Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Περί τών δαιμόνων - Μέρος Α΄




ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ
Μέρος 
Α΄


Υπάρχουν δαίμονες;
Η διδασκαλία της Εκκλησίας μας μας λέγει ότι υπάρχουν δαίμονες, πνεύματα κι’ αυτοί, άύλα και ασώματα, αλλά πονηρά, σκοτεινά, πού αντιτάσσονται στο Θεό και επιδιώκουν την ψυχική καταστροφή και απώλεια των άνθρώπων. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις κατά τίς όποιες και σωματικώς βασανίζουν τον άνθρωπο και κάνουν τυραννική τη ζωή του εδώ κάτω στή γή, σύμφωνα με την άδεια και την παραχώρησι του Θεού, είτε πρός σωφρονισμό του αμαρτωλού, για να προκληθή ή συντετριμμένη μετάνοια είτε πρός δοκιμασία του δίκαιου, για να διαλάμψουν οι αρετές του.
Οι δαίμονες δεν εδημιουργήθησαν υπο του Θεού να είναι πνεύματα πονηρά, πνεύματα σκοτεινά, πνεύματα άκάθαρτα. Στην άρχή ήσαν άγγελοι φωτεινοί, όπως όλα τα ούράνια πνεύματα. Κυριεύθηκαν όμως από την αλαζονεία και την υπερηφάνεια, και επανεστάτησαν κατά τού Θεού με αρχηγό τον Εωσφόρο, ο όποιος ήταν ο άγγελος πού έφερε φως ύπέρλαμπρον.
Εζήτησε, ο Εωσφόρος, να γίνη όμοιος με τον Θεό στους ούρανούς και είπε: «Αναβήσομαι, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου, έσομαι όμοιος τω Υψίστω».186 Γι’ αυτό και εκρημνίσθη υπο του Θεού στον Άδη αυτός και όσοι άγγελοι τον έπίστευσαν και τον άκολούθησαν.Όλοι αύτοί έγιναν δαίμονες, πονηρά πνεύματα, ο δε αρχηγός τους ώνομασθηκε από τότε Σατανάς, πού σημαίνει ο άντικείμενος στον Θεό, ο αντάρτης, ο εχθρός και πολέμιος του Θεού.
Ο αρχηγός τους, ο Εωσφόρος, ο Σατανάς, είναι ο πατήρ του ψεύδους, όπως Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος τον ονομάζει. Είναι ο πειραστής, ο δράκων της απόκαλύψεως, ο όφις ο αρχαίος, πού παρουσιάσθηκε και στην Εύα για να την παρασύρη στην παρακοή και την άμαρτία, ο Βελίαρ, ο Βεελζεβούλ κατά την Καινή Διαθήκη, ο πλάνος και ο πλανών την οικουμένην, με θανάσιμο μίσος κατά του Θεού και με τυφλό πάθος κατά του ανθρώπου, ο άνθρωποκτόνος. Όμοιοι με αύτόν είναι και οι δαίμονές του.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας βεβαιώνουν ότι οι δαίμονες δεν έδημιουργήθησαν από τον Θεόν ακάθαρτοι ούτε ή φύσις τους ήταν πονηρή. Ήταν άγγελοι ελεύθεροι και άυλοι, με Θεογνωσία, καθαρότητα και αγαθότητα, πού έκαμαν όμως κακή χρήσι της έλευθερίας, με την όποια τους είχε προικήσει ο Θεός. Δεν έμειναν στην θέσι πού τους είχε βάλει ο πανάγιος Δημιουργός, αλλά Τόν ύβρισαν με την ύπερηφάνειά τους και ξέπεσαν από τα ούράνια.
Ο μεγας Αθανάσιος μας λέγει: Ο Εωσφόρος δεν έπεσε από τον ούρανΟ και έγινε σατανάς έξ αιτίας της πορνείας ή της μοιχείας ή της κλοπής ή του φόνου αλλά από την ύπερηφάνειά και την άλαζονεία του..187
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας αναφέρει ότι τον Εωσφόρο διάβολο τον εξέβαλε από την ούράνια αυλή Του ο Θεός, όταν τόλμησε να σκεφθή το «έσομαι όμοιος τω Υψίστω». Φαντάσθηκε ότι μπορεί αυτός, πού ήταν κτίσμα και ποίημα, να ανεβή στή φύσι και στην έξουσία τού τριαδικού Θεού.188 Καί όχι μόνον αύτό, συμπληρώνει ο μέγας Βασίλειος, αλλά φαντάσθηκε ότι μπορεί να γίνη και σύνθρονος με Εκείνον, πού είχε το κράτος και την παντοκρατορική εξουσία σε ολόκληρη τη δημιουργία...189
Κατά τη φύσι τους οι δαίμονες είναι πονηρά πνεύματα, με νου και με θέλησι. Ηταν άρχικώς άύλα πνεύματα, αγαθά, άναμάρτητα, αλλά «μή τηρήσαντες την εαυτών αρχήν», ένεκα ύπερηφανείας, εξέπεσαν και «δεσμοίς άϊδίοις ύπο ζόφον (αύτούς ο Θεός) τετήρηκεν»,190 όπως μας βεβαιώνει στην Καθολική του επιστολή ό’απόστόλος Ίούδας.’Αρα ή κακία τους δεν βρίσκεται μεσα στή φύσι τους, πού υπήρξε αγαθή, αλλά στην προαίρεσί τους. ’από αυτή την προαίρεσι τους, έγινε κακή χρήσις της ελευθερίας τους, και μετά την πτώσι τους άπέκτησαν άταλάντευτη κλίσι πρός το κακό.Ο διάβολος δεν μετανοεί, διότι άν πή "ήμαρτον", άν πή "Θεέ μου, συγχώρεσέ με", θά γίνη ξανά άγγελος φωτός. Αλλά, δεν το λέει και δεν θά το πή ποτέ.

Σέ μιά αγρυπνία του άγιου Κυπριανού, είχε έρθει μιά δαιμονισμένη. (Οι περισσότερες δαιμονισμένες είναι Μαρίες. Μισεί ο διάβολος, φαίνεται, το όνομα της Παναγίας).
Της είπα να έρθη μπροστά, την ώρα πού διάβαζα τις ευχές, γονάτισε εκεί και άφου τελειώσαμε τις εύχές του άγιου Κυπριανού, της λέω:
-Λοιπόν, τώρα, για να έλευθερωθής από την ακαθαρσία και τα δαιμόνια, πες τη λέξι "ήμαρτον".
-Δέν την λέω!
-Βρε, πές την!
-Δέν την λέω, δεν την λέω, δεν την λέω...
-Νά, θά παρακαλέσω τον κόσμο όλο, πού είναι εδώ, να πή τη λέξι "ήμαρτον".
-Φωνάξτε όλοι μαζί "ήμαρτον"!...
Καί φώναξε όλος ο κόσμος "ήμαρτοοον". Καί άκούστηκε σε όλη την Εκκλησία δυνατά.
-ΤΟ άκους; της λέω.
-Ψέμματα, ψέμματα, ψέμματα λένε. το λένε μόνο με το στόμα τους.Έγώ δεν θά το πώ ποτέ!!!
Όχι ότι ο διάβολος βλέπει τις καρδιές των ανθρώπων, αλλά γνωρίζει πέντε πράγματα για τον άνθρωπο, άνάλογα δηλαδή με τα πάθη, πού καλλιεργεί. Ασφαλώς πέντε, δέκα, είκοσι, από αύτούς πού ήσαν μεσα στον Ναό, δεν θά είχαν μιά ολοκληρωμένη μετάνοια. Έτσι δεν είναι; Άρα, λοιπόν, εκείνη την ώρα πού φώναξαν "ήμαρτον", το είπαν με το στόμα, δεν το είπαν με την καρδιά τους. Ελάχιστοι θά το είπαν με την καρδιά τους.191
Έτσι λοιπόν αυτός και οι άγγελοί του είναι σκοτεινά και μοχθηρά πνεύματα, άύλα μεν αλλά παχύτερα των φωτεινών’Αγγέλων, λεπτότερα όμως από μας τους άνθρώπους, γι' αύτΟ έχουν και τη δυνατότητα άνά πάσα στιγμή να περάσουν τοίχους, να διανύσουν άποστάσεις, να μήν τους εμποδίζουν κλειδαριές και σφραγίδες και να μπαίνουν μεσα στον άνθρωπο, και να ενοχλούν και την καρδιά και τον νού του. Βέβαια, σκοπός τους είναι να κάνουν κατοχή στην καρδιά, κυριεύοντας πρώτα τον νου."Ετσι έξασθενίζει ή θέλησις και ο άνθρωπος γίνεται δούλος των δαιμόνων, άφού πρώτα έχει γίνη δούλος των παθών του.
Συνεχώς οι δαίμονες άντιστρατεύονται το άγιο θέλημα τού Θεού και άντενεργούν στο άπολυτρωτικο έργο τού Κυρίου. Δεν θέλουν τη σωτηρία μας και μας μισούν θανάσιμα, «ίνα μή όθεν έξέπεσαν αύτοί, άνέλθωμεν ημείς»192 μας λέγει ο άγιος Κυπριανός.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας προτρέπει για να καταλάβουμε πόση είναι ή μανία τους, να ρίξουμε μιά ματιά στον Ίώβ, τού όποιου μεσα σε λίγες στιγμές καταστρέφει ο διάβολος όλα τα υπάρχοντά του, θανατώνοντας τα ζώα του και καταστρέφοντας τα
κτήματα του...193 Στή συνέχεια, με πλημμύρες και κεραυνούς φονεύει τα δέκα παιδιά του, επτά αγόρια και τρία κορίτσια, σε μιά στιγμή. Εμείς δεν μπορούμε να αντέξουμε τον θάνατο και τον απόχωρισμΟ ενός παιδιού, για σκεφθήτε τον Ιώβ! Δέκα παιδιά! και ασφαλώς ηταν και νέοι και νέες. Καί κατόπιν τού καταφέρει εκείνο το άλύπητο χτύπημα, επάνω στο σώμα του.Τόν γέμισε με πληγές ώστε να τον διώξουν οι άνθρωποι, να τον βγάλουν έξω από την πόλι και να κάθεται μόνος πάνω στην κοπριά. Εκεί δέ με μιά κεραμίδα έτριβε το κορμί του, για να νοιώση ο άνθρωπος αυτός της ΥΠΟΜΟΝΗΣ λίγη άνακούφισι.Έτσι είναι ο διάβολος, μισάνθρωπος. Επεμβαίνει στή ζωή μας και στο σώμα μας, διότι είναι και ανθρωποκτόνος.
την εποχή του άγιου Διονυσίου του έν’ Ολύμπω ζουσε κοντά στή Βέρροια ένας λόγιος χριστιανός, πού έπεσε σε μιά δαιμονική παγίδα.
Παρ’ όλο πού συνήθιζε -όπως κάθε χριστιανός- να προσεύχεται με το "Πάτερ ήμών" και να τελειώνη την προσευχή του με τα λόγια "Ρυσαι ήμας από του πονηρού", κάποια μερα άνοιξε από περιέργεια ένα βιβλίο μαγείας πού είχε πέσει στά χέρια του. Χωρίς, λοιπόν, να υπολογίζη τον κίνδυνο διάβασε λίγο, δοκιμαστικά, επικλήσεις του διαβόλου!
Έτσι κάποια νύχτα, ενώ κοιμόταν, είδε στον ύπνο του ένα γιγαντιαίο άράπη, πού του είπε:
-- Ήρθα, επειδή με κάλεσες! Εμπρός λοιπόν, άν θέλης να σ’ έ-ξυπηρετησω, προσκύνησέ με!
Ο άνθρωπος, έντρομος, του άποκρίθηκε:
-«Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω και αύτω μόνω λατρεύσω».
Τότε ο αράπης, γεμάτος θυμό, του έδωσε ένα φοβερΟ ράπισμα στο πρόσωπο και του είπε:
-- Αφού δεν με προσκυνάς, τότε γιατί με προσκαλείς;
Ο χριστιανός ξύπνησε, ένοιωσε αφόρητο πόνο στο πρόσωπο του και έβαλε τις φωνές και τα κλάματα.
Κάποιοι, πού τον άκουσαν, μαζεύτηκαν γύρω του και είδαν το μάγουλο του πρησμένο και κατάμαυρο. Παρουσίαζε δέ άποτρόπαιο και ελεεινό θέαμα.
Σέ λίγες μερες ή κατάστασι του χειροτέρεψε. Πρήσθηκε και μαύρισε όλο του το πρόσωπο τόσο πολύ, πού έκλεισαν τελείως τα μάτια του. Έστειλαν λοιπόν και κάλεσαν τον Άγιο Διονύσιο από το μοναστήρι του στον Όλυμπο, ο Άγιος έτρεξε αμέσως κοντά του και προσευχήθηκε πολύ γι’ αυτόν. Έψαλε Παράκληση στην Παναγία και τον έχρισε με άγιο έλαιον. Τότε ο δαιμονόπληκτος θεραπεύθηκε τελείως! Καί όλοι οι παριστάμενοι δόξασαν τον θεόν και τίμησαν τον πιστό δούλο Του Διονύσιο.194
Βέβαια, ο διάβολος πρώτα είναι Θεομάχος και ύστερα είναι μισάνθρωπος. «Εμίσησεν πρότερον, μας λέγει ο μεγας Βασίλειος, και ετραχηλίασε κατά του Θεού του παντοκράτορος, κατεφρόνησε του Δεσπότου, ήλλοτριώθη του Θεού. Έπειδάν (και όταν) είδε τον άνθρωπον "κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού", μή δυνάμενος εις Θεόν τραπήναι...» (δεν μπορούσε πλέον να πάη πρός τον Θεόν ούτε να βλάψη τον Θεό μπορούσε), τότε τί έκαμε; «...εις την εικόνα του Θεού την εαυτού πονηριάν εκένωσε».195 Όλη του την πονηριά την άδειασε στην εικόνα του Θεού, δηλαδή στον άνθρωπο.
Οι δαίμονες έχουν δύναμι;
Έχουν και πολύ μεγάλη μάλιστα. Πολύ μεγαλύτερη από τη δύναμι των ανθρώπων, αλλά μικρότερη των Αγγέλων και του Θεού. Προκειμενου να κάνουν κακό στους άνθρώπους, ο Θεός τους συγκροτεί και τους έμποδίζει, μή αφήνοντάς τους να χρησιμοποιούν ολόκληρη την δύναμι τους, αλλά επιτρέπει να έκδηλωθή αυτή τόσο, όσο χρειάζεται εις τον άνθρωπο για να σωφρονισθή, και στή δαιμονική κακία για να άποκαλυφθή μπροστά στά μάτια μας, ώστε να πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα.196 Αύτή είναι ή γνώμη και ή συμβουλή τού άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Ο πειρασμός είναι πάντοτε επιφανειακός. Δεν χτυπάει ποτέ στο κέντρο της καρδιάς. Δεν επιτρέπεται ποτέ στον διάβολο να θίξη την ψυχή μας ούτε με τη βία μπορεί να μας ύποτάξη: «Βία ού κρατεί, ούδέ τυραννίδι, ούδεν’ άναγκάζων, ούδέ βιαζόμενος» μας λέγει ο ίδιος Άγιος, «μόνον ύπόμνησιν του κακόύ ύποβάλλει».197 Ερεθίζει και διεγείρει τον άνθρωπο στο να διαπράττη το κακό.
Η δύναμίς του δεν είναι ποτέ προγνωστική, ο διάβολος δεν προγνωρίζει ποτέ άκριβώς και καθαρώς τα μέλλοντα. Ορισμένα όμως τα άντιλαμβάνεται από την πείρα πού έχει.
Γιατί μας πολεμεί ο διάβολος;
Πρώτον, μας πολεμεί εξ αιτίας της οκνηρίας μας. Εϊμεθα πνευματικά τεμπέληδες. Έρχονται δύσκολοι καιροί και δεν λαμβάνουμε τα μέτρα μας, γιατί είμεθα άδιάφοροι, να άντι μετωπίσου με τη μεγάλη φουρτούνα πού έρχεται και πού σαρώνει τα πάντα, άκόμη και την πίστι.
Πρέπει να τονωθή οπωσδήποτε ή πίστις μας με δουλειά πνευματική, με νηστεία, με άγρυπνία, με προσευχή, με προσπάθεια, με συμμετοχή στά Μυστήρια, είδικώτερα στή Θεία Εύχαριστία και στην ιερά Εξομολόγησι. Η έλλειψις δυνατής πίστεως και έργων πίστεως δίδουν δικαιώματα στον διάβολο να προκαλή πειρασμούς.
μας πολεμεί ο διάβολος, κατά δεύτερο, έξαιτίας της ύπερηφάνείας μας. Εϊμεθα ύπερήφανοι, κενόδοξοι, έγωιστές. Εξ αιτίας αυτού τού εγωισμού, της ύπερηφανείας, της κενοδοξίας και της άλαζονείας, παραχωρεί ο Θεός να πειραζώμεθα από τον διάβολο, για να μάθουμε την ταπείνωσι, αφού μόνον «όστις ταπεινώσει εαυτόν ύψωθήσεται».198 το κλειδί, πού θά μας άνοιξη την πόρτα τού παραδείσου, είναι ή ταπείνωσις.
Δυστυχώς, έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας. Νομίζουμε ότι όλα τα ξέρουμε. Τίποτε δεν ξέρουμε. Αυτό πού ξέρουμε, είναι πώς θά βγάζουμε τα μάτια μας καλύτερα... για να παραμείνουμε για πάντα τυφλοί. Νομίζουμε ότι είμαστε καλοί και εύάρεστοι στον Θεό...
Ο πονηρός μας πειράζει, άποβλέποντας στο να μήν πετύχουμε το καλΘ όπως πρέπει, όπως δηλαδή το θέλει ο Θεός, αλλά όπως βολεύει τα πάθη μας. Έτσι προκαλείται ο αύτοθαυμασμός, ή αύτονόμησις, ή κολακευτική αύτοϊκανοποίησις, ή έγωπάθεια και τέλος ή αύτοθέωσις. Καί ή ζημιά ολοκληρώνεται ή με τον έπαινο των άνθρώπων ή με τον έπαινο, πού προκαλούν οι ίδιοι οι λογισμοί μας.
Καί αύτοί άκόμα πού βρίσκονται μεσα στην Εκκλησία, έχουν ψευδαισθήσεις. Δεν βλέπουν μέσα τους τον δ ιάβολο-κόλακα, πού με τον λογισμό δημιουργεί "ανάπαυσι" και αύτοϊκανοποίησι. Δεν είσαι τίποτε, πάτερ Στέφανε, και άς σε καμαρώνουν και άς σε χειροκροτούν οι άλλοι.«Τάφος κεκονιαμενος.» Αύτο είσαι! Ναι, ο «Θεός ύπερηφάνοις άντιτάσσεται»199 και «Ο Θεός διεσκόρπισεν όστά άνθρωπαρέσκων».200
Ένας άπλός ίερεύς μου διηγήθηκε πολύ ταπεινά τα εξής:
«Μιά φορά ήρθε στην ιερά Εξομολόγησι κάποια δαιμονισμενη.~Ηταν έτοιμη να μου έπιτεθή. Είχε γουρλώσει τα μάτια, σηκώθηκε επάνω, μου έδειχνε τα νύχια της, τα δόντια της...
Πότε μούγκριζε σαν το βόδι και πότε φώναζε με μακρόσυρτες κραυγές σκύλου... Έπεσε κάτω μπρούμυτα και προσπάθησε να μου δαγκώση τα πόδια! την εμπόδιζε όμως το πετραχήλι, για μιά στιγμή φοβήθηκα. Καί μου λέγει με μουγκρητά και απειλητικά:
-Θα σε συντρίψω, θά σε διαλύσω... Δεν ξέρεις αυτή τη στιγμή τί φοβερή δύναμι διαθέτω!
Εγώ δεν μίλησα.
--Δέν μιλάς, έ; είσαι ο φοβερώτερος εγωιστής, πού έχω δει στή ζωή μου!
Κι εγώ της άπαντώ πολύ άπλα:
-Ναί, είμαι πράγματι εγωιστής και υπερήφανος, συγχώρεσέ με, και της έβαλα μετάνοια.
Οπότε λούφαξε το δαιμόνιο, έσκασε, την έρριξε κάτω και ελευθερώθηκε ή άρρωστη!
Η ταπείνωσις διά μέσου της πανευλογημενης Ιερωσύνης έδιωξε το δαιμόνιο». Δόξα Σοι, ο Θεός!201
Τρίτον, παραχωρεί ο Θεός τον πόλεμο, τον πειρασμό να μας ενοχλή, γιατί ο διάβολος έχει φθόνο, κακία, έχει πονηριά, πού εκδηλώνονται έτσι: με πειρασμούς, με θλίψεις, με στενοχώριες, με πιέσεις. Οι δαίμονες λοιπόν μας πειράζουν, όχι για τα σφάλματα πού έχουμε διαπράξει, αλλά για την τυχόν αρετή και προκοπή πού έχουμε πετύχει- αυτός ο πειρασμός είναι καλός και ώφέλιμος.
Τέταρτον, ζητεί ο διάβολος να μας φέρη σύγχυσι και ταραχή, για να μήν μπορούμε να προκόψουμε στο καλό και προπαντός για να τυφλώση και να έκμηδενίση τη μετάνοια μας. Φέρνει σύγχυσι στις πράξεις, και ιδιαιτέρως σύγχυσι στο νου μας και μας μπερδεύει, δημιουργώντας αμφιβολίες, όλιγοπιστίες και ταλαντεύσεις μεσα μας. Άν όμως ξυπνήσουμε από την διαμαρτυρία της συνειδήσεως, τότε θά έλθουμε σε αύτογνωσία. Η αύτογνωσία θά φέρη, την «οίκείαν
κατάγνωσιν», δηλαδή την αύτομεμψία. Η αύτομεμψία θά φέρη την κατά Θεόν λύπη, θά φέρη την κατάνυξι, το πένθος, τον πόνο, τη συντριβή. Άρα θά μας σηκώση από την πτώσι και τότε θά ζητησουμε οδηγό σωτηρίας. Θα τρέξουμε στην Εκκλησία για να σωθούμε. Θα φωνάξουμε: «Ιησού, υιέ Δαυίδ, έλέησον ήμας», «Κύριε Ιησού Χριστέ, έλέησόν με τον άμαρτωλό».
Παρά ταύτα όμως, ύπάρχουν πολλοί πού άρνουνται την ύπαρξι του διαβόλου. Λένε ότι δεν ύπάρχει, ότι είναι μιά άόριστη δύναμι του κακόύ. Είναι θλιβερό για τους χριστιανούς να αρνούνται μιά χιλιομαρτυρημενη αλήθεια της Αγίας Γραφής και της πίστεως. Η άρνησις του σατανά είναι θανάσιμη παγίδα, για να μπορή να μας "πιάνη" όλους, αφού δήθεν δεν ύπάρχει. Καί αυτή την ιδέα ο ίδιος την καλλιεργεί και την διαδίδει, γιατί χωρίς την ύπαρξι του διαβόλου οι άνθρωποι πολύ εύκολα άμαρτάνουν.
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον "Αόρατο πόλεμο" λέγει αναφερόμενος στο διάβολο: «Ήξευρε, (πρέπει να μάθης, χριστιανέ,) ότι και ο εωσφόρος και πρώτος των άγγέλων, ο οποίος προηγουμένως ήταν άνώτερος από την άλογη φαντασία και έξω από κάθε σχήμα και χρώμα και αϊσθησι, ώς νους λογικός και άύλος..., ύστερον φαντασθείς και σχηματίσας τον νου του με την ίσοθείαν, έπεσε από έκείνην την άνείδεον και ασχημάτιστον και άπαθή και ένιαίαν άύλίαν του νοός, κάτω, εις την πολυσχημάτιστον και πολυμεριστον και παχυλήν φαντασίαν..., κι έτσι από άγγελος άσχημάτ ιστός, άύλος και άπαθής, έγινε διάβολος ύλικός, τρόπον τινά πολύσχημος και εμπαθής...
...Ο διάβολος ονομάζεται ζωγράφος παντομίμητος, όφις πολύμορφος και την γήν των παθών εσθίων, φαντασιοσκόπος και άλλα πολλά, από τον ίδιο δέ τον Θεόν παριστάνεται ώς σωματοποιημένος δράκων με ουρά, με νεύρα, με πλευράς, με ράχη, με μύτη, με οφθαλμούς, με στόμα, με χείλη, με δέρμα, με σάρκες και άλλα όμοια τοιαύτα...».202
Ο Θεός, όταν κατεδίκασε, τρόπον τινά, τον διάβολο για την διαβολή, πού έκανε στην Εύα, του είπε: «και γήν φαγή πάσας τάς ή μέρας της ζωής σου».203 "Γη" είναι τα πάθη, πού εμφωλεύουν εις τό σώμα και τρέφονται άπ’ αυτά. Τρέφεται δηλαδή ο διάβολος από τα πάθη, γι αύτό φροντίζει να καλλιεργή μέσα στή γή της ψυχής μας τα πάθη. Γιά να μπορή από αυτά να συντηρήται. Αύτή είναι ή άποψις των Νηπτικών Πατέρων της Εκκλησίας.
Καί συνεχίζοντας ο άγιος Νικόδημος γράφει: «Όθεν, άγαπητέ μου άδελφέ και χριστιανέ, μάθε ότι ή ποικιλόμορφος φαντασία, επειδή άκριβώς είναι εφεύρημα και γέννημα του διαβόλου (είναι δηλαδή μεταπτωτικό φαινόμενο, πριν την πτώσι δέν ύπήρχε φαντασία), έτσι είναι και ποθητή κατά πολλά εις αύτόν. Επειδή κατά τους Αγίους είναι ή γέφυρα, διά μέσου της όποιας περνούν οι φονικοί δαίμονες και έτσι σμίγουν μέ την ψυχή και την κάνουν κατοικητήριο αισχρών, πονηρών και βλασφήμων λογισμών και όλων των άκαθάρτων παθών, ψυχικών και σωματικών...».204
Αύτό μας λέγει και ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης: «Νόες όντες ποτέ και αύτοί και της άύλίας εκείνης και λεπτότητος έκπεσόντες, ύλικήν τινα παχύτητα έκαστος κέκτηται (άπέκτησε ο καθένας από αύτούς κάποιο πάχος)...Καί συνεχίζει ο Άγιος: «Ύλώδεις πώς γεγονότες, ταίς των ύλικών παθών έξεσιν (οί δαίμονες)...».205
Γι’ αύτό λέμε ότι οι δαίμονες είναι παχύτεροι των Αγγέλων και λεπτότεροι των άνθρώπων. Έχουν την παχύτητα της άμαρτίας, πού είναι, τρόπον τινά, ύγρό στοιχείο. Γιά ύγρότητα, πού άποκτά ο νους, μας μιλάει και ο Μέγας Βασίλειος.206 Μιά "υγρασία" είναι ή παχύτης της άμαρτίας.
Επομένως, πρέπει να προσέχουμε πολύ τη φαντασία, πού είναι ή πλέον καταστρεπτική "γέφυρα των δαιμόνων". Οί δαίμονες βρίσκονται πέριξ της καρδίας και όχι μέσα σ’ αύτήν. Τά πάθη και οι λογισμοί βέβαια μας πολεμούν εκ της καρδίας, διότι λέγει ο Κύριος «έκ γάρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι...»207 Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμας τό βέβαιοί: «Ότι δέ και οι εχθροί δαίμονες τριγύρω εις την καρδίαν κρύπτονται και εύρίσκονται, κατ’ ενέργειαν όμως και ούχί κατ ούσίαν...»,208 δηλαδή δέν εύρίσκονται μέσα στήν καρδιά του άνθρώπου, έχοντας κατοχή, αλλά μόνο κατά την ένέργεια τους.
Τό ίδιο μαρτυρεί και ο άγιος Διάδοχος Φωτικής λέγων ότι: πρό μέν τού άγιου Βαπτίσματος ή θεία Χάρις παρακινεί τόν άνθρωπο στά καλά έξωθεν, ο δέ σατανάς εμφωλεύει στά βάθη της ψυχής και της καρδίας. Αφού όμως ο άνθρωπος βαπτισθή, ο μέν δαίμων έξω της καρδίας γίνεται, ή δέ Χάρις έσω...Δηλαδή ο δαίμων μας πειράζει από έξω, ή δέ Χάρις έμφωλεύει και βασιλεύει ώς θρόνος μέσα στήν καρδιά... Καί μετά τό Βάπτισμα, παραχωρείται να εύρίσκωνται στά βάθη του σώματος, σαν να πή κανείς στήν επιφάνεια της καρδιάς,
πρός δοκιμασίαν της ελευθερίας μας και του αύτεξουσίου, και από κεί καπνίζουν τόν νουν.,.μέ την ύγρότητα των σαρκικών ήδονών.209
Καί συνεχίζει ο άγιος Νικόδημος: « Διά τούτο λέγουσιν οι Πατέρες ότι οι δαίμονες δέν άγαπούν να ήξεύρουν οι άνθρωποι ότι αύτοί εύρίσκονται μέσα των, ϊνα μή, τούτο γινώσκοντες, διώκωσιν αύτούς από εκεί και πολεμώσιν αύτούς μέ τό όνομα του Ιησού Χρίστου, τό έν τη καρδία λεγόμενον...»210
Κάποτε ένας ίερεύς, ο πατήρ Δημήτριος, μου διηγήθηκε τό έ-ξής γεγονός, πού άκουσε ο ίδιος:
Κάποιος ιερομόναχος, είχε ένα δώρο, μιά εύλογία, από τόν επίσκοπο πού τόν έχειροτόνησε, τόν μακαριστό Νικόλαο Χαλκίδος. Ποιά ήταν ή ευλογία; ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι.
-Νά τό έχης, του είχε πεϊ, τυλιγμένο στο χέρι σου και όταν έχης δυσκολίες αλλά και οποτε θέλης να προσευχηθής, να τό κρατάς και συνεχώς να λέγης την εύχούλα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, έλέησόν με».Έτσι κι έκαμε.
’Ένα βράδυ ξύπνησε απότομα μέ την αίσθησι της παρουσίας κάποιου μέσα στο δωμάτιο.Άνοιξε τα μάτια του και είδε τρομαγμένος έναν γίγαντα μέχρι τό ταβάνι ψηλά... φοβερό, μέ μάτια πού πετουσαν φλόγες, να του λέη αγριεμένος:
-Άν τό βγάλης αύτό από τό χέρι σου, πού μου ρουφά τό αίμα σαν τη βδέλλα, εγώ θά σε κάνω δεσπότη! Καί συγχρόνως του έδε ιχνε τό κομποσχοίνι, πού ήταν τυλιγμένο στον καρπό του, γιατί κοιμόταν μ’ αύτό. Καί εξαφανίστηκε!
Ο ιερομόναχος, μέ τη συμβουλή του Πνευματικού του, δέν τό έβγαλε από τό χέρι του, αλλά και δεσπότης αξιώθηκε να γίνη.
Αύτή ή δαιμονική οπτασία τα λέει όλα. Είναι ή πλέον άποστομωτική άπάντησι σ' όλους εκείνους, κληρικούς και λαϊκούς, πού πολεμουν ή κοροϊδεύουν τό κομποσχοίνι και την εύχούλα.211
Στόν σατανά δεν ύπάρχει αλήθεια. «Ούκ έστιν αλήθεια έν αύτω».212 Είναι πηγή και πατήρ του ψεύδους, ο διάβολος, πού παρασύρει ολόκληρη την άνθρωπότητα μέ «τά νοήματα» και «τάς μεθοδείας»212 του στήν καταστροφή. Ο σατανάς είναι θετική κακή δύναμις γιά όλους μας. Έχει νουν, γνώσι, βούλησι, ελεύθερη θέλησι και
προσωπική δύναμι, πού του έδιδε την ικανότητα πρό της Άναστάσεως να έννοήση, έστω και σκιωδώς, ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεοϊι.
           Στό Σαραντάριον όρος λέγει στον Χριστόν: «εί υιός εί του Θεού, είπε ϊνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται».214
           Στή χώρα των Γαδαρηνών λέγει ή λεγεώνα των δαιμόνων στο Κύριο: «Τί ήμίν και σοί (τί έχεις μαζί μας), Ιησού υιέ του Θεού; ήλθες ωδε πρό καιρού βασανίσαι ήμάς;»215
Υπάρχουν δαίμονες, πού είναι πονηρότεροι ο ένας από τόν άλλον. Στόν σατανά ύπάρχει σοφία δαιμονιώδης και γνώσις δαιμονιώδης, «Ούκ έστιν αύτη ή σοφία άνωθεν κατερχόμενη, άλλ’ έπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης».216
Οί δαίμονες γνωρίζουν και πιστεύουν ότι ύπάρχει ΘΕΟΣ άληθινός. Άπό την δημιουργία τους, πριν πέσουν, γνώριζαν την ΤΡΙΑΔΙΚΟΤΗΤΑ του ΕΝΟΣ Θεού, και από τίς επιτιμήσεις του Χρίστου εναντίον τους μετά την ένανθρώπησί Του, άντιλαμβάνονταν έστω και σκιωδώς την Θεότητα Του. «Καί τα πνεύματα τα άκάθαρτα, όταν αύτόν έθεώ-ρουν, προσέπιπτον αύτώ και έκραζον λέγοντα ότι σύ εί ο υιός του Θεού». Καί τότε ο Ιησούς «πολλά έπετίμα αύτοίς (αύστηρά διέταζε τα άκάθαρτα πνεύματα, πού ήταν μέσα στους άνθρώπους), ϊνα μή φανερόν αύτόν ποιήσωσι».217
Βλέπομε δηλαδή να άναγνωρίζεται έστω και σκιωδώς ή θεότης του Χρ ιστού από τους δαίμονες και ταυτοχρόνως να έχη κρατηθή άποκε-κρυμμένη ή θεία σοφία, διότι έάν οι δαίμονες έγνώριζαν τό μυστήριο της σοφίας του Θεού, δέν θά έσταύρωναν τόν Χριστόν.
Οί Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι τους δαίμονες δέν τους άπάτησε, δέν τους ξεγέλασε ο Θεός, αλλά αύτοαπατήθηκαν οι ίδιοι, μή γνωρίζοντες τη σοφία του Θεού- διότι έχουν μερική γνώσι και όχι παγγνωσία, έχουν μερική σοφία και όχι πανσοφία.
Από τους πρώτους χριστιανούς μέχρι και ήμών, των σημερινών, σε όλους μας μία είναι ή βεβαιότης: ότι έρχεται ο πονηρός και άρπάζει τόν έσπαρμένο λόγο του Θεού από τις καρδιές των πιστών, από μέσα μας, γι αύτό είναι και θεομάχος και φθονερός. Δεν θέλει την πνευματική μας προκοπή. Ό,τι σπέρνεται στις καρδιές όλων μας, προσπαθεί είτε διά μέσου των παθών είτε διά μέσου της τετράγωνης λογικής, του όρθού λόγου είτε διά μέσου ασεβών άνθρώπων, να τό άφαιρέση. Νά βγάλη από μέσα μας τόν σπόρο,
τόν σωτήριο λόγο του Θεού. Προσέξτε πόσοι σας φέρνουν άντίρρησι μέσα από τό σπίτι. Γι’ αύτό λέγει ο Κύριος: «καί εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αύτου ».218
Ό διάβολος είναι αύτός, ο όποιος ώς φοβερό παράσιτο είχε ύποτάξει ολόκληρη την κτίσι στον θάνατο και τη φθορά.
Λοιπόν, να λάβουμε τα μέτρα μας. Ο διάβολος είναι παμπόνηρος και «άνθρωποκτόνος ην άπ’ άρχής».219 Φονεύει τις ψυχές μέ τό να σπέρνη την άμαρτία, την κακία, τόν φθόνο, την πονηριά, τη ζήλεια, τό ψεύδος, τόν θυμό, την οργή, την ύπερηφάνειά, την άσέλγεια και τόσα άλλα. Αλλά και σπρώχνει τόν άνθρωπο να σκοτώνη, όπως ο Κάϊν τόν ’Αβελ.
Ποιός φέρνει διχόνοιες και μίση; ποιός θηριομαχεί; ποιός μας βάζει να όργισθούμε εναντίον του οικείου μας και να δημιουργήσουμε φασαρία μέσα στο σπίτι; Εμείς, πού τόσο ο ένας άγαπα τόν άλλον, πώς σε μιά στιγμή μας έρχεται να τόν "ξεσχίσουμε"; Ποιός δημιουργεί έμφυλίους σπαραγμούς και πολέμους; Ο διάβολος! αύτός ο μεγάλος άπατεώνας.
Ό Εωσφόρος θέλησε να γίνη θεός, όχι από άγάπη πρός τόν Δημιουργό του, όπως ο μαθητής θέλει να μοιάση στον διδάσκαλό του, αλλά από φθόνο, από εγωιστική έπαρσι, μέ άνταρσία και άποστασία άπ’ τόν παναγαθο Θεό. Καί δυστυχώς τόν Εωσφόρο τόν άκολούθησαν στήν πτώσι του και πολλοί άλλοι άγγελοι, όσοι συγκροτούσαν κατάτή Παράδοσι τό δέκατο άγγελικό τάγμα.
Κι έτσι, άγγελοι και Εωσφόρος, μέ την έλεύθερη και θεληματική τους άποστασία, μετετράπησαν αύτόματα από αγαθούς σε κακούς. Δηλαδή, άπομακρυνόμενοι από την πηγή του Φωτός στερήθηκαν τό τριαδικό άκτιστο φώς και γέμισαν σκοτάδια, έγιναν σκοτεινοί. Αρνήθηκαν και στερήθηκαν την ίδια τους την αγαθή φύσι και μέ τη θέλησί τους -ελεύθερα- την έκαναν κακή. Η κακία λοιπόν ξεκίνησε από την προαίρεσι τους και όχι από την φύσι τους. Η μοναδική αιτία και άρχή του κακού είναι ή άρνησις και ή στέρησις του αγαθού." Ετσι τό κακόν δέν είναι κάτι πού προύπήρχε ή πού ύπάρχει άνεξάρτητα. Δεν είναι ύπαρξις. Δεν έχει άρχή. Είναι μία κατάστασις, πού συνδέεται άμεσα και απόλυτα μέ την έλευθερία και την θέλησι των προσώπων πού τό διαπράττουν.
Κάποιος ασκητής είχε φθάσει σε τόσο μεγάλα ύψη άγιότητος και άρετής, ώστε συνομιλουσε μέ τους Αγγέλους. Κατέβαιναν οί Άγγελοι και έπιανε κουβέντα μαζί τους, κι έτσι γνώριζε, διά του Αγίου Πνεύματος και διά μέσου των Αγγέλων, τις άποκαλύψεις και τα μυστήρια του Αγίου Θεού και τα πράγματα του ούρανου και της Βασιλείας Του. .
Καί όχι μόνο μιλούσε μέ τους Αγγέλους, αλλά μιλούσε και μέ τόν διάβολο. Τόση δύναμι είχε.
Λυπήθηκε, λοιπόν, τόν διάβολο γιατί τόν έβλεπε να είναι κακομούτσουνος, άσχημος, βρώμικος, σκοτεινός, τρισάθλιος..., καί του λέει:
-Βρέ φουκαρά, τί θά γίνη μέ σένα; Γιά σένα δέν υπάρχει σωτηρία; Αύτός έκανε ότι τάχα άναρωτιέται και ο ίδιος!
--Έ, ξέρω έγώ;... Λές να ύπάρχη;...
-Καλά, θά τό κανονίσω εγώ! Θά τό κανονίσω. Φύγε και έλα σε μερικές ήμερες να τα ξαναπούμε, του είπε ο άσκητής.
Κατέβηκαν λοιπόν πάλι οί Άγγελοι, ποιός ξέρει; ίσως και γιά να του φέρουν και ούράνια τροφή...(γεγονός είναι αύτό) και τους ρώτησε:
-Τί θά γίνη μέ τόν διάβολο;
-Θά σου απαντήσουμε, του είπαν οι Άγγελοι.
Κάποια στιγμή, πήραν την άπάντησι από τόν Θεό και την είπαν στον άσκητή. Όταν λοιπόν ξαναεμφανίστηκε ο δαίμονας, αύτός μέ χαρά του είπε:
-Τρέξε διάβολε! Υπάρχει και γιά σάς σωτηρία! Ο Θεός περιμένει μόνο μιά λέξι, αλλά βγαλμένη από την καρδιά σας.
-Ποιά λέξι; ρώτησε ο διάβολος.
-«ΗΜΑΡΤΟΝ»
-Έμεϊς να πούμε αύτήν τη λέξι; Αύτός να την πή!(Ό Θεός δηλαδή!!!)
Καί έσκασε ο δαίμονας μπροστά στον όσιο άσκητή, άφήνοντας πίσω του βρωμιά, καπνό και δυσωδία, αυτά πού άφήνουν οι δαίμονες, όταν σκάνε.220
Ό Εωσφόρος, ο διάβολος, (Εωσφόρος: είναι ο άνατέλλων ήλιος ή αύτός πού φέρει τό φως) και οι άγγελοί του, μετά την άποτυχία τους να γίνουν όμοιοι μέ τό Θεό, δηλαδή θεοί, δέν θέλησαν να μετανοήσουν και να έπιστρέψουν και πάλι κοντά στον παναγαθο Τριαδικό Θεό. Εάν ήθελαν, θά μπορούσαν, όπως μπορεί και ο άνθρωπος. Καί ΤΩΡΑ άν πούν «ήμαρτον», ξαναγίνονται φωτεινοί Άγγελοι. Αύτοί όμως άντιθέτως έγιναν έντελώς άναίτια και άδικα άσπονδοι και θανάσιμοι εχθροί του Θεού! Αύτό άκριβώς ύπήρξε και είναι ή αιτία της σταθεροποιήσεως του διαβόλου-σατανά και των άγγέλων του, θεληματικά, μόνο στο κακό.
Ο διάβολος ούτε θέλει ούτε άγαπα πλέον τό αγαθό, τό καλό, τό φως, την άλήθεια και την άρετή. Έτσι λοιπόν, μετά τη θεληματική και έλεύθερη έκπτωσί του από τό αγαθό και την αγαθή του φύσι, ο Εωσφόρος και οι άγγελοί του διεστράφησαν τόσο πολύ, ώστε από φθόνο να μισούν θανάσιμα και τελείως άδικα τόν πανάγιο Θεό και μαζί τα αγαθά και εύτυχισμένα κοντά Του πλάσματα, Αγγέλους και άνθρώπους.
Τί μπορούσε όμως να κάνη ο διάβολος ώς περιορισμένο πλάσμα ένάντια στον άπειρο και παντοδύναμο Πλάστη του και Θεό; Τίποτα! Αλλά ούτε και τους αγαθούς Αγγέλους μπορούσε να βλάψη, μετά τη σταθεροποίησί τους στο αγαθό-καλό. Έτσι στράφηκε μέ πολλή μανία, κατά της εικόνας του Τριαδικού Θεού, δηλαδή κατά του άνθρώπου, πού ήταν τόσο εύτυχισμένος στον παράδεισο.
           Ο διάβολος είναι συκοφάντης. Η λέξις «διαβολή» προέρχεται από τό ρήμα «διαβάλλω», πού σημαίνει «συκοφαντώ». Συκοφαντώ θά πή: ψεύτικα κατηγορώ. Οί ψεύτικες κατηγορίες είναι συκοφαντίες και ή συκοφαντία είναι διαβολή, άρα πράξις διαβολική. Από την άνταρσία κατά του Θεού, εκείνος πού άντιστέκεται στο Θεό, ο εχθρός και πολέμιος του Θεού, ώνομάσθηκε σατανάς. Από τις συκοφαντίες και τα ψεύδη κατά του Θεού, κατά τής Εκκλησίας Του, κατά της άρετής, κατά του αγαθού, κατά των Αγγέλων, κατά των Αγίων και όλων των καλών, ώνομάσθηκε διάβολος.
           Ο διάβολος είναι και πονηρός. Τί σημαίνει πονηρός; Η λέξις είναι σύνθετη και παράγεται από τό «πένομαι» καί« πονώ». Είναι δηλαδή ο μόνος πραγματικά πένης, φτωχός, γυμνός και τρισάθλιος. Είναι γυμνός και τρισάθλιος, γιατί στερείται της Χάριτος του άγιου Θεού, του φωτός της δόξης Του και της κοινωνίας μαζί Του. Έχει άπομακρυνθή άπ’ Αύτόν κι αυτή ή άπομάκρυνσις τόν γέμισε από
πόνο, και δυστυχία. ΚΓ αυτή την ανέκφραστη δυστυχία, αυτή τη γύμνια κι αύτόν τόν πόνο, θέλει να την μεταδώση και στους άνθρώπους. Γι’ αύτό θέλει να μας άπομακρύνη από τόν Θεό, γιατί κάθε άνθρωπος, πού είναι άπομακρυσμένος από τόν Θεό, είναι δυστυχισμένος.
           Είναι ο διάβολος πένης και φτωχός, γιατί στερείται τόν άπειρο πλούτο της ούρανίου Βασιλείας του Θεού και συγχρόνως βέβαια πονάει άφόρητα, γιατί στερείται της χαράς, της αγάπης, της άύλου δό-ξης και της θείας μακαριότητος.
           Ονομάζεται όμως και πειράζων ή πειραστής. Συνεχώς πειράζει τόν άνθρωπο. Τόν βάζει σε σκληρές δοκιμασίες, ή γιά να τόν λυγίση ή γιά νάτόν παραπλανήση. Ακόμα και σε Άγγελο φωτός μετασχηματίζεται, γιά να άπατήση και να παραπλανήση τόν πιστό χριστιανό, σαν άρχιαπατεώνας, που είναι.
           Λέγεται άκόμα και «κοσμοκράτορας του σκότους τού αίώνος τούτου».221 Όχι βέβαια κοσμοκράτορας μέ απόλυτη έννοια, αλλά μέ την έννοια ότι κυριαρχεί και βασιλεύει όσο διαρκεί ή παρούσα ζωή στους κακούς άνθρώπους και όχι στους έναρέτους. Σ’ αύτούς βασιλεύει και σ’ αύτούς είναι άρχοντας και θεός.
           Επίσης ο διάβολος στήν'Αγία Γραφή ονομάζεται και δαίμων ή δαιμόνιον.
Όσοι από τους άνθρώπους είναι αιχμάλωτοι των παθών, γίνονται αιχμάλωτοι και του διαβόλου. Αν καλλιεργούμε τα πάθη, τόν διάβολο ύπηρετουμε, γι' αύτό όλη μας ή προσπάθεια θά είναι να χτυπηθούν τα πάθη, πού σκοτίζουν τόν νου. Ο άγώνας πού γίνεται από την Εκκλησία μέσα από τα σωστικά Μυστήρια της, ιερά Έξομολόγησι και Θεία Κοινωνία, είναι γιά να φωτισθή ο νους. Μόνον άν φωτισθή ο νους μας, θά άπαλλαγούμε από τα πάθη.
Γιά να διατηρήση τόν σκοτισμό του νου, ο διάβολος, χρησιμοποιεί κυρίως τό οίκειον περιβάλλον, μέ σκοπό να μήν θεραπευθή ο άνθρωπος. Θεραπεία σημαίνει άποκατάστασι της κοινωνίας μετά του Τριαδικού Θεού, χαρά, τιμή και δόξα γιά την ψυχή, άπειρο και άνέκφραστο μεγαλείο, όχι μόνο « έν τω ούρανώ»222 αλλά και στήν καρδιά του πιστού άνθρώπου.
Χρειάζεται άγώνας, γιά να ΜΗ συγκαταριθμηθούμε μεταξύ των κακών. Πολλές φορές παρ’ όλον πού έξομολογούμεθα, και μάλιστα μερικοί πολύ τακτικά, δέν διαπιστώνουμε προκοπή, άπαλλαγή από
τα πάθη, τις αδυναμίες και τις κακίες μας. Καί αύτό γιατί ή δέν σάς δίδονται σωστά οι συμβουλές από μένα ώς Πνευματικό ή εσείς δέν έργάζεσθε σωστά τις συμβουλές, όπως κι’ έγώ έναντι του δικού μου Πνευματικού. Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια γιά να άξιοποιήσουμε τα φάρμακα καίτά μέσα, πού μας δίδει ή Αγία μας Εκκλησία. Προσπάθεια γιά να άποκαταστήσουμε την ψυχική μας ύγεία, να φύγουμε από την τύφλωσι και να δούμε τό φως τού Θεού. Καί μέσα άπ’ αύτό τό φως θά δούμε και τόν εαυτό μας, θά δούμε και τους άλλους.
Τό κράτος, και ή εξουσία του διαβόλου, άρχισε να περιορίζεται συνεχώς μέ τήν ένανθρώπησι του Κυρίου μας Ιησού Χριστου.Όσο πυκνώνουμε τη συμμετοχή μας στά άγια Μυστήρια -άλλά όπως πρέπει- τόσο και πιό πολύ εξουδετερώνεται ή δύναμις και ή προσβολή του διαβόλου. Αύτή ή εξουσία πρόκειται να καταλυθή παντελώς μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας.
Γιατί ο Θεός δέν περιόρισε τελείως την δύναμι του διαβόλου;
Είναι ένα έρώτημα, πού μας άπασχολεί. Η άπάντησις είναι: πρός δοκιμήν! Καί γιά να φαίνεται και ή μεγάλη και ή άπειρη εύσπλαγχνία του άγιου Θεού. Τό άνεκτίμητο δώρο της ελευθερίας ο παναγαθος Θεός δέν τό καταργεί στον άνθρωπο, δέν τό ξαναπαίρνει πίσω από τα λογικά πλάσματά Του. Διά της ένανθρωπήσεως του Κυρίου και διά των παναγίων Μυστηρίων, ο άνθρωπος μπορεί, ΑΝ ΘΕΛΗ, να κάνη καλή χρήσι αύτήςτής ελευθερίας. Τώρα μπορεί!!!
Η δύναμις του διαβόλου, σύμφωνα μέ μαρτυρίες δαιμονισμένων είναι δύναμις-άδυναμία. Είναι κεντρί, πού δέν μπορεί να μας δηλητηριάση, άν εμείς δέν τό θέλουμε. Είναι σαν τό λυσσασμένο σκυλί, πού γαυγίζει και θέλει να μας φάη, αλλά είναι δεμένο μέ άλυσίδες. Γιά να μας δαγκάση αύτός ο σκύλος, πρέπει να πάμε κοντά του, νάτου άπλώσωμε τό χέρι μας και να τό βάλουμε στο στόμα του. Εμείς μέ τη θέλησί μας.
Κάποιος μοναχός, καθόταν έξω από την Μονή των Ίβήρων μέ πολλή και μεγάλη θλίψι. Παρ’ όλη την θλίψι του όμως, σηκώθηκε να προσευχηθή. Μόλις ύψωσε τα χέρια του πρός την Ύπεραγία Θεοτόκο, πού είναι ιστορημένη πάνω από την πύλη της Μονής, ένοιωσε ότι έπαθε μιά παράξενη άλλοίωσι. Μία ούράνια δροσιά και ένας θείος γλυκασμός έσταζε από την άγία εικόνα της Παναγίας στήν καρδιά του, ή όποια σαν πηγήάνέβλυζε δάκρυα.





Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με αναφορά πηγής προέλευσης το Ιστολόγιο μας :



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.