Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Περί τών δαιμόνων - Μέρος Β΄




ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ
Μέρος B΄

Ό μοναχός κατελήφθη από έκπληξι και θαυμασμό, ενώ συγχρόνως "σηκώθηκε" τό κάλυμμα της διανοίας του και είδε μέ τα νοερά μάτια του τόν σατανά να κρύβετα ι σαν κλέπτης πίσω του, στήν άκρη του πεζουλίου, από τό φόβο της Θεοτόκου.
Όταν είδε ο διάβολος τόν μοναχό να σηκώνεται γιά προσευχή, από φθόνο, έτρεξε σκυφτός και μέ φόβο, μήπως τάχα και καταφλεγή από τη θεία αστραπή της Παναγίας Θεοτόκου και έπεσε σαν σκύλος πίσω από αύτόν και του έπιασε έλαφρά τα πόδια, διότι δέν τολμούσε να τόν κοιτάξη ούτε στά μάτια, και έλεγε: «’ Ιδού του κυνός κατάβρωμα μέλλεις γενέσθαι!...».
Ό μοναχός φοβήθηκε και άφήνοντας την προσευχή, κοιτούσε πίσω του τόν πονηρό.
Η Δέσποινά μας από ψηλά του έλεγε: «Μη φοβάσαι!...».
Αύτός στρεφόταν πρός την Θεοτόκο, αλλά όταν ο δαίμονας τόν φοβέριζε, πάλι γύριζε πρός έκείνον.
Η Παναγία μας μέ φωνή πραεϊα και πολύ γλυκέιά ξανάλεγε: «Μη φοβάσαι!...Όσοι μέ τιμούν και μέ ευλαβούνται, άς μη δειλιούν και φοβούνται, διότι εγώ τους φυλάπω από κάθε κίνδυνο».
Ακούσε λοιπόν τόν λόγο Της τρεις φορές και όμως πάλι στράφηκε από τό φόβο του πίσω.
Τότε άμέσως άφαιρέθηκε άπ αυτόν ή μελισταγής εκείνη γλυκύτης και θεία κατάνυξις, πού δέν είχε ποτέ ξανανοιώσει. Η καρδιά του ψυχράνθηκε και έμεινε περίλυπος, διότι στερήθηκε γιά την παρακοή του μιά τέτοια χάρι και γλυκύτητα.223
Κάνουμε μιά δυναμική πορεία όλοι μας, από τη γή πρός τόν ούρανό. Γιά άλλους θά κρατήση τριάντα χρόνια, γιά άλλους δέκα, γιά άλλους πενήντα, γιά άλλους δέκα μέρες. Ο δρόμος της ζωής, είναι μία ανηφορική λεωφόρος στήν οποία συναντούμε δύο πράγματα: Σκυλιά πού γαυγίζουν, ώραιότατα αλλά και δεμένα, και ελκυστικές βιτρίνες. Αν κάθε φορά πού μας γαυγίζει ένας παιχνιδιάρης και ύπουλος σκύλος, καθόμαστε και συνομιλούμε μαζί του, πότε θά φθάσουμε στο τέρμα! Περιφρονουμε, λοιπόν, τα γαυγίσματα αύτών τών σκύλων, και προχωράμε παραπάνω όπου συναντούμε τις ελκυστικές βιτρίνες της άμαρτίας, πού μας αιχμαλωτίζουν. Έτσι κάνουμε και στή ζωή: ξεχνάμε τόν προορισμό μας, σκαλώνουμε, πεθαίνουμε και δέν προλαβαίνουμε να φθάσουμε στο τέρμα!
Ό μεγάλος Αγιορείτης ήσυχαστής, άσκητής και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής ο Γέροντας Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης μας λέγει τα έξης:

«Μιά νύχτα, καθώς εύχόμουν άδιαλείπτως, ήρθα σε θεωρία κι ο νους μου, όχι τό σώμα μου, ήρπάγη εις ένα κάμπον.Έκείήσαν κατά τάξιν και κατά σειράν μοναχοί συντεταγμένοι γιά μάχη... Ένας ύψηλός ολόλαμπρος στρατηγός ήρθε κοντά μου και μου λέγει:
--Θέλεις να μπής και να πολεμήσης στήν πρώτη γραμμή;
Κι εγώ του άπάντησα ότι σφόδρα επιθυμώ να πολεμήσω μέ τους "αιθίοπας" πού βρίσκονταν απέναντι, όπου ήσαν στήν άλλη πλευρά, ώρυόμενοι και πνέοντες πυρ ώς άγριοι σκύλοι, όπου μόνον ή θεωρία τους σου έπροξένει φόβον. Άλλά σε μένα δέν ύπήρχε φόβος, διότι είχα τοσαύτην μανίαν εναντίον τους, όπου ήθελα να τους ξεσκίσω μέτά δόντια μου. Είναι αλήθεια -λέγει ο Γέροντας Ιωσήφ - ότι και ώς κοσμικός ήμουν τοιαύτης ανδρείας ψυχής.
Τότε λοιπόν μέ χωρίζει ο στρατηγός από τίς γραμμές όπου ήταν ή πληθύς των πατέρων μοναχών και άφου περάσαμε τρεις τέσσερες γραμμές συνταγματικώς, μ έφερε στήν πρώτη γραμμή, όπου ήσαν ένας-δύο ακόμη κατά πρόσωπον εναντίον των άγριων δαιμόνων. Καί αύτοί ήσαν έτοιμοι να όρμήσουν αλλά κι εγώ έπνεον εναντίον τους πυρ και μανία. Εκεί μέ άφησε ο στρατηγός λέγοντάς μου:
--Όποιος έπιθυμεί να πολεμήση άνδρείως μέ αύτούς, εγώ όχι μόνο δέν τόν εμποδίζω αλλά και τόν βοηθώ.
Ήρθα στον έαυτό μου και σκεφτόμουν: «Άραγε, τί πόλεμος θά είναι αύτός; Άπό τότε άρχισαν οι άγριοι πόλεμοι των δαιμόνων, πού δέν μέ άφησαν σε ήσυχία νύχτα-μέρα. Άγριοι πόλεμοι, άγριώτατοι. Μία ώρα δέν μπορούσα να ήσυχάσω. Άλλά κι έγώ μέ μανία τους πολεμούσα...
Έξι ώρες κάθε βράδυ έως εννέα καθισμένος στήν προσευχή, δέν έπέτρεπα και δέν συγχωρούσα στον νου μου να βγή από την καρδιά. Άπό τό σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχε σαν βρύσι, ποτάμι. Ξύλο άλύπητο, έπάνω μου τα ξύλα έσπαζαν. Εγώ όχι. Πόνος και δάκρυα πολλά, ποτάμια τα δάκρυα, άκρα νηστεία χωρίς έλεος, χωρίς έλεος! και όλονύκτιος άγρυπνία...
Οκτώ ολόκληρα χρόνια κάθε νύχτα και μέρα αύτό τό φοβερό μαρτύριο.Έφευγαν οι δαίμονες και φώναζαν "μάς έκαψε, μας έκαψε!" Όπου έτυχε μιά νύχτα και τους άκουσε και ο πλησίον μου άδελφός ξενιζόμενος, άπορώντας δηλαδή,γιά τό ποιοι ήσαν αύτοί, πού φώναζαν μέσα στήν άγρια νύχτα. (Πρόκειται γιά τόν συνασκητή του, τόν πατέρα Αρσένιο.)
Καί επιτέλους, κατέπεσα. Κι όπως καθόμουν σαν νεκρός και καταπληγωμένος, αισθάνομαι κάποιος ν’ ανοίγη την πόρτα του κελλιού μου και να μπαίνη μέσα. Δεν γύρισα να δώ, έλεγα μονάχα συνέχεια την εύχούλα. Αισθάνομαι όμως κάποιος να μέ γαργαλάη από κάτω. Στρέφω και βλέπω τόν δαίμονα, όπως είναι κασίδης, κασιδιάρης, ή πληγωμένη του κεφαλή να βρωμάη απαίσια...Πετάγομαι έπάνω και ώρμησα σαν θηρίο να τόν πιάσω.
Καί όπως τόν έπιασα, είχε τρίχες χοίρου- και έγινε άφαντος! Στήν άφή μου άφησε την αΤσθησι των σκληρών τριχών του και την βρώμα στήν όσφρησί μου. Επιτέλους άπ' αυτή τη στιγμή έρράγη ο πόλεμος και έπαυσαν όλα και ήλθε ή ειρήνη στην ψυχή και τελεία απαλλαγή εξ όλων των παθών...» (Άπό κείνη τη στιγμή έγινε τελείως απαθής, ο άγιος αύτός ασκητής).
Εδώ τελειώνει ο Γέροντας Ιωσήφ τη διήγησί του. Άλλα τό ίδιο βράδυ, είχε και δεύτερη εμπειρία, ή οποία μας βοηθά πάρα πολύ στον πόλεμο κατά τού διαβόλου.
«...Έν τέλει εκείνη τη νύχτα ήλθα και πάλιν εις έκστασιν και βλέπω ένα μέρος πολύ ευρύχωρο, πού τό χώριζε μιά θάλασσα. Αύτός ο εύρύχωρος τόπος ήταν στρωμένος παντού μέ παγίδες πολύ καλά κρυμμένες, ώστε δέν έφαίνοντο.
Έγώ ήμουν σ’ ένα μέρος πολύ ψηλό και τα έβλεπα όλα σαν σε θέατρο. Καί αύτό τό μέρος έπρεπε να τό περάσουν όλοι οι μοναχοί.
Μέσα δέ στή θάλασσα ήταν ένας φοβερός δαίμονας, πού τα
μάτια του έβγαζαν φλόγες. Εξαγριωμένος έβγαζε τό κεφάλι του κάθε τόσο και κοίταζε! πιάνονται στις παγίδες;
Καί οι περισσότεροι δυστυχώς απ’ τους μοναχούς περνούσαν χωρίς φόβο, χωρίς προσοχή κι έτσι άλλος έπιάνετο από τόν λαιμό και τόν λάρυγγα, άλλος άπ’ τη γλώσσα, άλλος άπ’ τα μάτια, άλλος άπ’ την κοιλιά, άλλος άπ’ τη μέση, άλλος άπ’ τό στόμα, άλλος άπ’ τό χέρι, άλλος άπ τό πόδι, λίγο πολύ, σχεδόν όλοι εκτός εξαιρέσεων, έπιάνοντο από κάπου.
Καί ο δαίμονας βλέποντας τις έπιτυχίες του εγελούσε χαίρων και άγαλλόμενος. Εγώ δέ έλυπούμην σφόδρα και έκλαιγα.
--Άχ, έλεγα, πονηρέ δαίμονα! Τί μας κάνεις και πώς μας πλανάς! Ηρθα πάλι στον εαυτό μου και ήμουν μέσα στο καλυβάκι μου...»224
Γιά να πή κανείς ότι δέν φοβαται τόν διάβολο, πρέπει να τόν διακρίνη ή πνευματική ανδρεία έν Χριστώ Ιησού, όπως τόν άγιο Ιωσήφ, μέ άκρα νηστεία, μέ όλονύκτιες αγρυπνίες, μέ αδιάλειπτη προσευχή, μέ σκληρή κακοπάθεια, μέ απόλυτη εγκράτεια και μέ όλοντόν ύπόλοιπο κατάλογο των ασκητικών αγώνων. Έτσι δέν φοβάται!
Γιά να φύγη αύτός ο φόβος του διαβόλου, πού δέν είναι δουλικός αλλά προληπτικός, απαιτείται θείος έρωτας και αγάπη πολλή, διότι «ή τελεία αγάπη έξω βάλλει τόν φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει»225 και ή κόλασις είναι τό βασίλειον του σατανά, των πονηρών πνευμάτων, των δαιμόνων. Ο αγιασμός, ή τελείωσις, ή θέωσις κατέχονται από τό πλήρωμα των αρετών, πού είναι ή αγάπη. Αγάπη, όμως, όπως την προσφέρει ο Ίδιος ο Κύριος, χάριν της όποιας έπαθε κι έφθασε «μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυρού».226
Όλο οι Άγιοι έπαιρναν τα μέτρα τους- δέν έφοβούντο, αλλά πρόσεχαν. Παρ’ όλο πού ο Χριστός ήλθε να καταλύση την δύναμη τα έργα και την εξουσία του διαβόλου, έν τούτοις απαιτούνται μέτρα, προφυλάξεις και προσοχή άπ’ τους χριστιανούς, γιατί αυτά δείχνουν σύνεσι. Πρέπει να είμεθα συνετοί. Αν γίνουμε θρασείς, θά πέσουμε στήν ύπερηφάνειά και έτσι πάλι θά μας νικήση.
Προσευχή, προσοχή και νήψις μέρα-νύχτα, είναι τα πλέον απαραίτητα μέτρα, κατά τό: «γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ϊνα μή είσέλθητε εις πειρασμόν».227 Πρέπει να ύπάρχη και ή έγρήγορσις και ή προσευχή και ή προσοχή. Γιατί πολλές φορές μπορεί να έχη
προθυμία τό πνεύμα, αλλά τό σώμα δέν συνακολουθεί. Γι’ αύτό διά του πνεύματος να άναπτύσσεται ή διαρκής προσοχή και προσευχή.«Νήψατε, γρηγορήσατε- ο άντίδικος ύμών διάβολος ώς λέων ώρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη- ω άντίστητε στερεοί τη πίστει».228 Δηλαδή πρός αύτόν τόν άντίπαλον, τόν διάβολο, άντισταθήτε, στηριγμένοι στερεά στήν πίστι. Πίστις μας χρειάζεται, διότι πίστις ώς κόκκος σινάπεως μετακινεί όρη, εξουδετερώνει πολεμίους, κάνει θαύματα, φωτίζει τόν νου.
Ό διάβολος πειράζει τόν άνθρωπο όχι όσο θέλει, αλλά όσο του έπιτρέπεται από τόν Θεό, και πάντοτε άνάλογα μέ τίς δυνάμεις μας. Δεν χρησιμοποιεί βία ο διάβολος, δέν μας έξαναγκάζει, δέν παραβιάζει τό αύτεξούσιον και την θέλησί μας- κάνει μόνον γλυκειά ύπόμνησι του κακού. Μάς δίνει ένα λουλούδι γεμάτο άγκάθια από μέσα, μας προσφέρει ένα γλυκό, γεμάτο δηλητήριο. Μας προτρέπει, μας ψιθυρίζει, μας εξαπατά. Η δύναμίς του δέν είναι ποτέ καταναγκαστική ούτε προγνωστική. Παρά ταύτα πρέπει να παίρνουμε τα μέτρα μας, να άσφαλιζώμεθα μέ όσα μέσα μας χορηγεί ή Εκκλησία μας.
Σέ τέσσερα πράγματα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στον άγώνα μας εναντίον του διαβόλου, κατά τόν άγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο:
           Πρώτον, ότι ο παναγαθος Τριαδικός Θεός στο πρόσωπο του ένανθρωπήσαντος Λόγου, Ιησού Χριστού, είναι ο μόνος Σωτήρας και Λυτρωτής. Άλλος δέν ύπάρχει.
           Δεύτερον, ότι ο εαυτός μας είναι άδύνατος και άρρωστος από τα πάθη.
           Τρίτον, κατά τό παύλειον «πάντα ισχύω έν τώ ένδυναμούντι με Χριστώ»,229 ή ένωσις μετά του Χριστού μπορεί και νικά τόν διάβολο.
Νικιέται ο διάβολος, κατατροπώνεται, έξουδετερώνεται, καταργείται ή εξουσία του, όταν ζούμε μαζί μέ τόν Χριστό.
           Καί τέταρτον, ότι ο διάβολος είναι κρυφός και ύπουλος εχθρός, δέν είναι φανερός. Αν ήταν φανερός, όλοι θά φυλαγόμασταν. Στήν ψυχή μας δέν μπορεί να κάνη κακό, παρά μόνον άν του δώσουμε έμείς τό δικαίωμα και την άδεια. Μας πειράζει δέ τόσο, όσο του έπι-τρέπει ο Θεός.230
«Άντίστητε τω διαβόλω, και φεύξεται άφ’ ύμών»231 μας λέγει ο
Αδελφόθεος Ιάκωβος. Αύτό είναι και προτροπή και διαβεβαίωσις συγχρόνως του Θεού ότι: όταν άνθιστάμεθα στον διάβολο, όταν προβάλλουμε σθεναρά άντίστασι εναντίον του, τότε απομακρύνεται από κοντά μας- «Ύποτάγητε ούντω Θεω.,.έγγίσατε τω Θεώ, και έγγιεί ύμίν. Καθαρίσατε χείρας άμαρτωλοί και άγνίσατε καρδίας δίψυχοι»,232 δηλαδή ύποταχθήτε στο Θεό μέσω της Εκκλησίας. Πλησιάστε τόν Θεό και ο Θεός θά σάς πλησιάση. Καθαρίστε τα "χέρια" της ψυχής σας άμαρτωλοί και εξαγνίστε τις καρδιές σας όλοι έσείς οι δίψυχοι.
Κατά τό κείμενον αύτό του Αγίου Ιακώβου άποκαλούμεθα "δίψυχοι". Θέλουμε και λίγο Θεό και λίγο κόσμο- και λίγη πίστι και λίγη άπιστία- τό πρωί στήν Εκκλησία, τό βράδυ στον χορό της άμαρτίας. Γι’ αύτό ύπάρχει εύθύς άμέσως ή αύστηρή άγιογραφική προειδοποίησις:       «ταλαιπωρήσατε (δηλαδή, αίσθανθήτε την
άθλιότητά σας) και πενθήσατε και κλαύσατε». Καί παρακάτω: «ταπεινώθητε ενώπιον του Κυρίου, και ύψώσει ύμάς».233 Νά οι τρόποι μέ τους όποιους άντιμετωπίζεται άποτελεσματικά και σωτήρια ο διάβολος. Ούτε φόβος ούτε τρόμος, αλλά ταπείνωσις και ό,τι άλλο ώφελεί. Κι έκείνο πού μας δίνει θάρρος και κουράγιο, είναι ή βεβαιότης ότι «μείζων έστίν ο έν ύμίν ή ο έν τώ κόσμω».234 Είναι άσύγκριτα πιό ισχυρός ο Χριστός, πού ένεργεί, πού κατοικεί και πού βασιλεύει μέσα μας, παρά ο σατανάς, πού ένεργεί μέσα από τόν άμετανόητο και τόν άποστατημένο κόσμο της άμαρτίας.
Όσοι από μας στηρίζονται στον σταυρωθέντα Λόγο και την Εκκλησία Του, διά της ταπεινώσεως, της άγιωτάτης άδιαλείπτου προσευχής, των θειοτάτων άρετών και των παναγίων Μυστηρίων δέν φοβούνται ούτε και τρέμουν τις κρυμμένες παγίδες του διαβόλου, τις στημένες πλεκτάνες του, τις άπειλές του και «τά πεπυρωμένα βέλη» του, «τά καθ’ ήμών δολίως κινούμενα».235 Αύτοί τα πάντα ισχύουν έν τώ ένδυναμούντι αύτούς Χριστώ.
«Τίποτε δέν μου είναι πιό ποθητό από σας, ούτε αύτό τό φως, γιατί μυριάκις θά εύχόμουν ο ίδιος να τυφλωθώ, έάν ηταν δυνατόν μ’ αύτό να σώσω τις ψυχές σας. Ναι, είλικρινά σας λέω ότι και από τό ίδιο τό φώς πιό γλυκέιά, μου είναι ή σωτηρία σας»,236 αυτά λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έγώ τούτα τα λόγια δέν μπορώ να τα πώ. Εκείνο πού μπορώ να πώ είναι ότι θέλω να σωθώ κι έγώ μαζί σας. Γι’ αύτό και συνεχίζουμε γιά τόν θανάσιμο έχθρό της ψυχής μας, τόν διάβολο.
Είναι δύσκολο κανείς να περιγράψη τόν σατανά ή διάβολο, τους δαίμονες και τίς ενέργειες τους. Χρειάζονται "κότσια", κι εγώ δέν τα έχω- είμαι άμαρτωλός. Οί Άγιοι, πού ξέφυγαν από τή σκληρή επιρροή των δαιμόνων, αύτοί και μόνο μπορούν να διακρίνουν πολύ καθαρά τους πολυποίκιλους τρόπους μέ τους οποίους ένεργούν.Έτσι, μέσα άπ’ τίς εμπειρίες των Πατέρων τής Εκκλησίας μας μαθαίνουμε κι εμείς τα μηχανεύματα των πονηρών πνευμάτων και τίς μεθοδείες πού χρησιμοποιούν, γιά να κρατούν στήν έξουσία τους τους άνθρώπους. ΚΓ εγώ ο ελεεινός και άνάξιος σ’ αύτήν την άγιασμένη πείρα των θεοφόρων Πατέρων τήςΕκκλησίας μας στηρίζομαι, αλλά και στήν άγια πείρα των Γεροντάδων του Αγίου Όρους. Όλοι τους, -μέ τη Χάρι και τη δύναμι του Σωτήρος Χρίστου-, νίκησαν και εξευτέλισαν τόν διάβολο.
Κάποιος ευλαβής ίερεύς είχε την εύλογημένη συνήθεια να σηκώνεται στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα και γιά τέσσερις ωρες να προσεύχεται "κατά μόνας" μέχρι τίς επτά τό πρωί. Στή συνέχεια μετέβαινε κανονικά στο Ναό όπου εφημέρευε, γιά να κάνη την καθιερωμένη ακολουθία του Όρθρου.
Μοναδική του πνευματική φροντίδα ήταν να πολέμα την ύπερηφάνεια καλλιεργώντας την ύψοποιό ταπείνωσι, την όποια δίδασκε κατά πρώτον μέ τη ζωή του και ύστερα μέ τους λόγους του και τίς συμβουλές.
Κάποιο βράδυ "είδε" (σωματικά ή ψυχικά, δέν ξέρει!) ένα πλήθος αγίων Αγγέλων να τόν συνοδεύουν στις προσευχές του και συγχρόνως να τόν φυλάσσουν μέ πύρινες ρομφαίες από τους δαίμονες, πού ήθελαν όχι μόνον να τόν ένοχλήσουν, αλλά άν μπορούσαν και να τόν κατασπαράξουν. Η παρουσία τους όμως τόν γέμισε από πίστι, από σιγουριά και άσφάλεια, αφού οι Άγγελοι είναι οι άγιασμένοι φρουροί και φύλακες «τών ψυχών και των σωμάτων ημών».
Ασυναίσθητα, λέγοντας την ευχούλα «Κύριε Ίησου Χριστέ έλέησόν με», διέκοψε την προσευχή του και πήγε στά δωμάτια των εννέα παιδιών του, της πρεσβυτέρας και του ύπέργηρου πατέρα του. Καί είδε στον καθένα τους, πλάι στο προσκεφάλι τους, ότι ύπήρχε από ένας Άγγελος-φύλακας!...Καί στο βάθος είδε "δεμένους" τους δαίμονες, άδυνατώντας να τους βλάψουν.
Καί τότε κατάλαβε εκείνος ο παπούλης, πώς όσοι από τους λειτουργούς του Ύψίστου ή από τους άπλους και θεοσεβείς γονείς στηρίζουν όλη τους την έλπίδα στο Θεό, Αύτός τους φυλάει από κάθε κίνδυνο και κακό διά των άγιων Αγγέλων Του.
Ένα βροχερό χειμωνιάτικο απόγευμα, πού ο ίερεύς αύτός άνεπαύετο, λόγω άσθενείας στο κρεββάτι του, ο μεγάλος του γυιός, σήμερα κι αύτός στις τάξεις των κληρικών, είδε έναν Άγγελο δίπλα στον κοιμισμένον πατέρα του, όχι μόνον να τόν φυλάσση, αλλά και να του σφουγγίζη τόν ιδρώτα του μετώπου του!
Χριστιανοί μου και αυριανοί αναγνώστες. Νά μήν φοβώμεθα. Δεν είμεθα ποτέ μόνοι μας, άν άγωνιζώμεθα σωστά. Μαζί μας είναι πλήθος άγιων Αγγέλων, πού είναι σταλμένοι από τόν Θεό, γιά να μας φρουρούν, να μας ενδυναμώνουν στή πίστι, να μας προστατεύουν από μυρίους κινδύνους και να μας φωτίζουν. Γι αύτό να προσευχώμεθα μέ πολλή πίστι και πνεύμα μετανοίας και συντριβής.237
Νά ξέρετε ότι δημιουργούνται πολλοί πνευματικοί κίνδυνοι, διότι, όση ώφέλεια παίρνετε από την άποκάλυψι της κακίας των δαιμόνων, τόση και μεγαλύτερη θά ξεσπάση πάνω μου ή μανία τους. Τό δικό σας κέρδος γίνεται δικός μου πόλεμος. Οί απειλές πληθαίνουν, όσο αύξάνεται στις ψυχές σας ή πνευματική πρόοδος. Άλλά «ό λόγος τού Θεού ού δέδεται».238 Πρέπει να κηρύσσεται τό Εύαγγέλιο, να εύαγγελίζεται ο λαός του Θεού. Η σωτηρία ανήκει σε όλους τους άνθρώπους.’Αλλωστε, τους γνησίους και αγνούς εύαγγελιστάς, τους ιερείς και ποιμένας των λογικών προβάτων φυλάσσει ιδιαιτέρως ή Χάρις τηςΊερωσύνης.
Ό λόγος γιά τους δαίμονες θά είπωθή κατά δύναμιν, γιά να πάρετε και σείς τις δικές σας πνευματικές προφυλάξεις -όπως βέβαια πρέπει να τις πάρω κι εγώ- ώστε να προσπέσουμε όλοι μαζί, μέ απόλυτη εμπιστοσύνη στή θεία Πρόνοια του Τριαδικού Θεού, ο Όποιος μας διαβεβαιώνει μέ τόν άγιογραφικό Του λόγο οτι δέν θά μας έγκαταλείψη: «ού μή σε άνώ ούδ’ού μή σε έγκαταλίπω».239 ΚΓ αύτό είναι αλήθεια. Άλλωστε, «εί ο Θεός ύπέρ ήμών, τις καθ’ ήμών;».240 Εάν ο Θεός είναι μαζί μας, ποιός μπορεί να είναι εναντίον μας; Κανένας! Ούτε όλες οι στρατιές των δαιμόνων μέ τόν Εωσφόρο τους μαζί!
Υπάρχουν πολλών ειδών δαιμόνια;
Η άπάντησις είναι, ναι. Κάθε πάθος έχει τόν δικό του δαίμονα, τό ίδιο κάθε άδυναμία, κάθε πειρασμός και κάθε κακία. Άλλα δαιμόνια ενοχλούν τό σώμα και άλλα διεγείρουν τίς αισθήσεις: αυτά είναι τα παχύτερα των δαιμόνων- όμως τα φοβερώτερα και τα λεπτότερα πολεμούν την ψυχή μέσα από τους λογισμούς.
Ό μεγάλος άσκητής και όσιος, ο Κύριλλος ο Φιλεώτης, μας διηγείται τό έξης γεγονός, όταν άκόμη ήταν αρχάριος στήν πνευματική-άσκητική ζωή του.
«Κατά την διάρκεια μιας νυκτερινής μου άγρυπνίας μέ προσευχή στο όνομα του Ιησού Χρίστου, εντελώς άπροσδόκητα εμφανίσθηκε μπροστά μου τό εσωτερικό ένός ώραιοτάτου Ναου, στον όποιον έτελείτο ή Θεία Λειτουργία.
Ο λειτουργός ίερεύς ήτο ένας πολύ γνωστός μου και εύλαβέστατος έρημίτης ιερομόναχος, πού έξερχόμενος της Ωραίας Πύλης μέ τό άγιον Ποτήριον στά χέρια του και χωρίς νά έκφωνήση τό «Μετά φόβου Θεου, πίστεως και άγάπης προσέλθετε» μέ κάλεσε μέ τό όνομά μου γιά να κοινωνήσω των Αχράντων Μυστηρίων.
Κι έγώ, άνταποκρινόμενος, στο κάλεσμά του βάδισα μηχανικά και μέ φόβο πολύ πρός την Ωραία Πύλη, ταυτόχρονα όμως και μάλλον από συνήθεια έκανα τόν Σταυρό μου λέγοντας:
--Χριστέ μου, σ’ έμένα τόν άνάξιο; και ώ του θαύματος! «βροντή γέγονεν»! Άκούσθηκε μιά φοβερή βροντή και τα πάντα διαλύθηκαν μέσα σε καπνό, και άπαίσια δυσοσμία γέμισε όλο τό κελλί μου!
Γιατί όμως; Τόν έζωσαν τα "φίδια". Εξ’ αίτίας ποιών πτώσεων λογισμών έπήρε αύτό τό δικαίωμα ο διάβολος;
Καί άμέσως θυμήθηκε τη δοκιμασία πού ύπέστη από αδελφούς συνασκητές και τό πώς συγκατατέθηκε σε πολύ λεπτές και ψιλές προσβολές ύπερηφάνειας, κατακρίσεως, κενοδοξίας και ιδιαιτέρως της οίήσεως. Συγκατατέθηκε, αίχμαλωτίσθηκε και έπεσε.
Πολλές φορές μιά θανάσιμη άπροσεξία στους λογισμούς μπορεί να μας όδηγήση στήν αιώνια κόλασι της ψυχής μας. Ο διάβολος εκμεταλλεύεται και τίς πλέον ελάχιστες άφορμές γιά
να κυριεύση και να σατανοποιήση την ψυχούλα μας.241
Τά λεπτότερα δαιμόνια, στον αβάπτιστο άνθρωπο, σαν φαρμακερά φίδια -μάς λέγει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής- φωλιάζουν στο βάθος της καρδίας. Όταν όμως βαπτισθή ο άνθρωπος στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εκτοπίζονται από τη σωστική Χάρι του Χρίστου και παραμονεύουν πλέον γύρω από την καρδιά.242
Παρενθετικά, θά άναφερθούμε έν συντομία στή θεωρία των Μασσαλιανών, πού ύποστηρίζουν ότι στο ίδιο μέρος, δηλαδή στήν καρδιά του πιστού μπορούν να συγκατοικούν ο Χριστός και ο διάβολος, πράγμα άπαράδεκτον, άνήκουστον και άπορριπτέον από την Ορθόδοξη διδασκαλία της Εκκλησίας μας.
Οί δαίμονες κινούνται σαν σκοτεινά νέφη πέριξ της καρδίας και όχι εντός αύτής, και μετασχηματίζονται σε διάφορες προκλητικές ή λογιστικές φανταστικές εικόνες, όπως είναι του έγωϊσμού, της ύπερηφάνειας, της έπάρσεως, του αύτοθαυμασμού, της αύτολατρείας, της άρχομανίας, της κενοδοξίας, των θαυμαστών επιτευγμάτων και μεγαλομανίας, της κοσμικής δυνάμεως και εξουσίας, του πλούτου, της σωματικής ώραιότητος...
Από τα άπειρα πάθη, δημιουργούνται πολυποίκιλες ψευτοθεωρίες και φαντασιώσεις στή ψυχή, από τους λεπτούς δαίμονες, μέ σκοπό να άποσπάσουν τό νου από την Τριαδική Χάρι και να τόν ένώσουν μέ τα ψεύτικα και φανταστικά είδωλα, πού δημιουργούν έντός της. Τά πονηρά πνεύματα προβάλλουν εικόνες δελεαστικές- συνήθως δέ τα ’ίδια μετασχηματίζονται σε είδωλα, ελκυστικά, άναλόγως πού ρέπει ή ψυχή μας. Κι όταν ο νους μας -θεληματικά και αυτάρεσκα-ένώνεται μέ αυτά τα είδωλα, τότε μοιχεύει ή ψυχή, διότι ούσιαστικά ενώνεται μέ τα είδωλα του δαίμονος, και τότε έχουμε ψυχοσωματική συμμετοχή στήν άμαρτία.
Πολλές φορές, μας λέγουν οι Πατέρες, μαλώνουν τα δαιμόνια μεταξύ τους, παρ’ όλο πού συμμαχούν γιά την καταστροφή της ψυχής. Τότε, τα λεπτότερα δαιμόνια, πού ερεθίζουν την ψυχή μέ τους λογισμούς, συγκρούονται μέ τα παχύτερα, πού ερεθίζουν και πειράζουν τό σώμα και τις αισθήσεις. Γιατί μαλώνουν μεταξύ τους; Γιατί και οι δυό κατηγορίες των δαιμόνων θέλουν την καταστροφή της ψυχής, ή κάθε μιά γιά λογαριασμό της, ώστε να καμαρώνουν και να καυχώνται στον άρχισατανα τους γιά την πτώσι ή μάλλον γ ιά τό
πτώμα, πού του παρουσιάζουν. Πτώμα γίνεται ή ψυχή, σιχαμερό και σκοτεινό, όταν μέ την αμαρτία ο διάβολος της άφαιρέση τό φώς. Αύτό φαίνεται και στο πρόσωπο, ειδικά όταν ο χριστιανός πάη να κοινωνήση μέάκάθαρτη ψυχή, άπροετοίμαστη και άναξία.
Υπάρχουν επίσης κατηγορίες δαιμόνων, πού ή μιά είναι πονηρότερη της άλλης. Τό βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «Όταν δέ τό άκάθαρτον πνεύμα έξέλθη από του άνθρώπου, (καί εξέρχεται έξ’ αιτίας της μετανοίας) διέρχεται δι’ άνύδρων τόπων (περνά από τόπους ερημικούς και άνυδρους ) ζητούν άνάπαυσιν, (ζητώντας να άναπαυθή) και ούχ εύρίσκει (άλλά άνάπαυσι δέν βρίσκει- άνάπαυσι βρίσκει, όταν κυριεύη μέ τά πάθη τόν άνθρωπο). Τότε λέγει (τό δαιμόνιον)· εις τόν οίκόν μου έπιστρέψω όθεν έξήλθον (νά έπιστρέψω στο σπίτι μου, από όπου βγήκα)· και έλθόν εύρίσκει σχολάζοντα και σεσαρωμένον και κεκοσμημένον. Βρίσκει δηλαδή τόν άνθρωπο άμέριμνο, μή εργαζόμενο τίς συμβουλές, πού του έδωσε ή Εκκλησία, αλλά διατεθειμένον να δεχθή και πάλι τόν παλαιό επισκέπτη και γνώριμο, δηλαδή τό πάθος του. Τό δωμάτιο της ψυχής ειχε προηγουμένως καθαρισθή και στολισθή μέ τη μετάνοια, αλλά ο άνθρωπος τό άφησε έτσι, δέν τό φρόντισε περισσότερο, λόγω άμέλειας και άκηδίας. Τότε (αύτό τό δαιμόνιο, όταν βλέπη ότι τό σπίτι είναι έρημο και άφύλαχτο) πορεύεται και παραλαμβάνει μεθ’ έαυτου έπτά έτερα πνεύματα πονηρότερα έαυτου, (δηλαδή πηγαίνει και βρίσκει άλλα έπτά, πιό πονηρά άπ’ αύτό) και είσελθόντα (όλα μαζί) κατοικεί έκεϊ».243 Άύτή λοιπόν είναι ή απόδειξις γιά την ύπαρξι πονηροτέρων πνευμάτων.
Ο Εύαγγελιστής Μάρκος μας περιγράφει τό θαύμα πού έγινε, όταν ένας πατέρας έφερε στο Χριστό τό παιδί του, πού είχε πνεύμα άλαλον και κωφόν».244 Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμας λέγει ότι τό πνεύμα αύτό, τό κωφόν και τό άλαλον, είναι τό δαιμόνιον της άκολασίας.245 Ώς κωφόν δέν θέλει ν’ άκούση τόν θείο λόγο και ώς άλαλον δέν θέλει να προσευχηθή στο όνομα του Θεού ούτε και να ψάλη ύμνους και ώδές πνευματικές. Κι έμείς, όμως, πολλές φορές, ούτε ν’ άκούσουμε θέλουμε τό λόγο του Θεού ούτε και να μιλούμε γι’ αύτόν!
Όπως ύπάρχει τό ακάθαρτον πνεύμα και τό δαιμόνιον της άκολασίας, ύπάρχουν και τ’ άντίστοιχα δαιμόνια γιά όλα τα πάθη:
           Τό φοβερώτερο και τό λεπτότερο άκάθαρτο πνεύμα είναι της ύπερηφανείας και της οίήσεως.
Τί είναι οίησις;
Οίησις είναι να πιστεύης ότι είσαι "κάτι", και παρά την εργασία την πνευματική, πού γίνεται μέσα σου και πού είλικρινά προσπαθείς αε όλα τα μέσα πού διαθέτει ή Εκκλησία να άγωνισθής, και ενώ λέγεις -μόνο ΛΕΣ, όμως!- ότι είσαι άμαρτωλός, εντούτοις μέσα σου βλέπεις και πιστεύεις ότι διαφέρεις από τους άλλους άνθρώπους. Λες: "Δέν είμαι κλέφτης, δέν είμαι φονιάς, δέν είμαι ναρκομανής, όπως είναι τόσοι και τόσοι".«Ούκ είμί ώσπερ οι λοιποί των άνθρώπων, αρπαγές, άδικοι, μοιχοί,246 φονείς, ψεύτες, άσεβείς»... Αν πιστέψουμε οτι διαφέρουμε από τους άλλους, αυτή ή πίστις μας είναι ή οίησις. Είναι τό λεπτότερο πνεύμα ύπερηφανείας. Λίγο-πολύ μας διακρίνει όλους και έρχεται από μιά φυσική σύγκρισι, πού γίνεται άνάμεσα σε μάς, πού άγωνιζόμεθα, και στους άλλους, είτε μέ τους αμελείς είτε μέ τους άγωνιζομένους έν Χριστώ.
Οίησις είναι άκόμη, τό χειρότερο και τό φοβερότερο άπ’ όλα τα πάθη του άνθρώπου, όπως και ή πονηριά πού την άκολουθεί. Είναι τόσο σκοτεινή, όσο πιστεύει ο δυστυχής χριστιανός ότι τα γνωρίζει όλα (ό ξερόλας)καί τόσο άνόητη όσο άγνοεί την άγνοιά της.
Η διόρθωσις του πάθους αύτου έπιτυγχάνεται ώς εξής: Μόλις δούμε κάποιον αμαρτωλό, πού έχει μία κακία, πού τυχόν δέν την έχουμε εμείς -τουλάχιστον φανερά, γιατί κρυφά μπορεί να την έχουμε- να συγκρίνουμε τόν εαυτό μας μέ τόν άγιο Αντώνιο, μέ τόν Μέγα Βασίλειο, τόν άγιο Αθανάσιο, τόν άγιο Νικόλαο, την άγια Συγκλητική... πού μας ξεπερνούν στις άρετές.
Τό πνεύμα της ύπερηφανείας καλεί, γιά μεγαλύτερη καταστροφή της ψυχής μας, και άλλα λεπτότερα σκοτεινά άκάθαρτα πνεύματα, πού συνεργάζονται μαζί του: όπως της περιέργειας, της άσπλαγχνίας, της σκληρότητας, της άλαζονείας, της ιδιορρυθμίας, της άνυπακοής, της άνυπομονησίας, της αυθάδειας, της ασέβειας, της όλιγοπιστίας, της άμφιβολίας, της ύποκρισίας, της άχαριστίας, της άναίδειας, της φιλαρχίας, της βλασφημίας...
Κάποτε ένας άσκητής, ύστερα από πενήντα χρόνια άσκήσεως στήν έρημο της Παλαιστίνης, είπε:
--Ας πάω κι εγώ να ξεκουραστώ στον παράδεισο. Παίρνει λοιπόν τό ραβδάκι του και πάει στον παράδεισο. Φθάνει άπ’ έξω και χτυπάει την πόρτα του παραδείσου.,
-Ποιός είναι; ρωτάει από μέσα μιά γλυκέιά φωνή.
-Έγώ, Χριστέ μου, ο πατήρ Φιλάρετος, άπαντα ο άσκητής.
Καμμιά άπάντησις.Η πόρτα παρέμεινε κλειστή. Περίμενε, πε-ρίμενε, περίμενε... Βλέποντας ότι δέν άνοιγει, πήρε τό ραβδάκι του και ξαναγύρισε στήν έρημο. Κάθησε άλλα δέκα χρόνια λυπημένος, σκεπτικός. Καινούργια άσκησι, νέοι αγώνες, πολλή προσπάθεια και κόπος γιά αύτογνωσία.
Πέρασαν τα δέκα χρόνια και ξαναπήγε στον παράδεισο. Ξαναχτύπησε την πόρτα.
--Ποιός είναι; πάλι ή ίδια γλυκέιά φωνή άκούσθηκε να ρωτα.
Η άπάντησις του άσκητού:
--Η εικόνα Σου, Χριστέ μου! Καί ή πόρτα άνοιξε και ή άγκαλιά του Χρίστου τόν δέχθηκε!247
Μέτό "έγώ, Χριστέ μου" κανένας δέν μπαίνει στον παράδεισο, στον τόπο του Θεού. Δεν θά μας σώση ο Θεός γιά τα καλά μας έργα ούτε γιά τίς εντολές πού τηρήσαμε ούτε γιά τίς άρετές πού καλλιεργήσαμε ούτε γιά τό πόσες πολλές φορές συμμετείχαμε στά πανάγια Μυστήρια, αλλά γιά την ταπείνωσι, πού είχαμε στήν καρδιά και πού δείξαμε έμπρακτα στή ζωή μας. Ο Θεός μας σώζει, βεβαιώνει ή πείρα των οσίων Πατέρων τής Εκκλησίας μας, μόνο γιά την ταπείνωσι μας.
           Δεύτερο λεπτό φοβερό άκάθαρτο πνεύμα είναι τό της κενοδοξίας.
Αύτό συνεργάζεται μέτά δαιμονιστής καυχήσεως, της παρακοής, της άνθρωπαρέσκειας, της προβολής, της δυσπιστίας, της φιλονικίας, του φθόνου, της άσυμφωνίας κ.ά. Αύτό τό δαιμόνιο της κενοδοξίας, γιά να τραφή, βάζει άλλους άνθρώπους γύρω μας να μας κολακεύουν, να μας έπαινουν άκαίρως, να μας δοξάζουν, να μαςτιμούν ύπερβαλλόντως και να μας προσφέρουν δήθεν εύλάβεια και δήθεν σεβασμό, γιατί πολλά ξέρουμε και τάχα κάτι είμαστε.
Όπως είναι πολύ δύσκολο να άπομακρύνουμε τους σκύλους από τα κρεοπωλεία, έτσι άσυγκρίτως πιό δύσκολο και πιό επίπονο είναι να μεταβάλη κάποιος την κενοδοξία σε ταπείνωσι και πένθος. Καί είναι άξιον άπορίας, πώς μπορούμε να περιφρονουμε τους καθημερινούς επαίνους των συνανθρώπων μας, χωρίς προηγουμένως να έχουμε γευθή τα έπουράνια αγαθά.
           Τρίτο άκάθαρτο και λεπτό δαιμόνιο είναι τό της πλεονεξίας.
Αύτό συνεργάζεται μέ άλλα πονηρά πνεύματα: της φιλαργυρίας, της κλοπής, της άπάτης, του ψεύδους, της επιορκίας, της προδοσίας, της ύστεροβουλίας, της τοκογλυφίας, της σκληροκαρδίας.
           Τέταρτο άκάθαρτο πνεύμα είναι της ασελγείας.
Αύτό δουλεύει πολύ επικίνδυνα μέ τα δαιμονικά είδωλα των σαρκικών άπολαύσεων και μέ τα πάσης φύσεως είδωλα φιλήδονης έρωτικής σαρκικής διαστροφής, όπως αύτές περιγράφονται στήν πρός Ρωμαίους επιστολή του’Αποστόλου Παύλου.248
           Πέμπτο είναι τό άκάθαρτο πνεύμα τής οργής.
Αύτό είναι γνωστό ότι συμμαχεί μέ τόν θυμό, την άντιλογία, τό πείσμα, τη φιλονικία, την θρασύτητα, τις βλασφημίες, τις κατάρες, τους γογγυσμούς, την βία, άκόμη και τόν φόνο.
           Έκτο λεπτό και άκάθαρτο πνεύμα, πού καταταλαιπωρεί τόν όλο άνθρωπο ψυχοσωματικά, είναι ή ακηδία.
Αύτό έχει γιά συνεργάτες την άνία, την πλήξι, την ραθυμία (δηλαδή την τεμπελιά, και τη σωματική και την ψυχική), τη λήθη και την άγνοια, την μελαγχολία, την άπελπισία, την απόγνωσι, την άπαισιοδοξία και την κοσμική λύπη. Τήν ονομάζουμε κοσμική λύπη, γιά να την ξεχωρίσουμε από την κατά Θεόν λύπη, πού είναι τό κατά Θεόν πένθος, τό μακάριο και χαροποιό. Λέγει στους μακαρισμούς ο Κύριος: «Μακάριοι οι πενθούντες (γιά τις άμαρτίες τους και γιά τις άμαρτίες των άλλων), ότι αύτοί παρακληθήσονται».249 Διότι αύτοί θά παρηγορηθούν από την άγάπη, τό έλεος και τη Χάρι του άγιου Θεού.
Μιά ψυχή, μου περιέγραφε πόσο ταλαιπωρήθηκε από τόν δαίμονα τής άκηδίας. Κάποια φορά έλεγε:
«Είναι ή ώρα οκτώ τό πρωί. Πρέπει να σηκωθώ να διαβάσω την Παράκλησι. Πρέπει να σηκωθώ τώρα...Τώρα να σηκωθώ!...Γιατί όμως δέν σηκώνομαι; Είμαι ξύπνια, τα μάτια μου είναι άνοιχτά, είμαι τελείως καλά, δέν έχω άπολύτως τίποτα...Γιατί δέν μπορώ να σηκωθώ; Μά άφου πρέπει να σηκωθώ, γιά να διαβάσω την Παράκλησι, να κάνω προσευχή στήν Παναγία, διότι τό ύποσχέθηκα. Γιατί δέν σηκώνομαι; Θεέ μου, βοήθησε με! Έλα να μέ βοηθήσης, Θεέ μου, να σηκωθώ, να κάνω Παράκλησι...» Καί σ’ αυτή την κατάστασι να περνάνε δύο ώρες! Φθάνει ή ώρα 10 και δέν έχει ακόμη σηκωθή! Αυτό
είναι τό φοβερό πνεύμα της ραθυμίας.
Κάποτε, ενώ ήταν έτσι ξαπλωμένη στον καναπέ, πριν από χρόνια, ένιωσε να έρχεται ένας φοβερός κατάμαυρος ίσκιος, μέ υλικό βάρος όμως, ύπό μορφήν άκαθορίστου άνθρωπίνου σώματος, ο όποιος έπεσε επάνω της και την πλάκωσε μέ όλο τό βάρος του. Καί άκουσε (μέσα της) μιά φοβερή φωνή, τού διαβόλου τη φωνή, πού τής είπε:
-Εγώ είμαι ο κύριος Άράθυμος.Έγώ σε εξουσιάζω!
Καί βέβαια, επειδή είναι φιλόλογος, είπε μονολογώντας ότι δέν μπορεί να λέγεται "ά-ράθυμος". "Ράθυμος" ξέρω, αλλά "ά-ράθυμος"; Καί ύστερα θυμήθηκε ότι τό "α" δέν είναι μόνο στερητικό, είναι και προσθετικό-έπιτακτικό. Όπως λέμε "παν" και "άπαν".
Ό διάβολος ξέρει καλή άρχαία Ελληνική Γραμματική! Γι’ αύτό είπε "Αράθυμος". Πρόσθεσε τό "α", γιά να άποδείξη ότι είναι άσυγκρίτως φοβερώτερο τό άράθυμος απ’ τό ράθυμος.
Αύτός λοιπόν ο φοβερός δαίμονας είναι πού μας καθηλώνει στήν πνευματική και σωματική άπραξία, ραθυμία και τεμπελιά. Είναι αύτός πού προκαλεί τό καταστρεπτικό πνεύμα τής αμέλειας, τής άκηδίας, ακόμη και τής άναβολής.250
Η άκηδία μπορεί να μας όδηγήση και σε γογγυσμό κατά τού Θεού, ότι δήθεν δέν είναι τόσο σπλαγχνικός και φιλάνθρωπος, βλέποντας μας να ύποφέρουμε τόσο άδικα στή ζωή. Έχει τό χαρακτηριστικό τής ατονίας και τής φαινομενικής σωματικής αδυναμίας στήν προσευχή, στή νηστεία, στήν εγκράτεια και σε όλους γενικά τους πνευματικούς αγώνες.
Η άκηδία πολεμείται μέ την ψυχοσωματική βία. Τό πρώτο στάδιο αντιμετώπισης τής άκηδίας, είναι ή λίγη προσευχή, έστω και περπατώντας μέσα στο δωμάτιο. Άλλος τρόπος είναι να πλυθούμε αμέσως μέ αγιασμό στο πρόσωπο. Τρίτος τρόπος είναι να σταθούμε όρθιοι μπροστά ατά εικονίσματα, και να διαβάσουμε έναν στίχο από την Καινή Διαθήκη πού οπωσδήποτε θά γίνουν δύο, τρεις, πέντε, δέκα...Τέταρτος τρόπος, και πολύ αποτελεσματικός, πού τόν συνιστουσε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής είναι να χαστουκίσουμε τό πρόσωπό μας ισχυρά ή να χτυπήσουμε έντονα μέ τό χέρι μας τό μέσα μέρος τού μηρού. Καί πέμπτον να βιάσουμε τόν εαυτό μας να κάνουμε πέντε στρωτές μετάνοιες. Τό αποτέλεσμα
θά φανή αμέσως.
Ό άγιος Κασσιανός στή "Φιλοκαλία" διακρίνει δύο είδη άκηδίας. Τό πρώτο είδος οδηγεί τόν άνθρωπο στήν ύπνηλία, σε μιά κατάστασι άποχαύνωσης, και τό δεύτερο στή φυγή.251 Η θά σε ξαπλώση στο κρεββάτι και στον καναπέ ή θά σου πή «φύγε, βγές έξω, πήγαινε από δώ, πήγαινε από κεί, γύρισε από δώ, γύρισε από ’κεί», έτσι, χωρίς σκοπό, άρκεί να γυρίζης, να βγαίνης έξω, να χάνης την ώρα σου.
Όπως μου έλεγε κάποιος: « Εγώ, άν δέν πάω στήν Ομόνοια μιά, δυό, τρεις ωρες, να άνεβοκατεβαίνω τίς σκάλες, να κινηθώ, να μέ σπρώχνουν οι άνθρωποι, να τους σπρώχνω, να σκοντάφτω, να σηκώνωμαι, δέν καταλαβαίνω τί είναι ζωή!»
Καί γύριζε στο σπίτι και κοιμόταν πάλι.
Λοιπόν, φοβερό πάθος, έ;252
           Έβδομο άκάθαρτο πνεύμα είναι τό τής λαιμαργίας ή τής γαστριμαργίας.
Αύτό μας βάζη να "τσιμπάμε" από λίγο όλη την ήμερα, ιδίως όταν είμαστε στήν κουζίνα- είναι τό κακό πνεύμα τής πυκνότητος. Μάς κάνει να ένδ ιαφερώμεθα γιά την πολύ καλή ποιότητα τής τροφής, και την γευστική, απόλαυσι της. Μάς ώθεί στήν αύξησι τής ποσότητας τής τροφής. Μάς δημιουργή "χοιρώδη" επιθυμία, μέ τρόπο άρπακτικό (βουλιμία) να τρώμε, λες και θά πάρουν τό φαγητό από μπροστά μας. Καί τέλος μας οδηγεί σε άδιάκριτη φροντίδα γιά τό φαγητό.
Συνεργάζεται άριστα μέ τίς άδελφές της, πού είναι ή κοιλιοδουλεία, ή μέθη, ή χαύνωσις, ή πύρωσις τής σαρκός, ή κατάλυσις των νηστειών, οι άτακτες επιθυμίες, ή άποκοίμησις του λογικού. Αύτό μπορεί να τό διαπιστώση κάποιος παρακολουθώντας -ύστερα από πολυφαγία- τί σκοτισμός επικρατεί στο μυαλό, ύπνηλία, άκάθαρτες επιθυμίες και άλλα πολλά. Στήν πρός Φιλιππησίους επιστολή του ο Απόστολος Παύλος μας λέγει ότι οι εχθροί του Σταυρού έχουν γιά Θεό την κοιλιά τους, «ων τό τέλος άπώλεια».253
           Όγδοο άκάθαρτο πνεύμα λεπτό, λεπτότατον, είναι του φθόνου.
Καλεί σε συνεργασία ένα πλήθος από άλλα βρωμερά και θανάσιμα πνεύματα, τα όποια είναι: τό μίσος, ή χαιρεκακία, ή ζήλεια, ή
μοχθηρία, ή στενοχώρια, ή καταλαλιά, ή κατάκρισις, ή συκοφαντία, ή διαβολή, ή μνησικακία, ή εχθρότητα, ή άπατη, ο δόλος, ή προδοσία, ή άχαριστία, ή άσπλαγχνία, ή φιλονικία, ή φονική διάθεσις... Γι’ αύτό και ο λόγος του Θεού είναι σαφής: «Φθόνω (δέ) διαβόλου θάνατος είσήλθεν εις τόν κόσμον, πειράζουσι δέ αύτόν οι τής εκείνου μερίδος οντες».254
Ένα από αυτά τα πνεύματα του φθόνου μεταφέρει λόγια άπ’ τόν έναν στον άλλον, διαστρέφοντας και παραποιώντας την άλήθεια, γιά να χωρίζη τους πνευματικούς άνθρώπους μεταξύ τους, ώστε να μή μπορή ο ένας να στηρ ιχθή στον άλλον, γ ιά να χαλάση και να δ ιαλύση τίς πνευματικές φιλίες, πού μέ τόσο κόπο δημιουργοΟνται.
Ό φθονερός μειώνει και περιφρονεί τα πνευματικά κατορθώματα παντός άγωνιζομένου χριστιανού. Επίσης διαβάλλει και κατακρίνει μέ πολλή εύχαρίστησι τίς όπο ιες άρετές έχει και από τίς όποιες κοσμείται ένας διακεκριμένος Πνευματικός, ίερεύς, επίσκοπος ή μοναχός.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.