Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Βασιλείου του Μεγάλου ευχή ήτοι εξορκισμός




ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ  ΕΥΧΗ  ήτοι ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ
επί πασχόντων ύπό Δαιμόνων και επί πάσαν άσθένειαν

Τό παρόν εγένετο επί τη βάσει του εν τω Μιικρω Εύχολογίω τής Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστου Εκκλησίας κειμένου, κατα την εκδοσιν τής Αποστολικής Διακονίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος.
Τού Κυρίου δεηθώμεν.
Εξορκίζω σε τον αρχέκακον της βλασφημίας, τον αρχηγον της ανταρσίας, και αύτουργον της πονηρίας.
Εξορκίζω σε τον εκρίφθεντα εκ της άνω φωτοφορίας, και σκότω βυθού κατενεχθέντα δια την επαρσιν. Έξορκίζω σε, και πάσαν την εκπεσούσαν δύναμιν, της σης ακόλουθον προαιρέσεως. Όρκίζω σε, πνεύμα ακάθαρτον, κατά τού Θεού Σαβαωθ, και πάσης στρατιά ς Αγγέλων Θεού, Άδωναι', Έλωί, Θεού παντοκράτορος, έξελθε και απαναχωρησον απο τού δούλου τού Θεού (τούδε).

Έξορκίζω σε κατά τού Θεού τού πάντα λόγω κτίσαντος, και τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τού μονογενούς Υιού αύτού, τού προ τών αιωνων αρρητως και απαθώς εξ αύτού γεννηθέντος- τού την αόρατον και ορατήν κτίσιν δημιουργησαντος, και τού κατ'εΐκόνα Ιδίαν τον άνθρωπον πλαστουργησαντος- τού νόμω πρότερον φυσικώς τούτον παιδαγωγησαντος- και Αγγέλων επιστασία φυλάξαντος- τού υδατι τήν άμαρτίαν κατακλύσαντος άνωθεν, και τάς υπούρανον αβυσσους αναστομωσαντος, και γίγαντας ασεβησαντας καταφθείραντος, και πύργον τών βεβηλων κατασείσαντος, και γην Σοδόμων και Γομόρρων πυρι και θείω τεφρωσαντος, ου μάρτυς καπνός, ακοίμητος εξατμίζεται- τού ράβδω πέλαγος ρηξαντος, και λαον αβρόχοις ποσι περάσαντος, και τύραννον Φαραω, και στρατον θεομάχον, είς αΙώνα τοΐς κ'μασι κατακλύσαντος της ασεβείας πόλεμον- τού επ'εσχάτων εκ Παρθένου άγνης σαρκωθέντος ανεκλαλητως, και σωας τάς σφραγίδας της άγνείας φυλάξαντος- τού πλύναι βαπτίσματι τον παλαιον ημών ρύπον εύδοκησαντος, ον ημεΐς διά της παραβάσεως επεσπασάμεθα.

Έξορκίζω σε, κατά τού βαπτισθέντος εν Ιορδάνη, και τύπον ημΐν αφθαρσίας εν υδατι κατά χάριν παρεχομένου, ον Άγγελοι και πάσαι αι Δυνάμεις τών ούρανών κατεπλάγησαν, τον σαρκωθέντα Θεον βλέπουσαι μετριάσαντα, οτε ο άναρχος Πατήρ τήν άναρχον γέννησιν τού Υιού απεκάλυψε, και τού Αγίου Πνεύματος η κατάβασις της  Τριάδος τήν ενωσιν εμαρτυρησεν.

 Ορκίζω σε, κατ εκείνου του άνεμον επιτιμήσαντος, καί κλύδωνα θαλάσσης πραύναντος· του στίφη δαιμόνων εκδιώξαντος, καί κόρας όμμάτων, άπό μήτρας λειπο'σας, πηλφ τυφλοΐς άναβλέψαι άναρμόσαντος, καί τήν άρχαίαν του γένους ημών διάπλασιν άνακαινίσαντος, καί άλάλοις τό λαλεΐν άνορθώσαντος· του στίγματα λέπρας άποσμηξαντος καί νεκρούς εκ τών τάφων άναστησαντος· του μέχρι ταφής τοΐς άνθρώποις όμιλησαντος, καί τόν 'Αδην εγέρσει σκυλεύσαντος, καί πάσαν τήν άνθρωπότητα άνάλωτον τφ θανάτω κατασκευάσαντος.

Ορκίζω σε, κατα Θεου του Παντοκράτορος, του τη θεοπνεύστω φωνη τους άνθρώπους εμπνε'σαντος, καί τοΐς Αποστόλοις συμπράξαντος, καί πάσαν τήν οίκουμένην ευσεβείας πληρώσαντος.
 Φοβηθητι, φύγε, δραπέτευσον, άναχώρησον, δαιμόνιον άκάθαρτον καί εναγές, καταχθόνιον, β'θιον, άπατηλόν, αμορφον, θεατόν δι’άναίδειαν, άθέατον διά τήν υπόκρισιν, οπού αν τυγχάνης ή άπέρχη, ή αυτός εί ό Βεελζεβούλ, ή κατασείων, ή δρακοντοειδης, ή θηριοπρόσωπος, ή ώς άτμίς, ή ώς καπνός φαινόμενος, ή ώς αρσεν, ή ώς θήλυ, ή ώς έρπετόν, ή ώς πετεινόν, ή νυκτολάλον, ή κωφόν, ή αλαλον· ή εκφοβουν ες επιδρομής, ή σπαράσσον, ή επιβουλευον, ή εν υπνω βαρει, ή εν νόσω, ή εν μαλακία, ή εν γέλωτι ρέμβον, ή δάκρυα φιλήδονα εμποιουν, ή λάγνον, ή δυσώδες, ή επιθυμητικόν, ή ήδονικόν, ή φαρμακόφιλον, ή ερωτομανές, ή άστρομαγικόν, ή ενοικηματικόν, ή άναιδές, ή φιλόνεικον, ή άκατάστατον· ή τη σελήνη συναλλοιούμενον, ή χρόνω τινί συντρεπόμενον· ή ορθρινόν, ή μεσημβρινόν, ή μεσονυκτικόν, ή άωρίας τινός, ή αυγής· ή αυτομάτως συνήντησας, ή επέμφθης υπό τινος, ή προσεπέλασας αφνω, ή εν θαλάσση, ή εν ποταμώ, ή υπό γής, ή φρέατος, ή εκ κρημνου, ή εκ λάκκου, ή λίμνης, ή καλαμώνος, ή υλης, ή άπογαίου, ή άκαθάρτου, ή αλσους, ή δρυμώνος, ή δένδρου, ή όρνέου, ή βροντής, ή εκ στέγης λουτρου, ή εν κολυμβήθρα υδάτων, ή εκ μνήματος είδωλικου, ή οθεν ισμεν καί ουκ ισμεν, ή γνωστόν, ή αγνωστον, καί ες άπερισκέπτου τόπου· μερίσθητι καί άπαλλάγηθι.
Αίσχύνθητι τήν είκόνα, τήν χειρί Θεου πλασθεΐσαν καί μορφωθεΐσαν. Φοβήθητι του σαρκωθέντος Θεου τό όμοίωμα, καί μή εγκρυβης είς τόν δουλον του Θεου (τόνδε), άλλα ράβδος σιδηρά, καί κάμινος πυρός, καί τάρταρος, καί όδόντων βρυγμός, αμυνα τής παρακοής σε περιμένει. Φοβηθητι, φιμώθητι, φύγε· μή υποστρέψης, μή υποκρυβης, μεθ'έτέρας πονηρίας πνευμάτων άκαθάρτων, άλλα απελθε είς γήν ανυδρον, έρημον, άγεώργητον, ην ανθρωπος ούκ οίκεΐ, Θεός μόνος επισκοπεΐ, ό δεσμεύων πάντας τους βασκαίνοντας, καί επιβουλεύοντας τη αύτου είκόνι, καί σειραΐς ζόφου ταρταρώσας είς μακραν νύκτα καί ήμέραν σε πάντων τών κακών πεπειραμένον καί εφευρέτην διάβολον· ότι μέγας ό φόβος του Θεου, καί μεγάλη ή δόξα του Πατρός καί του Υιου καί του Αγίου Πνεύματος. 

Αμήν.

Στοιχειοθετήθηκε με γραμματοσειρά: Times New Roman
Μετατροπή σε άρχειο , pdf  ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ  Δεκέμβριος  2013




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.