Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Πατρολογία Β ' - Στυλιανός Παπαδόπουλος - Εισαγωγή




ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ Δ' ΑΙΩΝΑ

α. Εξοδος άπό τίς κατακόμβες

Τό πρόσωπο τοΰ Δ' αιώνα στόν ελληνορωμαϊκό χώρο εμφανίζεται ταραγμένο καί διαρκώς γινόμενο. Συγκλονιστικές ανακατατάξεις καί συγκρούσεις διαδέχονται ή μία τήν άλλη. Ό έθνικός έλληνορωμαϊκός κόσμος, ώς πνεύμα καί έξουσία, νιώθει έκπληκτος ένώπιον τοΰ τεράστιου ρεύματος, πού συνιστά ή Εκκλησία. Ό κόσμος αύτός ζοΰ.σε περίοδο πτώσεως καί δχι άνόδου. Δέν είχε τό πνευματικό σθένος ν’ άντιδράσει στήν Εκκλησία. Αύταπατώμενος είχε πιστέψει, κατά τόν Β' καί Γ' αιώνα, ότι άλλοτε μέ τήν αίγλη του, άλλοτε μέ σκληρούς διωγμούς καί άλλοτε μέ τήν ανοχή του, θά συγκρατοϋσε τήν Εκκλησία σέ μικρές διαστάσεις. "Οταν τελικά συνειδητοποίησε τήν δική του άδυναμία καί τήν όρμή τής Εκκλησίας, άντέδρασε σπασμωδικά. Ό ρωμαίος αύτοκράτορας Διοκλητιανός κήρυξε φοβερό διωγμό (303/4) κατά τών χριστιανών καί οί «πεπτω-κότες» δέν ήταν λίγοι. Έτσι άρχισε ό Δ' αίώνας.
Οί Ρωμαίοι, μολονότι είχαν τήν χαρά νά βλέπουν «πεπτωκότες», δηλωσίες χριστιανούς, διαπίστωναν δτι δπου κτυποϋσαν έναν γεννιούνταν έκατό κι όπου έκατό χίλιοι. Καί τό πιό δυσάρεστο γι αυτούς ήταν δτι πλι,ύαιναν οί χριστιανοί ακόμη καί μέσα στίς κυρίαρχες τάξεις τους. Έπρεπε, λοιπόν, έάν συνέχιζαν τούς διωγμούς, νά αύτοδιωχτοΰν, νά αύτοκαταστραφοΰν! Επειδή αύτό ήταν άδύνατο, αναγκάστηκε ό ρωμαϊκός κόσμος νά δείξει σαφή άνοχή πρός τήν Εκκλησία, τήν όποια δμως ό Μέγας Κωνσταντίνος, άπό τό 324 κυρίως, πού έγινε μονοκράτορας, αντιμετώπιζε σάν νά ήταν μέλος της, ένώ ακόμη δέν ήταν. Ή έξοδος άπό τίς κατακόμβες είχε πραγματοποιηθεί.
Άπό τήν πλευρά της ή Εκκλησία, αρχίζοντας ό Δ' αίώνας μέ τούς
διωγμούς, έδειξε δλη τήν δύναμη τής πίστεώς της καί τήν άντοχή έκεΐνου πού περιμένει νά εξαντληθεί ό σκληρός τύραννός του.
"Οταν ό τύραννος έπεσε έξαντλημένος καί ό μονοκράτορας (324) Κωνσταντίνος πολιτευόταν ώς χριστιανός καί προστάτης τής Εκκλησίας, ή Εκκλησία ένιωσε τόση έκπληξη, ώστε πολλοί έπίσκο-ποί της έχασαν σχεδόν τό μέτρο. *Ησαν άνέτοιμοι νά συλλάβουν καί ν’ άντιμετωπίσουν τήν νέα πρωτόγνωρη πραγματικότητα καί τά νέα συγκλονιστικά προβλήματα. Έπρόκειτο γιά τά προβλήματα πού δημιούργησε ή έλεύθερη ζωή καί δράση τής Εκκλησίας, ή ανάγκη τής στέρεης όργανώσεώς της, ή έμφάνιση νέων επικίνδυνων αίρέσεων καί τό αίτημα γιά όλοένα βαθύτερη κι εύρύτερη θεολογική έξήγηση τής άλήθειας. 'Η έξήγηση δμως αύτή έπρεπε νά γίνει καί μέ τήν βοήθεια του φιλοσοφικού λόγου, ή όρθή καί διακριτική χρήση τοΰ όποιου άπό τούς χριστιανούς θεολόγους άπέβη άκανθώδες πρόβλημα, πού έλυσαν έπιτυχώς μόνοι οί μεγάλοι Πατέρες.

β. ’Εναγκαλισμός τής Εκκλησίας άπό τό κράτος

Ή έξοδος τής Εκκλησίας άπό τίς κατακόμβες καί ή άνεσή της νά κινείται άνενόχλητη σέ όποιονδήποτε κοινωνικό χώρο, συνδυάστηκε μ’ έναν προστατευτισμό τοϋ αύτοκράτορα πολύ επικίνδυνο. Έπρόκειτο γιά έναγκαλισμό, πού οφειλόταν στούς εξής παράγοντες: α) Ό αύτοκράτορας Κωνσταντίνος ένιωθε καί δροΰσε ώς χριστιανός. β) Ώς ρωμαίος αύτοκράτορας ήταν καί μέγιστος Ιερέας. Τώρα, ώς χριστιανός βασιλέας, δέν μπορούσε νά τελεΐ καθήκοντα ιερατικά, π.χ. νά θυσιάζει, αλλά αισθανόταν δτι έχει τήν κορυφαία ευθύνη γιά τήν προκοπή καί τήν πορεία τής Εκκλησίας, γ) 'Ως αύτοκράτορας φρόντιζε πάση θυσία νά έξασφαλίζει τήν συνοχή καί πειθαρχία τών πολλών λαών καί φυλών, πού συναποτελοΰσαν τήν ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ή συνοχή μέχρι λίγο πρίν έξασφαλιζόταν μέ τήν επιβολή σέ όλη τήν επικράτεια τής λατρείας του αύτοκράτορα. Τώρα, χωρίς πολλή σκέψη καί μέ τήν επίδραση τής ρωμαϊκής παραδόσεως, έκρινε δτι τόν συνδετικό παράγοντα τής απέραντης αυτοκρατορίας μπορεί νά τόν άποτελεΐ ό χριστιανισμός, δ) *Η Εκκλησία δέν είχε ούτε πλούσια έμπειρία κοινωνικής έλευθερίας οΰτε άκόμη άρκετή θεσμική όργάνωση, ώστε ν’ άποποιηθεΐ Αποφασιστικά τήν έλκυστική προστασία τοΰ αύτοκράτορα. Οί ριζικές διαφοροποιήσεις γιά τήν Εκκλησία καί τό κράτος είχαν πολλαπλές καί βαθιές συνέπειες, θετικές καί άρνητικές. Τό κράτος βρήκε στόν ραγδαία άναπτυσσόμενο χριστιανισμό τήν άλκή καί τό σθένος, πού έλειπαν άπό τήν ρωμαϊκή κοινωνία. Ή Εκκλησία πάλι άπέβη ισχυρός κοινωνικός παράγοντας στό νέο ρωμαϊκό κράτος. Ικανοί έπίσκο-
ποι, μεγάλων κυρίως πόλεων, άρχισαν νά διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στήν όλη κοινωνική ζωή. Οί αύτοκράτορες δροΰσαν, κοινωνικά τουλάχιστον, ύπολογίζοντας τήν άποψη τής Εκκλησίας καί διευκολύνοντας οικονομικά καί θεσμικά τήν εύρύτερη διάδοση τοΰ χριστιανισμού. Οί χριστιανοί έγιναν μέχρι τό τέλος τοΰ αιώνα ή πνευματική elite τής αύτοκρατορίας, οί έκλεκτοί, πού τό κΰρος καί ή έπιρροή τους ηϋξανε συνεχώς. Μειωνόταν ή δύναμη τής έθνικής θρησκείας κι έπεκτεινότανή παρουσία τοΰ χριστιανισμού σέ όλα τά πολιτικοκοινωνικά επίπεδα.

Επιβλητικοί χριστιανικοί ναοί άνεγείρονταν σέ όλα τά μήκη καί πλάτη τής αύτοκρατορίας καί ή λατρεία σ’ αυτούς άπό λιτή καί απέριττη έγινε λαμπρή καί άπέκτησε δομική καί θεολογική πληρότητα.
'Η 'Αγία Γραφή γνώρισε έκδοτικό οργασμό καί μεταφράστηκε στήν λατινική πληρέστερα καί άκριβέστερα, κάτι πού ισχύει καί γιά άλλες γλώσσες, όπως π.χ. τήν συριακή καί μερικώς τήν γοτθική. Στήν άνάγκη τής Εκκλησίας ν’ άποκτήσει τό άπαραίτητο θεσμικό πλαίσιο βοήθησε τό κράτος πολύ. Διευκόλυνε δηλαδή τήν σύγκληση συνόδων, άπό τίς όποιες συντάχτηκαν τά θεμελιώδη κανονιστικά κείμενα τοΰ βίου τής Εκκλησίας, οί Κανόνες, πού χρειάζονταν γιά τήν εύστάθεια τοΰ όργανισμοΰ της. Οί Κανόνες αύτοί άποκτοΰ-σαν αύτόματα κΰρος νόμου κι έτσι εξασφαλιζόταν γενικά ή έφαρ-μογή τους.
Δέν άργησαν όμως νά φανοΰν καί οί άρνητικές γιά τήν Εκκλησία συνέπειες τοΰ εναγκαλισμού. Ό αύτοκράτορας καί γενικά ή κρατική έξουσία δέν δίσταζε νά κάνει αισθητή τήν παρουσία της καί απαιτητή ένίοτε τήν άποδοχή τής θελήσεώς της ώς άντάλλαγμα τής προσφερόμενης προστασίας. Σέ πολλά ή ρωμαϊκή νοοτροπία καί ή νομοθεσία άλλαξαν μέ τήν έπίδραση τοΰ χριστιανικού πνεύματος. Καί ή Εκκλησία δμως χρειάστηκε νά κάνει κάποιες υποχωρήσεις, νά δείξει άνεκτικότητα. Τό κανονιστικό πλαίσιο τής Εκκλησίας, οί Κανόνες, χρειάζονταν ένα κΰρος γιά νά γίνουν έκτελεστοί, άλλά ή αυστηρή έπιβολή τους ώς νόμων άναγκαστικών δέν συμβιβαζόταν μέ τό πνεΰμα τής Εκκλησίας. ’Ακόμα περισσότερο, τό πνεΰμα τής Εκκλησίας τραυμάτιζαν σέ πολλές περιπτώσεις οί νόμοι τοΰ κράτους ύπέρ τής Εκκλησίας καί κατά τών έθνικών θρησκειών ή τών αιρετικών όμάδων.
Ήκεΐ δμως πού ό εναγκαλισμός τής Εκκλησίας άπό τό κράτος Εξελίχτηκε σέ πραγματικό δράμα ήταν ή προσπάθεια τών αύτοκρα-τόρων ν’ άναμιχτοΰν έμμεσα κι ενίοτε άμεσα στά θεολογικά καί δογματικά ζητήματα. Οί αύτοκράτορες, ένεκα τής ρωμαϊκής τους πα-ραδόσεως καί άκούγοντας εισηγήσεις κακόβουλων ή άφελών επισκόπων, νόμιζαν δτι δικαιοΰνταν νά έπεμβαίνουν στά έκκλησίαστικά
πράγματα, τά όποια χριστιανοί αύλοκόλακες τούς έπειθαν δτι τά κατανοούν. "Ετσι, σ’ έναν αιώνα Οψιστης σημασίας γιά τήν διατύπωση καί τήν στήριξη τής πίστεώς της, ή Εκκλησία γνώρισε τό έξης αντιφατικό καί δραματικό φαινόμενο: ό πρώτος χριστιανός αύτοκράτορας Κωνσταντίνος βοήθησε Αποτελεσματικά τήν Εκκλησία τό 324 καί 325 (Σύνοδος Νικαίας) νά διατυπώσει καί νά επιβάλει τήν όρθόδοξη πίστη της κατά τού άρειανισμού. ’Αμέσως δμως μετά ό ΐδιος αύτοκράτορας ήπια καί οί γιοί-διάδοχοί του σκληρά έργάστη-καν, έως τό 378, μέ δλα τά μέσα γιά τήν άνατροπή τής ορθόδοξης πίστεως καί τήν έπιβολή τοΰ άρειανισμοΰ. Τό γεγονός πυροδότησε τόσο μεγάλη κρίση, ώστε νά μή θεωρείται μικρότερη σ’ ένταση άπό έκείνην πού τής προκάλεσαν οί διωγμοί, ένώ άναμφισβήτητα ήταν πιό έπικίνδυνη άπό έκείνην. Τόσο επικίνδυνη, ώστε ή φιλορθόδοξη τακτική τοΰ Μεγάλου Θεοδοσίου, τό 379/380, νά χαιρετιστεί ώς ισάξια πρός τήν φιλοχρίστίανική τακτική τοΰ Μ. Κωνσταντίνου (324).
Ό Δ' αιώνας, λοιπόν, άρχισε μέ τφν φοβερό διωγμό τού Διοκλη-τιανοΰ, προχώρησε γρήγορα μέ τήν προστασία τής Εκκλησίας άπό τόν Μ. Κωνσταντίνο, έξελίχτηκε μέ τόν φιλοαρειανισμό τών Μ. Κωνσταντίνου, Κωνσταντίου, καί Ούάλη (+ 378) καί τελείωσε μέ τήν φιλορθόδοξη τακτική τοΰ Θεοδοσίου, ό όποιος έδωσε Ισχύ νόμου στήν όρθόδοξη πίστη, τήν όποία δμως, χωρίς πιέσεις του, υίοθετοΰσε προ-συνοδικά καί συνοδικά ή πλειοψηφία τών επισκόπων.

γ. Συγκλονιστικές Θεολογικές κρίσεις καί θεμελιώδης θεολογία

Μόλις άρχισε ή Εκκλησία ν’ άναπνέει έλεύθερα, ένα έτος μετά τήν έκδοση τοΰ διατάγματος (311) τοΰ έτοιμοθάνατου Γαλερίου περί άνοχής τοΰ χριστιανισμού, έκδηλώθηκε στούς κόλπους τής βο-ρειοαφρικανικής Εκκλησίας τό κίνημα τού Δονατισμού, πού δέν ειχε σοβαρά θεολογικά κίνητρα. Εξέφραζε αύστηρό, σχεδόν άτεγκτο, χριστιανισμό καί τρεφόταν άπό τήν κοινωνικοιίολιτική άντίθεση τών βορειοαφρικανών πρός τήν Ρώμη, ώς κέντρου εξουσίας καί κατα-πιέσεως. Ό Δονατισμός ταλαιπώρησε τήν δυτική Εκκλησία μέχρι τό τέλος τοΰ Δ' αιώνα.
Ή θεολογική κρίση, πού συγκλόνισε ολόκληρη τήν Εκκλησία καί κάλυψε τόν Δ' αιώνα άπό τό 318 μέχρι τό 381 κυρίως, ήταν ό Αρειανισμός. Ή κρίση αύτή έκανε φανερό, δτι δσο οί πιστοί ζητοΰ-σαν νά κατανοήσουν τήν άλήθεια μέ τά φιλοσοφικά καί κοσμολογικά δεδομένα τής έποχής, τόσο προκαλοΰνταν συζητήσεις κι έρωτήμα-τα, πού κατέληγαν σέ όρθή θεολογία ή σέ κακοδοξίες. "Οσοι θεολόγοι εισέρχονταν στις συζητήσεις αύτές, υιοθετώντας δλη τήν έκφρασμένη Παράδοση τής Εκκλησίας, δημιουργούσαν όρθόδοξη θεολογία. "Οσοι θεολόγοι κινούσαν τέτοιες συζητήσεις, άθετώντας κάτι καίριο άπό τήν Παράδοση, κατέληγαν σέ κακόδοξες θεωρίες. Περί τό 318 ένας έντυπωσιακός πρεσβύτερος τής ’Αλεξάνδρειας, ό Άρειος, άπέρριψε τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας δτι ό Υιός είναι άίδιος. Κήρυξε δτι ό Υιός, τό δεύτερο πρόσωπο τής άγίας Τριάδας είναι κτίσμα, πρώτο δημιούργημα τοΰ Θεοΰ έν χρόνω. Έτσι ξέσπασε ή ριζικότερη αίρεση στήν ζωή τής ’Εκκλησίας, πού άπείλησε κυριολεκτικά τήν ταυτότητά της. Στήν πορεία του ό ’Αρειανισμός διακρίθηκε σέ πολλές όμάδες-άποχρώσεις: Στούς άκραιφνεΐς, τούς άνομοίους κα[όμοιους δηλαδή, καί στούςήμιαρειανούς, δηλ. τούς όμοιονσιανούς. Μέ τήν κρίση πού προκλήθηκε άσχολήθηκαν όλοι σχεδόν οί θεολόγοι τοΰ Δ' αίώνα, άλλά τό βάρος τής ύπερβάσεώς της, τής έκφράσεως δηλαδή τής άλήθεΐας καί τής μέ αύτήν άναιρέ-σεως τοΰ άρειανισμοΰ σήκωσαν μεγάλοι θεολόγοι, δπως ό Μ. Αθανάσιος πρώτιστα καί oi Εύστάθιος Άντιοχείας, 'Ιλάριος Poitiers, Μ. Βασίλειος, Μάρκελλος Άγκύρας, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, ’Αμβρόσιος Μιλάνου καί Δίδυμος Τυφλός. Στούς κόλπους τών άρειανικών όμάδων διακρίθηκαν κυρίως οί μέτριοι θεολόγοι Ά-στέριος Σοφιστής, Εύσέβιος Καισαρείας, Γεώργιος Λαοδικείας, Εύ-νόμιος Κυζίκου κ.ά. Κι ένώ ή θεολογική υπέρβαση τοΰ άρειανισμοΰ έπιτεύχτηκε, άρχικά τουλάχιστον, μέ τήν θεολογία τοΰ Μ. ’Αθανασίου, χρειάστηκε δχι μόνο τό έργο τών μνημονευθέντων λοιπών θεολόγων, άλλά καί δεκάδες σύνοδοι μέχρι τό 381, διότι, μέ διάλειμμα 2-3 έτών, οί αύτοκράτορες καί ή αυλή τους υποστήριζαν τούς άρεια-νόφρονες. Ό Νεοαρειανισμός μέ τόν Εύνόμιο Κυζίκου άποτελεΐ ά-νανέωση τοΰ άρχικοΰ άρειανισμοΰ μέ νέα έπιχειρήματα.
Ή κρίση τοΰ άρειανισμοΰ έδρασε ώς άφορμή γιά τήν δημιουργία τής θεμελιώδους θεολογίας τής Εκκλησίας, δηλαδή τής Τριαδολο-γίας, μέ τήν όποία καταδείχτηκε ή φυσική σχέση τών τριών θείων προσώπων, άρα ή όμοουσιότητά τους, καί ή διάκριση στήν θεότητα μιας ούσίας καί τριών υποστάσεων ή προσώπων («μία ούσία έν τρι-σίν ύποστάσεσι»). Πρόκειται γιά τό θεμέλιο τής δλης θεολογίας δ-λων τών αιώνων.
Οί Πνευματομάχοι έμφανίστηκαν στό τέλος τής δεκαετίας τοΰ 350, στήν Αίγυπτο άρχικά καί άλλοΰ μετά. Πνευματομάχοι ήταν πρώην άρειανόφρονες, οί όποιοι μετά άπό πολλές διεργασίες καί δισταγμούς δέχτηκαν τήν όμοουσιότητά τοΰ Υίοΰ, άλλ’ άρνοΰνταν αύτήν γιά τό άγιο Πνεΰμα, τό όποιο θεωροΰσαν κτίσμα, άγγελον πρώτον κ.λπ. Σημαντικά πνευματομαχικά κείμενα δέν διασώθηκαν. ’Αντίθετα, διασώθηκαν σπουδαία θεολογικά έργα τών Μ. ’Αθανασίου, Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου, Γρηγορίου Νύσσης, ’Αμβροσίου Μιλάνου καί Διδύμου Τυφλοΰ, μέ τά όποια λύνεται τό πρόβλημα τής σχέσεως τοΰ άγ. Πνεύματος μέ τόν Πατέρα καί τόν Υιό κι έξηγεΐται γενικά τό έργο τοΰ άγ. Πνεύματος στά πλαίσια τής θείας οικονομίας.
Οί Μακεδονιανοί, πού έσφαλμένα ταυτίστηκαν μέ τούς Πνευμα-τομάχους, εμφανίστηκαν σχετικώς άργά, στήν δεκαετία τοΰ 370. Στήν Β' Οικουμ. Σύνοδο ή όμάδα τών 36 Μακεδονιανών έπισκόπων έδειξε δτι άρνοΰνταν τό όμοούσιον τής Νίκαιας καί άρα προέρχονταν άπό τούς αύστηρούς όμοιουσιανούς. Εναντίον τους έγραψαν π.χ. ό Γρηγόριος Νύσσης κ.ά.
Ό Άπολιναρισμός, πού κυοφορήθηκε στήν δεκαετία τοΰ 350 κι εκδηλώθηκε δειλά τό 363, συνειδητοποιήθηκε μερικώς στήν Εκκλησία μόνο κατά τήν δεκαετία τοΰ 370. Ό ίδιος ό Άπολινάριος καί οί οπαδοί του έμφανίζονταν ώς όπαδοί τής Νίκαιας καί γι’ αύτό δέν προκάλεσαν γρήγορα τήν άντίδραση τών μεγάλων θεολόγων, oi όποιοι άλλωστε άγωνίζονταν άκόμη κατά τοΰ άρειανισμοΰ καί τοΰ ήμιαρειανισμοΰ. Ό Άπολινάριος, θεωρώντας λυμένο τό πρόβλημα τής Τριαδολογίας, προχώρησε στήν άντιμετώπιση έρωτημάτων σχετικών μέ τό πρόσωπο τοΰ Χριστοΰ. Δίδαξε, λοιπόν, δτι στόν Χριστό έχουμε τόν θειο Λόγο καί τήν άνθρώπινη σάρκα. Κατά τήν ενανθρώπηση δηλαδή ό Λόγος προσέλαβε μόνο τήν σάρκα, δχι καί τόν νοΰ, διότι άλλιώς δέν ήταν δυνατή ή τελεία ένωσή τους. Καί αύ-τά, μολονότι στό Σύμβολο Νικαίας έχουμε τόν πολυσήμαντο δρο «ένανθρωπήσαντα», πού προϋποθέτει, έστω έμμεσα, τήν άνάληψη άπό τόν Λόγο όλόκληρου τοΰ άνθρώπου. "Ετσι έγκαινιάστηκαν οί χριστολογικές κακοδοξίες, οί όποιες (ώς μονοφυσιτισμός, νεστορια-νισμός, μονοθελητισμός καί μονοενεργητισμός) θά συγκλονίσουν τήν ’Εκκλησία τόσο, ώστε οί Οικουμενικές Σύνοδοι άπό τήν Β' μέχρι καί τήν Ζ' θ’ άσχοληθοΰν μέ αυτές.
Στόν Δ' αίώνα, δπου ή πρώτη φάση τών χριστολογικών συζητήσεων, τά πολυπληθή έργα τοΰ Άπολιναρίου καί τά λίγα τών όπα-δών του θ’ άναιρέσουν ό Γρηγόριος Θεολόγος άρχικά, ό Διόδωρος Ταρσοΰ, ό Γρηγόριος Νύσσης εκτενέστερα κ.ά., ένώ στούς μετέπει-τα αιώνες θά προκύψει ευρύτερη άντιαπολιναριστική γραμματεία. Καί γιά τίς χριστολογικές κακοδοξίες ή όρθόδοξη άπάντηση θεμελιώθηκε στόν Δ' αί. μέ τήν σχετική θεολογία τοΰ Γρηγορίου Θεολόγου καί τοΰ Γρηγορίου Νύσσης. Παράλληλα έμφανίστηκαν καί άλλες, σχετικές μέ τίς προηγούμενες, κακοδοξίες, δπως π.χ. τοΰ Μαρ-κέλλου Άγκύρας, πού κοΛ αύτές έγιναν άφορμή γιά τήν σύνταξη κειμένων άπό εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Άκόμη στόν Δ' αί. συνεχίστηκε ή σύνταξη έργων κατά παλαιότερων αιρέσεων, δπως τοΰ Σα-βελλιανισμοΰ, τοΰ Μανιχαϊσμοΰ κ.ά., ένώ άναζωπυρήθηκε ή πολεμική γραμματεία «κατά έθνικών» μέ άφορμή τό έγχείρημα τοΰ Ίουλιανοΰ (361-363) πρός άναβίωση τής έθνικής θρησκείας.
’Ιδιαίτερα γιά τήν δυτική Εκκλησία πρέπει νά σημειώσουμε δτι κατά τόν Δ' αΐ. συγκλονίστηκε άπό τό κίνημα τοϋ ίσπανοΰ «χαρι-σματούχου» Πρισκιλλιανοϋ, πού έπιχείρησε άναγέννηση τοϋ χριστιανικού βίου μέ περιφρόνηση πρός τήν ιεραρχία καί τήν δομή τής Εκκλησίας. Ή καταδίκη του σέ θάνατο τό 385 δέν σήμανε καί τήν λήξη τής κρίσεως, πού τό κήρυγμά του προκάλεσε. Τά έργα του ίδιου καί τών όπαδών του άλλά προπαντός τά άντιπρισκιλλιανικά κείμενα υπογραμμίζουν τήν έκταση τής κρίσεως αύτής.
Τέλος, παρατηρούμε δτι οί μεγάλοι θεολόγοι, άπό τό 325 μέχρι τό 378, έγραψαν καί δημιούργησαν τήν θεολογία τους κυριολεκτικά σέ κλίμα διωγμού, έπείδή αύτοκράτορες καί άνώτεροι άξιωματοΰχοι συμπεριφέρονταν έχθρικά πρός τούς όρθοδόξους.

δ. Ό κόσμος τής φιλοσοφίας

Τό φιλοσοφικό ειδικά καί τό πνευματικό γενικά κλίμα του Δ' αί., δπου κυριαρχούσε τό άμάλγαμα τοϋ νεοπλατωνισμού, χαρακτηριζόταν άπό τόν έκλεκτικισμό, τά θρησκευτικά παγανιστικά ένδιαφέ-ροντα τών διανοουμένων καί τήν έντονη κλίση πρός τήν ρητορεία. Οί κυριότεροι έκπρόσωποί του τήρησαν εχθρική στάση έναντι τής Εκκλησίας. Παράδειγμα ό νεοπλατωνικός Πορφύριος (+ λίγο μετά τό 301), πού έγραψε μάλιστα κι ένα έργο κατά τών χριστιανών. Ό φιλόσοφος αύτοκράτορας, άργότερα, ό Ίουλιανός (+ 363), δχι μόνο άσκησε κριτική κατά τών χριστιανών, άλλά καί προσπάθησε νά τούς κρατήσει σέ άπαιδευσία, κάτι πού συνιστοϋσε είδος έξευγενι-σμένου διωγμού. Ό άξιολογότερος ρητοροδιδάσκαλός τού Δ' αι. καί έπιφανέστερος έκπρόσωπος του έθνισμοΰ μετά τόν θάνατο τοΰ Ίουλιανοΰ, δηλαδή ό Λιβάνιος (314-393), πού άμεσα κι έμμεσα σχετίστηκε μέ θεολόγους Πατέρες, έδειχνε άναγκαστική άνοχή πρός τούς χριστιανούς, τούς όποίους κατά βάθος βδελυσσόταν, Έν τούτοις ό θύραθεν αύτός κόσμος, πού βέβαια συνέχιζε νά τρέφεται άπό τόν Πλάτωνα, τόν ’Αριστοτέλη καί τούς στωικούς, άποτελοϋσε τό κλίμα, στό όποιο ζοϋσαν οί έκκλησιαστικοί συγγραφείς.
Έλάσσονες θεολόγοι έδειξαν έλλειψη ρεαλισμού: ή νόμισαν δτι μπορούν νά δημιουργήσουν χωρίς τό κλίμα τούτο ή έπηρεάστηκαν άπό αύτό έπικίνδυνα. Οί μεγάλοι Πατέρες θεολόγοι έδειξαν ρεαλισμό: ζώντας τό κλίμα τούτο φυσικά, ώς δικό τους, οικοδόμησαν τήν θεολογία μέ αύτό, άφοΰ διέκριναν μέ σαφήνεια τήν θεία άλήθεΐα άπό τήν μέθοδο καί τίς λύσεις τών φιλοσοφικών συστημάτων. "Ενεκα τής διακρίσεως αύτής άποφεύχτηκε ό έξελληνισμός τοΰ χριστιανισμού, άλλά καί ό έκχριστιανισμός τοϋ έλληνισμοϋ.
Ο! φιλόσοφοι τοϋ αίώνα (Πορφύριος, ’Ιάμβλιχος, Ίουλιανός, Chalcidius, Macrobius) καί οί κλασικοί του παρελθόντος διαδραμάτισαν αναμφίβολα θετικό καί άρνητικό ρόλο στήν δημιουργία τών θεολόγων Πατέρων. Παρείχαν τό οικοδομικό ύλικό γιά τήν οικοδόμηση τής θεολογίας καί συγχρόνως γίνονταν λίγο ή πολύ μέτρο στήν σκέψη χριστιανών συγγραφέων, πού έτσι άπέβαιναν κακόδοξοι. Αύτούς όφειλαν ν’ άντιμετωπίσουν οί μεγάλοι θεολόγοι Πατέρες. Στίς περισσότερες περιπτώσεις, ή καταπολέμηση μιας κακοδοξίας σήμαινε καί αναίρεση κάποιας φιλοσοφικής μεθόδου ή κάποιων φιλοσοφικοκο-σμολογικών αντιλήψεων, πού είχαν χρησιμοποιηθεί γιά τήν Αντιμετώπιση θεολογικοΰ θέματος. Καί ή αναίρεση προχωρούσε Αρνητικά μέ τήν προβολή άλλης φιλοσοφικής μεθόδου καί θετικά μέ τήν φανέρωση τής θείας Αλήθειας στό συγκεκριμένο θέμα. Ή Αναίρεση μιας φιλοσοφικής μεθόδου ή λύσεως μέ άλλη μέθοδο καί λύση Αποτελούσε γιά τούς Πατέρες διαδικασία, μέ τήν όποία έδειχναν Απλώς δτι βάσει τής άλφα ή βήτα μεθόδου ήταν Αδύνατη ή λύση θεολογικοΰ θέματος. Καί άφοΰ οί Πατέρες έδειχναν έτσι τό Ανέρειστο, τό Αβά-σίμο, μιας κακοδοξίας, στηριγμένης γιά τό καίριο σημείο της σέ κάποια φιλοσοφική Αρχή, προχωρούσαν στήν προβολή τής Αλήθειας. 'Η προβολή όμως τής αλήθειας γινόταν καί μέ τήν έπικουρία φιλοσοφικής αρχής, πού σαφώς εΐχε χαρακτήρα καί ρόλο ένδεικτικό καί ποτέ Αποδεικτικό. Ή έπικουρικότητα ή ένδείκτικότητα τής φιλοσοφίας στήν διαδικασία τοΰ θεολογεϊν εξηγεί τήν έκλεκτική στάση τών Πατέρων έναντι τών φιλοσοφικών συστημάτων. ’Από αύτά χρησιμοποιούσαν έκάστοτε καί χωρίς αποκλειστικότητα δ,τι νόμιζαν ώς προσφορότερο καί καταλληλότερο γιά τήν κάθε περίπτωση. "Ετσι, έχουμε τόν εκλεκτικισμό τών Πατέρων έναντι τοΰ φιλοσοφικού κόσμου.

ε. Ό Μοναχισμός

Μέγα γεγονός τεράστιας έπιρροής. Τήν έκκλησιαστική ζωή τοΰ Δ' αι. συνιστά ή Αλματώδης ανάπτυξη τοΰ μοναχισμού. Λίγα έτη πρίν άπό τό 250 έμφανίστηκαν στήν Αίγυπτο περιπτώσεις Ασκητών πλησίον πόλεων ή χωρίων. Στό β' ήμίσυ τοΰ ίδιου αΙώνα ό Μ. ’Αντώνιος (356) έγκαινιάζει συνειδητά στήν Αίγυπτο τόν άναχωρητικό μοναχισμό, πού μέ τήν έπιρροή του προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις καί συγκεκριμένη μορφή άσκήσεως κατά τίς πρώτες δεκαετίες τοΰ Δ' αί. Λίγο άργότερα οί αιγυπτιακές έρημοι θά γνωρίσουν χιλιάδες άναχωρητών, γύρω συνήθως άπό έναν πεπειραμένο καί χα-ρισματοΰχο Ασκητή, δπως π.χ. τόν Μακάριο Αιγύπτιο (+ 390) ή τόν Μακάριο Άλεξανδρέα ( + 394). Έτσι έχουμε τά περίφημα άναχω-ρητικά κέντρα τής Θηβαΐδας, τής Νιτρίας, τής Σκήτης κ.ά.
Άκόμη σημαντικότερο γεγονός είναι της «Κοινωνίας», δηλαδή του κοινοβιακοϋ μοναχισμού άπό τόν Παχώμιο ( + 346) στήν Ταβέννη-ση, κατά τήν δεκαετία τοΰ 320. Ό όργανωμένος κοινοβιακός βίος θ’ άναπτυχτεϊ έκτοτε ραγδαία στήν Αίγυπτο καί άπό έκεΐ στήν Μι-κρασία, τόν Πόντο καί τήν Αρμενία μέ τήν βοήθεια τών άσκητικο-κανονιστικών κειμένων τού Μ. Βασιλείου. Στίς περιοχές αυτές, πρίν τό 340 περίπου, είχε εισαγάγει άτακτα τόν μοναχισμό ό Ευστάθιος, ό μετέπείτα έπίσκοπος Σεβαστείας.
Στόν χώρο τού συρόφωνου μεσοποταμιακού χριστιανισμού, στήν Νίσιβη καί στήν ’'Εδεσσα, δέν έχουμε μέχρι τά μέσα τού Δ' αΐ. οργανωμένο μοναχισμό, άλλά όμάδες παρθενευόντων, πού βοηθούσαν τόν έπίσκοπο στό καθόλου έκκλησιαστικό έργο, έντός τών πόλεων. Στόν ίδιο αύτό χώρο έμφανίζονται οί άτίθασες καί προβληματικές όμάδες μοναχών καί μοναστριών, πού είναι γνωστοί ώς Εύχίτες ή Μεσσαλιανοΐ καί πού άπλώθηκαν έπειτα στήν Μικρασία καί άλλοϋ. Τά περίφημα Μακαριανικά έργα (έποχής 380;) συνιστοϋν προσπάθεια όρθοδοξοποιήσεως τοϋ μεσσαλιανικού μοναχισμού.
Ή Παλαιστίνη, έπίσης, γνώρισε τόν άναχωρητικό μοναχισμό, πρίν άπό τό 350, μέ τόν άναχωρητή καί Ιεραπόστολο Ίλαρίωνα (371), μαθητή τοϋ Μ. Αντωνίου.
Στήν δυτική Εκκλησία ό μοναχισμός καθυστέρησε. Ή έξορία στήν Ρώμη (339) τοϋ Μ. Αθανασίου έγινε άφορμή νά πληροφορηθεΐ συστηματικά ή Δύση γιά τόν αιγυπτιακό μοναχισμό. Περί τό 360 ό "Αγιος Μαρτίνος συνέστησε είδος μοναστικής άδελφότητας κοντά στήν γαλλική Poitiers, ένώ ό έπισκόπος Εύσέβιος Vercelli ( + 370) ζοΰσε ώς μοναχός μέ τούς περί αύτόν κληρικούς. Νέα ώθηση γιά τήν καθιέρωση τοϋ μοναχισμοϋ έδωσε ή παρουσία στήν Ρώμη (375/7), μετά άπό μαθητεία του στήν Ανατολή, τοϋ 'Ιερωνύμου, ένώ άργότερα ό Αμβρόσιος Μιλάνου ( + 397) βοήθησε τήν συστηματική όργάνω-ση τοϋ κοινοβιακοϋ μοναχισμοϋ. Στήν βορειοαφρικανική Ταγάστη ό Αύγουστΐνος μέ φίλους του συνέστησε, τό 388, στό σπίτι του είδος κοινοβίου, άλλά μόνο γιά διανοούμενους χριστιανούς.
Ή άσκητικονηπτική γραμματεία, τήν όποία προκάλεσε τό ευρύτατο κι έντυπωσιακότατο ρεύμα τοϋ μοναχισμού στήν Ανατολή, είναι πλουσιότατη καί διακρίνεται σέ κείμενα πρακτικής τής άσκήσεως, διηγηματικά καί σέ περιγραφές-έκθέσείς θείων έμπειριών, τίς όποιες βίωσαν χαρισματοϋχοι άσκητές-μοναχοί. Οί μοναχοί καί οί έκκλη-σιαστικοί γενικά άνδρες, πού έδωσαν σχετικά έργα, είναι πολλοί, μεταξύ τών όποιων χρονολογικά οί Παχώμιος ( + 346), Μ. Αντώνιος ( + 356), Θεόδωρος Ταβεννησιώτης ( + 368), Μ. Αθανάσιος ( + 373), Έφραίμ (ό "Ελληνας) (+ 373), Μάρκελλος Άγκύρας (+ 374), Μ. Βασίλειος (+ 379), Ώρσίσιος (+ 386), Γρηγόριος Νύσσης (+ 394), Εύά-γριος ( + 399), ό Αμβρόσιος Μιλάνου ( + 397) κ.ά.

στ. Αιώνας τών Συνόδων

Ή Εκκλησία, μέ τήν έξοδό της άπό τίς κατακόμβες, είχε τήν ευκαιρία νά θεραπεύσει τήν άνάγκη γιά θέσπιση κανόνων τής ζωής της, άπαραίτητων γιά κάθε ζωντανό οργανισμό. Ή ύφή τών κανόνων αυτών ήταν ποιμαντική. Άπέβλεπαν στήν άποτροπή έκτροπων, στήν προστασία τοΰ σώματος τής Εκκλησίας καί όχι στήν τιμωρία. Παράλληλα καί όπωσδήποτε πρίν τό 325, ή Εκκλησία όφειλε ν’ άντι-μετωπίσεί τίς άναφυόμενες κακοδοξίες μέ σαφή διατύπωση τής πίστεώς της. Άλλά καί οί κακόδοξοι άρειανοί, όταν έπικρατοΰσαν στό μεγαλύτερο διάστημα τοϋ Δ' αί., έπρατταν τό παν γιά τόν παραμερισμό τής ορθόδοξης πίστεως καί τήν προβολή τών κακοδο-ξιων τους. "Ολ’ αύτά, γιά νά έχουν γενική άποδοχή καί κΰρος, έπρεπε νά είναι άποτέλεσμα κοινής άποφάσεως, συνοδικής διαδικασίας. Οί έπίσκοποι μικρών ή μεγάλων γεωγραφικών περιοχών κι ένίοτε άντι-πρόσωποι όλόκληρου τοΰ χριστιανικοΰ κόσμου συνέρχονταν σέ Σύνοδο καί μέ δημοκρατική διαδικασία κατέληγαν σέ άποφάσεΐς.
Μέ τίς Συνόδους αύτές, θετικά ή άρνητικά, θεμελιώθηκε ή πρακτική τής συνοδικής διαδικασίας στήν Εκκλησία, άλλά τά καθαυτό πρακτικά τους (acta), τά λεπτομερή δηλαδή πεπραγμένα τους, χάθηκαν, δσα είχαν κρατηθεί. Μέ τίς θεολογικές τους άποφάσεις. (Σύμβολα κι Επιστολές) δηλώθηκε συνοπτικά ή πίστη τής Εκκλησίας καί μέ τίς κανονιστικές άποφάσεις τους καθορίστηκαν, θετικά ή άρνητικά, οί δομές τής Εκκλησίας ώς θεανθρώπινου όργανισμοΰ.
Δύο άπό τίς δεκάδες Συνόδους τοΰ Δ' αί. ήταν καί άναγνωρίστη-καν Οικουμενικές: τοϋ 325 στήν μικρασιατική Νίκαια καί τοϋ 381 στήν Κωνσταντινούπολη. Ή συντριπτική πλειοψηφία τών Συνόδων, τών μεταξύ τών δύο Οικουμενικών, σκοπό είχαν τόν παραμερισμό ή τήν ύποκατάσταση τής Συνόδου τής Νίκαιας.

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΜΟΣ Β

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.