Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Διδαχαί Αγίων Πατέρων - Η σωτηρία του αμαρτωλού


Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ
Ένας μοναχός καθότανε σέ ένα μοναστήρι τής Αίγύπτου κι’ έζούσε μέ πολλήν ταπεινοσύνην. Είχε δέ μίαν αδελφήν μέσα στήν πόλιν, ή όποια έπόρνευε κι’ εφερνε μεγάλον χαλασμόν στις ψυχές.
Πολλές φορές οί γέροντες τού Μοναστηριού έπαρακινούσαν
τόν μονάχον αυτόν καί επί τέλους κατώρθωσαν καί τόν έπεισαν νά πάγη νά συναντήση τήν αδελφήν του καί νά τήν συμβουλέψη, μήπως μετανοήση καί πάψη τό κακόν.
Εξεκίνησε λοιπόν ό μοναχός περπατώντας καί μόλις έπλησίαζε πλέον νά φθάση επί τόπου, τόν είδε κάποιος γνώριμος κι’ έτρεξεν έμπρός καί ειδοποίησε τήν αδελφήν του καί τής λέεί.: «Ό άδελφός σου ήλθε κκί είναι στήν πόρταν».
Εκείνη μόλις τό ακουσε, έσυγκινήθη σύγκορμα, άφισε παρευθύς τούς άγαπητικούς καί ξυπόλυτη καθώς ήτο, έβγήκεν έξω νά άνταμώση τόν άδελφόν της. Κι’ ένώ αύτή άπλωνε τά χέρια της καί τόν άγκάλιαζε, λέει της εκείνος : «Αδελφή μου, γνησία καί άγαπημένη! Λυπήσου τήν ψυχήν σου, γιατί πολλοί καταστρέφονται άπό σένα. Καί πώς θά ή μπόρεσης νά βαστάξης τό άσβηστον καμίνι καί τό φαρμακερόν βασανιστήριον τής κολάσεως;»
Όταν ακουσε αύτά εκείνη, άρπάχθη άπό τόν φόβον καί τού λέει: «Ξέρεις άν έχω σωσμόν άπό τήν στιγμήν αύτήν;»
Τής λέει ό άδελφός: «Άν θέλης, θά σωθής».
Εκείνη άμέσως έπεσε γονατιστή έμπρός του καί τόν έπαρακαλούσε, νά τήν πάρη μαζί του στήν ερημιάν.
Εκείνος της άπεκρίθη καί της λέει: « Έμπα πρώτα στό σπίτι, φόρεσε τά παπούτσια σου, ρίξε τό μαντήλι στό κεφάλι σου καί άκολούθα με».
Λέει του πάλιν έκείνη: «Πάμε νά φύγουμε κατ’ εύθείαν. Καλύτερα νά μέ κάψη ό ήλιος, προτιμώ νά γδαρθούν τά ποδάρια μου, παρά νά ξαναμπώ μέσα στό μαγαζί αυτό τής άνομίας».
Καθώς λοιπόν έπερπατούσαν κι’ έφευγαν, τήν έσυμβούλευεν ό άδελφός πρός τήν μετάνοιαν. Στό μεταξύ έκείνος, επειδή είδεν άπό μακρυά νά έρχωνται κάτι γνωστοί του, της λέει: «Κοντοστάσου ολίγον έως ίίτου μας προσπεράσουν οί γνωστοί μου, αύτοί, γιατί δέν ήξεύρουν πώς είσαι άδελφή μου».
Κι’ έκείνη ύπεχώρησεν ολίγον.
Ύστερα τήν φωνάζει καί τής λέει: «Προχωρούμε στόν δρόμον μας, άδελφή μου».
Εκείνη όμως δέν άπήντησε τίποτε, άλλά έπεσε χάμω χωρίς πιά νά σαλέψη.
Πάει νά τήν πλησιάση έκείνος καί τήν βρίσκει νεκρήν. Βλέπει τά πόδια της καί ήτανε καταματωμένα άπό τά γδαρσίματα.
Όταν έφθασεν είς τούς Γέροντας, τούς είπε τά διατρέξαντα καί οί Γέροντες έλογοφέρανε μεταξύ τους, τί άραγε νά άπέγινεν ή ψυχή
της.
Κι’ ένας άπό τούς Γέροντας, έλαβε θείκήν άποκάλυψιν ότι, επειδή δέν έστάθη νά σκεφθη διά τό κορμί της καί δέν έβαρυγγόμησε καθόλου μέσα σέ τόσην πληγήν, Si’ αυτό έκαλοδέχθηκεν ό Θεός τήν μετάνοιαν της.

ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ

Υπηρχεν ένας Επίσκοπος σέ μίαν πόλιν, ό όποιος κατά συνέργειαν τού Σατανα έτυχε καί έπεσε κάποτε εις πορνείαν.
Ύστερα έτυχε νά γίνη σύναξις των χριστιανών εις τήν εκκλησίαν, χωρίς νά ήξεύρη κανένας τίποτε διά τήν αμαρτίαν αύτήν τού Επισκόπου. Στό μεταξύ, ήλθε καί ό Επίσκοπος καί ώμολόγησε μόνος του καί είπεν έμπροστά σέ όλους ότι έπεσε στήν πορνείαν. Άφησε τά άμφιά του εις τό Θυσιαστήριον, καί έξεκίνησε νά φύγη, προσθέτοντας : «Δέν ήμπορώ πλέον νά είμαι έπίσκοπός σας».
Τότε, έφώναξεν ολος ό κόσμος μέ κλάματα καί τού λέγανε: «Τήν αμαρτίαν σου τήν πέρνουμεν εμείς είς τόν λαιμόν μας. Μόνον σέ παρακαλούμεν νά μείνης είς τήν Επισκοπήν».
Έκείνος τούς άπήντησε καί τούς λέει: «Εάν θέλετε νά μείνω είς τήν
Επισκοπήν, θά κάμετε ό,τι σας είπώ».
Έπηγε λοιπόν ό Επίσκοπος καί έξάπλωσε μπροστά είς τήν πόρταν της Εκκλησίας καί λέει στό έκκλησίασμα : «Δέν είναι χριστιανός όποιος, βγαίνοντας έξω, δέν μέ πατήση».
Έκτέλεσαν λοιπόν όλοι τόν λόγον του καί τήν διαταγήν του καί, καθώς έβγαιναν άπό τήν πόρταν της εκκλησίας, τόν έπα
τούσαν είς τήν κοιλίαν, ένας ένας, άπό τόν πρώτον μέχρι τόν τελευταίον.
Καί μόλις έβγήκε καί ο τελευταίος, άκούσθηκε φωνή τού Θεού άπό τόν Ούρανόν, πού έλεγε: «Διά τήν μεγάλην του ταπείνωσιν, τού έ συγχώρησα τήν αμαρτίαν».
*          * *
Κάποτε ό Άγιος Αντώνιος είδεν ολες τις παγίδες τού διαβόλου απλωμένες επάνω στήν γην κι’ άπόρησε λέγοντας μόνος του: «Καί ποιός ήμπορεί νά τις περάση;»
Ακούσθηκε λοιπόν φωνή άπό τόν Ούρανόν καί είπε: ((ή ταπεινοφροσύνη».

ΤΕΛΕΙΟΤΗΣ

Ήρώτησεν ό άββας Ποιμήν τόν άββαν Ιωσήφ, λέγων. «Τί πρέπει νά πράξω όταν έρχωνται νά μέ πλησιάσουν τά πάθη; νά άντισταθώ εναντίον των διά νά μή είσέλθουν, ή νά άφήσω αύτά νά είσέλθουν;»
Άπεκρίθη ό Γέρων: «Άφησέ τά νά είσέλθουν καί πολέμησε εναντίον των».
Επέστρεψε λοιπόν ό Ποιμήν καί έκάθητο είς τήν σκήτην. Κατόπιν ήλθεν είς τήν σκήτην ένας έκ Θηβαίδος άδελφός, όστις διηγείτο καί έλεγεν ότι, ή ρώτησε τόν Άββάν Ιωσήφ τήν έξης έρώτησιν: «Εάν μέ πλησιάζη ένα πάθος, τί πρέπει νά πράξω; νά άντισταθώ, ή νά τό άφήσω νά είσέλθη;» Και μού είπε : «μή άφήσης καθόλου τά πάθη νά είσέλθουν, άλλά άμέσως νά τά άποκόψης».
Άκούσας λοιπόν, ό άββας Ποιμήν ότι ταύτα είπεν ό άββας Ιωσήφ είς τόν έκ Θηβαίδος, έσηκώθη καί άπηλθε πρός συνάντησή αύτού καί λέγει είς αυτόν: «Σού ένεπιστεύθην τούς λογισμούς μου, Πάτερ Ιωσήφ, άλλά βλέπω ότι άλλα είπες είς έμένα καί άλλα είς τόν Θηβαίον».
Τότε ό Γ έρων άπήντησεν ώς έξης: «Δέν γνωρίζεις ότι σέ άγαπώ;» Ο δέ Ποιμήν είπε. «Ναι». Λέγει του πάλιν ό Γέρων.
«Δέν μού είχες είπη νά σέ συμβουλεύσω ώσάν τόν έαυτόν μου; Ο δέ είπε: «έτσι. είναι». Καί συνεχίζει ό Γέρων: «Λοιπόν, καλά σού είπα. Διότι, έάν είσέλθουν τά πάθη καί δώσης καί λάβης μαζί τους, τότε σέ καθιστώσι δοκιμώτερον, καί διά τούτο σού έξηγήθηκα ώσάν τόν έαυτόν μου, Υπάρχουν όμως μερικοί είς τούς οποίους δέν συμφέρει μήτε καν νά πλησιάσουν τά πάθη, έπειδή είναι αδύνατοι, άλλά έχουσιν ανάγκην άμέσως νά κόπτωσιν αύτά». Καί ήμείς λοιπόν, ώς άσθενείς άδελφοί, τούς έμπαθείς λογισμούς όταν μάς πλησιάζουν, ευθύς τούς άποδιώκομεν διά της προσευχής.
Πλήν, όποιος είναι δυνατός, κόπτει αύτούς μέ φρόνιμον καί λογικήν άντεπίθεσιν.
* * *
Κάποτε ό Ζαχαρίας, ό μαθητής τού άββα Σιλουανού, άπερχόμενος είς διακονίαν, είπεν είς τόν Γέροντα: «Άνοιξε, Πάτερ, τό ύδωρ καί πότισον τόν κήπον».
δέ Γέρων έξελθών, έσκέπασε τήν όψιν αύτού μέ τό κουκούλιον τόσον, όσον διά νά βλέπη μόνον τά ίχνη αύτού. Καί έτσι έπότιζε τόν κήπον. Ηλθε δέ καί τόν συνήντησε κατ’ έκείνην τήν ώραν ένας άδελφός, όστις άφού τόν είδε μακρόθεν, έννόησε τόν σκοπόν τού Γέροντος, όταν δέ έπλησίασεν αυτόν, τού λέγει: «Είπέ μου, άββα, διατί έσκέπασες ολωσδιόλου τό πρόσωπόν σου μέ τό κουκούλιον
καί μέ αυτόν τόν τρόπον έπότιζες τόν κήπον;», Ο δέ Γέρων άπεκρίθη είς αυτόν: «Διά νά μή ίδωσιν οί οφθαλμοί μου τά δένδρα καί άπασχοληθή ό νούς μου άπό τής έργασίας αύτού είς αύτά».
*          * *
ΤΗλθε κάποτε είς τό κελλίον τού Άββα Ιωάννου τού Κολοβού ένας άδελφός, διά νά πάρη σακκίδια άπό αυτόν. Καί έκρουσε τήν θύραν. Έξελθών δέ ό Γέρων, λέγει είς αυτόν: «Τί θέλεις, άδελφέ»; Ούτος δέ είπε. «Θέλω σακκούλια, άββα».
Άφού δέ ό άββάς είσήλθε διά νά φέρη σακκίδια, έλησμόνησεν
αύτά καί έκάθησε καί έρραπτε. Ένώ δέ έβράδυνεν ό Γέρων, ό αδελφός έκρουσε πάλιν τήν θύραν. Καί καθώς εξηλθεν έκ νέου ό Άββας, λέγει του ό άδελφός. «Φέρε τά σακκούλια, Άββά». Καί άφού είσηλθεν ο Γέρων, πάλιν έλησμόνησε καί έκάθησε νά ράπτη. Επειδή δέ έβράδυνεν, έ’κρουσε πάλιν ο άδελφός. Καί έξελθών ο Γέρων λέγει. «Τί θέλεις, άδελφέ»; Ούτος δέ είπε. «Τό σακκούλι, άββά». Καί ό άββας άφού έκράτησε τόν άδελφόν άπό τήν χείρα, εισήγαγεν αυτόν μέσα λέγων: «Έάν θέλεις σακκούλια, πάρε καί πήγαινε, διότι έγώ δέν άδειάζω δια τέτοια πράγματα».
*          * *
ΤΗλθαν κάποτε είς τόν Άββάν Αρσένιον γνώριμοι τινές καί τού άνήγγειλαν ότι άπέθανεν ό τάδε συγγενής του όστις τού άφησε μεγάλην περιουσίαν. Τού έπεδείκνυον μάλιστα καί τό χαρτί ον της διαθήκης τού άποθανόντος καί τόν παρεκίνουν διά νά άπολάβη τά δικαιώματά του αυτά. Ό δέ άββάς Αρσένιος λέγει είς αυτούς: «έγώ άπέθανα πριν άπό έκείνον». Καί ταύτα είπών έπειράθη νά σχίση τό χαρτίον της διαθήκης, ένώ οί άλλοι τόν ήμπόδισαν.
*          * *
Πολλάκις ελεγεν είς τόν άββάν Σισώην ο μαθητής αύτού όταν έφθανεν ή καθωρισμένη ώρα: «Άββά, σήκου νά φάγωμεν». Ό δέ άββας έλεγε πρός αυτόν. «Δέν έφάγαμεν τέκνον»; Καί άπεκρίνετο ό μαθητής, «όχι πάτερ». Καί έλεγεν ό Γέρων : «Έάν δέν έφάγαμεν, φέρε καί τρώγομεν».

ΥΠΟΜΟΝΗ

Η Αγία Μελάνη είχεν είς τά Ιεροσόλυμα Μοναστήρι ίδικόν της, Κοινόβιον, μέ ένενήντα μοναχές. Καί τίς έδίδασκεν ένα ιδιαίτερον τρόπον της μοναχικής ζωής.
Καί πρώτα πρώτα ή Όσια τίς ύπηρετούσε ώσάν δούλα όλες καί τίς 90 καλόγρηες καί έσυμπεριφέρετο άπέναντι τους ώσάν
μάνα κι’ έτσι τις έπαρακινούσε μέ τά έργα πρός τήν ταπεινοσύνην.
Τις έλεγεν άκόμη ότι τό παν είς τήν μοναχικήν πολιτείαν είναι ή ύπακοή. Καί καθώς μέσα είς τά κοσμικά βασίλεια όταν λείψη ή πειθαρχία γίνεται τάπάνω κάτω ή Κοινωνία, έτσι καί στήν μοναχικήν ζωήν, άμα λείψη ή ύπακοή δέν ήξεύρεις πλέον τί σού γίνεται. Τις έφερε δέ κάποτε καί ένα παράδειγμα καί τις λέει ότι, μίαν περίστασιν έπηγεν ένας νέος καί παρουσιάσθηκε σέ Μεγάλον γέροντα καί τού έζήτησε νά γίνη καλογεροπαίδι του.
Γ έροντας άφού στήν αρχήν τού έδωσε νά καταλάβη ποιος πρέπει νά είναι ό δόκιμος, υστέρα φέρνει κοντά του ένα άγαλμα ξύλινο καί τόν διατάζει καί τού λέει: «Κλώτσα το τό άγαλμα καί κτύπα τό νά ίδούμε θά είπη τίποτε;».
Καί ύπήκουσεν ό νέος καί τό έκλώτσησε.
Κι’ άφού τό άγαλμα φυσικά δέν έμίλησε, ξαναλέει του ό Γ έροντας : «ξανακτύπα το δυνατά καί βρίσε το».
Ό νέος δεύτερην φοράν έκαμε όπως τού είπε.
Κι’ ένώ τό άγαλμα έπεσε κάτω άμίλητο καί άψυχο, ξαναλέει ό Γέροντας: «Κτύπα το καί γιά τρίτην φοράν μέ όλην σου τήν δύναμιν».
Άρχισε πάλιν ό νέος καί τό κατακτυπούσεν άποδώ κι’ άπεκεί καί τό άφισε πάλιν σύξυλον καί άφωνον τό ξόανον.
Τότε λοιπόν τού λέει ό Γ έροντας.
«Έάν ήμπορής καί σύ νά ύποφέρης τά όμοια καί νά μή όμιλης καθόλου, ώσάν τό άγαλμα τότε προχώρα μέ θάρρος καί, σιγά σιγά,
θά ίδή ή ψυχή σου καί θά χαρή ολην τήν άπόλαψιν της ίδικής μας
διδαχής. Εί δέ μή, μήν άποφασίσης καθόλου νά καθήσης κοντά μας».

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ

Μίαν φοράν καί ένα καιρόν, ό Μέγας Παχώμιος έκάθητο μαζί μέ άλλους άδελφούς είς τήν αυλήν της Μονής των καί έπλεκεν ό καθείς τό ψαθίον του. Έτερος, όμως, μοναχός έπλεξεν έν τω μεταξύ
δύο ψαθία καί τά έθεσε έξω τού κελλίου του, απέναντι τού άββά Παχωμίου καί τών λοιπών άδελφών, επίτηδες, διά νά ίδωσιν ότι ούτος έπλεξεν έντός μιας ήμέρας δύο ψαθιά καί όχι ένα, καθώς ώριζεν ό κανόνας της Μονής. Αύτό δέ τό έκαμεν ό μοναχός άπό υπερηφάνειαν, διά νά τόν έπαινέση ό Όσιος.
Πλήν, ό μακάριος Παχώμιος έστοχάσθη τόν σκοπόν της έπιδείξεως όπού είχεν ό μοναχός. Όθεν, άνεστέναξεν άπό τά βάθη της καρδίας
του καί είπεν βίς , τούς άδελφούς: «Βλέπετε αυτόν τόν άδελφόν; έργάσθηκεν άπό τό πρωί έως τό βράδυ, πλήν ολον τόν κόπον αύτού τόν έχάρισεν είς τόν διάβολον καί τίποτε άπό τήν κοπίασιν του δέν άφησε διά ωφέλειαν καί παρηγορίαν της ψυχής του. Διότι ήγάπησε τήν δόξαν τών άνθρώπων, μάλλον, ή τού Θεού. Καί τό μέν σώμα του τό έξήντλησε μέ τήν κούρασιν, τήν ψυχήν του όμως τήν έστέρησεν άπό τήν άπόλαυσιν της εργασίας του».
Κατόπιν έκάλεσε τόν άδελφόν τούτον καί τοδ έβαλεν έπιτίμιον, οσάκις έτρωγον οί άδελφοί είς τήν τράπεζαν, νά παρουσιάζεται ούτος κρατών τά δύο ψιάθια καί νά λέγη: «Πολύ σας παρακαλώ, άδελφοί μου, νά προσευχηθήτε διά τήν άθλίαν ψυχήν μου, ίνα ό Πανοικτίρμων Θεός μέ συγχώρηση διά τών εύχών σας, επειδή έπροτίμησα τά δύο ψιάθια καί όχι τήν βασιλείαν τών Ουρανών».
Έπειτα τού έπέβαλεν έπί πέντε μήνας νά είναι κλεισμένος μόνος του μέσα είς τό κελλίον του νά πλέκη καθ’ έκάστην ήμέραν δύο ψαθία νά τρώγη ξηρόν ψωμίον μέ άλας καί κανένας άπό τούς άδελφούς νά μή ύπάγη νά τόν συναντήσω κατά τό διάστημα τούτο.
*          * *
Έλεγαν διά τόν άββάν Δανιήλ ότι κάποτε ήλθαν οι βάρβαροι μέσα είς τήν Σκήτην καί εύθύς όλοι οί Πατέρες έπρόλαβαν καί έφυγαν, έμεινε δέ μόνος του ό Δανιήλ καί τότε είπε καθ’ έαυτόν: «Έάν ό Θεός δέν μέ προστατεύσω, τότε διατί ήλθα καί έκάθησα έδώ;».
Όθεν, έβάδισέ διά μέσου των βαρβάρων καί κανένας δέν τόν είδεν.
Ύστερα λέγει πάλιν μόνος του. «Ιδού ότι ό Θεός έφρόντισε καί δέν έχάθηκα. Λοιπόν, πρέπει τώρα καί έγώ νά κάμω καθώς οί πατέρες καί νά φύγω».
*          * *
Κάποτε τρεις άδελφοί προσηλθον είς ένα Γέροντα, ό δέ πρώτος έρωτα καί λέγει: «Άββα, έμαθα τήν Παλαιάν καί τήν Καινήν Διαθήκην άπό στήθους». Ο δέ Γέρων τού άπεκρίθη καί του λέγει: «έγέμισες τόνάέραάπό λόγια». Κατόπιν ήρώτησεν ο δεύτερος λέγων: «Έγώ έγραψα ολην τήν Αγίαν Γραφήν μέ ίδιοχειρόγραφον».
Τού άπαντα ό Γέρων: «καί εσύ έγέμισες τάς θυρίδας άπό χαρτιά». Ό τρίτος τέλος, είπεν: «εμένα έσκούριασεν ή χύτρα μου άπό τήν νηστείαν». Λέγει καί είς τούτον ό Γέρων: «καί έσύ έδιωξες άπό τήν Μονήν σου τήν φιλοξενίαν».

Ο ΦΘΟΝΟΣ

Πολλές φορές οί τρελλοί μπήγουν τό μαχαίρι στό κρέας των. Ένα τέτοιο πράγμα κάμνουν καί οί φθονεροί. Διότι σκέπτονται μόνο πώς
θά βλάψουν τόν άλλον, χωρίς νά τούς νοιάζη άν, έξ αιτίας τού φθόνου, πάθη καί ό εαυτός των.
Οί άνθρωποι αύτοί είναι θηρία καί κάτι περισσότερο. Διότι τά θηρία
γιά νά σέ πειράξουν, ή θά τά ένοχλήσης, ή θά είναι νηστικά. Ένώ οί φθονεροί καί πολλές φορές νά τούς έχης εύεργετήσει σέ θεωρούν εχθρόν! Οί φθονεροί, άκόμη, είναι χειρότεροι καί άπό τούς δαίμονας· διότι οί δαίμονες έχουσι βέβαια άσπονδον έχθραν
έναντίον μας, άλλ όμως δέν κακοτρέχουν τούς ομόγνωμους των. Ένώ οί φθονεροί ούτε τήν ανθρώπινην φύσιν σέβονται, ούτε τόν έαυτόν των λυπούνται. Όπου στρέψουν τό φθονερό μάτι τους, έκεί χύνουν δηλητήριον καί καταστροφήν, κι* άς μήν υπάρχει ή παραμικρά αίτια.
Τί σέ κάμνει, άνθρωπέ μου, νά λυπάσαι επειδή ό διπλανός
σου έχει άγαθά; .. Νά λυπηθης γιά τίς δυστυχίες τίς ίδικές σου, τό καταλαβαίνω, όχι όμως έπειδή βλέπεις τούς άλλους καί προκόβουν !
Νά γιατί τό αμάρτημα τού φθόνου δέν πέρνει καμμιά συγχώρησι. Ο
κλέφτης έχει νά είπη κάποιαν πρόφασι, τήν φτώχεια. Ο φονιάς τόν θυμόν. Παράλογες, βέβαια, καί άβάσιμες προφάσεις, άλλά τέλος πάντων, προφάσεις. Έσύ, όμως, ό φθονερός ποιάν αιτίαν έχεις νά προβάλης; Τίποτε· μόνο κακία καί πονηριά!
Ό Χριστός μας έδίδαξε νά άγαπωμεν καί τούς εχθρούς μας. Ο φθονερός εχθρεύεται κι’ εκείνους πού τόν άγαπούν! Ό φθόνος καί έκκλησίες άνατρέπει καί τόν κόσμον ολον ταράσσει. Ο φθόνος, άκόμη, είναι ή μάνα πού γεννά τόν φόνον.
Άν είπης γιά τόν φθονερόν άνθρωπο τού τωρινού καιρού, κάμνει πολλά, χειρότερα καί άπό τόν φόνο. Εόχεται π.χ. νά κακοτυχήση ό άδελφός του, βάνει παντού διαβολιές, κατηγορεί τίς ενάρετες πράξεις καί λυπάται γιά 6,τι άρέσει στόν Θεό. Καί βέβαια' άφού φθονεί έναν άνθρωπο γιά τά καλά πού έχει, είναι σάν νά φθονη τόν ίδιον τόν Θεόν, γιατί ό Θεός φυσικά είναι έκείνος πού τού τά δίνει.
Καί τό σπουδαίον είναι, ότι τό άμάρτημα τού φθόνου δέν θεωρείται καί τόσο μεγάλο, ένώ είναι τό βαρύτερο, άκριβώς έπειδή είναι καί άδιόρθωτο. Ό Κάίν έφθόνησε τόν Άβελ καί, ένώ ό Θεός τόν έκαλούσε ολοένα νά τού γιατρέψη τό πάθος, αυτός απεναντίας άγρίεψε κι’ έβιάζετο νά σκοτώση.
Άς έχω μεν, λοιπόν, ύπ’ όψιν όλα αύτά κι’ άς φροντίσωμε νά ξεριζώσωμε άπό παντού τόν φθόνο καί νά φυτέψουμε στη θέσι του
την άγάπην. Ετσι μόνο θά στηρίξουμε τούς πιό προοδευτικούς άδελφούς μιας, ώστε ή ευτυχία των νά γίνη καί [δική μας ευτυχία. Αύτό άλλωστε μας συμβουλεύει κι’ ό Απόστολος Παύλος: «Χαίρειν μετά χαιρόντων καί κλαίειν μετά κλαιόντων».
(Τού Ιερού Χρυσοστόμου)

ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ

Διηγείτο ό πάτερ Παλλάδιος: Κάποτε ήλθαμεν άπό τά Ιεροσόλυμα είς την Αίγυπτον καί έπήγαμεν νά συναντήσωμεν τόν Μέγαν Άπολλώ. Οί άδελφοί, λοιπόν, τού μοναστηριού του έπρότρεξαν καί μάς προύπάντησαν μέ χαράν καί μέ ψαλμωδίες. Διότι αυτό κατά την συνήθειά των έκαμναν είς όλους τούς περαστικούς μοναχούς. Καί έπειτα, άφού έπροσκύνησαν εως τήν γην, μας ήσπάσθησαν. Κατόπι, αύτοί έπροχωρούσαν καί ήμείς άκολουθούσαμεν καί έψάλλαμεν όλοι μαζί, έως ότου έφθάσαμεν πλησίον είς τόν πάτερ Άπολλώ. Οδτος δέ, μόλις ήκουσεν ότι έψάλλαμεν, προσήλθε καί αυτός καί μας προύπάντησε, καθώς εκαμνεν είς όλους τούς έπισκέπτας άδελφούς.
Συνέχεια, έπροσκύνησε καί αυτός έως τήν γην καί άφού έσηκώθη, μας ήσπάσθη. Καί μετά ταύτα μας είσήγαγεν είς την Μόνην καί προσηυχήθη. Κατόπιν, άφού ένιψε τά πόδια μας μέ τά χέρια του, μας παρεκάλεσ? νά άναπαυθώμεν. Όλα δέ αύτά συνήθιζε νά τά κάμνη όχι μόνον είς ημάς, άλλά είς όλους. Έλεγε δέ καί είς τούς μαθητάς του, ότι πρέπει τούς άδελφούς πού έρχονται, νά τούς προσκυνούμεν, καθώς καί ό Πατριάρχης Αβραάμ, διότι είναι ώσάν νά προσκυνούμεν τόν ίδιον τόν Θεόν. Διότι, «είδες τόν άδελφόν σου; είδες τόν Θεόν σου».
Τούς έλεγεν άκόμα, ότι όφείλομεν τούς έπισκέπτας, νά τούς παρακαλούμεν διά νά δεχθούν νά τούς φιλοξενήσωμεν καί νά τούς ξεκουράσωμεν, όπως καί ό μακάριος Λώτ υποδέχθηκε άπό ίδικήν του προαίρεσιν τούς Αγγέλους.
*          * *
Ο Άγιος Εφραίμ έσυμβούλευε κάποτε ένα άδελφόν καί τού έλεγεν: «Έάν έλθη είς τό κελλίον σου μοναχός, ή κοσμικός, μή θέλης νά τόν περιποιηθης παρά πάνω άπό τήν δύναμίν σου. Διά νά μή τυχόν, όταν άναχωρήση, μετανοήσης διά όσα έξώδευσες διά λόγου του. Άλλά βάλε του νά φάγη άπό έκείνο πού σού ίχει δώσει ο Θεός. Διότι, καλύτερα νά τού δώσης χορτάρια
μέ εύχαρίστησιν της καρδιάς σου, παρά κρέατα ψητά, καί νά στενοχωρηθης. Καί αύτά σού τά λέγω, όχι διότι θέλω νά σέ άποκόψω άπό την φιλοξενίαν, άλλά διά νά γίνη ή προσφορά σου εύπρόσδεκτη είς τον Θεόν καί ασκανδάλιστος είς τούς άνθρώπους.
*          * *
Είπεν ο Άββας Ησαίας. «Αδελφέ, έάν ίδής τόν άδελφόν σου περαστικόν, δέξου τον μέ χαράν είς το τραπέζι σου. Καί, όταν φάγη, είπέ του: «φάγε άκόμη ολίγον, φάγε άκόμη ολίγον». Καί παρακάλεσέ τον, νά κάμνη αυτός τάς προσευχάς. Καί όταν θέλει πλέον νά αναχώρηση καί έχει άνάγκην, δός του ο τι δύνασαι, άπό εκείνο πού έχεις».
ΨΑΛΜΩΔΙΑ
Ο άββάς Παμβώ, έστειλε κάποτε τόν μαθητήν αύτού είς τήν Αλεξάνδρειαν, διά νά πωλήση τά έργόχειρα τά όποια είχον άμφότεροι κατεργασθή.
Ό μαθητής έπηγεν είς τήν πόλιν καί έμεινε δέκα έξ ημέρας· έκοιμάτο δέ τάς νύκτας μέσα είς τόν νάρθηκα της εκκλησίας τού άγιου άποστόλου Μάρκου. Έκεί παρηκολούθησε τήν ακολουθίαν τής έκκλησίας, έμαθε μάλιστα καί τροπάρια.
Όταν έπέστρεψεν είς τό Άσκητήριον, άκούει τόν Γέροντα Παμβώ νά τού λέγει:
        Τέκνον μου, σέ βλέπω νά είσαι ταραγμένος. Μήπως σου συνέβη κανένας πειρασμός εις τήν πόλιν;
Άπεκρίθη ό μαθητής καί λέγει:
        Γέροντα, μού φαίνεται ότι έκακοσυνηθίσαμεν έδώ πέρα είς τήν έρημίαν καί χάνομεν τάς ήμέρας μας καί άμελούμεν, διότι μήτε κανόνας ψάλλομεν, μήτε τροπάρια. Είς τήν Αλεξάνδρειαν όπου έπήγα, είδα τά τάγματα της εκκλησίας πώς ψάλλουσι καί έκτοτε μέ συνεπήρε πολλή θλίψις έπειδή εμείς δέν ψάλλομεν.
Λέγει είς αυτόν ό Γέρων :
        Ούαί καί άλλοίμονόν μας, τέκνον! Έφθασαν πλέον αί ήμέραι
κατά τάς όποίας οί μοναχοί θά άφήσουσι τήν στερεάν τροφήν, καθώς είπε τό Άγιον Πνεύμα, καί θά καταγίνωνται μέ τά άσματα. Άλλά ποία κατάνυξις καί ποια δάκρυα προέρχονται άπό τά μελωδήματα αύτά, τήν στιγμήν οπού οί ψάλλοντες στέκονται μέσα εις τήν έκκλησίαν, ή είς τάς αίθούσας καί σηκώνουν τήν φωνήν των ώσάν τά βόδια; Όταν εύρισκώμεθα ένώπιον τού Θεού, όφείλομεν νά παραστέκωμεν μέ μεγάλην κατάνυξιν καί &χι έν μετεωρισμω. Διότι οί μοναχοί δέν έξήλθαν εις τήν έρημον διά νά διαχύνωνται ή νά μελωδούσιν άσματα, ή νά ρυθμίζουσιν ήχους, ούτε διά νά σείουν τά χέρια των καί νά μετακινούν τά πόδια των. Παρά μόνον χρεωστούμεν μέ φόβον καί τρόμον Θεού, μέ δάκρυα καί μέ στεναγμούς, μέ εύλαβικήν καί κατανυκτικήν καί μετρίαν καί ταπεινήν φωνήν νά προσφέρωμεν τάς προσευχάς πρός τόν Θεόν. Σού λέγω άκόμα καί τούτο, τέκνον μου, ότι θά έλθουν ήμέρες, οπότε οί χριστιανοί θά προσθέτουν καί θά άφαιρούν καί θά μεταβάλουν τάς βίβλους τών άγίων Εύαγγελίων καί τών Άγίων Αποστόλων καί τών Θεσπεσίων Προφητών καί τών Ιερών Πατέρων καί θά μαλακώνουν τάς Αγίας Γραφάς καί θά γράφουν τροπάρια καί άσματα καί λόγους τεχνολογικούς. Καί ό νούς των θά ξεχυθη είς αυτούς, θά άπομακρυνθη δέ άπό τά Θείκά Πρότυπα. Καί διά τούτον τόν λόγον οι Άγιοι Πατέρες είχαν προαναγγείλει ότι οί μονασταί της έρημου πρέπει νά γράφουν τούς βίους τών Πατέρων όχι έπάνω είς μεμβράνας, άλλά έπάνω είς χάρτινους διφθέρας, διότι ή έρχομένη γενεά θά τούς μεταβάλη σύμφωνα μέ τήν ίδικήν των άρέσκειαν. Όθεν τό κακόν οπού μέλλει νά προέλθη θά είναι φρικτόν.
Κατόπιν λέγει ό μαθητής:
—Ώστε λοιπόν, Γ έροντα, πρόκειται νά αλλάξουν αί παραδόσεις καί τά έθιμα τών χριστιανών; μήπως δέν θά ύπάρχουσι πλέον ιερείς είς τήν Έκκλησίαν άφού θά βαδίση πρός αυτό τό κατάντημα;
Τότε ό άββάς έσυνέχισεν
—Είς τούς καιρούς έκείνους πλέον θά κρυώση ή άγάπη τού Θεού
άπό τις περισσότερες ψυχές καί θά πέση θλίψις μεγάλη είς
τόν κόσμον. Τό ένα έθνος θά ρίχνεται έναντίον τού άλλου. Οί λαοί
θά μετακινούνται άπό τούς τόπους των. Οί άρχοντες θά
άνακατωθούν, οί ιερωμένοι θά τό ρίξουν είς τήν άναρχίαν, οί δέ
μοναχοί θά ξεκλίνουν είς τήν άμέλειαν. Οί εκκλησιαστικοί ήγέται
θά θεωρούν άνάξιον πράγμα νά φροντίζουν διά τήν σωτηρίαν τόσον
της ίδικής των ψυχής, όσον καί τού ποιμνίου των καί θά περιφρονούν παντελώς ένα τοιούτον ζήτημα. Όλοι θά δείχνουν προθυμίαν καί δραστηριότητα πρό πάντων διά τά τραπέζια καί διά τάς δρέξεις των. Θά είναι οκνηροί είς τάς προσευχάς καί πρόχειροι είς τάς κατακρίσεις. Τούς βίους καί τάς διδαχάς καί τά
παραδείγματα τών άγίων Πατέρων δέν θά ένδιαφέρωνται μήτε νά τά μιμηθούν, μήτε κάν νά τά άκούσουν, άλλά μάλλον θά κατηγορούν
καί θά λέγουν ότι, έάν έζούσαμεν καί εμείς είς τά χρόνια έκείνα, έτσι θά συμπεριφερώμεθα. Οί δέ Αρχιερείς θά ύποχωρούν έμπρός είς τούς ισχυρούς της γης. Καί θά λύνουν τις διάφορες ύποθέσεις, βγάζοντες άπό πολλές μεριές δώρα καί άπολαυές λογιών λογιών διά
λογαριασμόν των. Τόν πτωχόν δέν θά τόν ύπερασπίζουν είς τό δίκαιόν του, θά θλίβουν τάς χήρας γυναίκας καί θά καταπονούν τά ορφανά. Αλλά καί εις αυτόν τόν λαόν θά είσχωρήση άσωτεία. Οί περισσότεροι δέν θά πιστεύουν είς τόν Θεόν, θά μισούνται αναμεταξύ των καί θά άλληλοτρώγωνται ώσάν τά θηρία, θά κλέπτη ό ένας τόν άλλον καί θά μεθύωσι καί θά περπατούν ώσάν τυφλοί.
Τέλος ξαναερωτά ο μαθητής:
        Τί λοιπόν πρέπει νά κάμη κανείς είς έκείνην τήν περίστασιν; Καί ο Γέρων Παμβώ άπεκρίθη:
        Τέκνον μου, είς έκείνους πλέον τούς καιρούς, όποιος ήμπορέση νά σώση τήν ψυχήν του, καί παρακινά καί τούς άλλους διά νά σωθούν, αυτός θά όνομασθη μέγας είς τήν βασιλείαν τών Ούρανών.

ΨΕΥΔΟΣ

Δύο γέροντες είχαν στενοχωρηθή συναμεταξύ των. Έτυχε δέ ο ένας άπ’ αύτούς νά άρρωστήση, οπότε ήλθεν ένας άδελφός διά νά τόν έτπισκεφθη. Τότε ό γέρων παρεκάλεσε τόν αδελφόν καί τού λέγει. «Έγώ μέ τόν δείνα Γέροντα είμεθα στενοχωρημένοι μεταξύ μας. Λοιπόν θά ήθελα νά τόν παρακαλέσης νά συμφιλιωθούμεν». Τού άπαντα ό άδελφός: «άφού τό διατάζεις άββα, θά πάγω νά τόνπαρ ακαλέσω».
Έβγήκεν έξω καί καθ’ οδόν διελογίζετο μόνος του, πώς νά χειρισθη τό ζήτημα, διότι έφοβείτο μήπως δέν δεχθή ό Γέροντας τήν μεσολάβησιν, ή μή τυχόν και γίνη μεγαλύτερη διχόνοια.
Κατ’ οικονομίαν Θεού δέ, καθώς έβάδιζε, συνήντησεν ένα μοναχόν
όστις τού έπρόσφερε πέντε σύκα καί όλίγα συκάμινα. Ο άδελφός τά έπήρε καί τά έθεσε πρώτον μέσα είς τό κελλίον του. Έπειτα έδιάλεξεν ένα σύκο και μερικά άπό τά συκάμινα και τά έφέρεν είς τόν Γέροντα όπου έμελέτησε νά πάγη. Καί τού λέγει: «Άββά, αύτά τά έφερε κάποιος είς τόν τάδε Γέροντα, ό όποιος είναι άρρωστος. Καί, έπειδή εύρέθηκα νά είμαι έκεί μού είπε: Πάρε αύτά καί δόστα είς τόν δείνα Γέροντα». Και σού τά έφερα. Ο δέ άββάς άφού ήκουσε τά λόγια αύτά, έμεινεν άμίλητος κάμποσην ώραν καί κατόπιν είπε: «Σέ μένα τά έστειλεν αύτά;»
Ναί, άββά, τού άπεκρίθη ό άδελφός.
Τότε τά έπηρεν ό άββάς καί, είπε: «Καλώς ήλθες, καλώς ήλθες».
Ύστερα έξαναγύρισεν ό άδελφός είς τό κελλίον του, έπηρε πάλιν άλλα δύο σύκα καί μερικά συκάμινα καί τά έπηγεν είς τόν άλλον Γ έροντα, τόν άρρωστον.
Κι' άφού τού έβαλε μετάνοιαν είπε: «Δέξου τά αύτά, άββά. Σού τά δωρίζει ο Γέροντας είς τόν όποιον μέ έστειλες».
Καί άμέσως ό άββάς άνακουφίσθηκε καί είπε μέ χαράν: «ώστε έσυμφιλιωθήκαμεν;». Ό δέ άδελφός τού άπαντα: «Ναί, άββα, μέ τήν εύχήν σου».
Καί ο γέρων άνέκραξε: «Δόξα σοι ο Θεός».
Ήρώτησε κάποτε ό Άββας Άγάθων τόν Άββαν Άλώνιον. «Υπάρχει περίστασις άραγε όπού πρέπει ό άνθρωπος νά είπη ψέμα;».
Καί ό άββας Άλωνιος άπεκρίθη ότι υπάρχει, όταν παραδείγματος χάριν ένας κάμη φονικόν καί έλθη είς τό κελλί σου νά τόν κρύψης καί ή έξουσία τόν ζητεί καί σέ έρωτα έάν ξέρεις τίποτε.
Εάν δέν ψευτίσης θά παραδώσης τόν άνθρωπον είς τόν θάνατον. Προτίμησε μάλλον νά τόν συγχωρήσης ενώπιον τού Θεού καί όχι νά τόν δέσης.
Ο Θεός είναι μόνον πού γνωρίζει τά πάντα.
*          * *
Είπεν ο άββας Μάρκος ότι, ό καθεαυτού ψεύτης, ομοιάζει μέ τόν υπηρέτην εκείνον, ό όποιος έκτύπησε τόν Κύριον είς τήν σιαγόνα.

ΨΥΧΗ

Μίαν βραδυάν, έπήγαν καί εύρηκαν μερικοί άνθρωποι τόν Μέγαν Αντώνιον μέσα είς τό Άσκητήριόν του κι’ έσυζητούσαν μαζί του διά τό πώς δουλεύει μέσα μας ή ψυχή καί πού θά πάη ή ψυχή μας όταν άποθάνωμεν.
Τήν ίδιαν νύκτα, ένώ ήτανε μόνος του, άκούει κάποιον άπό υψηλά νά τού λέγει: «Αντώνιε, σήκου έπάνω, έβγα έξω καί κοίταξε». Έσηκώθη λοιπόν ό Άγιος Αντώνιος, έβγηκεν έξω, έστρεψε τά μάτια του υψηλά καί τί βλέπει;
Βλέπει έναν όλόμακρον καί χωρίς όψιν, πού σέ έπιανε φόβος νά τόν θωρής! Τά πόδια του έπατούσαν είς τήν γην καί ή κεφαλή του έφθανε στά σύννεφα. Καί βλέπει συνέχεια νά ξεπετιούνται άπό έδώ κι’ άπό έκεί διάφοροι, ώσάν φτερουχάτοι, καί ν’ άνεβαίνουν πρός τά πάνω. Καί βλέπει άκόμη τόν όλόμακρον έκείνον
νά άπλώνη τα χέρια του καί, άλλους άπό τούς φτερουχάτους νά τούς έμποδίζη κι’ άλλους πάλιν νά τούς άφίνη νά ξεπερνούν καί νά πορεύωνται πρός τά ούράνια άξέγνοιαστοι. Καί όταν εβλεπεν ό όλόμακρος τούς φτερουχάτους εκείνους πού ξεπερνούσαν στά ούράνια, έτριζε τά δόντια του· ένώ άμα έμπόδιζε τούς άλλους καί τούς άρπαζε καί τούς έτίνασσε κάτω, έφαίνετο χαρούμενος.
Τότε ό Άγιος Αντώνιος ήκουσεν άλλην μίαν φωνήν νά τού λέγει: «Νόγατο αυτό πού βλέπεις». Κι’ άμέσως άνοίξανε τά μάτια τού νού του κι’ έκατάλαβεν ότι αύτοί πού ξεπετούσαν ήταν οί ψυχές, κι’ ό όλόμακρος ήταν ό Διάβολος, πού ζηλεύει τούς πιστούς καί δίκαιους άνθρώπους. Όσοι σ’ αύτήν τήν ζωήν έκαμαν τά θελήματα τού Διαβόλου καί ήσαν υπεύθυνοι άπέναντι του, αυτούς τούς έκρατούσε. Όσοι δέν τόν άκουσαν δέν είχε δικαίωμα νά τούς κρατήση κι’ έξεπερνούσαν ψηλά στόν Ούρανόν, μέσα στά Μεγαλεία τού Θεού.
Άφού είδεν αύτά ό Άγιος Αντώνιος, τά έβαζεν ολοένα είς τόν νούν του, καί ήγωνίζετο νυχθημερόν νά προχωρή είς τήν άρετήν καί είς τήν αίωνίαν μακαριότητα τού Θεού.

ΤΕΛΟΣ



ΔΙΔΑΧΑΙ ΟΣΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Εξήγησις Αρχιμ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΟΥΣΤΑΚΑ
ΑΘΗΝΑΙ 1955


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.