Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Ἕνας ἡσυχαστὴς τοῦ Ἁγίου Ὄρους στὴν καρδιὰ τῆς πόλης: π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης




Ἕνας ἡσυχαστὴς τοῦ Ἁγίου Ὄρους στὴν καρδιὰ τῆς πόλης: π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (1906-1991)
Ἄρθρο τοῦ Θανάση Παπαθανασίου, περιοδικὸ Σύναξη τ.117 (2011), σσ. 50-67

Ἡ θεολογικὴ μελέτη τῆς ζωῆς καὶ τῆς διδασκαλίας συγχρόνων προσώπων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ στερεώματος εἶναι μιὰ ἰδιότυπη ἄσκηση[1]. Θὰ τὴν ὀνόμαζα «ἄσκηση στὴ συνάντηση μὲ τὸ σήμερα», ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι πασχίζεις νὰ διακρίνεις ποιὰ ρεύματα συνθέτουν τὴν τρέχουσα συγκυρία, νὰ ἀφουγκραστεῖς τί ἰδιαίτερο κομίζει κάθε παρουσία, νὰ διαγνώσεις συγκλίσεις καὶ ἀποκλίσεις, νὰ νοήσεις τὴ θεολογία ὡς ζωντανὴ πράξη. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν κόπο ἄσκησης στὴ μαθητεία καὶ στὴν εὐθυκρισία, κόπο στὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦνται μὲν ὅλοι οἱ βαπτισμένοι, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἀντιστρατεύεται ὁ μορφέας τῶν μονομερειῶν καὶ τῆς αὐτοδικαίωσης.
Ὁμολογῶ ὅτι τὴν πρόσκληση γιὰ πραγμάτευση τοῦ θέματος τὴν ἀποδέχτηκα μὲ ἀμφιθυμία: Ἀπὸ τὴ μιά, βλέπω τὸ ἐν λόγῳ θέμα ὡς πρόκληση γοητευτική, καθ᾿ ὅσον σχετίζεται μὲ διαχρονικὰ ζητήματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποστολῆς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ νιώθω ὡς διακινδύνευση, ὡς ψηλάφηση πραγμάτων ποὺ μὲ ξεπερνοῦν. Σχετίζεται, μάλιστα, μὲ μίαν ἐπὶ πλέον, ἰδιαίτερη δυσκολία. Ὁ γέροντας Πορφύριος δὲν δημοσιοποίησε σχεδὸν κανένα δικό του γραπτὸ κείμενο[2]. Στὴ διάθεσή μας ἔχουμε μαρτυρίες αὐτοπτῶν καὶ αὐτηκόων, οἱ ὁποῖες, ὅμως, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἐμφανίζουν ἐξαιρετικὴ ἀνομοιογένεια. Μιὰ σφαιρικὴ ἀνάγνωσή τους δίνει τὴν αἴσθηση ὅτι σὲ κάποιες ἐξ αὐτῶν ὄντως ἀποτυπώνεται ἡ ὀπτικὴ τοῦ γέροντα, σὲ ἄλλες, ὅμως, ὅτι γενικεύονται ἀδιάκριτα θέσεις, τὶς ὁποῖες ὁ ἴδιος διατύπωσε κατὰ περίπτωση ἢ (ἀκόμη χειρότερα) ὅτι τὰ λόγια του χρησιμοποιοῦνται ἔτσι ὥστε ἁπλῶς νὰ ἐπιβεβαιώνουν πεποιθήσεις τοῦ ἀφηγητῆ!
Προσώρας δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κάτι γι᾿ αὐτό, πέρα ἀπὸ σεβαστικὴ θεολογικὴ δουλειά, ἡ ὁποία θὰ μπορέσει, ἴσως, σὲ βάθος χρόνου, νὰ δείξει τί ἀντέχει καὶ τί ὄχι. Καὶ πάλι, δηλαδή, μὲ ἄσκηση ἔχουμε νὰ κάνουμε, γιὰ τὴν ὁποία καὶ εὐχόμαστε νὰ μὴν ἀστοχήσουμε δραματικά!
ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ Ή...ΑΦΙΞΗ;
Εἶναι πλῆθος οἱ ἅγιοι στοὺς ὁποίους ἀναφερόταν (σὲ διάφορες εὐκαιρίες καὶ μὲ ποικίλες ἀφορμὲς) ὁ γέροντας Πορφύριος. Νομίζω, ὅμως, ὅτι μποροῦμε νὰ σταθοῦμε εἰδικὰ σὲ τρεῖς: στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη τοῦ 5ου αἰῶνα, τὸν ἅγιο Πορφύριο Γάζης τοῦ 5ου αἰῶνα καὶ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης τοῦ 8ου αἰῶνα. Στὴ σχέση τοῦ Πορφυρίου μαζί τους ἀποκαλύπτεται, ἴσως, ἡ λεπτὴ διελκυστίνδα συγκλίσεων καὶ ἀποκλίσεων, ἡ ὁποία, ὅπως εἴπαμε, συμβάλλει στὴ διαμόρφωση τοῦ σήμερα.
Κατ᾿ ἐπανάληψη ὁ Πορφύριος ὁμολόγησε τὴ μεγάλη του ἀγάπη γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη, ἡ ὁποία τοῦ γεννήθηκε ὅταν, σὲ ἡλικία δώδεκα περίπου ἐτῶν, πρωτοδιάβασε τὸν Βίο τοῦ ἁγίου. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀνέβηκε, καὶ μάλιστα σὲ ἄγουρη ἡλικία, ἀκριβῶς μὲ τὸν πόθο νὰ μιμηθεῖ τὸν ἅγιο[3]. Ἀλλά, ποιὰ ἦταν ἡ πολιτεία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Καλυβίτη; Σύμφωνα μὲ τὸ συναξάρι του[4],
δωδεκάχρονος ὄντας ὁ Ἰωάννης στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀρνήθηκε τὶς προοπτικὲς μιᾶς λαμπρῆς καριέρας, ἐγκατέλειψε κρυφά το πατρικό του σπίτι καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴν περίφημη μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων[5]. Ἐκεῖ ὁ διάβολος τὸν ὠθοῦσε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μοναχικὴ ζωή, ἐξάπτοντας τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς γονεῖς του. Γιὰ νὰ ἀντέξει αὐτὸ τὸν πειρασμό, ὁ Ἰωάννης ἐπέστρεψε μὲν στὸ πατρικό του, ἐπέστρεψε ὅμως ὡς ἄγνωστος ἐπαίτης μοναχός. Οἱ γονεῖς του δὲν τὸν ἀναγνώρισαν, καὶ τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ χτίσει μιὰ εὐτελῆ καλύβα κοντὰ στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ τους. Ἐκεῖ ἔζησε ἀσκητικὰ ἐπὶ τρία χρόνια καί, λίγο πρὶν κοιμηθεῖ, ἀποκάλυψε τὴν ταυτότητά του στὴ μητέρα του.
Ἐδῶ ὑπάρχει κάτι ἀξιοπρόσεκτο. Κοινὸ στοιχεῖο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Καλυβίτη καὶ τοῦ γέροντα Πορφυρίου εἶναι ἀφενὸς ὁ πόθος γιὰ ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν κοινωνία, καὶ ἀφετέρου ἡ ἀκύρωση τῆς ἀναχώρησης. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης παρέμεινε μὲν ἀσκητὴς μέχρι τέλους, ὅμως ξαναεισῆλθε στὴν κοινωνία ποὺ εἶχε ἀφήσει. Παρόμοια, ὁ Πορφύριος κράτησε μὲν μέχρι τέλους τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ ἁγιορείτικο κελί του, τὸ ἄφησε, ὅμως, πρὶν γίνει εἴκοσι ἐτῶν. Τὰ ἐξηνταπέντε ἀπὸ τὰ ὀγδονταπέντε χρόνια της ἐπίγειας ζωῆς του τὰ ἔζησε στὴν κοινωνία. Ὡστόσο, ὁ Πορφύριος κομίζει κάτι, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τοῦ Καλυβίτη. Ὁ ἴδιος ἀφηγήθηκε ὅτι, ἐνόσῳ μόναζε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔνιωσε σφοδρὴ τὴν ἔγνοια γιὰ τοὺς γονεῖς του καὶ γιὰ ἕναν ξάδερφό του, χάριν τοῦ ὁποίου σκεφτόταν νὰ ταξιδέψει στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸν πάρει μαζί του, στὴν εὐτυχία τοῦ Ὄρους[6]. Τὶς σκέψεις αὐτές, ὅμως, ὁ ἴδιος ὁ Πορφύριος καὶ οἱ πνευματικοί του τὶς ἀπέκρουσαν ὡς πειρασμό. Ἡ ἐπιστροφὴ στὸν κόσμο ἀποκλείστηκε. Κι ὅμως, αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ συνέχεια (ὡς πρωτοβουλία τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγηση τοῦ Πορφυρίου), ἦταν τὸ ἀδιανόητο - αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν φανταζόταν ὁ ἴδιος: ἡ ὁριστικὴ ἐγκατάλειψη τοῦ Ὄρους, χάριν τοῦ κόσμου[7]. Ὄχι, ὅμως, χάριν τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν του, ἀλλὰ χάριν ὅλων των ἀνθρώπων, δηλαδὴ χάριν ἐκείνων μὲ τοὺς ὁποίους τὸν συνέδεε ὄχι ἕνα γεγονὸς βιολογίας (ἡ συγγένεια τοῦ αἵματος), ἀλλὰ ἕνα ἅλμα στὴν ἐλευθερία: ἡ ἀγάπη. Στὸν Πορφύριο ἀνήκει ἡ συγκλονιστικὴ συμβουλὴ πρὸς τοὺς ἐκπαιδευτικούς, δηλαδὴ πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πλῆθος τέκνων ὄχι κατὰ σάρκα: «Ἡ ἀγάπη σας νὰ εἶναι ἀληθινή. [Τὰ παιδιὰ] νὰ μὴν τ᾿ ἀγαπᾶτε ἀνθρώπινα, ὅπως κάνουν συνήθως οἱ γονεῖς· δὲν τὰ βοηθᾶτε»[8].
Τὸ πεδίο, λοιπόν, ὅπου κατ᾿ ἐξοχὴν ἔζησε καὶ ἔδρασε ὁ γέροντας Πορφύριος ἦταν τὸ πιὸ πολυάνθρωπο καὶ ποικιλόμορφο τμῆμα τῆς Ἑλλάδας: τὸ κέντρο τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἡ εὐρύτερη περιοχή της[9]. Ἐδῶ χρειάζεται νὰ προσέξουμε τὸ ἑξῆς: Ἡ ἐγκατάστασή του στὸν κόσμο δὲν ἦταν πράξη κατ᾿ οἰκονομίαν, δὲν ἦταν παρέκκλιση. Ἦταν ἡ κυρίως ἀποστολή του. «Ἔμεινα ἐκεῖ», ἔλεγε ὁ ἴδιος. «Ἐκεῖ ὅπου μὲ εἶχε φέρει ὁ Θεὸς»[10]. Ἄρα, δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε ἁπλῶς μὲ ἔξοδο (μὲ ἀναχώρηση, δηλαδή, ἀπὸ τὸ Ὄρος), ἀλλὰ πρωτίστως μὲ εἴσοδο (μὲ τὴν εἴσοδό του στὴν πόλη). Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε διαφόρων εἰδῶν εἰσόδους ἀσκητῶν σὲ χώρους γεμάτους προβλήματα, ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν αὐτὰ τὰ προβλήματα. Συναντᾶμε, γιὰ παράδειγμα, ἀναχωρητὲς οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονταν στὴν ἔρημο, ὄχι γιὰ νὰ βροῦν ἐκεῖ τὴν ἠρεμία (ὅπως ἔκαναν πολλοὶ ἄλλοι ἀσκητές), ἀλλὰ γιὰ νὰ συγκρουστοῦν μετωπικὰ μὲ τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὴ σημιτικὴ παράδοση, ἕδρευε ἐκεῖ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐξαπέλυε τὶς ἐπιθέσεις του κατὰ τῶν ἀνθρώπων. Ἴδιας λογικῆς εἶναι καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ ἀσκητῆ στὴν κοινωνία, ὥστε νὰ συγκρουστεῖ μὲ τὸν διάβολο καὶ νὰ ἐλευθερώσει τὶς πόλεις ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ κατοχή[11]. Βασικὸ χαρακτηριστικό, δηλαδή, αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἰσόδου, εἶναι ἡ ἐπιδίωξη ἄμεσης καὶ μετωπικῆς σύγκρουσης μὲ τὸ κακό.
Χαρακτηριστικὴ αὐτῆς τῆς ἀποζήτησης μετωπικῆς σύγκρουσης εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Πορφυρίου, ἐπισκόπου Γάζης. Ὁ Πορφύριος αὐτός, ἄλλοτε μὲ τὴν προσευχὴ καὶ ἄλλοτε μὲ τὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα, γκρέμισε τὰ ἐθνικὰ ἱερά της Γάζας καὶ μέσω αὐτῆς τῆς βίας (κατὰ τὴ λογική της ἐποχῆς) κατέδειξε τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸν Γαζαῖο πολιοῦχο Δία / Μαρνά[12]. Ὁ γέροντας Πορφύριος ἔφερε τὸ ὄνομα ἀκριβῶς τοῦ ἐν λόγω ἁγίου. Ὁ ναός, μάλιστα, τοῦ ἡσυχαστηρίου ποὺ ἵδρυσε ὁ γέροντας στὸ Μήλεσι (λιγότερο ἀπὸ πενήντα χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα), θεμελιώθηκε σὲ ἀγρυπνία ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Πορφυρίου[13]. Ὡστόσο, ἴσως εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ γέροντας, κάποια στιγμὴ ποὺ μνημόνευσε τὸν ἅγιό του, τὸν μνημόνευσε ὡς ἀσκητὴ (ὡς ταπεινώσαντα τὰ πάθη μὲ τὴν ἐγκράτεια), ὄχι ὅμως ὡς μαχητὴ καὶ καθαιρέτη τῶν εἰδώλων[14]. Ἡ τακτικὴ τοῦ γέροντα Πορφυρίου, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀναμέτρηση μὲ τὸ κακό, ὑπῆρξε ριζικὰ διαφορετικὴ (θὰ ἔλεγα: διαμετρικὰ ἀντίθετη) πρὸς ἐκείνην τοῦ ἁγίου του.
Ὁ γέροντας Πορφύριος διαφωνοῦσε ἐντελῶς μὲ τὴν ἐπιδίωξη μετωπικῆς σύγκρουσης μὲ τὸν διάβολο. Πίστευε ὅτι αὐτὸ στὸ ὁποῖο θὰ στρέψεις τὸ νοῦ σου, αὐτὸ στὸ ὁποῖο θὰ ἐπικεντρώσεις τὶς δυνάμεις σου, αὐτὸ θὰ καθορίσει τὴν ὕπαρξή σου, εἴτε πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ ἀγαπᾶς, εἴτε πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ μισεῖς[15]. Ὁ γέροντας σαφῶς καὶ πίστευε ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ τελεῖ σὲ ἀντιδικία πρὸς τὰ ἔργα τοῦ σατανᾶ, ἐπέμενε ὅμως κατηγορηματικὰ ὅτι ἡ λύση εἶναι το νὰ στραφεῖ ὁ ἄνθρωπος στὸν Χριστό, στὴν ἀγάπη του καὶ στὸ φῶς του. Αὐτὸ τὸ φῶς καὶ ἡ μεταλαμπάδευσή του διώχνει τὰ σκοτάδια - ὄχι ἡ πάλη κατὰ τοῦ σκοταδιοῦ καθεαυτοῦ. Μιὰ ἄμεση πάλη κατὰ τοῦ σκοταδιοῦ καθιστᾶ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ σταυροφόρου τὸ σκοτάδι, τὸ ὁποῖο κατὰ τὰ ἄλλα ὁ σταυροφόρος ἀντιμάχεται! Ὁ γέροντας Πορφύριος, δηλαδή, πραγματοποίησε κι αὐτὸς εἴσοδο στὴν κοινωνία, ἀλλὰ μὲ τὴ λογική του ἐνοφθαλμισμοῦ: γιὰ νὰ μπολιάσει τὸν κόσμο μὲ ἀγάπη.
Ἐξαιρετικὰ χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ στάση του σὲ ἕνα συναφὲς ζήτημα, τὸ ὁποῖο ἔχει καταταλαιπωρήσει πλήθη ψυχῶν στὴν Ἑλλάδα: τὸ ζήτημα τοῦ 666 καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἐπέμενε ὅτι δὲν ἐπέρχεται «σφράγισμα» μὲ τὴ χρήση ἀριθμῶν καὶ συμβόλων, ἀλλὰ ὅτι, ἀντιθέτως, σημασία ἔχει ποιὸν δέχεται ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀφέντη της[16], διαφοροποιοῦν ἐκκωφαντικὰ τὸν γέροντα Πορφύριο ἀπὸ πλῆθος πνευματικῶν των ἡμερῶν μας.

Ὁ γέροντας Πορφύριος, προφανῶς, δὲν ἦταν ὁ θεολόγος τοῦ δημόσιου χώρου. Ἦταν, ὅπως, εἴπαμε, ἐνοφθαλμιστὴς καὶ δίνει καίρια κριτήρια ὡς τέτοιος . Ἡ νηφάλια πραότητά του διαφέρει ἀπίστευτα ἀπὸ τὴν μέχρι ὑβριστικοῦ παραληρήματος ζηλωτικὴ ἐπιθετικότητα, ἡ ὁποία εὐδοκιμεῖ στὶς μέρες μας ἐν ὀνόματι τῆς προάσπισης τῆς πίστης. «Στὴν ἱεραποστολική μας προσπάθεια», ἔλεγε ὁ Πορφύριος, «νὰ ὑπάρχει λεπτὸς τρόπος [...] Λίγα λόγια [...] Ἡ καλύτερη ἱεραποστολὴ γίνεται μὲ τὸ καλό μας παράδειγμα, τὴν ἀγάπη μας, τὴν πραότητά μας»[17]. Ὁ ἴδιος ἔκανε κάποτε τὴν αὐτοκριτική του γιὰ τὴν πρώιμη περίοδό του, ὁπότε, ὄντας ζηλωτὴς τῆς πίστης, ἔσχισε στὸ πατρικό του σπίτι «ἕνα ἑρμηνευμένο εὐαγγέλιο» ποὺ διάβαζε ὁ πατέρας του[18]. Οἱ μαρτυρίες δείχνουν ὅτι ὁ γέροντας Πορφύριος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ πρόθυμα συζητοῦσε μὲ τοὺς πρόθυμους ἀνθρώπους ἐπὶ ἀτελείωτες ὧρες, δὲν εἰσέβαλε στὸν χῶρο τοῦ ἄλλου. Δὲν μιλοῦσε ἀπρόκλητα γιὰ τὸν Θεό, ὅπως, παρόμοια, δὲν ἔσπευδε νὰ ραντίσει μὲ τὸν ἁγιασμὸ ὅλους τους παρισταμένους, ἀφοῦ δὲν ἦταν βέβαιος ὅτι οἱ ἴδιοι το ἤθελαν[19].
Στὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ἡ μαρτυρία τοῦ Σέρβου Ὀρθόδοξου ἐπισκόπου Εἰρηναίου Μπούλοβιτς. Ὁ π. Εἰρηναῖος ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς (1894 - 1979), ὁ ὁποῖος πρόσφατα (στὶς 2 Μαΐου 1910) ἀνακηρύχθηκε ἅγιος ἀπὸ τὸ Σερβικὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ Πορφύριος γνώριζε ὅτι ὁ π. Ἰουστῖνος ἐρχόταν συχνὰ σὲ ὀξεία ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς κομμουνιστὲς κυβερνῶντες τῆς Τιτοϊκῆς Γιουγκοσλαβίας. Τί ποιὸ φυσικό, νὰ τὸν μιμοῦνται οἱ μαθητές του; Καὶ τί θὰ ἔλεγαν, ἄραγε, οἱ μαθητές του σὲ κάποιον ποὺ θὰ ἑρμήνευε διαφορετικὰ τὸν δάσκαλό τους, παρ᾿ ὅλο ποῦ ὁ ἴδιος δὲν τὸν εἶχε ζήσει; Ἐδῶ, κοντολογίς, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὸ φαινόμενο ποὺ θὰ τὸ ὀνόμαζα «φετιχισμὸ τοῦ βιώματος»: ἡ προσωπικὴ γνωριμία ἢ ἡ βίωση προσώπων καὶ πραγμάτων ἀπολυτοποιεῖται, σὲ βαθμὸ ποὺ ἡ προσωπικὴ ἐμπειρία νὰ τίθεται πάνω ἀπὸ τὰ θεολογικὰ κριτήρια (καὶ νὰ ἐκτρέφει, σὺν τοῖς ἄλλοις, τὴ νόσο τοῦ γεροντισμοῦ). Ὁ γέροντας Πορφύριος, λοιπόν, ἀναγνώριζε μὲν ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Πόποβιτς ἠδύνατο νὰ ἔρχεται σὲ ἄμεση ἀντιπαράθεση, διαφωνοῦσε ὅμως μὲ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ στάση του αὐτὴ θεμελιώνει γενικὸ ὑπόδειγμα. Ζηλωτικὲς φράσεις, μάλιστα, τοῦ τύπου «Ἐγὼ θὰ μείνω ἑδραῖος στὴν πίστη, κι ἂς μοῦ κόψουν τὸ κεφάλι», ὁ Πορφύριος τὶς σχολίασε ὡς ἑξῆς:
«Καλὸ εἶναι καὶ αὐτό, ἀλλὰ ἔτσι δὲν γίνεται τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ [...] Σὲ συμβουλεύω, πάτερ Εἰρηναῖε, νὰ πορεύεσαι κάπως διαφορετικά. Γιὰ νὰ γίνεται τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ὠφελοῦνται καὶ νὰ σώζωνται ἀκόμη καὶ οἱ ἄθεοι, οἱ κομμουνισταὶ καὶ ἄλλοι, νὰ μὴν τοὺς ἀντιπαρατίθεσαι· νὰ μὴν τὰ βάζῃς μαζί τους καὶ νὰ μὴν τοὺς προκαλῆς»[20]. «Ἀκόμη κι ἂν κάποιος μπροστά σου πτύσῃ τὴν εἰκόνα, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἐσὺ νὰ σιωπήσῃς. Μὴν ὑπερασπίζεσαι τὸν Χριστό. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ὁ Χριστὸς νὰ τὸν ὑπερασπισθῇς ἐσύ. Τί λὲς ἐσὺ γι᾿ αὐτά; Θέλει ὁ Χριστὸς νὰ σωθοῦν καὶ οἱ ἄθεοι καὶ οἱ κομμουνισταὶ ἢ ὄχι;»[21].

Τὰ λόγια αὐτὰ (καλλίτερα: αὐτὴ τὴ στάση ζωῆς) τὰ βρίσκω συγκλονιστικὰ καί, ταυτοχρόνως, δυσβάστακτα. Ἡ διαφοροποίηση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἀνελεύθερα καθεστῶτα εἶναι σημαντικὸ χρέος της, ὅμως, τὰ λόγια τοῦ Πορφυρίου προφανῶς δὲν ὑπονοοῦν σύμπλευση μὲ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ ἄλλου εἴδους ἀντίσταση. Θὰ ἔλεγα ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ὁ Πορφύριος θὰ ἦταν μὲ τὸ μέρος τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, κι ὄχι τῶν ἁρματωλῶν[22]. Τὰ συγκεκριμένα, λοιπόν, λόγια τοῦ Πορφυρίου, σχετικὰ μὲ τὴν Τιτοϊκὴ Γιουγκοσλαβία, ἔχουν, νομίζω, ἕνα ἰδιαίτερο νεῦρο: Κλείνουν τὴν πόρτα σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους πειρασμοὺς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς: τὸ σταυροφορικὸ πνεῦμα. Καὶ μετακινοῦν τὸ κέντρο βάρους, ἀπὸ τὴν ὑπεράσπιση τοῦ Χριστοῦ, στὴ διακονία τῶν ἀνθρώπων - ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Ἐδῶ ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ διατυπώσω μιὰ διερώτηση, ἀπὸ ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον. Διάφορες μαρτυρίες βεβαιώνουν ὅτι μὲ τὸν Πορφύριο συζητοῦσαν, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἄνθρωποι ἀριστεροί, μαρξιστές, ἄθεοι κοκ[23]. Ὡστόσο, δὲν μπόρεσα νὰ ἐντοπίσω σχετικὲς ἀφηγήσεις! Πιθανολογῶ ὅτι θὰ εἶχαν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, καὶ μάλιστα ἂν σκεφτοῦμε ὅτι μὲ τὰ χρόνια διακονίας του στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας συνέπεσε ὁ ἐμφύλιος πόλεμος (1946-1949) καὶ τὸ μέγιστο μέρος τῆς δικτατορίας (1967-1974), καταστάσεις ποὺ προκάλεσαν ἀφόρητο πόνο καὶ συχνὰ φανέρωσαν ἕνα ἔλλειμμα ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας (ἐνδεικτικὰ ὑπενθυμίζω ὅτι κατὰ τὴ δικτατορία οἰκογένειες φυλακισμένων φοιτητῶν εἶχαν ζητήσει τὴν ἀρωγὴ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἰς μάτην ὅμως[24]). Εἶναι γεγονός, πάντως, ὅτι στοὺς λόγους τοῦ Πορφυρίου δὲν συναντᾶμε τὴν ἐθνικιστικὴ ρητορία ποὺ ἀφθονεῖ σὲ ἐκκλησιαστικοὺς χώρους. Σχετικὰ μὲ τὸ ὅλο ζήτημα, ἔχω συναντήσει ἕνα σπάραγμα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τὴν περίοδο τοῦ ἐμφυλίου. Ἀναφέρεται ὅτι σὲ κάποια ἐκδρομὴ στὴν περιοχὴ τῆς Ἄμφισσας (στὴν κεντρικὴ Ἑλλάδα) ὁ γέροντας «εἶδε» μιὰ μάχη ποὺ εἶχε διεξαχθεῖ πρὸ δεκαετιῶν μεταξὺ κυβερνητικῶν στρατευμάτων καὶ κομμουνιστῶν ἀνταρτῶν, καὶ ἐπεσήμανε πόσο ἄγριες καὶ θηριώδεις ἔνιωθε τὶς ψυχὲς καὶ στὶς δύο πλευρές[25]. Ἂν τυχὸν αὐτὸ δείχνει τὴν δίχως ἰδεολογικὴ προσχώρηση ἔγνοια του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τότε μαρτυρίες ἀπὸ τὶς ὀδυνηρὲς περιόδους ποὺ ἀνέφερα ἴσως νὰ εἶχαν νὰ ποῦν πολλά. Καὶ ἴσως νὰ φώτιζαν παραπάνω τὴν μόνη ἐπιβεβλημένη γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς προσχώρηση: τὴν προσχώρηση στοὺς ὀδυνομένους.
Ὁ Πορφύριος δὲν φρεναπατῶταν ὅτι τάχα δὲν ὑπάρχουν πολέμιοι τῆς πίστης· οὔτε ἀγνοοῦσε τὶς εἰδοποιοὺς διαφορὲς μεταξύ του Χριστιανισμοῦ καὶ ἄλλων θρησκειῶν, κυρίως ἀνατολικῶν καὶ νεοπαγανιστικῶν· οὔτε ἔκρυβε ὅτι ἐπιθυμοῦσε τὴν συνάντηση ὅλων μὲ τὸν Χριστό[26]. Ἀλλά, ταυτόχρονα ἔδινε τὸ ἦθος τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς συνύπαρξης:
«Ἐκεῖ [...] ἔχετε καὶ ἀλλοθρήσκους καὶ ἀλλοδόξους. Σὲ ὅλους νὰ φέρεσαι μὲ λεπτότητα, μὲ ἀγάπη. Κανένα νὰ μὴν προσβάλλης. Ὅλους νὰ τοὺς αἰσθάνεσαι καὶ νὰ τοὺς ἀποκαλεῖς ἀδελφούς, ἀκόμη καὶ ὅσους ἀνήκουν σὲ ἄλλες θρησκεῖες. Ὅλοι εἴμεθα παιδιὰ τοῦ ἰδίου Πατέρα. Νὰ μὴν κάνῃς παρατηρήσεις γιὰ τὴν θρησκεία τους σὲ ὅσους εἶναι ἀλλόθρησκοι»[27]. «Ὁ φανατισμὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν Χριστὸ [...]. Νὰ ὑπάρχει σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου»[28].
ΟΙ ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ
Ὅπως προανέφερα, βασικὴ πεποίθηση τοῦ γέροντα Πορφυρίου ἦταν ὅτι τὸ σκοτάδι τὸ διώχνει τὸ ἄναμμα τοῦ φωτός· ὅτι, μὲ ἄλλα λόγια, ἡ οὐσία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα τῆς (ὅσο, ἐνδεχομένως, θαυμαστὰ καὶ ἔκτακτα κι ἂν εἶναι) νοηματοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ἀποκτοῦν ἀξία μόνο ἂν νοηματοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν ἀγάπη[29]. Κατὰ τὴν ταπεινή μου αἴσθηση, εἶναι ὀφθαλμοφανὲς ὅτι ἡ ἀγάπη ὑπῆρξε ἡ ραχοκοκκαλιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς θεολογίας τοῦ γέροντα Πορφυρίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ) ἐντυπωσιακὸ νὰ συναντᾶ κανεὶς ἀφηγήσεις ἀνθρώπων ποὺ τὸν ἔζησαν ἀπὸ κοντά, τὶς ὁποῖες σαρώνει ἡ ἔκπληξη προοράσεων, διοράσεων, θαυματουργιῶν, ὄχι ὅμως τὸ πρωτεῖο τῆς ἀγάπης! Ἤ, παρόμοια, ἀφηγήσεις οἱ ὁποῖες μνημονεύουν μὲν τὴν ἀγάπη του, ἀλλὰ τὴν ἀπαριθμοῦν ὡς μιά, ἁπλῶς, ἀπὸ τὶς ἀρετές του, μὲ ἀποκορύφωμά τους τὸ προορατικὸ χάρισμα!

Ἕνα χαριτωμένο περιστατικό, ποὺ ἔχει διηγηθεῖ ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀπὸ τὴν Κέρκυρα, δείχνει αὐτὸ τὸν κυριαρχικὸ προσανατολισμὸ τοῦ Πορφυρίου στὴν ἀγάπη. Ὁ γέροντας ἔτρεφε πελώριο σεβασμὸ γιὰ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἁγιαστική της δύναμη. Ὡστόσο, μὲ ἕναν περίπου παιδικὸ τρόπο, κάποια στιγμὴ ἐξέφρασε τὴ διαφωνία του πρὸς τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης, διότι στὸ κορυφαῖο ὑμνολογικὸ ἔργο του, τὸν Μεγάλο Κανόνα, δεσπόζει μιὰ ὀπτικὴ θρηνητική, στραμμένη στὴν κόλαση καὶ τὸν θάνατο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Πορφύριος προτιμοῦσε νὰ κοιτάζει πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἡ συνομιλήτριά του τοῦ ἀνέφερε ὡς ἀντίθετο δεῖγμα γραφῆς τὸν Κανόνα ποὺ συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας γιὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο, τότε ὁ γέροντας Πορφύριος εἶπε τὸ καταπληκτικό: «Ὤ, αὐτὸς δὲν εἶναι Κανόνας, εἶναι φωτιά. Σ᾿ αὐτὸν τὸν Κανόνα πάει ὁ ὑμνογράφος, χάθηκε! Τὸν κατάπιε, τὸν παρέσυρε ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος»[30]. Ὑπενθυμίζω ὅτι τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου εἶναι τὰ φοβερὰ λόγια «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται [...]. Ἄρτον Θεοῦ θέλω, ὁ ἐστιν σὰρξ Ἰησοῦ Χριστοῦ [...], καὶ πόμα θέλω τὸ αἷμα αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἀγάπη ἄφθαρτος»[31].

Γιὰ τὸν γέροντα Πορφύριο ἡ ἀγάπη εἶναι ἀδιάζευκτα ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

«Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ δὲν ἔχει ὅρια, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον»[32]. «Ἡ ἀγάπη στὸν Χριστὸ εἶναι κι ἀγάπη στὸν πλησίον, σ᾿ ὅλους, καὶ στοὺς ἐχθροὺς [...]. Μέσω τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἀδελφὸ θὰ κατορθώσομε ν᾿ ἀγαπήσομε τὸν Θεόν. Ἐνῶ τὸ ἐπιθυμοῦμε, ἐνῶ τὸ θέλομε, ἐνῶ εἴμαστε ἄξιοι, ἡ θεία χάρις ἔρχεται μέσω τοῦ ἀδελφοῦ. Ὅταν ἀγαπᾶμε τὸν ἀδελφό, ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἄρα τὸν Χριστό. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἴμαστε κι ἐμεῖς. Ἄρα ὅταν ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἀγαπᾶμε καὶ τὸν ἑαυτό μας»[33]. «Ἕνα εἶναι τὸ ζητούμενο στὴ ζωή μας, ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας [...]. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν Θεό, ἂν δὲν περάσει ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί, ‘ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὃν ἐώρακε, τὸν Θεόν, ὃν οὒχ ἐώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;’»[34].

Στὸν Πορφύριο ὁ ἀδελφὸς εἶναι ὅρος τῆς σωτηρίας. Κάθε ἐκκλησιαστικὸ μυστήριο στοιχειώνει ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλιῶς ἐκφυλίζεται σὲ μηχανιστικὴ τελετή. Πνίγεται, θὰ λέγαμε, στὸν ριτουαλισμό.

«Ὁ παραμικρὸς γογγυσμὸς κατὰ τοῦ πλησίον ἐπηρεάζει τὴν ψυχή σας καὶ δὲν μπορεῖτε νὰ προσευχηθεῖτε. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅταν βρίσκει ἔτσι τὴν ψυχή, δὲν τολμάει νὰ πλησιάσει»[35]. «Οἱ προσευχές μας δὲν εἰσακούονται, διότι δὲν εἴμαστε ἄξιοι. Πρέπει νὰ γίνεις ἄξιος, γιὰ νὰ προσευχηθεῖς».

Τί θὰ περίμενε, ἄραγε, κανεὶς ὡς συνέχεια τῆς τελευταίας φράσης; Νὰ ὁρίσει, ἴσως, τὴν ἀξιοσύνη βάσει μιᾶς διαδικασίας προσωπικῆς κάθαρσης, φωτισμοῦ κοκ.; Ὁ Πορφύριος, ὅμως, συνέχισε ὡς ἑξῆς:

«Δὲν εἴμαστε ἄξιοι, διότι δὲν ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας ὡς ἐαυτόν. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: ‘Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ...’»[36].

Αὐτὴ τὴν εὐαγγελικὴ παράδοση ἀπηχεῖ καὶ μιὰ μαρτυρία, ὅτι ὁ Πορφύριος διέγνωσε ἀδυναμία κάποιου πιστοῦ νὰ κοινωνήσει, ἐπειδὴ εἶχε διαπράξει ἀδικία κατὰ ἑνὸς ἐργαζομένου, καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπανορθώσει[37]. Ἔχει, στὸ προκείμενο, ἐξαιρετικὴ σημασία τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πορφύριος θεωροῦσε τὴ νοερὴ προσευχὴ (τὴν «εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ») πολὺ περιεκτικὴ καὶ σημαντική, ὡστόσο τὴ θεμελίωνε στὴν ἄμεση, φλογερὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη ἀγάπη τοῦ προσευχομένου πρὸς τὸν Χριστό, καὶ διαφωνοῦσε πρὸς τὴν ἐκμάθηση τεχνικῶν (κάθισμα σὲ χαμηλὸ σκαμνί, ἔλεγχος τῶν ἀναπνοῶν κλπ), οἱ ὁποῖες μετατρέπουν τὴ ζωντανή, προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό, σὲ διαδικασία[38].

Τὴν προτεραιότητα τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀδελφοῦ ἀνακεφαλαιώνει μιὰ ἁλυσσίδα ἀφηγήσεων: ὁ Πορφύριος ἀνὰ-ἀφηγήθηκε κάποτε τὴν ἀφήγηση τοῦ «Εὐεργετινοῦ», ἡ ὁποία εἶχε ἀνὰ-ἀφηγηθεῖ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη ταιριάζοντάς την σὲ μοναστικὰ περιβάλλοντα. Ἡ ἀφήγηση μιλᾶ γιὰ δυὸ νεαροὺς μοναχοὺς ποὺ ἔχασαν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἄφησαν ἀβοήθητο ἕναν πληγωμένο, προκειμένου νὰ μὴν παρεκκλίνουν ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ καθήκοντα ποὺ τοὺς εἶχε ἀναθέσει ὁ γέροντάς τους[39].

Ἂν προσέξουμε τὶς διδαχὲς τοῦ Πορφυρίου, θὰ δοῦμε, νομίζω, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅμως, κατὰ ἕναν περίεργο τρόπο, εἶναι καὶ προϋπόθεσή της. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι δώρημα τοῦ Χριστοῦ· εἶναι ἀκατόρθωτη χωρὶς τὴ χάρη. Κι ὅμως, ἡ πρωτοβουλία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἐκδηλώνεται ἂν δὲν ὑπάρξει «κάτι» ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ τὸ «κάτι» ὁ Πορφύριος τὸ προσδιορίζει ποιητικά, μὲ ἐπάλληλες ἐκφράσεις. Εἶναι ἡ ταπείνωση, τὸ ἄνοιγμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ αἴτημά του γιὰ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ[40]. Ὑπάρχει ἕνας ὑπαρξιακὸς ἀποφατισμὸς σ᾿ αὐτὴ τὴν προσέγγιση. Λόγου χάριν, ἡ ταπείνωση ἀλλοῦ δηλώνεται ὡς προϋπόθεση, ἀλλοῦ, ὅμως, μνημονεύεται ὡς δώρημα[41]. Εἶναι κάτι παρόμοιο μ᾿ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει στὴν προσευχή: «Ἡ προσευχή», ἔλεγε ὁ Πορφύριος, «γίνεται μόνο μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ διδάσκει τὴν ψυχὴ πῶς νὰ προσεύχεται [...]. Πρὶν ἀπ᾿ τὴν προσευχὴ ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ προετοιμάζεται μὲ προσευχή. Προσευχὴ γιὰ τὴν προσευχή»[42]. Ὁ ἄνθρωπος, κοντολογίς, δὲν δύναται μὲν νὰ πετύχει ἀπὸ μόνος του τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, αὐτό, ὅμως, ποὺ δύναται, εἶναι νὰ προσανατολίσει ἀποφασιστικὰ τὸν ἑαυτό του πρὸς αὐτήν. Αὐτὸ ποὺ ζητεῖται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο εἶναι το νὰ θελήσει νὰ ἀγαπήσει, νὰ παραδεχτεῖ ὅτι μόνος δὲν ἀρκεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἕδρα τῆς ἀγάπης. Καὶ γι᾿ αὐτό, ὁ ἄνθρωπος παραμένει μὲν ἀτελὴς καὶ ἄστοχος, ὅμως ἔχει καίρια σημασία ὁ αὐτὸ-προσανατολισμός του: σὲ ποιὰ προοπτική, δηλαδή, ἀνοίγει τὸν ἑαυτό του καὶ ποιὸν καλωσορίζει στὴ ζωή του.

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι τὴν ἀγάπη ὁ Πορφύριος τὴν νοοῦσε ὅπως τὴν φανέρωσε ἡ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ: ὄχι ὡς ἀδάπανο αἴσθημα, ἀλλὰ ὡς συμμετοχὴ στὴν ὀδύνη τοῦ ἄλλου. «Νὰ ἀγαπάεις καὶ νὰ πονάεις», ἔλεγε. «Νὰ πονάεις γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάεις. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιὰ τὸν ἀγαπημένο»[43]. Μιλώντας μὲ σύγχρονους ὅρους, ὁ καθηγητὴς Γεώργιος Κρουσταλάκης ἐντοπίζει στὸν Πορφύριο ἐνσυναίσθηση (empathy)[44], τὴν ἱκανότητα, δηλαδή, νὰ μπαίνεις στὴ θέση τοῦ ἄλλου. Ἀλλὰ καὶ τοὺς προσωπικούς του πόνους, τοὺς νοοῦσε ὡς μετοχὴ στὸν πόνο τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο εἰσόδου στὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης του[45]. Ὁ Πορφύριος ἦταν προσανατολισμένος στὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας, ὡστόσο δὲν προσπερνοῦσε τὸν σταυρό. Ἐδῶ βρίσκεται, νομίζω μιὰ καίρια ἀλήθεια. Ὑπὸ μίαν ἔννοια, μὲ τὸν σταυρὸ ὁλοκληρώθηκε ἡ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν πέθαινε μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πέθανε (δηλαδὴ ὀδυνηρὰ καὶ ἀτιμωτικά), τότε δὲν θὰ εἶχε σαρκωθεῖ στὴν πληρότητα καὶ στὶς ἐσχατιὲς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Θὰ εἶχε κάνει ἁπλῶς ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Θὰ τὴν εἶχε παρατηρήσει, ἀλλὰ δὲν θὰ τὴν εἶχε κάνει σάρκα του - καί, ἄρα, δὲν θὰ τὴν ὁδηγοῦσε σὲ ἀνάσταση.

Στὸ νοσοκομεῖο «Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν», στὴν καρδιὰ τῆς πρωτεύουσας, στὴ μεθόριο τῶν ἀξιοπρεπῶν καὶ τῶν περιθωριακῶν, ὁ Πορφύριος διακόνησε τριαντατρία χρόνια (1940-1973), μὲ δική του ἐπιθυμία[46]. Αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ Πορφύριος τὰ μνημόνευε ὡς «χρόνια εὐλογημένα, δοσμένα στὸν ἄρρωστο, στὸν πόνο»[47]. Καὶ ἔτσι, θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ τὶς ἀπόψεις ποὺ ἀντιδιαστέλλουν τὴ λειτουργικὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ἀλληλεγγύη, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ἀνῆκε σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ θεολογικὰ ρεύματα ποὺ ἀσκοῦν κριτικὴ στὸ κοινωνικὸ σύστημα καὶ τὶς ἄδικες δομές του. Καὶ στὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπῆρξε ἐνοφθαλμιστής. Ἔχει, λοιπόν, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον νὰ ἐξεταστεῖ τὸ ὅραμα ποὺ εἶχε γιὰ δημιουργία ἑνὸς ἰδιαίτερου μοναστηριοῦ.

Ὅπως εἴπαμε, τo μοναστήρι στὸ ὁποῖο εἶχε ἐνταχθεῖ ὁ ἀγαπημένος τοῦ Πορφυρίου, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καυσοκαλυβίτης, ἦταν ἡ μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου τελοῦνταν θεία Λειτουργία καὶ ἀκολουθίες ἀδιάκοπα, καθ᾿ ὅλο το εἰκοσιτετράωρο, μὲ βάρδιες τῶν μοναχῶν[48]. Τὸ μοναστήρι ποὺ ὁραματιζόταν νὰ φτιάξει ὁ γέροντας Πορφύριος ἦταν, παρόμοια, ἀκοίμητο. Ὄχι, ὅμως, χάριν μιᾶς κατὰ λέξης ἐφαρμογῆς τῆς Παύλειας παρότρυνσης «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. 5: 17), ἀλλὰ χάριν τῆς ἀγάπης τοῦ κόσμου. Ὁ Πορφύριος ὁραματιζόταν ἕνα μοναστήρι ὅπου θὰ μποροῦσαν νὰ βρίσκουν καταφυγὴ πονεμένοι καὶ ταλαιπωρημένοι, κυριολεκτικὰ ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας[49]. Ὁλόκληρος ὁ ρυθμὸς τῆς μοναστικῆς ζωῆς θὰ ἦταν λειτουργικὸς καὶ ταυτόχρονα προσανατολισμένος πρὸς τὴ διακονία: προσευχὴ χάριν τῶν ὀδυνομένων[50]. Στὸ ὅραμα αὐτό, μὲ ἄλλα λόγια, οἱ πονεμένοι δὲν ἐμφανίζονται οὔτε ὡς περισπασμός, οὔτε ὅμως καὶ ὡς παράπλευρα ἀντικείμενα ἐνδιαφέροντος. Ἐμφανίζονται ὡς λόγος ὕπαρξης τοῦ μοναστηριοῦ. Σημειωτέον, ἐν παρόδῳ, ὅτι ὁ ἱδρυτὴς τῆς μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων, Ἀλέξανδρος, ἀποστρεφόταν ὡς περισπασμὸ τὴ χειρωνακτικὴ καὶ βιοποριστικὴ ἐργασία[51], τὴν ὁποία, ὅμως, ἀντιθέτως, ὑποληπτόταν καὶ εἶχε ἀσκήσει ὁ γέροντας Πορφύριος[52].

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΡΦΙΑ

Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Πορφυρίου δημιουργεῖ δυνατότητες γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἀθέατης ἁγιότητας, ἐκείνης, δηλαδή, τῆς ἁγιότητας, τὴν ὁποία οὔτε κἂν μπορεῖ νὰ ὑποψιαστεῖ ἡ στενάχωρη θρησκευτικότητα.

«Οἱ ψυχὲς οἱ πεπονημένες, οἱ ταλαιπωρημένες, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὰ πάθη τους, αὐτὲς κερδίζουν πολὺ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Κάτι τέτοιοι γίνονται ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς τοὺς κατηγοροῦμε»[53].

Αὐτὴ ἡ ἀνοιχτότητα στὴ μυστικὴ δράση τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ὕπαρξη πολιτῶν τῆς Βασιλείας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἔκπληξη γιὰ τοὺς τακτικοὺς Χριστιανούς, διευρύνει ἐξαιρετικὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀδελφότητα.

Γιὰ τὸν Πορφύριο, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἴδια ἡ Τριαδικὴ ζωὴ καί, ταυτόχρονα, ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ συμμετοχὴ σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπέμενε νὰ ὀνομάζει τὴν Ἐκκλησία ἄκτιστη καὶ προαιώνια[54]. Ὅλα τα κτίσματα μετέχουν σ᾿ αὐτὴν δυνάμει, μιᾶς καὶ ἀνέκαθεν περιλαμβάνονταν στὸν νοῦ τοῦ Θεοῦ, ὡς δημιουργήματά του. Πόσο ἡ θεώρηση αὐτὴ θυμίζει τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ περὶ τῶν λόγων τῶν ὄντων, εἶναι περιττὸ νὰ τὸ ὑπογραμμίσουμε ἐδῶ. Μὲ τὸ ἔργο, λοιπόν, τοῦ Χριστοῦ ξεκίνησε ἡ πραγμάτωση τῆς κοσμικῆς - συμπαντικῆς κοινωνίας[55]. Γιὰ τὸν Πορφύριο ἡ Ἐκκλησία εἶναι πηγὴ ζωῆς. Αὐτό, ὅμως, δὲν ἀναιρεῖ τὴ μυστικὴ καὶ πανταχοῦ δράση τοῦ Χριστοῦ. Ἔλεγε ὅτι «ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἐκβιάζη κανένα, ἔχει τρόπους νὰ σώσῃ καὶ τοὺς πλέον πλανημένους· καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ βοηθήσωμε σὲ αὐτὴν τὴ διαδικασία»[56]. Στὴν ὀπτικὴ αὐτή, οἱ Χριστιανοὶ δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἱεραπόστολοι. Εἶναι διάκονοι τοῦ κατ᾿ ἐξοχὴν ἱεραποστόλου - τοῦ Θεοῦ. Τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἐδῶ ἔχουμε μιὰ ὀπτικὴ παρόμοια μ᾿ αὐτὴν ποὺ στὸν οἰκουμενικὸ χῶρο ἔχει ἀποκληθεῖ missio Dei, καὶ ἡ ὁποία ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ ἱεραποστολὴ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, οἱ δὲ πιστοὶ καλοῦνται νὰ γίνουν συνεργοί της[57].

Οἱ θεωρήσεις αὐτὲς δημιουργοῦν μεγάλη εὐρυχωρία. Ὁ Πορφύριος ἐπέμενε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀδέρφια - ἀπολύτως ὅλοι, καὶ ὄχι μόνο οἱ βαπτισμένοι[58]. Καὶ εἶχε τὸ σθένος νὰ διακρίνει ὑγιῆ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ ἔργα τοῦ ἀρχαίου, παγανιστικοῦ κόσμου[59]. Ἔτσι, συνέχιζε τὴν Ἰωάννεια θεολογία (ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον»[60]) καὶ τὴν εὐαισθησία τοῦ μάρτυρα καὶ φιλοσόφου Ἰουστίνου, παρ᾿ ὅλο ποὺ τὴ σχετική του θέση ὁ Πορφύριος τὴ διατύπωνε πρὶν ἀκόμα μάθει τὴ διδασκαλία τοῦ Ἰουστίνου περὶ σπερματικοῦ λόγου[61].

Τὸ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδέρφια, εἶναι ἁπλῶς μιὰ αὐτονόητη χριστιανικὴ ἀλήθεια. Προφανῶς, ὡστόσο, ὁ γέροντας Πορφύριος χρειαζόταν νὰ τὸ τονίζει. Χρειαζόταν, δηλαδή, νὰ διεμβολίζει τὴν περίκλειστη θρησκευτικὴ συνείδηση ποὺ ἀδιάκοπα συναντοῦσε. Γι᾿ αὐτό, ἄλλωστε, σὲ ἄλλη στιγμή, χρειάστηκε νὰ ὑπογραμμίσει ἄλλο ἕνα αὐτονόητο: ὅτι ὅσοι διαπράττουν ἐγκλήματα δὲν σημαίνει αὐτομάτως ὅτι εἶναι κακοί, ἀλλὰ συνήθως εἶναι καλὲς ψυχὲς σὲ ὀδύνες[62].

ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ

Ἐξαιρετικῆς σημασίας θεωρῶ μίαν ἰδιαίτερη προσφορὰ τοῦ γέροντα Πορφυρίου, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείω νὰ εἶναι καὶ ἡ πλέον δυσανάγνωστη. Στὸν Πορφύριο ἀποδίδονται πλήθη ἰάσεων, κι ὅμως πιστεύω πώς, ἂν ὁ Πορφύριος ἰδωθεῖ ὡς θεραπευτῆς, τότε δὲν θὰ γίνει κατανοητός. Τί ἐννοῶ; Ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἀφηγήσεων γιὰ ἰάσεις ποὺ πραγματοποίησε, ἀφηγήσεις οἱ ὁποῖες ἀποπνέουν τὴν ἀδιατάραχτη βεβαιότητα ὅτι ἡ ὑγεία ἀποτελεῖ ὕψιστη ἀξία καὶ ὅτι βασικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀποκατάστασή της. Στὴν ὀπτικὴ αὐτή, ὅποιος ἔχει ἢ ἀποκτᾶ σωστὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, γιατρεύεται. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μὲ τὴν ἴαση, ἡ ὁποία καὶ ὑπονοεῖται ὡς τὸ μονότερμα τῆς εὐσέβειας. Μοιραία, λοιπόν, σὲ ἀφηγήσεις τέτοιας λογῆς, δὲν παίζει κανέναν ρόλο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Πορφύριος ἦταν ἀπίστευτα ἀσθενὴς καὶ ὅτι παρέμεινε ἀθεράπευτος μέχρι τέλους! Κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη εἶναι φανερὸ ὅτι, γιὰ μεγάλα ρεύματα τῆς τρέχουσας θρησκευτικότητας, ἡ ἀπουσία ἀποτελεσματικότητας ἀποτελεῖ σκάνδαλο. Γι᾿ αὐτὸ ἀποθεώνεται ἡ ἴαση, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸ ἀφθονοῦν καὶ οἱ θριαμβολογίες γιὰ τεκνογονία, γιὰ ἐπιτυχία σὲ σχολικὲς ἐξετάσεις, γιὰ ἀντιμετώπιση οἰκονομικῶν προβλημάτων, γιὰ ἀπόκτηση εὐμάρειας, γιὰ κοινωνικὴ ἄνοδο! Κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη, τὸ Gospel of Health and Wealth ἔχει μπεῖ γιὰ τὰ καλὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Πῶς ὁ Πορφύριος χειριζόταν τέτοιες ἀντιλήψεις; Κατὰ πόσο, δηλαδή, ἀνεχόταν, διόρθωνε, ὑπέθαλπε; Δὲν δύναμαι νὰ πῶ. Ἡ αἴσθησή μου πάντως ὅτι ὁ Πορφύριος οὐδαμῶς ἀποθέωνε τὴν ὑγεία. Ἀποθέωνε τὴν ἀγάπη. Αὐτὴ ἦταν τὸ μήνυμά του - ὄχι οἱ εἶναι θεραπεῖες καθαυτές. Ἔμεινε ἀθεράπευτος, ὅπως ὁ Παῦλος δὲν ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸν σκόλωπά του καὶ ὅπως ὁ Μωυσῆς δὲν εἰσῆλθε στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας - καὶ ἦταν ἀμφότεροι θεοπτες! Εἶναι ἅγιοι ποὺ βρίσκονται στὸ ὕψος τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεὸ γυμνῆς καὶ καθαρῆς, γιὰ χάρη τῆς ἴδιας τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγαπημένου, κι ὄχι χάρη σὲ ὁποιαδήποτε ἐνδοκοσμικὴ εὐεργεσία ἐκ μέρους του. Γι᾿ αὐτὸ στὴ βιοτὴ τοῦ Πορφυρίου εἶναι ἔντονο ἕνα στοιχεῖο ποὺ μοιάζει μὲ ἀντίφαση: Προσευχόταν γιὰ τὰ τρέχοντα προβλήματα χιλιάδων ἀνθρώπων, κι ὅμως ταυτόχρονα θεωροῦσε ὅτι ἐκβιάζουμε τὸν Θεὸ ὅταν τοῦ ζητᾶμε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ προβλήματά μας! «Τὸ τέλειο», ἔλεγε, «εἶναι νὰ μὴν προσευχόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία μας. Νὰ μὴν εὐχόμαστε νὰ γίνομε καλά, ἀλλὰ νὰ γίνομε καλοί»[63]. Αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ καταλαβαίνω, εἶναι ὅτι ὁ Πορφύριος δὲν προσπερνοῦσε τὰ ἀνθρώπινα προβλήματα, ὄχι ἐπειδὴ νοοῦσε τὴ λύση τους ὡς αὐταξία ἢ ὡς θρησκευτικὴ ἐπικύρωση, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸν κίνδυνο νὰ διαλυθεῖ ψυχικὰ ὅποιος θὰ καθηλωθεῖ στὸν πόνο του καὶ θὰ ἐγκλωβιστεῖ στὴ στέρησή του. Τὸ θεμέλιο, ὅμως, αὐτῆς τῆς στάσης εἶναι ἀκριβῶς ἡ θέση του «νὰ μὴν εὐχόμαστε νὰ γίνομε καλά, ἀλλὰ νὰ γίνομε καλοί». Εἶναι θέση ποὺ ἀκούγεται ἀκραία καὶ μοιάζει νὰ παραθεωρεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε τρὶς ζητήσει τὴν ἴασή του. Προφανῶς, ὅμως, αὐτὸ ποὺ ἤθελε νὰ κάνει ὁ Πορφύριος μὲ τὴν πολύτιμη αὐτὴ διατύπωση, ἦταν νὰ καταστήσει σαφές το κέντρο βάρους στὸ ἀξιακὸ σύστημα τοῦ πιστοῦ. Διότι τὸ ζήτημα ἔγκειται ὄχι στὸ ὅτι διάφορα στοιχεῖα καὶ διάφορα ἀγαθὰ ἀπαρτίζουν τὴν ἀνθρώπινη ζωή, ἀλλὰ στὸ ποιὸ εἶναι τὸ κέντρο βάρους της! Ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἡ ἀποθέωση τῆς ὑγείας καὶ τῶν κοινωνικῶν, ἀστικῶν ἀξιῶν, δημιουργοῦν ἕνα εἶδος ἐγκόσμιας ἐσχατολογίας, ἡ ὁποία παραβλέπει ὅτι ἡ ἱστορία εἶναι ἕνας ἀδιάκοπος πόλεμος μεταξὺ ζωῆς καὶ φθορᾶς καὶ ὅτι ἡ ἔκβασή του βρίσκεται στὴν ἐσχατολογικὴ Βασιλεία, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει κριτήριο τὴν ἀγάπη - ὄχι τὴν μακροημέρευση, τὴν κοινωνικὴ ἐπιτυχία κοκ. Αὐτὸς ὁ ἰδιότυπος ἀσκητικὸς ἀναρχισμὸς σχετικοποιεῖ τὰ πάντα καὶ δίνει ἀποφασιστικὴ σημασία στὸν προσανατολισμὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Κι ἔτσι, ὅπως τὸ ἀθεράπευτο τοῦ Πορφυρίου συνήθως δὲν γίνεται πηγὴ θεολογίας, ἔτσι καὶ στὶς θριαμβολογικὲς ἀφηγήσεις τῶν ἰάσεων δὲν βρίσκεται χῶρος γιὰ τὸ μυστήριο, γιὰ τὸ θαῦμα του νὰ μὴν ἔρχεται τὸ θαῦμα: γιὰ τὶς ἄπειρες περιπτώσεις ὅπου ἡ πίστη ἄνθισε δίχως νὰ ἀρθεῖ ἡ ἀρρώστεια, δίχως νὰ τερματιστεῖ ἡ ἀτεκνία καὶ δίχως νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ ἀδόκητος θάνατος[64].

Ὁ Πορφύριος ἀποκαλεῖται «Καυσοκαλυβίτης», ἀπὸ τὴν πνευματική του γενέτειρα, τὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους[65]. Ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ τόπου ποὺ διακόνησε, θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ ἀποκαλεῖται «Ὁμονοιάτης» (Ὁμόνοια εἶναι ἡ κεντρικὴ πλατεία τῆς Ἀθήνας, ὅπου ἔζησε ἐπὶ χρόνα) ἢ «Ἀττικοκαλυβίτης» (Ἀττικὴ εἶναι ὁ νομὸς στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ Ἀθήνα). Κι ὅμως, καυσοκαλυβίτης παρέμεινε πάντα, ὄχι ἁπλῶς ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι θέλησε νὰ πεθάνει στὸ κελὶ τῆς προέλευσής του, ἀλλὰ πρωτίστως ὑπὸ τὴν ἔννοια τοῦ τρόπου ζωῆς. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπίγειου βίου του πυρπόλησε τὴν ἀπολυτοποίηση κάθε ἐγκόσμιας καλύβας, κάθε ἀξίας ποὺ τείνει νὰ αὐτονομηθεῖ σὲ αὐταξία. Ἀλλὰ καὶ στὴν ἔσχατη στιγμή του τόλμησε νὰ «πυρπολήσει» ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο του τὸ σκήνωμα: Φρόντισε νὰ μείνει ἄγνωστος ὁ τόπος ὅπου ἀναπαύονται τὰ ὀστᾶ του.

«Ζήτησε νὰ ταφῇ στὸν τάφο ὅπου εἶχαν βάλει νωρίτερα ἕνα χοντρὸ καὶ γελαστὸ μοναχό, γιὰ νὰ πάρῃ κάτι ἀπὸ τὴν ἁγιότητά του. Μετὰ τὴν ἐκταφὴ τοῦ πατρὸς Πορφυρίου, ἐτάφη στὸν ἴδιο χῶρο ὁ Γέροντας πάπα-Νικάνωρ. Ἔγινε ἤδη καὶ ἐκείνου ἡ ἐκταφή. Τώρα δὲν θὰ βρῇς πουθενὰ προσωπικὸ τάφο τοῦ Γέροντα Πορφυρίου. Καὶ τὰ ὀστᾶ του χάθηκαν, κατὰ τὴν παραγγελία του, στὸ δάσος τῆς Κερασιᾶς»[66].

Οἱ κορυφαῖες μαρτυρίες γιὰ τὸν καυσοκαλυβιτισμό του εἶναι, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη, δύο:

Ἀφενὸς ἡ δική του ἐξομολόγηση, σχετικὰ μὲ τὴν ἔγνοια καὶ τὴν ἐπίγνωσή του ὅτι πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ ὄντως κήρυξαν καὶ ὄντως θαυματούργησαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἀποδειχθοῦν στὸ τέλος ἄσχετοι πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ θὰ ἀκούσουν τὰ φοβερὰ λόγια του «οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν» (Ματθ. 7: 22-23). Αὐτὴ ἡ πολύτιμη ἔγνοια τσακίζει κάθε γραφειοκρατικὴ κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας, τσακίζει κάθε ναρκισσιστικὴ ἄσκηση τῆς θεολογίας, τσακίζει τὴν ἑωσφορικὴ σιγουριὰ πὼς ὅ,τι φέρει ἐκκλησιαστικὴ προσωνυμία ἀποτελεῖ τάχα ἀναπόδραστα γεγονὸς κατὰ Θεόν. Ἀντιθέτως, θέτει τὰ πάντα στὴν ἔσχατη κρίση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ τὴν εὐαγγελικὴ ἀβεβαιότητα ὁ Πορφύριος τὴν ἀντιμετώπιζε μὲ ὅ,τι εὐαγγελικότερο: μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ[67].

Ἡ δεύτερη μαρτυρία (στὴν πραγματικότητα, μιὰ ἐκδήλωση τῆς μόλις προαναφερθείσας ἐπίγνωσής του) εἶναι ἡ συνταρακτικὴ στιχομυθία ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ μακαριστὸς ἰατρός του Γιῶργος Παπαζάχος. Μιὰ μαρτυρία ποὺ ἀποτελεῖ ἀληθινὸ εὐαγγέλιο καὶ ποὺ θὰ ἀρκοῦσε ἀπὸ μόνη της, ἀκόμα κι ἂν ὅλες οἱ ἄλλες μαρτυρίες χάνονταν, γιὰ νὰ μᾶς ὑποψιάσει γιὰ τὰ ἀβάσταχτα μονοπάτια τῆς ἁγιότητας. Εἶναι ἡ στιχομυθία ὅπου ὁ Πορφύριος φανέρωσε ὅτι ἡ μεγάλη παγίδα εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἡ ἔλλειψη τῶν ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιες οἱ ἀρετές, οἱ ὁποῖες, κατὰ ἕναν περίεργο καὶ ἀντιφατικὸ τρόπο, μποροῦν νὰ ὀρθωθοῦν ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν Θεό!

«Ἕνα ἀπόγευμα μοῦ τηλεφώνησε στὸ ἰατρεῖο, ἀκριβῶς μετὰ τὴ ὑπερβολικὴ ἐκδήλωση ἀγάπης ἑνὸς ζεύγους ἀσθενῶν μου ποὺ περιποιήθηκα. Μεταφέρω τὰ λόγια του: ‘Γιωργάκη, εἶμαι ὁ γέροντας. Ἐμεῖς οἱ δυὸ θὰ πᾶμε μαζὶ στὴν κόλαση. Θὰ ἀκούσουμε: «Ἄφρον, ἄφρον, ταύτη τὴ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σου... Τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου ἀπήλαυσας, ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;»’. Τὸν διέκοψα: ‘Τί ἀπολαύσαμε, Γέροντα, σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή; Τὸ σαράβαλο αὐτοκίνητο, τὸ ἄδειο βιβλιάριο ἢ τὸν ἀνύπαρκτο ὕπνο μας;’. Ἀπάντησε ἀπότομα: ‘Τί εἶναι αὐτά, ποὺ λές; Δὲν σοῦ λέει ὁ κόσμος: Τί καλὸς γιατρὸς ποὺ εἶσαι; Μᾶς ἀγαπᾶς, μᾶς φροντίζεις, δὲν μᾶς γδέρνεις. Καὶ σὺ τὰ ἀποδέχεσαι, τὰ χάφτεις. Ἔ! Τὸν ἔχασες τὸν μισθό σου. Τὸ ἴδιο παθαίνω καὶ ἐγώ. Μοῦ λένε πὼς ἔχω ‘χαρίσματα’, πὼς μπορῶ νὰ τοὺς ἀκουμπήσω καὶ νὰ κάνω θαύματα, πὼς εἶμαι ἅγιος. Καὶ τὰ χάφτω, ὁ ἀνόητος καὶ ἀδύναμος. Ἔ! Γι᾿ αὐτὸ σοῦ εἶπα ὅτι μαζὶ θὰ πᾶμε στὴν κόλαση!’. ‘Ἂν εἶναι νὰ πᾶμε μαζί’, τοῦ ἀπάντησα, ‘πᾶμε καὶ στὴν κόλαση!’. Κι ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο λέγοντας: ‘Ἐγὼ σοῦ μιλάω σοβαρὰ καὶ σὺ πάντα ἀστειεύεσαι. Καλὴ μετάνοια καὶ στοὺς δυό μας’»[68].

[1] Ἐπεξεργασμένο κείμενο εἰσήγησης στὸ 18ο διεθνὲς οἰκουμενικὸ συνέδριο Ὀρθόδοξης πνευματικότητας, μὲ γενικὸ θέμα «Κοινωνία καὶ Ἐρημία», μονὴ Bose (Β. Ἰταλία), 10 Σεπτεμβρίου 2010.

[2] Ἀπ᾿ ὅσο γνωρίζουμε, δικό του κείμενο εἶναι μόνο ἡ πνευματική του διαθήκη, ἕνα δισέλιδο σημείωμα, τὸ ὁποῖο συνέταξε ἕναν σχεδὸν ἑξάμηνο πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Βλ. Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος καὶ Λόγοι, ἔκδ. Ἱ. Μονὴ Χρυσοπηγῆς, Χανιὰ 92008. 185-187.

[3] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 72, 185, 227, 289.

[4] Συμεὼν Μεταφραστής, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἠμῶν Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου, PG 114, 567A-582D. Ἀπὸ αὐτὸ ἀντλεῖ καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἔκδ. Δόμος (πρώτη ἔκδοση: Ἐν Βενετίᾳ 1819), τ. Β´, Ἀθῆναι 2005, σσ. 69-70.

[5] Πρόκειται γιὰ τὴ μοναστικὴ κοινότητα ποὺ ἵδρυσε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 405 ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἀλέξανδρος. Βλ. Robert F. Taft, «Akoimetoi, Monastery of», στό: The Oxford Dictionary of Byzantium (ἐπιμ. Alexander P. Kazhdan κ.α.), ἔκδ. Οxford University Press, τ. 1, New York - Oxford 1991, σ. 46. Στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ. μονὴ εἶχε μεταφερθεῖ στὴν ἀνατολικὴ ἀκτὴ τοῦ Βοσπόρου, πράγμα πού, προφανῶς, ἀπηχεῖ ἀφήγηση τοῦ συναξαρίου, ὅτι γιὰ τὴ μετάβαση στὴ μονὴ χρειαζόταν πλοιάριο (.π., 572Α). Σύμφωνα μὲ τὸ συναξάρι του, ὁ Ἰωάννης γεννήθηκε τὸ 460.

[6] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 52.

[7] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 37, 54. Τὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ ἐγκατέλειψε λόγω βαρειᾶς ἀσθένειάς του.

[8] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 433.

[9] Κατὰ τὸ διάστημα 1925 - 1940 ἔζησε σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Εὔβοιας καὶ κατόπιν ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχή της: Τὸ διάστημα 1940 - 1973 ὑπηρέτησε στὴν «Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν», στὸ κέντρο τῆς πρωτεύουσας. Ἀπὸ τὸ 1973 ὡς τὸ θέρος 1979 ἔζησε στὰ Καλλίσια (ὅπου πρωτοεγκαταστάθηκε τὸ 1955), καὶ ἀπὸ τὸ θέρος 1979 ὡς τὶς 2 Δεκεμβρίου 1991 στὸ χωριὸ Μήλεσι τοῦ Ὠρωποῦ, περίπου 50 χιλιόμετρα βορειοανατολικὰ τῆς Ἀθήνας.

[10] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 128.

[11] Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Ἡ Ἐκκλησία γίνεται ὅταν ἀνοίγεται. Ἡ ἱεραποστολὴ ὡς ἐλπίδα καὶ ὡς ἐφιάλτης, ἔκδ. Ἐν Πλῷ, Ἀθήνα 2009, σσ. 185-216.

[12] Marc le Diacre, Vie de Porphyre, eveque de Gaza (ἐπιμ. H. Gregoire - M.-A. Kugener), ἔκδ. Les Belles Lettres, Paris 1930, σσ. 47-49. Βλ. Παπαθανασίου, Ἐκκλησία γίνεται, .π., σσ. 219-223. Ἐκεῖ ἀναλύω τὴ λογικὴ αὐτῆς τῆς βίας κατὰ τὴν ὕστερη ἀρχαιότητα καὶ τὴν ὑποβάλλω σὲ κριτική.

[13] Τὰ μεσάνυκτα τῆς 25ης πρὸς 26η Φεβρουαρίου 1990. Βλ. Κλεῖτος Ἰωαννίδης, Ὁ γέρων Πορφύριος. Μαρτυρίες καὶ ἐμπειρίες, ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ἁγίας Μαρίνης καὶ ἁγίου Ραφαήλ, Ξυλοτύμπου, Λευκωσία 1992, σ. 24.

[14] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 242.

[15] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 242, 287, 290, 309-314. Ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾶ τοὺς ἐξορκισμούς, διαφωνοῦσε μὲ τὸ νὰ ἀπευθύνεται ὁ ἱερέας στὸν δαίμονα καί, μὲ τὴν ἱερατική του ἐξουσία, νὰ τὸν προστάζει νὰ ἐξέλθει κλπ. Προτιμοῦσε νὰ ζητεῖται, μὲ τὴ λειτουργικὴ ζωή, ἡ ἔλευση τῆς χάριτος στὸν ἀσθενῆ. Βλ. Σωτήριος Τζαβάρας, Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν γέροντα Πορφύριο, τὸν διορατικὸ καὶ προορατικὸ πνευματικό μας πατέρα, Ἀθῆναι 1992, σ. 72.

[16] Γέροντος Πορφυρίου ἱερομονάχου, Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν (ἐπιμ. Κωνσταντῖνος Χρ. Καρακόλης), ἔκδ. Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι Ἀττικῆς 82010, σσ. 72-75 (ἀπόσπασμα ἀπό το: Κλεῖτος Ἰωαννίδης, Γεροντικὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος, Ἀθῆναι 2002, σσ. 118 ἐξ). Ἀξιοπρόσεκτος εἶναι καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Πορφύριος κατανοοῦσε τοὺς Πατέρες καὶ τοὺς «ὑπέτασσε» στὰ μείζονα κριτήρια τῆς θεολογίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν ἐν λόγῳ μαρτυρία, δηλαδή, ὁ γέροντας ἐπεσήμαινε ὅτι Πατέρες θεωροῦν τὴν ἡμισέληνο σύμβολο τοῦ Ἀντιχρίστου, ὡστόσο ὁ ἴδιος ἀρνιόταν νὰ συμπεράνει ἐξ αὐτοῦ ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης «σφραγίζεται» ἐπειδὴ τὸ τουρκικὸ διαβατήριό του φέρει τὸ τουρκικὸ ἐθνόσημο μὲ τὴν ἡμισέληνο. Πρβλ. καὶ καθηγουμένη Αἰκατερίνα, Ὁ ὅσιος γέρων Πορφύριος, ἡ ἀγαπῶσα καρδία, ἔκδ. Ἐφραιμίας, Ἱ. Μονὴ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Κονταριώτισσα Κατερίνης (2007), σσ. 329-330.

[17] Βίος καὶ Λόγοι., ὅ.π., σ. 396.

[18] Τζαβάρας, ὅ.π., σ. 25.

[19] Βίος καὶ Λόγοι., ὅ.π., σ. 148. Βλ. καὶ Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 156, 322.

[20] Μητροπολίτης Νεοφύτου καὶ Μπάτσκας Εἰρηναῖος, Ἡ πνευματικὴ σχέση τοῦ Γέροντος Πορφυρίου μὲ τὸν Ὀρθόδοξο Σερβικὸ λαό», στὸ: Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης. Ὁρόσημο ἁγιότητος στὸ σύγχρονο κόσμο (Πρακτικὰ διορθοδόξου μοναστικοῦ συνεδρίου), ἔκδ. Ἱ. Μονὴ Χρυσοπηγῆς, Χανιὰ 2008, σ. 286.

[21] Μητροπ. Νεοφύτου καὶ Μπάτσκας Εἰρηναῖος, στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 287.

[22] Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς ὑπόδουλους νὰ παραδώσουν τὰ ὅπλα τους στοὺς ὀθωμανοὺς χωροφύλακες. Βλ. Ἰωάννης Β. Μενοῦνος, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ διδαχὲς καὶ βιογραφία, ἔκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 1979, σσ. 86-88, 271-272.

[23] Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 60, 234.

[24] Βλ. Γιῶργος Ἀ. Βερνίκος, Ὅταν θέλαμε νὰ ἀλλάξουμε τὴν Ἑλλάδα, ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2003, σ. 469.

[25] Γεώργιος Κρουσταλάκης, Γέρων Πορφύριος, ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ παιδαγωγός, ἔκδ. Ἐν Πλῷ, Ἀθῆναι 2006, σσ. 87-88. Εἶναι παρόμοια ἡ μαρτυρία ὅτι ὁ γέροντας «ἔβλεπε» τὶς συγκρούσεις ποὺ γίνονταν στὴ Ρουμανία τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1989 ἀνάμεσα στὸν λαὸ καὶ τὶς κυβερνητικὲς δυνάμεις. Κι ἐκεῖ ἡ ἀντίδραση τοῦ Πορφυρίου ἦταν ὁ θρῆνος. Ξέσπασε σὲ κλάματα γιὰ τὸν πόνο ποὺ «ἔβλεπε». Βλ. Ἰωαννίδης, Ὁ γέρων Πορφύριος, ὅ.π., σ. 172 (ἀφήγηση Γ. Παπαζάχου).

[26] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 197, 206, 216.

[27] Μητροπ. Νεοφύτου καὶ Μπάτσκας Εἰρηναῖος, Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 297.

[28] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 396. Σ᾿ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ὑπογράμμιζε ὅτι ὁ Θεὸς σέβεται τὴν ἐλευθερία ἀκόμη καὶ τοῦ διαβόλου (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σ. 148), διαφωνοῦσε μὲ τὴν δίωξη τῶν Χιλιαστῶν (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σ. 444) καὶ τόνιζε τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχει ὁ ἴδιος ὁ πιστός, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐπιλογὴ πνευματικοῦ (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 337-344).

[29] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 208.

[30] Γερόντισσα Εὐφημία, «Ἡ πνευματικὴ μέριμνα τοῦ γέροντος Πορφυρίου γιὰ τὰ γυναικεῖα μοναστήρια», στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 328. Ὁ Πορφύριος διευκρίνιζε, ἐπίσης, ὅτι ἡ παρότρυνση πολλῶν νηπτικῶν Πατέρων, «ἔχε μνήμη θανάτου διαρκῶς», ἡ ὁποία δημιουργεῖ φόβο κόλασης, πρέπει νὰ μὴν ἀπολυτοποιηθεῖ, ἀλλὰ νὰ κατανοηθεῖ μέσα στὴν ὅλη συνάφειά της, ὡς βῆμα ἀρχαρίων, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ προκόψει ἀπὸ τὸν φόβο στὴν ἀγάπη. Βλ. Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 229-230. Παρόμοια, εἶναι περιττὸ νὰ ποῦμε ὅτι οὔτε οἱ ἐκφράσεις τοῦ ἴδιου του Πορφυρίου πρέπει νὰ ἀπολυτοποιοῦνται. Σὲ κάποιο σημεῖο, γιὰ παράδειγμα, μιλᾶ γιὰ ἀπαθῆ τιμωρία ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ (Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 136), ἐνῶ σὲ ἄλλα βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν 66. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν. Ἀπομαγνητοφωνημένη ἀπόδοσις μιᾶς συζητήσεως μὲ τὸ γέροντα Πορφύριο, ἔκδ. Ἱ. Γυναικείου Ἡσυχαστηρίου Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Κηφισιᾶ, χ.χ., σ. 6). Παρόμοια, ἄλλοτε ὑπογραμμίζει τὴ σπουδαιότητα τῆς ὑπακοῆς, καὶ ἄλλοτε τὸν καταστροφικὸ ρόλο ὁρισμένων πνευματικῶν (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 337-344).

[31] Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, Πρὸς Ρωμαίους, 7, 1, PG 813Β-816Α.

[32] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 398.

[33] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 216· βλ καὶ 386-387. Ἡ ὑπογράμμιση δική μου.

[34] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 383 (βλ. (Α´ Ἰω. 4: 20). Ἡ καθηγουμένη Αἰκατερίνα, ὅ.π., σσ. 61-63, μνημονεύει κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τὸ ὁποῖο ἀγαποῦσε πολὺ ὁ Πορφύριος καὶ τὸ ὁποῖο τονίζει τὴν εὐαγγελικὴ ἐρώτηση: «ἂν δὲν ἀγαπᾶς τὸν ἀδελφό σου, ποῦ τὸν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατὸ ν᾿ ἀγαπᾶς τὸν Θεόν, ποῦ δὲν τὸν βλέπεις;» (Α´ Ἰω. 4, 20). Τὸ κείμενο αὐτό, μαζὶ μὲ δικά του λόγια, τὸ ἔδινε φωτοτυπημένο στὸν κόσμο· βλ. Βίος καὶ λόγοι, ὅ.π., σσ. 390-391.

[35] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 250· βλ. καὶ 328.

[36] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 250-251. Ἡ ὑπογράμμιση, δική μου.

[37] Ἰωαννίδης, Ὁ γέρων Πορφύριος, ὅ.π., σ. 152 (ἀφήγηση Γιώργου Δημητρίου).

[38] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 254-269. Βλ. καὶ Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 359, 379.

[39] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 399-400.

[40] «Ὁ Χριστὸς δὲν ἀφήνει νὰ ἐκδηλωθεῖ ἡ ἀγάπη του, ἂν ἡ ψυχή μου δὲν ἔχει κάτι ποὺ νὰ τὸν τραβήξει»· Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 218. Γιὰ τὴν ταπείνωση βλ. σσ. 238, 241, 489-490. Ὡστόσο, καὶ ἡ ταπείνωση χαρίζεται: σσ. 528, 409. Γιὰ τὸ ἄνοιγμα τοῦ ἀνθρώπου στὴ χάρη, βλ. σ. 239. Γιὰ τὸ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αἴτημα ἔλευσης τοῦ Θεοῦ, σ. 264.

[41] Βλ. Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 238, 241, 489-490 ἀφ᾿ ἑνός, 528, 409 ἀφ᾿ ἑτέρου.

[42] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 246· βλ. καὶ 247.

[43] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 234. Παρόμοια ἔλεγε ὅτι στὴν ἄκτιστη Ἐκκλησία, στὴ ζωή, δηλαδή, τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, εἰσερχόμαστε μὲ τὰ μυστήρια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς «κάθε δυστυχισμένο καὶ πονεμένο καὶ ἁμαρτωλό». Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 196. Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ λογικὴ τῆς σάρκωσης καὶ τῆς πρόσληψης τῆς ὀδύνης τοῦ ἄλλου, τὸν ἔκανε νὰ ζητάει ἀπὸ τὴν Παναγία, νὰ πάρει αὐτὸς ἀπάνω του τὸν καρκίνο κάποιου πατέρα ποὺ μεγάλωνε δυὸ μικρὰ παιδιά. Βλ. Ἀρχιμ. Πορφύριος Μαχαιριώτης, «Ἡ εὐλάβεια τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου», στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 427.

[44] Γεώργιος Κρουσταλάκης, «Ὁ γέροντας Ποργύριος ὡς παιδαγωγός», στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 196.

[45] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 474. Ἰωαννίδης, Ὁ γέρων Πορφύριος, ὅ.π., σ. 171 (ἀφήγηση Γ. Παπαζάχου).

[46] Ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ τοῦ γεννήθηκε στὰ Καυσοκαλύβια, ὅταν ἄκουσε νὰ διαβάζεται ἡ ἑρμηνεία τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη στὸ εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς καὶ ἡ ἔμφασή του στὴν παρηγοριὰ τῶν ἀρρώστων. Βλ. Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 49.

[47] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 126.

[48] Βλ. Ἰωάννης Μ. Φουντούλης, Ἡ εἰκοσιτετράωρος Ἀκοίμητος Δοξολογία, ἔκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι, 1963.

[49] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 157, 169, 176-178. Βλ. καὶ Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 283-284. Ταυτόχρονα, τὸ μοναστήρι θὰ γινόταν καὶ θεολογικὸ κέντρο. Βλ. Κρουσταλάκης, ὅ.π., σ. 46.

[50] «Αὐτὸ βέβαια, θὰ γίνεται ἀπέριττα, χωρὶς σφίξιμο καὶ προσπάθεια ἀπὸ τὶς μοναχές. Αὐτό, νομίζω, εἶναι ἡ καλύτερη ἱεραποστολή»· Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 178. Πρβλ. παράλληλα τὴν πεποίθησή του ὅτι τὰ κύματα προσευχῆς τοῦ μοναχοῦ ἀπὸ τὸ κελί του συνιστοῦν μεγαλύτερη προσφορὰ ἀπ᾿ αὐτὴν τοῦ πιὸ ἄξιου ἱεροκήρυκα»· Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 361.

[51] Φουντούλης, ὅ.π., σ. 45.

[52] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 59-60, 158, 169. Βλ. καὶ καθηγουμένη Αἰκατερίνα, ὅ.π., σσ. 146-148.

[53] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 393. Πρβλ. τὴ διένεξη τοῦ Πορφυρίου μὲ τὴν «ὑπεύθυνη» ἑνὸς πορνείου, ἡ ὁποία ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ πόρνες δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ φιλήσουν τὸν σταυρὸ ποὺ κρατοῦσε ὁ Πορφύριος. Ὁ γέροντας ἔπραξε τὸ ἀντίθετο καὶ κατέληξε: «Κάτι πῆρε ἡ ψυχούλα τους ἡ ταλαιπωρημένη»· Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 145-147· τὸ ἀπόσπασμα, 147.

[54] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 195 ἑξ.

[55] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 193-196.

[56] Μητροπ. Νεοφύτου καὶ Μπάτσκας Εἰρηναῖος, στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 289.

[57] Βλ. ἐνδεικτικὰ Tom Stransky, «Missio Dei», στὸ: Dictionary of the Ecumenical Movement (ἐπιμ. Nicholas Lossky κ..), ἔκδ. WCC Publications, Geneva 2002, σσ. 780-781.

[58] Μαρτυρεῖται ὅτι ἕνα πνευματικοπαίδι του εἶχε ἀκούσει ἀπὸ ἕναν κήρυκα ὅτι ἀδέλφια μεταξύ τους εἶναι μόνο οἱ χριστιανοί. Ὅταν αὐτὸ τὸ μετέφερε στὸν ἐργασιακό του χῶρο, τοῦ τηλεφώνησε τὴν ἴδια μέρα Πορφύριος, γιὰ νὰ τοῦ πεῖ: « ‘Ὅλοι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ’, καὶ μοῦ ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο»· Τζαβάρας, .π., σ. 118. Βλ. καὶ Μητροπ. Νεοφύτου καὶ Μπάτσκας Εἰρηναῖος, στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, .π., σ. 297.

[59] Σὲ μιὰ ἐπίσκεψή του στὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο τῆς Ἀθήνας, σχολίασε ὡς ἑξῆς τὸ ἀρχαιοελληνικὸ ἄγαλμα τοῦ Δία: «Θαυμάζω τὸ ἔργο τοῦ καλλιτέχνη ἀλλὰ καὶ τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ τόσο τέλεια τὸ δημιούργησε. Καὶ καταλαβαίνω ὅτι ὁ καλλιτέχνης ποὺ τὸ ἔφτιαξε εἶχε μεγάλη αἴσθηση τοῦ θείου. Βλέπετε τὸν Δία· ἐνῶ ρίχνει τὸν κεραυνὸ στοὺς ἀνθρώπους, τὸ πρόσωπό του εἶναι γαλήνιο. δὲν εἶναι ὀργισμένος. Εἶναι ἀπαθής»· Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 136. Ἄλλοτε, ὅμως, μνημόνευσε τὶς μαινάδες τῆς Διονυσιακῆς λατρείας ὡς λάτρεις τοῦ σατανᾶ· βλ. Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 559.

[60] Ἰω. 1: 9.

[61] πρωτ. Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος, Ἡ ἀνθρωπολογία καὶ ἡ ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου», στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 211. Βλ. Ἰουστίνος, Ἀπολογία Δευτέρα 13, P. G. 6, 465Β.

[62] Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 232-233.

[63] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σ. 483. Βλ. καὶ 252, 475, 479-480. Πρβλ. Ἀνάργυρος Ἰω. Καλλιάτσος, Ὁ πατὴρ Πορφύριος, ὁ διορατικός, ὁ προορατικός, ὁ ἰαματικός, ἔκδ. Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθῆναι 1993, σσ. 103-107.

[64] Ἀνάμεσα σὲ πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ περιορίζονται σὲ θριαμβολογίες γιὰ ἰάσεις, συγκλονιστικὴ ἐξαίρεση συνιστᾶ ἡ βαθυκαρδη ἀφήγηση τοῦ Γιώργου Παπαζάχου γιὰ τὴν ὀδύνη τοῦ Πορφυρίου κατὰ τὴν κηδεία ἑνὸς κοριτσιοῦ. Βλ. Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, ὅ.π., σσ. 201-202.

[65] Τὰ Καυσοκαλύβια εἶναι, πιθανότατα, ἀπὸ τὰ πρῶτα μέρη ἄσκησης στὸν Ἄθω, ἤδη κατὰ τὸν 9ον αἰ.. Τὴν ὀνομασία τους πῆραν ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ὁ ὁποῖος ἦταν κυριολεκτικὰ καυσοκαλυβίτης, δηλαδὴ ἐγκατέλειπε καὶ πυρπολοῦσε τὶς καλύβες ποὺ ὁ ἴδιος ἔφτιαχνε. Βλ. Πατάπιος μοναχὸς Καυσοκαλυβίτης, Ἁγιασμένες μορφὲς τῶν Καυσοκαλυβίων, ἀπὸ τὸν ὅσιο Μάξιμο ὡς τὸν γέροντα Πορφύριο, ἔκδ. Ἱ. Καλύβης Ἁγίου Ἀκακίου, Ἅγιον Ὄρος 2007, σσ. 23-30.

[66] ἀρχιμ. Βασίλειος, προηγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἰβήρων, «Ὁ Γέροντας Πορφύριος ὡς Ἁγιορείτης», στὸ: Ὁρόσημο ἁγιότητος, ὅ.π., σ. 78.

[67] Βίος καὶ Λόγοι, ὅ.π., σσ. 186, 508-509. Παρόμοια, Ἰωαννίδης, Ὁ γέρων Πορφύριος, ὅ.π., σ. 111 (μαρτυρία Νικόλαου Σωτηρόπουλου).

[68] Γεώργιος Παπαζάχος, «Δεκατέσσερα χρόνια κοντά του», στὸ: Σύναξη 41 (1992), σ. 96. Ἀναδημοσίευση, μὲ διαφορὲς στίξης, στὸ: Ἰωαννίδης, Ὁ γέρων Πορφύριος, ὅ.π., σ. 174.




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.