Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Περί τής τηρήσεως όλων τών εντολών του Χριστού - Οσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης - Μέρος Γ΄


Μέρος γ'

"Οτι, όσοι παραβαίνουν τάς έντολάς τού Χριστού, λαμβάνουν ζημίας καί δυστυχίας μεγάλας.
Υπερφυσικός βαθμός ποιος είναι.Φυσικός βαθμός ποιος είναι.
"Οσα καλά καί δσας χάριτας εΐπομεν είς τό β) μέρος, δτι λαμβάνουν έκεΐνοι δπου φυλάττουν τάς έντολάς τού Κυρίου, τόσα κακά καί τόσας ζημίας, λέγομεν έδώ άντιστρόφως, δτι λαμβάνουν έκεΐνοι οί Χριστιανοί, δπου παραβαίνουν τάς έντολάς τοϋ Χριστού. Διά περισσοτέ-ραν δέ σαφήνειαν καί συντομίαν λέγομεν, δτι δλες αί ζημίες καί τά κακά, δπου λαμβάνουν οί παραβαίνοντες τάς έντολάς τού Χριστοϋ, περικλείονται είς δύο βαθμούς, είς τόν ύπερφυσικόν καί φυσικόν. Καί ύπερφυσικός μέν βαθμός είναι έκεΐνος, δπου ΰπερβαίνει τούς νόμους τής φύσεως μά δέν φθείρει, άλλά μάλιστα τελειοΐ καί αύξάνει τήν φύσιν’ φυσικός δέ βαθμός είναι έκεΐνος δπου άκολουθεΐ κατά τούς νόμους τής φύσεως. "Οταν, λοιπόν, εσύ Χριστιανέ παραβαίνης τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, χάνεις δλα κάθε Χριστιανού λαϊκοϋ τε καί κληρικού καί μονάχου θάνατον, 6 Ψαλμός ό λεγόμενος “Αμωμος, διά νά δειχθή δτι αύτός, άφου έγεννήθη, καί έως θανάτου του, έφύλαξεν ολας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, τάς είς τόν ψαλμόν αύτόν περιεχομένας, καί άκολούθως, δτι έφύλαξε τό τέλος έκεΐνο, διά τό όποιον έκτίσθη είς τόν κόσμον. Τό ρητόν ούν τοϋτο τοΰ Έκκλησιαστοϋ, λέγω δή τό «τούτο πας άνθρωπος», ούτως ήρ-μήνευσαν τινές, είς τό διά τοϋτο αύτό μεταφράζοντες" ό θειος όμως Χρυσόστομος έν τω α' κεφ. καί έδαφίφ τής έρμηνείας τοΰ Ίώβ έρμη-νεύει δτι τό τοϋτο νοείται άντί «τοϋτό έστι τό συστατικόν καί χαρακτηριστικόν ίδιον τοϋ άνθρώπου», ήτοι τό νά φυλάσση τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, καί τοϋτο είναι δπου ποιεί τόν άνθρωπον, τή άληθεία άνθρωπον δποιος δέ παραβαίνει τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, δέν είναι άνθρωπος άληθινός, άλλά ψευδής, καθώς είναι καί ό ζωγράφος.τά ύπερφυσικά χαρίσματα, χάνεις καί δλα τής φύσεως τά χαρίσματα.

'Ότι οί παραβάται τών έντολών χάνουν τά ύπερφυσικά χαρίσματα.

Χάνεις α) τά ύπερφυσικά χαρίσματα, διότι εύθύς δπου έσύ, άδελφέ, παραβής τάς ζωοποιούς έντολάς χάνεις τήν πρός τόν Χριστόν άγάπην καί φιλίαν καί γίνεται μισητός Χριστός δ Θεός σου κοντά είς έσένα, καθώς αύτός ό ίδιος τό λέγει’ «δ μή άγαπών με, τούς λόγους μου ού τηρεί» (Ίω. ιδ' 24). Έπειδή καθώς ή φύλαξις τών έντολών, είναι άπόδειξις τής πρός Θεόν άγάπης, έτσι άντιστρόφως καί ή παράβασις τών έντολών, είναι άπόδειξις τοϋ πρός τόν Θεόν μίσους. "Οποιος δέ μισεί τόν Θεόν, φανερόν είναι δτι άντιμισεΐται καί αύτός άπό τόν Θεόν καί μέ κάθε δίκαιον. Διότι άν δ Προφήτης Δαβίδ έμίσει έκείνους, όπου παραβαίνουν δχι τάς ίδικάς του έντολάς, άλλά τάς τοϋ Κυρίου, «ποιοϋντας γάρ φησι παραβάσεις έμίσησα» (Ψαλμ. ρ' 4), πώς δ Κύριος είναι δυνατόν νά μή μισή έκείνους, δπου παραβαίνουν τάς Ιδικάς του έντολάς; τό δέ νά μισήται τινάς άπό τόν Θεόν καί νά άποστρέφεται, αύτή ά-ληθώς εΐναι ή μεγαλυτέρα ζημία καί δυστυχία άπό όλας.
Χάνεις, χριστιανέ, τά ύπερφυσικά χαρίσματα διότι παραβαίνοντας τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, ύστερεισαι τοϋ χαρίσματος τής υιοθεσίας, καί έκει δπου ήσουν τοϋ ούρα-νίου Πατρός υιός κατά χάριν, γίνεσαι έχθρός αύτοϋ καί πολέμιος’ διά τοϋτο παραπονεϊται δ Ιδιος Θεός πρός τούς Χριστιανούς έκείνους δπου παραβαίνουν τάς έντολάς του καί λέγει’ ό Υιός δοξάζει τόν Πατέρα του, μέ τήν φύλαξιν τών έντολών του’ όμοίως καί δ δοϋλος τιμςί τόν αύθέντην του" καί άν έγώ είμαι πατέρας σας, ποϋ εΐναι ή δόξα καί ή τιμή δπου πρέπει νά μοϋ προσφέρετε μέ τήν φύλαξιν τών έντολών μου; Καί άν έγώ είμαι αύθέντης σας, ποϋ εΐναι ό φόβος τόν όποιον πρέπει νά έχετε πρός έμένα; «Υιός δοξάζει Πατέρα, καί δούλος τόν Κύριον αύτου καί εί Πατήρ ειμί έγώ, ποϋ έστιν ή δόξα μου; καί εί Κύριος ειμί έγώ, ποϋ έστιν ό φόβος μου; λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Μα-λαχ. α' 6). Χάνεις άδελφέ τά ύπερφυσικά χαρίσματα, διότι παραβαίνοντας τάς έντολάς, ύστερεΐσαι τό χάρισμα τής δικαιώσεως, τό χάρισμα τής διαμονής, τήν ένδυνα-μοϋσαν χάριν, τήν συνεργούσαν καί τάς λοιπάς.


Υπερφυσικά χαρίσματα εις δύο άναφέρονται, είς τήν χάριν καί είς τήν δόξαν.

Καί διά νά είπώ μέ συντομίαν- ύπερφυσικά χαρίσματα εΐναι δλα έκεΐνα, δπου δ χριστιανός ήξιώθη νά λάβη διά μέσου τοϋ άγιου Βαπτίσματος, καί δσα άλλα έφθασε νά άποκτήση ύστερον διά μέσου τής έργασίας τών ζωοποιών έντολών καί πρός τούτοις, δσα άλλα άκόμη έδύνα-το νά άποκτήση εις τό μέλλον, τόσον έν τή παρούση ζωή, δσον καί έν τή μελλούση* τά όποια δλα όμοϋ άναφέρον-ται είς ταϋτα τά δύο γενικά καί καθολικά, κατά τούς θεολόγους" ήγουν εις τήν χάριν τήν διδομένην είς τήν παρούσαν ζωήν καί είς τήν δόξαν τήν διδομένην είς τήν μέλλου-σαν, περί τών όποιων λέγει ό θείος Δαβίδ* «χάριν καί δόξαν δώσει» (Ψαλμ. πγ' 12). "Οταν λοιπόν έσύ Χριστιανέ παραβαίνης τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, χάνεις δλα ταϋτα τά ύπερφυσικά χαρίσματα, διότι ύστερεΐσαι τόν φωτισμόν έκεΐνον καί τήν θείαν έλλαμψιν δπου έπροξένει είς τόν νοϋν σου πρότερον ή φύλαξις τών έντολών καί μένεις έρημος άπό τήν γλυκύτητα έκείνην καί ήδονήν δπου έδο-κίμαζε πρότερον ή καρδία σου είς τό νά μελετφ καί νά λέγη καί νά πράττη τά εύθέα δικαιώματα Κυρίου τά εύφραί-νοντα τήν καρδίαν, κατά τόν θειον Δαβίδ» (Ψαλμ. ιη' 9). Διότι ύστερεΐσαι τάς θεοειδείς άρετάς, τήν ταπείνωσιν, τήν μακροθυμίαν, τήν ύπακοήν, τήν φιλαδελφίαν καί τόν λοιπόν χορόν τών άρετών δπου άπελάμβανες διά τής έργασίας τών έντολών, ώς προείπομεν. Διότι ύστερεΐσαι τούς καρπούς τού άγιου Πνεύματος, τήν άγάπην, τήν χαράν, τήν εΙρήνην, τήν χρηστότητα, τούς όποιους άπαριθ-μεΐ ό Απόστολος έν τη πρός Γαλάτας έπιστολή (κεφ. ε' 22). Όμοίως καί τά έπτά χαρίσματα τοϋ άγίου Πνεύματος" δηλαδή τό χάρισμα τοϋ θείου φόβου, τής γνώσεως, τής εύσεβείας, τής βουλής, τής ισχύος, τής συνέσεως καί τής σοφίας, καθώς τά άπαριθμεΐ ό Ήσαΐας (Κεφ. ια' 2). Τί νά πολυλογώ; μέ τήν παράβασιν τών θείων έντολών χάνεις άδελφέ δλας έκείνας τάς ύπερφυσικάς χάριτας διά μέσου τών όποιων έδύνασο νά φθάσης εις μίαν άκραν ά-γιότητα καί τελειότητα τήν δυνατήν εις τούς άνθρώπους* καταντάς δέ είς τόσην άθλιότητα, δπου ύστερήσαι έως καί αύτόν τόν φωτισμόν τής προκαταρκτικής καλουμέ-νης χάριτος. Μά δέν φθάνει μόνον έως έδώ ή ζημία σου άδελφέ, άλλά άκόμη χάνεις καί αυτήν τήν δόξαν τοϋ Θεοϋ, όπου έμελλες νά κληρονομήσης μετά θάνατον, ήγουν χάνεις τήν άτελεύτητον μακαριότητα, τήν αιώνιον ζωήν, τήν βασιλείαν τών ούρανών, τήν μετά Θεοϋ καί Αγγέλων καί άγίων παντοτεινήν διαγωγήν. Καί τί κερδίζεις; κόλασιν άτελεύτητον, σκώληκα άκοίμητον, πϋρ αιώνιον, βάσανα άπειρα, καί τήν μετά τών δαιμόνων παντοτεινήν συντροφιάν" έπειδή ή κόλασις δέν είναι διά άλλους έτοιμασμένη πάρεξ διά έκείνους δπου παραβαίνουν τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, καθώς τό βέβαιοι ό ίδιος Θεός διά τοϋ Ήσαΐου λέγων' «Καί έξελεύσονται καί δψονται τά κώλα τών άν-θρώπων τών παραβεβηκότων έν έμοί* ό γάρ σκώληξ αύ-τών ού τελευτήσει καί τό πυρ αύτών ου σβεσθήσεται' καί έσονται εις δρασιν πάση σαρκί» ('Ησ. ξς' 24). Καί τοϋτο μέ κάθε λογής δίκαιον, διότι άνίσως έκεΐνοι δπου έπαρέ-βαινον τόν νόμον τοϋ Μωϋσέως καί δέν έφύλαττον τάς έντολάς τοϋ παλαιοϋ νόμου, παρευθύς έπαιδεύοντο χωρίς καμμίαν εύσπλαγχνίαν καί εις θάνατον καί κόλασιν έκα-ταδικάζοντο, πώς δέν είναι άξιοι μυρίων θανάτων καί πά-σης κολάσεως, έκεΐνοι ο'ι χριστιανοί δπου παραβαίνουν όχι τόν νόμον τοϋ Μωϋσέως άλλά τόν νόμον τοϋ Ιδιου Υίοϋ τοϋ Θεοϋ καί καταφρονοϋν τάς έντολάς του καί καταπατούν τό θειον αΐμά του καί ύβρίζουν καί άτιμάζουν τό πανάγιον Πνεϋμά του; "Ετσι τό βέβαιοι τό σκεϋος τής εκλογής δ μακάριος Παϋλος, ποτέ μέν λέγων' «Εί πασα παράβασις καί παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ήμεΐς έκφευξώμεθα, τηλικαύτης άμελήσαντες σωτηρίας;» (Έβρ. β' 2). Ποτέ δέ’ «άθετήσας τις νόμον Μωσέ-ως, χωρίς οίκτιρμών, έπί δυσίν ή τρισί μάρτυσιν άποθνή-σκει' πόσω (δοκεϊτε) χείρονος άξιωθήσεται τιμωρίας, δ τόν Υιόν τοϋ Θεοϋ καταπατήσας καί τό αίμα τής διαθήκης κοινόν ήγησάμενος, έν φ ήγιάσθη, καί τό Πνεϋμα τής χάριτος ένυβρίσας;» (Έβρ. ι' 28). "Ω ζημία, λοιπόν, μεγάλη! ”Ω χάΐμός άμέτρητος! ~Ω άθλιότης καί καταδίκη τών παραβαινόντων τάς τοΰ Θεοϋ έντολάς!
"Οτι οί παραβάται τών έντολών, χάνουν τά φυσικά χαρίσματα καί τήν ειρήνην τής συνειδήσεως.

        "Οτι οί παραβάται τών έντολών καί πρό τής κολάσεως, κολάζονται.
β) Χάνεις καί τά φυσικά χαρίσματα άδελφέ, διότι παραβαίνοντας τάς έντολάς τοΰ Χριστοϋ, εύθύς ύστερή-σαι τήν ειρήνην έκείνην καί άνάπαυσιν καί χαράν δπου είχες είς τήν συνείδησιν σου πρίν νά τάς παραβής' καί τί ά-ποκτας; Μίαν παντοτεινήν ταραχήν* ένα άκατάπαυστον έλεγχον τοϋ συνειδότος* μίαν άπαρηγόρητον λύπην, ένα φόβον καί τρόμον εις δλην σου τήν καρδίαν καί τήν ψυχήν. "Οθεν ζής τότε μίαν άθλίαν άληθινά ζωήν, παρο-μοίαν μέ έκείνην τοϋ Κάϊν. Διότι καθώς δ Κάϊν, δταν έπα-ρέβη τόν νόμον τής φύσεως καί έφόνευσε τόν άδελφόν του, δλος άπό τόν φόβον του έκλονειτο καί έτρεμε τόσον δπου, άπό τόν πολύν τρόμον δπου είχεν εις τήν ψυχήν του, τοΰ έφαίνετο νά τρέμουν τά βουνά, τά λαγκάδια, ή γή καί δλος ό κόσμος, διά τοϋτο καί ό τόπος, εις τόν όποιον έκατοίκησεν όνομάσθη Ναΐδ’ «έξήλθε δέ Κάϊν άπό προσώπου του Θεου καί φκησεν έν γη Ναΐδ» (Γεν. δ' 15), τό όποιον θέλει νά είπή, κατά τόν Χρυσόστομον, τρόμος καί κλόνος’ «Καί αύτός δέ ό τόπος ένθα κατφκει, ύπόμνησις άδιάλειπτος ήν, ούκ αύτω μόνον, άλλά καί ταΐς μετέπει-τα γενεαις του σάλου καί του τρόμου* τό γάρ Ναΐδ δνομα, έβραϊκή λέξις έστίν' Ερμηνεύεται δέ σάλος» (Λόγ. κ' εις τήν Γέν.).
Καθώς, λέγω, ό Κάϊν εΐχεν άκατάπαυστον φόβον καί τρόμον εις τήν ψυχήν του, έτσι καί έσύ ταλαίπωρε χριστιανέ όπου παραβαίνεις τάς έντολάς τοϋ Κυρίου, χάνεις τήν ήσυχίαν τής συνειδήσεως, λυπεΐσαι, φοβείσαι καί τρέμεις, σοϋ φαίνεται πώς σέ κυνηγφ 6λος ό κόσμος” νομίζεις πώς σηκώνονται κατ’ έπάνω σου έως καί αυτά τά δ-ρη καί τά βουνά καί οϋτε ό ύπνος σου έχει ήδονήν, ούτε τό φαγητόν σου έχει γλυκύτητα' άλλά σοϋ γίνονται δλα πικρά, δλα όδυνηρά, δλα άνοστα. Καί μία τοιαύτη ζωή ή μπορεί πλέον νά όνομασθή ζωή; εις έμενα φαίνεται πώς είναι καλύτερα νά όνομασθή θάνατος ή μάλλον ειπεΐν, ένα προοίμιον καί ένας άρραβών τής κολάσεως. Διότι καθώς έκεΐνος δπου φυλάττει τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, καί προτού νά λάβη τήν βασιλείαν τών ούρανών, χαίρεται μέ τήν συνείδησιν διά τάς καλάς έλπίδας δπου έχει, έτσι έκ τοϋ έναντίου ό παραβάτης τών θείων έντολών καί πρό τής κολάσεως κολάζεται, κατά τόν Χρυσόστομον λέγοντα' «ώσπερ γάρ ό ζών έν πονηρία καί πρό τής γεέννης κολάζεται τω συνειδότι κεντούμενος, οϋτω καί ό πλουτών έν κατορθώμασι καί πρό τής Βασιλείας, χαράς μεγίστης ά-πολαύσεται χρησταΐς έντρεφόμενος έλπίσιν» (Άδριάν-τας ις').
Χάνεις τά χαρίσματα τής φύσεως, άδελφέ, διότι δταν παραβαίνης τάς έντολάς τοϋ Κυρίου τυφλώνεται τό φως τοϋ λογικού σου, άμβλύνεται ή όξύτης τοϋ νοός σου, σκοτίζεται ή διάκρισις, σκληρύνεταιή θέλησις, πωρώνεται ή καρδία σου καί δλαι αί δυνάμεις, δχι μόνον τής ψυχής σου άλλά καί τοΰ σώματός σου, άσθενοΰν, χονδρί-νουν καί χάνουν τήν προτέραν τελειότητα δπου είχαν εις τό νά κάμνουν τάς φυσικάς αύτών ένεργείας. Έπειδή καθώς ή φύλαξις τών έντολών ένδυναμώνει, βελτιοΐ καί τελειώνει τάς ψυχικάς καί σωματικός δυνάμεις, έτσι άντι-στρόφως ή παράβασις τών θείων έντολών άχρεΐοι, άδυνα-τίζει καί φθείρει δλας τάς δυνάμεις καί κινήσεις τής (ρύσεως καί φαρμακεύει αύτάς ώσάν θανατηφόρον φαρμάκι τοΰ νοητού δφεως διαβόλου.

"Οτι οι παραβαίνοντες τάς έντολάς καταντούν είς τά παρά φύσιν. — Τί είναι ή άμαρτία.

Καί λοιπόν άφοϋ έσύ άδελφέ χάσης τά ύπερφυσικά δ-μοΰ καί φυσικά χαρίσματα μέ τήν παράβασιν τών θείων έντολών, ποΰ καταντάς; άλλοίμονον! εις τά παρά φύσιν πάθη καί άμαρτίας. Έπειδή γάρ αί έντολαί διά τοΰτο έδό-θησαν καί διά τοΰτο φυλάττονται διά νά έναντιώνωνται τά πάθη καί τάς άμαρτίας, ώστε δπου κάθε μία άπό τάς έντολάς άντιμάχεται μέ £να πάθος καί μέ μίαν άμαρτίαν. "Οταν έσύ παραβαίνης τάς έντολάς, φανερόν δτι κυριεύεσαι άπό τά πάθη καί τάς άμαρτίας, τάς εναντίας είς τάς έντολάς. Καί αν έσύ, καθ’ ύπόθεσιν, παραβαίνης τήν έντολήν τής άγάπης, έξάπαντος πίπτεις ε’ις τό πάθος καί τήν άμαρτίαν τοΰ μίσους. “Αν παραβαίνης τήν έντολήν τής μετανοίας, πίπτεις είς τήν άμαρτίαν τής αμετανοησίας καί άπογνώσεως. "Αν παραβαίνης τήν έντολήν τής μακροθυμίας καί πρςιότητος, καταντάς εις τό πάθος καί τήν άμαρτίαν τής σκληρότητος καί τής οργής καί καθ’ έ-ξής, δσας έντολάς παραβής εις τόσας άμαρτίας καί πίπτεις, τάς έναντιουμένας εις τάς έντολάς δπου έπαρέβης. "Οθεν έπειδή καί ή άμαρτία είναι παρά φύσιν κίνησις, καθώς τήν όρίζει ό θεοφόρος Μάξιμος, είς ποίαν κατάστα-σιν έσύ καταντάς, δπου διά τής παραβάσεως τών έντολών τήν αμαρτίαν κάμνεις; Φανερόν είναι ότι καταντάς εις τήν παρά φύσιν μόνην, είς τήν άμαρτωλήν, είς τήν έμ-παθή, καί άντί υιός Θεου γίνεσαι υιός οργής, αντί σκεύος τής χάριτος, γίνεσαι σκεΰος τής άμαρτίας, έστερημένος κάθε φωτός φυσικοί) καί υπερφυσικού σκληροκάρδιος, πεπωρωμένος, αδόκιμος είς πάντα, ξύλον άκαρπον καί δούλος έτοιμασμένος διά νά καίης τό πυρ τό αιώνιον. ”Ω δυστυχίες! ώ ζημίες τών ταλαιπώρων παραβατών!

"Οτι οι παραβάται τών έντολών, γίνονται ώς άλογα ζώα καί χειρότερα. — "Οτι οί παραβαίνοντες τάς έντολάς, ώς ύλη άνείδεος γίνονται.

Είς ποιαν κατάστασιν καταντάς; είς τήν τών άλογων ζώων, καθώς είναι γεγραμμένον' «"Ανθρωπος έν τιμή ών, ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοΐς κτήνεσι τοΐς άνοήτοις, καί ώμοιώθη αύτοΐς» (Ψαλμ. μη' 12). Μάλλον δέ καί είς χειροτέραν κατάστασιν άπό τήν τών άλογων ζώων, διότι τά άλογα ζώα δέν παραβαίνουν ούδέ άντιστέκονται είς τήν προσταγήν τοΰ Θεου, καί είς τούς νόμους έκείνους τούς φυσικούς, όπου ό Θεός είς αυτά έδιώρισε* «πρόσταγμα γάρ λέγει, έθετο, καί ου παρελεύσεται» (Ψαλμ. ρμη' 9). Έσύ δέ λογικός άνθρωπος δντας, παραβαίνεις άναί-σχυντα καί άντιστέκεσαι είς τάς έντολάς του Δεσπότου σου. "Οθεν μέ δίκαιον τρόπον έλεγεν ό μέγας Βασίλειος* «Μή καταφρονεί τών ιχθύων έπειδή άφωνα καί άλογα παντελώς* άλλά φοβοΰ, μή καί τούτων άλογώτερος ής, τή διαταγή τοΰ κτίσαντος άντιστάμενος» (Όμιλία ζ' είς τήν έξαήμερον). Είς ποίαν κατάστασιν καταντάς; εις τήν κα-τάστασιν τής άνειδέου καί άμορφου καί άκαλλωπίστου ύλης. Λέγει γάρ ό μέγας Βασίλειος, δτι καθώς τό εΐδος καλλωπίζει, εύμορφαίνει καί τελειοΐ τήν άκαλλώπιστον ύλην, έτσι καί τό Πνεύμα τό άγιον καλλωπίζει, τελειοΐ καί εύμορφαίνει τήν ψυχήν έκείνην είς τήν όποιαν εύρί-σκεται. «Ούκοΰν καθ’ δ μέν τελειωτικόν τό Πνεύμα τό άγιον, τών λογικών άπαρτίζον αύτω τήν άκρότητα, τόν τοΰ είδους λόγον έπέχει» (κεφ. κς' τών περί τοΰ άγιου Πνεύματος). Λοιπόν καθώς ή Ολη μένει άνείδεος, άμορφος, άκαλλής, χωρίς τό είδος, έτσι, άδελφέ καί ή Ιδική σου ψυχή μένει ώσάν μία Ολη άκαλλώπιστος, άφοΰ μίαν φοράν διά τής παραβάσεως τών έντολών, χάσης τά ύπερφυσικά χαρίσματα τοΰ άγίου Πνεύματος.

"Οτι καθώς ή ψυχή ζωοποιεί τό σώμα, οϋτω καί ή χάρις τήν ψυχήν. — 'Ότι οι παραβάται τών έντολών είναι νεκροί. — 'Ότι οΐ παραβάται τών έντολών είναι μή όντα.

Θέλεις νά μάθης άκόμη, άδελφέ, είς ποιαν κατάστα-σιν καταντάς; είς τήν κατάστασιν τών νεκρών καί άπο-θαμένων, διότι καθώς ή ψυχή ζωοποιεί τό σώμα, έτσι καί ή χάρις τοϋ άγίου Πνεύματος ζωοποιεί τήν ψυχήν, ώς λέγει καί ό θεοφόρος Μάξιμος, «δπερ ψυχήν έν σώματι, οΰ-τω τό τοϋ Θεοΰ Πνεΰμα έν ήμΐν»' λέγει δέ καί ό Νύσσης θειος Γρηγόριος, «νέκρωσίς έστι, τής μέν ψυχής, ή τής δντως ζωής άλλοτρίωσις, τοϋ σώματος δέ, ή φθορά τε καί διάλυσις» (Λόγος α' είς τό Πάσχα, τόμ. γ'). Λοιπόν καθώς δταν έβγη ή ψυχή άπό τό σώμα, τό σώμα έκείνο ά-ποθνήσκει παρευθύς καί νεκρώνεται, τοιουτοτρόπως καί σύ άδελφέ, άφοϋ διά τής παραβάσεως τών ζωοποιών έντολών, έχασες τήν χάριν καί ένέργειαν τοΰ παναγίου Πνεύματος, ή όποία ήτο ψυχή τής ψυχής σου, τί έγινες; νεκρός βέβαια, άποθαμένος καί άναίσθητος. Καί άγκαλά φαίνεσαι πώς είσαι κατά τό σώμα ζωντανός, δμως κατά τήν ψυχήν είσαι, τή άληθεί<?, νενεκρωμένος* δν τρόπον καί δ Άδάμ, άφοΰ παρέβη τήν ζωοποιόν έντολήν τοϋ Θεοϋ, καί έφαγεν άπό τό άπηγορευμένον ξύλον τής γνώσε-ως, άγκαλά καί ήτον κατά τό σώμα ζωντανός, μά κατά τό πνεϋμα.ήτο νεκρός, καθώς τό προεΐπεν δ Θεός" «ή δ’ άν ήμέρα φάγηται άπ’ αύτοϋ, θανάτφ άποθανείσθε» (Γεν.β' 17). Καί μέ κάθε δίκαιον, διότι αι έντολαί του Θεοϋ είναι ζωή, ώς προείπομεν. "Οθεν δποιος τάς φυλάττει, εύρί-σκεται είς τήν ζωήν* δποιος δέ τάς παραβή χωρίζεται άπό τήν ζωήν καί γίνεται νεκρός. Νά σοϋ είπώ καί άλλο μεγα-λύτερον; Έσύ, άδελφέ, δταν παραβαίνης τάς έντολάς τοϋ Θεοϋ, φθάνεις είς ένα τοιοϋτον βαθμόν, δπου δχι μόνον χάνεις τά φυσικά καί ύπερφυσικά χαρίσματα, δπου προείπομεν, άλλά άκόμη χάνεις καί αύτό τό εΐναι. Καί τούτην τήν άλήθειαν άποδείχνει ό θείος Γρηγόριος ό Νύσ-σης μέ ένα όρθότατον συλλογισμόν. Ή παράβασις, λέγει, τών έντολών τοϋ Θεοϋ καί ή άμαρτία εΐναι μή δν* διότι είναι στέρησις τοϋ δντος, καθώς καί τό σκότος εΐναι στέ-ρησις τοϋ φωτός. Τό λοιπόν καί δποιος παραβαίνει τάς έντολάς τοϋ Θεοϋ καί κάμνει τήν άμαρτίαν καί στέρησιν τοΰ δντος, γίνεται κατά τούτο καί έκεΐνος μή δν. "Οθεν καί ή άγία Γραφή, όνομάζει τούς αμαρτωλούς καί παρα-βάτας τών έντολών τοϋ Θεου, έξουδενωμένους, ήτοι ώς τό μηδέν γενομένους* «έξουδένωται γάρ φησίν ένώπιον αύτοϋ πονηρευόμενος» (Ψαλμ. ιδ' 5)* «καί έξουδενώσεις πάντα τά έθνη» (νη' 9). Καί άλλα τοιαϋτα πολλά. Τοϋτο θέλοντας νά φανερώση καί ό Παϋλος, έλεγεν' «έάν άγάπην μή έχω, ούδέν είμι» (Α' Κορ. ιγ' 2).

"Οτι οι παραβάται τών έντολών, είναι χειρότεροι άπό τά μή όντα.

Τί λέγω; έσύ παραβαίνοντας τάς έντολάς τοϋ Θεοϋ καί έναντιούμενος εις τάς προσταγάς του, είσαι χειρότερος καί άπό τά μή δντα' διότι ή προσταγή τοϋ Θεοϋ εΐναι τόσον δραστική καί τόσον ένεργός καί παντοδύναμος, ώστε δπου ούδέ αυτά τά μή δντα έναντιοϋνται είς αύτήν, άλλά εύθύς δπου τά καλέση ύπακούουν είς τήν προσταγήν του καί έρχονται άπό τό μή δν είς τό εΐναι, ώσάν νά ή-σαν δντα έμψυχα, αισθητικά καί λογικά. "Ετσι ό Απόστολος λέγει περί Θεοϋ, πώς καλεΐ τά μή όντα ώς όντα «κατέναντι ού έπίστευσε Θεοϋ, τοϋ ζωοποιοϋντος τούς νεκρούς καί καλοϋντος τά μή δντα ώς δντα» (Ρωμ. δ' 17). Έτσι καί ή θαυμαστή έκείνη, σοφή καί άρρενόφρων Ιουδίθ, είπε τόν μεγάλον τοϋτον λόγον, δτι τά μή δντα πρότερον κτίσματα, ύπήκουσαν εις τήν προσταγήν τοϋ Θεοϋ καί είπαν* νά, έδώ ειμεθα' «διενοήθης καί έγεννήθη-σαν 6 έννοήθης καί παρέστησαν, & έβουλεύσω καί είπαν ιδού πάρεσμεν» (Ιουδίθ θ' ε').
"Οτι οί παραβάται τών έντολών χάνουν τά άγαθά τής παρούσης ζωής.
Καί άφίνω νά λέγω, δτι έσύ παραβαίνοντας τάς θείας έντολάς κοντά εις δλας τάς άνωτέρω ζημίας δπου άριθ-μήσαμεν, χάνεις άκόμη καί τά άγαθά καί τάς ευτυχίας τής προσκαίρου ζωής καί δέν κληρονομείς τάς εύλογίας έκείνας καί ευτυχίας δπου ύπόσχεται ό Θεός νά δώση είς έκείνους δπου φυλάττουν τάς έντολάς του, ώς τό προεί-πομεν, άλλά κληρονομείς έξ έναντίας δλας έκείνας τάς κατάρας καί δυστυχίας δπου φοβερίζει νά δώση ό Θεός είς τούς παραβάτας τών έντολών του' ήγουν τό νά είσαι κατηραμένος καί μέσα καί έξω' τό νά είναι κατηραμένα τά τέκνα σου, τά γενήματα τών χωραφίων σου, τά βουκό-λια τών βοών σου, τά ποίμνια τών προβάτων σου καί δλα σου τά ύπάρχοντά. Τό νά σέ παιδεύη ό Θεός μέ θέρμην, μέ ψώραν, μέ τυφλότητα, μέ κωφότητα, μέ κνησμάραν καί μέ άλλας διαφόρους άσθενείας, τό νά σέ τιμωρή μέ πείνας, μέ δυστυχίας, μέ σκλαβίας, μέ σφαγάς, μέ θανάτους καί μέ άλλα πάμπολλα κακά, καθώς αύτά είς πλάτος άναφέρει τό κη' κεφάλαιον τοΰ Δευτερονομίου, τά όποια είναι καρποί καί άποτελέσματα τής παραβάσεως τών έν-τολών' «έσται γάρ φησιν έάν μή είσακούση τής φωνής Κυρίου τοΰ Θεοΰ σου, φυλάσσεσθαι πάσας τάς έντολάς αύ-τοΰ, δσας έγώ έντέλλομαί σοι σήμερον, καί έλεύσονται έπί σέ πασαι αί κατάραι αύται καί καταλήψονταί σε» (Δευτερ. κη' 15).

"Οτι οι παραβάται τών έντολών, γίνονται αίτιοι νά βλασφημώνται καί νά διώκωνται καί οί φύλακες τών έντολών.

"Οτι οι παραβάται τών έντολών γίνονται αίτιοι νά βλασφημήται ή πίστις τοϋ Χριστού καί ό Χριστός. — Τί είναι ό Χριστιανισμός.Διά ταϋτα καί ό Σειράχ έρωτφ' ποιοι είναι σπέρμα &-τιμον καί καταφρονημένον άπό τούς άνθρώπους; καί ά-ποκρίνεται δτι εΐναι έκεΐνοι, δπου παραβαίνουν τάς έντολάς τοϋ Κυρίου" «σπέρμα άτιμον ποιον; οι παραβαίνοντες έντολάς» (Σειρ. ι' 19). Βλέπετε άδελφοί ζημίας, βλέπετε ποιους θανατηφόρους καρπούς γέννα ή παράβασις τών θείων έντολών; Διά τοϋτο σας παρακαλώ έν Κυρίω παύ-σετε α) άπό τό νά παραβαίνετε τάς προσταγάς τοϋ Χριστού" διότι δχι μόνον έσεΐς λαμβάνετε τόσας καί τόσας ζημίας καί δυστυχίας, καί εις τήν ψυχήν καί είς τό σώμα καί εις τήν παρούσαν ζωήν καί είς τήν μέλλουσαν, άλλά καί πρός τούτοις γίνεσθε αίτιοι νά βλασφημήται καί νά διώκεται κοινώς δλον τό πλήθος τών Χριστιανών. Επειδή γάρ όνομάζονται δλοι κοινώς Χριστιανοί, τόσον οί φυ-λάττοντες τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, δσον καί οι παραβαίνοντες αύτάς, οι άπιστοι καί έθνικοί δέν κάμνουν τούτων διαφοράν. Άλλά κατηγορούν, βλασφημοϋν καί διώκουν έπίσης καί τούς φύλακας τών έντολών καί τούς πα-ραβάτας αύτών, νομίζοντές τους δλους διά άνθρώπους λυμεώνας καί κακοποιούς, καθώς ένα τοιοϋτον ήκολού-θησε καί είς τόν πρώτον αιώνα άπό Χριστού, κατά τόν καιρόν τών άγίων Αποστόλων, δταν έφύτρωσαν άνάμε-σα είς τούς άγιους καί όρθοδόξους Χριστιανούς, οί ένα-γεΐς έκεΐνοι καί κακόδοξοι αιρετικοί, τών Σιμωνιακών, τών Νικολάΐτών, τών Γνωστικών, τών Καταφρύγων, των Πεπουζιανών καί τών όμοιων αύτοΐς, οι όποιοι μέ τό νά ώνομάζοντο Χριστιανοί, έκ τοΰ κοινοΰ τούτου ονόματος, έδωκαν άφορμήν εις τούς άπιστους καί Εθνικούς νά νομίζουν καί τούς θείους Αποστόλους καί τούς άλλους όρ-θοδόξους Χριστιανούς ώς άκαθάρτους καί κακοδόξους. Καί άκολούθως, έπαρώξυναν καί τούς άθέους τυράννους καί βασιλείς νά κινήσουν διωγμόν κατά πάντων όμοΰ τών Χριστιανών, ώς μαρτυροΰν δ,τε Θεοδώρητος καί ό Παμ-φίλου Εύσέβιος. Ό μέν λέγων* «Χριστιανοί γάρ καί τών μυσαρών δογμάτων οί διδάσκαλοι, καί τών εύαγγελικών ο! κήρυκες ώνομάζοντο’ καί πας άγνοών τό διάφορον, πάντας έναγεΐς ύπελάμβανε τούς τής μιας προσηγορίας μετέχοντας» (έν τφ Προοιμ. τοΰ β' λόγου περί Αιρετικών κακομυθιών). Ό δέ Εύσέβιος* «συνέβαινε τοΐς άπίστοις έ-θνεσι πολλήν παρέχειν κατά τοΰ θείου λόγου δυσφημίας περιουσίαν, τής έξ αύτών φήμης, εις τήν τοΰ παντός Χριστιανών έθνους διαβολήν καταχεομένης» (Έκκλησ. Ιστορία, βιβλ. δ' κεφ. ζ'). Καί τό μεγαλύτερον είναι δτι έσεΐς, δπου παραβαίνετε τάς έντολάς τοΰ Χριστοϋ, γίνε-σθε άκόμη αίτιοι νά βλασφημήται καί αύτή ή πίστις τοΰ Χριστοϋ, καί αύτά τά όρθά δόγματα καί ή ύψηλή καί ή ά-ληθής θεολογία δπου περιέχει ό χριστιανισμός* Έπειδή καθώς λέγει ό μοναχός Εύάγριος* «Χριστιανισμός έστι δόγμα τοΰ Σωτήρος ήμών Ίησοΰ Χριστοϋ έκ πρακτικής, φυσικής καί θεολογίας συνεστώς». Πόσον δέ μεγάλον κακόν ποιεΐ καί πόσην καταδίκην λαμβάνει έκεινος, δπου γίνεται αίτιος νά βλασφημήται ό Χριστός καί ή τοΰ Χριστού πίστις, έγώ είς τούς προλαβόντας λόγους πολ-λάκις έσημείωσα, άλλά καί δ θείος Γρηγόριος ό Νύσσης κατά πλάτος άποδείχνει τοΰτο είς τόν πρός ’Ολύμπιον μοναχόν λόγον του.

"Οτι ή παράβασις τών έντολών είναι άτιμία εις τόν Θεόν. — 'Ότι ό παραβαίνων μίαν έντολήν καί τάς άλλας παραβαίνει.

Παύσατε β) άδελφοί άπό τό νά παραβαίνετε τάς έν-τολάς του Θεου διότι μέ τήν παράβασιν ταύτην άτιμάζε-τε τόν ίδιον Θεόν, τόν προστάξαντα τάς έντολάς, καθώς λέγει δ Παϋλος’ «διά τής παραβάσεως τοϋ νόμου τόν Θεόν άτιμάζεις» (Ρωμ. β' 23). Άλλά καί έάν φυλάξετε δλας τάς έντολάς, μίαν δέ μόνην παραβήτε, παραβάται όνομά-ζεσθε καί άκολούθως ύβρισταί λέγεσθε τοϋ Θεοϋ, διότι έ-κείνος δπου έδωκε τάς άλλας έντολάς, αύτός έδωκε καί έκείνην, δπου έσεϊς παραβαίνετε, καθώς ό άδελφόθεος Ιάκωβος λέγει* «δ ειπών μή μοιχεύσης, είπε καί μή φο-νεύσης* εί δέ ού μοιχεύσεις, φονεύσεις δέ, γέγονας παραβάτης νόμου» (Ίακ. β' 11). "Οθεν άν τυχόν τινάς ξένος άπό κανένα άλλον τόπον, ήθελεν έλθη νά ιδή έσας τούς χριστιανούς, καί νά στοχασθή καλά τάς παραβάσεις, δπου κάμνετε τών έντολών τοϋ Χρίστου καί τήν κακήν ζωήν δπου ζήτε, βέβαια δέν θέλει νομίσει πώς δέν είναι άλλοι έχθροί τοϋ Χριστοϋ χειρότεροι άπό εσάς τούς χριστιανούς του καί μαθητάς του, ώς λέγει δ Χρυσορρήμων* «ει γάρ τις έξωθεν πόθεν ήμΐν έπιστάς καί τοϋ Χριστοϋ τά προστάγματα, καί τής πολιτείας τής ήμετέρας τήν σύγ-χυσιν καταμάθοι καλώς, ούκ οίδα, ει τινας έτέρους μάλλον ήμών, έχθρούς ύπολήψεται είναι τοϋ Χριστοϋ» (Λόγος πρός Δημήτριον περί κατανύξεως).
'Ότι οι παραβάται τών έντολών, είναι άποστάται κατά τοϋ Θεοϋ.
'Ότι ή παράβασις τών έντολών είναι μία άθεΐα.
Παύσατε γ) άπό τό νά παραβαίνετε τάς έντολάς τοϋ Θεοϋ, διότι μέ τήν παράβασιν αύτήν γίνεσθε άποστάται έ-ναντίον τής ύψίστου μεγαλειότητος τοϋ Θεοϋ. Αρπάζετε τήν ύπερτάτην θεϊκήν έξουσίαν, δπου αύτός έκ φύσεως έχει ώς Κτίστης έπάνω είς έσάς καί φαίνεσθε δτι νά λέγετε είς τόν Θεόν έκεΐνα τά τολμηρά καί άποστατικά λόγια δπου λέγει καί ό άσεβής παρά τώ Ίώβ. Αναχώρησε άπό λόγου μου" έγώ δέν θέλω νά ήξεύρω τάς έντολάς σου, έγώ δέν θέλω νά κάμω ύπακοήν είς τόν νόμον σου, ούτε θέλω νά σέ ήξεύρω διά αύθέντην μου' «λέγει δέ Κυρίφ, άπόστα άπ’ έμοϋ, δδούς σου είδέναι ού βούλομαι» (Ίώβ. κα' 14). Τί νά πολυλογώ; ή παράβασις τών έντολών τοϋ Χριστοϋ είναι μία κρυφή άθεΐα, καθώς μαρτυρεί ό ήγαπημένος Ιωάννης.
"Οτι o Θεός όργίζεται κατά τών παραβαινόντων τάς έντολάς του. — Τί σημαίνει ή έν τώ ούρανφ σιωπή. — "Οτι αι άμαμτίαι, δταν είναι πολλαί, νικοϋν τάς πρεσβείας τών άγιων.
«Πας ό παραβαίνων καί μή μένων έν τή διδαχή τοϋ Χριστοϋ, Θεόν ούκ έχει» (Β' Ίωάν. 9)’ δθεν καί Συμεών ό Νέος Θεολόγος είπε ν' «έκεινος δπου δέν κάμνει τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ άς μή νομίζη πώς δέν άρνεΐται τόν Χριστόν, διότι είς κάθε παράβασιν έντολής τοϋ Χριστοϋ, τόν Χριστόν άρνεΐται, καθώς καί έκεινος δπου κάμνει τάς έντολάς τοϋ Χριστοϋ, τόν Χριστόν όμολογεΐ» (Λόγω λ'). "Ω τόλμη άνήκουστος! ώ άνταρσία μεγάλη! ώ άποστασία φοβερά! Άλλ* άρά γε ύπομένει ό Θεός μίαν τοιαύτην τόλμην; μίαν τοιαύτην ϋβριν; καί μίαν τοιαύτην άποστασίαν; δχι' αύτός δργίζεται κατ’ έπάνω σας καί θυμώνεται... αΐ! τί είναι έτοϋτο; σιωπή, σιωπή αΐ! τί εΐναι ή φωνή δπου έγώ άκούω; ήσυχάσετε νά άκούσωμεν καλά* ώ άλλοίμο-νον! άκούω άνωθεν άπό τούς ουρανούς νά φωνάζη μέ μίαν βροντώσαν φωνήν δ ύψιπέτης άετός τής θεολογίας είς τήν θείαν του Άποκάλυψιν' «Καί δτε ήνοιξε τήν σφραγίδα τήν έβδόμην έγένετο σιγή έν τώ ούρανώ ώς ήμιώ-ριον» (Άποκ. η' 1). Καί τί άρά γε νά σημαίνη έτούτη ή σιωπή; Γεώργιος ό Κορέσιος καί νεώτερος θεολόγος λέγει 5τι σημαίνει τήν μεγάλην οργήν τοΰ Θεοΰ' ώργίσθη ό Θεός καί διά τήν μεγάλην του οργήν, γίνεται ετούτη ή μεγάλη σιωπή εις τόν ούρανόν' «έγένετο σιγή έν τω ούρανώ ώς ήμιώριον' έπαυσαν οί Άγγελοι τούς άγγελικούς ΰμνους* έσχόλασαν οί άγιοι άπό τό νά τόν παρακαλοΰν* φόβος μεγάλος έχύθη είς δλα τά τάγματα τών Αγγέλων καί είς δ-λους τούς χορούς τών άγίων' λέων έρεύξεται καί τίς ού φοβηθήσεται;» κατά τόν προφήτην Άμώς (Άμ. γ' 8). Ό Κύριος έθυμώθη καί ποιος δέν τρέμει; Χριστιανοί άθλιοι, χριστιανοί ταλαίπωροι, διά τάς ίδικάς σας παραβάσεις καί άμαρτίας ώργίσθη ό Θεός καί ποιος τώρα νά εύρεθή νά τόν ήμερώση; Ιδού, όπου δλοι οί άγιοι σιωπούν καί δέν άποτολμοΰν νά παρακαλέσουν τόν Θεόν διά λόγου σας. Επειδή τόσες πολλές εΐναι αί παραβάσεις καί άμαρ-τίες σας δπου ένίκησαν τάς πρεσβείας καί μεσιτείας τών άγίων καί πλέον δέν εισακούονται είς τόν Θεόν, καθώς λέγει ό θειος Χρυσόστομος* «ώφελοΰσιν αί εύχαί καί μεγάλα, άλλ’ δταν καί ημείς πράττωμέν τι.... έάν δέ άργός μένης, ούδέν μέγα ώφεληθήση. Έπεί, είγεΐσχυον αί εύχαί καί έπί τών σφόδρα πονηρών, διατί μή καί δτε Ναβουχο-δονόσορ ήλθεν, είπε τοΰτο ό Θεός, άλλ’ έξέδωκε τήν πό-λιν; έπειδή μεΐζονΐσχυσεν ή πονηρία» (Όμιλ. α' είς τήν α' πρός Θεσ.). "Ομως κατά τό παρόν άφήτε έδώ τόν Θεόν θυμωμένον καί μέ ησυχίαν μεγάλην άκολουθήσατέ μοι νά ύπάγωμεν έως εις τήν Ρώμην, διά νά ίδοΰμεν ένα συμβε-βηκός δπου έκεΐ άκολούθησεν.
Έφθάσατε; Έδώ ήτον ένας νέος εύγενής, Λούκιος Κίνας όνομαζόμενος ούτος πολλές φορές έπιβουλεύθη τό νά άποστατήση άπό τόν βασιλέα Αύγουστον νά τόν θανα-τώση, καί νά τοΰ πάρη τήν βασιλείαν. Ό Αύγουστος μαν-θάνοντας τήν άποστασίαν καί τήν έπιβουλήν, ώργίσθη πολλά κατά τοΰ Λουκίου, καί άπεφάσισε νά τόν έξορίση. Έγράφετο λοιπόν ή άπόφασις, καί έκεΐ δπου ήτον ό Αΰγουστος θυμωμένος, καί έλεγε πολλά καί διάφορα κατά τοΰ Κίνα, ιδού έφθασε καί ή βασίλισσά του Λυβία, ή όποια εύσπλαγχνισθεΐσα τόν δυστυχή έκεΐνον νέον, μέ πολλάς μεσιτείας καί ικεσίας κατεπράϋνε τήν οργήν του βασιλέως καί ήλευθέρωσεν άπό τήν καταδίκην έκείνην τόν Κίναν.
Γυρίσετε πάλιν τώρα έκεΐ δπου ειμεθα πρότερον" «έ-γένετο σιγή έν τώ ούρανφ ώς ήμιώριον». Ιδού Χριστιανοί, δπου ό Θεός είναι θυμωμένος κατ’ έπάνω σας διότι παραβαίνετε τάς έντολάς του, διότι τόν έπιβουλεύθητε μέ τάς άμαρτίας σας, καί άποστατήσατε κατ’ αύτοΰ, ζητοΰντες νά τοΰ πάρετε τήν θεϊκήν τιμήν’ πολλά κακά βου-λεύετε διά λόγου σας. Τώρα λέγει' «πΰρ έκκέκαυται έκ τοΰ θυμοΰ μου' καυθήσεται έως αδου κατωτάτου» (Δευ-τερ. κβ' 22). Καί τώρα «μεθύσω τά βέλη μου άφ’ αίματος καί ή μάχαιρά μου φάγεται κρέα» (Δευτερ. κβ' 42). Τί νά περιττολογώ; Ό φδης θέλει είναι ό τόπος τής έξορίας σας’ τά λόγια τής έξορίας σας είναι αύτά' «άποστραφή-τωσαν οί άμαρτωλοί είς τόν άδην» (Ψαλμ. θ' 18). Ιδού όλοι οί άγιοι σιωποΰν, δλοι φοβούνται καί τινάς δέν άπο-τολμα άπό αύτούς νά παρακαλέση τόν Θεόν διά λόγου σας' ώ έλεεινή συμφορά τών άθλιων άμαρτωλών! Καί τάχα δέν εύρίσκεται τινάς νά έμποδίση αύτήν τήν άπόφα-σιν; Άρά γε δέν είναι κανένας μεσίτης νά ήμερώση τήν όργήν τοΰ Θεοΰ; Ναί είναι, είναι.
Ποΰ είσαι Παρθένε Μαρία; Ποΰ είσαι Δέσποινα; Ποΰ είσαι Μήτηρ τοΰ Θεοΰ καί Μήτηρ τών Χριστιανών; Πρόβαλε, πρόβαλε, παρακαλοΰμέν σε, έμπροσθεν τοΰ Υίοΰ σου τοΰ μονογενοΰς' δράμε νά ήμερώσης τήν όργήν του' τάχυνον νά έμποδίσης τήν άπόφασιν, δπου έκαμεν έναν-τίον είς τούς άθλιους άμαρτωλούς.
Ακούει ή Παρθένος καί, νικηθεϊσα άπό τά φιλάνθρωπο σπλάγχνα της, τρέχει έμπροσθεν τοΰ Υίοΰ της, καί μέ θερμά δάκρυα είς τούς όφθαλμούς καί μέ τά πλέον εύλαβητικά σχήματα, άρχίζει νά παρακαλή τόν Υιόν της. Καί, Υίέ μου, του λέγει, ΥΙέ μου ποθεινότατε, Υίέ μου γλυκύτατε, Υίέ μου Θεέ μου, έπάκουσόν μου τής ήγαπημένης Μητρός σου τήν ταπεινήν δέησιν. Ναί γνωρίζω, ΥΙέ μου, πώς έτοϋτοι ο'ι χριστιανοί παρέβησαν τάς έντολάς σου* ά-τίμασαν τήν μεγαλειότητά σου, έμελέτησαν άποστασίαν κατά του ϋψους τοϋ κράτους σου, καί διά τοϋτο έκίνησαν εις μεγάλην όργήν τά φιλάνθρωπα σπλάγχνα σου. Ναί, άπό τό ένα μέρος, δικαία είναι ή όργή σου, δικαιότερος είναι ό κατ’ αυτών θυμός σου καί δικαιοτάτη είναι ή άπό-φασις, δπου έγραψες κατ’ έπάνω των. Μά άπό τό άλλο μέρος, ένθυμήσου ΥΙέ μου, τό άπειρον πέλαγος τής εύ-σπλαγχνίας σου, καί τούς άμετρήτους ώκεανούς τής άγαθότητός σου, ένθυμήσου πώς διά τήν άγάπην τών άμαρ-τωλών, έκατέβης άπό τούς ούρανούς καί έγινες τέλειος άνθρωπος μέσα εις τήν άσπορον καί παρθενικήν ταύτην κοιλίαν μου. Ένθυμήσου πώς διά νά σώσης τούς άμαρτωλούς, έπαθες τόσα πάθη, έρραπίσθης, ένεπτύσθης, έποτίσθης δξος καί χολήν, καί άπέθανες έπάνω εις ένα σταυρόν, χύνοντας δλον τό πανάγιον αΐμά σου, έως είς τήν υστέραν σταλαγματίαν.
Διά τοϋτο λοιπόν, ώ ΥΙέ μου, παρακαλώ σε ή μήτηρ καί δούλη σου, παρακαλώ σε θερμώς* άχ! τριπλασιάζω τήν φωνήν! Παρακαλώ σε άπό βαθέων καρδίας, άπόστρεψον τήν όργήν σου* παϋσε τήν άγανάκτησίν σου καί συγχώρησον, συγχώρησον τούς άθλιους τούτους άμαρτωλούς βάλε τήν μάχαιραν τοϋ θυμοϋ σου εις τήν θήκην καί έμπόδισαι τήν δικαίαν άπόφασιν δπου κατά τών παραβατών τούτων έγραψες ’ιδού, ΥΙέ μου, σοϋ προβάλλω είς μεσιτείαν τούς μητρικούς μου τούτους μαστούς  ίδέ τους καλά καί ένθυμήσου τό καθαρόν καί παρθενικόν γάλα δπου έποτίσθης άπό αύτούς, δταν ήσουν βρέφος μικρόν  ίδέ έτούτας μου τάς άγκάλας δπου ύψώνω είς δέησιν καί ένθυμήσου Υίέ μου πώς έβαστάχθης άπό αύτάς,καί πρώτον δταν ήσουν νήπιος καί ύστερον δταν ήσουν νεκρός ιδέ τούτα μου τά μητρικά στήθη καί ένθυμήσου πόσες φορές άπεκοιμήθης έπάνω εις αύτά μέ ένα ύπνον γλυκύτατον πρώτα μέν βρεφοπρεπώς, ύστερον δέ νεκρό-πρεπώς' ίδέ ταϋτα μου τά χείλη καί τήν γλώσσαν, τά όποια τώρα κινώ είς παρακάλεσιν διά τούς άμαρτωλούς καί ένθυμήσου πόσες φορές σέ κατεφίλησαν μητροπρε-πώς, δταν ήσουν νήπιον καί πόσες φορές έβάφησαν μέσα εις τά δροσώδη καί θεοχαριτωμένα χείλη σου. Ίδέ τούτους μου τούς όφθαλμούς δπου δακρύουν διά τούς άμαρτωλούς καί ένθυμήσου πόσες φορές ήγιάσθησαν μέ τό έγγίξιμον τοϋ παναγίου προσώπου σου καί πόσα δάκρυα έχυσαν είς τόν καιρόν τοϋ σταυροϋ καί τής άγίας ταφής σου. Καί τέλος πάντων, ιδέ ταϋτα δλα τά μητρικά μου σπλάγχνα καί τήν καρδίαν δπου κινώ είς έξιλέωσιν τών άμαρτωλών, καί ένθυμήσου τήν ρομφαίαν έκείνην τοϋ Συμεών, δπου είς τόν καιρόν τοϋ πάθους σου πέρα καί πέρα τά διεπέρασε...- σμίγω μέ τά ίδικά μου καί τά ίδικά σου Υίέ μου, τόν σταυρόν σου λέγω, τήν λόγχην, τόν κάλαμον, τόν σπόγγον καί τά λοιπά τοϋ πάθους σου σύμβολα, καί δι’ αύτών δραστικωτέραν ποιώ τήν ύπέρ τών άμαρτωλών τούτων πρεσβείαν- είμαι μήτηρ ίδική σου, άλλά είμαι καί μήτηρ τών Χριστιανών καί τών άθλιων άμαρτωλών. Άφες λοιπόν κατά τό παρόν, άφες τοΐς άμαρτωλοΐς τούτοις, Υίέ μου, καί παραβάταις τών έντολών σου καί αύτοί είς τό έξης θέλουν φροντίσει διά τήν σωτηρίαν τους, θέλουν μετανοήσει καί θέλουν έπιμεληθή διά νά φυλάξουν τάς έντολάς σου καί νά σωθοϋν. "Ω, δόξα σοι Παναγία μου! ώ, δόξα σοι Κυρία μου! ώ, δόξα τή φρικτή θεοτοκίςι σου!

'Ότι διά τής πρεσβείας τής Θεοτόκου λυτρώνονται οί άμαρτωλοί άπό τήν θείαν όργήν.

Αμαρτωλοί Χριστιανοί, παραβάται τών θείων έντολών, χαρήτε, χαρήτε' καλά μηνύματα. "Ηκουσεν ό Κύριος τήν παρακάλεσιν τής παναγίας του Μητρός, ήμέρω-σεν ή όργή του’ έπαυσεν ό θυμός δπου είχε κατ’ έπάνω σας, άνέτρεψε τήν άπόφασιν δπου έκαμεν έναντίον σας" καί ιδού δπου σας χαρίζει τήν ζωήν καί σας δίδει καιρόν μετανοίας. Τό λοιπόν καί έσεΐς μή φανήτε άχάριστοι εις τόσην μεγάλην χάριν. Πώς; καί μέ τί τρόπον; έγώ νά σάς ειπώ. Άφού ό προειρημένος έκεΐνος Λούκιος έλαβε συγ-χώρησιν άπό τόν βασιλέα Αύγουστον, διά μεσιτείας τής βασιλίσσης Λυβίας, καθώς προείπομεν, έμετάβαλε τήν γνώμην του εις τό άγαθόν. "Αρχισε μέ μίαν έγκάρδιον άγάπην νά άγαπά τόν Αύγουστον, καί τόσον φίλος του άκριβός έγινεν, όπου όταν άπέθανεν, άφησε κληρονόμον εις τά ύπάρχοντά του μόνον τόν Αύγουστον. Καί τής βασιλίσσης τήν χάριν δέν έπαυε νά όμολογή, ευχαριστών αύτή μέ χιλίας γλώσσας εις όλην του τήν ζωήν, έτσι πρέπει νά κάμετε καί έσεΐς αδελφοί. Πρέπει νά μεταβάλετε τήν γνώμην σας εις τό άγαθόν' νά μετανοήσετε μέ μίαν ά-ληθινήν μετάνοιαν' πρέπει νά φυλάττετε δλας τάς έντολάς τοΰ Κυρίου, καί νά μή παραβαίνετε άπό αυτούς ούδέ μίαν μόνον. Πρέπει νά άφήσετε τάς κακίας καί άμαρ-τίας, καί νά έναγκαλισθήτε τάς άρετάς' πρέπει νά σπουδάσετε διά νά πάρετε όπίσω δλα έκεΐνα τά ύπερφυσικά καί φυσικά χαρίσματα, δπου έχάσατε διά τήν παράβασιν τών θείων έντολών καί πρέπει τέλος πάντων νά άγαπατε τόν Κύριον, διά τό άπειρον αύτό έλεος δπου έκαμεν εις έ-σάς. Εις δέ τήν Κυρίαν ήμών καί Δέσποιναν Θεοτόκον, νά μένετε πάντοτε ευχάριστοι εις δλην σας τήν ζωήν, έπι-καλούμενοι ημέραν καί νύκτα τό πανάγιον δνομά της, ψάλλοντες διαφόρους ύμνους εις έπαινον καί τιμήν καί δόξάν της Καί χαιρετώντες αύτήν μέ τούς γλυκυτάτους συνηθισμένους αυτής είκοσιτέσσαρας οίκους, τοϋτο έξαι-ρέτως συχνά συχνά πρός αύτήν νά φωνάζετε1 «χαιρε Κριτοϋ δικαίου δυσώπησις' χαιρε πολλών πταιόντων συγχώ-ρησις». Λέγετε είς αύτήν καί έκεΐνα τά έγκωμιαστικά λόγια, δπου τής πλέκει ό Χρυσορρήμων Ιωάννης λέγων' «ούδέν τοίνυν έν βίφ οίον ή Θεοτόκος Μαρία' περίελθε ώ άνθρωπε, πάσαν τήν κτίσιν τώ λογισμφ καί βλέπε, εί έ-στιν ίσον, ή μεϊζον τής άγίας Θεοτόκου Παρθένου" περι-νόστησον τήν γήν' περίβλεψον τήν θάλασσαν, πολυπραγ-μόνησον τόν άέρα* τούς ούρανούς τή διανοίςι έρεύνησον' τάς άοράτους πάσας δυνάμεις ένθυμήθητι καί βλέπε, εί έ-στιν άλλο τοιοϋτον θαϋμα έν πάση τη κτίσει» (Λόγος είς τήν άγίαν Παρθένον).

Επίλογος

Προσέχετε λοιπόν, προσέχετε λέγω σας καί τρίτον, προσέχετε είς τό έξης άδελφοί, νά μή παραβήτε πάλιν τάς έντολάς τοϋ Κυρίου. Διότι έάν έπάνω είς τήν παράβασιν αύτήν άποθάνετε, τότε δέν θέλει δυνηθή, ούτε αύτή ή Μήτηρ τοϋ Κυρίου νά σάς λυτρώση άπό τήν μέλλουσαν κόλασιν καί καταδίκην. Έπειδή ό Κύριος, κατά τοϋ όποιου άποστατήσατε, καί δέν ήθελήσατε νά βασιλεύση είς έσάς διά τής φυλακής τών έντολών του, θέλει δργισθή κατ’ έπάνω σας, καί θέλει προστάξει νά σάς φέρουν έμπροσθεν τοϋ φοβεροϋ κριτηρίου του, καί έκεΐ νά σάς κατασφάξουν ώς έχθρούς του καί άποστάτας καθώς είναι γεγραμμένον' «Πλήν τούς έχθρούς μου έκείνους τούς μή θελήσαντάς με βασιλεϋσαι έπ’ αύτούς, άγάγετε ώδε καί κατεσφάξατε έμπροσθέν μου» (Λουκ. ιθ' 27), τό όποιον άμποτε νά μή πάθητε άδελφοί άλλά μάλλον νά παραστα-θήτε μέ παρρησίαν καί τιμήν είς τό φοβερόν έκεΐνο βήμα διά τής φυλακής τών ζωοποιών έντολών" χάριτι τοϋ Κυρίου ήμών Ίησοϋ Χριστοϋ καί τή πρεσβείςι τής άειπαρθέ-νου Μαρίας καί πάντων τών άγίων. 

 Αμήν.






Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.