Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Περί τών δαιμόνων - Μέρος Γ΄





ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ

Μέρος Γ΄

Οί Πατέρες άναφέρουν ότι ο φθόνος «άπτεται και των τελείων» και δέν είναι φαινόμενο, πολύ βλαπτικό, μόνο μεταξύ των γυναικών (γυναίκα πού δέν ζηλεύει είναι άγία!!!), αλλά γίνεται πολύ επικίνδυνο όταν αύτό διαπιστώνεται στο χώρο των πνευματικών άγώνων των άνθρώπων τής Εκκλησίας. Ετσι έπίσκοποι φθονούν και ειρωνεύονται τίς ποικίλες δραστηριότητες άλλων επισκόπων, ιερομόναχοι έν τώ κόσμω καταδικάζουν μέ εύκολία τίς πνευματικές ικανότητες εγγάμων ιερέων και άντιστρόφως. Μοναχοί και μοναχές επικρίνουν άσύστολα τους άσκητικούς τρόπους ζωής άλλων μοναχών. Συνοδείες πάλι διαφόρων ιερών Μονών, ύποκινούμενες από φθόνο και άκρότητες, ειρωνεύονται και διαβάλλουν άλλες ιερές Μονές, πού έχουν φανερή την πνευματική προκοπή και πρόοδο...
Δυστυχώς όμως ύπάρχουν και άλλα χαμηλότερα έλατήρια τού φθόνου, στά όποια καταφεύγουν οι ψευτοαγωνιζόμενοι.,.γιά να δηλητηριάζουν ψυχές και όχι γιά να τίς οίκοδομουν έν Χριστώ Ιησού ("ό νοών νοείτω").
           Ύπάρχουν κατηγορίες δαιμόνων ή άκαθάρτων πνευμάτων, πού έρεθίζουν τό λογιστικό μέρος τής ψυχής. Τά άκάθαρτα αυτά πνεύματα είναι κυρίως τής άπιστίας, τής άσεβείας πρός τα πανάχραντα Μυστήρια και τους ιερείς, τής δυσπιστίας πρός τα θαύματα, τής άχαριστίας και τού γογγυσμού πρός τόν Θεό, τής
αδιακρισίας, τής αγνωσίας, τής αταξίας και τής εσωτερικής βλασφημίας πού εκδηλώνεται, είτε όταν είμεθα στο Ναό, κατά την διάρκεια τής Θείας Λατρείας, είτε την ώρα πού κάνουμε προσευχή είτε όταν μελετάμε τόν λόγο του Θεού, την Αγία Γραφή ή άλλα ιερά βιβλία, είτε την στιγμή πού παμε να κοινωνήσουμε. Τά βλάσφημα αυτά πνεύματα είναι παιδιά τής ύπερηφανείας.
           Άλλα δαιμόνια, πού ύπάρχουν, ερεθίζουν τό έπιθυμητικόν τής ψυχής, γιά φιλοδοξία, γιά φιληδονία και γιά κάθε σαρκικό πάθος, και άλλα ερεθίζουν γιά φιλαργυρία. Οί λογισμοί του επιθυμητικού (λαγνείας, σαρκολατρείας, σαρκικής διαστροφής και φιληδονίας) όλοι μαζί καλούνται αισχροί.
           Τέλος ύπάρχει κατηγορία σκοτεινών πνευμάτων πού ερεθίζουν τό θυμικόν μέρος τής ψυχής και γεννούν τους λογισμούς, πού ονομάζουμε πονηρούς, όπως είναι τής όργής, του μίσους, τής έκδικήσεως, του φθόνου, τής ταραχής...

Μετά από όλα αυτά προκύπτει, ότι, όπως οι άρετές είναι τριαδικές δωρεές και καρπός του Παναγίου Πνεύματος: «ό δέ καρπός του Πνεύματός έστιν άγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, έγκράτεια, ταπείνωσις, ύπομονή...»255 ,έτσι και όλα τα πάθη, μαζί μέ την πληθώρα των άδυναμιών, είναι σάπιοι καρποί των πονηρών πνευμάτων.
Ό άγιος Νικήτας ο Στηθάτος μας λέγει ότι καρπός του διαβόλου είναι τα πάθη, όπως: μίσος, άθυμία κοσμική, άκαταστασία ψυχής, ταραχή καρδίας, πονηριά, άσέλγεια σαρκική, περίεργον φρόνημα, ολιγωρία, οργή, άπιστία, φθόνος, πλεονεξία, φιλοδοξία, άνθρωπαρέσκεια, άδηφαγία, μέθη, λοιδορία, κατάκρισις, ίεροκατηγορία, επιθυμία των οφθαλμών, πώρωσις και άλαζονεία ψυχής...».256
Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε μέσα από την Αγία Γραφή και τους Πατέρας τής Εκκλησίας μας ότι ο σατανάς θέλει να σκοτώση και να κολάση την ψυχή του πιστού χριστιανού, από τό φοβερό μίσος και τόν φθόνο πού έχει εναντίον του, καθώς έπίσης και ότι ύπάρχουν και πολλαπλά είδη δαιμόνων, διά των οποίων μερικοί κατεργάζονται την άθεία, την άπιστία, την πλάνη και την ποικιλία των αιρέσεων.
Ο πόλεμος και τα τεχνάσματα των δαιμόνων.
Κάθε πάθος έχει τό άνάλογο άκάθαρτο πνεύμα, πού δουλειά του είναι (λόγω τής μεγάλης πείρας χιλιάδων ετών πού διαθέτει), να προσπαθή να όδηγήση την ψυχή κάθε χριστιανού στήν πτώσι και στήν καταστροφή. Σατανάς και δαίμονες, όλοι μαζί, πολεμούν τόν πιστό Ορθόδοξο χριστιανό μέ φοβερή μανία, διότι ο σκοπός τους είναι διά των πτώσεων και των παθών να σκοτίσουν τόν νου, να έξασθενίσουν τη θέλησι και να άμαυρώσουν τό «κατ’ εικόνα», όπως έκαναν και μέ την πτώσι των πρωτοπλάστων. Γι’ αύτό και «επιτηδεύονται, λέγει ο άγιος Νείλος, πάσαν μηχανήν (δηλαδή άνεξάντλητα πονηρά τεχνάσματα) πρός ήμετέραν άπώλειαν...».257
Ό,τι έγινε τότε μέ τόν Αδάμ και την Εύα, τό κάνουμε και εμείς τώρα. ’Ακούμε τόν όφι, τόν διάβολο, και όχι την φωνή του Θεού, και χάνουμε την κοινωνίαν μας μέ τό φώς, μέ τη χαρά, μέ την ειρήνη και τη Χάρι Του. Κοινωνία μετά του Θεού σημαίνει κάθαρσις τής καρδίας, φωτισμός του νου, τελείωσις.
Γιά να σπάση την θεία ένότητα τής ψυχής μας μετά του Θεού, τής Ύπεραγίας Θεοτόκου, των Αγίων και των Αγγέλων, ο διάβολος διαφοροποιεί τόν πόλεμο, ώς πολυμήχανος πού είναι, άνάλογα μέ την πνευματική κατάστασι του καθενός. Έτσι ούτε όλοι οι δαίμονες ένεργούν κατά τόν ίδιο τρόπο ή εργάζονται τα ίδια πάθη και ούτε όλοι οι άνθρωποι έχουν τους ίδιους πειρασμούς.
Ένας ίερεύς μου διηγήθηκε τό έξης πάθημά του:
«Στά πρώτα χρόνια τής ιερατικής μου διακονίας είχα πολύ ζήλο και περνούσα μέ αύστηρές νηστείες και άλλες σκληρές δοκιμασίες, πού τίς διάβαζα στους βίους των Αγίων, στά Συναξάρια, στον Εύεργετινό και στήν "Αμαρτωλών σωτηρία".
Έτσι, άρχισα να πιστεύω ότι είχα φθάσει σε μέτρα ύψηλά! Αποτέλεσμα ήταν να κλεισθώ στον εαυτό μου και να είμαι πρός τους ένορίτας μου άκατάδεκτος, σκυθρωπός και σκληρόκαρδος.
Τήν Μεγάλη Σαρακοστή του 1953, πού τό Πάσχα ήτο πολύ νωρίς, (τήν 5η Απριλίου), θέλησα να την κάμω όπως οι μεγάλοι άσκητές, δηλαδή χωρίς νερό! Μόνο μέ την Θεία Κοινωνία Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.
Τήν πρώτη εβδομάδα τα πήγα καλά και άρχισα να φαντάζωμαι
τόν εαυτό μου και σημειοφόροί... Άρχιζα δέ να πιστεύω ότι στο τέλος τής Μεγάλης Σαρακοστής, μαζί μέ τόν εορτασμό τής Αναστάσεως, ο Χριστός γιά άμοιβή θά μέ άξίωνε του μεγάλου χαρίσματος, να κάνω και θαύματα!...Τέτοια νηστεία ποιός παπάς την έκανε; Κανένας! Μόνο εγώ!!!...
Στό μέσον της Δ Έβδομάδος των Νηστειών, σηκώθηκα πρωί πρωί γιά να μεταβώ στο Ναό, και να κάμω κανονικά τίς άκολουθίες Μεσονυκτικού, Όρθρου, Ωρών, Εσπερινού, χωρίς καμμιά παράλειψι. Τό κρύο ήτο δριμύ, ή συννεφιά βαρειά και τό σκοτάδι βαθύ.
Φθάνοντας στον Ναό, τόν είδα έντονα έρυθροφώτεινο και στήν είσοδο να μέ περιμένη ένα πλήθος από πορφυροφορεμένους ίερείς, οι όποιοι περιστοιχίζονταν δεξιά και άριστερά από πολλούς διακόνους μέ έξαπτέρυγα και λάβαρα, και όλους στά χρυσοκόκκινα ένδεδυμένους. Στό κέντρο εύρίσκετο ένας δεσπότης μέ την παλαιά άρχιερατική ενδυμασία και άσκεπής. Ταράχθηκα, μόλις άντίκρυσα την μεγαλόπρεπη αυτή υποδοχή. Ρίγος μέ κατέλαβε και φόβος.
-Μή φοβάσαι, είπε ο άρχιερεύς. Είμαι ο άγιος Γρηγόριος, ο προστάτης σου!...'Ό κύριός μου" θέλει την άνάστασι και την άνάληψί σου στους ούρανούς σήμερα. Ακολούθησε μας!
Τρέμοντας από τό κρύο, την νηστεία και τόν φόβο μου τους ακολουθούσα...Σέ κάποια στιγμή γυρίζουν όλοι και μου λένε:
-- Από δω θά πας και θ’ άνέβης ψηλά...
Καί όλοι μαζί άρχισαν να άνέρχωνται!...
-           Έλα, έλα..., φώναζαν και μέ καλουσαν...
Καί, ώ τής άφάτου φιλανθρωπίας Σου, Κύριε! Ο τής απείρου μακροθυμίας σου, Χριστέ μου! Έσωσες έναν λειτουργό Σου από την βλακώδη ύπερηφάνειά του. Καί τότε άκριβώς, συνέχισε ο πλανηθείς ίερεύς, έκανα τόν σταυρό μου και είπα αυθόρμητα:
—Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, γι' αύτήν την τιμή, αλλά εγώ τώρα τρέμω από τόν φόβο μου...
Καί πάλι έκανα τό σημείο του Σταυρού. Δεν πρόλαβα να τελειώσω, και αυτομάτως τα πάντα διαλύθηκαν και έγιναν σαν ομιχλώδης καπνός, πού άφησε φοβερή βρώμα, κΓ εγώ
βρέθηκα ένα βήμα πριν από τόν γκρεμό, πού ήταν στήν άκρη εκείνης τής κωμοπόλεως, όπου ήμουν εφημέριος.
Κατάλαβα την πλάνη μου, την γκάφα μου και τό άποτέλεσμα τής άλαζονικής μου ύπερηφανείας. Εγινα ρεζίλι πρώτα στον έαυτό μου και ύστερα στους ένορίτας μου, πού δέν μπορούσα πλέον να τους βλέπω κατά πρόσωπον.
Τό πώς έβγαλα τό υπόλοιπον τής Σαρακοστής και τό πώς έκαμα άκόμα και Άνάστασι, μόνον ο Θεός τό ξέρει!
Μετά την Διακαινήσιμη έβδομάδα, πήγα και τα είπα όλα στον τότε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Παντελεήμονα Παπαγεωργίου. Εκείνος μέ άκουσε μέ προσοχή, μου διάβασε συγχωρητική ευχή, μου έβαλε αυστηρό κανόνα και μέ έστειλε σ’ έναν εύλαβέστατον ιερέα, πού ήτο στον άγιο Μηνά, τόν πατέρα Ευάγγελο Χαχόλο, γιά να μου διαβάζη έξορκισμούς. Έτσι σιγά-σιγά συνήλθα. Έμειναν όμως άρκετά δαιμονικά κουσούρια πάνω μου. Δικαιώματα, πού παραχωρείς στον διάβολο, δέν τα παίρνεις πίσω εύκολα".
Από τό πάθημά μου άς προσέχουν όλοι εκείνοι, λαϊκοί και κληρικοί, πού νομίζουν ότι κάτι κάνουν, επειδή νηστεύουν αύστηρά, προσεύχονται, άγρυπνουν, έλεούν, κηρύττουν, κτίζουν Ναούς, αίθουσες, γηροκομεία και άλλα πολλά έργα. Χωρίς άληθινή ταπείνωσι, συντριβή και μετάνοια καθημερινή -συγχωρέστε με, πάτερ- τα πάντα είναι σαπουνόφουσκες και δαιμονικά παρασκευάσματα.»258
Αύτά κατά λέξιν. «Ό έχων ώτα άκούειν άκουέτω».
Εκμεταλλεύεται ο διάβολος κατά τόν πλέον σκοτεινό τρόπο τίς ύπάρχουσες καταστάσεις. Προσαρμόζεται δέ τέλεια μέ τό περιβάλλον και ανάλογα ρυθμίζει τη δράσι του. Άλλον πόλεμο θά κάνη στή Βουλή, άλλον στο σχολείο, άλλον στο στρατό, άλλον στο σπίτι, άλλον ατό εργοστάσιο, άλλον στο λεωφορείο, άλλον στο δρόμο, άλλον στήν ασθένεια και άλλον στήν ύγεία.
Ό Μέγας Αθανάσιος λέγει κάτι πολύ-πολύ σπουδαίο: «Έλθόντες οι δαίμονες, οποίους άν εύρωσιν ήμας, τοιούτοι και αύτοί γίνονται πρός ή μάς»,259 δηλαδή όπως μας βρούν, έτσι και θά γίνουν- ώς "χαμαιλέοντες" πού είναι παίρνουν τό "χρώμα" του περιβάλλοντος. Είσαι πλούσιος, φτωχός, στρατιωτικός, εργάτης, βιοπαλαιστής, βουλευτής, ύπουργός, βιομήχανος, τεχνίτης, επιστήμονας,
αγράμματος; ό,τι κι άν είσαι, ανάλογη είναι και ή στάσις και τα τεχνάσματα τού δαίμονος. Μέ τα άνάλογα όπλα και μέσα πού έχει θά σε πολεμήση.
Όσο είμεθα δούλοι των παθών, ο διάβολος δέν άνησυχεί, γι’ αύτό και δέν δείχνει τό πραγματικό του πρόσωπο. Άν όμως θελήσουμε να ξεφύγουμε λίγο από τα δίχτυα του, εύθύς άμέσως δοκιμάζουμε τη μανία του, την κακία του, τόν φθόνο του και την πονηριά του. Θέλετε να τό δούμε στήν πράξι; Ας άπευθυνθούμε κατά πρώτον σε όσους από σάς είσθε νέοι στήν πνευματική ζωή, στήν προσπάθεια σωτηρίας τής ψυχής σας. Αρχίζουμε έναν άγώνα γιά να καλλιεργήσουμε λίγο την άρετή, να αισθανθούμε τό φώς του Θεού να φωτίζη λίγο την καρδιά μας, τα παιδιά μας, τό σπίτι μας. Μέχρι χθες ήμαστε άδιάφοροι ώς πρός την Εκκλησία και σήμερα θέλουμε να έκκλησιασθούμε. Μάς βλέπουν λοιπόν να έτοιμαζώμεθα να πάμε στήν Εκκλησία, να εξομολογηθούμε, να κοινωνήσουμε, να νηστέψουμε, να έγκρατευθούμε, να διαβάσουμε Αγία Γραφή, να κάνουμε λίγη προσευχή, και (τό ξέρετε καλύτερα από μένα) τί θύελλα ξεσηκώνεται τότε μέσα στο σπίτι!
Όταν ο διάβολος διαπιστώση ότι ο Θεός έστειλε τη Χάρι Του γιά να έλεήση μιά ψυχή είτε μέ τόν λόγο Του, γραπτό ή προφορικό είτε μέ κάποιο πρόσωπο, τότε ξεσηκώνει πόλεμο συγγενών και φίλων και καμμιά φορά άγνώστων, γιά να ρίξη τόν καημένο τόν άρχάριο στήν απόγνωσι.
Ιδιαίτερη λύσσα έχει ο διάβολος εναντίον εκείνων πού σηκώνονται τη νύκτα γιά να κάνουν προσευχή και μάλιστα νοερά μέ τό όνομα του Ιησού Χριστού. Κι αύτό γιατί αυτή ή προσευχή, είναι τό δυνατότερο όπλο κατά του διαβόλου. «Ιησού όνόματι μάστιζε πολέμιους».260 Φωνάζεις τό όνομα του Χριστού; τόν μαστιγώνεις! Έ, δέν θά καθήση να τις τρώη! Επόμενον είναι να ξεσηκώση πόλεμο εναντίον σου, και μάλιστα από τους οικείους σου.
Ό προσευχόμενος, λοιπόν, με καθαρό νου χριστιανός, ελκύει και την τριαδική σωστική Χάρι του άγιου Θεού, αλλά και την μανία των δαιμόνων. Νικά όμως πάντοτε ή Χάρις του άγιου Θεού. ΓΓ αύτό μήν σας τρομάζη ο πόλεμος τού δαίμονος. Αύτός κάνει μέν τη δουλειά του, αλλά ή Χάρις του θείου Ονόματος τόν εκδιώκει.
Οι Νηπτικοί Πατέρες μας διδάσκουν ότι τα πονηρά πνεύματα όταν δούνε τόν νου διά τής νοερας προσευχής να προσπαθή να μπή
στήν καρδιά, τότε ξεσηκώνουν σφοδρούς και ανελέητους πολέμους, όπως τους είδαμε γιά δέκα ολόκληρα χρόνια και στον Γέροντα Ιωσήφ τόν Ησυχαστή.
Ό άγιος Νείλος μας λέγει ότι: ο σφοδρότερος πόλεμος μεταξύ ήμών και των δαιμόνων γίνεται γιά την πνευματική προσευχή, και είδικώτερα γιά την Νοερά, την Καρδιακή, μάλιστα δέ όταν ο προσευχόμενος είναι άγωνιζόμενος χριστιανός έν τω κόσμω...».261 Έάν λοιπόν ο διάβολος και τα δαιμόνια πολεμούν αύτούς πού προσεύχονται ή αύτούς πού ετοιμάζονται γιά μυστηριακή θεία Κοινωνία, πολύ περισσότερο μάχονται εναντίον εκείνων, πού προχωρούν στήν πνευματική ζωή.
Σέ κάποιες ειδικές περιπτώσεις βλέπουμε τη λύσσα και την μανία τού σατανά να στρέφεται πρός τίς κεκαθαρμένες ψυχές πού άνέρχονται από θεωρία σε θεωρία, από δόξα σε δόξα, από μακαριότητα σε μακαριότητα, από έλλαμψι σε έλλαμψι μέχρι και άποκάλυψι των μυστηρίων τού Θεού. Αύτό διακρίνεται εύκολα από τόν φθόνο πού έχουν και την περιφρόνησι πού δείχνουν σ’ αύτούς οι συνάνθρωποι και τό περιβάλλον τους- σ’ αύτήν την έκδήλωσι τής κακίας, την μεγαλύτερη συμμετοχή την έχουν οι ύποδαυλίζοντες κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. (Πάντως τα σταφύλια πού δέν μπορούν να τα φθάσουν οι άλεπούδες, τα κάνουν κρεμαστάρια!!!).
Τόν πλέον ισχυρό πόλεμο έδώ στον κόσμο, τόν δέχεται ο άγωνιστής κληρικός, και μάλιστα εκείνος, πού έχει αϊσθησι τής εύθύνης του ώς λειτουργού και ο ίκονόμου τής θείας Χάριτος- και τής θείας του άποστολής. Εκείνος, πού εργάζεται στον άμπελώνα του Κυρίου μέ φόβο γιά τίς ψυχές, πού παρακαλεί, πού διάκονε!, πού εύαγγελίζεται τόν λαό του Θεού. Αύτός ο κληρικός πρέπει να στηρίζεται από τίς προσευχές όλων.
Γιατί ομως επιτρέπει ο Θεός στον διάβολο να μας πειράζη και να μας πολεμή, και μάλιστα τόσο σκληρά;
Ό διάβολος είναι μιά ολοκληρωμένη έλεύθερη προσωπικότητα. Αύτή του την ελευθερία ο Θεός την σέβεται κι έτσι τόν άφήνει να εργάζεται τό κακόν, όχι όμως όσο θέλει αύτός, αλλά όσο μπορεί να σηκώση ή πλάτη τού άνθρώπου, του χριστιανού.
Τό παγκάκιστο έργο των πονηρών πνευμάτων και του σατανά περιορίζεται και άφοπλίζεται από την ειλικρινή μετάνοια του
χριστιανού. Εάν στάξουμε έστω κι ένα δάκρυ μετανοίας κάθε βράδυ, όλος ο πόλεμος του διαβόλου γίνεται άνεμος, φρύγανο, ένα τίποτε.
Ό άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέγει ότι γιά πέντε αιτίες παραχωρεί ο Θεός να μας πολεμούν οί δαίμονες.262
Πρώτη αιτία: Πολεμούμενοι εμείς από τόν διάβολο και άντιμαχόμενοι έναντίον του, άποκτουμε πείρα και διάκρισι των διαφόρων μορφών τής κακίας αλλά και τής άρετής.
Δευτέρα αιτία: Αποκτώντας την όποιαδήποτε άρετή μέσα από άγώνα πνευματικό και υστέρα από κόπους και πόνους πολλούς, διατηρούμε αύτήν την άρετή σταθερή, άμετάβλητη και άμετάπτωτη, χωρίς να κινδυνεύη εύκολα να χαθή, όπως συμβαίνει μέ ό,τι άποκταται άνώδυνα και άκοπα.
Τρίτη αίτια: Γιά να μάθουμε να μήν ύπερηφανευώμεθα, όταν προκύπτουμε στήν άρετή, αλλά να ταπεινοφρονουμε, έχοντας μέσα μας απόλυτη τη βεβαιότητα ότι μόνον μέ τη δύναμι του Θεού κατορθώσαμε αυτή τη νίκη και άποκτήσαμε αύτήν την θεία τριαδική δωρεά τής άρετής.
Τετάρτη αιτία: Γιά να άποκτήσουμε τέλειο και πνευματικό μίσος γιά την άμαρτία, γιά την κακία, γιά τους δαίμονες.
Πέμπτη και τελευταία αιτία: Γιά να μήν ξεχνάμε ποτέ την άνθρώπινη άδυναμία μας ούτε και την παντοδυναμία του άγιου Θεού, πού μας βοήθησε και μας βοηθεί, όταν πλέον, μέ τη Χάρι Του, γίνωμε κι εμείς τέλειοι και άπαθείς.
Επί τής έποχής του άββα Ισιδώρου του Πρεσβυτέρου, ήταν στήν Σκήτη κάποιος ίεροδιάκονος, τόν όποιον ο όσιος ήθελε να χειροτονήση πρεσβύτερο, λόγω τής μεγάλης του άρετής, ώστε να τόν διαδεχθή μετά τόν θάνατό του. Αυτός όμως από εύλάβεια δέν έδέχθη την χειροτονία και έμεινε άπλός διάκονος.
Τούτον τόν ευλογημένον άνθρωπο, από επιβουλή του έχθρού, έφθόνησε κάποιος Γέροντας και έκανε τό έξης: Τήν στιγμήν πού ήσαν όλοι στήν Εκκλησία γιά την Θεία Λειτουργία, πήγε ο φθονερός Γέροντας και έβαλε ένα δικό του βιβλίο στο κελλί του διακόνου. Ύστερα ήλθε στον άββά Ισίδωρο και του λέει:
--Κάποιος άδελφός μου έκλεψε τό βιβλίο μου.
Ό άββάς Ισίδωρος απόρησε και είπε:
--Ποτέ μέχρι τώρα δέν έγινε τέτοιο πραγμα στήν Σκήτη!
Τότε ο φθονερός Γέροντας έπρότεινε:
--Αττόστειλε 2 πατέρες μαζί μου γιά να ερευνήσουμε τα κελλιά.
Άφου λοιπόν έψαξαν σ’ όλα τα κελλιά, τελικά ήλθαν και στο κελλί του "αθώου" και φυσικά βρήκαν τό βιβλίο, τό οποίο έφεραν στήν Εκκλησία, τό παρέδωσαν στον άββα Ισίδωρο και ένώπιον του ίεροδιακόνου διηγήθηκαν που εύρέθη αυτό.
Ό άγιος διάκονος τότε, χωρίς να ταραχθή ή να διακαιολογήση τόν έαυτόν του, έβαλε μιά στρωτή μετάνοια μπροστά σ’ όλους τους άδελφούς και είπε:
—Αμάρτησα, δώστε μου επιτίμιο!
Ό άββάς Ισίδωρος ο Πρεσβύτερος του έβαλε κανόνα να μή κοινωνήση γιά τρεις έβδομάδες.
Ο άθώος άδελφός λοιπόν ερχόταν στήν Εκκλησία, στεκόταν άπ’ έξω και γονατιστός έλεγε σε όλους:
--Συγχωρήστε με, διότι άμάρτησα.
Όταν πέρασαν οι τρεις έβδομάδες, έγινε και πάλι δεκτός στήν Θεία Κοινωνία ο ίεροδιάκονος, αλλά άμέσως έδαιμονίσθη ο Γέροντας πού τόν είχε συκοφαντήσει και φωνάζοντας έξωμολογείτο:
-- Έσυκοφάντησα τόν δούλο του Θεου.
Τότε όλο τό εκκλησίασμα προσευχήθηκε γι’ αύτόν αλλά δέν θεραπευόταν. Τελικά ο Μέγας Ισίδωρος λέει ένώπιον όλων στον ένάρετο διάκονο:
-- Άς προσευχηθής γιά χάρι του συκοφάντου σου, διότι έσύ συκοφαντήθηκες και δέν θεραπεύεται παρά μόνο μέ τίς προσευχές σου. Πράγματι, μόλις ο "άθώος" προσευχήθηκε γιά τόν συκοφάντη του, άμέσως έγινε ύγιής ο δύστυχος Γέροντας!
263
Γιά την σκοπιμότητα των πειρασμών μας λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος τα εξής: Κάθε πειρασμός πού μας έρχεται, μας ώφελεί. Οί σωστοί άγωνιζόμενοι χριστιανοί πειράζονται, γιά να αύξήσουν τόν πνευματικό τους πλούτο, οι αμελείς πάλι γιά να μάθουν πώς να προφυλάσσωνται από εκείνα πού τους βλάπτουν. Εκείνοι πού βρίσκονται μακρυά από τόν Θεό και την Εκκλησία Του, πειράζονται
από τόν πονηρό, γιά να Τόν πλησιάσουν, οι δέ φίλοι του Θεού, οι εύσεβείς και οι δίκαιοι, γιά να έχουν παρρησία μπροστά στον θρόνο τής Τριαδικής Θεότητος...264 Ηρθε ο πειρασμός; Έάν είμεθα θεοφιλείς, εύσεβείς, δίκαιοι παρακαλούμε τόν Θεόν και αίρεται ο πειρασμός από τό παιδί, άπ’ τόν άδελφό, άπ’ τόν πατέρα, άπ’ τόν συγγενή, άπ’ τόν φίλο. Άν είσαι άγύμναστος και ράθυμος στήν άρετή, δέν θά σου δοθή ο πλούτος του ούρανου. Πρώτα θά έλθη ο πειρασμός και θά δοκιμασθής και ύστερα θά άκολουθήσουν οι τριαδικές δωρεές του Θεού και Πατρός.
Ό Μέγας Αντώνιος μας βεβαιώνει τα εξής: «Ούδείς άπείραστος έκ των δαιμόνων εισέρχεται στήν βασιλεία των ούρανών... Άρον τόν πειρασμόν, και ούδείς ο σωζόμένος».265 Όλοι πρέπει να πειρασθούμε. Ο Θεός βεβαίως «πειράζει.,.ούδένα».266 Ο διάβολος είναι εκείνος, πού πειράζει τους πάντας. Διά των πειρασμών θά μπούμε στή Βασιλεία του Θεού. Μάς τό βεβαιώνει και τό πανάγιο στόμα του Κυρίου μέσα στήν Αγία Γραφή. «Διά πολλών θλίψεων δει ήμάς είσελθείν εις την βασιλείαν του Θεού».267 Μέσα στις θλίψεις είναι οπωσδήποτε και οι πειρασμοί των δαιμόνων.
Πολλές είναι οι κατηγορίες και πολλές οι "ειδικότητες" των πονηρών πνευμάτων. Αλλοι έργάζονται τα ψυχικά πάθη και άλλοι τα σωματικά. Πληθώρα δαιμόνων μας πειράζει εσωτερικά, και άλλοι μας πειράζουν εξωτερικά, στο σώμα, στις αισθήσεις. Μέ άλλον τρόπο πολεμούν την γυναίκα και μέ άλλον τόν άνδρα. Διαφορετικά τόν έγγαμο και διαφορετικά τόν άγαμο. Διαφορετικά τους εγγάμους πού δέν έχουν παιδιά και διαφορετικά αύτούς πού έχουν δύο, τρία, πέντε, έπτά, δέκα...
Οί τρόποι είναι βέβαια άνάλογοι και μέ την ήλικία. Άλλοι πειρασμοί ύπάρχουν στο μωρό (τό βλέπετε πώς τό πειράζει ο δαίμονας, όταν είναι στήν κούνια) και άλλοι είναι οι πειρασμοί όταν μεγαλώση, όταν γίνη έφηβος. Ασφαλώς άλλοι πειρασμοί στο άγόρι ή στο κορίτσι και εντελώς διαφορετικοί στους παππούδες και στις γιαγιάδες. Μέ άλλο τρόπο πολεμά τους μοναχούς και μέ άλλο τους ιερείς και τους επισκόπους... Σκοπός του διαβόλου και όλων των πονηρών πνευμάτων είναι ο κολασμός τής ψυχής μας.
Ό διάβολος ενεργεί βλαπτικά ιδιαίτερα στους άμελείς και σ’ όλους έκείνους, πού δέν είναι πνευματικά ένισχυμένοι και έξοπλισμένοι μέ τα όπλα τής θείας Χάριτος. Όταν όμως γαντζωθούμε γερά επάνω στήν τριαδική Χάρι και στή δύναμι του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού,
τότε ο πόλεμος στρέφεται εναντίον τους και οι δαίμονες αύτοκαταδικάζονται, αύτοτιμωρούνται, ενώ σε μας γίνονται πρόξενοι ούρανίων αγαθών και στεφάνων νίκης. Όσοι έχουμε την εύλογία του Θεού και την θεία Χάρι Του γινόμαστε ισχυροί και δυνατοί, καταπατώντας τόν άρχοντα του σκότους, όπως πατάμε τα φύλλα των δένδρων, πού πέφτουν κάτω στή γή τό Φθινόπωρο.
Σέ όλα λοιπόν τα γεγονότα τής ζωής μας, και τα θλιβερά και τα χαρωπά, τόν πρώτο λόγο τόν έχει ή ελευθερία και ή προαίρεσι μας. Άν αύτές δοθούν έξ ολοκλήρου στον Σωτήρα Χριστό, στά άγια Μυστήρια και στήν Εκκλησία Του, δυναμώνουμε Χάριτι Θεού και τότε καμμιά δύναμις όλων των διαβόλων μαζί δέν μπορεί να ταράξη τόν νου μας, την καρδιά μας, την ψυχή μας.
Σύμφωνα μέ όσα μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναίτης, γιά τρεις λόγους πολεμούμεθα από τόν διάβολο:268
Ό πρώτος λόγος είναι από την άμέλειά μας.
Ό δεύτερος λόγος είναι από τόν έγωϊσμό μας.
Καί ο τρίτος λόγος είναι από τόν φθόνο του διαβόλου.
Ό πρώτος είναι ελεεινός, ο δεύτερος είναι πανάθλιος, ο τρίτος είναι μακάριος, γιατί μαζί μέ τόν Χριστό μπορούμε να τόν άντι μετωπίσου με εύκολα. «Πάντα ισχύω έν τώ ένδυναμούντί με Χριστώ».269
Ό Άγιος Σέργιος του Ραντονέζ ποθώντας την ήσυχαστική ζωή κατέφυγε στά πυκνά δάση τής "Θηβαίδος του βορρά", στήν βορειοανατολική Ρωσία και άσκήτευε ολομόναχος μέ φλογερό ζήλο. Εκεί ύπέφερε πολλές δοκιμασίες από την άρχή τής ερημικής του ζωής. Οι άόρατοι εχθροί έκαναν τα πάντα γιά να τόν φοβίσουν και να τόν εξαναγκάσουν να έγκαταλείψη τό μέρος έκείνο. Έπαιρναν την μορφή άγριων θηρίων ή φιδιών, θορυβουσαν, άπειλούσαν.
Ό Όσιος όμως τους έδιωχνε μέ την προσευχή και την ολοκληρωτική παράδοσί του στο θέλημα του Θεού, δυνάμει τής έλευθερίας και τής θελήσεώς του. Μέ την έπίκλησι τής εύχής, «Κύριε Ίησου Χριστέ, έλέησόν με», διέλυε σαν ιστούς αράχνης όλες τίς δαιμονικές πανουργίες και κατέστρεφε όλα τα διαβολικά τεχνάσματα.
Κάποια νύχτα οι δαίμονες εμφανίσθηκαν σαν αναρίθμητο στράτευμα, όρμώντας εναντίον του και άπειλώντας τον μέ φοβερή μανία: -Φύγε από δω! Φύγε, γιατί θά πεθάνης μέ φρικτό θάνατο! Καθώς μέ λύσσα έλεγαν τα λόγια αυτά, από τό στόμα τους έβγαιναν φλόγες. Ο Όσιος ομως δέν φοβήθηκε. Οπλισμένος μέ την δύναμι τής προσευχής άντιμετώπισε νικηφόρα τα πλήθη των άντιπάλων...
Μιά άλλη νύχτα, καθώς διάβαζε μέσα στήν ησυχία την άκολουθία του, ξαφνικά άκουσε έναν τρομακτικό πάταγο από τό δάσος. Ταυτόχρονα ένα μεγάλο πλήθος δαιμόνων περικύκλωσε τό κελλίτου. Προσπάθησαν να τόν τρομάξουν και να τόν άπογοητεύσουν:
-Μήν έλπίζης να ζήσης περισσότερο στο άδιαπέραστο αύτό δάσος! Θά πέσης στά χέρια κακούργων ληστών!
Σέ όλες τίς έπιθέσεις των έχθρών ή δύναμις τής προσευχής θαυματουργούσε. Οί δαίμονες πάντοτε οπισθοχωρούσαν ντροπιασμένοι...270
Νά μή φοβούμεθα τίς επιθέσεις των δαιμόνων. Μέ προσευχή, μέ Έξομολόγησι, μέ συμμετοχή στά πανάγια Μυστήρια θά διώκουμε, θά άποδυναμώνουμε, θά άπονευρώνουμε τόν σατανά και τα διαβόλια του και θά έξερχώμεθα νικητές. Χρειάζεται όμως να έχουμε πάντοτε ήσυχη τη συνείδησί μας οτι κάναμε τό καθήκον μας, να μπορούμε τό βράδυ να κοιμώμεθα ήσυχοι, ειρηνικοί, γαλήνιοι. Ο Θεός ποτέ δέν θά μας έγκαταλείψη- μέχρι και την τελευταία στιγμή τής ζωής μας. Καί θά βεβαιωθούμε γι’ αύτό έφ’ όσον ομως τώρα κάνουμε σωστό πόλεμο, έτσι όπως τόν θέλει ο Θεός και τόν ορίζει τό Εύαγγέλιο.
Εάν ή ζωή μας έχει συνέπεια μέσα στήν Εκκλησία ώς πρός τόν λόγο τού Θεού, τότε ,τήν τελευταία στιγμή, πού θά φεύγουμε άπ’ αύτόν εδώ τόν κόσμο, θά δούμε τόν Άγγελο φύλακα τής ψυχής μας να καλή μυριάδες Αγγέλων, να διώχνουν τους δαίμονες, να παραλαμβάνουν την ψυχή μας και να την στήνουν μπροστά στον θρόνο του Θεού, γιά να πάρουμε τόν στέφανον τής ζωής. Είθε να μπορούμε να πούμε την τελευταία στιγμή τής ζωής μας σ’ αύτούς πού θά είναι γύρω μας, «τόν άγώνα τόν καλόν ήγώνισμαι, τόν δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα»,271 "Θεέ μου, πάρε με στά χέρια Σου, στήν άγκαλιά Σου", Αμήν.
Κάποτε, στήν αυλή ενός μεγάλου Κοινοβίου του Αγίου Όρους μαζεύτηκαν πολλοί λαϊκοί γύρω από έναν πνευματικό μοναχό, οι όποιοι ήθελαν από περιέργεια να του άποσπάσουν τίς πνευματικές του εμπειρίες γιά τόν πόλεμο και τόν άγωνα πού κάνει κατά την διάρκεια τής άγρυπνίας του. Δόκιμος μαχητής, έδ ινε και έπαιρνε μέ τους δαίμονες.
Κάποιος από την όμήγυρι εύλαβής ίερεύς, καλός και σεμνός παρατηρητής, είδε ξαφνικά δύο δαίμονες να στέκωνται δίπλα από τόν μοναχό πού μιλούσε. Ο ένας ήταν δεξιά του και ο άλλος άριστερά του. Καί όχι μόνο τους είδε αλλά και άκουσε τόν δαίμονα, πού ήταν δεξιά τού μονάχου, να του λέει:
-Μίλησέ τους, εύλογημένε, γιά τίς έμπειρίες πού είχες χθές τό βράδυ. Πώς πέρασες τη νύχτα! Τί μάχες έδωσες σώμα μέ σώμα μέ τους δαίμονες! Πώς τους κατετρόπωσες! Πώς τους νίκησες! Θά ώφεληθουν όλοι. Όλοι θά ώφεληθούν! Καί μάλιστα μπορείσ’αύτούς τους άγώνες να σε μιμηθουν κιόλας.
Ό ίερεύς άκουσε αυτή τη φωνή πολύ καθαρά (έξωτερικά), αλλά συγχρόνως και ο μοναχός πού δίδασκε την άκουσε μέσα του, αλλά παρασύρθηκε και ύπήκουσε. Τότε, ο δαίμονας πού ήταν άριστερά του, άρχισε να τού ψιθυρίζη:
-Μπράβο! καλά τα είπες, όλους τους ώφέλησες. Βλέπεις; μέ άνοιχτό τό στόμα σε κοιτάζουν!
Καί έφυγε γρήγορα από τόν μοναχό και πήγε σε όλους τους άλλους πού ήταν γύρω άπ’ αύτόν και τους παρακινούσε:
--Πείτε του "μπράβο", πείτε του "μπράβο"!!!272
Αύτοί είναι οι πόλεμοι των δαιμόνων!
Ποιοι είναι οι τρόποι πού μας πολεμούν οι δαίμονες;
           Ο πρώτος τρόπος είναι ο βομβαρδισμός τού νού από τα διάφορα είδη των λογισμών και ο απλός μετεωρισμός τού νού.
Ό απλός μετεωρισμός τού νού, αύτός καθ’ εαυτός, δεν είναι κακός, οπωσδήποτε όμως άφαιρεί από τόν νού την προσοχή .Όταν βρισκώμαστε στήν Εκκλησία, άφαιρεί τόν νού από την Θεία Λατρεία και τό μυαλό μας πετα πότε εδώ και πότε εκεί- οχι σε άσχημα πράγματα, αλλά σε άπλα και αδιάφορα. Μάς άφαιρεί την προσοχή
από την προσευχή, από την μελέτη τής Αγίας Γραφής, την άκρόασι τού θείου λόγου, και κάποιες στιγμές ονειροπολούμε και ρεμβάζουμε. Ο μετεωρισμός μας άφαιρεί άκόμα και τους αγαθούς στοχασμούς, πού κάνουμε γιά τα θεία. Καί όταν άσχολούμεθα μέ έναν δικό μας ιερό προβληματισμό, πού άφορα την σωτηρία μας, μπορεί, γιά μιά στιγμή, να διαπιστώσουμε ότι τό μυαλό μας έχει φύγει...
Οί άπλοι μετεωρισμοί δέν ε ίναι πάντα άνένοχοι. Μπορεί να γίνουν σπορά δαιμονική, μέ σκοπό να αίχμαλωτισθή, να σκοτισθή ο νους, καμμιά φορά δέ και να βρωμίση. Έτσι θά συμπαρασύρουν την καρδιά στήν άμαρτία.
Άρα, άν δέν ύπάρχει προσοχή και νήψις, οι περισσότεροι λογισμοί είναι αμαρτωλοί. Είναι οι περισσότεροι, όχι όλοι. Γιατί έχουμε και αγαθούς λογισμούς αλλά και σκέψεις πού είναι άναγκαίες γιά την δουλειά μας, πού κινούνται στή φυσική πορεία τής ζωής μας και μας είναι άπαραίτητες γιά να ζήσουμε, και γιά να ύπάρχουμε. Υπάρχουν τόσες άνάγκες στο σπίτι και στή δουλειά, πού πρέπει γιά όλες αύτές να μεριμνήσουμε, να στοχασθούμε, να άποφασίσουμε.
Ό δεύτερος τρόπος πολέμου τού δαίμονος είναι να κατακτήση την καρδιά μέ κοσμικές επιθυμίες. Μέ τό άγιο Βάπτισμα, ο διάβολος έκδιώκεται από τό κέντρο της καρδίας και ένθρονίζεται σ’ αύτήν ή τριαδική σωστική Χάρις του Κυρίου μας. Μέ τίς κοσμικές όμως έπιθυμίες οι δαίμονες προσπαθούν να σκεπάσουν τη θεία Χάρι, αϊροντες τόν λόγο του θεού μέσα από την καρδιά. Τέτοιες έπιθυμίες μπορεί να είναι ή έφάμαρτος διασκέδασις, ή προκλητική ένδυμασία, ή πολυποίκιλος έπιδίωξις τής φιληδονίας και τής διεστραμμένης άνθρωπαρέσκειας καθώς και ή άποφυγή τής τεκνογονίας γιά λόγους εύκολίας, άνέσεων και άρνήσεως άναλήψεως εύθυνών. Φαινόμενο σημερινό και δυστυχώς, πανελλαδικό.
Η θεία Χάρις βρίσκεται στο κέντρο και ο σατανάς ενεργεί γύρω από την καρδ ιά. Άπό τό "περικάρδιο", δηλαδή από τό έξωτερικό μέρος της καρδιάς, «έξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι»,273 όπως άκριβώς λέγει ο Ίδιος ο Κύριος. Γύρω από την καρδιά έγκαθιστά τό βασίλειό του ο διάβολος και προσπαθεί μέ τα πάθη να την κυριεύση, σκεπάζοντας και "μπλοκάροντας" τη θεία Χάρι, ώστε να την "άποκλείση" άνενέργητη μέσα στο βάθος τής καρδιάς.
Στό "περικάρδιο", εκτός από τα πάθη θρονιάζεται και ο σατανικός φόβος, πού σιγά-σιγά κυριεύει όλον τόν άνθρωπο, ψυχοσωματικά και είναι δύο ειδών: Ο πρώτος προέρχεται από τα πάθη και τίς ενοχές τής συνειδήσεως και μεταφέρεται στο σώμα και ο δεύτερος προκαλείται θεία συγκαταβάσει από την κατ’ αϊσθησιν παρουσία δαιμόνων κατά τη διάρκεια τής "κατά μόνας νυκτερινής προσευχής".
           Τρίτος τρόπος πολέμου του διαβόλου είναι διά των παθών. Πάθη έχουμε όλοι μας. Προσπαθεί λοιπόν ο διάβολος να μας κρατή συνεχώς δούλους του άλυσοδεμένους μέ εκείνο τό πάθος πού έχει μεγαλύτερη εξουσία επάνω μας. Κι έτσι, λοιπόν, άλλον τόν κρατεί μέ την φιλαργυρία, άλλον μέ τό χαρτοπαίγνιο, άλλον μέ τόν ιππόδρομο, άλλον μέ τό πιοτό, άλλον μέ την δοξομανία, άλλον μέ την άρχομανία, άλλον -καί είναι πολλοί αύτοί- μέ τίς σαρκικές διαστροφές, οπότε οι δαίμονες σαν πυρωμένα κάρβουνα κατακαίουν ψυχοσωματικά όλον τόν άνθρωπον.
Όταν ο άνθρωπος του Θεού, άγωνίζεται και προσπαθή να κατανικήση όλα τα πάθη του, μέ τη βοήθεια του άγιου Θεού, μέ τα μέσα πού χορηγεί ή Εκκλησία μας (πανάχραντα Μυστήρια, προσευχή, νηστεία, άγρυπνία) και τα καταφέρνει, τότε, παραμένουν δύο δαίμονες άκόμα:
           Ο ένας διερεθίζει την ψυχή, σ’ έναν πολύ άπαλό και λεπτότατο φθόνο. Μιά άνεπαίσθητη και λεπτή ζηλοτυπία, πού επιζητεί μετά μεγίστης φροντίδος ή ψυχή να άρέση αυτή και μόνον κατ’ άποκλειστικότητα ατό Θεό, και κανένας άλλος. Έτσι, θέλει να διάλεξη έναν τρόπο πνευματικής ζωής και πνευματικών άγώνων και άσκήσεων, πού να μήν τόν έχουν έργασθή οι άλλοι. Νά έχη την άποκλειστικότητα! Γι’ αύτό λένε οι Πατέρες ότι «ό φθόνος άπτεται και των τελείων».
           Ο δεύτερος δαίμονας ένεργεί άπ’ έξω, πάνω στο σώμα, μέ μιά λεπτοτάτη ενέργεια θερμότητος, πού μοιάζει μέ πνευματική αλλά δέν είναι, γιατί είναι ή άρχή τής σωματικής πυρώσεως. Άν δέν τό προσέξη αύτό ο άγωνιζόμενος χριστιανός όσο πρέπει, εύκολα θά πέση. Προσοχή, λοιπόν, φόβος θείος, νήψις, άδιάλειπτη προσευχή, νηστεία σωματική και πνευματική.
Κάποτε, όπως μου διηγήθηκε τό 1960, ο παπα-Σεραφείμ ο Κάρτσωνας, ζουσε στήν Αγία Άννα του Αγίου Όρους ένας χαρισματουχος Γέροντας και εργάτης της νοερας προσευχής,
ο π. Προκόπιος.
Ο Γέροντας αύτός ποθούσε να ύμνή και να δοξάζη τόν Κύριό μας Ίησου Χριστό, την Παναγία Θεοτόκο, τους Άγιους, τους Αγγέλους, αλλά δέν μπορούσε. Εστερείτο παντελώς μουσικών γνώσεων. Ηθελε να ψάλλη, αλλά δέν τα κατάφερνε. Ηταν τελείως φάλτσος. Άπό μουσικό αυτί, μηδέν. Άντί γιά πρώτο ήχο, έψαλλε πλάγιο του ογδόου!...
Κάποια μεγάλη γιορτή, έπέστρεψε ολόλαμπρος και μακάριος στο κελλάκι του. Η Θεία Μετάληψις τόν έκαμε να άκτινοβολή από θεία ευφροσύνη. Ευχαριστούσε τόν Κύριό του συνεχώς, αλλά Τού έκαμε κι’ ένα γλυκό, άπλό παράπονο, πού δέν μπορούσε να Τόν δοξολογήση ψαλτικά.
Ό διάβολος εκμεταλλευόμενος αύτό τό άθώο παραπονάκι, παρουσιάσθηκε ξαφνικά μπροστά του, μέ παράξενη φορεσιά, σαν άριστός διδάσκαλος τής Βυζαντινής Μουσικής.
-- Έγώ, του είπε, είμαι δάσκαλος του ουρανού και ήλθα να σε διδάξω ουράνια μαθήματα εκκλησιαστικής μουσικής, μουσικής των Αγγέλων! Μόνο πού θέλω άμοιβή!
-Τί άμοιβή θέλεις; τόν ρώτησε ο πατήρ Προκόπιος.
-Νά πετάξης αύτό, πού κρατας στο χέρι σου! Καί του έδειξε τό κομποσχοίνι, μέ τό όποιο έπεκαλείτο άδιαλείπτως τό φοβερό Όνομα του Ιησου Χρίστου.
-Α, του είπε ο πατήρ Προκόπιος. Έσύ δέν είσαι καλός δάσκαλος, αλλά δαίμονας!!!
Καί άμέσως τόν σταύρωσε μέ τό κομποσχοίνι του. Οπότε έσκασε ο δαίμονας, άφήνοντας πίσω του δυσοσμία και καπνιά.
Βλέποντας ο Γέροντας τό τρομερό αύτό φαινόμενο, έτρεξε άμέσως στο μικρό εκκλησάκι του κελλιού του και έπεσε στά γόνατα, δοξολογώντας και ευχαριστώντας τόν Θεό, πού τόν έσωσε από την φονική μανία και πλάνη των δαιμόνων.
Καί τότε... μυριάδες φωνές Αγγέλων και Αρχαγγέλων άρχισαν να ψάλλουν μελίρρυτα και γλυκόφθογγα. Ήταν τόση ή ώραιότης των ψαλμών, τόση ή εύφροσύνη και ή μακαριστής πού τόν πλημμύρισαν, ώστε δέν άντεξε και λιποθύμησε...!274
Τέταρτος τρόπος πολέμου είναι διά των πέντε αισθήσεων,
άκόμα και τής αφής του όλου σώματος. «Ανέβη θάνατος διά των θυρίδων ύμών»,275 πού σημαίνει οτι ο πνευματικός θάνατος τής ψυχής περνά μέσα από τίς 5 αισθήσεις. Από την ήμερα πού θά γεννηθή ο άνθρωπος οι 5 αισθήσεις τρέφονται και χορταίνουν άπ’τά αισθητά πράγματα. Έτσι πείθουν τόν νου από πολύ μικρή ήλικία, οτι όλα τα ύλικά αγαθά πού άπολαμβάνει ο άνθρωπος μέ τίς αισθήσεις του, είναι και γιά τόν νου αγαθά, εύχάριστα, καλά και ώραία.
Οί δαίμονες, λοιπόν, βλέποντας τους πνευματικούς άγώνες πού μέ έπίγνωσι κάνει ο χριστιανός και μή μπορώντας να τόν προσβάλουν πλέον από μέσα, διότι τους καίει ή θεία Χάρις του ονόματος του Κυρίου μας, τότε τόν ξεγελούν από έξω, μέ τό να ερεθίζουν τίς αισθήσεις του και να τίς γαργαλούν μέ παλιές εμπειρίες. Προσπαθούν δηλαδή οι δαίμονες, διεγείροντας τίς αισθήσεις διά τής παλαιάς γνώριμης πείρας, και ειδικά αύτής πού συμμετείχε κάποτε όλο τό σώμα του, να αιχμαλωτίσουν και να βρωμίσουν ξανά τόν νού και να κάμουν πάλι κατοχή στήν καρδιά.
Πέμπτος τρόπος πολέμου είναι διά της φαντασίας. Η φαντασία κινείται μεταξύ νου και αισθήσεων και εκμεταλλεύεται μέ πολύ τέχνη όλο τό ύλικό πού περιέχει τό πιθάρι τής μνήμης.
Η φαντασία είναι μεταπτωτικό φαινόμενο. Εμφανίσθηκε μόλις «έπεσε» ο διάβολος, και την μετέδωσε και σε μας, όταν κι έμείς πέσαμε. Φαντασία είναι ή πλασματική παρουσίασις τής πραγματικότητος μέσα στο νού. Είναι είδωλο κι όχι πραγματικότητα, όπως αύτό πού βλέπουμε μέσα στον καθρέπτη, μπορεί να μας φαίνεται πραγματικό, αλλά δέν είναι. Είναι είδωλο. Άν σπάση ο καθρέπτης, δέν σημαίνει ότι σπάζει ο άνθρωπος.
Ο πατήρ Σωφρόνιος Ζαχάρωφ έλεγε ότι ο αγαθός θεός και οι αγαθοί Άγγελοι δέν έχουν φαντασία. Ο κόσμος τής άνθρώπινης φαντασίας, είναι ο κόσμος των φαντασμάτων τής άλήθειας, κοινός σε ανθρώπους και δαίμονες. Κατά κανόνα είναι ο πλέον ύπουλος και θανάσιμος έχθρός μας, πού τόν κουβαλάμε πάντοτε σαν φαρμακερή οχιά στον κόρφο τής ψυχής μας.
Υπάρχουν τέσσερα είδη φαντασίας:
Στό πρώτο είδος ανήκουν οι εικόνες από τα διάφορα πάθη. Κάθε πάθος έχει τη μορφή του, επειδή ανήκει στή σφαίρα του κτιστού κόσμου. Μπορεί να παράγη εικόνες και είδωλα στο φανταστικό μέρος του νου και νάτίς προβάλλη στήν ψυχή. Τίς βγάζει δηλαδή ο διάβολος από τό ύποσυνείδητο και από τη μνήμη και τίς προβάλλει στήν οθόνη του νου.
Άν ο νους απόρριψη τό προτεινόμενο είδωλο, πού είναι φανταστικό και όχι πραγματικό, τότε ή μορφή του πάθους δέν μπορεί να έξελιχθή και σβήνει. Δηλαδή ο διάβολος μπορεί να μας προσβάλη μέ φανταστικές εικόνες και είδωλα ή να δημιουργήση ο ίδιος εικόνες, τίς όποιες θά βγάλη είτε μέσα από τό ύποσυνείδητο είτε μέσα από τό πιθάρι τής μνήμης, μέ σκοπό να τίς ένώση μέ τη ψυχή μας, αφού προηγηθή ή συγκατάθεσις της σ’ αύτές. Ενώνονται ο νους και ή ψυχή ήδονικά μέ τό είδωλο, δηλαδή μέ τόν διάβολο, και έτσι έχουμε πνευματική μοιχεία.
Στό δεύτερο είδος τής φαντασίας ανήκει ή όνειροπόλησις, ο ρεμβασμός, ή αφηρημάδα, ο απλός μετεωρισμός. Είναι ή σύνδεσις του νου μέ τίς πραγματικές εικόνες του κόσμου, στον όποιον ζούμε και ύπάρχουμε και ή όποια γίνεται διά τής φαντασίας.
Έτσι, κάποιος μπορεί να φαντάζεται τόν εαυτό του, άν είναι κληρικός, ότι είναι πατριάρχης και να τό πιστεύη. Άλλος να τόν φαντάζεται στρατηγό, ύπουργό, εκατομμυριούχο. Άν είναι μουσικός, μεγάλο πιανίστα, πρώτο τραγουδιστή πού ξετρελαίνει τα πλήθη από ενθουσιασμό. Άλλος φαντάζεται τόν εαυτό του πρώτον ποδοσφαιριστή, μεγάλο κατακτητή. Η κάποιος άλλος φαντάζεται τόν γυιό του, μεγάλο επιστήμονα, πού κάνει θαύματα. Ανάλογα δηλαδή μέ τη "λόξα" του καθενός δημιουργείται και τό αντίστοιχο είδωλο μέσα στον νου του.
Στό τρίτο είδος φαντασίας ανήκει ή καλλιτεχνική, ή πολιτιστική δημιουργία και ή τέχνη των εφευρέσεων. Αύτό τό είδος τής φαντασίας μπορεί να είναι και καλό και κακό, ανάλογα μέ τη χρήσι της και τό αποτέλεσμα της. Κατ' άύτήν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί την ικανότητα τής μνήμης και των παραστάσεων, καθώς επίσης και τίς ειδικές γνώσεις, γιά να βρή λύσεις σ’ ένα τεχνικό του πρόβλημα. Ένας είναι αρχιτέκτονας, σκέπτεται πώς θά κτίση μιά γέφυρα ή ένα σπίτι. Δηλαδή, αναζητεί ο νους μέ τη νόησι και τη φανταστική εικόνα, την έμπρακτη πραγματοποίησι τής άλφα ή τής βήτα ιδέας του. Αύτό δέν είναι κακό.
Γιά τη δημιουργία του πολιτισμού, των επιτευγμάτων τής επιστήμης, των τεχνολογικών εφευρέσεων και τέχνης χρειάζεται ή φαντασία, αλλά μέ βάσι και γνώμονα τίς ήθικές εύαγγελικές άξιες, δηλαδή τη σωτηρία του άνθρώπου. Τότε αυτή ή φαντασία είναι άπαραίτητο στοιχείο τής ζωής μας, είδ’ άλλως είναι καταστρεπτική.
Στόν χώρο τής Εκκλησίας όμως, και ειδικά τής προσευχής, και αύτό τό είδος είναι τελείως καταστρεπτικό και άπορρίπτεται.
Στό τέταρτο είδος φαντασίας άνήκει ή λεγομένη θεολογική δημιουργία. Εδώ έχουμε λογικές απόπειρες του νου, πού μέ τη βοήθεια τής φαντασίας προσπαθεί να διεισδύση στά ύπερφυή και άκατάληπτα μυστήρια τής Θεότητος (τής Αγίας Τριάδος, τής ένσάρκου Οικονομίας, τής άναστάσεως των σωμάτων, τής κολάσεως και του παραδείσου...) Προσπαθούμε δηλαδή να άνακαλύψουμε λογικά, φανταστικά και διανοητικά τόν θεό. Αύτό δέν είναι δυνατόν! γιατί άν τό κάνουμε αύτό, γεννώνται τα θεολογικά φαντάσματα, έκγονα τής πλάνης, τής αίρέσεως και τής πνευματικής διαστροφής. Αύτό έπαθαν όλοι οι αιρετικοί.
Μέ τίς προσπάθειες του μυαλού μας, πολλές φορές, γιά να κατανοήσουμε τόν θεό, δημιουργούμε έναν θεό "κατ’εικόνα" και "καθ’ όμοίωσιν" δική μας, δηλαδή κάνουμε ένα θεό "κατ’ εικόνα" του άνθρώπου! Η άλήθεια όμως είναι ότι: ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ όμοίωσιν» θεού και όχι τό άντίθετο.
Επομένως, ο θεός δέν άνακαλύπτεται ούτε κατασκευάζεται μέ τό μυαλό, αλλά άποκαλύπτεται στήν καθαρή καρδιά. Όταν προσπαθούμε να φτιάξουμε έναν θεό, τότε Τόν φτιάχνουμε στά μέτρα μας. Είμαστε άδικοι; νομίζουμε ότι και ο θεός είναι άδικος. Είμαστε εμείς σκληροί και άσπλαγχνοι; Έτσι βλέπουμε και τόν θεό. Είμαστε έκδικητικοί, άνελέητοι, φθονεροί; Πιστεύουμε και τόν θεό ώςτιμωρό, έκδικητικόν, αύστηρόν. Εδώ γίνεται ένα μεγάλο λάθος. Τά άνθρώπινα πάθη, τα άποδίδουμε μέ πολλή εύκολία στο θεό. Αύτό μας βολεύει, επειδή έτσι μεταθέτουμε την εύθύνη της κακίας μας και τής πτώσεώς μας στο θεό και όχι στή δική μας επιλογή. Ο θεός ώς έλεύθερος, κάνει και τόν άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’όμοίωσιν» Του ελεύθερο. Καί μάλιστα βλέπουμε να σέβεται άκόμα και την έλευθερία του δαίμονος.



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.