Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Η Αρετή της Διάκρισης - Μέρος 3


Η Αρετή της Διάκρισης - Μέρος 3
Κάθε πράξη του Ορθόδοξου Χριστιανού, για να είναι σωτηριώδης πρέπει να γίνεται με διάκριση καρποφόρας πνευματικής αναβίβασης [26]. Για παράδειγμα: Ο ίδιος ο Χριστός έθεσε αυτό το μέτρο ακόμα και για την μείζονα αρετή της αγάπης. Εντέλλεται «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν»[27]. Ακόμα δηλ. και η αγάπη δηλώνεται μέσα από τον κανόνα της διάκρισης του «ως σεαυτόν», μήτε λιγότερο, μήτε περισσότερο. Κατ’ αυτήν την λογική δεν μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει ασφαλώς στο μέτρο οποιασδήποτε αρετής, αν στην πνευματική του προσπάθεια απουσιάζει η διάκριση. Αντίθετα, κάθε πράξη που γίνεται αδιάκριτα, ακόμα και αν έχει καλό αποτέλεσμα δεν οδηγεί σε πνευματική ανάταση, γιατί στερείται του πραγματικού σκοπού, που είναι η δοξολογία του Θεού, μέσα από την ορθοπραξία της βιωματικής και ευσεβούς πίστης. Το ακόμα χειρότερο που μπορεί να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος, είναι να αποκτήσει το πάθος της μανιακής καταδίωξης της αγιότητας μέσα από την στέρηση της διάκρισης που υπαγορεύει ότι, κανένας δεν καθίσταται άγιος επειδή το θέλει ο ίδιος, αλλά επειδή το επιτρέπει ο Θεός.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η «πνευματική πορεία» γίνεται ατέρμονος δρόμος, χωρίς προορισμό ουσίας καθόσον το ψυχικό πάθος οδηγεί σε δαιμονική κατάσταση[28], εφόσον ο μη έχω διάκριση αδυνατεί να ξεχωρίσει την απόσταση μεταξύ του άκτιστου Θεού και της κτιστής πραγματικότητας που τον περιβάλλει, θεωρώντας πως τα πάντα βρίσκονται στο έλεγχο της άκρατης πνευματικής λογοκρατίας του. Τούτο ερμηνεύει και την φαυλότητα που παρατηρείται πολλές φορές από ανθρώπους που αυτοαναγνωρίζονται ως μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, αλλά δεν ανήκουν ουσιαστικά σε αυτήν, εφόσον λόγω ελλείψεως της αρετής της διάκρισης, παρουσιάζουν κατά περίπτωση, φθόνο, μνησικακία, πονηρία, αναισθησία και όλα τα λοιπά που τόσο όμορφα ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ Προς Τιμόθεον επιστολή του καταγράφει, μέσα από μια πλήρη ανυπακοή στην θεϊκή βούληση κατ’ αντίθεση προς την υπακοή που οφείλει ο Χριστιανός στις επιταγές του ευαγγελικού λόγου[29].

Όταν ο άνθρωπος καταπιέζεται να αγιάσει αγνοώντας την αρετή της διάκρισης, παράγει φθορά στον εαυτό του και στους άλλους. Γίνεται ακραίος, νευρικός, επιπόλαιος, ρηχός, πρόχειρος και σαφώς σε αυτή  την κατάσταση το αποτέλεσμα της πνευματικής ζωής του δεν είναι αίσιο.

Στον άνθρωπο που απουσιάζει η διάκριση φανερώνεται μια ανεξέλεγκτη ζωή[30]. Αντιθέτως ο διακρίσεως κεκτημένος Ορθόδοξος Χριστιανός, αναβιβάζεται διαρκώς και ακάματα, στην οδό της κατά Θεόν τελείωσης, με καθαρή καρδιά, πάντα νικητής σε αυτό το δρόμο, σπουδάζοντας διαρκώς, και με επίγνωση Θεού, την δια της αγάπης εφαρμογή της Πίστεως στην κοινωνία Θεού και ανθρώπων. Αυτός ο Χριστιανός προγεύεται της Βασιλείας των Ουρανών διότι πορεύεται πρόθυμα και βιωματικά «εις το όρος Κυρίου· και εις τον οίκον του Θεού ημών»[31].



[26] Ιωάννου του Σιναΐτου, Ουρανόδρομος Κλίμαξ, Λόγος Εικοστός Πέμπτος, Περί ταπεινοφροσύνης, PG 88, 1000,  «Η μεν ακαρπία φύσει εις ύψος τους των λεγομένων κίτρων κλάδους ανυψούν πέφυκε· κατακαμφθέντες δε θάττον καρποφόροι γίνονται. Ο νουνεχώς γνους επίσταται». [27] Ματθ. 19,19.

[28] Ιωάννου του Σιναΐτου, Ουρανόδρομος Κλίμαξ, Λόγος Δέκατος, Περί καταλαλιάς, PG 88, 845, «Ή αμαρτήσαι ημάς οι δαίμονες προτρέπονται· ή μη αμαρτήσαντας, τους αμαρτάνοντας κρίνειν· ίνα δια του δευτέρου το πρώτον μολύνωσιν οι φόνιοι. Γίνωσκε και τούτο των μνησικάκων και βασκάνων είναι τεκμήριον· ότι τας διδαχάς, η πράγματα, η κατορθώματα ηδέως και ευχερώς του πλησίον ψέγουσιν, υπό

πνεύματος μίσους καταβαπτιζόμενοι. Είδόν τινας λεληθότως και αδημοσιεύτως πάνδεινα διαπράττοντας πταίσματα· και τη υπολήψει της εαυτών καθαρότητος χαλεπώς επεμβαίνοντας τοις ψιλά πταίουσι, και δημοσιευομένοις. Κρίναί εστιν της του Θεού αξίας αναιδής αρπαγμός· κατακρίναι δε της εαυτού ψυχής όλεθρος. Ώσπερ η οίησις και χωρίς ετέρου πάθους απολέσαι τον άνθρωπον ισχύει·. ούτως και το κρίνειν καθ  ἑαυτὸ και μόνον εν ημίν υπάρχον τελείως απολέσαι ημάς δύναται· είπερ ο Φαρισαίος εκείνος εκ τούτου καταδεδίκασται».

[29] Ιωάννου του Σιναΐτου, Ουρανόδρομος Κλίμαξ, Τέταρτος, Περί υπακοής, PG 88, 677, «Υπακοή εστιν άρνησις ψυχής οικείας παντελής δια σώματος επιδεικνυμένη ενεργώς. Ή τάχα το έμπαλιν, υπακοή εστι· νέκρωσις μελών εν ζώση διανοία. Υπακοή εστιν ανεξέταστος κίνησις, εκούσιος θάνατος, απερίεργος ζωή, αμέριμνος κίνδυνος, αμελέγητος [αμελέτητος] Θεού απολογία· αφοβία θανάτου, ακίνδυνος

πλους, υπνούσα οδοιπορία. Υπακοή εστι μνήμα θελήσεως, και έγερσις ταπεινώσεως· ουκ αντερεί, η διακρίνει νεκρός εν αγαθοίς, η το δοκείν πονηροίς. Ο γαρ θανατώσας αυτού ευσεβώς την ψυχήν, υπέρ πάντων απολογήσεται. Υπακοή εστιν απόθεσις διακρίσεως εν πλούτω διακρίσεως, 4. αρχή μεν νεκρώσεως, και ψυχής θελήματος, και μέλους σώματος πόνος· μεσότης δε ποτε μεν πόνος, ποτέ δε απονία· τέλος δε αναισθησία λοιπόν πάσα, και ακινησία πόνου· τότε πονών οράται, και αλγυνόμενος ο ζων νεκρός ούτος ο μακαρίτης, όταν εαυτόν όψεται το οικείον ποιούντα θέλημα, δεδοικότα την βασταγήν του εαυτού κρίματος».

[30] Ιωάννου του Σιναΐτου, Ουρανόδρομος Κλίμαξ, Λόγος Δεύτερος, Περί απροσπαθείας, ήγουν αλυπίας, PG, 656-657, «πρόσχωμεν εαυτοίς μήποτε επί την στενήν και τεθλιμμένην οδόν λέγοντες οδεύειν, την πλατείαν και ευρύχωρον κατέχοντες επλανήθημεν. Στενήν οδόν εμφανίσει σοι θλίψις κοιλίας, στάσις παννύχιος, μέτρον ύδατος, άρτου ένδεια, ατιμίας πόμα καθάρσιον· μυκτηρισμοί, καταγέλωτες, εμπαισμοί, εκκοπή θελημάτων οικείων, προσκρούσεων υπομονή, περιφρονήσεως αγογγυσία, ύβρεων βία, αδικούμενον υπομένειν ισχυρώς, καταλαλούμενον μη αγανακτείν, εξουδενούμενον μη οργίζεσθαι, κατακρινόμενον ταπεινώσαι. Μακάριοι οι την οδόν των προειρημένων οδών πορευόμενοι, ότι αυτών εστι η βασιλεία των ουρανών.Ουδείς εν τω ουρανίω νυμφώνι στεφανηφορών ελεύσεται [A. στεφανηφόρος εισελεύσεται], μη την πρώτην, και δευτέραν, και τρίτην αποταγήν αποταξάμενος· λέγω δη την πάντων πραγμάτων, και ανθρώπων, και γονέων, και την εκκοπτήν του ιδίου θελήματος· και τρίτην αποταγήν της κενοδοξίας, της επακολουθούσης τη υπακοή· Εξέλθετε εκ μέσου αυτών, και αφορίσθητε· και ακαθαρσίας κόσμου μη άπτεσθε [άφησθε], λέγει Κύριος. Τις γαρ παρ  ἐκείνοις θαύματα πεποίηκε πώποτε; τις νεκρούς ήγειρε; τις δαίμονας απήλασεν; Ουδείς».

[31] Ιωάννου του Σιναΐτου, Ουρανόδρομος Κλίμαξ, Προτροπή επίτομος και ισοδύναμος των δια πλάτους ειρημένων, PG, 1160-1161, «Αναβαίνετε, αναβαίνετε, αναβάσεις προθύμως εν καρδία τιθέμενοι, αδελφοί, του φάσκοντος ακούοντες· Δεύτε, αναβώμεν εις το όρος Κυρίου· και εις τον οίκον του Θεού ημών του καταρτίζοντος τους πόδας ημών ωσεί ελάφου, και επί τα υψηλά ιστώντος, του νικήσαι εν τη οδώ αυτού. Δράμετε, δυσωπώ, μετ  ἐκείνου του λέγοντος· Σπουδάσωμεν έως ου καταντήσωμεν εις την ενότητα πάντες της πίστεως, και της επιγνώσεως του Θεού εις άνδρα τέλειον εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, ος τριακονταέτης τη ορωμένη ηλικία βαπτισθείς, τον τριακοστόν βαθμόν εν τη νοερά κλίμακι εκληρώσατο· είπερ η αγάπη εστίν ο Θεός· ω ύμνος, ω κράτος, ω σθένος· ω το πάντων αγαθών αίτιον ένεστι, και ην, και έσται εις αορίστους αιώνας».


 Βασίλειος Γκρίλλας

ΠΗΓΗ
 


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.