Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Πατρολογία Β' - Στυλιανός Παπαδόπουλος - Οι Σύνοδοι


Οι Σύνοδοι


Οί Σύνοδοι τοϋ Δ' αί., τών όποιων σώθηκαν κείμενα, Σύμβολα, Κανόνες ή Επιστολές, είναι οί έξής:
Ανατολή: Άγκύρας (314), Καισαρείας (314), Νεοκαισαρείας (314/319), Αντιόχειας (324/5), Νικαίας (325), Αντιόχειας (326/30), Τύρου (335), Ιεροσολύμων (335), Άλεξανδρείας (338), Γάγγρας (340/2), Αντιόχειας (341), Φιλιππουπόλεως (343), Αντιόχειας (344), Ιεροσολύμων (346), Σιρμίου (351), Σιρμίου (357), Άγκύρας (358), Σιρ-μίου (359), Σελεύκειας (359), Κωνσταντινουπόλεως (360), Άλεξανδρείας (362 καί 363), ’Αντιόχειας (363), Ίκονίου (376), Κωνσταντινουπόλεως (381 καί 382), Καισαρείας Παλαιστίνης (393), Κωνσταντινουπόλεως (394) καί Λαοδικείας-Συλλογή (τέλος Δ' αί.).
Δύση: Έλβίρας-Συλλογή (300/3), Άρελάτης (314), Ρώμης (341), Σαρδικής (343), Καρθαγένης (348), Rimini (359), Παρισίων (360), Ρώμης (371), Valence (374), Ρώμης (378), Άκυληίας (381), Ρώμης (382), Saragossa (380), Καρθαγένης (390), Ίππώνος (393), Καρθαγένης (397 καί 397 καί 399), Nimes (396) καί Τουρίνου (398).
ζ. Πέρα τής άλληγορικής καί τής ίστορικογραμματικής μεθόδου:έρμηνευτική θεολογία

Στήν διάρκεια του Γ' αί. ή άλληγορική μέθοδος όχι μόνο χρησιμοποιήθηκε εύρύτατα, άλλά καί κορυφώθηκε μέ τούς άλεξανδρινούς Κλήμη καί ’Ωριγένη, πού γιά τήν έρμηνεία ττ\ςΠΔ πηγή έμπνεύσεως είχαν κυρίως τόν Φίλωνα (+ 40 μ.Χ.). Μέλημα τών έρμηνευτών τούτων ήταν ή νοηματοδότηση βιβλικών λέξεων καί ρήσεων μέ έννοια διαφορετική άπό έκείνη πού τυπικά έχουν, μέ νόημα άξιο του Θεοΰ. Αύτό χαρακτήριζε τούς άκραιφνεΐς άλληγοριστές, πού όμως δέν περιφρονοΰσαν (ή δέν περιφρονοΰσαν τελείως) τήν ίστορικογραμματι-κή έρμηνεία, όπως ό ίδιος ό ’Ωριγένης. Παράλληλα υπήρχαν στόν Γ' αί. καί Αλεξανδρινοί πού τήρησαν πολύ νηφάλια στάση καί τήν άναγκαία άπόσταση έναντι τής άλληγορικής μεθόδου, δπως ό Διονύσιος ’Αλεξανδρείας καί ό Θεόγνωστος, πού άναδείχτηκαν σπουδαίοι θεολόγοι.
Γιά τόν άντιοχειανό χώρο δέν έχουμε άρκετές πληροφορίες στόν Γ7 αί. Έκεΐ, άπό τό τέλος τοΰ αίώνα τούτου, δρά κι έρμηνεύει ό Λουκιανός ( + 312), γιά τόν όποιο έλάχιστα γνωρίζουμε. ’Από τούς μεταγενέστερους θεωρείται εισηγητής τής ίστορικογραμματικής μεθόδου, τήν όποία βέβαια τελειοποίησε καί μορφοποίησε, ό Διόδωρος Ταρσοΰ ( + 392), πού είχε μαθητές, μεταξύ άλλων, τούς Ιωάννη Χρυσόστομο (+ 407) καί Θεόδωρο Μοψουεστίας (+ 428). Οί μεγάλοι Αντιοχειανοί έρμηνευτές, βέβαια, έπέμεναν στήν ίστορικογραμματική έρμηνεία, στήν «ύπόθεση» καί τήν «θεωρία», όπως άκριβώς έκαναν οί θύραθεν έρμηνευτές, άκολουθώντας τήν άρχή «'Όμηρον έξ Όμή-ρου σαφηνίζεΐν». Ένδιαφέρονταν όμως καί γιά τήν τυπολογική έρμηνεία, ή όποία τούς έφερνε κοντά στούς όπαδούς τής άλληγορικής μεθόδου.
Άπό τό γεγονός δτι στά δύο μεγάλα κέντρα, τήν Αλεξάνδρεια καί τήν Αντιόχεια, έμφανίζονται Αντίστοιχα ισχυρές ή άλληγορική καί ή ίστορικογραμματική έρμηνεία, οί έρευνητές προχώρησαν σέ άπόλυτη γενίκευση, σχηματοποίηση καί παρασιωπητική άπλούστευση. Στήν πραγματικότητα δηλαδή, δχι μόνο οί Αντιπρόσωποι τών δύο κέντρων χρησιμοποιούν στοιχεία τών Αντίθετων έρμηνευτικών μεθόδων, Αλλά καί στά δύο κέντρα έργάστηκαν έρμηνευτές θεολόγοι καί μάλιστα μεγάλοι πού δέν Ανήκουν κυριολεκτικά στίς δύο σχολές. ’Έτσι π.χ. ό Μ. ’Αθανάσιος ( + 373), στήν ’Αλεξάνδρεια, δέν μπορεί νά θεωρηθεί οπαδός τής Αλληγορικής μεθόδου, μολονότι έ-νίοτε τήν χρησιμοποιεί. Ό Χρυσόστομος καί ό Θεοδώρητος Κύρου (+ 466) στήν ’Αντιόχεια δέν έφαρμόζουν αύστηρά τήν ίστορικογραμ-ματική έρμηνεία ούτε άρκοϋνται σ’ αύτήν.
Διαπίστωση πρώτη. Στόν χώρο Αναπτύξεως τής Αλληγορικής καί τής ίστορικογραμματικής μεθόδου, αύτοΐ πού Αναδείχτηκαν σπουδαίοι θεολόγοι ήταν παραδοσιακοί καί δέν έφάρμοζαν αύστηρά τήν μία ή τήν άλλη μέθοδο- ή θεολογία τους δέν ήταν Αποτέλεσμα μιας τών έρμηνευτικών τούτων μεθόδων. Συνειδητά καί ρητά π.χ. ό ’Αθανάσιος καί ό Χρυσόστομος άπέφευγαν τίς άκρότητες, τήν «άμε-τρίαν» τών μεθόδων. Εκείνοι πού καί στά δύο κέντρα διαμόρφωσαν κι έφάρμοζαν αύστηρά τίς μεθόδους ήταν λιγότερο παραδοσιακοί, παρουσίασαν δογματικές παρεκκλίσεις καί περιέπεσαν σέ κακοδοξίες ή προετοίμασαν κακοδοξίες (’Ωριγένης, Διόδωρος Ταρσού, Θε-όδωροο Μοψουεστίας)
Διαπίστωση δεύτερη. Μέ τήν βοήθεια τής άλληγορικής καί τής ί-στορικογραμματικής έρμηνείας δέν λύθηκε κανένα κρίσιμο θεολο-γικό πρόβλημα, ένώ καί οί δύο δυσχέραναν τήν λύση τών προβλημάτων αυτών. Είχε γίνει συνείδηση δτι μέ τίς μεθόδους αύτές δέν ήταν δυνατό νά προχωρήσει τό καθαυτό έργο τής θεολογίας, ή τρια-δολογία, ή χριστολογία, ή πνευματολογία κ.λπ. Οί καθαρόαιμοι έκπρόσωποι τών μεθόδων είχαν κυρίως πρακτικο-ηθικολογικά έν-διαφέροντα, γιά τήν ικανοποίηση τών όποιων άρκοΰσαν οί έρμηνευ-τικέε μέθοδοι, δταν δέν περνούσαν κάποια δρια.
Διαπίστωση τρίτη. Στόν χώρο τής θεολογίας καί τής έρμηνείας κατά τόν Δ' αί. ή άλληγορική καί ίστορικογραμματική μέθοδος δέν άποτελοϋν κυρίαρχο στοιχείο, έφόσον οί μεγάλοι θεολόγοι-έρμηνευ-τές, άπό τόν ’Αθανάσιο καί τούς Καππαδόκες μέχρι τούς ’Αμβρόσιο καί Χρυσόστομο, δέν είναι αύστηροί τηρητές μιας τών μεθόδων αύτών. Πώς έρμήνευαν δμως καί τί έκπροσωποΰν οί μεγάλοι αύτοί θεολόγοι έρμηνευτές; Ή άπάντηση στό έρώτημα έχει έξαιρετική σημασία, διότι, διαπιστώνοντας τήν έρμηνευτική τακτική τών μεγάλων θεολόγων τοϋ Δ' αί., γνωρίζουμε καί τήν κυρίαρχη έρμηνευτική τακτική στήν διάρκεια τοΰ καθοριστικού τούτου αίώνα.
Ή έρμηνεία τής άλεξανδρινής καί τής άντιοχειανής σχολής είχαν αύτονομία καί μέλημα κύριο τήν παιδαγωγία καί τήν ήθική οίκοδομή τών πιστών. ’Αντίθετα, οί μεγάλοι θεολόγοι, πού άναφέραιιε, έρμήνευαν, κυρίως, θεολογώντας γιά τά κρίσιμα δογματικά θέματα τής έποχής. *Η πρώτιστη άνάγκη γιά έρμηνεία ήταν ή θεολογία καί γΓ αύτό χαρακτηρίζουμε τό έργο τους έρμηνευτική θεολογία* 'Η θεολογία τους ήταν άδιανόητη χωρίς τήν Γραφή καί τήν έρμηνεία της. Άλλά καί ή έρμηνεία τους χωρίς τήν θεολογική είσοδο στό μή ρητά δηλούμενο άπό τό βιβλικό γράμμα «άπόθετον κάλλος» τής άλήθειας, χωρίς τήν κατάδυση στά «άδυτα» τής Γραφής, χωρίς τήν κατάληψη τοϋ «κεκρυμμένου βάθους» τών χωρίων (όπως υποστήριζαν οί Αθανάσιος, Γρηγόριος Θεολόγος, Βασίλειος καί Χρυσόστομος), γνώριζαν δτι δέν θά είχε Αποτέλεσμα. Δέν θά συνιστοϋσε άπάντηση γνήσια καί πειστική στά προβλήματα π.χ. τής Τριαδολογίας καί τής Χριστολογίας. Ή προσπάθεια αύτή (είσόδου, καταδύσεως καί κα-ταλήψεως τής άλήθειας κάτω άπό τό βιβλικό γράμμα) προϋπέθετε συγχρόνως άριστη ίστορικογραμματική γνώση τοϋ κειμένου καί φωτισμό τοϋ άγιου Πνεύματος, έφόσον έπρόκειτο γιά σημείο τής άλή-θειας μή ρητά διατυπωμένο. Καί βέβαια, μιλάμε γιά τήν κυρίως θεολογία, γιά τήν θεολογία δηλαδή τήν όποία άσκησαν οί Πατέρες καί Διδάσκαλοι καί μέ τήν όποία τελικά έδωσαν λύση στά δογματικά προβλήματα. Δέν πρόκειται γιά τήν έπαναληπτική θεολογία τών όποιωνδήποτε άπλώς οίκοδομητικών 'Ομιλιών, τών άπλών άσκητι-κών κειμένων ή τών έρμηνευτικών έργων, πού έχουν άπαιτήσεις μόνο οικοδομής τών πιστών. "Οσα στήν συνάφεια τούτη διατυπώνουμε άναφέρονται στό άποφασιστικό γιά τήν ζωή τής Εκκλησίας θεολο-γικό έργο τών Πατέρων. Ό Μ. Βασίλειος, όταν τόν κατηγόρησαν γιά καινοτομία στήν διδασκαλία τής Εκκλησίας, έθεσε τήν χρυσή βάση: Δέν έπιτρέπεται, μέ τήν έρμηνεία ή τήν θεολογία, νά εισαγάγει κανείς κάτι νέο στήν Παράδοση, παρεκτός άν αύτό είναι άποτέ-λεσμα «προκοπής» στήν γνώση τής άλήθειας, άν είναι κάποια «αΰξησις» τών ήδη διατυπωμένων, άν είναι «συμπλήρωσις τοϋ λεί-ποντος», άν συνιστά «προσθήκην γνώσεων» στήν διατυπωμένη ά-λήθεια, τήν όποία άλήθεΐα καθεαυτήν οϋτε αύξάνει οϋτε βελτιώνει-δ,τι στήν θεολογία περισσότερο λέγει ό Βασίλειος, βεβαιώνει ό ίδιος, άποτελεΐ «αΰξησιν» κατά τό μέτρο τής «προκοπής» του στήν γνώση τής άλήθειας καί όχι «μεταβολήν» τής Παραδόσεως (Επιστολή 223, 3 καί 5).
Ή διαδικασία αύτή άποτελεΐ τήν κυρίαρχη τακτική τών μεγάλων θεολόγων, οί όποιοι ουδέποτε στίς θεολογικές-δογματικές τους προσπάθειες χρησιμοποιούν άλληγορική μέθοδο, ένώ προσάγουν κι έρ-μηνεύουν χιλιάδες βιβλικά χωρία. Ό Βασίλειος π.χ., πού καί ρητά καταδικάζει τήν άλληγορική έρμηνεία, τήν χρησιμοποιεί συνετά, όταν ύπομνηματίζει τούς Ψαλμούς γιά οίκοδομητικούς σκοπούς. Καί ό Γρηγόριος Νύσσης, πού γνωρίζει τήν έπικινδυνότητα τής άλληγορικής καί τήν άνεπάρκεια τής ίστορικογραμματικής μεθόδου, άσκεΐ άναγωγική έρμηνεία. Επιδιώκει δηλαδή γιά οίκοδομητικούς σκοπούς τήν άναγωγή άπό τά δεδομένα τής Γραφής στήν παράσταση πνευματικών καταστάσεων. “Ετσι, τό έρωτικό πάθος τοΰ ’Άσματος τών άσμάτων τό χρησιμοποιεί μόνο ώς άφορμή καί παράδειγμα (δχι ώς άντιστοιχία) γιά νά παραστήσει τήν αγάπη πρός τόν Χριστό.
Στούς μεγάλους Πατέρες καί Διδασκάλους, έπομένως, τό κύριο έρμηνευτικό έργο έπιτελεΐται χάριν τής θεολογίας καί γι’ αύτό είναι προφανείς: ή άπουσία τής άλληγορικής μεθόδου, ή άριστη γνώση τών ίστορικογραμματικών καί κοινωνικών δεδομένων, ή προσωπική κάθαρση μέ προσευχή καί άσκηση καί ό φωτισμός τοΰ άγιου Πνεύματος.
 
η. Τά μεγάλα θεολογικά κέντρα
Τά μεγάλα θεολογικά κέντρα, στά όποια κατά τόν Δ' αι. καλλιεργήθηκε γενικά ή εκκλησιαστική γραμματεία καί δημιουργήθηκε ειδικά ή καίρια θεολογία τής Εκκλησίας, βρίσκονται στήν Ανατολή. Έδώ θ’ άναφέρουμε μόνο τά έπιφανή κέντρα καί τούς όνομαστότε-ρους έκπροσώπους τους. Γύρω άπό τά κέντρα αυτά, σέ μικρότερες πόλεις, άναπτύχτηκε σπουδαία έκκλησιαστική γραμματεία, πού συνήθως είχε παντοειδή σχέση μέ τό κέντρο, μέ τήν πρωτεύουσα. ’'Ετσι π.χ. στήν Λαοδίκεια ή στήν Έμεσα τής Συρίας έχουμε θεολόγους καί θεολογία, πού σχετίζονταν μέ τήν πρωτεύουσα ’Αντιόχεια.
Ή ’Αλεξάνδρεια, μέ τήν θεολογία τών Μ. ’Αθανασίου, Διδύμου τοΰ Τυφλοΰ καί Εύαγρίου Ποντικοΰ, έγινε τό άρχικό λίκνο τής άντιαιρετικής-άντίαρειανικής θεολογίας, τής έρμηνευτικής καί τής νηπτικής άσκητικής γραμματείας.
Ή ’Αντιόχεια, μέ τόν βιβλικιστή Λουκιανό, τόν Εύστάθιο ’Αντιόχειας, τόν Διόδωρο Ταρσοΰ, τόν ’Ιωάννη Χρυσόστομο κ.ά., συνεισέφερε πολλά στήν διαμόρφωση τοΰ θεολογικοΰ προσώπου τοΰ Δ' αί.
Στήν Κ α ι σ ά ρ ε ι α Παλαιστίνης καί τά Ί ε ρ ο ο ό λ υ-μ α, μέ τούς Ευσέβιο Καισαρείας καί τόν Κύριλλο 'Ιεροσολύμων, θεμελιώθηκε ή έκκλησιαστική χρονογραφία (ιστοριογραφία) καί διαμορφώθηκε ή δομή τής κατηχήσεως.
Ή Καισάρεία τής Καππαδοκίας, ώς κέντρο εύρύτερου χώρου, μέ τούς φωτεινούς άστέρες Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Γρη-γόριο Νύσσης κ.ά., στερέωσε τό έργο τοΰ ’Αθανασίου καί θεμελίωσε τήν δλη θεολογία τής ’Εκκλησίας, όλοκληρώνοντας τήν Τριαδολο-γία καί τήν Πνευματολογία.
Ή Σαλαμίνα τής Κύπρου, μέ τόν έπίσκοπό της Έπιφάνιο, έδωσε τό εύρύτερο αντιρρητικό έργο τής άρχαίας Εκκλησίας.
'Η ’Έδεσσα καί ή Ν ί σ ι β η στήν Μεσοποταμία, μέ τόν Άφραάτη, τόν Έφραίμ καί τόν Κυριλλωνά, δημιούργησαν βάση στέ-ρεη γιά τήν όρθόδοξη συρόφωνη έκκλησιαστική γραμματεία καί μάλιστα φιλοτέχνησαν, κυρίως μέ τόν Έφραίμ, τό έξοχότερο έως τότε ποιητικό έργο τής Εκκλησίας.
Ή Δύση, άσθμαίνουσα παρακολουθεί τίς φοβερές κρίσεις τής ’Ανατολής καί όσο μπορεί, μέ ρυθμό άργό, άποδέχεται τήν θεολογία της. ΔημίουργοΟνται όμως κι έκεΐ οί πρώτες έστίες, όπου μέ τά φώτα τής ’Ανατολής γεννιέται σιγά σιγά σοβαρό θεολογικό έργο, ό χαρακτήρας του όποιου έπηρεάζεται άμεσα καί άπό τό γεγονός ότι σταδιακά γλώσσα τής ρωμαϊκής Εκκλησίας γίνεται άποκλειστικά ή λατινική. Καί μολονότι ό Ρώμης Λιβέριος (352-366) γράφει έλληνι-στί στούς άνατολικούς, ή λατινική γλώσσα κυριαρχεί στήν θεολογία, τήν ποίηση, τήν υμνολογία καί στά λειτουργικά τυπικά (στήν έποχή τοϋ Δαμάσου ή λειτουργική γλώσσα ήταν, φαίνεται, μόνο λατινική). Τό ένθαρρυντικό αύτό φαινόμενο δημιουργεί καί τίς πρώτες άντιθέσεις ’Ανατολής καί Δύσεως, πού όφείλονταν στήν διαφορετική όρολογία τους.
Ήβορειοαφρικανική Εκκλησία διατηρεί άκόμα έναντι τής ευρωπαϊκής δυτικής Εκκλησίας τά πρωτεία μέχρι τήν έμφάνι-ση του 'Ιλαρίου. Τέκνα της είναι οί Arnobius de Sicca, Λακτάντιος, Τυκόνιος καί Όπτάτος Μιλέβης.
Τό Μιλάνο άναδείχτηκε άπό τόν έπίσκοπό του ’Αμβρόσιο τό σπουδαιότερο θεολογικό κέντρο τής ’Ιταλίας καί τής Δύσεως ολόκληρης.
Ή Ρώμη άρχίζεί νά προσφέρει στήν έκκλησ. γραμματεία μόλις άπό τόν Δάμασο, άφοϋ ό Marius Victorinus, πού έδρασε λίγα χρόνια έκεΐ, ήταν βορειοαφρικανός. Σέ μικρότερα κέντρα άναδείχτηκαν γιά λίγο οί πόλεις τής Ιταλίας V e r c e 1 1 i καί Β ε ρ ό ν α, μέ τούς Ευσέβιο καί Ζήνωνα άντίστοιχα.
Στήν Γ α λ λ ί α κέντρο έγινε κυρίως ή Poitiers, μέ τόν Ίλάριο ( + 367), πού ήταν καί ό σημαντικότερος θεολόγος τής Δύσεως μέχρι τόν ’Αμβρόσιο.
Στήν 'Ισπανία καί τήν Πορτογαλία ή Λισσαβώνα μέ τόν Ποτάμιο, ή Βαρκελώνη μέ τόν Πακιανό καί ή Έ λ β ί ρ α μέ τόν Γρηγόριο κίνησαν τό ένδιαφέρον τών δυτικών γιά τά καθαυτό θεολογικά προβλήματα.
θ. Οί συγγραφείς κατά γεωγραφικές περιοχές
Γιά νά έχει ό άναγνώστης εϊκόνα τής όλης κινήσεως τοϋ θεολογι-κοϋ δυναμικού τής Εκκλησίας κατά τόν Δ' αί., παραθέτουμε πίνακες συγγραφέων κατά περιοχές γεωγραφικές. 'Η κατάταξη συγγραφέων στήν μία ή τήν άλλη περιοχή συχνά είναι συμβατική, διότι μερικοί άπό αύτούς άλλου γεννήθηκαν ή διαμορφώθηκαν θεολογικά καί άλλού έδρασαν.
Αλεξάνδρεια, Αϊγυπτοζ
Ησύχιος Άλεξανδρέας (περί τό 300)
Φιλέας Θμούεως ( + 307)
Πιέριος Άλεξανδρέας (περί τό 309)
Πέτρος Α 'Αλεξάνδρειάς (300-311)
Αλέξανδρος 'Αλεξάνδρειά; (313-328)
Άρειος (+ 335)
Παχώμιος (+ 346)
Αντώνιος ό Μέγας ( + 356)
Σεραπίων Θμούεως (+ μετά 362)
Θεόδωρος Ταβεννησκύτης ( + 368)
Καρούρ μοναχός
'Αθανάσιος ‘Αλεξάνδρειάς ( + 373)
Λούκιος (378)
Πέτρος Β' Αλεξάνδρειάς ( + 381)
“Αμμων Άντινόης (+ μετά τό 380)
Τιμόθεος Αλεξάνδρειάς ( + 385)
"Ωρσίσιος ( + 386)
Μακάριος ό Αιγύπτιος ( + 390)
Μακάριος ό Άλεξανδρέας ( + 394)
Δίδυμος ό Τυφλός ( + 398)
Εύάγριος Ποντικός ( + 399)
Μικρά ασια-Πόντος-Θράκη'Κωνσταντινονπολη
Μεθόδιος Όλυμπου ( + 311/312)
Άστέριος ό Σοφιστής ( + 341/342)
Εύσέβιος Νικομήδειας ( + 342)
Θέογνις Νίκαιας (+ 342)
Θεόδωρος Ήρακλεΐας(Θράκης)( + 355)
Βασίλειος Άγκύρας ( + 364)
Μάρκελλος Άγκύρας ( + 374)
Βασίλειος Καισαρείας ( + 379)
Γρηγόριος Θεολόγος ( + 390)
Γρηγόριος Νύσσης ( + 394)
Εύνόμιος Κυζίκου ( + 392/400)
Άμφιλόχιος Ίκονίου ( + 394/400)
Αντιόχεια, Σνβία-Παλαιστί\τ]-Μικρή Αρμενία
Πάμφιλος ( + 309)
Λουκιανός ( + 312)
Αθανάσιος Άναζαρβοϋ (περίπου 320/330)
Παυλΐνος Τύρου ( + 331)
Εύστάθιος ’Αντιόχειας ( + 331/7)
Εύσέβιος Καισαρείας Παλαιστίνης( - 339)
Ήγεμόνιος (325/348)
Εύσέβιος Έμέσης (+ περίπου 359)
Γεώργιος Λαοδικείας ( + 361)
Τίτος Βόστρων (+ μετά 364)
’Ακάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης ( + 365/6)
Άέτιος ό Σοφιστής ( + 366)
Εύδόξιος Κωνσταντινουπόλεως (+ 370)
Εύγένιος Διάκονος Εύστάθιος Σεβαστείας ( + 378/9)
«Μακαριανικά έργα» (περί τό 380)
Ίουλιανός ό Νεοαρειανός Μελέτιος Αντιόχειας ( + 381)
Κύριλλος Ιεροσολύμων ( + 387)
Άπολινάριος Λαοδικείας (+ 390)
Άπολιναριστές: Τιμόθεος-Βιτάλιος-Ίόβιος-Πολέμων-Εύνόμιος-Ίουλιανό; Διόδωρος Ταρσού ( + 392)
Εύάγριος (’Αντιόχειας) (+ 395)
Γελάσιος Καισαρείας Παλαιστίνης ( + 396/400)
Μαρκιανός μοναχός (τέλος Δ' αΐ.)
Νεμέσιος Έμέσης ( + 400 περίπου)
Σωφρόνιος (+ τέλος Δ' αί.)
Φαϋστος ό Βυζάντιος (τέλος Δ' αί.)
Έπιφάνιος Σαλαμίνας Κύπρου ( + 402)
Μεσοποταμία (συρόφωνοι)
Άφραάτης (+ λίγο μετά τό 345)
Aithallah (345/6)
Έφραίμ ό Σύρος ( + 373)
Κυριλλωνάς ( + 396/400)
Βόρεια Αφρική
Άρνόβιος de Sicca ( + 320;)
Λακτάντιος ( + 325)
Δονάτος ( + 355)
Τυκόνιος (+ λίγο μετά τό 392)
Όπτάτος Μιλέβης ( + 392/400)
Ίταλία-Νήσοι
Firmicus Maternus (περίπου 350)
Ιούλιος Ρώμης (337-352)
Proba (περίπου 360)
Marius Victorinus (+ λίγο μετά τό 363)
Λιβέριος Ρώμης (352-366)
Εύσέβιος Vercelli (+ 370)
Lucifer Cagliari ( + 370/1)
Ζήνων Βερόνας (+ 372 περίπου)
Φαυστΐνος Λουκιφεριανός (380/5)
Δάμασος Ρώμης (366-384)
Φιλάστριος Βρεσκίας ( + 390/1)
’Αμβρόσιος Μιλάνου (+ 397)
Σιρίκιος Ρώμης (384-399)
Endelechius (+ μέχρι 400)
Γαλλία
Reticius (316/324)
Ίλάριος Poitiers ( + 367)
Egeria (Αίθερία) (384)
Phoebadius Agen (+ λίγο μετά τό 392)
Αύσόνιος ( + 394;)
Ίλλ υρία-Πα ννονία-Δ α κία
Βικτωρΐνος Πεταβίου (+ 304)
Γερμίνιος Σιρμίου Ούρσάκιος Singidunum Ούάλης Μουρσών Ulfila Γότθων ( + 384)
Αύξέντιος Δοροστόλου (+ μετά τό 384)
Παλλάδιος Ratiaria (+ μετά τό 381)
Ίσπανία-Πορτογαλία
"Οσιος Κορδούης ( + 357/8)
Ποτάμιος Λισαβώνας (+ 360 περίπου)
Πρισκιλλιανός ( + 385)
Πακιανός Βαρκελώνας ( + 380/392)
Γρηγόριος Έλβίρας (τέλος Δ' αϊ.)
ι. Είδη τής εκκλησιαστικής γραμματείας
Στήν διάρκεια του Δ' αί. καλλιεργήθηκαν (κι ένίοτε θεμελιώθη καν) τά κυριότερα είδη τής έκκλησιαστικής γραμματείας. Χαρακτηριστικά παραθέτουμε τά Αντιπροσωπευτικότερα είδη καί τούς εκπροσώπους τους:
Κ ρ ι τ ι κ ά-Β ι β λ ι κ ά.

 Οί προσπάθειες τοϋ ’Ωριγένη στόν Γ' αί. γιά τήν φιλολογική κριτική καί τήν έκδοση τοΰ κειμένου τής ΠΔ βρήκε ικανούς μιμητές, γιά δλη τήν Γραφή τώρα, στόν Δ' αί. Στίς άρχές τοΰ αί., λοιπόν, έργάστηκαν γιά τήν κριτική έκδοση τής Γραφής ό Αλεξανδρινός 'Ησύχιος (300 περίπου), ό Πάμφιλος (+ 309) στήν Καισάρεια τής Παλαιστίνης καί ό Λουκιανός ( + 312) στήν Αντιόχεια. ’Αργότερα βιβλικοί-κριτικοΐ ερευνητές άναδεΐχτηκαν ό Εύσέβιος Καισαρείας ( + 339), ό Διόδωρος Ταρσοΰ ( + 392), ό πρώτος καινοδιαθηκολόγος Εύθάλιος (β' ήμισυ Δ' αί.) καί Αλλοι πολλοί, μεταξύ τών όποιων οί μεγάλοι έρμηνευτές-ύπομνηματιστές τής Γραφής, πού στά έρμηνευτικά τους έργα περιλαμβάνουν πλήθος φιλολογικών κριτικών παρατηρήσεων γιά τό κείμενο.
Πολεμική-άντιρρητική-άντιαιρετική θεολογία. Τό σημαντικότερο μέρος τής πατερικής θεολογίας συνδέεται μέ τήν πολεμική κατά τών κακοδοξιών. Στό έργο αύτό υποχρεώθηκαν οί θεολόγοι Πατέρες, προκειμένου νά προφυλάξουν τούς πιστούς άπό τίς έκάστοτε έμφανιζόμενες κακοδοξίες, οί όποιες έθεταν σέ κίνδυνο τήν όρθή πίστη καί άρα τήν σωτηρία τών πιστών. Ή πολεμικότητα καί ή Αντιρρητικότητα τών συγγραφών έχουν στό βάθος χαρακτήρα θετικό, διότι ή Αναίρεση μιας κακοδοξίας γίνεται μόνο στόν βαθμό πού καταδεικνύεται-φανερώνεται ή Αλήθεια. Ή εΰ-ρεση καί παρουσίαση τής αλήθειας Αποτελεί τόν μόνο πειστικό τρόπο Αναιρέσεως τής κακοδοξίας. Ή πλειονότητα τών έκκλησιαστικών συγγραφέων έγραψαν γενικώς κατά τών αιρέσεων, άλλά εκείνοι πού πέτυχαν Αποτελεσματικά καί πρώτοι Αναίρεση τών αιρέσεων ύπήρ-ξαν οί μεγάλοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι, δπως ό Μ. ’Αθανάσιος καί οί Καππαδόκες. Μετά τούς μεγάλους αύτούς θεολόγους Πατέρες Ακολουθούσε πλήθος έλασσόνων έκκλησιαστικών συγγραφέων, οί όποιοι φρόντιζαν νά έκλαϊκεύουν, νά διαδίδουν καί κάποτε νά κωδικοποιούν (δπως π.χ. ό Έπιφάνιος Σαλαμίνας) δσα σπουδαία έγραψαν οί μεγάλοι Πατέρες μόλις εμφανίστηκαν οί κακοδοξίες.
Ό μ ι λ η τ ι κ ά. Διασώθηκε μέγας Αριθμός 'Ομιλιών, κειμένων δηλαδή πού έκφωνήθηκαν ώς κηρύγματα ή πού γράφηκαν ώς κηρύγματα. Γενικά ό σκοπός τους ήταν πρακτικός καί οίκοδομητικός, Αλλά τό περιεχόμενό τους είναι έξαιρετικά ποικίλο: δογματικοθεο-λογικό, Αντιρρητικό, κατηχητικό, έγκωμιαστικό, προτρεπτικό, εξηγητικό, νηπτικό. 'Ομιλίες έγραψαν οί περισσότεροι τών έκκλησ. συγγραφέων. "Ολα π.χ. τά μή ποιητικά κι έπιστολικά κείμενα τοΰ 
 τοΰ Γρηγορίου Θεολόγου είναι 'Ομιλίες-Λόγοι
Εξηγητικά. Ό καθοριστικός γιά τήν Εκκλησία χαρακτήρας τής Γραφής καί ή άνάγκη τής κατανοήσεώς της έγιναν άφορμή νά συνταχτοΰν πολλά έργα εξηγητικά μέ τήν μορφή όμιλιών, διατριβών, σχολίων καί όργανωμένων ύπομνημάτων σ’ ένα ή περισσότερα κείμενα τής Π καί τής ΚΔ. Τέτοια έργα συνέταξαν π.χ. ό Μ. Αθανάσιος, ό Ίλάριος Poitiers, ό Μ. Βασίλειος, ό Ίουλιανός, ό Γρηγόριος Νύσσης, ό Αμβρόσιος Μιλάνου, ό Δίδυμος Τυφλός καί άλλοι πολλοί. "Ολοι μάλιστα οί έρμηνευτές τού Δ' αί. έπωφελήθηκαν σέ μεγάλο ή μικρό βαθμό άπό τό πλουσιότατο καί πρωτοποριακό έρμηνευτικό έργο τοΰ Ωριγένη ( + 253/4), ένώ έκλεκτικά έφάρμοζαν καί τίς γενικώς κρατοΰσες έρμηνευτικές καί φιλοσοφικές μεθόδους. Γιά τό είδος τής έρμηνευτικής (άλληγορικής, ίστορικογραμματικής κ.λπ.) άναφέραμε ήδη σέ προηγούμενη παράγραφο.
Ά σ κ η τ ι κ ά-ν η π τ ι κ ά. Στόν Δ' αί. θεμελιώθηκε ή άσκητι-κονηπτική θεολογία καί γραμματεία σέ δλες τίς μορφές της. Πρόκειται γιά κείμενα πού καθοδηγούν στόν πνευματικό γενικά καί τόν ασκητικό ειδικά άγώνα τών πιστών καί τών μοναχών, ή γιά κείμενα πού περιγράφουν τήν ζωή τών μοναχών. Στό πλαίσιο τών κειμένων αυτών, όταν οί συντάκτες είναι χαρισματοΰχοι καί θεολόγοι, διηγούνται ή άναλύουν θεολογικά τίς θεοπτικές έμπειρίες έξαιρετικά ένάρε-των άνδρών τής Εκκλησίας καί δή τών άσκητών. Οί σημαντικότεροι συντάκτες τέτοιων κειμένων είναι οί: Παχώμιος (+ 346), Μ. Αντώνιος ( + 356), Θεόδωρος Ταβεννησιώτης ( + 368), Μ. “Αθανάσιος (+ 373), Έφραίμ ό Σύρος (+ 373), Μάρκελλος Άγκύρας (+ 374;), Μ. Βασίλειος (+ 379), συντάκτης τών «Μακαριανικών» έργων (περίπου 380), Γρηγόριος Νύσσης ( + 394) καί Εύάγριος ( + 399).
Κεφάλαια-άποφθέγματα. Τά κεφάλαια είναι γραμματειακό είδος, πού εγκαινιάστηκε τόν Δ' αί. μέ τόν Εύάγριο Ποντικό (+ 399), άλλά πού δέν ήταν άγνωστο στόν ιουδαϊκό χώρο. Εκτίθενται οί σκέψεις κεφαλαιωδώς, δηλαδή συνοπτικά-έπιγραμματικά, μέ κείμενο λίγων άράδων. Συρραπτόμενα τά κεφάλαια άποτελοΰν ένό-τητες 50,100,150, κ.λπ. κεφαλαίων. Τά άποφθέγματα, πού έγκαινιά-στηκαν επίσης στίς αιγυπτιακές έρήμους, είναι λόγοι όσιων άσκητών ή διηγήσεις περί αύτών. Έκδόθηκαν σέ όργανωμένες ένότητες τόν Ε' αιώνα.
Επιστολικά. Ακολουθώντας τό παράδειγμα τοΰ έθνικοΰ περιβάλλοντος τους, οί έκκλησ. συγγραφείς χρησιμοποίησαν ευρύτατα τήν έ π ι σ τ ο λ ή, όχι μόνο γιά τίς διαπροσωπικές σχέσεις, άλλά καί ώς μέσο άναπτύξεως τής θεολογίας τους. “Εχουμε πλήθος βραχέων ή μακρών έπιστολιμαίων διατριβών, άλλά καί έγκυκλίων συνοδικών γραμμάτων. Σπουδαία έπιστολικά κείμενα έγραψαν όλοι σχεδόν οί έκκλησ. συγγραφείς.
Ποιητικά. Ή ποίηση στόν Δ' αιώνα καλλιεργήθηκε άπό συγγραφείς μέ άξιόλογο ποιητικό τάλαντο. Στήν έλληνική Ανατολή ποιητές έπώνυμοι έμφανίστηκαν οί Μεθόδιος Όλύμπου ( + 311/12), “Αρειος (+336), Άπολινάριος ( + 390/1) καί Άμφιλόχιος Ίκονίου ( + 394/400), καί μάλιστα ό Γρηγόριος Θεολόγος ( + 390), πού είναι καί ό σπουδαιότερος. "Εγραψαν κυρίως βάσει τών άρχαίων προσωδιακών μέτρων. Παράλληλα γραφόταν μεγάλος άριθμός όμιλιών, πού περιείχαν λίγα ή πολλά ρυθμικά τμήματα, τών όποιων ό ρυθμός στηριζόταν δχι στήν ήδη λησμονημένη προσωδία, άλλά σέ νέα στοιχεία, δπως ό τόνος, τό όμοιοτέλευτο κ.λπ. Δυστυχώς άπό τήν έποχή αύτή διασώθηκαν έλάχιστα δείγματα έκκλησιαστικών ύμνων, οί όποιοι δμως έκτιμώνται ώς πρόδρομοι τοΰ Κοντακίου. Στόν συρόφωνο χώρο τήν ποίηση άνύψωσε σέ περιωπή ό πράγματι ταλαντούχος Έφραίμ ό Σύρος ( + 373), ό μεγαλύτερος ποιητής τής Εκκλησίας μέχρι τόν Μελωδό Ρωμανό (ΣΤ' αί.), καί άλλοι έλάσσονες, δπως ό Κυριλλω-νάς ( + 396/400). Στήν Δύση έχουμε πολύ μεγαλύτερο άριθμό όργα-νωμένων ποιητικών συνθέσεων, πού άρχισαν νά έμφανίζονται άπό τίς άρχές τοΰ αιώνα. Οί μέτριοι ποιητές τους μιμήθηκαν μετρικά τούς κλασικούς λατίνους ποιητές, άλλά χρησιμοποίησαν μ’ έπιτυχία καί λαϊκά γλωσσικά στοιχεία. Εκτός άπό τούς Juvencus, Reticius (;), Αύ-σόνιο κι Έντελέχιο, έχουμε στό πρόσωπο τής ρωμαίας Proba τήν πρώτη χριστιανή ποιήτρια, ένώ στό πρόσωπο τού Δαμάσου Ρώμης τόν πρώτο άξιόλογο έπιγραμματοποιό. Μέ τούς Ίλάριο ( + 367) καί Αμβρόσιο ( + 397) αρχίζει ή επώνυμη λατινική χριστιανική ποίηση.
Λειτουργικά. Καί τά θεμελιώδη λειτουργικά κείμενα τής Εκκλησίας διαμορφώθηκαν κατά μέγα μέρος τόν Δ' αί. Στά μέσα τοΰ αίώνα τοποθετείται ή Λειτουργία τού Μάρκου καί λίγο άργότε-ρα τό Εύχολόγιο τοΰ Σεραπίωνα. Άπό τήν έβδομη δεκαετία καί μετά τοποθετούνται καί οί Λειτουργίες τοϋ Βασιλείου, τών Διαταγών τών Άποστόλων καί τοΰ Χρυσοστόμου. Βέβαια, τά καθαυτό λειτουργικά κείμενα δέν έχουν έπώνυμους συντάκτες, είναι άποτέλεσμα διεργασίας μακράς, πού άρχισε ήδη άπό τόν Α' αί. Τά ονόματα πού συνδέονται μέ αύτά έχουν άπλώς κάποια συμβολή στήν διαμόρφωσή τους, ή όποία μάλιστα συμβολή είναι συνήθως δυσκαθόριστη.
Κανονιστικά-Συμβολικά. Οί Σύνοδοι, γιά τίς όποιες μιλήσαμε, διατύπωσαν χάριν τής εκκλησιαστικής εύταξίας κανόνες, άλλά καί Σύμβολα πίστεως ή βαπτιστήρια, δηλαδή κείμενα τά όποια συνοπτικά κι έπιγραμματικά περιλάμβαναν τά θεμελιώδη καί τά τελείως άπαραίτητα στοιχεία τής πίστεως. Καί τά Σύμβολα πίστεως γνώρισαν μακρά πορεία άναπτύξεως. ’Άρχισαν ήδη άπό τούς και-νοδιαθηκικούς χρόνους καί τά ίδια πάντοτε αύξάνονταν, ανάλογα μέ τίς προκλήσεις τών κακοδόξων, μέχρι πού όριστικοποιήθηκαν στίς Οικουμενικές Συνόδους Νικαίας (325) καί Κωνσταντινουπόλεως (381). Άπό τό 341 μέχρι τό 360 φιλοαρειανικές σύνοδοι διατύπωσαν πολλά σύμβολα, μέ σκοπό τόν παραμερισμό ή τήν φαλκίδευση τοΰ Συμβόλου Νίκαιας. Παράλληλα κυκλοφορούσαν καί ψευδεπίγραφα κείμενα μέ κανονιστικό περιεχόμενο, πού προσγράφονταν στούς Αποστόλους, τόν Κλήμη Ρώμης καί τόν 'Ιππόλυτο: «Διατα-γαί Άποστόλων» (περίπου 380), «Άποστολικοί Κανόνες» (περί τό 380), «Διατάξεις Ίππολύτου» (άρχές Δ' αί.) καί «Αί διαταγαί διά Κλήμεντος καί Κανόνες έκκλησιαστικοί τών άγ. Άποστόλων» (άρχές Δ' αί.)· Τά κείμενα αύτά έλαβαν στόν Δ' αί. τήν τελική τους μορφή, άλλά είναι βαθμιαίες συναγωγές κανονιστικού ύλικοΰ, πού άρχισαν πολύ ένωρίτερα.
Αγιολογικά. Αγιολογικά κείμενα είναι τά γνωστά καί στούς προηγούμενους αιώνες Μαρτύρια (Passiones) ή Πράξεις μαρτύρων (Acta ή Gesta), δηλαδή περιγραφές τοΰ γεγονότος τοΰ μαρτυρίου ή άπόδοση τών πρακτικών τής δίκης τοΰ μάρτυρα τής πίστεως. Στόν Δ' αι. έγκαινιάστηκαν δύο άκόμα είδη άγιολογικών κειμένων: τά Συναξάρια, πού συνιστοΰσαν περιληπτική παράθεση πολλών Μαρτυρίων, καί οί Βίοι άγιων, πού συνιστοΰσαν εκτενή περιγραφή τοΰ όσιακοΰ βίου ένός άγίου. Συναξάρια είναι τό Martyrologium «Sy-riacum», οί «Πράξεις έδεσσηνών μαρτύρων» καί ή Depositio Mar-tyrum γιά τήν ρωμαϊκή Εκκλησία. Στούς λίγους Βίους τοΰ Δ' αί. πρωτεύουσα θέση κατέχει ό Βίος τοΰ άγίου Αντωνίου, γραμμένος άπό τόν Μ. Αθανάσιο. Τό κείμενο αύτό θεμελίωσε κυριολεκτικά τό είδος αύτό τών άγιολογικών κειμένων, τών όποιων έγινε πρότυπο.
Χρονογραφικά. Τά καθαυτό χρονογραφικά έργα δέν είναι πολλά ούτε γιά τήν Ανατολική Εκκλησία (Εύσεβίου Καισαρείας, Γελασίου Καισαρείας, Φαύστου τοΰ Βυζαντίου γιά τούς Αρμενίους, ή άνώνυμη Historia acephala γιά τόν Μ. Αθανάσιο, σχετικό ύλικό στά έξιστορικά έργα τοΰ Αθανασίου) ούτε γιά τήν Δυτική (Συλλογή στό έργο τοΰ Όπτάτου Μιλέβης γιά τούς Δονατιστές, Chronogra-phus τοΰ 354, σχετικό ύλικό στά έργα τοΰ Ίλαρίου, De cursu tempo-rorum, 397). Ειδικά όμως τά έργα τοΰ Εύσεβίου Καισαρείας ( + 339) καί μάλιστα ή Εκκλησιαστική Ιστορία του είναι τεράστιας άξίας γιά τά στοιχεία πού σ’ αύτά καταγράφηκαν, διότι άπέβησαν πηγή έμ-πνεύσεως τών μεταγενέστερων χρονικογράφων-ίστορικών.
Ό δ ο ι π ο ρ ι κ ά. Εγκαινιάστηκαν στόν Δ' αίώνα καί τά προσφιλή στόν Μεσαίωνα όδοιπορικά, δηλαδή περιγραφές προσκυνημα-τικών ταξιδίων στούς άγιους τόπους, τά Ιεροσόλυμα ειδικά καί όλους γενικά τούς τόπους, δπου διαδραματίστηκαν καινοδιαθηκικά γεγονότα. Οί περιγραφές έκτείνονται συχνά καί σέ πόλεις ή τόπους, άπό τούς όποιους διέρχεται ό προσκυνητής άφηγητής. Τά καθαυτό γνωστά όδοιπορικά τού Δ' αί. είναι μόνο δύο καί γράφηκαν στήν λατινική: Itinerarium Burdigalense (ανωνύμου) καί Peregrinatio adloca sancta τής Egeria (Αϊθερίας).
’Ανώνυμα. Διασώθηκε μικρός άριθμός κειμένων, τών όποιων άγνοοΰμε τούς συγγραφείς. Ή εύθύνη τής άνωνυμίας τους όφεΐλεται ή στούς Ιδιους τούς συγγραφείς πού τήν επιδίωξαν ή σέ λάθος τού άρχικού άντιγραφέα, πού κατέγραψε τό κείμενο στόν κώδικα χωρίς ν’ άναφέρει καί τόν συντάκτη του. Τά έλληνιστί παραδιδόμενα ά-νώνυμα έργα δέν είναι κατά κανόνα μεγάλης αξίας. Μερικά δμως άνώνυμα στήν λατινική, δπως π.χ. τά έρμηνευτικά «Ambrosiaster», Tractatus in Lucae Evangelium καί Opus imperfection in Matthaeum, κατέχουν έξαιρετική θέση στήν λατινική χριστιανική γραμματεία.
’Απόκρυφα. Δέν ελειψαν άπό τόν Δ' αί. καί λίγοι άφελεΐς καί περιθωριακοί συγγραφείς, πού συνέτασσαν, κατά τό παράδειγμα παλαιότερων άποκρύφων, διάφορα άποκαλυπτικοϊστορικά κείμενα, δήθεν σχετικά μέ καινοδιαθηκικά πρόσωπα ή γεγονότα. Τά κυκλοφορούσαν συνήθως μέ τό όνομα κάποιου καινοδιαθηκικοΰ προσώπου ή καί άνώνυμα: Άποκάλυψις Παύλου, Ιστορία Ιωσήφ, Άβγάρου καί Ίησοΰ άλληλογραφία καί άλλα.

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β 


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.