Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Ο ΜΩΑΜΕΘ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΛΑΜ (ΜΕΡΟΣ Γ΄)


Ο ΜΩΑΜΕΘ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΛΑΜ (ΜΕΡΟΣ Γ΄) 

Γρηγόριος Δ. Ζιάκας

Ομότιμος καθηγητής της Θρησκειολογίας
της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΙΣΛΑΜΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ

1. Η πίστη στον ένα Θεό

Με βάση τις πηγές της η μουσουλμανική παράδοση διαιρεί την θρησκεία του Ισλάμ σε δύο μέρη· στο θεωρητικό, που αναφέρεται στα άρθρα πίστεως και διδασκαλίας, και στο πρακτικό, που αναφέρεται στον θρησκευτικό νόμο. Το πρώτο καλείται ουσούλ, δηλαδή «αρχές, ρίζες» της πίστης, από τις οποίες απορρέουν οι βασικές περί πίστεως διδασκαλίες, και το δεύτερο φουρού‘, «κλάδοι», δηλαδή «θεσμοί και κανόνες», οι οποίοι συνιστούν τις διατάξεις του θρησκευτικού νόμου (sharî ‘ah), τα διατεταγμένα δηλαδή καθήκοντα του πιστού.
Αν προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τις βασικές αρχές του Ισλάμ και να διαγράψουμε τα κοινά σημεία και τις διαφορές τους προς τη χριστιανική πίστη, θα διαπιστώσουμε τα εξής:
Το Ισλάμ είναι θρησκεία αυστηρώς μονοθεϊστική, η οποία έχει σχέση, αλλά και μεγάλες διαφορές, ιδίως ερμηνείας, με τις θεμελιώδεις αρχές της βιβλικής διδασκαλίας (ιουδαϊκής και χριστιανικής). Οι βιβλικές διδασκαλίες ήταν διάχυτες στο περιβάλλον του Μωάμεθ. Ήδη στο αρχικό κήρυγμά του βρίσκονται διδασκαλίες, που δεν κατανοούνται αλλιώς παρά μόνο αν ερμηνευτούν υπό το φώς της βιβλικής αποκαλύψεως.
Οι διδασκαλίες της Αγίας Γραφής βοήθησαν τον  Μωάμεθ να συλλάβει το νόημα της ιστορίας του κόσμου. Η ιστορία του κόσμου είναι ιστορία αποκαλύψεως του θελήματος του Θεού στον κόσμο, η οποία πραγματοποιήθηκε διαμέσου προφητών και αποστόλων του Θεού, οι οποίοι στάλθηκαν κατά καιρούς για να καθοδηγήσουν τους λαούς στην ορθή πίστη στον ένα Θεό και στην απόλυτη υπακοή στο θέλημά του.
Γι’ αυτό, αν εγκύψει κανείς στη μελέτη του Κορανίου ή επισκεφθεί μιά ισλαμική χώρα, θα διαπιστώσει ότι βρίσκεται σε μία ατμόσφαιρα όμοια σε πολλά σημεία προς αυτήν της βιβλικής παραδόσεως. Όχι μόνον η πίστη στον ένα Θεό και την Αποκάλυψη, αλλά και όλα τα ιερά πρόσωπα της Αγίας Γραφής, από τον  Αδάμ ώς τον  Ιησού Χριστό, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και την Παρθένο Μαρία, και όλα σχεδόν τα γεγονότα της ιστορίας του Θεού στον κόσμο, περνούν με σεβασμό στις σελίδες του Κορανίου, και όλα είναι σεβαστά από τους μουσουλμάνους. Έτσι οι μουσουλμάνοι σέβονται τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και τιμούν τα ιερά πρόσωπα και τους αποστόλους της Καινής Διαθήκης. Δέχονται όμως ότι ο τελευταίος στη σειρά των προφητών είναι ο Μωάμεθ, ο οποίος θεωρείται ως σφραγίδα των «προφητών». Αυτός επικυρώνει όλους τους προηγούμενους προφήτες και το Κοράνιό του όλες τις προηγούμενες αποκαλύψεις.
Οι μουσουλμάνοι τιμούν επίσης κατεξοχήν το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, της Παρθένου Μαρίας, του Ιωάννου του Προδρόμου και του πατρός του Ζαχαρία (3,38-41). Πιστεύουν
στην άσπιλη σύλληψη της Παρθένου Μαρίας (σούρα 3,42-49) αλλά δεν δέχονται το θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού. Αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο στον διάλογο μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Ο Μωάμεθ στρεφόμενος εναντίον της πολυθεΐας των Αράβων συμπολιτών του και μη μπορώντας να κατανοήσει την φύσει αϊδίως γέννηση του Υιού, δηλαδή του Αιωνίου Λόγου και δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, εκ του Πατρός, καθώς επίσης και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος (του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος) εκ του Πατρός, νόμισε ότι οι χριστιανοί νόθευσαν την καθαρή ευαγγελική μονοθεΐα και προσέθεσαν κοντά στον ένα Θεό τον  Ιησού και τη Ρούαχ, δηλαδή, κάποιο θηλυκό πνεύμα, όπως έκαναν οι ειδωλολάτρες Άραβες, οι οποίοι τοποθετούσαν κοντά στον ένα Θεό και άλλους θεούς. Για τον Μωάμεθ ήταν τελείως αδιανόητη η ιδέα ότι ο τριαδικός Θεός της χριστιανικής αποκαλύψεως έχει πρόσωπα, τα οποία διακρίνονται μεταξύ τους, αλλά δεν συγχέονται και δεν συγχωνεύονται, και ότι κάθε πρόσωπο είναι ο όλος Θεός και όλες οι θείες ιδιότητες που υπάρχουν στον Πατέρα συνυπάρχουν οι ίδιες και στο Θεό Λόγο και στον Θεό Πνεύμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχουν τρεις θεοί, αφού τα πρόσωπα κοινωνούν με την μία θεία ουσία και δεν συγχέονται ούτε συγχωνεύονται. Έτσι μη έχοντας τις προϋποθέσεις να κατανοήσει την εκ φύσεως αιώνια και αναλλοίωτη γέννηση του Υιού από τον Πατέρα, απέρριψε την θεότητα του Χριστού και δίδαξε ότι ο Ιησούς είναι βέβαια ένας μεγάλος προφήτης, αλλά ως προς τη φύση του είναι απλός άνθρωπος. Κατά την αντίληψή του ο Θεός είναι απολύτως απρόσιτος και δεν έχει υιούς. Τις θέσεις αυτές ανέπτυξε περισσότερο η μουσουλμανική θεολογία, η οποία δεν μπορεί να κατανοήσει την περί τρισυπόστατου Θεού χριστιανική διδασκαλία. Μόνον ο Ισλαμικός μυστικισμός, ο οποίος αναπτύχθηκε αργότερα μέσα στους κόλπους του Ισλάμ και δέχθηκε χριστιανικές και νεοπλατωνικές επιρροές, πλησίασε κάπως το νόημα της αιώνιας και αναλλοίωτης υπάρξεως του ενός και μόνου Θεού και τον  τρόπο με τον  οποίο ο Θεός αυτός εκφράζεται ως θεία αντανάκλαση (ταζαλλί) στον κόσμο. Δεν μπόρεσε ωστόσο και αυτός να συλλάβει, παρά μόνο νεοπλατωνικώς, το μυστήριο του τριαδικού Θεού.
Ωστόσο υπάρχουν αρκετά κοινά στοιχεία, με μεγάλες όμως διαφορές ερμηνείας, μεταξύ των δυο θρησκευτικών παραδόσεων, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ. Στο Κοράνιο οι βασικές περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου διδασκαλίες αναπτύσσονται κατά τρόπον που μας θυμίζουν βασικές διδασκαλίες της Αγίας Γραφής, έτσι όπως αυτές διατυπώνονται στα δυο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου της Γενέσεως. Αν και σε πολλά σημεία οι ερμηνείες είναι διαφορετικές, ωστόσο και οι δυο θρησκευτικές παραδόσεις συμφωνούν ότι υπάρχει ένας και μόνος Θεός, δημιουργός του κόσμου, ζών και αιώνιος, γεμάτος αγάπη και οικτιρμούς· ότι εδημιούργησε τον  κόσμο εκ του μηδενός, ότι έπλασε τον  άνθρωπο και ενεφύσησε μέσα του «ψυχήν ζωής» και τον  έκανε το ωραιότερο δημιούργημα του κόσμου, προικισμένο με λόγο και ελευθερία βουλήσεως. Συμφωνούν επίσης στο ότι ο άνθρωπος παρήκουσε την εντολή του Θεού και εξέπεσε από την αρχική του ένδοξη κατάσταση, αλλά ο Θεός δεν τον  εγκατέλειψε, και αυτό το μαρτυρεί η Αποκάλυψή Του που έστειλε στον κόσμο. Γι’ αυτό παραδέχονται την αποκάλυψη των αληθειών της σωτηρίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στην ιστορία με προφήτες και αποστόλους, διαμέσου των οποίων μίλησε ο Θεός στην ανθρωπότητα. Πιστεύουν επίσης ότι υπάρχει ο κόσμος των αγγέλων, που βοηθούν τους ανθρώπους, και ο κόσμος του διαβόλου που παραπλανά τον  άνθρωπο, και ότι η ζωή δεν τελειώνει σε τούτον εδώ τον  κόσμο. Τελικά ο άνθρωπος θα αναστηθεί κατά την εσχάτη ημέρα της κρίσεως και ο δίκαιος θα ζει αιωνίως κοντά στον Θεό.
Οι θεμελιώδεις αρχές πίστεως του Ισλάμ συνοψίζονται στις εξής φράσεις του Κορανίου:
«Οι ευσεβείς πιστεύουν στον Θεό,
στους Αγγέλους του,
στα Βιβλία του,
στους Αποστόλους του (ανάμεσα στους οποίους δεν κάνουν διάκριση)
και στην εσχάτη ημέρα της Κρίσεως».
Πιστεύουν επίσης στον υπό του Θεού προκαθορισμό του καλού και του κακού (σούρα 2, 177 & 285. 4, 136 & 4, 17-18).
Τα άρθρα αυτά κατά τη μουσουλμανική παράδοση διατύπωσε ο ίδιος ο προφήτης του Ισλάμ, όταν κάποια μέρα παρουσιάστηκε μπροστά του ο άγγελος Γαβριήλ και τον ρώτησε τί είναι ιμάν, «πίστη». Για τους χριστιανούς οι  παραπάνω φράσεις του Κορανίου, πλην της τελευταίας δεν είναι ξένες˙ ηχούν οικεία στην ακοή τους, αλλά βέβαια σε πολλά κρίσιμα σημεία υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές ερμηνείας.
Κατ’ αρχάς η πίστη στον ένα Θεό είναι μία λογική και σταθερή βάση για συνεργασία μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, ώστε να επικρατήσει η δικαιοσύνη του Θεού στον κόσμο. Βασικό μήνυμα τις χριστιανικής διδασκαλίας είναι η πίστη στον ένα προσωπικό Θεό, ο οποίος δημιούργησε τα πάντα και φροντίζει γι’ αυτά. Ο αισθητός κόσμος δεν είναι αυθύπαρκτος, γιατί από τον  Θεό δημιουργείται και από αυτόν εξαρτάται. Ωστόσο υπάρχει στενή σχέση του Θεού με τον  κόσμο και του κόσμου με τον  Θεό. Γι’ αυτό το βασικό και σπουδαίο θέμα για τη χριστιανική διδασκαλία και ζωή είναι εκείνο του προσωπικού Θεού, ο οποίος κοινωνεί με τον  κόσμο και αγαπά τον  άνθρωπο. Το αίσθημα της άμεσης παρουσίας του Θεού και της επικοινωνίας μαζί του γεμίζει την ψυχή του πιστού με βεβαιότητα, θάμβος και γαλήνη και μετατοπίζει το κέντρο της δραστηριότητάς του από την ιδιοτέλεια στην αυτοθυσία και τη φιλαλληλία.
Όπως λοιπόν η χριστιανική έτσι η θεμελιώδης αρχή της μουσουλμανικής πίστεως, είναι η πίστη στον ένα και μόνο Θεό, τον δημιουργό, τον οικτίρμονα και ελεήμονα, τον κριτή κατά την ημέρα της κρίσεως. Το πρώτο σκέλος της μουσουλμανικής ομολογίας πίστεως αποτελείται από τέσσερις λέξεις· λα (δεν-υπάρχει-) ιλάχ (θεότητα-άλλη) ιλλά (παρά μόνο) ο Αλλάχ, το κατεξοχήν όνομα του Θεού, που εκφράζει το νόημα της απόλυτης ενότητάς του (ταουχίντ). Ο Θεός είναι ο σοφός δημιουργός και ποιητής (αλ-χάλικ), ο οποίος δημιούργησε τον κόσμο σε «έξι ημέρες» (25, 60. 7, 52. 10, 3. 11, 9. 32, 3) και κάθισε έπειτα στον θρόνο του(κουρσί) για να διοικήσει τα πάντα (2, 256. 59, 22-24. 25, 60). Το έλεος και η ευσπλαχνία του είναι θεμελιώδεις ιδιότητες της φύσεώς του, η θέλησή του σταθερή και αναλλοίωτη και η δικαιοσύνη του ακριβής. Διευθέτησε τα πράγματα του κόσμου κατά τον πιο σοφό τρόπο και η σοφία του αποκαλύπτεται στην αρμονία της φύσης και στην ιστορία του κόσμου.
Στο Κοράνιο η φυσική αρμονία και τάξη περιγράφονται ως έργο της σοφίας του Θεού και ως εναρμόνια προσευχή που απευθύνεται από όλα τα αρμονικώς συντεταγμένα μέρη του σύμπαντος προς τον σοφό δημιουργό τους. «Όλα τα δημιουργήματα του Θεού κλίνουν τη σκιά τους δεξιά και αριστερά και προσκυνούν τον Κύριό τους» (16, 50-52), γιατί στην ανάμνηση του Κυρίου βρίσκουν ανάπαυση οι ψυχές όλων των όντων. Η παντοδυναμία του είναι η κατεξοχήν ιδιότητα της φύσεώς του. Γίνεται αισθητή στο μεγαλείο της δημιουργίας του. Η θαυμαστή διακόσμηση της δημιουργίας αποκαλύπτει τη θεία δημιουργική δύναμη και μεγαλοπρέπεια (13, 3-4. 55, 1-11). Ο Θεός εξέτεινε τη γη και έθεσε πάνω της όρη και κοιλάδες και ρύακες και κτήνη. Η πλούσια βλάστηση είναι έργο του, γιατί αυτός στέλνει από πάνω τον ευεργετικό όμβρο και κάνει να αναβλαστήσει η γη (27, 61. 43, 9).
«Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος· ο ορατός και ο αόρατος» (57, 3). Σ’αυτόν ανήκει η εξουσία των ουρανών και της γης. «Ο Θεός! Κανένας άλλος Θεός δεν υπάρχει πλην αυτού. Αυτός είναι ο ζων και ο αναλλοίωτος. Ούτε κόπωση, ούτε νυσταγμός τον καταλαμβάνει» (2, 256). «Είναι το φως των ουρανών και της γης ... είναι φως επί φωτός» (24, 35 εξ.). Η παντοδυναμία του είναι τόσο αισθητή στο Κοράνιο, ώστε ο άνθρωπος μπροστά στον Θεό αποβαίνει μηδαμινότητα. Γι’ αυτό οι σχέσεις του ανθρώπου προς το Θεό δεν είναι σχέσεις πατρός προς τέκνο, όπως στη χριστιανική διδασκαλία, αλλά σχέσεις Κυρίου (Ράμπ) προς δούλον (‘αμπτ).
Ο Θεός λοιπόν είναι το μόνο ον που κατέχει αληθινή ύπαρξη. Είναι βέβαια δημιουργός και κυβερνήτης του κόσμου, αλλά υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ Θεού και κόσμου. Ο Θεός είναι απρόσιτος και υπερέξοχος, και απόλυτος Κύριος και αυθέντης του σύμπαντος. Γι\' αυτό, όταν αποκαλύπτεται, δεν αποκαλύπτεται αμέσως και προσωπικώς, αλλά μέσω «θείου μηνυτού» (δηλαδή αγγέλου) ή δια του μεγαλείου της φύσεως. Τα κύρια ιδιώματα της φύσεώς του είναι η παντοδυναμία του, η δημιουργική του δύναμη, η αιωνιότητα, η ζωή, η θέληση, η όραση, η ακοή, ο αιώνιος λόγος του και η παγγνωσία του. Έχει στο σύνολό του 99 «ωραία ονόματα» (αλ-ασμα’ αλ-χουσνά), ενώ το 100ο είναι η ακατάληπτη φύση του (ισμ αλ-Δάατ).
Είναι σαφές ότι οι περισσότερες από τις ιδιότητες αυτές του Θεού προέρχονται από την χριστιανική διδασκαλία, αλλά με διαφορετική ερμηνεία σε πολλά σημεία. Κατεξοχήν για την χριστιανική διδασκαλία ο Θεός είναι πολυώνυμος. Η πολλαπλότητα των ονομάτων Του δείχνει ότι ο Θεός είναι ο ων, ο ζων, ο αγαπών, και ο ανώνυμος χορηγός της ζωής και της θέωσης. Ωστόσο η θεμελιώδης διαφορά με την μουσουλμανική διδασκαλία είναι η «Τρισυπόστατη Μονάδα», δηλ. ο Τριαδικός Θεός της χριστιανικής Αποκαλύψεως.
Για το Ισλάμ η ενότητα του Θεού σημαίνει ότι ο Θεός είναι ένας κατά το πρόσωπό του, ένας κατά την ουσία του (δάατ), ένας κατά τις ιδιότητες του (σιφάατ) και ένας κατά τα έργα του (αφά‘αλ). Η διδασκαλία αυτή εκφράζεται στο 112ο κεφάλαιο του Κορανίου ως εξής:
«Ειπέ˙ ένας και μόνος (άχαντ) είναι ο Θεός,
ο Θεός ο αιώνιος (σάμαντ).
Δεν εγέννησε (τέκνα) ούτε εγεννήθη
και κανένα ον δεν ομοιάζει προς αυτόν».
Συνεπώς το αντίθετο της καθαράς μονοθεΐας είναι shirk, εξομοίωση και συντρόφευση του Θεού με άλλες θεότητες, και άρα ύψιστη βλασφημία (σούρα 4,48).
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το Ισλάμ είναι αντιτριαδικό. Δεν είναι μόνο οι μεγάλες παρανοήσεις προς το βάθος της χριστιανικής σκέψης για την θεμελιώδη αυτή πίστη στον τριαδικό Θεό, αλλά και η σφοδρή πολεμική που ασκείται κατά της χριστιανικής αυτής διδασκαλίας. Γράφηκε μια μεγάλη αντιρρητική φιλολογία κατά της θεότητας του Χριστού και της Αγίας Τριάδος, στην οποία οι μουσουλμάνοι συγγραφείς χρησιμοποιούν ευαγγελικά χωρία αποκομμένα από τη συνάφεια του κειμένου για να αποδείξουν ότι δεν είναι υιός του Θεού και να καταπολεμήσουν την θεότητα του Χριστού. Λέγοντας όμως υιός του Θεού αντιλαμβάνονται τον όρο κατά τη φυσική γέννηση των όντων και δεν θέλουν να κατανοήσουν την φιλοσοφική αγιογραφική και πατερική ερμηνεία, ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού γεννάται αιωνίως και αϊδίως εκ του Πατρός και ότι δεν υπάρχει στιγμή κατά την οποία δεν υπάρχει. Γι’ αυτό ακριβώς είναι ο συναΐδιος λόγος του Πατρός και ο όλος Θεός.
Δεν είναι του παρόντος να ασχοληθεί κανείς εδώ με το τεράστιο θέμα του Τριαδικού Θεού της χριστιανικής Αποκαλύψεως. Ωστόσο, πέραν των όσων ελέχθησαν ήδη, καλό είναι να εκθέσουμε εν συντομία την διδασκαλία της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης περί Αγίας Τριάδος. Η διδασκαλία αυτή όχι μόνον δεν αρνείται ότι ο Θεός είναι ένας απολύτως, αλλά και τονίζει ότι είναι Τρισυπόστατη Μονάδα. Ο τόνος τίθεται στην Μονάδα. Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος εκφράζουν τον τρόπο της αιώνιας και αναλλοίωτης (αΐδιας) υπάρξεως του ενός και μόνου Θεού. Μια και μόνη είναι η ουσία του Θεού, αλλά έχει τρεις υποστάσεις και τρία πρόσωπα. Τα πρόσωπα βεβαίως διακρίνονται μεταξύ τους, αλλά η διάκριση δεν σημαίνει διαίρεση κατά τα δεδομένα της κτιστής πραγματικότητας. Η διάκριση αυτή στη θεολογική γλώσσα ονομάζεται «ετερότητα»: «οίον επί της Αγίας Τριάδος, ταυτότης μέν εστι ουσίας· ετερότης δε προσώπων˙ μίαν γαρ ουσίαν ομολογούμεν, τρεις δε υποστάσεις» (Μαξίμου Ομολογητού, Περί των δύο φύσεων του Χριστού, PG 91, 145B). Τα πρόσωπα κοινωνούν σύμφωνα με την ταυτότητα της μίας ουσίας και έχουν μαζί και χωριστά το πλήρωμα της θεότητας, πλην του αιτίου, γιατί μοναδικό αίτιο της υπάρξεως του Υιού και Αγίου Πνεύματος είναι ο Θεός πατέρας. Γι’ αυτό κάθε πρόσωπο είναι ολόκληρος ο Θεός. Έτσι δεν έχουμε τρεις Θεούς, αλλά έναν απολύτως. Ουσία και φύση του Θεού είναι ταυτόσημες· σημαίνουν μία και την ίδια πραγματικότητα, τον ένα και μόνο Θεό. Πρόσωπο και υπόσταση είναι πάλι ταυτόσημες έννοιες· σημαίνουν το ίδιο πράγμα, την ιδιαιτερότητα ως ατομικότητα. Συνεπώς οι τρεις υποστάσεις υπάρχουν αιωνίως (συναϊδίως) στην έκφανση της μιας θείας ουσίας. Είναι λοιπόν, επαναλαμβάνουμε, ένας τρόπος της αιώνιας, ακατάλυπτης και αναλλοίωτης υπάρξεως του ενός και μόνου Θεού. Στην αΐδια αυτή σχέση των τριών προσώπων ή υποστάσεων της Αγίας Τριάδος, μοναδικό αίτιο είναι ο Θεός Πατέρας. Συνεπώς μοναδικό αίτιο της υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ο Πατέρας. Το μοναδικό αίτιο, δηλ. ο Θεός Πατέρας, η ταυτότητα της ουσίας και η ετερότητα των προσώπων συνιστούν την Αγία Τριάδα. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός είναι Μονάδα τρισυπόστατη. Αυτός είναι ο λόγος που οι πατέρες της Εκκλησίας καταδίκασαν τους τριθεΐτες.

2. Ο ένας Θεός και η σωτηρία του ανθρώπου

Η διαφορά που ανακύπτει στις δύο θρησκευτικές παραδόσεις από τη θεώρηση αυτή του ενός Θεού βρίσκεται στη σωτηρία του ανθρώπου. Κατά το Ισλάμ η σωτηρία είναι θέμα υπακοής στην Αποκάλυψη που έστειλε ο Θεός με τους προφήτες και τελικά με τον προφήτη Μωάμεθ. Ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με λόγο και σοφία και επομένως ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει την Αποκάλυψη, που είναι ασφαλής οδηγία και σωτηρία (χουντάν-σούρα 6,88.7213-και φουρκάν-2,53,185.3,4.8,29.21,48.32,3). Ιστορία όμως της σωτηρίας με μυστηριακή έννοια, όπως την εννοεί η χριστιανική διδασκαλία που δέχεται τον Ιησού ως Θεάνθρωπο και Σωτήρα, δεν υπάρχει στο Ισλάμ. Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία ο Ιησούς Χριστός ως προαιώνιος Λόγος του Θεού είναι ο Ένας αιώνιος Θεός, που έρχεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, και ενώ είναι ο αιώνιος και αναλλοίωτος Θεός, γίνεται και τέλειος άνθρωπος, για να προσλάβει τέλεια και την ανθρώπινη φύση και να την δοξάσει. Αυτή είναι μια πράξη της ανεξιχνίαστης σοφίας και αγάπης του Θεού, που εμείς δεν μπορούμε να την ερμηνεύσουμε. Μια τέτοια όμως αντίληψη είναι τελείως ξένη για το Ισλάμ. Κατά το Ισλάμ ο Θεός ασκεί αμέσως το έργο της σωτηρίας και δεν χρειάζεται μεσολαβητή. Αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο στην επικοινωνία και τον διάλογο με τους μουσουλμάνους.
Πέρα από αυτά, και για τις δύο θρησκευτικές παραδόσεις ο Θεός είναι κατά την ουσία του ανέφικτος και ακατάληπτος. Είναι απολύτως υπερβατικός, αλλά συγχρόνως και πολύ κοντά στον άνθρωπο. Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία ο Θεός κατά την ουσία του είναι αόρατος και ακατάληπτος και επέκεινα πάντων. Επομένως είναι ανέφικτη η άμεση γνώση του. Άπειρος και ακατάληπτος, κατανοείται μόνον κατά την απειρία και την ακαταληψία του. Ωστόσο καθίσταται ορατός και καταληπτός διαμέσου των ακτίστων ενεργειών του από τις οποίες προέρχονται όλα τα κτιστά. Επομένως ό, τι γνωρίζουμε για τον Θεό δεν είναι η ουσία του, αλλά τα περί την ουσία του, δηλαδή οι ενέργειές του που αποκαλύπτονται στη δημιουργία και δίνουν ουσία και υπόσταση στα πάντα. Είναι βέβαια δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς από το άκτιστο και άυλο των θείων ενεργειών προέρχεται το κτιστό και υλικό και από το αόρατο το ορατό. Διαμέσου όμως του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του αιώνιου και άσαρκου Λόγου που ενανθρώπησε σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και έγινε και τέλειος άνθρωπος ή ένσαρκος Λόγος, κατανοούμε το μυστήριο και γινόμαστε κατά υιοθεσίαν κοινωνοί και μέτοχοι των μυστηρίων της θεότητας. Κατά το Ισλάμ όμως ο Θεός είναι τελείως απρόσιτος και αμέτοχος. Το απρόσιτο του Θεού, για τους μουσουλμάνους φέρνει θλίψη. Όταν όμως ο πιστός συνδυάσει τα δύο αυτά, το απόλυτο του Θεού και την εγγύτητά του, έχει ειρήνη, γιατί ο Θεός είναι ειρήνη. Έτσι καταλαβαίνουμε τους δύο βασικούς όρους της ισλαμικής πίστης, το ισλάμ, που σημαίνει απόλυτη αφοσίωση και υποταγή στον Θεό και το θέλημά του, και το ιμάν, που φανερώνει την εσωτερική πίστη της καρδιάς. Υπάρχει συγγένεια ανάμεσα στις αραβικές λέξεις ιμάν (πίστη) και ισλάμ (υποταγή). To ιμάν προέρχεται από το άμανα, που σημαίνει ειρήνη και ασφάλεια. Το ισλάμ είναι απαρέμφατο της ρίζας σ-λ-μ (σαλάμ, σαλάμα), πράγμα που σημαίνει πάλι ειρήνη και ασφάλεια: Σαλάμ αλέικουμ, «ειρήνη υμίν», είναι ο καθημερινός χαιρετισμός μουσουλμάνων και χριστιανών στον κόσμο της Ανατολής. Οι έννοιες αυτές δεν είναι βέβαια ξένες προς τη βιβλική παράδοση, έχουν όμως μια ειδική ισλαμική ερμηνεία.

3. Η αποκάλυψη και η προφητεία

Η κατεξοχήν έκφραση των οικτιρμών του Θεού είναι η Αποκάλυψη και η προφητεία, έννοιες τις οποίες το Ισλάμ παρέλαβε από την βιβλική διδασκαλία, ιουδαϊκή και χριστιανική. Όπως κατά τη χριστιανική διδασκαλία ο Θεός μίλησε πολυμερώς και πολυτρόπως στην ανθρωπότητα, έτσι και για το Ισλάμ έστειλε κατά καιρούς προφήτες και αποστόλους σε όλο τον κόσμο και σε όλους τους λαούς. Γι’ αυτό η προφητεία και η τιμή προς τους προφήτες και τους αποστόλους του Θεού αποτελούν θεμελιώδεις αρχές και της ισλαμικής πίστεως. Ο Θεός ουδέποτε άφησε την ανθρωπότητα δίχως προφήτες και αποστόλους. Αυτός είναι ο λόγος που όλα σχεδόν τα ιερά πρόσωπα της Βίβλου τιμώνται από τους μουσουλμάνους ως προφήτες του Θεού (σούρα 2,87 και 108. 3,33 εξ. 6,84-90. 10,71-98. 12,6 εξ. 21,85. 38,21 και 45. 42,13. 57,26 εξ. 87,19). Ιδιαίτερα τιμάται ο Μωυσής, στον οποίο ο Θεός απεκάλυψε τον Νόμο, την Πεντάτευχο (Τορά), και ο Χριστός που έφερε το Ευαγγέλιο (Ιντζίλ). Οι Χριστιανοί και οι Ισραηλίτες ονομάζονται από το Κοράνιο «λαοί της Βίβλου» (ahl-al-Kitâb) (2,109. 5,5). Έτσι οι μουσουλμάνοι σέβονται όλα τα ιερά βιβλία των λαών. Εφαρμόζουν όμως μια τυπολογική ερμηνεία. Ο Μωυσής επικύρωσε όλα τα προηγούμενα ιερά βιβλία, ο Χριστός επικύρωσε την Πεντάτευχο (Τορά), και ο προφήτης Μωάμεθ όλα τα βιβλία και πήρε την τελευταία έγκυρη Αποκάλυψη, το Κοράνιο, που επικυρώνει όλες τις προηγούμενες Γραφές. Οι απόψεις αυτές μας οδηγούν να καταλάβουμε ότι στη μουσουλμανική προφητολογία υπάρχουν βασικές διαφορές ερμηνείας από τη χριστιανική διδασκαλία και οι διαφορές αυτές είναι θεμελιώδεις ιδίως στην ιστορία της σωτηρίας.
Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία ο άνθρωπος μετά την πτώση του από τον παράδεισο έχασε την καθαρή θεογνωσία και συνεπώς δεν μπορούσε μόνος του να προχωρήσει στην αγαθότητα και την τελείωση για να σωθεί. Χρειαζόταν επομένως την αποκάλυψη και όλο το σχέδιο της ιστορίας της σωτηρίας του Θεού, δηλαδή της θείας οικονομίας. Για τους μουσουλμάνους όμως ο άνθρωπος δεν έχασε τη θεογνωσία. Αλλά τότε γεννάται το ερώτημα· αν ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να κατανοήσει τα μυστήρια του Θεού, τότε σε τί χρειαζόταν η αποκάλυψη και η προφητεία; Η αποκάλυψη, κατά το Ισλάμ είναι ανάμνηση της μονοθεΐας, την οποία ξέχασε ο άνθρωπος. Γι\' αυτό ακριβώς χρειάζεται η προφητεία. Η μονοθεΐα σχετίζεται με την  διαθήκη (Μιθάκ) που συνήψε ο Θεός με την ανθρωπότητα στην αυγή της δημιουργίας (σούρα 7,172), την οποία περιγράψαμε ήδη. Επομένως η προφητική πράξη της αναμνήσεως είναι για τους μουσουλμάνους τεράστιο γεγονός. Όταν η ανθρωπότητα ξεχνούσε τη βασική αρχή της μονοθεΐας, εμφανιζόταν ένας προφήτης για να την μαρτυρήσει.
Όπως είπαμε, κατά τη μουσουλμανική πίστη η προφητεία τελειώνει με τον Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ θεωρείται ο τελευταίος των προφητών και η σφραγίδα αυτών (χάταμ αν-Ναμπιγίν) (σούρα 33,40). Ο άνθρωπος είναι πια ικανός να καταλάβει την Αποκάλυψη, να πιστέψει στον ένα Θεό και να σωθεί. Το ότι όμως δεν θα έλθει άλλος προφήτης, θέτει τους μουσουλμάνους σε μια ασυνήθιστη σχέση με τον κόσμο. Η ημέρα της κρίσεως δεν θα αργήσει να έρθει. Το τέλος του κόσμου είναι πάντα εν όψει. Μπορεί να αργήσει, αλλά θα έρθει. Από εδώ ανακύπτει το καθήκον των μουσουλμάνων να φυλάξουν την Αποκάλυψη του Κορανίου και τη μονοθεΐα.
Αυτό μας οδηγεί στην αντίληψη που έχουν οι μουσουλμάνοι για τον κόσμο και για τα έσχατα. Και εδώ υπάρχουν πολλά παράλληλα προς την βιβλική διδασκαλία, με αποκλίνουσες βέβαια και σε ορισμένα σημεία ασυμβίβαστες προς αυτήν ερμηνείες.

4. Ο κόσμος

Ο κόσμος είναι δημιουργία του Θεού. Με βάση την σχετική διδασκαλία της Αγίας Γραφής (Γεν. 1.κ.ε) το Ισλάμ διδάσκει ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός και σε έξι ημέρες. Συνεπώς ο κόσμος δεν είναι άναρχος και ατελεύτητος, όπως ο δημιουργός του. Όπως για τη χριστιανική διδασκαλία, έτσι και για το Ισλάμ, αιτία και σκοπός της δημιουργίας του κόσμου συμπίπτουν. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από άπειρη αγαθότητα και αγάπη. Έθεσε τάξη και αρμονία στη δημιουργία και μεριμνά προσωπικά για τη συντήρηση και τη διακυβέρνησή της. Συνεπώς ο κόσμος είναι «λίαν καλώς» φτιαγμένος και δεν είναι φύσει κακός. Ο κόσμος είναι γεμάτος σημεία και νοήματα (άγιατ), που περιγράφει με θαυμασμό το Κοράνιο. Ο κόσμος έχει τέλος, αλλά θα γίνει και πάλι καινούργιος κατά την ημέρα της αναστάσεως. Αυτή είναι ακράδαντη πίστη και στις δύο θρησκευτικές παραδόσεις, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ. Στην Β\' επιστολή του Αποστόλου Πέτρου (3,13) διαβάζουμε· «Καινούς γαρ ουρανούς και γην καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί».
Όπως λοιπόν κατά την Αγία Γραφή έτσι και κατά το Κοράνιο ο κόσμος είναι δημιουργία του Θεού και όλα όσα υπάρχουν σ’αυτόν δόθηκαν για χρήση του ανθρώπου. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός. Η διδασκαλία της Αγίας Γραφής για εξαήμερη δημιουργία είναι σαφής και στο Κοράνιο. Ο Θεός, λέει, περάτωσε το έργο της δημιουργίας σε έξι ημέρες και «υψώθηκε έπειτα στον θρόνο του (κουρσί) για να διοικήσει τα πάντα» (σούρα 25, 58-6950, 38.10, 30.11, 7. Πρβλ. Γένεσις 2, 2). «Να, Κύριος σας είναι ο Αλλάχ, ο οποίος δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη σε έξι ημέρες και υψώθηκε έπειτα στον θρόνο (της μεγαλοπρέπειάς του)» (σούρα 7, 54).
Ο χρόνος επίσης έχει αγιογραφική έννοια. Στο Κοράνιο καθορίζεται με βάση τα περί χρόνου λεγόμενα στον Ψαλμό 89,4 και στην Β\' Πέτρου 3,8,  όπου ο εγκόσμιος χρόνος αντιπαραβάλλεται και συγκρίνεται με τον θεϊκό χρόνο. Στη σόυρα 22,47 και 32,5 λέγεται σχεδόν αυτολεξεί προς τα παραπάνω βιβλικά χωρία, ότι «μία ημέρα κοντά στον Κύριό σας είναι ως χίλια έτη του δικού σας υπολογισμού».
Το ρήμα το οποίο κατεξοχήν χρησιμοποιείται για να εκφράσει την δημιουργική δύναμη του Θεού, είναι τοχάλακα (khalaqa), «δημιουργώ». Το ρήμα αυτό απαντά 107 φορές στο Κοράνιο. Χρησιμοποιείται επίσης και το ρήμα του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως bara’a (= κτίζω, δημιουργώ, πράττω και ποιώ), καθώς και το ρήμα sawara (= χαρακτηρίζω, απεικονίζω). Έτσι σε πολλά κορανικά χωρία ο Θεός ονομάζεται με τις εξής τρεις δημιουργικές του ιδιότητες:  
«Αυτός είναι ο (μόνος) Θεός, ο χορηγός, ο πλάστης και ο δημιουργός. Τα ωραιότερα των ονομάτων ανήκουν σ’ αυτόν» (σούρα 59,24).
Ο Θεός δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη με μια μόνο λέξη (κουν, «γεννηθήτω») και εν ριπή οφθαλμού (54,50). Ο κόσμος, τον οποίο δημιούργησε με σοφία, είναι λίαν καλός. Διευθέτησε τα πράγματα του κόσμου κατά τον πιο σοφό τρόπο και η σοφία του αποκαλύπτεται στην αρμονία και την ωραιότητα της φύσης. Τα πάντα στη φύση λειτουργούν αρμονικά και είναι στολισμένα με τον πιο ωραίο τρόπο. Η θαυμαστή αυτή διακόσμηση της θείας δημιουργίας αποκαλύπτει την ωραιότητα του κόσμου και την θεία μεγαλοπρέπεια. Στο Κοράνιο, σούρα 13, 3-4, περιγράφεται το έργο της θείας δημιουργίας ως εξής:
«Αυτός είναι εκείνος ο οποίος εξέτεινε ευρύτατα τη γη, έθεσε όρη σταθερά πάνω σ’ αυτήν και έκανε τους ποταμούς. Αυτός έδωσε όλους τους καρπούς που υπάρχουν πάνω σ’ αυτήν κατά ζεύγη και επιτρέπει τη νύχτα να διαδέχεται την ημέρα. Σε όλα αυτά υπάρχουν σημεία για να κατανοήσουν αυτοί που σκέπτονται. Πάνω στη γη βλέπετε πολλά και διαφορετικά αντικείμενα τα οποία μοιάζουν μεταξύ τους, όπως κήπους, αμπέλια, φοίνικες που φυτρώνουν μεμονωμένα ή συμπλέκονται κατά δύο ή τρεις σε ένα κόρμο. Όλα αυτά ποτίζονται από το ίδιο νερό. Πλην όμως, εμείς (ο Θεός) κάνουμε μερικούς από τους καρπούς αυτούς καλύτερους στη γεύση από άλλους. Σε όλα αυτά βέβαια υπάρχουν σημεία για λαό νοήμονα».
Από το μεγαλείο της δημιουργίας συνάγεται και ο σκοπός του κόσμου. Κατά το Κοράνιο ο Αλλάχ δεν δημιούργησε τους ουρανούς και την γη άσκοπα και χάριν παιδιάς, ούτε επίσης μάταια (σούρα 44,38-39. 38,27), αλλά «αληθινά» και για «ορισμένη χρονική διάρκεια και σκοπό» (30,8). Η έννοια της «διορίας» (άζαλ) παρουσιάζεται στη σούρα 71, 4, όπου λέγεται ότι ο Θεός έθεσε διορία στον αμαρτωλό να μετανοήσει. Ο Θεός έθεσε ορισμένη διορία στη ζωή όλων των όντων και των λαών, ώστε τα πάντα να κινούνται μέσα στα όρια ορισμένου χρόνου και για ορισμένον σκοπό. Κάθε ιστορική περίοδος (άζαλ) των διαφόρων λαών έχει το ιερό βιβλίο της (13,38) και τα πάντα πορεύονται κατά την θέληση και τους σκοπούς του Θεού.
Επομένως ο κόσμος είναι γεμάτος σκοπούς και νοήματα. Ο κόσμος περικλείει αξίες και σκοπούς με υλική αλλά και πνευματική διάσταση. Για τον συνετό άνθρωπο υπάρχουν «σημεία» στην φύση, αλλά και στα βάθη της καρδιάς του, τα οποία του διδάσκουν τους σκοπούς και το νόημα του κόσμου και της ζωής του. Για τα πάντα υπάρχει τάξη και αριθμός, μέτρο και όριο. Τα «σημεία» του σύμπαντος, τα οποία είναι σημεία της φυσικής του Θεού αποκαλύψεως, περιγράφονται σε πολλά κορανικά χωρία. Κάθε περιγραφή της μεγαλοπρεπούς δημιουργίας σκοπόν έχει να δείξει αφ’ ενός μεν την παντοδυναμία και το μεγαλείο του Θεού, αφ’ ετέρου δε στοχεύει στην παιδαγωγία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να στοχάζεται και να εννοεί τα «σημεία του κόσμου», για να οδηγήται στους σκοπούς που έθεσε ο Θεός στον κόσμο. «Στην δημιουργία του ουρανού και της γης, στη διαδοχή της ημέρας και της νύχτας, υπάρχουν σημεία για τους εχέφρονες» (3, 190). Ο προφήτης του Ισλάμ στρέφεται προς όλα τα σημεία του ουρανού και της γης και βλέπει όλα τα δημιουργήματα, έμψυχα και άψυχα, να αναζητούν και να δοξολογούν τον σοφό Δημιουργό τους. Δεν βλέπεις, λέει, πώς τα δέντρα κλίνουν δεξιά και αριστερά τις κορυφές τους; Προσκυνούν έτσι τον Δημιουργό τους. Δεν παρατήρησες ότι όλα όσα υπάρχουν στον ουρανό και όσα υπάρχουν στη γη, δοξολογούν τον Θεό, καθώς και τα πουλιά, όταν εκτείνουν τις πτέρυγές τους; Δεν είδες πώς ο Θεός ωθεί ελαφρώς τα σύννεφα συνενώνοντας και συσσωρεύοντας αυτά; Έπειτα βλέπεις να εξέρχεται από αυτά βροχή άφθονη. Όλα αυτά είναι «θεία σημεία» για τους νουνεχείς (24,40-46).
Ο κόσμος είναι γεμάτος «σημεία» και «λίαν ωραίος», αλλά δεν είναι αιώνιος. Δημιουργήθηκε σε μια ορισμένη χρονική στιγμή από τον Θεό. Συνεπώς, αφού έχει αρχή, θα έχει και τέλος· θα διαρκέσει τόσο, όσο θέλει ο Θεός. Άρα ο κόσμος δεν είναι αυτοτελής, αλλά παροδικός και φθαρτός. Για τους συνετούς υπάρχουν και εδώ «σημεία» για να εννοήσουν. Τα πάντα θα παρέλθουν εκτός από το πρόσωπο του Θεού.
Επομένως, ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελπίζει και να επαναπαύεται στα πλούτη του κόσμου τούτου, διότι όλα αυτά θα εκμηδενιστούν. Μόνο το πρόσωπο του Θεού μένει στον αιώνα και προς αυτό πρέπει να προσβλέπει με ελπίδα ο πιστός.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο μουσουλμάνος αρνείται τον κόσμο. Αντιθέτως τονίζει την αξία των αγαθών του κόσμου και της ζωής. Τα αγαθά τούτου του κόσμου θεωρούνται δώρα του Θεού, τα οποία πλούσια χορηγεί ο Οικτίρμων στους δούλους του. Η βασική θέση του Ισλάμ απέναντι στον κόσμο είναι αυτή την οποία εκθέτει ο μουσουλμάνος θεολόγος Abû Hayyân al-Tauhîdî με τα ακόλουθα:
«Ο άριστος από σας δεν είναι εκείνος, ο οποίος εγκαταλείπει την άλλη ζωή για την παρούσα, αλλά ούτε και εκείνος ο οποίος καρπώνεται και από τον παρόντα και από τον μέλλοντα κόσμο... (Γι’ αυτό) φρόντιζε για το μέλλον σου, σαν να πρόκειται να πεθάνεις αύριο, και φρόντιζε για την τωρινή ζωή σου, σαν να πρόκειται να ζήσεις αιώνια. (Διότι) η παρούσα και η μέλλουσα ζωή είναι όπως η ανατολή και η δύση. Όταν απομακρύνεσαι από την μία, πλησιάζεις την άλλη, και όταν πλησιάζεις την άλλη απομακρύνεσαι από την πρώτη».
Συνεπώς ο κόσμος θα κριθεί. Γι’ αυτό ο κόσμος πρέπει να σκοπείται με βάση τις εσχατολογικές του προοπτικές. Όλα τα «σημεία» του κόσμου προς τα εκεί κατατείνουν. Η δημιουργία συνδέεται με την παντοδυναμία του Θεού. Όπως ο Θεός έφερε τα πάντα σε ύπαρξη με μόνο τον λόγο του από το μηδέν, έτσι έχει την δύναμη να αναστήσει και να αναζωοποιήσει τον άνθρωπο με μια νέα δημιουργική του πράξη και να τον κρίνει (σούρα 79,27-41). Έτσι φτάνουμε στο νόημα που δίνει το Ισλάμ για τον άνθρωπο.

5. Ο άνθρωπος

Ο άνθρωπος είναι τόσο για τον Χριστιανισμό όσο και για το Ισλάμ το ανώτατο δημιούργημα του Θεού, διότι κατά μεν τον Χριστιανισμό πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού, ενώ κατά το Ισλάμ πλάστηκε από τον Θεό με τις ωραιότερες αναλογίες, προικίστηκε με σοφία και έγινε χαλίφης, δηλαδή εκπρόσωπος του Θεού στη γη. Η δημιουργία του Αδάμ είναι και στο Κοράνιο κατά τις γενικές της γραμμές, όμοια με αυτή της βιβλικής διδασκαλίας.
Ήδη κατά τα πρώτα βήματα του κηρύγματός του στη Μέκκα ο Μωάμεθ παρέλαβε την περί πρωτοπλάστων ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης και εξιστόρησε με δικό του τρόπο τη δημιουργία του ανθρώπου:
«Επλάσαμε τον άνθρωπο από ξηρό πηλό, από πρόπλασμα λάσπης· προηγουμένως επλάσαμε τα πνεύματα (τζίν) από τη φωτιά» (σούρα 15, 26-27).
Η σειρά των πράξεων του Θεού για την πλάση του ανθρώπου περιγράφεται ως εξής στο κοράνιο: Ο Θεός πήρε λάσπη, από τη γη η οποία λόγω της μακράς παραμονής της σε λιμνάζοντα νερά είχε γίνει μαύρη, και αφού την έβαλε σε καλούπι, διαμόρφωσε το πρότυπο, δηλαδή το άγαλμα κενού και άψυχου ανθρώπου, το οποίο όταν ξηράθηκε έγινε ξηρός πηλός που ηχούσε στα χτυπήματα. Όταν ο Θεός έδωσε στο άψυχο αυτό πρόπλασμα όψη και το έκανε ωραίο και συμμετρικό, φύσηξε μέσα του πνοή από τη πνοή του, δηλαδή μέρος από το πνεύμα του (ρούχ), και έγινε ο ζωντανός άνθρωπος (σούρα 15, 26 κ.ε., 32,8.  38,72).  
Όσον αφορά στη δημιουργία της Εύας το Κοράνιο δεν κάνει ιδιαίτερο λόγο, αλλά περιορίζεται απλώς να δηλώσει τα ακόλουθα:
«Ώ άνθρωποι φοβηθείτε τον Θεό σας ο οποίος σας έπλασε από ένα μόνο όν, από το οποίο έπλασε ακολούθως τη σύντροφό του και από τους δύο αυτούς πολλούς άνδρες και γυναίκες» (σούρα 4,1· πρβλ. 7, 189. 30,20. 39,8. 42,9).
Για τη δημιουργία των λοιπών ανθρώπων μετά τον Αδάμ το Κοράνιο διηγείται ότι ο Θεός τους δημιουργεί με μια σειρά από σταθερές πράξεις της θελήσεώς του, οι οποίες συνιστούν τον φυσικό τρόπο σχηματισμού τους ως εμβρύου στην κοιλιά της μητέρας τους και την πορεία της φυσικής του ανθρώπου γέννησης (σούρα 29,12-14. 39, 8).
Όπως η βιβλική διδασκαλία εξαίρει την αρχική λαμπρή κατάσταση του Αδάμ έτσι και το Κοράνιο, αντλώντας από αυτήν, τονίζει την αρχική ένδοξη όψη του προπάτορα. Ο Θεός αφού έπλασε τον άνθρωπο με ωραιότατη μορφή(σούρα 95,4) τον τοποθέτησε στον παράδεισο και του δίδαξε τα ονόματα όλων των όντων, πράγμα που σημαίνει ότι τον προίκισε με μεγάλες διανοητικές ικανότητες, τον τοποθέτησε τοποτηρητή (χαλίφη) στη γη και του έδωσε τη δύναμη να «κατακυριεύσει» της φύσεως. Ακόμα και οι άγγελοι θαύμασαν την σοφία του και με διαταγή του Θεού έπεσαν και τον προσκύνησαν εκτός από τον διάβολο «ιμπλίς», ο οποίος από τότε έγινε καταραμένος και εχθρός του ανθρώπου (σούρα 2, 2832. 38, 71-74).
Πώς συνέβη, ώστε ο άνθρωπος που πλάστηκε με κάθε ωραιότητα από τα χέρια του Θεού να πέσει και να εκδιωχθεί από το παράδεισο; Αιτία της πτώσεως είναι ο διάβολος. Το Κοράνιο λύνει το πρόβλημα αυτό με βάση τις γνωστές βιβλικές διηγήσεις για την παραπλάνηση των πρωτοπλάστων στον παράδεισο από τον διάβολο μεταμορφωμένον σε παμπόνηρο φίδι. Ο Θεός τους παράγγειλε να κατοικήσουν τον κήπο του παραδείσου και να τρώνε από όλους τους καρπούς των δέντρων του εκτός από τον καρπό του «δένδρου της αιωνιότητας και της άφθαρτης εξουσίας» (σούρα 20,120. 7,19 και 2,35).
Ο σατανάς όμως προκαλώντας την έμφυτη φιλοδοξία τους για αιωνιότητα και ακατάληπτη εξουσία (σούρα 2,118) κατόρθωσε να τους εξαπατήσει. Ο Αδάμ και η Εύα έφαγαν από τον καρπό του δένδρου εκείνου και βρέθηκαν ένοχοι απέναντι στην απαγορευτική εντολή του Θεού. Συνέπεια της παρακοής αυτής ήταν η εκδίωξή τους από τον παράδεισο (σούρα 7,19-24. 2,35-38 και 20,115-122).
Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία του ανθρώπου όπως περιγράφεται στο Κοράνιο. Η όλη κορανική διήγηση η οποία δεν είναι ξένη προς τη βιβλική παράδοση, δείχνει δύο τρόπους υπάρξεως του ανθρώπου.
α. ο Αδάμ πριν από την παρακοή έχει τέσσερα κύρια γνωρίσματα: αγαθότητα, εγγύτητα προς τον Θεό, γνώση και δύναμη. Η αγαθότητα και εγγύτητα με τον Θεό σχετίζονται με την φύση (φίτρα) της θείας μονοθεΐας, σύμφωνα με την οποία ο θεός έπλασε τον άνθρωπο (30,30). Ως τέτοιος ο άνθρωπος γίνεται αντικείμενο προσκυνήσεως από τους αγγέλους (2,34). Η γνώση σχετίζεται με τα λογικά προσόντα με τα οποία ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο, καθώς «δίδαξε τον Αδάμ τις ονομασίες όλων των όντων» (2,30-34). Η δύναμη καθρεφτίζεται στην κυριαρχία του ανθρώπου σε όλα πάνω στη γη. Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο «εκπρόσωπό του» (χαλίφη) πάνω στη γη και του έδωσε τη δυνατότητα να κατακυριεύσει της φύσεως (2,30, παράβαλε για τα παραπάνω Γεν. 1,26-28).  
β. ο δεύτερος τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, είναι εκείνος που ακολουθεί μετά την παρακοή των πρωτοπλάστων. Εδώ έχουμε δύο στάδια: πρώτα έρχεται η γνώση της «γυμνότητας», πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχασε τον πρώτο τρόπο υπάρξεώς του, της αθωότητας, της γνώσης του Θεού και εγγύτητάς του, καθώς επίσης και την δύναμή του. Το δεύτερο στάδιο αρχίζει τη στιγμή που ο Θεός εκδιώκει τους πρωτοπλάστους από τον παράδεισο. Και ο Θεός είπε: «κατεβείτε αμφότεροι από εδώ, και θα είσαστε εχθροί ο ένας με τον άλλον» (20,123. 2,38). Η συνέπεια της παρακοής ολοκληρώθηκε. Ο άνθρωπος χωρίστηκε από τον Θεό και έχασε την προηγούμενη λαμπρή του κατάσταση. Αλλά ο Θεός δεν τον άφησε αβοήθητο. Του έδωσε την υπόσχεση της αποστολής της αποκάλυψης, ώστε να μη χάσει τη μονοθεΐα.  
Εδώ μπορεί να παρακολουθήσει κανείς και πάλι τα βιβλικά παράλληλα, όπως αυτά περιγράφονται παραστατικότατα στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου της Γενέσεως: οι πρωτόπλαστοι έφαγαν από τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου και διανοίχθηκαν οι οφθαλμοί τους, και είδαν ότι ήταν γυμνοί και φοβήθηκαν. Όταν ο κύριος τους ρώτησε γιατί παρέβησαν την εντολή, ο ένας έριχνε την ευθύνη πάνω στον άλλο και η γυναίκα στον όφι. Και καταράστηκε ο Κύριος τον όφι (διάβολο) και είπε: «επικατάρατος συ…και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής. Αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν» (Γεν. 3,8-15). Οι δύο τελευταίοι στίχοι αποτελούν για τους χριστιανούς το  «πρωτευαγγέλιο», την υπόσχεση δηλαδή του Θεού ότι θα στείλει πρώτα την αποκάλυψη με τους προφήτες και έπειτα τον Υιό και Λόγο του Θεού, ο οποίος θα προσλάβει τέλεια την ανθρώπινη φύση και με το σωτηριώδες έργο του, την σταυρική του θρησκεία και την ανάστασή του θα σώσει τον άνθρωπο.
Η διαφορά από την χριστιανική διδασκαλία σε όλα τα κατά τα άλλα παράλληλη προς τις κύριες γραμμές περιγραφής της ιστορίας των πρωτοπλάστων, είναι ότι το Ισλάμ δεν δέχεται προπατορική αμαρτία. Ο Αδάμ μετανόησε και ο Θεός τον συγχώρησε. Όταν ο Αδάμ και η Εύα συναισθάνθηκαν τις συνέπειες της παρακοής αναφώνησαν: «Κύριέ μας είμαστε ένοχοι και αν δεν μας συγχωρήσεις, συ που είσαι οικτίρμων, θα απολεσθούμε» (σούρα 7, 23). «Ακολούθως πήρε ο Αδάμ από τον Κύριό του λόγους επαγγελίας, και ο Κύριός του δέχτηκε την μετάνοιά του και τον συγχώρησε. Αυτός βεβαίως είναι ο συγχωρών τον μετανοούντα, διότι είναι ελεήμων» (σούρα 2, 37. 20, 121-122). Άρα, σύμφωνα με τη μουσουλμανική διδασκαλία, ο Αδάμ δεν έρχεται στον κόσμο ως καταδικασμένο ον, αλλά ως ον σε κρίση. Ότι όμως ο Αδάμ δεν κληροδοτεί την προσωπική του αμαρτία στους απογόνους του, αλλά την ροπή προς την αμαρτία, μια κατάσταση δηλαδή ασθενείας και κρίσεως, είναι βέβαια διδασκαλία της ανατολικής χριστιανικής Εκκλησίας. Οι συνέπειες της προπατορικής αμαρτίας που καταδικάζουν τον άνθρωπο ως όν απωλείας, τονίζονται κυρίως από την σχολαστική θεολογία του δυτικού χριστιανισμού. Οι πατέρες της ανατολικής Εκκλησίας δεν μιλούν για την απολύτρωση του ανθρώπου με δικανικούς όρους που δηλώνουν ότι πληγώθηκε η δικαιοσύνη του Θεού και άρα χρειαζόταν να πληρώσει ο άνθρωπος για να απολυτρωθεί, αλλά για την κατάσταση ασθενείας και κρίσεως στην οποία περιήλθε. Ο άνθρωπος ωστόσο με την παρακοή του πρωτοπλάστου έχασε την αρχική του αγαθή κατάσταση. Και την συνέπεια αυτή την δέχονται και οι μουσουλμάνοι. Η διαφορά της χριστιανικής διδασκαλίας βρίσκεται στο ότι για να σωθεί ο άνθρωπος χρειαζόταν να έρθει και να προσλάβει την ανθρώπινη φύση κατά τέλειον τρόπο ο ίδιος ο Θεός, το δεύτερο δηλαδή πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος του Θεού. Από εδώ προκύπτει μια ριζική διαφορά ερμηνείας μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ στην αποστολή της Αποκαλύψεως και στο όλο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Ας παρακολουθήσουμε την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία: Ο άνθρωπος πλάστηκε «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Το «Κατ’ εικόνα» αναφέρεται στα λογικά και ηθικά προσόντα και στην ελευθερία της θελήσεως, με τα οποία ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο. Το «καθ’ ομοίωσιν» αναφέρεται στην ικανότητα του ανθρώπου να προχωρήσει στην ηθική και πνευματική τελείωση και να γίνει τέλειος στην αρετή και το αγαθό μοιάζοντας έτσι κατά το δυνατόν στην αρετή τον Θεό: «το μεν γάρ κατ’ εικόνα το νοερόν δηλοί και το αυτεξούσιον, το δε καθ’ ομοίωσιν την της αρετής κατά το δυνατόν ομοίωσιν» (ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός). Λόγω όμως της κακής χρήσεως της ελευθερίας, ο άνθρωπος έπεσε από την αρχική του κατάσταση και έχασε την θεογνωσία, δηλαδή την καθαρή γνώση του Θεού, γιατί το «κατ’ εικόνα» αμαυρώθηκε και δεν μπορούσε να τον βοηθήσει στη θετική πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν», δηλαδή προς την αρετή κα την αγιότητα. Το αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος. Έτσι η αμαρτία εισήλθε στον κόσμο και συμπαρέσυρε στη φθορά ολόκληρη τη δημιουργία. Ο Θεός όμως από άπειρη αγάπη προς τον άνθρωπο και τη δημιουργία του δεν εγκατέλειψε τον κόσμο στη φθορά. Επεμβαίνει στην ιστορία του κόσμου και συναντά το πλάσμα του μέσα στην ιστορία του κόσμου. Η επέμβαση αυτή του Θεού στον κόσμο συνιστά την ιστορία της θείας Οικονομίας, δηλαδή την ιστορία της σωτηρίας. Ο Θεός συλλαμβάνει προαιωνίως το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου και το πραγματοποιεί εν χρόνω με την αποστολή των προφητών και τέλος με την ενανθρώπηση, τη διδασκαλία, τη σταυρική θυσία και την Ανάσταση του Υιού και Λόγου του Θεού, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, που είναι ο όλος Θεός, ο οποίος όμως προσέλαβε κατά τέλειον τρόπο και ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Έτσι σώζεται ο άνθρωπος. Έχομε λοιπόν μια τελείως διαφορετική ερμηνεία σωτηρίας. Συμφωνούμε όμως ότι ο Θεός είναι στο κέντρο της ιστορίας του κόσμου, βοηθεί και σώζει τον άνθρωπο.
Γενικώς πάντως το Ισλάμ δεν είναι μυστηριακή θρησκεία. Δεν θεωρεί τον εαυτό του μόνον ως θρησκεία, αλλά και ως κοινωνία του Θεού, η οποία συνενώνει θρησκευτική και πολιτική μαζί εξουσία. Στην κοινωνία αυτή δεν υπάρχει μεσίτης και λυτρωτής.  Ο μόνος εγγυητής για την ευημερία του ανθρώπου και για τη σωτηρία του για την άλλη ζωή είναι ο νόμος του Θεού που περιέχεται στο Κοράνιο.

6. Τα έσχατα. Παράδεισος και Κόλαση

Η συγγένεια του Ισλάμ με τον Χριστιανισμό είναι η ελπίδα των εσχάτων. Ολόκληρη η εσχατολογική προοπτική του Ισλάμ είναι μια αναμονή της ελεύσεως της εσχάτης ημέρας, κατά την οποία ο Θεός θα αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην προηγούμενη θέση του. Τα έσχατα περιγράφονται με τρομερές και  εντυπωσιακές εικόνες στο Κοράνιο και θυμίζουν ορισμένα χωρία του Ευαγγελίου. Κατά την έσχατη ημέρα, αφού καταστραφούν τα πάντα, θα σαλπίσει ο άγγελος και όλοι οι άνθρωποι θα αναστηθούν. Η ημέρα της κρίσεως θα είναι ημέρα, κατά την οποία όλοι θα πάρουν την αμοιβή των έργων τους. Συνεπώς ο κόσμος θα κριθεί και θα βρίσκεται σε αιώνια ειρήνη μαζί με τον Θεό. Έτσι οι μουσουλμάνοι πιστεύουν κι ελπίζουν στη μέλλουσα ζωή. Η μέλλουσα ζωή δεν τελειώνει με την έλευση του θανάτου, διότι μετά από αυτόν αρχίζει η νέα ζωή, η οποία είναι ανώτερη της παρούσας. Στο Κοράνιο, παρόλες τις εγκόσμιου περιεχομένου περιγραφές περί αγαθών, κοινωνικών θεσμών, νομικών διατάξεων κ.λπ., υπάρχει ισχυρή η προσδοκία ενός άλλου κόσμου καλύτερου του παρόντος. Ο μουσουλμάνος δεν αρνείται τον κόσμο, τα αγαθά του οποίου θεωρεί ως δώρα του Θεού, αλλά δέχεται ότι ο παρών κόσμος βρίσκει την πληρότητά του στην άλλη ζωή. Η άλλη ζωή δεν αίρει τον παρόντα κόσμο, αλλά τον αποδίδει με τελειότητα. Στο Κοράνιο τονίζονται τα αγαθά του κόσμου αλλά και η αντίθεση προς αυτά. «Κοντά στον Θεό υπάρχουν πολλά λάφυρα» (σούρα 4, 94)· «σεις επιθυμείτε τα αγαθά του κόσμου τούτου, αλλά ο Θεός επιθυμεί να σας δώσει τα αγαθά της μέλλουσας ζωής» (σούρα 8,67). Οι χριστιανικές επιδράσεις δεν απουσιάζουν από τη θεώρηση του κόσμου τούτου. Ο παρών κόσμος είναι το στάδιο αγώνος για τον άλλον. Ο πιστός δοκιμάζεται στον παρόντα κόσμο, για να αποδειχθεί αν είναι άξιος για την ευδαιμονία του άλλου. Το Κοράνιο κάνει λόγο για δύο παραδείσους για τους δικαίους και για δύο κολάσεις για τους αδίκους· για το παράδεισο του παρόντος και για τον παράδεισο του μέλλοντος κόσμου, και για την κόλαση του παρόντος και την κόλαση του μέλλοντος κόσμου (σούρα 55,46).
Η πίστη στην μετά θάνατον ζωή δηλώνεται στο Κοράνιο με τη λέξη αλ-άχιρα. Το άχιρ, το «μετέπειτα», το «επόμενο», είναι το αντίθετο του αλ-άουαλ, του «πρώτου», του «παρόντος», και επομένως το αλ-άχιραδηλώνει την άλλη ζωή, το επέκεινα, που έρχεται μετά την παρούσα ζωή. Αντί της απλής εκφράσεως αλ-άχιρα, χρησιμοποιείται συνήθως η έκφραση γιάουμ αλ-άχιρα, δηλαδή η «έσχατη ημέρα» (2, 8).Έτσι ο παρών και ο μέλλων κόσμος είναι κατά τους μουσουλμάνους δώρα του Θεού, τα οποία ο Θεός ετοίμασε για τους πιστούς του. Αυτό δηλώνεται σαφώς στο Κοράνιο, το οποίο ως «χαρμόσυνη αγγελία» (μπούσρα) ευαγγελίζεται «χαράς ευαγγέλια στους πιστούς σε τούτον εδώ τον κόσμο και τον μέλλοντα (αλ-άχιρα)» (σούρα 10, 64).    
Η μεγάλη λοιπόν ελπίδα των μουσουλμάνων είναι η μέλλουσα ζωή. Ο κόσμος θα παρέλθει, αλλά δεν θα εκμηδενισθεί. Θα αναστηθεί και θα αναδημιουργηθεί. Ο Θεός θα καλέσει τα πάντα στην παρουσία του και ο άνθρωπος θα αναστηθεί από τη σκόνη. Δεν πρόκειται ούτε το παραμικρό να χαθεί. Ο Θεός θα αναστήσει τα σώματα των νεκρών και θα ενώσει με αυτά τις ψυχές τους. Η ημέρα της κρίσεως θα έλθει και ο καθένας θα είναι μάρτυρας των δικών του έργων, της πίστης του και των αμφιβολιών του. Η ημέρα της κρίσεως θα είναι η μεγάλη διάψευση όλων όσοι στη γη αμφισβητούσαν την ανάσταση και δεν πίστευαν στην θεία παντοδυναμία (6,31. 3,30). Την ώρα εκείνη θα επιθυμήσουν να ήταν αιώνια νεκροί, διότι η ανάσταση και η αναδημιουργία της ύπαρξής τους θα είναι βάρος και απελπισία. Αντίθετα οι δίκαιοι θα εισέλθουν πανευτυχείς στον παράδεισο. Αυτοί που αναμένουν με υπομονή την ημέρα του Κυρίου, θα δικαιωθούν (23,11. 18,107-108).
Ο θάνατος επομένως υπό το φως των απλών διδασκαλιών του Κορανίου δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ζωής, αλλά το άνοιγμα της θύρας προς μιαν άλλη ζωή υψηλότερης μορφής από την παρούσα. Ο προφήτης του Ισλάμ δεν διδάσκει απλώς την μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής μόνης, αλλά κηρύττει την ανάσταση του όλου ανθρώπου. Η διδασκαλία αυτή δείχνει τη σχέση του κηρύγματός του προς τις σχετικές χριστιανικές διδασκαλίες. Η έννοια του θανάτου και της αναστάσεως στο Κοράνιο συναρτάται πάντοτε προς την παντοδυναμία του Θεού. Αφού ο Θεός ως παντοδύναμος εδημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός, έχει πολύ περισσότερο την δύναμη τώρα, που η ύλη υφίσταται, να αναστήσει τους νεκρούς (79,27-41. 22,5. 46, 33-34). Η έμφαση αυτή στην παντοδυναμία του Θεού έχει άμεση σχέση προς τα χωρία εκείνα του Κορανίου, στα οποία τονίζεται ότι η ζωή και ο θάνατος βρίσκονται αποκλειστικά στα χέρια του Θεού και τελούν υπό τον απόλυτο έλεγχο της θελήσεώς του (7,53. 14,21. 17,49-52. 19,66-72. 50,3, 20-29 και 41-44. 75,1-15. 79,10-12. 86,5-8).
Η προσδοκία των εσχάτων. Η προσδοκία της ανάστασης και της αιώνιας ζωής είναι ισχυρή στους μουσουλμάνους. Πώς όμως αναμένουν την συντέλεια του κόσμου, την ανάσταση των νεκρών και την εσχάτη ημέρα της κρίσεως; Της ημέρας της κρίσεως θα προηγηθούν «σημεία και τέρατα», μετά από τα οποία θα επακολουθήσει η καταστροφή του κόσμου και η γενική των νεκρών ανάσταση. Με τρομερές, υποβλητικές και ασύνδετες μεταξύ τους φράσεις και εικόνες γίνεται λόγος στο Κοράνιο για την ημέρα κατά την οποία τα μνήματα θα ανοιχθούν και οι άνθρωποι θα αναστηθούν και τρέμοντας θα οδηγηθούν μπροστά στον δικαιοκρίτη Θεό, για να κριθούν σύμφωνα με τα έργα τους (77,8-50). Κατά το πρώτο σάλπισμα του αγγέλου θα σημειωθεί η καταστροφή του κόσμου, κατά το δεύτερο ο θάνατος όλων των εμψύχων, ακόμη και των αγγέλων και των δαιμόνων, και κατά το τρίτο θα επακολουθήσει η ανάσταση όλων των σωμάτων, τα οποία θα συνδεθούν με τις ψυχές τους (78,17εξ. 79,1-46. 80,33-42. 81,1-14. 82,1-19). Οι άγγελοι του Κυρίου θα διασκορπισθούν ανά τα πέρατα της οικουμένης και θα συναθροίσουν όλους τους ανθρώπους ενώπιον του θρόνου της θείας δίκης, για να δώσουν λόγο των πράξεών τους (77,1-15. 78,21-26. 101,1-8.100,1-11. 99,1-8).
Με βάση τις αντιλήψεις αυτές, που είναι επηρεασμένες από την χριστιανική αποκαλυπτική φιλολογία, αναπτύχθηκαν αργότερα στο Ισλάμ οι ιδιαίτερες αποκαλυπτικές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες λίγο πριν από τα έσχατα θα έρθει ένα θρυλικό πρόσωπο με μεσσιανικές ιδιότητες, ο Μάχντη, ο «εσχατολογικός Λυτρωτής» του Ισλάμ, ο οποίος θα διαδώσει το Ισλάμ σε όλη τη γη, θα κυβερνήσει την ανθρωπότητα σύμφωνα με τη παράδοση του προφήτη και θα φέρει την δικαιοσύνη στον κόσμο. Οι αντιλήψεις αυτές, γνωστές αρχικά στην παράδοση των Σιιτών για τον κρυμμένο ιμάμη, εισχώρησαν σύντομα και στο Σουννιτικό Ισλάμ και η αναμονή του Μάχντη ασκεί μεγάλη επιρροή στη λαϊκή ευσέβεια. Πριν ή μετά τον Μάχντη θα εμφανιστεί ο Ντατζάλ, ο ισλαμικός «Αντίχριστος», εναντίον του οποίου ο Αλλάχ θα στείλει τον Μεσσία, τον Υιό της Μαρίας, ο οποίος κατά τις βασικές ισλαμικές διδασκαλίες δεν πέθανε επί του σταυρού, αλλά ανελήφθη στους ουρανούς, από όπου κατά τα έσχατα ο Αλλάχ θα τον στείλει στη γη. Αυτός θα πολεμήσει και θα φονεύσει τον Αντίχριστο, θα βοηθήσει τον Μάχντη στο έργο του, και θα οδηγήσει όλους τους Χριστιανούς στο Ισλάμ. Μετά θα έρθουν τα έσχατα.    
Η κρίση: Η ενώπιον του Θεού κρίση των ανθρώπων θα διεξαχθεί με βάση το βιβλίο των πράξεων κάθε ανθρώπου. Το βιβλίο αυτό, που μνημονεύεται σε πολλά κορανικά χωρία, είναι γραπτό κείμενο που περιέχει ακριβώς τις πράξεις του κάθε ανθρώπου, τις οποίες καταγράφουν σ’ αυτό οι δύο φύλακες άγγελοι, οι οποίοι συνοδεύουν κάθε άνθρωπο πάνω στη γη (83,7 και 88. 84,7-12). Σύμβολο της θείας δικαιοσύνης που θα κρίνει τις πράξεις του ανθρώπου είναι ο «ζυγός» (μια παράσταση την οποία βρίσκουμε ήδη στην θρησκεία της αρχαίας Αιγύπτου), ο οποίος θα ζυγίζει με κάθε ακρίβεια τα αγαθά και τα κακά έργα των ανθρώπων (21,47).
Μετά το πέρας της κρίσεως, οι μεν δίκαιοι θα μεταβούν στον παράδεισο, οι δε άδικοι στην κόλαση. Η ισλαμική εσχατολογία παρέλαβε από τον Παρσισμό το μυθικό σύμβολο μιας λεπτής γέφυρας (sirât), πάνω από την οποία θα περάσουν υποχρεωτικά όλοι οι άνθρωποι. Στην λαϊκή αντίληψη του Ισλάμ η γέφυρα αυτή περιγράφεται όπως ακριβώς στο Bundahishn, ένα αρχαίο βιβλίο του Παρσισμού: Δηλαδή, είναι «λεπτή σαν τρίχα, κοφτερή σαν το ξίφος και σκοτεινότερη της νύχτας». Προφανώς το εσχατολογικό αυτό σύμβολο μεταβιβάστηκε στο Ισλάμ μέσω του Μανιχαϊσμού. Κατά την ημέρα της κρίσεως όλοι οι άνθρωποι θα υποστούν την τελευταία δοκιμασία και θα υποχρεωθούν να περάσουν στον παράδεισο ή την κόλαση πάνω από την γέφυρα αυτή, η οποία κρέμεται πάνω από την άβυσσο του Άδη. Οι πιστοί θα την περάσουν εύκολα, ενώ οι άπιστοι θα κατακρημνισθούν στα βάθη της κόλασης.
Η κόλαση: Την φρίκη της κολάσεως και τα τρομερά βασανιστήρια, τα οποία θα υφίστανται σ’αυτήν οι καταδικασμένοι, περιγράφουν με ιδιαίτερα τρομερές εικόνες τα διάφορα κορανικά χωρία. Η κόλαση αναφέρεται διακόσιες φορές στο Κοράνιο. Έχει επτά πατώματα, τα οποία βαίνουν κατά κατιούσαν φοράν προς το αχανές βάθος της, και διάφορα διαμερίσματα, στα οποία κολάζονται οι άπιστοι ανάλογα με τα έργα τους. Η κόλαση είναι γεμάτη από φωτιά (56,41-56. 77,1-50. 78, 17-40. 79,6εξ. και 36. 82,14. 83,16. 88,2-7). Οι λαϊκές αυτές παραστάσεις έκαναν εντύπωση στον Ιταλό ποιητή του Μεσαίωνα Δάντη, ο οποίος περιγράφει αναλόγως την κόλαση στο έργο του «Θεία Κωμωδία».
Για τους μουσουλμάνους όμως η κόλαση δεν είναι μόνο τόπος βασάνων αλλά και εξαγνισμού, που θα γίνει μέσω του πυρός της κολάσεως. Πρόκειται για μια πίστη που θυμίζει το Purgatorium της Δυτικής εκκλησίας. Ο εξαγνισμός αυτός σύμφωνα με την παλαιότερη κυρίως μουσουλμανική διδασκαλία προορίζεται μόνο για τους μουσουλμάνους. Οι αμαρτωλοί μουσουλμάνοι θα εκτίσουν ποινές στο πυρ της κόλασης για ορισμένον μόνο χρόνο, περισσότερο ή λιγότερο, ανάλογα με τις αμαρτίες τους. Τελικά θα απαλλαγούν από τις κακές συνέπειες των πράξεών τους και θα μεταβούν στον παράδεισο. Κανένας από τους μουσουλμάνους δεν θα παραμείνει στην κόλαση. Η κόλαση προορίζεται μόνο για τους μη μουσουλμάνους.
Ελεύθερα ωστόσο πνεύματα του μεταγενέστερου Ισλάμ και σημερινοί θεολόγοι του διατυπώνουν την διδασκαλία ότι και άλλοι άνθρωποι, κυρίως όμως οι «λαοί της Βίβλου», αφού περάσουν από το πυρ της κολάσεως εκτίοντας ποινές ανάλογες με τα έργα τους, θα εξαγνισθούν και αυτοί, και ότι τελικά ο Θεός θα σώσει όλους τους ανθρώπους και θα καταργήσει την κόλαση. Μια τέτοια διδασκαλία βρίσκεται κυρίως στον ισλαμικό μυστικισμό. Μερικοί μουσουλμάνοι μυστικοί, όπως ο μεγάλος ποιητής Μεβλανά Τζαλάλεντιν Ρούμη (1204-1273), έφτασαν στο σημείο να εκφράσουν την γνώμη ότι τελικά ο Θεός με την αγαθότητά του θα λυπηθεί και θα σώσει και τον διάβολο.
Ο παράδεισος: Η μεγάλη ελπίδα των μουσουλμάνων είναι ο παράδεισος. Το Ισλάμ, το οποίο έχει παρόμοιες εσχατολογικές διδασκαλίες προς αυτές της βιβλικής παραδόσεως, χρησιμοποιεί για τον παράδεισο τα ονόματα που βρίσκονται στην Αγία Γραφή· Ο παράδεισος λέγεται jan (janna) ‘êden, ‘adn και Firdaws (περσική λέξη, κήπος - παράδεισος) (σούρα 18,107. 23,11. 9,72. 13,23-24.18,31.19,61εξ. 20,76. 16,31. 35,33. 98.8).
Στον παράδεισο οι μάκαρες ντυμένοι χιτώνες μεταξωτούς και κοσμημένοι με χρυσά ψελλίδια, θα κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλον και θα συνδιαλλέγονται πανευτυχείς. Ο Μωάμεθ στο Κοράνιο λέει: «Ιδού το απεικόνισμα του επαγγελθέντος παραδείσου προς αυτούς που φοβούνται τον Κύριο· ποταμοί υδάτων ουδέποτε διακοπτόμενοι κατά τον ρου τους, ποταμοί γάλακτος, του οποίου η γεύση ουδέποτε αλλοιώνεται, ποταμοί οίνου καθηδύνοντος τους πίνοντες, ποταμοί μέλιτος, παντοειδείς καρποί και άφεση των αμαρτιών» (σούρα 47, 15, βλ. και 43,72-73. 55,46-56εξ. 56,12-37.77,41-44). Η πολεμική που κατά καιρούς ασκείτο στο Ισλάμ επισημαίνει ως αδύνατο σημείο τις τρυφές του παραδείσου, και ιδιαίτερα τα ουρί (αλ-χούρ), τις εξαιρετικές όμορφες και αγνές νεάνιδες του παραδείσου που γαργαλούν τις αδυναμίες των ανδρών. Είναι πράγματι ένα πολύ αδύνατο σημείο, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι τρυφές αυτές προορίζονται μόνο για τους άνδρες μουσουλμάνους χωρίς καμία νύξη για την θέση γενικά της γυναίκας στον παράδεισο (σούρα 37,41-49. 44,51-56. 55,56. 56,22-23 και 34-38).
Μια πεπαιδευμένη τάξη μουσουλμάνων ενδιαφέρθηκε για την πνευματική άποψη του παραδείσου. Εκείνοι όμως που κατ’ επίδραση χριστιανική έδωσαν τελείως πνευματικό περιεχόμενο στις τέρψεις του παραδείσου, είναι οι μυστικοί του Ισλάμ. Αυτοί εφάρμοσαν την αλληγορική ερμηνεία στις Γραφές τους και δέχονται ότι η ύψιστη ευδαιμονία του παραδείσου θα είναι η θέα του Θεού.
Ο καθαρός όμως συμβολικός χαρακτήρας της ευδαιμονίας του παραδείσου και των βασάνων της κολάσεως δεν βρίσκει σύμφωνους τους περισσότερους μουσουλμάνους, κυρίως μάλιστα τους Σουννίτες, οι οποίοι δεν τολμούν να θυσιάσουν το γράμμα του νόμου, δηλαδή τις κατά λέξη φράσεις του Κορανίου, υπέρ του εσωτερικού νοήματος. Πρέπει να δέχονται τα ονόματα και πράγματα όπως ακριβώς περιγράφονται στο Κοράνιο χωρίς να ρωτούν γιατί. Έτσι, ενώ η πλειονότητα των μουσουλμάνων μένει πιστή στις κατά γράμμα φράσεις του Κορανίου, άλλοι, περισσότερο φωτισμένοι, προσπαθούν να συγκεράσουν τις απόψεις και να δημιουργήσουν πνευματικά ερείσματα. Η παρακάτω ρήση της γνωστής ευσεβούς γυναίκας του Ισλάμ και ποιήτριας Râbi‘a al- ‘Adawiya, η οποία όμως ανήκε στους κύκλους του ισλαμικού μυστικισμού, είναι χαρακτηριστική:
Νερό στην κόλαση θέλω να ρίξω
και στον παράδεισο φωτιά θέλω να βάλω,
ώστε τα δύο τούτα πέπλα να χαθούν
και τον Θεό οι άνθρωποι
για χάρη του και μόνο να λατρεύουν.
Το συμπέρασμα
Η πίστη λοιπόν των μουσουλμάνων είναι μια ενότητα από αποκαλυπτικές, προφητικές και εσχατολογικές διδασκαλίες και ελπίδες, που έχουν πολλά κοινά αλλά και βασικές διαφορές ερμηνείας με την χριστιανική διδασκαλία. Με αυτήν την έννοια βρίσκεται τόσο ο χριστιανός όσο και ο μουσουλμάνος σε σταθερό αγώνα με την ιστορία και τη μεταμόρφωσή της. Σήμερα που ποικίλες δυνάμεις έχουν φέρει σε κρίση τον κόσμο, που παρατηρούμε μιαν υπονόμευση των ηθικών αξιών, που σκοτεινά συμφέροντα διαιρούν τους λαούς τόσο του χριστιανικού όσο και του ισλαμικού κόσμου και οι δυνάμεις του κακού τείνουν να αποσταθεροποιήσουν την ειρήνη όλου του κόσμου, σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά οι δύο κόσμοι, ο χριστιανικός, ιδιαίτερα μάλιστα ο κόσμος της ανατολικής Ορθοδοξίας, και ο  κόσμος του Ισλάμ, επιβάλλεται να ακούσουν τον λόγο του Θεού που μιλά στην Αποκάλυψή του, και να αγωνισθούν με ομόνοια και φιλία για να επικρατήσει η ειρήνη και η δικαιοσύνη του Θεού στον κόσμο. Και έχομε τόσα πολλά δώρα που μας χάρισε ο Θεός. Δεν μας κάλεσε να μισούμε, αλλά να αγαπούμε ο ένας τον άλλο.

ΠΗΓΗ


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.