Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Ο ΜΩΑΜΕΘ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΛΑΜ (ΜΕΡΟΣ Β΄)


Ο ΜΩΑΜΕΘ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΛΑΜ (ΜΕΡΟΣ Β΄) 

Γρηγόριος Δ. Ζιάκας

Ομότιμος καθηγητής της Θρησκειολογίας
της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Β΄  Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΕΣ
ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ

1. Το Ισλάμ ως προαιώνια θρησκεία και θρησκεία του Αβραάμ

Βασική πεποίθηση των μουσουλμάνων είναι ότι το Ισλάμ δεν είναι νέα θρησκεία (μπίντ’, σούρα 46, 9), την οποία ίδρυσε ο προφήτης Μωάμεθ στις αρχές του 7ου αιώνα, αλλά η αναζωπύρωση και η εκ νέου αποκάλυψη της πρωτογενούς και «έμφυτης» (φίτρα) στον άνθρωπο θρησκείας, την οποία προ καταβολής κόσμου εθέσπισε ο ίδιος ο Θεός και την έθεσε ως «φυσική» θρησκεία στον κόσμο. Την θρησκεία αυτή του Ισλάμ, της «απόλυτης δηλαδή αφοσίωσης και υποταγής στον ένα Θεό και το θέλημά του», και άρα της «καθαρής μονοθεΐας», την προόρισε ο Θεός για όλους τους ανθρώπους με μια «Διαθήκη» (Μιθάκ), την οποία σύναψε με την ανθρωπότητα στην αυγή της δημιουργίας, όταν οι άνθρωποι ήταν ακόμη στο νου του Θεού (σούρα 7,172) : τους κάλεσε λοιπόν, καθώς τους «παρήγαγε δυνάμει εκ της πλευράς των υιών του Αδάμ», και τους ρώτησε: «Δεν είμαι εγώ ο Κύριος σας; (αλάστου μπί ραμπίκουμ;) Και αυτοί απάντησαν: Ναι, το ομολογούμε. (Και ο Θεός τους είπε)˙ για να μη πείτε κατά την ημέρα της κρίσεως, ότι αυτό το αγνοούσαμε». Έτσι ερμηνεύει η μουσουλμανική παράδοση το περίφημο κορανικό χωρίο 7,172.

Την θρησκεία αυτή, την οποία έχασε εντωμεταξύ η ανθρωπότητα, διότι περιέπεσε στην άγνοια της πολυθεΐας (τζαχιλίγια), ήρθε να αποκαταστήσει η αποκάλυψη του Κορανίου, το οποίο ο Θεός φανέρωσε στον απόστολο και δούλο του Μωάμεθ διαμέσου του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Ως «πρωτογενής θρησκεία» το Ισλάμ είναι κατά τον Μωάμεθ και τους οπαδούς του η «θρησκεία του πατριάρχη Αβραάμ» (μιλλάτΙμπράχιμ, σούρα 2, 124-136. 6, 74-84. 37, 83-113. 43, 26-28). Έτσι ο προφήτης του Ισλάμ διεκήρυξε ότι είναι ερμηνευτής του ηθικού μονοθεϊσμού του Αβραάμ. Μέσα στη σύγχυση της ειδωλολατρίας, ο Αβραάμ υπήρξε ο μόνος που τήρησε την αληθινή μονοθεΐα, την οποία προαιωνίως ο Θεός χάραξε στις καρδιές των ανθρώπων. Γι’ αυτό ο Αβραάμ έγινε ο πρώτος «μούσλιμ», ο πρώτος δηλαδή «πιστός», αφοσιωμένος στον ένα Θεό.
Συνεπώς το Ισλάμ ακολουθώντας τη θρησκεία του Αβραάμ (μιλλάτ Ιμπραχίμ), προηγείται όλων των θρησκειών. Είναι η αληθινή θρησκεία, η οποία υφίσταται από τη στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπου, κηρύχθηκε δια προφητών σ’όλα τα έθνη και αποκαταστάθηκε στην αρχική της καθαρότητα με τον «τελευταίο των προφητών» και την «σφραγίδα αυτών» (χάταμ αν-ναμπιγίν) (σούρα 33, 40), δηλαδή με τον «απόστολο του Θεού» Μωάμεθ. Δεν
υπάρχει λοιπόν αμφιβολία, ότι στη συνείδηση τόσο του Μωάμεθ όσο και των οπαδών του, το Ισλάμ δεν είναι παρά μια αναζωπύρωση και μια νέα φάση της πρωταρχικής μονοθεΐας, στην μακρά πάλη μεταξύ μονοθεϊσμού και πολυθεϊσμού και αυτή τη φορά τελική. Την πάλη αυτή διεξήγαγαν οι πολλοί μονοθεϊστές προφήτες που είχαν προηγηθεί του Μωάμεθ και των οποίων οι οπαδοί ήταν αρχικά «μουσουλμάνοι», δηλαδή «αφοσιωμένοι στον ένα Θεό πιστοί». Άρα και η λέξη Ισλάμ σήμαινε τότε την αληθινή θρησκεία, που είχαν αποκαλύψει οι προφήτες και απόστολοι του Θεού. Ωστόσο οι προηγούμενες αυτές θρησκείες αφ’ ενός μεν δεν είχαν το πλήρωμα της αποκαλύψεως, αφ’ ετέρου δε οι οπαδοί τους νόθευσαν την αρχική εκείνη αληθινή θρησκεία του μονοθεϊσμού. Με την έννοια αυτή τόσο ο Ιουδαϊσμός όσο και ο Χριστιανισμός ήταν στην εποχή της εμφανίσεώς τους αληθινές θρησκείες, προηγούμενες του Ισλάμ φάσεις στη σειρά των θείων αποκαλύψεων. Η Τορά, δηλαδή η Πεντάτευχος της Παλαιάς Διαθήκης, και το Ευαγγέλιο (Ιντζίλ) δεν ήταν παρά εκδόσεις της μιας και μόνης αιωνίας Βίβλου, της οποίας το αρχέτυπο φυλάσσεται αιωνίως κοντά στο Θεό. Ωστόσο, κατά την ισλαμική αντίληψη, οι θρησκείες αυτές ξεπεράστηκαν από την αποκάλυψη του Κορανίου. Ό,τι αληθινό περιείχαν ενσωματώθηκε στην αποκάλυψή του˙ ό,τι δεν ενσωματώθηκε, δεν ήταν αληθινό, αλλά το αποτέλεσμα μιας σειράς παρερμηνειών. Το Κοράνιο είναι η τελευταία έκδοση του αιωνίου αρχετύπου, πλήρες και καθαρό. Συνεπώς αποτελεί το ασφαλές κριτήριο για την αλήθεια των Γραφών που προηγήθηκαν, επικυρώνει την αυθεντικότητα της διδασκαλίας τους ή απορρίπτει τις πλάνες τους.
Έτσι το Ισλάμ παρουσιάζεται ως η πιο τέλεια θρησκεία μεταξύ όλων των θρησκειών και διεκδικεί την προτεραιότητα από όλες αυτές. Σκοπεύει να διδάξει την αλήθεια του Θεού σ’ολόκληρη την ανθρωπότητα και να καλύψει όλες τις μορφές της ζωής, της ατομικής και της κοινωνικής, της πίστης και του νόμου, της θρησκείας και της πολιτείας και να οδηγήσει όλους στην ευδαιμονία του Θεού στον παρόντα και στο μέλλοντα κόσμο. Κατά τους μουσουλμάνους, το Κοράνιο θέτει τα ασφαλή θεμέλια, πάνω στα οποία οικοδομείται η αληθινή θρησκεία και η υγιής κοινωνία του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτοντας στον Μωάμεθ την ισλαμική θρησκεία είπε σ’αυτόν και μέσω αυτού σ’όλους τους πιστούς του˙ «Σήμερα τελειοποίησα για χάρη σας την θρησκεία σας, εκπλήρωσα τα ευεργετήματά μου προς εσάς και σας έδωσα ως θρησκεία σας το Ισλάμ» (5,3). Γι\' αυτό οι μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι η «μόνη αληθινή θρησκεία για τον Θεό είναι το Ισλάμ» (η απόλυτη υποταγή) (3, 19).
Άρα το Ισλάμ έχει χαρακτήρα οικουμενικό με τριπλή έννοια˙ θεωρείται από τους μουσουλμάνους θρησκεία όλης της ανθρωπότητας, θρησκεία όλων των εκφάνσεων της ανθρώπινης ζωής και θρησκεία του παρόντος και του μέλλοντος κόσμου.

2. Οι θεμελιώδεις πηγές του Ισλάμ        

Δύο είναι οι πηγές της μουσουλμανικής θρησκείας. Το Κοράνιο και η Σούννα (Παράδοση). Από τις θεμελιώδεις αυτές πηγές απορρέει η Σαρί‘α (Sharî‘ah), ο θρησκευτικός νόμος του Ισλάμ, που ρυθμίζει όλο τον μουσουλμανικό βίο, τον θρησκευτικό, τον κοινωνικό και τον πολιτικό. Η κύρια όμως πηγή είναι το Κοράνιο, που θεωρείται ως ο αποκεκαλυμμένος λόγος του Θεού.

α. Το Κοράνιο (al-Qur’ân) ως Αποκάλυψη του λόγου του Θεού

Όπως για όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες έτσι και για το Ισλάμ η αποκάλυψη είναι το αποφασιστικό συμβάν στην ιστορία των ανθρώπων. Ο Θεός δίνει στους ανθρώπους τον λόγο του για να τον γνωρίσουν. Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι πριν από τον Μωάμεθ ο Θεός αποκάλυψε και σε άλλους λαούς τον λόγο του διαμέσου προφητών, όπως είναι ο Αβραάμ, ο Μωυσής και ο Ιησούς Χριστός, αλλά οι οπαδοί τους τον ενόθευσαν. Γι\' αυτό ήταν απολύτως αναγκαίο ο Θεός να αποκαλύψει μέσω του προφήτη Μωάμεθ την τελευταία και έγκυρη πια στην ιστορία του κόσμου αποκάλυψη του Κορανίου.
Το Κοράνιο είναι το ιερό βιβλίο του Ισλάμ, το οποίο κατά τους μουσουλμάνους περιέχει την τέλεια αποκάλυψη του Θεού προς την ανθρωπότητα.
Η λέξη Κοράνιο, al-Qur’ân, η οποία σημαίνει «ανάγνωσμα» αλλά και «απαγγελία» (από το qar’a, «αναγιγνώσκω», «διαβάζω εκφώνως», «απαγγέλω») δίνεται από το ίδιο το βιβλίο (2, 181 κ.α.), το οποίο καθορίζει επίσης σε ποιον και πότε αποκαλύφθηκε, σε ποια γλώσσα και για ποιον σκοπό. Αποκαλύφθηκε, λέει, στον προφήτη Μωάμεθ κατά τον μήνα Ραμαντάν, και μάλιστα κατά την νύκτα του «θείου θεσπίσματος» (λαϊλάτ αλ-καδρ) (97, 1 εξ) και σε αραβική γλώσσα.
Η δομή του Κορανίου. Το Κοράνιο σήμερα είναι χωρισμένο σε 114 κεφάλαια (sûrah, πληθ. suwar), καθένα από τα οποία χωρίζεται σε πολλούς στίχους, που ονομάζονται άγιατ, δηλαδή «σημεία» ή «θαύματα» του Θεού. Κάθε κεφάλαιο, πλην του 9ού, αρχίζει με την δοξολογία του Θεού (Basmallah), « στο όνομα του Θεού, του πολυελέου και ευσπλάχνου» (Μπίσμ-ι-λλάχ-ι-ρ-ραχμάν-ι-ραχήμ). Ώς τον θάνατο όμως του Μωάμεθ (632) δεν υπήρχε ενιαίο βιβλίο. Οι αποκαλύψεις του ήταν συγκεντρωμένες σε συλλογές, τις οποίες είχαν καταγράψει οι οπαδοί του, και ιδίως οι γραφείς, τους οποίους είχε μαζί του. Πρώτος ο χαλίφης Αμπού Μπάκρ (632-634) συνέλεξε τις συλλογές και κατάρτισε το πρώτο ενιαίο κείμενο. Επειδή όμως το κείμενο αυτό ήταν ατελές και κυκλοφορούσαν και πολλές άλλες αμφίβολες αποκαλύψεις, ο τρίτος χαλίφης του Ισλάμ, ο Ουθμάν (644-656), συνέστησε επιτροπή ειδημόνων, η οποία συνέλεξε όλες τις αποκαλύψεις, έκρινε την αξιοπιστία τους, αναθεώρησε το παλαιό κείμενο, και κατάρτισε το έως σήμερα επίσημο κορανικό κείμενο. Κατά την κατάρτιση όμως του βιβλίου, οι αποκαλύψεις που δέχθηκε ο Μωάμεθ δεν κατετάγησαν κατά χρονολογική σειρά. Έτσι αργότερα ορισμένοι υπομνηματιστές του Κορανίου, και στα νεότερα χρόνια και ορισμένοι Ευρωπαίοι ισλαμολόγοι (Nöldeke, Blachère κ.ά.), άσκησαν μια φιλολογικοϊστορική κριτική στις κορανικές αποκαλύψεις και κατέταξαν τα κεφάλαια του Κορανίου σε δύο ομάδες. Σε κείνα που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια του κηρύγματος του Μωάμεθ στη Μέκκα (610-622) και σε κείνα που αποκαλύφθηκαν κατά την δράση του στη Μεδίνα (622-632). Έτσι, αν θέλει κανείς σήμερα να ιδεί το αρχαιότερο κήρυγμα του Μωάμεθ, πρέπει να αρχίσει την ανάγνωση του Κορανίου από το τέλος. Προς το τέλος βρίσκονται τα σύντομα κεφάλαια με 5 ως 15 ή το πολύ 20 και 30 στίχους, που διακρίνονται για τον εκστατικό τους χαρακτήρα, τον οίστρο και τον μεγάλο ενθουσιασμό του Μωάμεθ. Αργότερα ο λόγος γίνεται πιο ήπιος και μακρήγορος και στη Μεδίνα τα κεφάλαια καταλαμβάνουν ολόκληρες σελίδες. Εδώ ο προφήτης είναι συγχρόνως και ο πολιτικός αρχηγός της θεοκρατικής κοινωνίας του Ισλάμ (Ούμμα).
Το Κοράνιο ως αποκάλυψη. Το Κοράνιο κατά τους πιστούς του Ισλάμ δεν περιέχει απλώς την θεία αποκάλυψη, αλλά είναι ο ίδιος ο αιώνιος λόγος του Θεού, η ομιλία του. Ο Θεός μιλά, και ο λόγος του είναι αιώνιος. Η αποκάλυψη του λόγου του Θεού είναι ο νόμος και το θέλημά του. Έτσι το Ισλάμ είναι προπαντός θρησκεία του ιερού βιβλίου της αποκαλύψεως. Στα μάτια των πιστών ο Θεός αποκαλύπτει τον αιώνιο και αδημιούργητο λόγο του στο βιβλίο του Κορανίου. Το Κοράνιο δεν είναι ούτε μια ιστορία του «λαού του Θεού» (όπως η Βίβλος για το Ισραήλ), ούτε της ζωής του Μωάμεθ. Είναι λόγος του Θεού, τον οποίο αποκαλύπτει ο Θεός μέσω αγγέλου του στον προφήτη του και δι’αυτού στην ανθρωπότητα. Ο ανθρώπινος φορέας της θείας αποκάλυψης, ο προφήτης Μωάμεθ, τιμάται βέβαια κατεξοχήν από τους μουσουλμάνους ως ο μεγαλύτερος των προφητών και ο τελευταίος αυτών, αλλά τίθεται τελείως κάτω από την θεία αποκάλυψη. Ο λόγος του Κορανίου δεν είναι λόγος του προφήτη, αλλά του Θεού. Ο προφήτης είναι το απλό όργανο της θείας θέλησης, μέσω του οποίου ο αιώνιος λόγος του Θεού κοινοποιείται στον κόσμο.
Το Κοράνιο στη ζωή των πιστών. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Κοράνιο είναι ο ακρογωνιαίος λίθος στη ζωή των μουσουλμάνων. Η ισλαμική κοινότητα έχει ως ύψιστον κανόνα πίστεως και νομικόν κώδικα της καθημερινής ζωής το Κοράνιο. Το Κοράνιο είναι ο νόμος του Θεού και άρα ο καταστατικός χάρτης της θρησκείας και της πολιτείας μαζί του Ισλάμ. Κατά την πίστη των μουσουλμάνων δεν υπάρχει πτυχή του μουσουλμανικού βίου που να μη καθορίζεται από το Κοράνιο. Αφού είναι ο αιώνιος λόγος του Θεού, περιέχει όχι μόνο τις αλήθειες της πίστης, αλλά και όλη τη σοφία του κόσμου, την επιστήμη, την κοσμική ζωή και την πολιτική τέχνη.
Οι βασικές διδασκαλίες του Κορανίου. Επειδή το Κοράνιο θεωρείται λόγος του Θεού που αποκαλύπτεται από τον Θεό στην ανθρωπότητα, γι\' αυτό έχει την μορφή «συζητήσεων», τις οποίες κάνει ο Θεός σε πρώτο πρόσωπο με τον απόστολό του και δι’ αυτού με την ανθρωπότητα. Τα κεφάλαια όμως του Κορανίου δεν έχουν ενιαίες ενότητες· οι στίχοι μιλούν για διάφορα ζητήματα και πηδούν από θέμα σε θέμα. Αν συστηματοποιήσει κανείς τα θέματα, θα ιδεί ότι οι βασικές διδασκαλίες του Κορανίου είναι η αυστηρή μονοθεΐα, η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου και ο σκοπός τους, και η προσδοκία των εσχάτων.
Το Κοράνιο ως φιλολογικό κείμενο. Το Κοράνιο έχει ρυθμό˙ είναι γραμμένο σ’ένα είδος πεζοτράγουδου. Για τον λόγο αυτό και επειδή γράφτηκε στην υψηλή γλώσσα της κεντρικής Αραβίας, θεωρείται πρότυπο της αραβικής γλώσσας. Η ομορφιά του λόγου του θεωρείται επίσης απόδειξη του θείου χαρακτήρος του. Για τον λόγο αυτό και επειδή θεωρείται ως αποκεκαλυμμένος λόγος του Θεού, μια μετάφραση σε άλλη γλώσσα κατά την μουσουλμανική αντίληψη δεν μπορεί να είναι ισάξια και ισοδύναμη με το αραβικό κείμενο. Οι μεταφράσεις μπορεί να είναι χρήσιμες για να καταλάβουν τα νοήματα οι μουσουλμάνοι ή οι μη μουσουλμάνοι που δεν κατέχουν την αραβική. Ωστόσο ως αιώνιος και αναλλοίωτος λόγος του Θεού το Κοράνιο μπορεί να νοηθεί μόνο στην αραβική, γιατί έτσι αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Θεό. Γι\' αυτό έγκυρο για τη λατρεία είναι μόνο το αραβικό κείμενο. Η ανάγνωση και εξήγηση του Κορανίου κατά την προσευχή πρέπει να γίνεται απαραιτήτως από το αραβικό πρωτότυπο.
Το Κοράνιο, λοιπόν, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος στη ζωή των πιστών. Ο προφήτης τιμάται βέβαια κατεξοχήν από τη μουσουλμανική κοινότητα αλλά δεν είναι παρά απλό όργανο του Θεού, μέσω του οποίου μεταβιβάζεται η αποκάλυψη. Στον Χριστιανισμό, το πρόβλημα ποιος είναι ανώτερος, ο Κύριος ή η Γραφή, δεν έχει κανένα νόημα, γιατί στο Ευαγγέλιο που μαρτυρεί για τον Κύριο, ο Κύριος είναι παρών, και αυτός είναι η «αλήθεια» και η «ζωή»: «Όθεν η κυριότης λαλείται, εκεί Κύριός εστιν» (Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων IV, 1). Στο Ισλάμ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το Κοράνιο είναι ο άκτιστος λόγος του Θεού, το αιώνιο ιδίωμά του, και δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα δημιούργημα. Γι\' αυτό «ένας και μόνο στίχος του Κορανίου είναι καλύτερος από τον Μωάμεθ και την οικογένεια του» (Ibn Taymîya). Έτσι το Ισλάμ είναι προπαντός θρησκεία του θείου Νόμου, ο οποίος ως αιώνιος λόγος του Θεού περιέχεται άκτιστος και αδημιούργητος στο ιερό Βιβλίο του Κορανίου.
β. Η Σούννα, «Παράδοση», ή ο προφήτης και το παράδειγμα της ζωής του
Δίπλα στο Κοράνιο τοποθετείται ως αυθεντικός ερμηνευτής των αρχών της μουσουλμανικής παράδοσης η Σούννα, η «συνήθεια», ή ο τρόπος με τον οποίο ενεργούσε ο προφήτης Μωάμεθ και έλυνε διάφορα θρησκευτικά, κοινωνικά και νομικά θέματα, που ανέκυπταν στην κοινότητά του. Η σούννα αποτελεί την αξιόπιστη μετά το Κοράνιο πηγή θρησκευτικής γνώσης. Στο Κοράνιο βέβαια ο Μωάμεθ τονίζει ότι είναι απλός άνθρωπος όπως οι λοιποί των ανθρώπων και η τιμή προς το πρόσωπό του προέρχεται από το γεγονός ότι τον επέλεξε ο Θεός για να μεταβιβάσει την αποκάλυψή του. Για τον λόγο όμως αυτόν η μουσουλμανική παράδοση τιμά κατεξοχήν τον Μωάμεθ ως εξαίρετο πρόσωπο, απόστολο και προφήτη του Θεού και σύμφωνα με τη μουσουλμανική θεολογία, ο Μωάμεθ είναι αλάνθαστος μεταβιβαστής και ερμηνευτής της θείας αποκαλύψεως. Γι’ αυτό ακριβώς η ζωή του ισχύει ως ζωντανό παράδειγμα προς μίμησιν εκ της μουσουλμανικής παράδοσης.
Η Σούννα αντλεί το περιεχόμενό της από μια μεγάλη σειρά από χαντίθ (hadîth, πληθ. ahâdîth), δηλαδή από σύντομες ρήσεις, που αν και οι περισσότερες είναι μεταγενέστερες του προφήτη, ωστόσο σ’ αυτόν και σε σπουδαίους συντρόφους του αποδίδονται. Επομένως η Σούννα και τα χαντίθ  δηλώνουν την παράδοση των όσων είπε, έπραξε ή απεσιώπησε ο Μωάμεθ (κάουλ, φίιλ, τακρίρ), τα οποία μη καταγραφέντα αρχικώς αλλά δια της προφορικής οδού παραδοθέντα, απετέλεσαν τον προσωπικό τρόπο ενεργείας και συμπεριφοράς του Μωάμεθ. Αυτά αποτελούν άριστο παράδειγμα προς μίμηση για τους οπαδούς του. Η συλλογή των παραδόσεων του προφήτη άρχισε πολύ νωρίς στην ισλαμική κοινότητα. Ήδη όμως κατά τον 2ο ισλαμικό αιώνα συγκεντρώθηκαν τόσες πολλές παραδόσεις που ήταν σαφές ότι ένας μεγάλος αριθμός από αυτές δεν ήταν γνήσιος. Οι δυναστείες των Ομαγιαδών (661-750) και των Αββασιδών (750-1258) επινοούσαν παραδόσεις που απέδιδαν στον Μωάμεθ για να στηρίξουν διάφορες θρησκευτικές και πολιτικές τους τοποθετήσεις και πράξεις. Έτσι δημιουργήθηκε η «επιστήμη των χαντίθ» (‘ουλούμ αλ-χαντίθ) ή γενικώς «επιστήμη των παραδόσεων» (‘ιλμ αλ-ριουάγιατ), για να ελέγξει τη γνησιότητα των χαντίθ και να τα ταξινομήσει. Τα χαντίθ διακρίθηκαν σε τρεις κατηγορίες: σε «απολύτως υγιή» (σαχίχ), σε «ωραία» (χάσαν) και σε «ασθενή» (δά‘ιφ), δηλαδή αμφίβολα ή νόθα.
Κάθε χαντίθ αποτελείται από δύο μέρη: α) το κείμενό του, που ονομάζεται μάτν, περιέχει την ρήση του προφήτη ή των διαδόχων του και διηγείται την αιτία για την οποία ελέχθη, και β) στην σιλσίλα,  την «αδιάκοπη αλυσίδα» των αξιόπιστων ανδρών, φορέων της παραδόσεως, οι οποίοι ονομάζονται ισνάδ,«στηρίγματα». Για να είναι γνήσιο το χαντίθ πρέπει να στηρίζεται σε μια αδιάκοπη σειρά αξιόπιστων μαρτύρων ή «στηριγμάτων» του, κατά τρόπον ώστε να φαίνεται ότι ο τελευταίος που το παραδίδει το πήρε από έναν προγενέστερό του, αυτός από άλλον προγενέστερό του κ.ο.κ., ώσπου τελικά, με μια αδιάκοπη αλυσίδα φορέων (ισνάδ) να ανάγεται στον ίδιο τον Μωάμεθ.
Κατά τη γνώμη των νομοδιδασκάλων το Κοράνιο ερμηνεύεται υπό το φως της Σούννα του προφήτη. Δίχως γνώση της Σούννα δεν υπάρχει ορθή ερμηνεία του Κορανίου. Γι’αυτό το Κοράνιο και η Σούννα του προφήτη αποτελούν για την ισλαμική κοινότητα τον αλάνθαστο κανόνα πίστης και πράξης, από τον οποίο απορρέει κάθε μορφή θρησκευτικής, κοινωνικής και πολιτικής νομοθεσίας και ζωής. Με τον τρόπο αυτό ριζώθηκε στη συνείδηση των μουσουλμάνων η πεποίθηση ότι ο ίδιος ο προφήτης είναι ο δημιουργός των άρθρων της Σούννα και η αυθεντία, η οποία αποβλέπει στην ισχύ και το κύρος της. Έτσι ο Αλλάχ συνδέθηκε μέσω του Κορανίου με τον λαό του, ενώ ο Μωάμεθ συνδέθηκε μέσω της Σούννα με την κοινότητά του. Γι’αυτό «το Βιβλίο του Αλλάχ και η Σούννα του προφήτη» συνιστούν την μουσουλμανική θρησκεία (Μούσλιμ, Ιμάν, παράδοση 246). Όταν οι μουσουλμάνοι διαβάζουν το Κοράνιο προτάσσουν τη φράση κάλα ταάλα, «είπε ο Ύψιστος», και όταν διαβάζουν τη Σούννα, προτάσσουν τη φράση κάλα αρ-ρασούλ, «είπε ο απόστολος».
Η πλειονότητα του ισλαμικού κόσμου (περίπου το 80% των μουσουλμάνων) είναι Σουννίτες, διότι στηρίζονται στη Σούννα του προφήτη. Δίπλα σ’αυτούς βρίσκεται η σπουδαία μειονότητα των Σιιτών (Σιίτες, Shî‘at ‘Alî), η δεύτερη μεγάλη κατεύθυνση του Ισλάμ. Ενώ οι Σουννίτες πιστεύουν ότι μετά τον θάνατο του προφήτη η αποκάλυψη έληξε, και συνεπώς το θέλημα του Θεού γίνεται γνωστό μόνο με τη μελέτη του Κορανίου και της Σούννα του προφήτη, οι Σιίτες δέχονται, ότι μετά τον προφήτη έληξε βέβαια η προφητεία, αλλά υπάρχει μια άλλη γνώση, η ουαλάγια (walâyah ή wilâyah), που κάνει ικανούς τους Ιμάμηδες, οι οποίοι προέρχονται από τον οίκο του Άλη, να γνωρίζουν τα βαθύτερα νοήματα της αποκαλύψεως. Γι’ αυτό η πράξη της ζωής τους και η ερμηνεία των ιερών κειμένων (ιζτιχάντ) είναι αξιόπιστη πηγή θρησκευτικής γνώσης. Οι Σιίτες σέβονται βέβαια τη Σούννα του προφήτη, αλλά δίπλα της τοποθετούν και την πράξη των Ιμαμών τους ως πηγή γνώσεως, ερμηνείας του θελήματος του Θεού και της ορθής πορείας του βίου, όπως θα ιδούμε ευθύς αμέσως.

Γ. ΣΟΥΝΝΙΤΕΣ ΚΑΙ ΣΙΙΤΕΣ: ΟΙ ΔΥΟ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ

Από τα παραπάνω μπορούμε να καταλάβουμε τους δύο κλάδους του Ισλάμ, τους Σουννίτες και τους Σιίτες.
Οι Σουννίτες, που αποτελούν την πλειοψηφία του μουσουλμανικού κόσμου, είναι αυτοί που καταλαβαίνουν το Ισλάμ υπό το φως της Σούννα, δηλ. των πράξεων, των λόγων και των έργων του Μωάμεθ και της πρώτης μουσουλμανικής κοινότητας. Οι Σουννίτες είναι το 80% περίπου του Ισλάμ. Οι υπόλοιποι είναι Σιίτες, που συνιστούν τον δεύτερο σπουδαίο κλάδο του Ισλάμ. Οι Σουννίτες για να διαστείλουν τους εαυτούς από τους Σιίτες, αρέσκονται να αποκαλούνται αχλ αλ-Κιτάμπ ουά ’σ-Σούννα,δηλαδή «λαός του Βιβλίου (Κορανίου) και της Σούννα» ή αχλ αλ-Σούννα ουά Τζαμά‘α, δηλαδή «λαός της Σούννα και της Κοινότητας», με την έννοια ότι αποτελούν τους ακραιφνείς φορείς της παραδόσεως και τηρούν ακριβώς τα δογματικά και πρακτικά ζητήματα της θρησκείας δίχως αλλοίωσή τους ή νόθευσή τους, όπως κατά τη γνώμη τους, πράττουν οι Σιίτες. Οι Σιίτες δεν απορρίπτουν βέβαια την Σούννα του προφήτη, σύμφωνα με την οποία οικοδομούν τη θεολογία τους. Έχουν όμως ένα μεγάλο αριθμό δικών τους χαντίθ, πολλά από τα οποία απορρέουν από τη ζωή και τα έργα των Ιμαμών τους.
Η διαφορά των δύο παρατάξεων ξεκινά από τη στιγμή του θανάτου του Μωάμεθ (632 μ.Χ.). Μετά τον θάνατο του Μωάμεθ ανέκυψε το πρόβλημα της διαδοχής του. Η μια παράταξη πρότεινε ότι ο διάδοχος πρέπει να προέλθει, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα αραβικά έθιμα, από την στενή συγγένεια ή αλλιώς την οικογένεια (τον οίκο) του Μωάμεθ, και τέτοιος ήταν ο Άλη, πρώτος εξάδελφος του Μωάμεθ και γιος του θείου του Αμπού Τάλιμπ, ο οποίος τον είχε αναθρέψει. Ο Άλη ήταν επίσης γαμβρός του Μωάμεθ στη θυγατέρα του Φάτιμα. Νεαρός στην ηλικία ο Άλη, τριάντα τριών ετών τότε, φάνηκε σε πολλούς να μην εμπνέει την κατάλληλη εμπιστοσύνη και ασφάλεια που χρειαζόταν το αρτιγέννητο Ισλάμ για τη συγκράτησή του.
Η άλλη παράταξη τάχθηκε με τη γνώμη ότι ο διάδοχος του προφήτη μπορεί να προέλθει από την ευρύτερη συγγένειά του, δηλ. από την φυλή των Κορεϊσιτών. Έτσι και έγινε. Χαλίφης, «εκπρόσωπος» ή «διάδοχος» του Μωάμεθ, έγινε ο Αμπού Μπάκρ, σπουδαίος στρατηγός του Μωάμεθ, που ενέπνεε, λόγω της ηλικίας του, εμπιστοσύνη στο Ισλάμ. Τον Αμπού Μπάκρ (632-634) διαδέχθηκε ο Ουμάρ (634-646), αυτόν ο Ουθμάν (646-656) και αυτόν τέλος ο Άλη (656-661). Η εποχή των τεσσάρων αυτών «ορθώς καθοδηγημένων» (ρασιντούν), όπως ονομάζονται, χαλιφών, θεωρείται από την πλειοψηφία του Ισλάμ, τους Σουννίτες, ως η χρυσή εποχή του Ισλάμ. Τότε έγιναν οι εξορμήσεις των μουσουλμάνων Αράβων και κατέλαβαν τις γύρω τους πολιτισμένες χώρες. Οι Σιίτες όμως τους τρεις πρώτους χαλίφες τους θεωρούν σφετεριστές του θρόνου. Αυτοί θεωρούν κανονικό μόνο τον Άλη και γι\' αυτό ονομάζονται «παράταξη του Άλη» (Σιάτ Αλη, Shî‘at ‘Alî). Επειδή όμως οι Σουννίτες τους καταδίωξαν ήδη από το 661 μ.Χ., γι’ αυτό υπάρχει από τότε διαμάχη μεταξύ τους. Η διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο παρατάξεων επήλθε τόσο για διοικητικούς όσο και για δογματικούς λόγους. Πρόκειται γα τη μεγάλη διαμάχη περί ιμαμάτου και χαλιφάτου για το ερώτημα δηλαδή ποιος πρέπει να κυβερνά την ισλαμική κοινότητα, ο χαλίφης των σουννιτών ή ο ιμάμης των σιιτών. Οι Σουννίτες πιστεύουν ότι μετά το θάνατο του Μωάμεθ δεν θα υπάρξει άλλος προφήτης. Συνεπώς πνευματικός και χαρισματικός αρχηγός, όπως ήταν ο Μωάμεθ, δεν υπάρχει πια. Ο χαλίφης, ο «διάδοχος» του Μωάμεθ, είναι μόνο ο αρχηγός και ο προστάτης της πίστης και των πιστών (Αμίρ αλ-Μου’μινίν), αλλά όχι και ο χαρισματικός αρχηγός, ο οποίος μπορεί να ερμηνεύει αλάνθαστα το Κοράνιο.
Αντίθετα οι Σιίτες συμφωνούν βέβαια ότι μετά τον Μωάμεθ δεν θα υπάρξει άλλος προφήτης. Δέχονται όμως ότι ο Μωάμεθ είχε χρίσει χαλίφη τον εξάδελφό του και γαμπρό του Άλη και του είχε δώσει μια χαρισματική εξουσία, που λέγεται Ουαλάγια ή Βιλάγια (walâya ή wilâya). Από εδώ βγαίνει και το βιλαέτι, δηλαδή η εξουσία που έδινε ο χαλίφης ή ο σουλτάνος σε μερικούς αρχηγούς μιας περιοχής να κυβερνήσουν την περιοχή ως ημιαυτόνομοι αρχηγίσκοι. Αλλά ενώ για τους Σουννίτες η Βιλάγια δεν είναι χαρισματική εξουσία, για τους Σιίτες είναι. Επομένως  ενώ ο χαλίφης των Σουννιτών δεν έχει χαρισματική αλλά μόνον πολιτική εξουσία, ο ιμάμης των Σιιτών έχει και τις δύο εξουσίες, την πολιτική και την πνευματική. Έτσι οι Σιίτες δεν δέχονται τους χαλίφες και στη θέση τους τοποθετούν τους δικούς τους Ιμάμες ως θρησκευτικούς και πολιτικούς μαζί αρχηγούς, οι οποίοι όμως θεωρούνται χαρισματικοί, αναμάρτητοι (‘ίσμ) και αλάνθαστοι (μα‘ασούμ) και χάρη στη θεία έμπνευση (ιλχάμ), έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τη βαθύτερη έννοια της αποκάλυψης και να ερμηνεύουν αυθεντικά και αλάνθαστα το Κοράνιο.
Οι Σιίτες είναι διαιρεμένοι σε τρία κομμάτια σήμερα, αλλά την πλειοψηφία την έχουν οι λεγόμενοι «δωδεκαδικού» (Ithnâ ‘asharîya) ή ιμαμήτες, δηλαδή αυτοί που πιστεύουν σε μια αδιάκοπη αλυσίδα δώδεκα Ιμαμών, ο 12ος από τους οποίους εξαφανίστηκε μυστηριωδώς το 874 και από τότε παραμένει «κρυμμένος»(γά‘ιμπ) και οι πιστοί του περιμένουν την ώρα της φανέρωσής του, που θα σημάνει την δόξα του Ισλάμ κατά την σιιτική του εκδοχή. Κατά την μακρά περίοδο «απόκρυψης και απουσίας του ιμάμη, την κοινότητα διοικούν ορισμένα πρόσωπα σιιτών νομοδιδασκάλων, οι μουζταχίντ ή φακίχ, που είναι γνωστοί κυρίως ως ουλαμά ή μολλά, «γνώστες, ειδήμονες» του θρησκευτικού νόμου, οι οποίοι θεωρούνται εκπρόσωποι του κρυμμένου ιμάμη (νά’ιμπ αλ-ιμάμ). Την ανώτατη εξουσία μεταξύ των μουλάδων έχει μια ομάδα προσώπων καθοριζόμενων από την συναίνεση (ιτζμά’) των πιστών που φέρουν τον τιμητικό τίτλο του χουτζάτ αλ-ισλάμ (της απόδειξης του Ισλάμ). Σήμερα πάνω από αυτούς βρίσκεται μια ομάδα προσώπων ή ένα μεμονωμένο πρόσωπο, όπως ήταν ο Αγιατολλάχ Χομεϊνί, που συνιστούν την ύψιστη θεολογική αυθεντία  ή την «αρχή μίμησης του ιμάμη» (μαρτζά‘-ι-τακλίντ).
Οι Δωδεκαδικοί Σιίτες είναι σήμερα το σύνολο σχεδόν του ιρανικού λαού, το ήμισυ και πλέον των Ιρακινών και μικρές ομάδες σε άλλα μουσουλμανικά κράτη. Παρά τις διαφωνίες τους όμως Σουννίτες και Σιίτες θεωρούνται γνήσιοι μεταξύ τους μουσουλμάνοι, γιατί το θεμελιώδες για το Ισλάμ είναι να ομολογούν την πίστη στον ένα Θεό και στο προφητικό αξίωμα του Μωάμεθ. Τα άλλα δεν παραβλάπτουν τη θρησκεία. Οι Σιίτες στην ομολογία της πίστης των προσθέτουν και το όνομα του Άλη: «Δεν υπάρχει (άλλος) Θεός παρά μόνο ο Θεός και ο Μωάμεθ είναι ο απόστολος του Θεού και ο Άλη ο φίλος του Θεού» (Λα ιλλάχα ιλλά Λλά[χ] ουά Μουχάμαντ ρασούλ Αλλά[χ] ουά Άλη ουαλί Αλλά[χ]).Οι σιίτες τηρούν επίσης τους πέντε στύλους του Ισλάμ και τις μεγάλες μουσουλμανικές γιορτές (‘Ιντ αλ-Φίτρ, στο τέλος της νηστείας του Ραμαντάν, και ‘Ιντ αλ-Αντά, στο τέλος του ιερού προσκυνήματος στη Μέκκα), αλλά έχουν και δικές τους μεγάλες γιορτές με τις οποίες τιμούν τους ιμάμες τους, η πιο σπουδαία από τις οποίες είναι η Ασούρα. Πρόκειται για την γιορτή ανάμνησης του μαρτυρίου του Χουσεΐν, τρίτου ιμάμη, γιου του Άλη και εγγονού του Μωάμεθ, που σφαγιάστηκε ανηλεώς με την οικογένειά του και τους οπαδούς του στα Κέρβελα της Μεσοποταμίας στα 681 μ.Χ., από τα στρατεύματα του χαλίφη Γιαζίντ (680-683), εκπροσώπου της πλειοψηφούσας μουσουλμανικής παράταξης, που αργότερα θα ονομαστούν σουννίτες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα των σιιτών είναι η αρχή της τακίγια, δηλαδή της «σοφής περίσκεψης» ή «απόκρυψης» της θρησκευτικής τους ομολογίας όταν οι συνθήκες του περιβάλλοντός τους είναι δυσμενείς. Αναμεμειγμένοι ως μειονότητα στο πλήθος του σουννιτικού κόσμου οι Σιίτες απέκρυπταν για λόγους προστασίας την ομολογία τους και αποδέχονταν τους χαλίφες και σουλτάνους ως de facto κυβερνήτες, όταν αυτοί είχαν δύναμη. Ασκούσαν όμως πίεση σ’ αυτούς όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Για την σουννιτική εξουσία βέβαια η πίστη στον κρυμμένο ιμάμη, ακόμη και όταν εκφραζόταν, δεν φαινόταν να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για το καθεστώς. Το ότι όμως με την πίστη αυτή οι Σιίτες γινόταν πρόμαχοι ενός κοινωνικού και πολιτικού ιδεώδους, που εξυπονοούσε κριτική κατά του καθεστώτος, τους καθιστούσε επικίνδυνο στοιχείο μέσα στη σουννιτική μουσουλμανική κοινότητα. Η κριτική αυτή ήταν εξάλλου το γεγονός που βοηθούσε τους σιίτες να διαφοροποιούνται από την υπόλοιπη ισλαμική κοινότητα και να διαχωρίζονται με βάση τις διδασκαλίες τους. Οι απόψεις αυτές μας βοηθούν να καταλάβουμε τα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Η ιρανική επανάσταση το 1979 φανερώνει ότι οι Σιίτες εγκατέλειψαν την έννοια της τακίγια και φανερά άρχισαν να ασκούν σφοδρή και επαναστατική κριτική προς την κοσμική εξουσία και το σουννιτικό Ισλάμ.  
Οι άλλοι δύο κλάδοι των Σιιτών (μια μειοψηφία σήμερα) είναι οι Ζαϊντίτες, οι περισσότεροι στην Υεμένη, οι οποίοι αναγνωρίζουν μόνο πέντε Ιμάμηδες, των οποίων η σειρά διαδοχής ήταν αδιάκοπη. Πιστεύουν όμως ότι το αξίωμα του Ιμάμη ή Χαλίφη είναι αιρετό και επομένως η κοινότητά τους συνεχίζει να έχει τον αρχηγό τους. Όταν ο αρχηγός αυτός εκλεγεί, ο Θεός του στέλνει την χάρη και την ευλογία του, αλλά δεν έχει καμιά θεϊκή ή χαρισματική ιδιότητα. Είναι ένας θνητός άνθρωπος, όμοιος με κάθε άλλον άνθρωπο. Ένας μόνο όρος πρέπει να υπάρχει για να εκλεγεί˙ να προέρχεται από το γένος του Άλη και τη γραμμή των υιών του Χάσαν και Χουσεΐν. Κατά τα άλλα οι Ζαϊντίτες βρίσκονται πολύ κοντά προς τους Σουννίτες. Σήμερα η ομολογία τους είναι επικρατούσα θρησκεία της Υεμένης.
Η τρίτη ομάδα των Σιιτών είναι οι Ισμαηλίτες (Ismâ‘ilîya), οι οποίοι αναγνωρίζουν επτά Ιμάμηδες ως νομίμους. Ο έβδομος, ο Ισμαήλ μπεν Τζααφάρ (Ismâ‘il ibn Ja‘far), θα επανέλθει ένδοξα στο τέλος του κόσμου ως εσχατολογικός λυτρωτής (Μάχντη) για να αποκαταστήσει το Ισλάμ κατά την ισμαηλιτική του εκδοχή. Οι Ισμαηλίτες, οι πιο ακραίοι μεταξύ των Σιιτών, θεοποίησαν το γένος του Άλη και έτσι στα μάτια των μουσουλμάνων Σουννιτών (αχλ ασ-σούννα) είναι οι νοθευτές της ισλαμικής μονοθεΐας. Αυτοί είναι βαθύτερα διαποτισμένοι από ό,τι οι δωδεκαδικοί Ιμαμήτες από τις περί Λόγου ελληνικές διδασκαλίες, από άλλες ελληνιστικές αντιλήψεις που είχαν εισχωρήσει στις χώρες της Μέσης Ανατολής, και από διάφορες μεσανατολικές δοξασίες και μύθους του αρχαίου Ιράν. Το κοσμοείδωλό τους είναι μονιστικό και ο κόσμος προέρχεται από θεία εκπόρευση (νεοπλατωνισμός). Πιστεύουν ότι από τον Θεό έως τον υλικό κόσμο υπάρχουν εφτά βαθμίδες  ή σφαίρες υπάρξεως, στις οποίες αντιστοιχούν επτά κύκλοι Ιμαμών. Έχουν βαθμούς μυήσεως και πολλοί λένε ότι είναι οι «Γνωστικοί» του Ισλάμ. («Γνωστικοί» ήταν ορισμένοι κύκλοι των πρώτων χριστιανικών αιώνων, οι οποίοι, επηρεασμένοι από ελληνικές και ελληνιστικές ιδέες, ανακατεμένες με απόκρυφες, ερμητικές, αστρολογικές, αλχημιστικές και άλλες παρόμοιες αντιλήψεις του χώρου της Μέσης Ανατολής, πίστευαν ότι θα σωθούν με την «γνώση» των περίεργων αυτών δοξασιών τους). Στο παρελθόν οι Ισμαηλίτες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον ισλαμικό κόσμο, με το κράτος κυρίως των Φατιμιδών στην Αίγυπτο, και τη σφοδρή αντίσταση των διαφόρων ομάδων τους (Νουσαϊρίτες, Δρούζοι, Ασσασινοί, κ.ά.) εναντίον των Σταυροφοριών της Δύσης. Σήμερα οι Ισμαηλίτες είναι μικρή μειοψηφία μέσα στους κόλπους του Ισλάμ.
Μια χαρακτηριστική διδασκαλία των Σιιτών είναι η αναμονή του Μάχντη (Mahdî), του «εσχατολογικού Σωτήρα» του Ισλάμ, που για τους Σιίτες δεν είναι άλλος από τον κρυμμένο Ιμάμη, ο οποίος θα έρθει με δόξα και δύναμη προς το τέλος του κόσμου, θα οδηγήσει όλους τους λαούς στο Ισλάμ βοηθούμενος στο έργο αυτό από τον Χριστό,  ο οποίος θα κατέβει από τους ουρανούς ως βοηθός του Μάχντη θα κάνει όλους τους χριστιανούς μουσουλμάνους. Αυτή κατά την μουσουλμανική διδασκαλία θα είναι η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, γιατί κατά την κρατούσα ισλαμική διδασκαλία ο Χριστός δεν πέθανε στον σταυρό, αλλά ανέβηκε στους ουρανούς, από όπου θα αποσταλεί και πάλι κατά τα έσχατα από τον Αλλάχ για να βοηθήσει τον Μάχντη και να διδάξει στους οπαδούς του το Ισλάμ. Μετά από τα γεγονότα αυτά θα έλθουν τα έσχατα, η συντέλεια δηλαδή του κόσμου, η ημέρα της Κρίσεως και η αιωνιότητα.
Η ιδέα αυτή, που εισχώρησε από τους Σιίτες και στους Σουννίτες, είναι σχεδόν σήμερα πανισλαμική και κατά καιρούς, ιδίως μάλιστα τον 19ο αιώνα, έχουν εμφανισθεί ορισμένοι τέτοιοι «Σωτήρες» (Mahdî), που ξεσήκωσαν φτωχούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς εναντίον της αποικιοκρατίας και προξένησαν θλίψεις.

ΠΗΓΗ

 


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.