται άπό τά πάθη καί τόσον άνάπτει είς τήν καρδίαν του τό πϋρ τής θείας χάριτος μέ τό όποιον φωτίζεται, λαμπρύνεται, θεοϋται καί φωνάζει καί αύτός ένθουσιαστικώς έκεΐνα τά λόγια δπου έλεγον ό Λουκάς καί ό Κλεόπας' «ούχί ή καρδία ημών καιομένη ήν έν ήμΐν;» (Λουκ. κδ' 32).


Οτι μάταιοι εισίν, οι χωρίς τών έντολών άποκαλύψεις ζητοϋντες καί θεωρίας.

Μεματαιωμένοι λοιπόν μεματαιωμένοι εΐναι δλοι έκεινοι, οί όποιοι άγαποϋν καί ζητοϋν νά ήξεύρουν τά άπό-κρυφα μυστήρια τοϋ Θεοϋ, καί τάς προγνώσεις τών μελλόντων καί άποκαλύψεις, προτού νά έργασθοϋν τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, τούς όποιους περιγελώντας καί ό Θεός λέγει' «έμέ ή μέραν έξ ή μέρας ζητοϋσι, καί γνώναί μου τάς όδούς έπιθυμούσιν, ώς λαός δικαιοσύνην πεποιηκώς, καί κρίσιν Θεοϋ αύτοϋ μή έγκαταλελοιπώς» (Έσ. νη' 2). Ανόητοι λοιπόν εΐναι δσοι πρό τής ταπεινής πράξεως τών έντολών, άγαποϋν τάς ύψηλάς τοϋ Θεοϋ θεωρίας καί ζητοϋν τήν θεωρίαν έν ού καιρφ θεωρίας, ώς λέγει ό άγιος Ισαάκ, τούς όποιους κατηγορών ό θεοφόρος Μάξιμος λέγει" «δτι αύτοί θέλοντες τήν θεωρίαν χωρίς τής πράξεως άποκτοϋν μίαν γνώσιν ψιλήν καί μίαν άνυπόστατον φαντασίαν». Επειδή ό Θεός καί ή τοϋ Θεοϋ θεωρία καί ά-ληθινή γνώσις μέσα είς τήν έργασίαν τών έντολών εύρίσκεται, έξω δέ άπό τάς έντολάς τινάς εύρισκόμενος, δσα καί άν θεωρήση είδωλα μόνον καί άναπλάσματα τής φαντασίας όρφ, καί ούχί άλήθειαν' ή χάρις γάρ δίδοται διά τάς έντολάς, διά τής χάριτος δέ ένεργειται ή άληθής θεωρία. Καί άφρονέστατοι είναι δλοι έκεινοι δσοι πρό τής έργασίας τών έντολών έπιθυμοΰν τάς ένεργείας καί τά χαρίσματα τοϋ άγίου Πνεύματος· διότι πρώτον πρέπει νά έρ-γασθοϋν τάς ζωοποιούς έντολάς καί νά πολεμήσουν καί νά νικήσουν τά πάθη, καί ύστερον νά λάβουν ώς στέφανον τά πνευματικά χαρίσματα" πρώτον πρέπει νά δουλεύ-σουν είς τόν μυστικόν άμπελώνα τών έντολών, καί έπειτα νά λάβουν ώς πληρωμήν τήν έλευθερίαν. Αύτοί δέ ζητοΰν-τες πρό τής δουλεύσεως τήν έλευθερίαν, όμοιάζουν μέ τούς έξαγορασμένους σκλάβους, οί δποΐοι όμοΰ μέ τήν έ-ξαγοράν δπου τούς κάμνει ό αύθέντης των ζητούν καί τό έλευθεροχάρτι τους, καθώς προσφυώς περί αύτών έλεγεν ό διακριτικώτατος άγιος Μάρκος «Ό πρό τής έργασίας τών έντολών, τής ένεργείας τοΰ Πνεύματος έπιζητών, δ-μοιός έστι δούλω άργυρωνήτφ, δς άμα τω άγορασθήναι, σύν ταΐς ώναϊς καί τήν έλευθερίαν γραφή ναι ζητεί» (Κεφ. ξδ' περί τών οίομέν. έξ έργων)

Οτι διά τών έντολών άποκτώνται αί άρεταί.

Θέλεις καί άγαπας Χριστιανέ νά άποκτήσης ταπεί-νωσιν, ύπομονήν, πραότητα, ειρήνην, χαράν, μακροθυ-μίαν, άνεξικακίαν, άγάπην καί δλον τόν έπίλοιπον χορόν τών άρετών, αΐ όποϊαι είναι πλούτος άσυλος καί θησαυρός άδαπάνητος τής ψυχής; έργάζου τάς έντολάς τοΰ Κυρίου καί θέλεις τό άπολαύσει, διότι διά μέσου τών έντολών άποκτώνται δλαι αί άνω είρημέναι άρεταί, καθώς εΐπεν ό άγιος Ίσαάκ’ «ή έργασία τής άρετής, ή φυλακή τών έντολών έστι τού Κυρίου» (Λόγ. λζ' σελ. 236). Καί αι μέν έντολαί εΐναι ώσάν δργανα, αί δέ άρεταί εΐναι ώσάν τά ύ-πό τών οργάνων κατασκευαζόμενα. *Έτσι λόγου χάριν διά μέσου τής έντολής δπου έδωκεν ό Χριστός νά μή άν-τιστεκώμεθα είς τόν κακόν άνθρωπον, άποκτα τινάς τήν άρετήν τής μακροθυμίας. Διά τής έντολής δπου έδωκε νά γυρίζωμεν καί τό άλλο μάγουλον νά μας κτυποϋν, άπο-κτοϋμεν τήν ύπομονήν. Διά τής έντολής όπου έδωκε νά μή πηγαίνωμεν είς κρίσιν, άποκτοϋμεν τήν πραότητα. Διά τής έντολής δπου έδωκε νά εύλογοϋμεν έκείνους δπου μάς καταρώνται, άποκτοϋμεν τήν άγάπην καί φιλα-δελφίαν. Διά τής έντολής δπου μάς έδωκε νά μετανοοϋ-μεν πάντοτε, άποκτοϋμεν τήν μετάνοιαν καί διά τής με-τανοίας άποκτοϋμεν τήν τής ψυχής καθαρότητα, ώς εΐπεν ό άγιος Θαλάσσιος* «τήρησις έντολών, τίκτει μετάνοιαν, ή δέ τής μετανοίας τήρησις, ψυχής ποιεί κάθαρ-σιν» (Κεφ. οζ' τής β' έκατοντάδος). Όμοίως καί διά τών άλλων έντολών άποκτοϋνται αί άλλαι άρεταί, καί έτσι διά τής τηρήσεως τών έντολών φθάνει ό άνθρωπος εις τήν τελείαν άπάθειαν καί θείαν γνώσιν, ώς εΐπεν ό αυτός Θαλάσσιος «Τήρησις έντολών Θεοϋ τίκτει άπάθειαν* άπά-θεια δέ ψυχής συντηρεί γνώσιν» (Αύτόθι κεφ. ιη'). Καί καθώς άπό τήν συνήθειαν δπου λάβη τινάς είς κάθε τέχνην καί έργασίαν γίνεται έξις, έτσι καί άπό τήν συνήθειαν δπου λάβη τινάς είς τήν έργασίαν τών έντολών, άποκτα τήν έξιν τών άρετών* ώστε αί μέν έντολαί παρομοιάζουν μέ τήν συνήθειαν, αί δέ άρεταί παρομοιάζουν μέ τήν έξιν. Διά τοϋτο εΐπεν ό θειος Μάρκος «άλλο πράξις έντολής καί άλλο άρετή, κάν έξ άλλήλων τάς τών άγαθών άφορμάς λαμβάνωσι» (Κεφ. ργ' περί νόμου πνευματικού).

'Ότι διά τών έντολών άποκτώνται τά πρόσκαιρα αγαθά.

Τί άλλο; Θέλεις, άγαπητέ, νά άποκτήσης καί τά πρόσκαιρα άγαθά τής παρούσης ζωής καί νά γίνης ευτυχής καί εύδαίμων; έργάζου μέ προθυμίαν καί άγάπην τάς έντολάς τοϋ Κυρίου καί έχεις νά τό άποκτήσης. "Ετσι τό υπόσχεται ό Θεός διά τοϋ Μωϋσέως, νά δώση δλας τάς ευλογίας του εις έκεΐνον δπου φυλάττει τάς έντολάς του. «Καί έσται έάν άκοή άκούσης τής φωνής Κυρίου τοϋ Θεοϋ σου φυλάσσειν καί ποιεΐν πάσας τάς έντολάς ταύτας, άς έγώ έντέλλομαί σοι σήμερον... καί ήξουσιν έπί σέ πα-σαι αί εύλογίαι αύται καί εύρίσκουσί σε» (Δευτ. κη' 1). Ποιες δέ εΐναι αί εύλογίες αύτές; άνάγνωθι δλον αύτό τό κεφάλαιον τοϋ Δευτερονομίου καί θέλεις τάς μάθει. "Ετσι ύπόσχεται διά τοϋ Ήσαΐου λέγων' «έάν θέλητε καί είσα-κούσητέ μου, τά άγαθά τής γης φάγεσθε' έάν δέ μή θέλητε μηδέ είσακούσητέ μου, μάχαιρα ύμας κατέδεται» (Ήσ. α' 19). "Ετσι καί διά τοϋ προφήτου Δαβίδ ύπόσχεται ό Θεός νά εύτυχήση τόν άνθρωπον έκεΐνον δπου τόν φοβείται καί φυλάττει τάς έντολάς του. 'Υπόσχεται νά κάμη τό σπέρμα του δυνατόν είς τόν κόσμον, νά δώση πλούτον καί δόξαν είς τόν οΐκόν του καί νά κάμη αιώνιον τό μνημόσυνόν του» (Ψαλμ. ρια').
Καί άλλαχοϋ μακαρίζει τό Πνεύμα τό άγιον έκείνους δπου περιπατούν εις τήν στράταν τών έντολών του, καί λέγει δτι ή γυνή των θέλει εΐναι μέσα είς τόν οΐκόν των ώσάν εύτυχισμένον άμπέλι, τά δέ παιδία των ώσάν τά νέα έλαιόδενδρα θέλουν στέκει τριγύρω είς τήν τράπεζάν τους* θέλει τούς εύλογήσει ό Θεός άπό τήν Σιών καί έχουν νά άπολαύσουν τά άγαθά τής Ιερουσαλήμ είς δλην τους τήν ζωήν, καί θέλουν φθάσει νά ίδοϋν υιούς τών υιών τους καί άλλα καλά (Ψαλμ. ρκζ').

'Ότι διά τών έντολών φθάνει τινάς είς τήν τελείαν άγάπην τοϋ Θεοϋ. — 'Ότι ό τάς έντολάς εργαζόμενος, Ανώτερος έστι τών ποιούντων θαύματα.
'Ότι ο φυλάττων τάς έντολάς άνώτερος Μαρτύρων έστίν.

Αγαπάς, άδελφέ, νά άποκτήσης τήν εις Θεόν άγάπην, ή όποία εΐναι ή τελειότης δλων τών άρετών καί νά γί-νης ναός τοΰ Πατρός καί τοϋ Υιού καί τοΰ άγίου Πνεύματος, τής ύπερουσίου καί άδιαιρέτου Τριάδος; έργάζου μέ
κάθε προθυμίαν καί άγάπην τάς έντολάς τοϋ Κυρίου καί θέλεις τό άπολαύσει' διότι έτσι ύπεσχέθη ό Κύριος νά έλ-θη δμοΰ μέ τόν Πατέρα του νά κατοικήση μέσα εις έκεΐνον δπου φυλάττει τάς έντολάς του καί νά κάμη τήν καρδίαν του ναόν καί μονήν ίδικήν του’ «Έάν τις άγαπα με, τόν λόγον μου τηρήσει καί ό Πατήρ μου άγαπήσει αύτόν καί πρός αύτόν έλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αύτω ποιήσω-μεν» (Ίωάν. ιδ' 23). Διά τοϋτο προσφυέστατα είπε καί δ άγιος Μάξιμος’ «δ μέν τοϋ Θεοϋ καί Πατρός λόγος, έκά-στη μυστικώς ένυπάρχει τών οικείων έντολών δ δέ Θεός καί Πατήρ δλος έστιν άχώριστος έν δλφ τώ οίκείω λόγω φυσικώς' δ τοίνυν δεχόμενος τήν θείαν έντολήν καί φυλάσσουν αύτήν, τόν έν αύτή τοϋ Θεοϋ δέχεται λόγον, δν διά τών έντολών δεξάμενος δι’ αύτοϋ καί τόν έν αύτω φυ-σικώς δντα έδέξατο. Αμήν γάρ, φησι, λέγω ύμΐν, ό λαμ-βάνων έάν τινα πέμψω, έμέ λαμβάνεΓ ό δέ έμέ λαμβάνων, λαμβάνει τόν πέμψαντά με' ό γοϋν έντολήν δεξάμενος καί ποιήσας αύτήν λαβών έχει μυστικώς τήν άγίαν Τριάδα». Άγαπφς νά γίνης άνώτερος άπό έκεΐνον δπου κά-μνει θαύματα καί μεγαλύτερος άπό έκεΐνον δπου βγάζει δαιμόνια καί προφητεύει; έργάζου τάς έντολάς τού Χριστού μέ προθυμίαν καί τό άπολαμβάνεις* διότι πολλοί μέν έκαμαν θαύματα καί σημεία καί έβγαλαν δαιμόνια καί έ-προφήτευσαν, έπειδή δμως δέν έφύλαξαν τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, έξέπεσον άπό τήν Βασιλείαν τών ούρανών καί έκολάσθησαν’ οί δέ τάς έντολάς φυλάττοντες σώζονται καί άνώτεροι κατά τοϋτο είναι άπό έκείνους.
Ποιος μάς τό βέβαιοί; πρώτον αύτός ό Κύριος είπών' «Πολλοί έρούσι μοι έν έκείνη τή ήμέρςι, Κύριε Κύριε, ού τω σώ όνόματι προεφητεύσαμεν; καί τώ σώ όνόματι δαιμόνια έξεβάλομεν; καί τώ σώ όνόματι δυνάμεις πολλάς έποιήσαμεν; Καί τότε όμολογήσω αύτοΐς, δτι ούδέ ποτε έ-γνων ύμάς. Αποχωρείτε άπ’ έμοϋ οί έργαζόμενοι τήν άνομίαν» (Ματθ. ζ' 22).
Δεύτερον 6 μακάριος Παύλος βοών' «έάν έχω προφητείαν καί ιδώ τά μυστήρια πάντα καί πασαν τήν γνώ-σιν, καί έάν έχω πασαν τήν πίστιν, ώστε δρη μεθιστάναι, άγάπην δε μή έχω, ούδέν ειμί» (Α' Κορ. ιγ' 2). Καί τρίτον ό χρυσούς τήν γλώτταν καί τήν ψυχήν Ιωάννης λέγων, δτι ό Χριστός δεν έδωκε σημάδι των μαθητών του τά θαύματα δπου έμελλον νά κάμνουν, άλλά τήν έντολήν τής άγάπης, ειπών εις αύτούς' «έν τούτω γνώσονται πάντες δτι έ-μοί μαθηταί έστε, έάν άγάπην έχητε έν άλλήλοις» (Ίωάν. ιγ' 35). Διότι ή έντολή τής άγάπης όμοίως καί οί άλλες έν-τολές, αύτές εΐναι δπου σημαδεύουν τούς άληθινούς μα-θητάς τοϋ Χρίστου καί τούς άγιους άνθρώπους καί τούς σώζουν καί δχι τά θαύματα «Καί άφείς ειπεΐν τά θαύματα δ έμελλον ποιεΐν, άπό τής άγάπης αύτούς χαρακτηρίζει" τί δήποτε; δτι τούτο μάλιστα έστί τό δεικνύον άνθρώπους άγίους' πάσης γάρ έστιν άρετής ύπόθεσις διά τούτο μάλιστα σωζόμεθα πάντες’ τί ούν; ού πολλω τά θαύματα δεί-κνυσι τοϋτο; ούδαμώς' καί μήν τούτο (ήγουν τά θαύματα) τήν οικουμένην έπηγάγετο, έπειδή έκεΐνο (ήτοι ή άγάπη) προήν' ειδέ μή ήν έκεΐνο, ούδέ τούτο παρέμενε» (Όμιλ. οβ' εις τό κατά Ίωάννην).
Νά είπώ άκόμη καί μεγαλύτερον; θέλεις, άδελφέ, νά γίνης άνώτερος καί άπό τούς Μάρτυρας; Φύλαττε τάς έν-τολάς τού Χριστού καί μάλιστα τήν έντολήν τής άγάπης καί έχεις νά τό έπιτύχης' διότι αί έντολές τοϋ Κυρίου καί μάλιστα ή περί τής άγάπης, καί χωρίς μαρτύριον συσταίνουν καί τέλειον ποιούν μαθητήν τού Χριστού, τόν Χριστιανόν τό δέ μαρτύριον μόνον χωρίς τήν άγάπην καί τάς άλλας έντολάς, τούτο νά κατορθώση δέν δύναται. Καί μαρτυρεί ό Παύλος άπό τό ένα μέρος λέγων' «έάν παραδώ τό σώμά μου ΐνα καυθήσωμαι, άγάπην δέ μή έχω, ούδέν ώφελούμαι» (Κορ. ιγ' 3). Καί ό χρυσούς ρήτωρ τής Εκκλησίας άπό τό άλλο ειπών «άγάπης ούδέν, ούτε μείζων, ούτε ίσον έστίν ούδέ αύτό τό μαρτύριον, δ πάντων έστί κεφάλαιον τών άγαθών. Καί πώς; άκουσον’ άγάπη μέν καί χωρίς μαρτυρίου ποιεί μαθητήν τοϋ Χριστοϋ. Μαρτύριον δέ χωρίς άγάπης ούκ άν ισχύσειε τοϋτο έργάζεσθαι» (Λόγ. εις τόν μάρτυρα Ρωμανόν).

Οτι ή φύλαξις τών έντολών συνείδησιν άκαταίσχυντον προξενεί.

Θέλεις, άγαπητέ, νά άποκτήσης συνείδησιν άκαταίσχυντον δπου νά μή σέ κατηγορη καί νά σέ έλέγχη εις κανένα πράγμα έν τη ήμέρςι τής κρίσεως; φύλαττε μέ έπιμέ-λειαν δλας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου καί θέλεις τό άξιωθή. Ποιος περί τούτου μάς πληροφορεί; ό προφήτης Δαβίδ ό όποιος έλεγε' «τότε ού μή αίσχυνθώ έν τφ μέ έπιβλέπειν έπί πάσας τάς έντολάς σου» (Ψαλμ. ριη')1 έάν δέ άποκτήσης διά τών έντολών τοιαύτην συνείδησιν άκατηγόρητον, ήξευρε δτι έχεις νά λάβης μεγάλην παρρησίαν πρός τόν Θεόν, καθώς τό μαρτυρεί ό ήγαπημένος μαθητής λέγων' «έάν ή καρδία ήμών μή καταγινώσκη ήμών, παρρησίαν έ-χομεν πρός τόν Θεόν» (Ίωάν. γ' 2).

Οτι διά τών έντολών Αποκτάται ή Βασιλεία τών ούρανών. - Διατί ή Βασιλεία τών ουρανών ονομάζεται μισθός καί άνταμοιβή.

Μέ ένα λόγον, θέλεις Χριστιανέ νά άπολαύσης τήν Βασιλείαν τών ούρανών; τήν ζωήν τήν αιώνιον; καί τά άγαθά έκεΐνα ά όφθαλμός ούκ ε\δε καί ούς ούκ ήκουσε καί έπί καρδίαν άνθρώπου ούκ άνέβη; φύλαξον μέ προθυμίαν καί άγάπην δλας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου καί θέλεις τό ά-πολαύσει. "Ετσι σέ βεβαιώνει τό άψευδέστατον στόμα τοϋ Κυρίου τοϋ προστάξαντος τάς έντολάς λέγων, δτι δέν έμβαίνουν είς τήν Βασιλείαν τοϋ Θεοϋ έκεινοι οί Χριστιανοί δπου φωνάζουν μόνον καί λέγουν, Κύριε, Κύριε, άλλά έκεινοι δπου κάμνουν τάς έντολάς καί τό θέλημα τοϋ Θε-οϋ' «ού πας ό λέγων μοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται εις τήνΒασιλείαν τών ούρανών, άλλ’ 6 ποιών τό θέλημα τοΰ Πατρός μου τοϋ έν ούρανοΐς» (Ματθ. ζ' 1). Τοϋτο τό ίδιον ή-θέλησε νά φανερώση ό Κύριος καί μέ τόν λόγον δπου ειπεν εις τόν νέον έκεΐνον- «εί θέλεις είσελθεΐν είς τήν ζωήν, τήρησον τάς έντολάς» (Ματθ. ιθ' 17). Διά τοΰτο καί ή Βασιλεία τών ούρανών όνομάζεται άπό τάς θείας Γραφάς άνταμοιβή καί πληρωμή καί μισθός, διδόμενος διά τόν κόπον καί τήν έργασίαν τών έντολών" «έκλινα γάρ, φησι, τήν καρδίαν μου, τοΰ ποιήσαι τά δικαιώματά σου είς τόν αιώνα δι’ άντάμειψιν» (Ψαλ. ριη')’ καί «κάλεσον τούς έργάτας καί άποδος αύτοΐς τόν μισθόν» (Ματθ. κ' 8).
Λοιπόν, έάν θέλης, άδελφέ, νά έργάζεσαι μέ άγαπη-τικήν διάθεσιν καί έπιθυμίαν τάς έντολάς τοΰ Κυρίου καί νά νικήσης δλας τάς δυσκολίας, ένθυμοϋ πάντοτε αύτά δλα τά καλά δπου έχεις νά λάβης καί μάλιστα άς είσαι πληροφορημένος, δτι βεβαιότατα μέλλεις νά λάβης είς ά-μοιβήν τοΰ κόπου σου τάς έπαγγελίας τών μελλόντων καί αιωνίων άγαθών. Έτσι γάρ καί ό μέγας Βασίλειος παρακινεί νά κάμνουν δσοι θέλουν νά άνάψουν είς τήν καρδίαν τους τήν έργασίαν τών θείων έντολών, έρωτηθείς γάρ ού-τος «πώς δυνηθή τις ένδιαθέτως καί μετά έπιθυμίας ποιεΐν τάς έντολάς τοΰ Κυρίου; άποκρίνεται' «έάν πληρο-φορηθη δτι ή έντολή τοΰ Θεοΰ ζωή αιώνιός έστι καί πάντα τά έπηγγελμένα τοΐς φυλάσσουσιν αύτήν άληθή, κατορ-θοΰται αύτω ή διάθεσις τοΰ είπόντος* τά κρίματα Κυρίου άληθινά, δεδικαιωμένα έπί τό αύτό, έπιθυμητά ύπέρ χρυ-σίον καί λίθον τίμιον πολύν καί γλυκύτερα ύπέρ μέλι καί κηρίον" καί γάρ ό δοΰλός σου φυλάσσει αύτά καί έν τώ φυλάσσειν αύτά άνταπόδοσις πολλή» ("Ορα κατ’ Επιτομήν ροδ').

'Ότι ή βασιλεία των ούρανών ού δίδοται ώς χρεωστουμένη πληρωμή διά τόν κόπον των έντολών, άλλ’ ώς φιλοτιμία τοϋ Κυρίου.

"Οτι οί νομίζοντες πώς πιστεύουν όρθώς χωρίς τής έργασίας των έντολών, σφάλλουν.
Πλήν ήξευρε, άγαπητέ, δτι άγκαλά καί ό Κύριος άπό μέρος ίδικοϋ του δίδει ώς μισθόν καί πληρωμήν τής έργα-σίας των έντολών τήν ούράνιον βασιλείαν του, συγκατα-βαίνοντας εις τήν άσθένειαν ήμών των δούλων του, διά νά μάς παρακίνηση περισσότερον νά έργαζώμεθα τάς έντο-λάς του καί νά νομίζωμεν ώς άπόκτημα του κόπου μας τήν βασιλείαν του’ δμως έσύ, άδελφέ μου Χριστιανέ, φυ-λάττου καί πρόσεχε νά μή φρονης ποτέ καί νά πιστεύης πώς ή βασιλεία των ούρανών σοΰ δίδοται ώς χρεωστουμέ-νη πληρωμή παρά τοϋ Κυρίου, διά τόν κόπον δπου έκαμες είς τάς έντολάς του. "Οχι" μακράν άς είναι τοϋτο τό φρόνημα άπό λόγου σου, διότι ποίαν πληρωμήν χρεωστει ένας αύθέντης νά δώση εις τόν έξαγορασμένον του δοϋ-λον; Ό δούλος καθ’ δ δοϋλος, έχει χρέος άπαραίτητον νά δουλεύη πάντοτε τόν αύθέντην του, χωρίς νά έλπίζη νά λάβη πληρωμήν* διότι άν δέν τόν δουλεύη παιδεύεται καί μαστιγοϋται. Έάν δμως ό αύθέντης του θελήση νά τοϋ δώση κανένα άξίωμα εις πληρωμήν τής δουλεύσεώς του, ό δούλος χρεωστει νά νομίζη τό άξίωμα έκεΐνο, δχι ώς πληρωμήν, άλλά ώς μίαν φιλοτιμίαν καί χάριν καί δωρεάν, τήν όποιαν ό αύθέντης του ήθέλησεν, ώς μεγαλοπρεπής καί μεγαλόδωρος, νά κάμη εις αύτόν άπό καλοκαγα-θίαν του μόνην καί δχι άπό κανένα χρέος του. Διά τοϋτο παρομοίως σφάλλουν, τόσον έκεΐνοι οί Χριστιανοί, δπου νομίζουν πώς πιστεύουν όρθά χωρίς νά έργάζωνται τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, δσον καί έκεΐνοι, δπου έργάζονται μέν τάς έντολάς, έλπίζουν δέ πώς διά τόν κόπον τους, έχουν νά λάβουν τήν βασιλείαν των ούρανών ώς πληρώμήν. Διότι καί οί δύο αύτοί εΐναι λανθασμένοι" έπειδή, ούτε έκεινοι δπου δέν δουλεύουν όρθώς τόν αύθέντην τους, εΐναι δίκαιον νά λάβουν έλευθερίαν καμμίαν φοράν, ούτε πάλιν έκεινοι δπου τόν δουλεύουν έχουν δίκαιον νά λάβουν μισθόν χρεωστικόν άπό τόν αύθέντην τους, καθώς εΐπεν ό τής διακρίσεως λύχνος άγιος Μάρκος* «τινές μή ποιοϋντες τάς έντολάς πιστεύειν όρθώς νομίζουσΓ τινές δέ ποιοϋντες, ώς μισθόν όφειλόμενον τήν βασιλείαν έκδέ-χονται' άμφότεροι δέ τής άληθείας άπεσφάλησαν" έπειδή, παρά Δεσπότου μισθός, δούλοις ούκ έχρεώστηται" ούδ’ αύ πάλιν οί μή δουλοϋντες όρθώς έλευθερίας τυγχάνουσι» (κεφ. ιη' καί ιθ' περί τών οΐομένων έξ έργων δικαιοϋσθαι).
"Ωστε διά νά συμπεράνωμεν τό παν, ή βασιλεία τών ούρανών δέν δίδεται ώς μισθός, χρεωστούμενος είς τήν δούλευσιν τών θείων έντολών, άλλά δίδεται ώς χάρις καί δωρεά τοϋ Δεσπότου Χριστοϋ, εις τούς πιστούς του δούλους, κατά τόν αύτόν άγιον Μάρκον" «διά τοϋτο ούκ έστι μισθός έργων ή βασιλεία τών ούρανών, άλλά χάρις Δεσπότου πιστοΐς δούλοις ήτοιμασμένη» (κεφ. β' Αύτόθι). "Οθεν άκολούθως καί οί Χριστιανοί, δπου δουλεύουν εις τάς έντολάς τοϋ Κυρίου δέν πρέπει νά ζητοϋν χρεωστικώς ώς μισθόν τήν τών ούρανών βασιλείαν, άλλά νά προσμένουν αύτήν ώς χάριν καί δωρεάν τοϋ ίδικοϋ των Δεσπότου.
“Εγινε, λοιπόν, φανερόν άπό δσα είπομεν έως τώρα, τόσον είς τό α' μέρος δσον καί είς τό β' τοϋτο, δτι δλοι οί Χριστιανοί χρεωστοΰν νά φυλάττουν μέ δλην τήν προθυμίαν καί άγάπην δλας, δλας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, άν θέλουν νά άξιωθοϋν τών καλών δπου προείπομεν, καί τε-λευταΐον νά άξιωθοϋν τής βασιλείας τών ούρανών. Διότι άν μίαν μόνην έντολήν καταφρονητικώς δέν φυλάξουν, ύ-στεροϋνται τής ούρανίου Βασιλείας. Τί λέγω; δχι μόνον έάν μίαν μοναχήν έντολήν παραβοϋν οί Χριστιανοί έκπί-πτουν άπό τήν τών ούρανών βασιλείαν, άλλά καί άν την μίαν έκείνην κάμνουν, δέν τήν κάμνουν δμως μέ δλην τήν πρέπουσαν προθυμίαν καί δύναμιν, πάλιν καί έτσι ύστε-ροϋνται τής βασιλείας έκείνης. Φοβερός σου φαίνεται ό λόγος αύτός άδελφέ; καθώς καί τή άληθείςι είναι φοβερός καί τρομερός, άλλ’ δσον είναι φοβερός, άλλο τόσον είναι καί άληθινός καί άκουσον πώς τό βεβαιοϋν 6 Κύριος άπό τό ένα μέρος καί ό θειος Χρυσόστομος άπό τό άλλο, λέ-γων’ «έγώ δέ τι καί τούτων πλέον είπεΐν έχω πάλιν' ού γάρ δή μόνον έν τι αύτών (των προσταγμάτων δηλ.) παροφθέν άποκλείει τόν ούρανόν ήμΐν, άλλά κάν γένηται μέν, μή μετά τής προσηκούσης δέ άκριβείας καί ύπερβολής, τό αύτό τοϋτο πάλιν ποιεί. Έάν γάρ μή περισσεύση ή δικαιοσύνη ήμών πλεΐον των Γραμματέων καί Φαρισσαίων, ούκ εισελεύσεσθε είς τήν βασιλείαν των ούρανών (Ματθ. ε' 20), ώστε κφν έλεημοσύνην δως, μή πλείονα δέ έκείνων, ούκ εισελεύση» (Όμιλ. ξδ' εις τό κατά Ματθαίον).

Οτι μέχρι θανάτου πρέπει νά ύπακοόη τινάς εις τάς έντολάς τοϋ Κυρίου.

Έάν δέ έρωτας, άδελφέ, έως πόσην δύναμιν χρειάζεται νά βάλλη τινάς διά νά φυλάξη τάς έντολάς τού Χριστού, καί έως είς ποιον δρον φθάνει ή ύπακοή είς τάς θεϊ-κάς προσταγάς; σοϋ άποκρίνομαι, δτι έως εις τόν θάνατον* ήγουν διά τήν φύλαξιν τών έντολών τοϋ Χρίστου χρε-ωστεΐ κάθε Χριστιανός, άν τό καλέση ή χρεία καί δ καιρός, νά μαρτυρή καί νά άποθνήσκη, καί αύτόν τόν θάνατον νά τόν νομίζη γλυκύτατον καί πρόξενον τής άληθινής καί αιωνίου ζωής. Έτσι δ Δεσπότης μας Χριστός διά νά ύπακούση εις τό θέλημα τοϋ ούρανίου Πατρός έκαταδέ-χθη νά λάβη θάνατον, καί θάνατον άτιμον καί σταυρικόν, καθώς λέγει δ Παύλος* «έταπείνωσεν έαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυρού» (Φιλ. β' 8). Έτσι καί ο άγιος Συμεών δ νέος θεολόγος λέγει, δτι αύτή είναι ή άληθινή πίστις, τό νά είναι έτοιμος δ Χριστιανός νά Αποθάνη διά τόν Χριστόν καί διά τάς έντολάς του Χρίστου «πίστις έστί τό διά Χριστόν ύπέρ τής αύτοϋ έντολής άποθανεΐν καί τόν θάνατον τοϋτον ζωής πρόξενον εΐναι πιστεύειν» (Κεφ. α' τών θεολογικών καί πρακτικών). “Ετσι ό άγιος Θαλάσσιος εΐπεν" «ύπέρ τών έντολών τοϋ Χριστού μέχρι θανάτου άγώνισαι, δτι δι’ αύτών καθαρθείς, είς τήν ζωήν Απελεύση» (Κεφ. π' τής β' Έκατοντάδος). Αύτό τό ΐδιον λέγει καί ό μέγας Βασίλειος ("Ορα κατ’ έπι-τομ. σς') καί άλλα πολλά μέρη τών Ασκητικών του, Αποδείχνοντας δτι ή ύπακοή είς τάς έντολάς τοϋ Κυρίου μέχρι θανάτου έχει τόν δρον της. Τοϋτο λέγει καί ό άγιος Τσαάκ, όνομάζων Μάρτυρας τούς διά τάς έντολάς τοϋ Κυρίου άποθνήσκοντας' «ού μόνον οι διά τήν είς Χριστόν πίστιν δεξάμενοι θάνατον, Μάρτυρές είσιν, άλλά καί οί διά τήν τών έντολών αύτοϋ τήρησιν άποθνήσκοντες» (Λόγ. μδ').

Οτι οί Χριστιανοί έδωκαν ϋπόσχεσιν έν τώ Βαπτίσματι νά δουλεύουν είς τάς έντολάς τοϋ Κυρίου.

Διά τοϋτο λοιπόν, Αδελφοί μου Χριστιανοί, Αδελφοί μου παμπόθητοι, τριπλασιάζω τήν φωνήν, Αδελφοί μου ή-γαπημένοι, έπιμεληθήτε όλοι, μικροί καί μεγάλοι καί Ιερωμένοι καί λαϊκοί, νά φυλάττετε δλας τάς ζωοποιούς, δλας τάς θεοποιούς, δλας τάς σωτηριώδεις έντολάς τοϋ Κυρίου μας Ίησοϋ Χριστοϋ" σπουδάσατε νά δουλεύετε ώς πιστοί έργάται μέ δλην σας τήν προθυμίαν καί τήν Αγάπην είς τόν μυστικόν Αμπελώνα τών Δεσποτικών έντολών (αύται γάρ εΐναι ό νοητός Αμπελών δπου λέγει ό Κύριος είς τό κατά Ματθαίον Εύαγγέλιον). Μή Αμελήσετε μηδέ Αποκάμνετε Από τό βάρος καί κόπον, ούδέ άπό τόν καύσωνα τής ημέρας" ΐνα δταν έλθη ή έσπέρα, ήγουν ό θάνατος καί τό τέλος τής παρούσης ζωής σας λάβετε είς πληρωμήν τοϋ κόπου σας, τήν αιώνιον βασιλείαν.
Στοχασθήτε πώς έσεις μόνοι σας έδώκατε συμφωνίαν καί Οπόσχεσιν εις τόν τοιοϋτον άμπελώνα των έντολών του. Καί πότε έδώκατε τήν συμφωνίαν αύτήν καί ύ-πόσχεσιν; δταν έβαπτίσθητε. Διότι ό λόγος έκεΐνος, δπου έσεΐς τότε ειπετε, ήγουν τό, «άποτάσσομαί σοι σατανα καί πάσι τοις έργοις, καί συντάσσομαί σοι Χριστέ», ό λόγος, λέγω, αυτός, είναι μία συμφωνία καί ύπόσχεσις, δπου έδώκατε εις τόν Χριστόν διά νά δουλεύετε εις τόν άμπελώνα του, καθώς λέγει ό Χρυσορρήμων* «αϋτη ή φωνή, συνθήκη πρός τόν Δεσπότην έστίν» (Άνδριαν. κα'). Καί καθώς έκεΐνοι οι αύθένται, δπου θέλουν νά άγοράσουν δούλους, τούς έρωτουν πρώτον άν θέλουν νά τούς δουλεύουν καί δταν λάβουν τήν γνώμην τους, τότε τούς άγο-ράζουν, έτσι καί ό Δεσπότης Χριστός έρώτησεν δλους έ-σάς τούς Χριστιανούς άν θέλετε νά δουλεύετε εις τάς έντολάς του, καί άφοϋ τοϋ έδώκετε ύπόσχεσιν, τότε σας έ-ξηγόρασε διά τοϋ θανάτου του καί διά τοϋ ε’ις τόν θάνατόν του γενομένου άγίου Βαπτίσματος, καθώς λέγει ό αύ-τός Χρυσορρήμων* «καί καθάπερ ήμεϊς οικέτας άγορά-ζοντες, αύτούς τούς πωλουμένους πρότερον έρωτώμεν, ε! βούλονται ήμΐν δουλεϋσαι, οϋτω καί δ Χριστός ποιεΐ’ έ-πειδή μέλλει σε εις δουλείαν λαμβάνειν, πρότερον έρωτφ εί βούλει τόν τύραννον έκεΐνον άφεΐναι τόν ώμόν καί άπη-νη, καί συνθήκας δέχεται παρά σοϋ’ ού γάρ κατηναγκασμένη ή δεσποτεία αύτοϋ έστίν» (Άνδριάν. κα').

Οτι οί Χριστιανοί πρέπει νά καυχώνται πώς δουλεύουν τόν Χριστόν.

Καί λοιπόν έπειδή καί μίαν φοράν έκαλέσθητε εις τό νά δουλεύετε τόν άμπελώνα τών έντολών, καί ύπηκούσα-τε εις αύτό τό κάλεσμα, καί τοιαύτην συμφωνίαν έκάματε μέ τόν οικοδεσπότην καί Κύριον τοϋ άμπελώνος, δταν έβαπτίσθητε, είναι άνάγκη διά νά έργάζεσθε, δχι μέ άμέλειαν, δχι μέ άδημονίαν καί άνυπομονησίαν, άλλά μέ κάθε προθυμίαν, μέ κάθε άγάπην καί μέ κάθε χαράν καί ύπομονήν, έχοντες διά καύχημά σας πώς ήξιώθητε νά δουλεύετε τοιοΰτον άγαθόν καί φιλανθρωπότατον Δεσπότην, ό όποιος εΐναι άξιος νά δουλεύεται δωρεάν άπό δλα τά κτίσματά του, κ&ν καί δέν έμελλε νά δώση εις αύτά κανένα μισθόν καί πληρωμήν. Καί άν οί δούλοι τοϋ έπιγείου βασιλέως έπαινοϋνται πώς δουλεύουν τόν βασιλέα τους καί πολλές φορές λέγουν εις καύχημά τους ήμεΐς εύρι-σκόμεθα είς τήν βασιλικήν δούλευσιν, πώς δέν πρέπει νά καυχάσθε καί νά χαίρετε έσεΐς οι Χριστιανοί, δτι ήξιώθητε νά δουλεύετε εις τάς έντολάς τοϋ Βασιλέως τών βασιλευόντων Χριστοϋ; Δοϋλοι, ναί όνομάζεσθε, έπειδή έργά-ζεσθε τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, άλλά ή δουλεία σας αύτή υπερβαίνει δλας τάς άξίας, δλας τάς τιμάς καί δλα τά όφ-φίκια τών βασιλέων τοϋ κόσμου. "Οθεν ό Προφήτης Δαβίδ καί μ’ δλον δπου ήτο βασιλεύς, δμως εΐχε διά καύχημά του νά διπλοονομάζεται δοϋλος τοϋ Θεοϋ καί υ'ιός τής μικροτάτης δούλης του, δι ο έλεγεν «ώ Κύριε, έγώ δοϋλος σός, έγώ δοϋλος σός καί υιός τής παιδίσκης σου» (Ψαλ. ριε' 6). Καί πάλιν' «ό δέ δοϋλός σου εύφρανθήσε-ται» (Ψαλμ. ρη' 27). Ό δέ Απόστολος Παϋλος καί ό Πέτρος σεμνύνονται πώς εΐναι δοϋλοι τοϋ Ίησοϋ περισσότερον, παρά δπου σεμνύνονται καί καλλωπίζονται οι συγκλητικοί καί βασιλικοί άνθρωποι εις τούς μανδύας καί εις τάς ζώνας καί εις τά άλλα βασιλικά παράσημα καί ά-ξιώματα δπου έχουν. Δι’ δ καί εις τάς άρχάς δλων σχεδόν τών επιστολών τους, προθέτουν τοϋτο τό δνομα, ώσάν στέφανον καί διάδημα πολύτιμον τής κεφαλής των, λέ-γοντες’ «Παϋλος δοϋλος Ίησοϋ Χριστοϋ» (Ρωμ. α' 1)«Παϋλος καί Τιμόθεος δοϋλοι Ίησοϋ» (Φιλ. α' 1)' «Ιάκωβος Ίησοϋ Χριστοϋ δοϋλος» (Ίάκ. α' 1)' «Συμεών Πέτρος δοϋλος καί Απόστολος Ίησοϋ Χριστοϋ» (Β' Πέτρ. α' 1)’ «Ιούδας Ίησοϋ Χριστοϋ δοϋλος» (Ίούδ. α').

Διατί οι Αγιοι έχουν εις πολλήν τιμήν τήν δούλευσιν του Θεου.

Καί διατί οί άγιοι έχουν είς τόσην τιμήν καί καύχημα τήν δούλευσιν του Θεου, καί τό νά όνομάζωνται δούλοι Χριστού; έπειδή, όσοι μέν δουλεύουν τούς έπί γης βασιλείς, πολλές φορές άκολουθεΐ καί νά πεινούν καί νά διψούν καί νά λυπούνται καί τό δνομά των νά άτιμάζεται, διότι οΐ έπίγειοι βασιλείς δπου δουλεύουν, μερικές φορές γίνονται άχάριστοι καί δέν γνωρίζουν τήν δούλευσιν των ύπηκόων τους, δσοι δέ άξιωθοϋν νά δουλεύουν τόν Χριστόν καί τάς έντολάς τοϋ Χριστού τοϋ ούρανίου Βασιλέως, αύτοί πάντοτε είναι έμπεπλησμένοι άπό κάθε άγαθόν, αυτοί πάντοτε χαίρουν καί άγάλλονται, αύτοί πάντοτε ύ-ψοϋνται καί μεγαλύνεται τό δνομά των, διότι ό Θεός τόν όποιον δουλεύουν, είναι μεγαλόδωρος καί πλουσιόδωρος καί δέν άφίνει άπλήρωτον ούδέ τήν παραμικράν δούλευσιν, καθώς έκ προσώπου τοϋ Θεοϋ λέγει ό Ήσαΐας' «ιδού οΐ δουλεύοντές μοι φάγονται, ύμεΐς δέ πεινάσετε ιδού οΐ δουλεύοντές μοι πίονται, ύμεΐς δέ διψήσετε' ιδού οί δουλεύοντές μοι εύφρανθήσονται, ύμεΐς δέ αισχυνθήσεσθε... τοΐς δέ δουλεύουσί μοι κληθήσεται δνομα καινόν» (Έσ. ξε' 13).

Οτι οί Χριστιανοί πρέπει νά έργάζωνται τάς έντολάς τοϋ Χριστού μέ χαράν όμοϋ καί μέ φόβον καί ταπείνωσιν.

Επειδή δμως ό μισόκαλος διάβολος δέν λείπει άπό τό νά πειράζη τούς δούλους τοϋ Χριστού καί νά τούς κά-μνη νά έπαίρωνται καί νά ύπερηφανεύωνται πώς φυλάτ-τουν τάς έντολάς τοϋ Κυρίου καί έκ τούτου τούς ύστερεΐ τόν μισθόν τοϋ κόπου καί τής δουλεύσεώς των, διά τοϋτο προσέχετε, άδελφοί μου Χριστιανοί, νά έργάζεσθε τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ μέ χαράν όμοϋ καί μέ φόβον καί με ταπείνωσιν. Μέ χαράν, διότι έσεΐς οί θνητοί καί γήϊνοι, ά-ξιωθήκατε ένα Θεόν καί ένα ουράνιον καί άθάνατον Βασιλέα, μέ φόβον δέ καί μέ ταπείνωσιν, διότι όσον καί άν προθυμηθήτε νά κάμετε τάς έντολάς του Κυρίου, ποτέ δέν δύνασθε νά τάς έργασθήτε καθώς πρέπει καί μέ δλην τήν τελειότητα. Διά τοϋτο καί δ Κύριος, ό νομοθέτης καί δοτήρ τών έντολών, σας συμβουλεύει δτι, δταν δλας τάς προσταγάς του φυλάξετε, νά ταπεινώνεσθε μέ τήν καρδίαν καί νά λέγετε πώς εΐσθε άχρεΐοι καί άνάξιοι δοϋλοι, διότι έκεΐνο δπου χρεωστεΐτε έκάματε καί δχι τίποτε παραπάνω* «οϋτω καί ύμεΐς, δταν ποιήσητε πάντα τά διατα-χθέντα ύμΐν λέγετε" δτι δοϋλοι άχρεΐοι έσμέν" δτι δ όφεί-λομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ' 10).

Οτι καθώς οι Χριστιανοί έκαμαν τά θελήματα καί προσταγάς τοϋ διαβόλου, έτσι πρέπει νά κάμνουν καί τάς προσταγάς τοϋ Θεοϋ.

Νά σας ειπώ, άδελφοί, καί ένα λόγον άνθρώπινον καί πολλά, πολλά συγκαταβατικόν; Καθώς έως τώρα έ-δουλεύσατε τόν πονηρόν διάβολον καί έκάμετε τά θελήματα καί τάς προσταγάς του μέ διαφόρους άμαρτίας, έτσι άπό τώρα καί είς τό έξής δουλεύετε τόν Θεόν καί φυ-λάττετε τάς έντολάς του. Καί καθώς έκαταστήσετε τήν ψυχήν καί τό σώμα δοϋλα εις τήν άκαθαρσίαν καί άμαρ-τίαν, έτσι άπό τώρα καί ύστερα κάμετε αύτά δοϋλα εις τήν άρετήν καί καθαρότητα. Διότι άν έσεΐς μέ τόσην ηδονήν καί άγάπην έφυλάξετε τάς προσταγάς τοϋ διαβόλου, μέ τάς όποιας κανένα μισθόν δέν έκερδήσατε, άλλά μάλιστα κόλασιν καί θάνατον καί έντροπήν καί άτιμίαν, πώς δέν εΐναι δίκαιον τώρα νά φυλάξετε μέ τήν αύτήν ήδονήν καί άγάπην τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ (άγκαλά καί έπρεπε μέ περισσοτέραν), διά τάς όποιας έχετε νά λάβητε πληρωμήν άπειρον, ζωήν αιώνιον καί τιμήν καί δόξαν παρά Θεοϋ άτελεύτητον; Καί αύτός δέν εΐναι λόγος ιδικός μου,εΐναι τοϋ Αποστόλου Παύλου, ό όποιος συγκαταβατικές σάς συμβουλεύει νά κάμνετε οϋτω διά τήν άσθένειάν σας' «άνθρώπινον λέγω διά τήν άσθένειάν τής σαρκός ύμών' ώσπερ γάρ παρεστήσατε τά μέλη ύμών δοϋλα τή άκαθαρσίας καί τή άνομία είς τήν άνομίαν, οϋτω νϋν παραστήσατε τά μέλη ύμών δοϋλα τή δικαιοσύνη εις άγιασμόν... Τί-να ούν καρπόν εΐχετε τότε, έφ’ οΐς νϋν έπαισχύνεσθε; τό γάρ τέλος έκείνων θάνατος νυνί δέ έλευθερωθέντες άπό τής άμαρτίας, δουλωθέντες δέ τώ Θεω, έχετε τόν καρπόν ύμών εις άγιασμόν, τό δέ τέλος, ζωήν αιώνιον» (Ρωμ. ς' 19), δπερ έρμηνεύων ό Χρυσορρήμων λέγει’ «μεθ’ όσης σπουδής, μεθ’ δσης έπιθυμίας τήν κακίαν έδιώκετε καί-τοι μηδέν έπαθλον έχουσαν, άλλά τούναντίον κόλασιν καί τιμωρίαν, μετά τοσαύτης διώξατε τήν άρετήν» (Ερμηνεία εις τόν ρια' Ψαλμόν).

Οτι ή βία, καί τών έντολών άνάγνωσις καί μελέτη είναι μεγάλη βοήθεια είς τήν φύλαξιν τών έντολών.

Μεγάλην δέ βοήθειαν θέλετε έχει, άδελφοί, εις τό νά φυλάττετε τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, α) έάν εις τήν άρχήν βιάσετε τόν έαυτόν σας εις τό νά έργάζεσθε τάς θείας έν-τολάς' έπειδή γάρ τόσους χρόνους έσυνηθίσατε είς τήν ά-μέλειαν καί άργίαν, μεγάλην δυσκολίαν λαμβάνετε είς τό νά κάμνετε τάς έντολάς τοϋ Κυρίου. "Οθεν εΐναι χρεία νά κάμνετε βίαν τοΰ έαυτοϋ σας διά νά νικήσετε τήν δυσκολίαν καί τήν παλαιάν συνήθειαν δπου σάς έμποδίζει άπό τήν έργασίαν τών έντολών διά τοΰτο καί ό Κύριος εΐπεν’ «ή βασιλεία τών ούρανών βιάζεται, καί βιασταί άρπάζου-σιν αύτήν» (Ματθ. ια' 12). Έάν δέ έσεΐς βιάσετε τόν έαυτόν σας εις τήν φύλαξιν τών έντολών, δ Κύριος βλέπον-τάς σας πώς βιάζεσθε, θέλει σάς δώσει δύναμιν καί χά-ριν, εις τό νά κάμνετε τάς έντολάς του μέ ήδονήν καί χαράν, ώστε δπου έκεΐνο δπου πρότερον έκάμνετε μέ πολ-λήν δυσκολίαν, ύστερον νά τό κάμνετε μέ μεγάλην εύκολίαν. "Ετσι σάς πληροφορεί ό θειος Διάδοχος, λέγων' «δει ούν παρά τήν άρχήν τής αγωνίας, βιαίω τινί θελήματι τάς άγιας του Θεου κατεργάζεσθαι έντολάς, ΐνα θεωρή-σας ήμών 6 άγαθός Κύριος, τόν σκοπόν καί τόν κόπον, έτοιμον ύμΐν τό θέλημα αύτοϋ, ήδέως άγαν τοΐς αύτοϋ ύπη-ρετοϋσιν ένδόξοις θελήμασι, καταπέμψη' «παρά γάρ Κυρίου τότε έτοιμάζεται θέλησις» (Παρ. η' 35). «"Ωστε έν πολλή τινι ήμάς χαρςί έργάζεσθαι άπαύστως τό άγαθόν, τότε γάρ όντως αίσθησόμεθα, δτι ό Θεός έστιν ό ένεργών έν ήμΐν, καί τό θέλειν καί τό ένεργεΐν ύπέρ τής εύδοκίας» (Φιλιππ. β' 13 κεφ. ^γ').
Θέλετε έχει βοήθειαν είς φύλαξιν των θείων έντολών καί έάν β) άναγινώσκετε συχνάκις τό άγιον Εύαγγέλιον, καί τάς έπιστολάς του Αποστόλου Παύλου, διότι μέσα είς τό άγιον Εύαγγέλιον, περιέχονται αΐ έντολαί τοϋ Κυρίου, μάλιστα καί έξαιρέτως είς τό πέμπτον, έκτον καί έβδομον κεφάλαιον τοϋ κατά Ματθαίον Εύαγγελίου' ό-μοίως καί είς τάς Έπιστολάς τοϋ Παύλου, διότι έκεΐνα δπου ό Παϋλος λέγει, έντολαί τοϋ Κυρίου είναι, καθώς ό ίδιος τό φανερώνει* «εΐ τις δοκεΐ Προφήτης είναι ή πνευματικός, έπιγινωσκέτω ά γράφω ύμΐν δτι τοϋ Κυρίου είσίν έντολαί» (Α' Κορ. ιε' 37), καί μάλιστα είς τό ς' κεφάλαιον τής α' πρός Κορινθίους, δπου προστάζει ό Απόστολος νά μή πηγαίνουν εις κρίσιν τελείως οί Χριστιανοί* εί δέ καί έχουν κρίσιν, τούλάχιστον νά πηγαίνουν μόνον είς τά έκ-κλησιαστικά κριτήρια, καί δχι ποτέ είς τά έξωτερικά τών άσεβών, καθώς δηλαδή προστάζει καί δ Κύριος.
Καί διατί έχετε μεγάλην βοήθειαν άπό τήν συχνήν ά-νάγνωσιν τοϋ Εύαγγελίου καί τοϋ Αποστόλου; Διότι, δταν άναγινώσκετε συχνάκις είς τά βιβλία αύτά τάς έντολάς τοϋ Χριστού, τάς ένθυμεΐσθε" καί δταν τάς ένθυμεΐ-σθε, ήμπορεΐτε καί νά τάς φυλάττετε. Διά τοϋτο καί ό Προφήτης Δαβίδ, έκρυπτε τά λόγια καί τάς έντολάς τοϋ Κυρίου είς τήν καρδίαν του, διά νά τάς ένθυμήται πάντοτε, καί έκ τής ένθυμήσεως ταύτης νά παρακινηται καί νά τάς φυλάττη, δι’ δ καί έλεγεν* «έν τη καρδία μου έκρυψα τά λόγιά σου, δπως άν μή άμάρτω σοι» (Ψαλμ. ριη'). "Ο-θεν καί δ Κύριος παραγγέλλει λέγων' «ό έχων τάς έντολάς μου καί τηρών αύτάς, έκεινός έστιν δ αγαπών με» (Ίωάν. ιδ' 12). Τίς έστιν ό έχων; ήτοι έκεινος δπου έχει πάντοτε τήν ένθύμησιν καί μελέτην τών έντολών μου είς τήν καρδίαν του, έκεινος εΐναι δπου καί τάς πράττει, δταν τό καλέση ή χρεία* διότι άπό τήν ένθύμησιν, έρχεται καί είς τήν πράξιν’ καθώς έκ τοϋ έναντίου, δποιος δέν διαβάζει τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, έκεινος καί τάς λησμονεί, λησμονώντας δέ αύτάς, πώς εΐναι δυνατόν νά τάς πράξη; Διά τοϋτο καί ό Θεός προστάζει τούς Ιουδαίους νά μελετοϋν πάντοτε τάς έντολάς του, καί νά τάς λέγουν είς τά παιδία των, καί νά τάς γράφουν έπάνω είς τά άνώ-φλια τών οίκων τους, διά νά τάς βλέπουν έμβαίνοντες καί έβγαίνοντες καί νά μή τάς λησμονήσουν* «Καί έσται τά ρήματα ταϋτα, δσα έγώ έντέλλομαί σοι σήμερον, έν τη καρδίςι σου καί έν τή ψυχή σου* καί προβιβάσεις αύτά τούς υίούς σου, καί λαλήσεις έν αύτοις καθήμενος έν οί-κφ καί πορευόμενος έν όδώ, καί κοιταζόμενος καί διανι-στάμενος, καί άφάψεις αύτά είς σημειον έπί τής χειρός σου, καί έσται άσάλευτον πρό τών όφθαλμών σου* καί γράψετε αύτά έπί τάς φλιάς τών οικιών ύμών καί τών πυλών ύμών» (Δευτερ. ς' 6)4.
Κάμνω τέλος τοϋ β) μέρους, καί λέγω, δτι δλοι οί Χριστιανοί ύπανδρευμένοι καί μοναχοί, χρεωστοΰν νά κάμνουν ύπακοήν μέχρι θανάτου είς τάς έντολάς τοϋ Εύαγγελίου, άν θέλουν νά άποκτήσουν τά πρόσκαιρα καί
4.Διά τοΰτο καί ήμεΐς έν τω τέλει τής παρούσης βίβλου μεταφρά-σαντες κατεστρώσαμεν τάς κυριωτέρας έντολάς τής Παλαιας καί Νέας Διαθήκης, διά νά άναγινώσκουν καί μελετοϋν αύτάς συνεχώς οί άπλοι άδελφοί μας Χριστιανοί, καί διά τής συχνής μελέτης, παρακι-νωνται είς τό νά τάς κάμνουν. αιώνια καλά δπου προείπομεν* καί δέν έχει τινάς έξου-σίαν νά παρασαλεύση, ούτε μίαν τρίχα άπό τάς έντολάς οϋτε δεξιά, οϋτε άριστερά, καθώς είναι γεγραμμένον' «Καί έσται μετ’ αύτοϋ (τό Δευτερονόμιον) ινα μή παραβή άπό των έντολών, δεξιά, ή άριστερά» (Δευτερ. ιζ' 20)* διότι κατά τόν μέγαν Βασίλειον, έξω άπό τόν γάμον δλες αί άλλες έντολές είναι νομοθετημένες νά φυλάττωνται άπό δλους τούς κοσμικούς, έπειδή καί ό Χριστός έκήρυττε τό Εύαγγέλιον καί τάς έντολάς του, δχι εις τούς Μοναχούς, άλλά είς τούς κοσμικούς1 «πάντες άνθρωποι άπαιτηθησό-μεθα τήν πρός τό Εύαγγέλιον ύπακοήν, μοναχοί τε καί οί έν συζυγίαις’ άρκέσει γάρ τω έπί γάμον έλθόντι, ή συγγνώμη τής άκρασίας, καί τής πρός τό θήλυ έπιθυμίας καί συνουσίας" τά δέ λοιπά των έντολών, πάσιν δμοίως νενομοθετημένα, ούκ άκίνδυνα τοΐς παραβαίνουσι* καί γάρ εύαγγελιζόμένος δ Χριστός τά τοϋ Πατρός έντάλματα τοΐς έν τω κόσμω διελέγετο» (Λόγος περί άποταγής βίου). Λέγει δέ καί ο Χρυσόστομος «πάντα ύμΐν τά τών νόμων κοινά πρός τούς μοναχούς έστι, πλήν τοϋ γάμου μάλλον δέ καί έν τούτω κελεύει ό Παϋλος, έν άπασιν έξισοϋσθαι αύτοΐς, λέγων' «παράγει γάρ τό σχήμα τοϋ κόσμου τούτου, ινα καί οί έχοντες γυναίκας, ώς μή έχοντες ώσιν» (Α' Κορ. ζ' 29 Όμιλ. ζ' είς τό κατά Ματθαίον).
"Ας μή προφασίζωνται, λοιπόν, τινές άνόητοι κοσμικοί καί λέγουν αύτά έδόθησαν είς τούς καλογήρους νά τά κάμνουν, καί δχι είς ήμάς τούς κοσμικούς μάλλον δέ άς άκούσουν τόν Σολομώντα πώς τούς έλέγχει καί τούς λέγει, δτι νά φοβούνται τόν Θεόν, καί νά φυλάττουν τάς έντολάς του. Διατί; έπειδή διά τοϋτο τό τέλος έκτίσθη κάθε άνθρωπος εις τόν κόσμον, διά νά φυλάττη τάς έντολάς τοϋ Κτίστου του «τέλος λόγου τό παν άκουε, τόν Θεόν φοβοϋ, καί τάς έντολάς αύτοϋ φύλασσε* δτι τοϋτο πάς άνθρωπος» (Έκκλ. ιβ' 13)5.
5.Καί αυτή είναι ή άφορμή, διά τήν όποιαν άναγινώσκεται καί είς





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.