Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Τά Χριστούγεννα ενός αγοριού - Φ.Ντοστογιέφσκι




ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΒΣΚΙ - ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΓΟΡΙΟΥ
Από το ημερολόγιο του συγγραφέα

Ι. ΤΟ ΑΓΟΡΙ «ΜΕ ΤΟ ΑΠΛΩΜΕΝΟ ΧΕΡΙ»

Τα παιδιά είναι κόσμος παράξενος, κοιμούνται κι ονειρεύονται. Πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά και στη διάρκεια των Χριστουγέννων, συναντούσα συνεχώς στο δρόμο, σε συγκεκριμένο σημείο, ένα αγοράκι όχι μεγαλύτερο από εφτά χρονών. Μέσα στην τρομερή παγωνιά ήταν ντυμένο σχεδόν καλοκαιρινά, αλλά ο λαιμός του, πάντα τυλιγμένος με ένα κουρέλι, έδειχνε ότι κάποιος, παρ' όλα αυτά, το είχε φροντίσει πριν το στείλει έξω. Κυκλοφορούσε «με το χέρι απλωμένο». Ο όρος είναι τυπικός, και σημαίνει «ζητιανεύω». Τον επινόησαν αγόρια σαν κι αυτό. Υπάρχουν πλήθος από αυτά τα   παιδιά,   που   στριφογυρνούν   στα   πόδια   μας   και   επαναλαμβάνουν   δυνατά   κάποιες αποστηθισμένες φράσεις. Όμως, τούτο το μικρό δε φώναζε, μιλούσε αθώα, ασυνήθιστα θα έλεγα, και με κοιτούσε με εμπιστοσύνη στα μάτια — θα πρέπει να ήταν καινούριο στο επάγγελμα. Στην ερώτησή μου απάντησε ότι έχει μια αδελφή, που είναι άνεργη και άρρωστη. Μπορεί να ήταν κι έτσι. Έμαθα ωστόσο αργότερα ότι αγοράκια σαν κι αυτό υπάρχουν κοπάδια ολόκληρα: τα στέλνουν «με το χέρι απλωμένο», ακόμα και στη χειρότερη παγωνιά, κι είναι σίγουρο πως, αν δε μαζέψουν τίποτα, τα περιμένει ξυλοδαρμός. Έχοντας συγκεντρώσει μερικές δεκάρες, ένα τέτοιο αγόρι θα επιστρέψει με κόκκινα, κοκαλιασμένα δάχτυλα σε κάποιο υπόγειο, όπου θα μεθοκοπάει μια συμμορία ακαμάτηδων, από τους ίδιους εκείνους που «απεργώντας στη φάμπρικα Σάββατο προς Κυριακή επιστρέφουν στη δουλειά όχι νωρίτερα από Τετάρτη βράδυ». Εκεί, στα υπόγεια, μεθοκοπάνε μαζί τους οι πεινασμένες και δαρμένες γυναίκες τους, κι εκεί κατουριούνται τα πεινασμένα μωρά τους. Βότκα και βρόμα και ακολασία, αλλά κυρίως βότκα. Με τις δεκάρες που μάζεψε, στέλνουν και πάλι το αγοράκι έξω, στο καπηλειό, να φέρει κι άλλο ποτό. Για να διασκεδάσουν μάλιστα, του ρίχνουν καμιά φορά κι αυτουνού στο στόμα ένα ποτηράκι, χασκογελώντας όταν με κομμένη την ανάσα θα σωριαστεί σχεδόν αναίσθητο στο πάτωμα.

... φαρμάκι βότκα μου 'ριξε αλύπητα στο στόμα...

Μόλις μεγαλώσει λίγο θα το χώσουν στα γρήγορα σε καμιά φάμπρικα, αλλά όσα θα κερδίζει θα είναι και πάλι υποχρεωμένο να τα φέρνει στους ακαμάτηδες, που θα  τα  πίνουν ως  συνήθως. Πάντως,  πριν  καν  φτάσουν  στη  φάμπρικα, τα  παιδιά αυτά  έχουν  γίνει  κανονικοί εγκληματίες. Αλητεύουν μέσα στην πόλη και ξέρουν γωνιές σε αντίστοιχα υπόγεια, όπου μπορούν να τρυπώσουν και  να  διανυκτερεύσουν χωρίς  να  τα  πάρει  είδηση  κανείς.  Μια  φορά,  ένα  από  αυτά  πέρασε κάμποσες συνεχόμενες νύχτες στο υπόγειο κάποιου οδοκαθαριστή, μέσα σε ένα ψάθινο σεντούκι, δίχως εκείνος να καταλάβει τίποτα. Εννοείται πως γίνονται κλέφτες. Η κλεψιά γίνεται πάθος, ακόμα και σε οκτάχρονα παιδιά, τα οποία, μερικές φορές, δε συνειδητοποιούν καν ότι αυτό που κάνουν είναι παράνομο. Τελικά, τα αντέχουν όλα —την πείνα, το κρύο, τους ξυλοδαρμούς— με αντίτιμο ένα πράγμα: την ελευθερία. Κάποτε θα το σκάσουν από τους ακαμάτηδες, για να ζητιανέψουν πια για τον εαυτό τους. Αυτό το άγριο πλάσμα ενίοτε δεν ξέρει ούτε πού ζει ούτε τι εθνικότητας είναι, αν υπάρχει Θεός, αν υπάρχει βασιλιάς. Λένε γι' αυτά πράγματα απίστευτα, αλλά αληθινά.

II. ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Όμως εγώ είμαι μυθιστοριογράφος, και μου φαίνεται ότι μια «ιστορία» από αυτές την επινόησα μόνος μου. Αλλά γιατί γράφω «μου φαίνεται», αφού ξέρω ότι την επινόησα. Γιατί έχω την εντύπωση ότι  κάπου,  κάποτε,  ακριβώς  παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη  σε  μια  τεράστια  πόλη  και  με τρομερή παγωνιά.


Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή. Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος. «Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε, στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.

Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ' όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν    κλείνονται  όλοι  στα  σπίτια  τους,  και  το  μόνο  που  ακούς  είναι  το  ουρλιαχτό  από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.

Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν. Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει. Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους — αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ' έξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο  μόνος  και  τόσο  απαίσια. Όμως,  ξάφνου,  Θεέ  και  κύριε!  Τι  είναι  αυτό  πάλι;  Ένα  πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων. «Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».

Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Να τος, τρεμουλιάζει ολόκληρος, αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ: «Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!... Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα. «Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»

«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.

Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και... και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.

«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι. «Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.

«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα...»

Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος
της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους... Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα...

Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του... Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.

Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ' αλήθεια — δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι... Αλλά γι' αυτό είμαι μυθιστοριογράφος: για να επινοώ πράγματα.

ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ ΚΙ ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ



Από τις σημειώσεις ενός αγνώστου

Τούτες τις μέρες παραβρέθηκα σε ένα γάμο... Αλλά όχι! Καλύτερα να σας πω για την πρωτοχρονιάτικη γιορτή. Ο γάμος ήταν καλός. Μου άρεσε πολύ, το άλλο περιστατικό όμως ήταν καλύτερο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά, παρακολουθώντας το γάμο αυτό, θυμήθηκα εκείνη τη γιορτή. Να πώς έγινε. Πριν από πέντε χρόνια ακριβώς, παραμονή του νέου έτους, με κάλεσαν σε μια παιδική γιορτή... Το πρόσωπο που με καλούσε ήταν ένας άνθρωπος των επιχειρήσεων, διάσημος, με διασυνδέσεις, γνωριμίες, ίντριγκες, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που μπορούσες να σκεφτείς ότι αυτή η παιδική γιορτή ήταν μια πρόφαση για τους γονείς να συγκεντρωθούν και να συζητήσουν άλλα ενδιαφέροντα θέματα, με αθώο, τυχαίο, απρομελέτητο τρόπο. Εγώ ήμουν άσχετος με όλα αυτά. Οι δουλειές δε με απασχολούσαν, γι' αυτό και πέρασα το βράδυ αρκετά ανεξάρτητος. Παρευρισκόταν κι ένας άλλος κύριος, που, νομίζω, δεν ήταν ούτε διάσημης καταγωγής ούτε από τζάκι, και ο οποίος, όπως εγώ, έδειχνε, μέσα σε τούτη την οικογενειακή ευτυχία, κάπως σαν παρείσακτος... Τον πρόσεξα πρώτον απ' όλους. Ήταν ένας ψηλός, αδύνατος άντρας, αρκετά σοβαρός και καλοντυμένος. Ωστόσο, ήταν καταφανές ότι δεν είχε μυαλό για χαρές και οικογενειακή ευτυχία. Με το που απομακρυνόταν σε κάποια γωνιά, σταματούσε αμέσως να χαμογελάει και σούφρωνε τα δασιά, μαύρα φρύδια του. Γνωστούς,  εκτός  του  οικοδεσπότη,  στη  χοροεσπερίδα  αυτή  δεν  είχε  ούτε  έναν.  Φαινόταν  ότι έπληττε τρομερά, αλλά έπαιζε γενναία και μέχρι τέλους το ρόλο του ευτυχισμένου ανθρώπου που διασκεδάζει αφάνταστα. Αργότερα έμαθα ότι επρόκειτο για έναν κύριο από την επαρχία, ο οποίος είχε να λύσει κάποια σημαντική, μπερδεμένη υπόθεση στην πρωτεύουσα, κι ο οποίος έφερνε στον οικοδεσπότη μας μια συστατική επιστολή. Ο οικοδεσπότης μας τον είχε υπό την προστασία του κάθε   άλλο   παρά   con   amore 7    και   τον   είχε   προσκαλέσει  στον   παιδικό   χορό   για   καθαρά υπολογιστικούς λόγους. Χαρτιά δεν παίξανε, πούρα δεν του προσφέρανε, κουβέντα δεν έπιασε κανείς μαζί του, ίσως γιατί κατάλαβαν το ποιόν του ανθρώπου εξ αποστάσεως, και έτσι ο ήρωάς μου ήταν υποχρεωμένος να σκοτώνει την ώρα μόνος του, χαϊδεύοντας τις φαβορίτες του όλο το βράδυ. Οι φαβορίτες του ήταν πράγματι αρκετά όμορφες. Αλλά τις χάιδευε με τέτοια αφοσίωση που, κοιτώντας τον, μπορούσες να σκεφτείς δικαίως ότι εν αρχή ήρθαν στο φως οι φαβορίτες κι έπειτα προστέθηκε σ' αυτές ο κάτοχός τους, για να τις χαϊδεύει.

Εκτός από αυτό το άτομο, που συμμετείχε με αυτό τον τρόπο, στην οικογενειακή ευτυχία του οικοδεσπότη, ο οποίος είχε πέντε θρεμμένους γιους, μου άρεσε κι ένας άλλος κύριος, αλλά εντελώς διαφορετικού στιλ. Ήταν το πρόσωπο της βραδιάς. Τον έλεγαν Γιούλιαν Μαστακόβιτς. Από την πρώτη ματιά μπορούσες να δεις ότι ήταν επίτιμος καλεσμένος και φερόταν στον οικοδεσπότη όπως ακριβώς ο οικοδεσπότης προς τον κύριο που χάιδευε τις φαβορίτες του. Ο οικοδεσπότης και η οικοδέσποινα του έκαναν άφθονες ρεβεράντζες, ήταν όλο ευγένειες μαζί του, τον φρόντιζαν συνεχώς, τον κερνούσαν ποτά, τον κολάκευαν, έφερναν εκεί που καθόταν τους επισκέπτες τους να τους  συστήσουν,  αλλά   τον   ίδιο   δεν   τον   υπέβαλλαν  στην   ταλαιπωρία  να   πηγαινοέρχεται. Παρατήρησα ότι ένα δάκρυ λαμπύρισε στο μάτι του οικοδεσπότη, όταν ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς εξέφρασε την άποψή του για τη βραδιά αυτή, λέγοντας πως σπάνια έχει περάσει τόσο ευχάριστα την ώρα του. Ένιωσα κάπως δυσάρεστα με την παρουσία αυτού του ατόμου, και γι' αυτό, αφού χάζεψα λίγο τα παιδιά, αποσύρθηκα στο μικρό σαλόνι που ήταν εντελώς άδειο, και πέρασα στη λουλουδιασμένη κλειστή βεράντα της οικοδέσποινας που καταλάμβανε το μισό σχεδόν δωμάτιο.

Τα παιδιά ήταν όλα απίστευτα χαριτωμένα και δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να μοιάζουν με μεγάλα,  παρά  τις  νουθεσίες  των  νταντάδων  και  των  μαμάδων  τους.  Άδειασαν  στο  λεπτό  το
χριστουγεννιάτικο δέντρο, εξαφανίζοντας και το τελευταίο καλούδι, και πρόλαβαν να σπάσουν τα μισά από τα παιχνίδια, πριν καν μάθουν ποιο προοριζόταν για ποιον. Ιδιαίτερα γλυκό ήταν ένα αγοράκι, μαυρομάτικο, με κατσαρά μαλλιά, το οποίο όλο ήθελε να με πυροβολήσει με το ξύλινο τουφέκι του. Αλλά περισσότερο απ' όλα τραβούσε την προσοχή η αδελφή του, μια  κοπελίτσα έντεκα χρονών, υπέροχη, σαν μικρός έρωτας, ήρεμη, σοβαρή, χλομή, με μεγάλα στοχαστικά ολοστρόγγυλα μάτια. Την είχαν πειράξει τα παιδιά και κατέφυγε στο μικρό εκείνο σαλονάκι, όπου καθόμουν κι εγώ, και ασχολήθηκε, καθισμένη στη γωνιά, με την κούκλα της. Οι επισκέπτες με σεβασμό έδειχναν έναν πλούσιο φορομπήχτη, τον πατέρα της, και κάποιοι σιγοψιθύριζαν ότι ήδη η κληρονομιά που την περιμένει φτάνει στις τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια. Γύρισα να κοιτάξω τους ενδιαφερόμενους για την περίπτωση αυτή και η ματιά μου έπεσε στον Γιούλιαν Μαστακόβιτς, ο οποίος, με τα χέρια πίσω και γερμένο ελαφρώς το κεφάλι στο πλάι, άκουγε, υπερβολικά προσεχτικά μάλλον, τη συζήτηση των αργόσχολων αυτών κυρίων. Επιπλέον, δεν μπορούσα να μη θαυμάσω τη σοφία με την οποία μοίρασαν οι οικοδεσπότες τα δώρα. Η κοπελίτσα, που διέθετε ήδη μια περιουσία από τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια, πήρε μια πολύ ακριβή κούκλα. Ακολουθούσαν τα φτηνότερα δώρα, ανάλογα με τη βαθμίδα ευημερίας και κοινωνικής θέσης των γονιών αυτών των ευτυχισμένων παιδιών. Στο τέλος έμεινε  ένα  αγοράκι δέκα  χρονών, αδυνατούλικο, μικρούλικο, κοκκινομάλλικο, με φακίδες, που πήρε μόνο ένα βιβλίο με διηγήματα, τα οποία πραγματεύονταν το μεγαλείο της φύσης, τα δάκρυα της μετάνοιας και λοιπά, χωρίς εικόνες και μάλιστα χωρίς τίτλο. Ήταν ο γιος της γκουβερνάντας των παιδιών του οικοδεσπότη, μιας φτωχής χήρας, ένα παιδί άκρως παραμελημένο και φοβισμένο. Φορούσε ένα μπλουζάκι από φτηνό τσίτι. Αφού πήρε το δώρο του, τριγύρισε αρκετή ώρα κοντά στα άλλα παιχνίδια. Ήθελε φοβερά να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά, αλλά δεν τολμούσε. Ήταν φανερό ότι ήξερε ήδη και καταλάβαινε τη θέση του.

Μου αρέσει πολύ να παρατηρώ τα παιδιά. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η πρώτη τους αυτόνομη εκδήλωση στη ζωή. Πρόσεξα ότι ο  κοκκινομάλλης μικρός  γοητεύτηκε σε  τέτοιο βαθμό από τα πλούσια παιχνίδια των άλλων παιδιών, ιδίως από το κουκλοθέατρο, στο οποίο ήθελε οπωσδήποτε να αναλάβει κάποιο ρόλο, που αποτόλμησε να τα κολακέψει. Χαμογελούσε και υποκρινόταν απέναντι στα άλλα παιδιά, χάρισε το μήλο του σε ένα μπουκωμένο αγοράκι, που κρατούσε μια πετσετούλα γεμάτη γλυκίσματα, μέχρι που αποφάσισε ακόμη και να κουβαλήσει κάποιο στην πλάτη του, για να μην το διώξουν από το θέατρο. Όμως, ένα λεπτό αργότερα κάποιος καβγατζής του είχε ρίξει μια γερή κλοτσιά. Το παιδάκι δεν τόλμησε να κλάψει. Εμφανίστηκε τότε η γκουβερνάντα, η μανούλα του, και το πρόσταξε να μην ενοχλεί τα άλλα παιδιά στο παιχνίδι τους. Το παιδί μπήκε στο σαλονάκι που βρισκόταν και η κοπελίτσα. Εκείνη το άφησε να πάει κοντά της και βάλθηκαν και τα δυο, με μεγάλη αφοσίωση, να στολίζουν την πανάκριβη κούκλα.

Καθόμουν ήδη πάνω από ένα μισάωρο στη βεράντα με τους κατιφέδες και λαγοκοιμόμουν, ακούγοντας τη σιγανή κουβέντα του μικρού κοκκινομάλλη και της πεντάμορφης με τις τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια προίκα, που έπαιζαν με την κούκλα, όταν ξάφνου στο δωμάτιο μπήκε ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς. Εκμεταλλεύτηκε μια θορυβώδη στιγμή τσακωμού των παιδιών και βγήκε κλεφτά από την αίθουσα. Πρόσεξα ότι ένα λεπτό πριν μιλούσε αρκετά θερμά με τον πατέρα της μέλλουσας πλούσιας νύφης, με τον οποίο είχε μόλις γνωριστεί, για τα προτερήματα μιας υπηρεσίας έναντι μιας άλλης. Τώρα στεκόταν συλλογισμένος και σαν να μετρούσε με τα δάχτυλά του.

«Τριακόσια... τριακόσια», μουρμούριζε. «Έντεκα... δώδεκα... δεκατρία και ούτω καθεξής. Δεκαέξι — πέντε χρόνια! Ας πούμε τέσσερα τοις εκατό, 12 επί πέντε =60, και σε αυτά τα 60... να, ας πούμε, σύνολο σε πέντε χρόνια θα είναι τετρακόσια... Μάλιστα! Μα δεν κρατάει τέσσερα τοις εκατό, ο απατεώνας! Ίσως οχτώ ή δέκα τοις εκατό παίρνει. Δηλαδή, ας πούμε πεντακόσιες, πεντακόσιες χιλιάδες, αυτό τουλάχιστον είναι σίγουρο. Ε, τα επιπλέον για ρούχα, χμ...»

Τέλειωσε τους συλλογισμούς του, φύσηξε τη μύτη του στο μαντίλι κι ετοιμαζόταν να βγει από το δωμάτιο, όταν ξάφνου το μάτι του έπεσε στην κοπελίτσα και σταμάτησε. Δε με είχε δει πίσω από τις

γλάστρες με την πρασινάδα. Μου φάνηκε πολύ ταραγμένος. Ή τον είχαν επηρεάσει οι υπολογισμοί του, ή κάτι άλλο, σκούπιζε τα χέρια του και δεν μπορούσε να σταθεί σε ένα μέρος. Η ταραχή είχε φτάσει στο plus ultra8, όταν σταμάτησε κι έριξε ένα δεύτερο αποφασιστικό βλέμμα στη μέλλουσα νύφη. Ύστερα, ακροποδητί, σαν να ένιωθε ένοχος, άρχισε να πλησιάζει τη μικρή. Πλησίασε χαμογελώντας, έσκυψε και τη φίλησε στο κεφάλι. Εκείνη, που δεν περίμενε τέτοια επίθεση, κραύγασε τρομαγμένη.

«Τι κάνετε εδώ, γλυκό μου παιδί;» ρώτησε ψιθυριστά, κοιτώντας γύρω κλεφτά και τσιμπώντας το μάγουλο της κοπελίτσας.

«Παίζουμε...»

«Α! Μ' αυτόν;» ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς στραβοκοίταξε τον μικρό.

«Κι εσύ, ψυχούλα μου, δεν πας στο σαλόνι καλύτερα;» του είπε.

Ο μικρός σιωπούσε, κοιτώντας τον κατάματα. Ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς κοίταξε πάλι ένα γύρο και ξανάσκυψε πάνω από το κοριτσάκι.

«Τι είναι αυτό, γλυκιά μου, κούκλα;» ρώτησε.

«Κούκλα», απαντούσε η κοπελίτσα, συνοφρυωμένη και δισταχτική.

«Κούκλα... Μήπως ξέρετε, γλυκιά μου, από τι έχει φτιαχτεί η κούκλα σας;»

«Δεν ξέρω...» απαντούσε η κοπελίτσα ψιθυριστά και έχοντας σκύψει εντελώς το κεφάλι.

«Μα, από κουρελάκια, ψυχούλα μου. Εσύ, μικρέ, πήγαινε στο σαλόνι, στα παιδιά της ηλικίας σου»,
είπε ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, κοιτάζοντας αυστηρά το παιδί.

Η κοπελίτσα και το αγοράκι συνοφρυώθηκαν και πιάστηκαν χέρι χέρι. Δεν ήθελαν να χωρίσουν.

«Ξέρετε γιατί σας χάρισαν αυτή την κούκλα;» ρώτησε ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, χαμηλώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή του.

«Δεν ξέρω».

«Γιατί ήσασταν γλυκό και καλό παιδί όλη τη βδομάδα».

Στο σημείο αυτό ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, ταραγμένος όσο δεν παίρνει άλλο, κοίταξε ένα γύρο, και χαμηλώνοντας ακόμα τη φωνή του ρώτησε τελικά, ψιθυριστά, με σχεδόν σβησμένη από την ταραχή και την ανυπομονησία φωνή:

«Θα με αγαπάτε, γλυκό μου κοριτσάκι, όταν θα έρθω να επισκεφτώ τους γονείς σας;»

Λέγοντας αυτό, ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς θέλησε για μια ακόμη φορά να φιλήσει το γλυκό κοριτσάκι,
αλλά ο κοκκινομάλλης μικρός, βλέποντας ότι εκείνη είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα, την άρπαξε
από τα χέρια και άρχισε να κλαίει για συμπαράσταση προς τη μικρή. Ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς θύμωσε για τα καλά.

«Φύγε, φύγε από δω, φύγε!» έλεγε στο αγοράκι. «Πήγαινε στο σαλόνι! Πήγαινε με τα παιδιά της ηλικίας σου!»

«Όχι, δεν είναι ανάγκη, δε χρειάζεται! Φύγετε από εδώ», είπε η κοπελίτσα, «αφήστε τον, αφήστε τον!» έλεγε κλαίγοντας σχεδόν πια.

Κάποιος ακούστηκε στη μεσόπορτα, ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς ανασήκωσε στη στιγμή το σεβαστό όγκο  του  ταραγμένος. Αλλά  ο  μικρός  κοκκινομάλλης φοβήθηκε περισσότερο  από  τον  Γιούλιαν Μαστακόβιτς,  άφησε  την  κοπελίτσα,  και  σιγανά,  τοίχο  τοίχο,  πέρασε  από  το  σαλόνι  στην τραπεζαρία. Για να μην προκαλέσει υποψίες, ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς κίνησε κι εκείνος για την τραπεζαρία. Ήταν κατακόκκινος σαν αστακός και, ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη, φάνηκε να ντράπηκε. Ίσως να τον ενόχλησε τελικά το πάθος που έδειξε και η ανυπομονησία του. Ίσως, στην αρχή, να τον εντυπωσίασε σε τέτοιο βαθμό ο υπολογισμός με τα δάχτυλα, να τον γοήτευσε και να τον ενέπνευσε τόσο, που, παρά τη σοβαρότητα και τη σπουδαιότητά του, αποφάσισε να ενεργήσει σαν παιδάκι, και να προσεγγίσει κατευθείαν το αντικείμενό του, παραβλέποντας το γεγονός ότι το αντικείμενο θα μπορούσε να είναι όντως αντικείμενο έπειτα από πέντε τουλάχιστον χρόνια. Ακολούθησα και εγώ τον αξιότιμο κύριο στην τραπεζαρία και βρέθηκα μπροστά σε μια παράξενη σκηνή. Ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, κατακόκκινος από την απογοήτευση και την κακία, τρομοκρατούσε το μικρό κοκκινομάλλη, ο οποίος, φεύγοντας όλο και πιο μακριά του, δεν ήξερε πού να τρέξει να κρυφτεί.

«Φύγε, τι κάνεις εδώ, χάσου, χαμένε, δίνε του! Κλέβεις φρούτα, εδώ μέσα, ε; Κλέβεις φρούτα; Δίνε του, χαμένε, δίνε του, μυξιάρικο, πήγαινε με τ' άλλα της ηλικίας σου!»

Τρομαγμένος ο μικρός, αποφασισμένος να γλιτώσει, δοκίμασε να μπει κάτω από το τραπέζι. Τότε ο διώκτης του, εκνευρισμένος όσο δεν παίρνει άλλο, έβγαλε το μεγάλο βατιστένιο μαντίλι του και άρχισε να μαστιγώνει με αυτό, κάτω από το τραπέζι, το αγοράκι που είχε ζαρώσει. Πρέπει να υπογραμμίσω ότι ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς ήταν λίγο χοντρούλης. Ήταν ένας άντρας καλοθρεμμένος, ροδομάγουλος, στιβαρός, με κοιλίτσα, με τα παχάκια του, αυτό που με μια λέξη λέμε χοντρός, στρογγυλός σαν καρύδα. Ίδρωνε, ξεφυσούσε και κοκκίνιζε φοβερά. Στο τέλος, τον έπιασε σχεδόν υστερία, τόσο μεγάλο ήταν μέσα του το αίσθημα της αγανάκτησης και (ποιος ξέρει) ίσως και της ζήλιας. Τότε είναι που έσκασα στα γέλια. Ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς στράφηκε και, παρά τη σπουδαιότητά του, τα έχασε εντελώς. Τη στιγμή εκείνη, από την απέναντι πόρτα μπήκε ο οικοδεσπότης. Το αγόρι βγήκε κάτω από το τραπέζι σκουπίζοντας τα γόνατα και τους αγκώνες του. Ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς βιάστηκε να φέρει το μαντίλι, που κρατούσε από τη μια άκρη, στη μύτη του.

Ο οικοδεσπότης μάς κοίταξε και τους τρεις μας με έκπληξη, αλλά, σαν άνθρωπος που ξέρει τη ζωή και την αντιμετωπίζει σοβαρά, εκμεταλλεύτηκε αμέσως το γεγονός ότι βρήκε μονάχο τον επισκέπτη του.

«Να, ο μικρός», είπε δείχνοντας τον κοκκινομάλλη, «για τον οποίο είχα την τιμή να σας ζητήσω...»

«Τι;» αποκρινόταν ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, που δεν είχε συνέλθει ακόμα εντελώς.

«Ο γιος της γκουβερνάντας των παιδιών μου», συνέχιζε ο οικοδεσπότης με παρακλητική φωνή, «η φτωχή γυναίκα είναι χήρα, σύζυγος ενός τίμιου υπαλλήλου. Και γι' αυτό... Γιούλιαν Μαστακόβιτς, αν είναι δυνατόν...»


«Αχ, όχι, όχι», φώναξε τότε ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, «όχι, συγχωρέστε με, Φιλίπ Αλεξέγεβιτς, δε γίνεται επ' ουδενί. Πληροφορήθηκα ότι δεν υπάρχουν θέσεις, αλλά κι αν ακόμα υπήρχε κάποια, θα τη διεκδικούσαν ήδη δέκα υποψήφιοι, που έχουν πολύ μεγαλύτερο δικαίωμα απ' ό,τι αυτός... Λυπάμαι πολύ, λυπάμαι πολύ...»

«Λυπάμαι», επανέλαβε κι ο οικοδεσπότης, «ο μικρός είναι τόσο ήσυχος, τόσο σεμνός...»

«Σκανταλιάρης μεγάλος, απ' ό,τι πρόσεξα», απαντούσε ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, στραβώνοντας υστερικά το στόμα. «Πήγαινε μικρέ,  τι στέκεσαι, πήγαινε με  τα παιδιά της ηλικίας σου!» είπε απευθυνόμενος στο παιδί.

Στο σημείο αυτό, φαίνεται, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και μου έριξε μια λοξή ματιά. Ούτε εγώ κρατήθηκα και του γέλασα κατάμουτρα. Ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς στράφηκε στη στιγμή και με περισσή φαρμακερή ειρωνεία ρώτησε τον οικοδεσπότη ποιος είναι αυτός ο περίεργος νεαρός. Ψιθύρισαν κάτι μεταξύ τους και βγήκαν από το δωμάτιο. Έπειτα είδα τον Γιούλιαν Μαστακόβιτς, ακούγοντας τον οικοδεσπότη, να κουνάει δύσπιστα το κεφάλι του.

Γελώντας με την ψυχή μου, επέστρεψα στο σαλόνι. Εκεί, ο σπουδαίος γαμπρός, περικυκλωμένος από τους πατεράδες και τις μανάδες της ομήγυρης, την οικοδέσποινα και τον οικοδεσπότη, συζητούσε έντονα με μια κυρία, στην οποία τον είχαν μόλις συστήσει. Η κυρία κρατούσε από το χέρι το κοριτσάκι με το οποίο δέκα λεπτά νωρίτερα ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς είχε αυτή τη σκηνή στο σαλονάκι. Τώρα είχε αναλυθεί σε παινέματα και εκθειασμούς της ομορφιάς, των ταλέντων, της χάρης και  της  καλής ανατροφής του γλυκού παιδιού. Είχε ξεδιάντροπα μετατραπεί σε  κόλακα μπροστά στην κυρία μαμά. Η μητέρα τον άκουγε περίπου με δάκρυα ενθουσιασμού στα μάτια. Τα χείλη του πατέρα χαμογελούσαν. Ο οικοδεσπότης χαιρόταν για τη γενική ικανοποίηση. Ακόμη και οι υπόλοιποι επισκέπτες τούς συμμερίζονταν, ακόμη και τα παιχνίδια των παιδιών σταμάτησαν, για να μην ενοχλούν τη συζήτηση αυτή. Η ατμόσφαιρα ήταν άκρως ευλαβική. Άκουσα στη συνέχεια πόσο συγκινημένη ως τα βάθη της ψυχής της ήταν η κυρία μαμά της ενδιαφέρουσας κοπελίτσας και με πόσο προσεχτικά διαλεγμένες εκφράσεις ζήτησε από τον Γιούλιαν Μαστακόβιτς να της κάνει την ξεχωριστή τιμή, να τιμήσει το σπιτικό τους με την πολύτιμη γνωριμία του, άκουσα με πόσο ενθουσιασμό, καθόλου προσποιητό, δέχτηκε την πρόσκληση ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς, και άκουσα τους   επισκέπτες,   καθώς   διασκορπίζονταν,   όπως   η   ευγένεια   απαιτούσε,   προς   διάφορες κατευθύνσεις, να παινεύουν δουλικά ο ένας στον άλλο τον φορομπήχτη, την κυρία φορομπήχτη, την κοπελίτσα και κυρίως τον Γιούλιαν Μαστακόβιτς.

«Είναι παντρεμένος αυτός ο κύριος;» ρώτησα, σχεδόν φωναχτά, έναν από τους γνωστούς μου, που στεκόταν πλησιέστερα από όλους στον Γιούλιαν Μαστακόβιτς.

Ο Γιούλιαν Μαστακόβιτς μου έριξε μια ερωτηματική και κακιωμένη ματιά.

«Όχι!»  μου  απαντούσε ο  γνωστός  μου,  στενοχωρημένος  ως  τα  βάθη  της  ψυχής  του  από  την αδεξιότητά μου, την οποία ωστόσο διέπραττα επί τούτου...

Πριν από λίγο καιρό περνούσα έξω από την εκκλησία Τ... Το πλήθος του κόσμου και οι αναρίθμητες άμαξες τράβηξαν την προσοχή μου. Γύρω μιλούσαν για το γάμο. Η μέρα ήταν κάπως σκοτεινή, άρχιζε να ψιχαλίζει. Άνοιξα δρόμο ανάμεσα στο πλήθος και μπήκα στην εκκλησία. Εκεί είδα το γαμπρό. Ήταν ένας κοντός, παχουλός, καλοθρεμμένος άντρας με κοιλίτσα και στολισμένος επιδεικτικά. Έτρεχε πέρα δώθε ταραγμένος και έδινε προσταγές. Τελικά, ακούστηκε ότι ερχόταν η νύφη. Στριμώχτηκα μέσα στο πλήθος και είδα μια υπέροχη καλλονή, στο πρώτο άνθος της ηλικίας

της. Αλλά η  καλλονή ήταν χλομή και θλιμμένη. Κοιτούσε σαν  χαμένη γύρω της. Μου φάνηκε, μάλιστα,   ότι   τα   μάτια   της   ήταν   κόκκινα   από   πρόσφατα   δάκρυα.   Η   αυστηρότητα   των χαρακτηριστικών του προσώπου της έδινε βάρος και επισημότητα στην ομορφιά της. Αλλά μέσα από αυτή την αυστηρότητα και βαρύτητα, μέσα από αυτή τη θλίψη αχνόφεγγε ακόμα η πρώτη, παιδική, αθώα έκφρασή της. Πάνω της υπήρχε κάτι το αφελές, το ακαθόριστο και νεανικό, κάτι που, θα έλεγε κανείς, ότι εκλιπαρούσε απερίφραστα για έλεος.

Έλεγαν ότι είχε μόλις μπει στα δεκαέξι. Κοιτώντας προσεχτικά το γαμπρό, αναγνώρισα ξαφνικά σ' αυτόν τον Γιούλιαν Μαστακόβιτς, που είχα να τον δω πέντε χρόνια ακριβώς. Κοίταξα και εκείνην... Ω, Θεέ μου... Άρχισα να σπρώχνω για να βγω. Ο κόσμος έλεγε ότι η νύφη είναι πλούσια, ότι η νύφη έχει κληρονομιά πεντακόσιες χιλιάδες ρούβλια... και κάμποσα προικιά...

«Πάντως οι υπολογισμοί ήταν σωστοί!» σκέφτηκα, βγαίνοντας επιτέλους στο δρόμο...

Σημειώσεις

7   Από αγάπη (ιταλικά στο πρωτότυπο). (Σ.τ.Μ.)

8   Στο μη περαιτέρω (λατινικά στο πρωτότυπο). (Σ.τ.Μ.)




Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με αναφορά πηγής προέλευσης το Ιστολόγιο

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ



Η φωτογραφία με το αγόρι  προέρχεται απο το Ιστολόγιο

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ












































Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.