Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Όνειρο στό κύμα - Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη




Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη

ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Ήµην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. ∆εκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόµη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήµην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήµην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίµως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον µου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύµναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστηµα µου ανά τους βράχους και τα βουνά.
Τον χειµώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν µ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόµαζον οι χωρικοί µας, και µ' έµαθε γράµµατα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και µέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον µοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε µίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέµι της Σµύρνης, την εβάπτισε και την ενυµφεύθη.

Ευθύς µετά την αποκατάστασιν των πραγµάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου µικράν φήµην, υπό το όνοµα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυµήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς µοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόµενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν µετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισµού. Εκεί έκλαυσε το αµάρτηµά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.

Αφού έµαθα τα πρώτα γράµµατα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αµέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς µου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήµιον• εξήλθα δικηγόρος µε δίπλωµα προλύτου...
Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαµα. Σήµερον εξακολουθώ να εργάζωµαι ως βοηθός ακόµη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον µισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορµής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είµαι περιωρισµένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναµαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου µου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεµένος µε πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ηµπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω
από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόνσχοινίον, παροµοίως κ' εγώ δεν δύναµαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον µου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταµένου µου.

Η τελευταία χρονιά που ήµην ακόµη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήµην ωραίος έφηβος, καστανόµαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισµού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόµενα αποτόµως δια κρηµνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάµερον εκείνο, το καλούµενον Ξάρµενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρµενα ή ξυλάρµενα, εξωθούµενα από τας τρικυµίας, ήτον ιδικόν µου.

Η πετρώδης, απότοµος ακτή µου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός,το Κλήµα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταµένη προς τον Βορράν. Εφαινόµην κ' εγώ ως να είχα µεγάλην συγγένειαν µε τους δύο τούτους ανέµους, οι οποίοι ανέµιζαν τα µαλλιά µου, και τα έκαµναν να είναι σγουρά όπως οι θάµνοι κ'αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν µε το ακούραστον φύσηµα των, µε το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.

Όλα εκείνα ήσαν ιδικά µου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες,
όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού
µόνον εις τας ηµέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ'
έκαµνε τρις το σηµείον του σταυρού, κ' έλεγεν: “Εις το όνοµα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύµατος, σπέρνωαυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο µου!”

Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν µέρει. Εµιµούµην τους πεινασµένους µαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρµογήν τας διατάξεις του ∆ευτερονοµίου χωρίς να τας γνωρίζω.

Της πτωχής χήρας ήτον η άµπελος µόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέµιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έµενε τίποτε διά τρύγηµα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήµα ιδικόν µου.

Μόνους αντιζήλους εις την νοµήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους µισθωτούς της δηµαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσµου,
εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγµατι δεν µου ήθελαν το καλόν µου. Ήσαν τροµεροι ανταγωνισταί δι' εµέ.



Το κυρίως κατάµερόν µου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αµπέλων, εγώ όµως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάµεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάµνων, χόρτου και χαµοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήµην “παραγυιός”, αντί
µισθού πέντε δραχµών τον µήνα, τας οποίας ακολούθως µου ηύξησαν εις εξ. Σιµά εις τον µισθόν τούτον, το Μοναστήρι µου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα µαύρα ψωµία ή πίττες, καθώς τα ωνόµαζαν οι καλόγηροι.


Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόµην κάτω, εις την άκρην της περιοχής µου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα µικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον µικρόν πύργον µαζί µε την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευµένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του,µονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας µητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.

Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταµένον κτήµα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε µερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των,
ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόµενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα οµού, και απετέλεσεν εν µέγα διά τον τόπονµας κτήµα, µε πολλών εκατοντάδων στρεµµάτων έκτασιν. Οπερίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήµα• αλλά δεν τον έµελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.

Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, µε δύο πατώµατα, εκαθάρισε και περιεµάζευσε τους εσκορπισµένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν
µαγγάνου διά το πότισµα. ∆ιήρεσε το κτήµα εις τέσσαρα µέρη•εις άµπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον µε πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους µε αιµασιάς ή µποστάνια.

Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόµενος εις την πολίχνην. Το κτήµα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ' ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του µικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, µε σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύµα.


Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιµπούκι του, το κοµβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εµού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερµόαιµος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία µελαχροινή, κ' ενθύµιζε την νύµφην του Άσµατος την ηλιοκαυµένην, την οποίαν οι υιοί της
µητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αµπέλια• “Ιδού εί καλή, η πλησίον µου, ιδού εί καλή• οφθαλµοί σου περιστεραί...”. Ο λαιµός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.

Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και µου εφαίνετο να οµοιάζη µε την µικρήν στέρφαν αίγα, την µικρόσωµον και λεπτοφυή, µε κατάστιλπνον τρίχωµα, την οποία εγώ είχα ονοµάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαµόκλαδα, ευώδεις θάµνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή µου. Έως εκεί κατηρχόµην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευµατικών πατέρων µου.

Μίαν ηµέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εµέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας µου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον• άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθµός των µεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούµενη µου κατσίκα, είχε µείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το µέτρηµα. Τας εύρισκα όλας
. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αµέσως την ταυτότητα, αλλά µόνον την µονάδα πού έλειπεν• αλλ' η απουσίατης Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόµαξα. Τάχα ο αετός µου την επήρε;

Εις τα µέρη εκείνα, τα κάπως χαµηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να µας επισκέπτωνται συχνά. Το µέγα ορµητήριον των ήτον υψηλά προς δυσµάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούµενον Αετοφωλιά φερωνύµως. Αλλά δεν µου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγµα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, τηςµικράς κατσίκας µου.
Εφώναζα ως τρελός:

— Μοσχούλα!... πού ειν' η Μοσχούλα;

Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιµά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήµατος, και η οικία η ακουµβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήµατα από την θέσιν οπού ευρισκόµην εγώ µε τας αίγας µου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς µου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:

— Τί έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω• εν τοσούτω απήντησα:

— Φωνάζω εγώ την κατσίκα µου, τη Μοσχούλα!... Με σένα δεν έχω να κάµω.

Καθώς ήκουσε την φωνήν µου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγινεν άφαντη.

Μίαν άλλην ηµέραν µε είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήµην πλαγιασµένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας µου να βοσκούν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, εν άσµα του βουνού αιπολικόν.

∆εν ηξεύρω πώς της ήλθε να µου φωνάξη:

— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. ∆ε σ' άκουσα ποτέ µου να παίζης το σουραύλι!... Βοσκός και να µην έχη σουραύλι, σαν παράξενο
µου φαίνεται!...

Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα µε ήκουεν αυτή... Την φοράν ταύτην εφιλοτιµήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη µου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι µου έστειλε δι' αµοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεµάτο πετµέζι.

Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια µου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάµεσα εις τους βράχους, όπου εσχηµάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύµα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια• και ανάµεσα εις τους τόσους ελιγµούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει µορµυρίζον, χορεύον
µε άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όµοιον µε το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της µητρός που το έψαυσε
— καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια µου διά ν' “αρµυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον µεγάλη χαρά και µαγεία, και την “ελιµπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυµβήσω. Ήτον τον Αύγουστον µήνα.

Ανέβασα το κοπάδι µου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάµεσα εις δύο κρηµνούς και εις ένα µονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. ∆ι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έµελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην µου. Άφησα εκεί τα γίδια µου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταµα και τας αρµυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να µε περιµένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον µακρόθεν τους κωδωνισµούς των, αν τυχόν εδείκνυον συµπτώµατα ανησυχίας.

Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρηµνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεµον ήρχισε να λάµπη χαµηλά, ως δύο καλαµιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός µου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσµάς, αριστερά µου, έβλεπα µίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγµήν.

Ήτον η ουρά της λαµπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η µάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.

∆εξιά από τον µέγαν κυρτόν βράχον µου, εσχηµατίζετο µικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωµένον µε άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαµπρά ποικιλόχρωµα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύµφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα µονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότοµον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσµατος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις µήκος εκατοντάδων µέτρων όλον τον αιγιαλόν.

Επέταξα αµέσως το υποκάµισον µου, την περισκελίδα µου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύµβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόµην γλύκαν, µαγείαν άφατον, εφανταζόµην τον εαυτόν µου ως να ήµην έν µε το κύµα, ως να µετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλµυράς και δροσώδους. ∆εν θα µου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύµβηµα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού µου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εµέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν µου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα µικρά παιδιά. Εφοβούµην µήπως τινά αποσκιρτήσουν και µου φύγουν,και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούµενος µόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είµαι βέβαιος, ότι δεν θα µου φύγη πάλιν, καθώς µου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον µε το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιµόν, εφρόντισα να την δέσω µ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάµνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα µου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.

Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάµισον µου, την περισκελίδα µου, έκαµα ένα βήµα διά να ανάβω. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την µικρήν αίγα µου, και µε διακόσια ή περισσότερα βήµατα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι µου. Ο µικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρηµνός ήτο δι' εµέ άθυρµα, όσον ένα σκαλοπάτι µαρµάρινηςσκάλας, το οποίον φιλοτιµούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αµιλλώµενα τα παιδιά της γειτονιάς.

Την στιγµήν εκείνην, ενώ έκαµα το πρώτον βήµα, ακούω σφοδρόν πλατάγισµα εις την θάλασσαν, ως σώµατος πίπτοντος εις το κύµα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το µέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυµφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ' ελούετο εις την θάλασσαν. ∆εν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιµά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος τουβουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα µε το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άµα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο.

— Έκαµα δύο-τρία βήµατα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον,
ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα µε άκραν προφύλαξιν προς το
µέρος του άντρου, καλυπτόµενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόµενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγµατι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύµα γυµνή, κ' ελούετο...

Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το µελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάµνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύµατα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόµην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταµός από µαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει• έβλεπε κατά τύχην προς το µέρος όπου ήµην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυµβά.

∆ια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί µιαν στιγµήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάµνων, να λύσω την αίγα µου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν µου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ' η στιγµή καθ' ην θα διηρχόµην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να µε ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το µέρος µου, να φύγω αόρατος.

Το ανάστηµα µου θα διεγράφετο διά µίαν στιγµήν υψηλόν και δεχόµενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα µε έβλεπε, καθώς ήταν εστραµµένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόµαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα µε κατηγόρει διά σκοπούς αθεµίτους, και τοτε αλλοίµονον εις τον µικρόν βοσκόν!

Η πρώτη ιδέα µου ήτον να βήξω, να της δώσω αµέσως είδησιν, και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω... Μην τροµάζης!... φεύγω αµέσως, κοπέλα µου!”

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολµος. Κανείς δεν µε είχε διδάξει µαθήµατα κοσµιότητος εις τα βουνά µου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίµενα.

“Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα µέσα µου• τώρα θα κολυµπήση, θα ντυθή και θα φύγη... θα τραβήξη αυτή το µονοπάτι της, κ εγώ τον κρηµνό µου!...”

Κ' ενθυµήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευµατικόν του
µοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις µε είχον συµβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασµόν!

Εκ της ιδέας του να περιµένω δεν υπήρχεν άλλο µέσον ή προσφυγή, ειµή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, µε τα ρούχα, όπως ήµην, να κολυµβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσµάς διάστηµα, το από της ακτής όπου ευρισκόµην, εντεύθεν του µέρους όπου ελούετο η νεάνις, µέχρι του κυρίως όρµου και της άµµου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστηµα, ως ηµίσεος µιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρηµνός. Μόνον εις το µέρος όπου ήµην εσχηµατίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού,µεταξύ σπηλαίων και βράχων.

Θ' άφηνα την Μοσχούλαν µου, την αίγα, εις την τύχην της, δεµένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άµα έφθανα εις την άµµον µε διάβροχα τα ρούχα µου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω
µε τα ρούχα), στάζων άλµην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήµατα διά να επιστρέψω από άλλο µονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού µου, θα κατέβαινα τον κρηµνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα µου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο µέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και µίαν ώραν καιπλέον. Ουδέ θα ήµην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού µου.

∆εν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειµή να περιµένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν µου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν µου. Άλλως ήµην εν συνειδήσει αθώος.

Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήµην, η περιέργεια δεν µου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόµενος όπισθεν των θάµνων έκυψα να ίδω την κολυµβώσαν νεανίδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύµα. Είχεν αποµακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το µέρος µου. Έβλεπα την αµαυράν και όµως χρυσίζουσαν αµυδρώς κόµην της, τον τράχηλόν της τον εύγραµµον, τας λεύκας ως γάλα ωµοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόµενα, µελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. ∆ιέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήµας, τους πόδας της,
µεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόµενα εις το κύµα. Εµάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχοµένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το
θείον άρωµα. Ήτο πνοή, ίνδαλµα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύµα• ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς µαγική, η ναυς των ονείρων...

Ούτε µου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, µε σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα µ έβλεπε, και θα ηµπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόµην προς δυσµάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά µου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν µέρος, όπισθεν του βράχου µου, κ' εντεύθεν του άντρου.

Είχα µείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόµην πλέον τα επίγεια.


∆εν δύναµαι να είπω αν µου ήλθον πονηροί, και συνάµα παιδικοί ανόητοι λογισµοί, εν είδει ευχών κατάραι. “Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε µιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθµένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!...”

Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύµα. Αλλά την τελευταίαν στιγµήν, αλλοκότως, µου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα... Να ριφθώ εις τα κύµατα, προς το αντίθετον µέρος, εις τα όπισθεν, να κολυµβήσω όλον εκείνο το διάστηµα έως την άµµον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασµόν!...

Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον... Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγµατικού κόσµου µ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας µου. Η µικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!...

Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ηµπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα µου. ∆εν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιµώσεις διά τα θρέµµατα, επειδή δεν είχα µάθει ακόµη να κλέπτω ζωντανά πράγµατα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον• αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να µη βελάζη. — Με ράµνον πολύκλαδον εις το στόµα, ή µε σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως• αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ!

Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της µε την παλάµην, να µη βελάζη... Την στιγµήν εκείνην ελησµόνησα την κόρην την κολυµβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. ∆εν εσκέφθην αν ήτον φόβος να µε ίδη, και ηµιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.

Συγχρόνως µ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα µου. Το σχοινίον µε το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάµνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα µην “εσχοινιάσθη”, µην εµπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, µην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον;


∆εν ηξεύρω αν η κόρη η λουσµένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας µου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυµβά, αφού δεν απέχει ειµή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον.

Αλλ' όµως, η στιγµή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —µάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το µέρος της ξηράς...— είδε τον µαύρον ίσκιον µου, τον διακαµόν µου, επάνω εις τον βράχον, ανάµεσα εις τους θάµνους, και αφήκε µισοπνιγµένην κραυγήν φόβου...

Τότε µε κατέλαβε τρόµος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα µου εκάµφθησαν. Έξαλλος εκ τρόµου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ' έκραξα:

— Μη φοβάσαι!... δεν είναι τίποτε... δεν σου θέλω κακόν!

Και εσκεπτόµην λίαν τεταραγµένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, µάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω... Ήρκει η φωνή µου να της έδιδε
µεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραµονή µου και το τρέξιµόν µου εις βοήθειαν.

Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, µια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικοµεσηµβρινόν µέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηµατίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη
πλέουσα αργά, ερχοµένη προς τα εδώ, µε τας κώπας• πλην η εµφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόµον της.

Αφήκε δεύτερον κραυγήν µεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύµα.
∆εν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το µέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα
µόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήµην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας µε την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.

Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήµατα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθµένα, ο οποίος ήτο αµµόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύµατος.

Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το µέρος του πόντου, όπου εσχηµατίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόµενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως µνήµα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα µονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσµα!...
Με τρία στιβαρά πηδήµατα και πλευσίµατα, εντός ολίγων στιγµών, έφθασα πλησίον της...

Είδα το εύµορφον σώµα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύµατος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής• εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας µου, και ανήλθον.

Καθώς την είχα περιβάλει µε τον αριστερόν βραχίονα, µου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν µου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!... Εντούτοις δεν παρείχε σηµεία ζωής ολοφάνερα... Την ετίναξα µε σφοδρόν κίνηµα, αυθορµήτως, διά να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαµα να στηριχθή επί της πλάτης µου, και έπλευσα, µε την χείρα την δεξιάν και µε τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάµεις µου επολλαπλασιάζοντο θαυµασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσµα επάνω µου• ήθελε την ζωήν της• ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισµός δεν υπήρχε την στιγµήν εκείνην εις το πνεύµα µου. Η καρδία µου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αµοιβήν!

Επί πόσον ακόµη θα το ενθυµούµαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώµα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω µου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής µου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσµου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! ∆εν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν µου ελαφρότερον ή
εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήµην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη µε τας χείρας του προς στιγµήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του...


Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.

Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος
µικρή µου κατσίκα, την οποίαν είχα λησµονήσει προς χάριν της,
πράγµατι “εσχοινιάσθη”• περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, µε
το οποίον την είχα δεµένη, και επνίγη!... Μετρίως ελυπήθην, και την έκαµα θυσίαν προς χάριν της.

Κ' εγώ έµαθα γράµµατα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' έγινα δικηγόρος... Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόµενον!

Τάχα η µοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάµνησις της λουοµένης κόρης, µ έκαµε να µη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάµνησις εκείνη έπρεπε να µε κάµη να γίνω µοναχός.

Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να µε κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να µε στείλουν έξω από το µοναστήρι...”. ∆ιά την σωτηρίαν της ψυχής µου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράµµατα, τα όποια αυτός µε είχε διδάξει,
και µάλιστα ήσαν και πολλά!...

Και τώρα, όταν ενθυµούµαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα µου, και αναλογίζωµαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, µε το οποιον είναι δεµένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ
µέσα µου αν τα δύο δεν είχαν µεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισµα κληρονοµίας” δι' εµέ, όπως η Γραφή λέγει.

Ω ας ήµην ακόµη βοσκός εις τα όρη!..."

(∆ιά την αντιγραφήν)







































































Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.