Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Η Συντέλεια του Κόσμου



Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

Tήν άνάσταση τών νεκρών σωμάτων καί τήν καθολική κρίση θά επακολουθήσει ή συντέλεια, ή μεταρρύθμιση, ό μετασχηματισμός καί ή άνακαίνιση τού κόσμου. Τότε θά έλθει τύ «εύλογημένον Σάββατον», τό όποιο γιά ολόκληρη τήν κτίση είναι «ή τής καταπαύσεις ήμέρα», όπως ψάλλουμε στό δοξαστικό τής άκολουθίας τού Μ. Σαββάτου. Τότε θά άρχίσει ή μυστική «όγδόη» ήμέρα τής δημιουργίας, «ή άνέσπερος ήμέρα τής Βασιλείας», όπως λέγει ένα τροπάριο τών Αϊνων τής Άναστάσεως. Τότε θά άρχίσει τό «καινόν», τό καινούργιο Πάσχα. Γι’ αύτό ή χαρά τής Άναστάσεως καί τής αιώνιας ζωής καθιστά τή νύκτα τής Κυριακής τού Πάσχα «πανήγυριν πίστεως», κατά τήν όποία κάθε πιστός «μετέχει έν τινι μέτρω καί δι’ όλίγας στιγμάς» τής «όγδοης ήμέρας», ή όποία θά έκτείνεται στούς άτελεύτητους αιώνες

 Ή Κυριακή τού Πάσχα είναι ήμέρα «κλητή καί άγία», όπως ψάλλουμε στήν  Ώδή τοϋ Κανόνος τοϋ Πάσχα. Δηλαδή ήμέρα επίσημη καί άγία, διότι είναι ήμέρα νέα- άπαρχή τοϋ αίώνος τής σωτηρίας, «τό τής σωτηρίας γενέθλιον»· είναι άφετηρία τής πανευτυχούς «όγδοης ήμέρας», τού άπέραντου αίώνος τού ύπεραπείρου Θεού. Γι’ αύτή τήν ήμέρα μίλησε αίνιγματωδώς ό σοφός Σολομών καί σ’ αύτήν άφιερώνει τούς Ψαλμούς «ύπέρ της όγδοης» ό μέγας Δαβίδ. Τήν ϊδια ήμέρα, κατά τήν ύμνολογία τής Εκκλησίας μας, προετύπωνε καί ό Υιός καί Λόγος τοϋ Θεοϋ, όταν ταπεινωνόταν ώς άνθρωπος καί δεχόταν περιτομή τήν όγδόη ήμέρα

Κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, καί «τό μέγα θέαμα τοϋ φωτός τής τοϋ Κυρίου Μεταμορφώσεως τής όγδοης (δηλαδή τοϋ μέλλοντος αίώνος) έστί μυστήριον- κατά τήν όγδόην γάρ δυνάμει κράτος ένεργείας ή Βασιλεία τοϋ Θεοϋ άναφαίνεται». ’Επειδή μάλιστα ή άγια Μεταμόρφωση τοϋ Σωτήρος «είναι έορτή καί μυστήριον τοϋ μέλλοντος αίώνος», γι’ αύτό «ή ’Εκκλησία διώρισε νά λέγεται καθ’ έκάστην έν ταίς 'Ώραις τό Κοντάκιον τής Μεταμορφώσεως “Έπί τού όρους μετεμορφώθης...”, ϊνα διά τής συνεχούς ύπομνήσεως κινή τούς Χριστιανούς είς πόθον τής μελλούσης δόξης». Μέ τόν τρόπο αύτό «τούς χαροποιεί καί τούς ενδυναμώνει νά άθλήσουν άνδρείως, διά νά άξιωθούν τοιούτου άκηράτου στεφάνου τής μακαριότητος»

Άλλά καί ό όσιος Συμεών ό νέος Θεολόγος θεωρεί τήν «όγδόην ήμέραν» ώς τύπον τού μέλλοντος αίώνος, ό όποιος δέν θά έχει τέλος. Γράφει σχετικώς: «Τάς έπτά ήμέρας (ό Θεός) τάς έδιώρισε νά είναι είς τύπον τών έπτά αιώνων όποϋ μέλλουν νά άπεράσουν ύστερον. Τόν δέ παράδεισον τόν έφύτευσεν ύστερον άπό αύτάς τάς έπτά ήμέρας, διά νά είναι τύπος τού μέλλοντος αίώνος. Άμή (άλλά) διατί τό Πνεύμα το 'Άγιον τήν όγδόην ήμέραν δέν τήν άρίθμησε μαζί μέ τάς έπτά; έπειδή ήτον άνάρμοστον νά μετράται καί αύτή μαζί μέ τάς έπτά, αί όποϊαι άνακυκλούμεναι κάμνουν τάς τύσας, καί τόσας έβδομάδας, καί χρόνους, καί αιώνας. Άλλά έπρεπεν ή όγδόη νά είναι έξω άπό τάς έπτά, ώσάν όπού δέν έχει ούτε άρχήν, ούτε τέλος. Διατί ούδέ τώρα μέν είναι, μέλλει δέ νά γένη καί νά λάβη άρχήν, άλλά καί πρό τών αιώνων ήτον, καί τώρα είναι, καί θέλει είναι είς αιώνα αίώνος, όμως λέγεται πώς δέν είναι τώρα, άλλά μέλλει νά λάβη άρχήν, ότι θέλει έλθη έξ άπαντος (οπωσδήποτε), καί θέλει φανερωθη είς ήμάς όλοϋστερινά, καί θέλει γένη μία ήμέρα άνέσπερος, καί άτελεύτητος» όποιο θά παυσει. Διότι, όπως μάς διδάσκει ό θεοφώτιστος άγιος Δαμασκηνός, μετά τή γενική εξανάσταση καί τήν καθολική κρίση δέν θά άριθμεΐται πλέον ό χρόνος μέ ήμέρες καί νύκτες· τότε θά είναι «μάλλον μία ήμέρα άνέσπερος». «Ό χρόνος τότε δέν θά ύπάρχει. Ή κτίσις όμως θά διατηρηθή» μέ νέα βέβαια μορφή. «Ό κτιστός κόσμος δύναται νά ύπάρχei καί “έν ούχί χρόνω”. Ή κτίσις ήρχισεν, άλλά δέν θά παύση νά ύπάρχει. Ή ψυχή καί οί άγγελικές ύπάρξεις, θεολογεί ό άγιος Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός, έχουν άρχή, δέν έχουν όμως τέλος!


Κατά συνέπειαν, όπως γράφει ό π. Γ. Φλωρόσφσκυ, «είναι δυνατόν νά παρομοιάσωμεν τήν κτίσιν μέ μίαν γεωμετρικώς διατεταμένην δέσμην άκτίνων ή ήμιευθειών, πού άπo τήν πηγήν τους ή έστω ένα άφετηριακόν σημεϊον έπεκτείνονται πρός τό άπειρον». Ό κόσμος δημιουργήθηκε άπό τό μηδέν μέ τόν παντοκρατορικό λόγο τού Θεού «γενηθήτω» (Γεν. α 3). ’Άρχισε κάποτε. Όμως «ό λόγος τού Θεού έξέρχεται, άλλά δέν παρέρχεται»· ό θεόπνευστος Άπόστολος έβεβαίωσε ότι ό λόγος τού Κυρίου «μένει είς τόν αιώνα», γι’ αύτό καί ή ζωή στήν όποία μάς άναγεννά είναι ζωή αιώνια (Α' Πέτρ. α 25). Έπί πλέον ό Θεός δημιούργησε τά πάντα γιά νά ύπάρχουν (βλ. Σ. Σολ. α' 14). «Δέν τά έκτισε “γιά λίγο”, άλλά “γιά πάντα”. Μέ τόν δημιουργικόν του λόγον έφερε τήν κτίσιν είς τό είναι (πάντοτε)». Καί «δέν ύπάρχει προοπτική νά άνακληθή αύτή ή δημιουργική άπόφασις» τού παντοδυνάμου Θεού. Επομένως «ό κόσμος έχει συμβατική άρχή, όχι όμως καί τέλος. Υπάρχει χάρις στό άμετάκλητο θέλημα τού Θεού»
Όλα αύτά μάς τά έφανέρωσε ή σοφία τού Θεού μέ τούς θεόπνευστους Προφήτες. Ό ψαλμογράφος έμελούργησε: Οί ούρανοί θά χαλάσουν καί θά χάσουν τό σημερινό τους σχήμα. Όλος ό κόσμος σάν ένδυμα θά παλιώσει. Ό δέ Κύριος, σάν εξωτερικό ρούχο πού περιβάλλονται οί άνθρωποι θά τούς γυρίσει, θά τούς περιτυλίξει καί θά άλλάξουν (Ψαλ. ρα [101] 26-27). Όπως είχε τή δύναμη νά δημιουργήσει τόν αόρατο καί ορατό κόσμο άπό τό μηδέν, έτσι καί μέ νέο δημιουργικό πρόσταγμα θά άνακαινίσει τά πάντα καί θά τοός δώσει νέα μορφή. Τήν ϊδια άλήθεια άντιλάλησε καί ό ευαγγελιστής Προφήτης (βλ. Ήσ. λδ' [34] 4- να [51] 6), ό όποιος έπρόσθεσε ότι αυτό θά γίνει γιά νά καταστεί «ό ούρανός καί ή γή καινή» (Ήσ. ξε' [65] 17). Στήν Κ. Διαθήκη ό ϊδιος ό Κύριος μάς ειπε ότι «ό ούρανός καί ή γή παρελεύσονται» (Ματθ. κδ' [24] 35- ε' 18), ένώ Αύτός θά βρίσκεται πάντοτε μέ τούς δικούς του «έως τής συντελείας τοϋ αίώνος» τούτου (Ματθ. κη' [28] 20). Είπε έπίσης ότι άπό τήν καταστροφή τού παρόντος κόσμου, τής όποιας θά προηγηθούν μεγάλες άναστατώσεις,θά προέλθει ή «παλιγγενεσία»,ή άνανέωση τού κόσμου (Ματθ. ιθ' [19] 28). Παρόμοια έκήρυξε καί ό θεοδίδακτος Παύλος, ό όποιος είπε ότι ή κτίση θά ελευθερωθεί «άπό τής φθοράς» (Ρωμ. η' 20-23). Ό άπόστολος Πέτρος έγραψε ότι μετά τήν άλλαγή ούρανού καί γής, ή όποία θά γίνει μέ βοή καί πάταγο, θά άνατείλουν «καινοί ούρανοί καί γή καινή», στούς όποιους θά κατοικεί ή άρετή καί ή άγιότητα (Β' Πέτρ. γ' 7, 10, 13). Έπίσης άπό τόν άετό τής Πάτμου πληροφορούμαστε ότι τόν μετασχηματισμό τού κόσμου θά άκολουθήσει «ούρανός καινός καί γή καινή». Ό ίδιος μαρτυρεί ότι «ό καθήμενος έπί τοϋ θρόνου» τού είπε: «’Ιδού καινά ποιώ πάντα» (Άποκ. κα' [21] 1-5).

Τή βεβαιότητα αύτή,ή όποία ήταν άνέκαθεν ζωηρή στούς πιστούς τής Εκκλησίας τού Χριστού, μάς τήν ερμήνευσαν καί μάς τήν άνέ-πτυξαν καί οί θεοφόροι Πατέρες, οί όποιοι έβοηθούντο άπό τήν «άνωθεν σοφίαν», πού έφώτιζε τόν νού καί καθοδηγούσε τήν όσία ψυχή τους. Έτσι ό άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων μάς κατηχεί: Έρχεται «ό Κύριος ήμών ’Ιησούς Χριστός έξ ούρανών έρχεται δέ περί τήν συντέλειαν τού κόσμου τούτου  γίνεται γάρ τού κόσμου τούτου συντέλεια, καί ό γενητός (ό κτιστός) ούτος κόσμος πάλιν άνακαινοποιεΐται (θά ξεκαινουργωθεϊ)». Καί συνεχίζει: «Επειδή καί φθορά καί κλοπή καί μοιχεία καί πάν είδος άμαρτιών έχύθη (διαδόθηκε) έπί τής γής» καί αϊματα έπί αιμάτων άνεμίχθησαν στόν κόσμο, γιά νά μή μείνει «τό θαυμαστόν τούτο» κατοικητήριο τού άνθρώποο γεμάτο άνομίες, θά παρέλθει ό κόσμος αύτός, γιά νά άναδειχθεΐ ό άλλος, ό καλύτερος. Ό θείος Κύριλλος γιά τή διδασκαλία του αύτή παραπέμπει στόν Κύριον ήμών Ίησούν Χριστόν (πρβλ. Ματθ. κδ' [24] 29), στόν προφήτη Ήσαΐα (βλ. Ήσ. λδ' [34] 4) καί στόν Ψαλμωδό (βλ. Ψαλ. ρά [101] 26-27)".
Έπειδή γιά τήν Εκκλησία τοϋ Χριστοϋ ό παρών κόσμος δέν έχει άνεξάρτητη ιστορία, διαφορετική άπό έκείνη τοϋ άνθρώπου,γι’ αύτό άκολουθεΐ καί αύτός (ό κόσμος) βήμα πρός βήμα τήν ιστορική πορεία τοϋ βασιλέως τής έπίγειας δημιουργίας, δηλαδή τοϋ άνθρώπου. Καί όπως ό παρών κόσμος καί όλα όσα ύπάρχουν σ’ αύτόν ύπηρετούν τόν άνθρωπο, έτσι καί ή άνακαίνιση τοϋ κόσμου είναι ύπηρετική τού άνθρώπου. Ή άλήθεια αύτή, όπως καί τό ότι οί ήθι-κές μεταβολές τού άνθρώπου καθορίζουν καί τή μεταβολή τής κτίσεως, τονίζονται άπό τόν Ιερό Χρυσόστομο πολύ ώραΐα. Άναφε-ρύμενος ό θείος Πατήρ στόν λόγο τού Ψαλμωδοϋ «οί ούρανοί άπο-λοΰνται, σύ δέ διαμένεις...» (Ψαλ. ρα' [101] 26-27), στά δσα ό θείος Παύλος γράφει πρός τούς Χριστιανούς τής Ρώμης (βλ. Ρωμ. η' 19-22) καί σ’ έκεϊνα πού κηρύττει ό προφήτης Ήσαΐας (βλ. Ήσ. να' [51] 6), παρατηρεί: Όπως οί άνθρωποι δέν πρόκειται νά χαθούν, άλλά θά άλλαγοϋν καί θά μετατεθούν στήν άφθαρσία, κατά παρόμοιο τρόπο «καί ή κτίσις». Θά ελευθερωθεί καί αύτή άπό τήν ύποδούλωση στή φθορά (πρβλ. Ρωμ. η' 21)· δηλαδή δέν θά είναι πλέον «φθαρτή», άλλά θά άκολουθήσει τήν «εύμορφίαν» καί τή φύση τών άνισταμέ-νων άνθρώπινων σωμάτων. Διότι όπως τό άνθρώπινο σώμα έγινε φθαρτό λόγω τής άμαρτίας, έγινε δέ καί αύτή (ή κτίση) φθαρτή, «συστενάζουσα καίσυνωδίνουσα» μαζί του «άχρι τού νύν» (Ρωμ. η' 22), κατά παρόμοιο τρόπο, όταν τό σώμα καταστεί άφθαρτο, θά καταστεί καί αύτή άφθαρτη12. Τώρα ή κτίση, έπειδή μετέχει στή φθορά, ύποφέρει καί αύτή πολλές μεταβολές, όσες είναι φυσικό νά παθαίνουν καί τά σώματα. Τότε όμως, άφοϋ άποδυθεϊ τά πάντα, θά μάς παρουσιάσει άφθαρτη μεγαλοπρέπεια- έπειδή πρόκειται νά δεχθεί άφθαρτα σώματα, θά μετασχηματισθεί καί αύτή πρός τό καλύτερο, τό έξοχότερο. Στολισμένη μέ αύτόν τόν τρόπο έξαίρει καί τονίζει τή δόξα τοϋ άνθρώπου, τόν όποιο ύπηρέτησε καί διακόνησε στή γή. 

Άλλά καί ό Μ. Βασίλειος μάς διδάσκει ότι είναι άνάγκη νά μεταποιηθεί ό κόσμος αύτός, έφ’ όσον καί οί ψυχές μετά θάνατον θά είσέλθουν σέ νέο τρόπο ζωής. Διότι όπως ή ζωή τού κόσμου αύτού είναι ανάλογη πρός τη φύση τοϋ παρόντος κόσμου, έτσι καί ή μέλλουσα ζωή τών ψυχών θά είναι τέτοια πυύ θά συγγενεύει πρός τίς νέες συνθήκες τής ζωής
Ό συνώνυμος τής Θευλoγίας Πατήρ, ερμηνεύοντας τόν θεόπνευστο λόγο «έτι άπαξ έγώ σείω ού μόνον την γήν, άλλά καί τόν ουρανόν» (Έβρ. ιβ' [12] 26· πρβλ. καί Άγγ. β' 6-7), παρατηρεί: Μέ τούς προφητικούς αύτούς λόγους δηλώνεται, νομίζω, ή λαμπρή μεταβολή τών πραγμάτων τής ζωής αύτής. Ό τελευταίος αύτός σεισμός δέν είναι άλλος παρά «ή δευτέρα τού Χριστού παρουσία», καί ή άλλαγή καί ή μετάθεση τού σύμπαντος στήν κατάσταση τής ήρεμίας καί τής σταθερότητος. Θεωρεί δέ ό θεολόγος Πατήρ δτι ό σεισμός εκείνος δέν θά είναι κατώτερος καί μικρότερος τών άλλων σεισμών πού θά έχουν γίνει15. ’Άλλωστε όλη ή άψυχη κτίση περιμένει μέ μεγάλη έπιθυμία καί σφοδρό πόθο τή δόξα τού άνθρώπου καί τή νέα καί άφθαρτη ζωή τών δικαίων, διότι ζεΐ μέ τήν έλπίδα δτι καί αύτή θά άποκατασταθεί μαζί τους (βλ. Ρωμ. η' 19-21). Όταν ό Θεός «άνακαινίση τόν άνθρωπον καί τόν κάμη άφθαρτον καί άθάνατον καί πνευματικόν, τότε θά άνακαινίση μαζί μέ αύτύν καί όλην τήν κτίσιν, καί θά τήν κάμη άίδιον (αιώνια) καί άφθαρτον»

Ή διδασκαλία τής ’Εκκλησίας μας περί τής συντελείας καί άνακαινίσεως τού κόσμου είναι τόσο βασική καί σπουδαία, ώστε ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, λέγει: Έάν κανείς δέν δέχεται τή συντέλεια τού κόσμου, τότε είναι φανερό ότι αύτός δέν πιστεύει ότι ό Θεός είναι ό δημιουργός τοϋ ούρανού καί τής γής. Τό πώς δμως θά γίνει ή συντέλεια, συνεχίζει, διαφεύγει άπό τή δική μας επιμελή έρευνα καί πολυ-πραγμοσύνη. Ωστόσο τήν πιστεύουμε, δπως πιστεύουμε δτι ό κόσμος δημιουργήθηκε «έκ τού μή όντος», άφήνοντας κατά μέρος τήν έρευνα εκείνων πού δέν είναι προσιτά στή δική μας κατανόηση. Όπως άρκεΐ ή θεία Παντοδυναμία γιά νά δημιουργήσει άπό τό μηδέν τά πάντα, κατά παρόμοιο τρόπο άπο δίδουμε στήν ϊδια δύναμη καί τήν «άναστοιχείωσιν» τών ύπαρχόντων, διότι θεωρούμε τήν πίστη αύτή πρέπουσα καί λογική

Ό ιερός Αυγουστίνος συμφωνεί μέ τούς άλλους Πατέρας τής ’Ορθοδόξου ’Ανατολής καί γράφει: «Μετά τήν κρίσιν ό ούρανός ούτος καί ή γή θά παύσουν νά ύφίστανται, όταν έμφανισθούν νέος ούρανός καί νέα γή. Ό κόσμος θά διέλθη διά τής μεταβολής καί όχι διά τής έκμηδενίσεως όλων τών πραγμάτων». Άναφερόμενος δέ στόν άπο-στολικό λόγο «παράγει τό σχήμα τοϋ κόσμου τούτου» (Α' Κορ. ζ' 31) σημειώνει: «Αύτό τό όποιον παράγεται είναι ή μορφή καί όχι ή φύσις». Σχολιάζοντας έξ άλλου τό χωρίο τής Άποκαλύψεως «καί είδον ούρανόν καινόν καί γην καινήν ό γάρ πρώτος ούρανός καί ή πρώτη γή άπήλθον» (Άποκ. κά [21] 1) παρατηρεί: «Τότε ή όψις τού κόσμου θά μεταβληθή είς λίμνην πυρός, όπως είχεν ήδη μεταβληθή κατά τόν κατακλυσμόν είς ύδωρ». Έτσι μετά τήν μεταβολή αύτή «ό άνακαινισθείς καί βελτιωθείς κόσμος θά εύρεθή είς τέλειον συναρμο-νισμόν μετά τών άνακαινισθέντων» άνθρώπων, ώς πρός τά άφθαρτα σώματά τους. Ή κτίση λοιπόν, κατά τόν όσιο Συμεών τόν νέο Θεολόγο, «έπειδή έπαλαιώθη καί κατεμολύνθη άπύ τάς άμαρτίας μας, θέλει διαλυθή άπό τόν δημιουργόν Θεόν μέ φωτίαν, ήγουν θέλει ξαναχωνευθή, καί θέλει γένη καινούργια, καί λαμπρότερα άσυγκρίτως άπό αύτήν όπού φαίνεται τώρα»

Ώστε ή συντέλεια καί ή άνακαίνιση τού κόσμου θά γίνουν μέ φωτιά, τήν όποία θά έξαπολύσει έν τη παντοδυναμία καί πανσοφίρι της ή δεξιά τού Ύψίστου. Κατά τήν ήμέρα τού Κυρίου τά ούράνια σώματα θά διαλυθούν διά τής καύσεως, καί ή γή καί τά έργα πού θά ύπάρχουν σ’ αύτήν θά κατακαούν (βλ. Β' Πέτρ. γ' 10)· καί τότε ή θεία Παντοδυναμία καί Πανσοφία θά άνεγείρει «καινούς ούρανούς καί γήν καινήν» (Β' Πέτρ. γ' 13· Άποκ. κά [21] I)20. Πολίτες τού νέου έκείνου κόσμου θά είναι «οί λελυτρωμένοι παρά Κυρίου». «Οί κύνες (οί άδιάντροποι όπως τά σκυλιά) καί οί φαρμακοί (οί μάγοι) καί οί πόρνοι καί οί φονεϊς καί οί είδωλολάτραι καί πάς φιλών καί ποιών το ψεύδος» (Άποκ. κβ' [22] 15) θά άπουσιάζουν έντελώς άπό έκεί. Έκεϊ θά κατοικούν μονίμως ή άρετή καί ή άγιότης (Β' Πέτρ. γ' 13).
Ό  όσιος ’Ισαάκ ό Σύρος μένει έκστατικός, καθώς σκέπτεται τή νέα έκείνη τάξη τών πραγμάτων, καί άναφωνεΐ: ’Ώ τού θαύματος! Πόσο ή πάνσοφη οικονομία καί άγαθή πρόνοια τοϋ Θεού ύπερβαίνει κάθε έννοια, καί πόσο ή θαυμαστή δύναμή του (...) θά καταργήσει τή θαυμαστή αύτή τάξη καί ύστερα άπό αύτύ θά έλθει «άλλος αιών»! Στύν νέο έκεΐνο αιώνα δλα θά λησμονήσουν παντελώς αύτή τήν πρώτη κτίση. Αύτό θά συμβεΐ, διότι θά γίνει «άλλοίωσις άλλη»· διότι έκεϊ θά επικρατούν πλέον «άλλοι διαλογισμοί καί άλλη μέριμνα». Οί δίκαιοι άνθρωποι δέν θά θυμούνται πλέον τόν κόσμο αύτό ουτε τήν προηγούμενη διαγωγή τους. Επειδή ό νούς τών δικαίων πού θά ζούν στή νέα βασιλεία θά δεσμευθεΐ «είς τήν θεωρίαν έκείνης τής καταστάσεως» καί δέν θά έπιστρέψει πλέον πίσω γιά νά άσχοληθεΐ μέ τήν πάλη «αϊματος καί σαρκός». Διότι μέ τόν άφανισμό τοϋ αίώνος τούτου θά λάβει άμέσως άρχή ό μέλλων αιών

Ό άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος γράφει: «Όλη ή κτίσις άφού άνακαινισθή καί γένη όλη πνευματική, θέλει γένη κατοικητήριον άϋλον, άφθαρτον, άτρεπτον, παντοτεινόν καί νοερόν. Καί ό ούρανός θέλει είναι άσυγκρίτως λαμπρότερος καί φωτεινότερος άπό αύτύν πού φαίνεται τώρα, ώσάν άλλος καινούργιος. Καί ή γή θέλει λάβη μίαν εύμορφίαν άνεκλάλητον καί καινούργιαν καί ένα είδος χλόης άμάραντον, ήγουν στολισμένη μέ άνθη φωτεινά καί πολυποίκιλα καί πνευματικά, είς τά όποια, καθώς λέγει ό θείος λόγος, κατοικεί δικαιοσύνη. Καί ό ήλιος θέλει λάμψη έπταπλασίως περισσότερον (...). Καί δλος ό κόσμος ούτος θέλει είναι άνώτερος άπό κάθε λόγον, ώσάν όπού ύπερβαίνει κάθε διάνοιαν. Όμως μέ τό νά είναι πνευματικός καί θείος ενώνεται μέ τόν νοητόν κόσμον, καί γίνεται ένας άλλος παράδεισος νοερός, καί 'Ιερουσαλήμ έπουράνιος (...) μία κληρονομιά άσυλος (άσύλητη, πού δέν μπορεί κανείς νά τήν άρπάξει) τών υιών τοϋ Θεού»
Ιδού λοιπόν «τί θά ύπάρχει  κατά τό τέλος (τό) άνευ τέλους- διότι τί άλλο τέλος δύναται νά ύπάρξη δι’ ήμάς παρά νά φθάσωμεν είς τό βασίλειον,τό όποιον ούδέποτε θά έχει  τέλος;». Στό βασίλειο έκεϊνο ή άπειράριθμη, ή νέα καί αιώνια κοινωνία τών «λελυτρωμένων» θά άποτελει σύνολο τό όποιο θά συνδέεται μέ άρρηκτους δεσμούς μεταξύ του καί μέ τόν Κύριον, πρός τόν όποιον οί «λελυτρωμένοι» θά άναπέμπουν ούράνιες μελωδίες καί άσμα νέο, αιώνιο, γλυκύ, πάντερπνο. Έκεΐ ό Θεός θά έχει έξαλείψει «πάν δάκρυον άπό τών οφθαλμών ήμών»' έκεΐ ό θάνατος δέν θά ύπάρχει πλέον, «οΰτε πένθος οΰτε κραυγή οΰτε πόνος» θά ύπάρχουν πλέον. Έκεΐ ή άγάπη θά είναι άγνή καί θά αύξάνει συνεχώς· θά είναι άδυτη καί άστένακτη. Όλα θά είναι ήρεμα, γαληνά, όσια, άγνά. Διότι έκεΐ θά βρίσκεται ή άχειροποίητη «σκηνή τοΰ Θεού μετά τών άνθρώπων», καί ό Θεός θά κατοικήσει μαζί τους καί αύτοί θά είναι λαός δικός του καί ό ίδιος ό άπειροάπειρος Θεός θά είναι μαζί τους (βλ. Άποκ. κα' [21] 1-4).

Τί άλλο μπορούμε νά προσθέσουμε έμεϊς; Τίποτε άπολύτως. Τό μυστήριο θά παραμείνει άρρητο. Γι’ αύτό καί ή Άγία Γραφή, γιά νά έκφράσει τό άρρητο αύτό μυστήριο τής αίωνιότητος, χρησιμοποιεί δύο μόνο λέξεις: «αιώνας αιώνων»
Αγαπητέ μου άναγνώστα- τώρα πού μέ τή βοήθεια τής Παναγίας καί Όμοουσίου καί Ζωοποιού Τριάδος έφθάσαμε στό τέλος, στοχάσου αύτό πού έγραψε ό σοφός Σολομών στό θεόπνευστο βιβλίο του ’Εκκλησιαστής ώς κατακλείδα τών στοχασμών, τών άπογοητεύσεων καί τών ελπίδων του. Μετά άπό τήν πικρή διαπίστωση ότι στόν κόσμο αύτό «ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα (είναι) ματαιότης», λέγει στόν καθένα μας: «Τέλος λόγου, τό πάν ακούε· τόν Θεόν φοβού καί τάς έντολάς αύτού φύλασσε», διότι ή διπλή αύτή έντολή είναι όλος ό σκοπός καί ό προορισμός τού άνθρώπου στή γή. Στοχάσου «ότι σύμπαν τό ποίημα ό Θεός άξει έν κρίσει»· ότι όλα τά έργα μας ό Θεός θά τά κρίνει στό Παγκόσμιο Δικαστήριο. "Ολα· κάθε φανερή καί άπόκρυφη πράξη μας, όλα τά έν γνώσει καί έν άγνοια έργα μας· όλα, εϊτε άγαθά εϊτε πονηρά είναι αύτά, θά τά φανερώσει καί θά άποδώσει δικαιοσύνη (Έκκλ. ιβ' [12] 13-14).

Φιλοσόφησε, λοιπόν χριστιανοπρεπώς έπί όλων αύτών. Κάθε κτύπος τοϋ ώρολογίου μάς σπρώχνει απαλά άλλά σταθερά πρός την ένδοξη, φοβερή ήμέρα τής Δευτέρας Παρουσίας τοΰ Κυρίου. Όλες οί φωτεινές ήμέρες σάν λευκοί ποταμοί καί δλες οί σκοτεινές νύκτες σάν μαύροι ποταμοί διασχίζουν τούς κρημνούς καί τίς άβύσσους τής ύπάρξεως καί μάς μεταφέρουν πρός έκείνη τήν ήμέρα. «Αί μυριάδες τών ήμερών» κατευθύνονται πρός τήν επιφανή καί ένδοξη ήμέρα τού Κυρίου. Καθώς τά έτη καί οί αιώνες διαδέχονται ό ένας τόν άλλο μέσα άπό τίς άλλαγές καί τίς άλλοιώσεις τού παρόντος αίώνος, κόσμος καί άνθρωποι, δλοι καί δ λα τρέχουμε πρός μία μόνο κατεύθυνση: πρός έκείνη τήν ήμέρα. Οί ώρες, οί ήμέρες, τά έτη, οί αιώνες, οί χιλιετίες τρέχουν, φεύγουν καί μάς παραπέμπουν πρύς τούς «αιώνας τών αιώνων», τήν άρρητη αιωνιότητα, ή όποία ούδέποτε θά περάσει, διότι δέν έχει τέλος! Γι’ αύτό οί Πατέρες συμβουλεύουν τόν καθένα μας: «’Άν έχεις καιρόν, μή περιμένεις εύκαιρίαν»! Άλλωστε γιατί τό λησμονούμε; Οί γέροντες βαδίζουν πρός τόν θάνατο, ό θάνατος δμως έρχεται πρός τούς... νέους!

Δέν έχω ούτε καί βρίσκω κανένα δικό μου λόγο άξιο νά κατακλείσω τίς σελίδες τού βιβλίου αύτού. ’Άλλωστε, όσα έγράφησαν έδώ δέν προέρχονται άπό έμενα. «Πάσα δόσις άγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι καταβαϊνον άπό τοϋ πατρός τών φώτων» (Ίακ. α 17). Δικά μου μόνον είναι οί παραλείψεις καί οί έλλείψεις πού ύπάρχουν σέ δσα έγράφησαν. Γι’ αύτό «έξουδενωμένος» έξ έπόψεως πνευματικής, καί άρα άδύναμος νά σκεφθώ βαθύτερα- «κτηνώδης παρά τώ Θεώ» (Ψαλ. οβ' [72] 22) ώστε νά κατανοήσω τήν άπειρύσοφη οικονομία του περί τό βαθύ μυστήριο τού θανάτου- «πτωχός καί πένης» (Ψαλ. λθ' [39] 18) σέ έργα άρετής καί άγιότητος, ώστε νά έχω θείο φωτισμό, δανείζομαι άπό τόν «έν θεολόγοις δσιον καί έν όσίοις θεολόγον» Νικόδημο τόν Αγιορείτη τούς δικούς του λόγους:
«Κάμνω τέλος, καί λέγω μέ τόν Άγιον Συμεών τόν νέον Θεολόγον δτι είναι άνάγκη δλοι ήμεΐς οί Χριστιανοί νά ίατρευθώμεν άπό τά πάθη καί τάς πληγάς τής άμαρτίας, καί έπειτα νά φυλάξωμεν καί όλας τάς έντολάς τού Κυρίου, καί νά κάμωμεν κάθε άρετήν- εί (έάν) δέ καί δέν προφθάσωμεν νά κάμωμεν άλλας έντολάς τοϋ Κυρίου, καί άλλας άρετάς, τό έλάχιστον έλάχιστον είναι άνάγκη καν νά εύρεθώμεν ύγιεΐς καί ολόκληροι άπό τάς πληγάς καί άσθενείας τής άμαρτίας, διά μέσου τής έντολής, καί τής άρετής τής μετανοίας-διατί, έάν μέν άποθάνωμεν ύγιεΐς καί ίατρευμένοι άπό τά πάθη και άμαρτίας διά τής μετανοίας, άπερχόμεθα εις τήν Βασιλείαν τών Ουρανών έάν δέ άποθάνωμεν αγιάτρευτοι, άσθενεϊς καί μισεροί διά τής άμετανοησίας, άπερχόμεθα είς τόν άδην (Λόγ. ιβ'). 

’Επειδή καί ή Βασιλεία τών Ούρανών δέν είναι νοσοκομεϊον καί σπητάλι, διά νά δέχεται τούς άρρώστους καί μισερούς- άλλ’ είναι κατοικία καί παλάτι, διά νά δέχεται τούς ύγιεΐς καί γερούς. Διά τούτο, άμαρτωλοί σύντροφοι έδικοί μου, άς φωνάζωμεν πάντοτε πρός τόν Θεόν τάς κοινάς έκείνας τής ’Εκκλησίας δεήσεις· “'Άγιε έπίσκεψαι καί ϊασαι τάς άσθενείας ήμών, ένεκεν τού ονόματος σου”· και “’Επουράνιε Βασιλεύ, ήμάς έν μετανοία καί έξομολογήσει παράλαβε, ώς άγαθός καί φιλάνθρωπος”»

Άδελφή ψυχή, σύ πού έμελέτησες τίς γραμμές οί όποιες προηγήθησαν, άς άγωνισθοϋμε νά ζήσουμε μέ τόν άγιο καί άγνό φόβο τού Θεού τόν ύπόλοιπο χρόνο τής «παροικίας ήμών» (Α' Πετρ. α 17), δηλαδή τής ξενιτειάς μας έδώ στή γή. Έάν ζήσουμε «σωφρόνως καί δικαίως καί εύσεβώς έν τώ νϋν αίώνι», περιμένοντας μέ άγιο πόθο καί χαρά τή μακαριότητα πού έλπίζουμε καί τή φανέρωση τής δόξης τού μεγάλου Θεού καί Σωτήρος μας ’Ιησού Χριστού (Τίτ. β' 13), δέν θά έπιτρέψει ό περιπόθητος καί γλυκύτατος Κύριός μας νά γίνουμε «έπίχαρμα» τών παγκάκων δαιμόνων δηλαδή τέτοιοι ώστε νά πανηγυρίζουν καί νά χαιρεκακούν οί δαίμονες. Άπ’ εναντίας θά μάς άξιώσει νά «προφθάσωμεν τό πρόσωπον αύτού έν έξομολογήσει καί έν ψαλμοϊς»· νά άλαλάξουμε καί έμεϊς μαζί μέ τούς άγιους Άγγέλους, όταν θά έλθει νά κρίνει «τήν οικουμένην έν δικαιοσύνη» (Ψαλ.δ' [94] 2-3·  [95] 13). Τότε θά γίνουμε καί έμεϊς άγια καί μακάρια μέλη τής δεδοξασμένης καί πανευτυχούς όμηγύρεως τών «έν ούρανοΐς άπογεγραμμένων», γιά νά άναπέμπουμε παναρμόνιο, πάντερπνο καί άσίγητο ύμνο πρός τόν Παμβασιλέα Χριστόν.

ΑΥΤΩ Η ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ  ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ΑΜΗΝ

Από το Βιβλίο ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Π.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο

Επιτρέπεται η αναδημοσίσευση  με πηγη αναφοράς την Ιστοσελίδα




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.