Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Αββάς Φιλήμων - Φιλοκαλία Ιερών Νηπτικών







ΑΒΒΑΣ ΦΙΛΗΜΩΝ 
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ 
Σύντομη βιογραφία

Ο οσιότατος πατέρας μας Φιλήμων, ο πιο νηπτικός αλλά και πενθικός από τους θεοφόρους πατέρες, πότε έζησε δεν μας το γνωρίζει η βιογραφία του. Ότι όμως έγινε ευλαβέστατος, όσο λίγοι από τους γέροντες, και πολύπειρος, φίλος της ησυχίας και γνησιότατος μιμητής του Μεγάλου Αρσενίου μπορούν όσοι θέλουν, να το δουν στον παρόντα λόγο.
Επιμένοντας καρτερικά στις προσευχές και τις δεήσεις νύχτα και ημέρα στην ασκητική του καλύβα, σαν μέσα σε κάποιο υπερώο, και πλύνοντας όλο και πιο πολύ τον εαυτό του στα συνεχή δάκρυα και τα γλυκύτατα κλάματά του, ανέβηκε θεοφιλώς ψηλότερα όχι μόνο από όλα τα κακά, αλλά ακόμηκαι από όσα είναι καλά, και πάνω απ’ όλα μαζί τα νοητά και τα αισθητά· και παρουσιάστηκε στο Θεό «κωφός και άλαλος» κατά τη Γραφή, και πέτυχε τον υπέρκαλλο φωτισμό της θείας χάρης Του. Από αυτόν, σαν από ηλιακό δίσκο, πλουτίστηκε άφθονα ο αοίδιμος με την ικανότητα της εξετάσεως και τη διάκριση και τη διορατικότητα και το προορατικό χάρισμα, μέσω της άκρας ησυχίας και σιωπής.
Αξιόπιστος μάρτυρας για όσα είπα, είναι αυτός εδώ ο λόγος. Σ’ αυτόν, περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλον, η διδασκαλία της ιερής νήψεως, με δύναμη διακρίσεως, υφαίνεται άριστα, σαν κεντημένη θεοΰφαντη βασιλική πορφύρα, και όσον άφορα στην πράξη, και όσο συντελεί στη θεωρία• και παρέχει την αξιοπιστία της με την πολύχρονη πείρα.
Όποιος λοιπόν επιθυμεί να ξεντυθεί το λεκιασμένο και βρωμερό φόρεμα των παθών, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, τον «παλαιό άνθρωπο», και να ντυθεί το φωτεινό φόρεμα της απάθειας και της χάρης, το οποίο είναι ο «καινός άνθρωπος», όπως μας τον φανέρωσε ο Ιησούς Χριστός, αυτός θα επιτύχει την αξιέπαινη επιθυμία του, αν μελετά συνεχώς αυτό το λόγο και αν εκπληρώνει όσο μπορεί με τα έργα αυτά που μελετά.

Λόγος περί του αββά Φιλήμονος

Έλεγαν για τον αββά Φιλήμονα τον αναχωρητή, ότι κλείστηκε σε μια σπηλιά κοντά στη Λαύρα που λεγόταν των Ρωμίων, και εκεί διεξήγαγε τα παλαίσματα της ασκήσεως, επαναλαμβάνοντας διαρκώς στη διάνοιά του ό,τι απηύθυνε στον εαυτό του, όπως λένε, ο μέγας Αρσένιος: «Φιλήμων, μην ξεχνάς για ποιο λόγο έφυγες από τον κόσμο». Υπέμενε λοιπόν στη σπηλιά αρκετό καιρό και εργαζόταν την καλαθοπλεκτική. Τα ζεμπίλια που έραβε, τα έδινε στον οικονόμο του για να παίρνει λιγοστό ψωμί, επειδή δεν έτρωγε τίποτε άλλο παρά ψωμί και αλάτι, κι αυτό όχι κάθε μέρα. ως εκ τούτου δε φρόντιζε διόλου για τη σάρκα του(Ρωμ. 13, 14), αλλά ασχολούμενος πάντοτε με τη θεωρία, λουζόταν από το θεϊκό φωτισμό και καθώς από αυτόν μυούνταν σε ανέκφραστα μυστήρια, ζούσε σε διαρκή ευφροσύνη. Πηγαίνοντας στην εκκλησία κάθε Σάββατο και Κυριακή, περπατούσε μόνος και συγκεντρωμένος στον εαυτό του, μην επιτρέποντας σε κανένα να τον πλησιάσει, για να μην ξεφύγει ο νους του από την πνευματική εργασία. Μέσα στην εκκλησία στεκόταν σε μια γωνιά με το πρόσωπο προσηλωμένο στη γη και έχυνε πηγές δακρύων, έχοντας αδιάλειπτο το πένθος και τη μνήμη του θανάτου, κατά το παράδειγμα των αγίων Πατέρων και μάλιστα του μεγάλου Αρσενίου, πάνω στα αχνάρια του οποίου φρόντιζε να βαδίζει.


Όταν εμφανίστηκε αίρεση στην Αλεξάνδρεια και στα περίχωρα, έφυγε και πήγε στη Λαύρα που είναι κοντά στη Λαύρα του Νικάνορος. Εκεί τον δέχτηκε ο θεοφιλέστατος Παυλίνος· του παραχώρησε ιδιαίτερο κελί, όπου τον εγκατέστησε με κάθε ησυχία. Επί ένα χρόνο δεν επέτρεψε σε κανένα να τον συναντήσει, αλλ’ ούτε και αυτός τον ενόχλησε καθόλου, παρά μόνο όταν του έδινε το απαραίτητο ψωμί.

Όταν έφτασε η εορτή της Αναστάσεως του Κυρίου, συναντήθηκαν οι δυό τους και συνομίλησαν για την ερημική ζωή• και αφού κατάλαβε ότι και για τον ευλαβέστατο Παυλίνο ο σκοπός αυτός ήταν προτιμότερος, του αναφέρει λόγια ασκητικά, από τις Γραφές και από τους Πατέρες, και φανερώνει με αυτά ότι χωρίς την τέλεια ησυχία, είναι αδύνατο να ευαρεστήσει κανείς το Θεό, όπως φιλοσόφησε σχετικά και ο θαυμαστός αββάς Μωυσής. Γιατί η ησυχία γεννά την άσκηση, η άσκηση γεννά τα δάκρυα, τα δάκρυα το φόβο, ο φόβος την ταπείνωση, η ταπείνωση το προορατικό χάρισμα, το προορατικό την αγάπη, η αγάπη κάνει την ψυχή υγιή και απαθή. Και τότε γνωρίζει ο άνθρωπος ότι δεν είναι μακριά από το Θεό.

Του έλεγε λοιπόν: «Πρέπει δια μέσου της ησυχίας να καθαρίσεις τελείως το νου σου και να του δώσεις αδιάλειπτη πνευματική εργασία. Γιατί όπως τα μάτια βλέπουν τα αισθητά και θαυμάζουν το θέαμά τους, έτσι και ο καθαρός νους βλέπει τα νοητά και από την πνευματική θεωρία άρχεται σε έκσταση και δύσκολα αποσπάται από αυτά.Και όσο περισσότερο μέσω της ησυχίας απογυμνώνεται από τα πάθη και καθαρίζεται, τόσο περισσότερη γνώση αξιώνεται να λαμβάνει. Και τότε ο νους γίνεται τέλειος, όταν ξεπεράσει τη γνώση της ουσίας των όντων και ενωθεί με το Θεό, ώστε αφού έχει το βασιλικό αξίωμα, δεν ανέχεται πλέον να είναι φτωχός. Ούτε παρασύρεται από τις χαμηλές επιθυμίες, και αν ακόμη του προσφέρεις όλα τα βασίλεια του κόσμου. Αν λοιπόν θέλεις να φτάσεις σε όλες αυτές τις αρετές, μη σε απασχολεί η μέριμνα κανενός άνθρωπου· φεύγε με όλη σου τη δύναμη από τον κόσμο και βάδιζε πρόθυμα την οδό των Αγίων. Έχε παρουσιαστικό παραμελημένο και λερωμένα ρούχα και φόρεμα ταπεινό, φέρσιμο απλό, λόγο ανεπιτήδευτο, βάδισμα σεμνό, φωνή απροσποίητη, τη φτώχεια σύντροφό σου και την καταφρόνηση απ’ όλους. Πάνω απ’ ολα να κρατάς τη φύλαξη και τη νήψη του νου σου. Να έχεις καρτερία σε κάθε στενοχώρια, και κάθε αγαθό που έχεις, να το φυλάγεις ακέραιο και αμετάβλητο. Και πρόσεχε πολύ τον εαυτό σου, μην τυχόν παραδεχτείς καμιά παρείσακτη ηδονή. Γιατί τα πάθη της ψυχής καταπραΰνονται με την ησυχία· όταν όμως ερεθίζονται και ξύνονται, αγριεύουν περισσότερο και σπρώχνουν εκείνους που τα έχουν να αμαρτάνουν περισσότερο και γίνονται δυσκολοθεράπευτα, όπως συμβαίνει με τα σωματικά τραύματα, όταν τρίβονται και ξύνονται. Ακόμη και ένας αργός λόγος μπορεί να χωρίσει το νου από τη μνήμη του Θεού, καθώς μας σπρώχνουν οι δαίμονες σ’ αυτό και οι αισθήσεις πείθονται σ’ αυτούς.

«Είναι μεγάλος ο αγώνας και ο φόβος να φυλάξεις την ψυχή σου. Πρέπει λοιπόν να χωριστείς από όλο τον κόσμο και να σπάσεις το δεσμό της συμπάθειας της ψυχής προς το σώμα και να γίνεις χωρίς πόλη, χωρίς σπίτι, χωρίς τίποτε δικό σου, αφιλάργυρος, ακτήμων, χωρίς πολυπραγμοσύνη, χωρίς συναλλαγές με άλλους, αμαθής των ανθρώπινων πραγμάτων, ταπεινόφρων, συμπαθής,πράος, ήσυχος, έτοιμος να δεχτείς στην καρδιά σου τις υποδείξεις της θείας γνώσεως.Γιατί δεν είναι δυνατό να γράψεις σε κέρινη πλάκα, αν προηγουμένως δεν τη λειάνεις από τα γράμματα που είναι χαραγμένα πάνω στο κερί. Αυτά μας διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος. Τέτοιοι έγιναν όλοι οι Άγιοι• χωρισμένοι τελείως από την κοσμική ζωή, διατηρούσαν το ουράνιο φρόνημα αθόλωτο μέσα τους, και το καταλάμπρυναν με τους θείους νόμους. Και έλαμπαν με τα ευσεβή έργα και λόγια, αφού νέκρωσαν τα επίγεια μέλη τους(Κολ. 3, 5) με την εγκράτεια και το φόβο και τον πόθο του Θεού. Γιατί με την αδιάλειπτη προσευχή και τη μελέτη των θείων Γραφών ανοίγουν τα νοερά μάτια της ψυχής και βλέπουν τον Βασιλέα των δυνάμεων. Και τότε γίνεται χαρά μεγάλη και δριμύς πόθος που καταφλέγει την ψυχή, η σάρκα συνανυψώνεται κι αυτή από το Πνεύμα και γίνεται ο άνθρωπος όλος πνευματικός. Αυτά αξιώνονται να έχουν οι εργάτες της μακάριας ησυχίας και της ασκητικής ζωής, οι οποίοι χωρίστηκαν από κάθε ανθρώπινη παρηγοριά και με καθαρότητα συνομιλούν μόνοι με μόνο τον επουράνιο Κύριο.»

Όταν τα άκουσε αυτά ο θεοφιλής εκείνος αδελφός, πληγώθηκε η ψυχή του από τον θείο πόθο και πήγε μαζί του στη σκήτη, όπου οι πιο μεγάλοι Πατέρες είχαν διανύσει το δρόμο της ευσέβειας. Εκεί κατοίκησαν στη Λαύρα του αγίου Ιωάννη του Κολοβού, και, επειδή ήθελαν να ζήσουν ησυχαστική ζωή, ανέθεσαν τον εαυτό τους στη φροντίδα του οικονόμου της Λαύρας. Ζούσαν με τη χάρη του Θεού με μεγάλη ησυχία, πηγαίνοντας ελεύθερα κάθε Σάββατο και Κυριακή στην εκκλησία. Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας έμεναν στο κελί, κάνοντας καθένας τις προσευχές και την ακολουθία του. Η ακολουθία του αγίου γέροντα ήταν αυτή: τη νύχτα όλη έψαλλε το Ψαλτήριο και τις ωδές χωρίς θόρυβο, και έλεγε και μια περικοπή του Ευαγγελίου. Κατόπιν καθόταν και έλεγε μόνος του το «Κύριε έλέησον» με προσήλωση και για πολλή ώρα, ώσπου δεν μπορούσε πιά να το λέει. Και τότε έπαιρνε λίγο ύπνο• και πάλι την αυγή έψαλλε την πρώτη Ώρα και καθόταν στο κάθισμά του προσεκτικά βλέποντας προς την ανατολή, ψάλλοντας κατά διαλείμματα και λέγοντας από μνήμης περικοπές από τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο. Και έτσι περνούσε κάθε ημέρα ψάλλοντας και προσευχόμενος αδιαλείπτως(Α΄Θεσ. 5, 17), και τρεφόμενος με τη θεωρία των ουρανίων, ώστε πολλές φορές να υψώνεται ο νους του στη θεωρία και να μη γνωρίζει αν βρίσκεται πάνω στη γη.

Ο αδελφός Παυλίνος, βλέποντάς τον να επεκτείνεται τόσο πολύ στην προσευχή και να αλλοιώνεται ολότελα από τις θείες έννοιες, του είπε: «Πολύ κοπιάζεις πάτερ, με τόσα γηρατειά να ταλαιπωρείς το σώμα σου και να το μεταχειρίζεσαι σαν δούλο(Α΄Κορ. 9, 27).» Κι ο γέροντας αποκρίθηκε:
«Πίστεψέ με παιδί μου, τόσο μεγάλη προθυμία και πόθο για την ακολουθία έχει βάλει ο Θεός μέσα στην ψυχή μου, ώστε δεν φτάνουν οι δυνάμεις μου να την ικανοποιήσω σ’ όλη την έκτασή της. Αλλά ο πόθος του Θεού και η ελπίδα των μελλόντων αγαθών νικά τη σωματική μου αδυναμία.» Έτσι λοιπόν ο πόθος του νου του πετούσε πάντοτε στον ουρανό. Και όχι μόνον τις άλλες ώρες, αλλά και στην ώρα του φαγητού.

Κάποτε λοιπόν ένας αδελφός που κατοικούσε μαζί του, τον ερώτησε, ποιό είναι το μυστήριο της θεωρίας. Εκείνος, επειδή τον είδε ότι επιθυμούσε να μάθει και τον παρακαλούσε, του είπε: «Σου λέω, παιδί μου, αληθινά,ότι αν καθαριστεί τελείως ο νους, τότε ο Θεός του αποκαλύπτει τις θεωρίες ακόμη και των αγγελικών δυνάμεων που Τον υπηρετούν.» Και πάλι τον ξαναρώτησε: «Γιατί πάτερ, παραπάνω από όλη την αγία Γραφή, γλυκαίνεσαι περισσότερο με το Ψαλτήριο; Και γιατί ενώ το
λές ήσυχα, φαίνεσαι σαν να συνομιλείς με κάποιον;» Ο αββάς απάντησε: «Να σου πω, παιδί μου· τόσο πολύ εχει βάλει ο Θεός μέσα στην ταπεινή μου ψυχή τη δύναμη των ψαλμών, όσο και στον προφήτη Δαβίδ, και δεν μπορώ να χωριστώ από τη γλυκύτητα των ποικίλων θεωρημάτων που βρίσκονται μέσα σ’ αυτούς. Οι ψαλμοί περιέχουν όλη τη θεία Γραφή.» Και αυτά τα εκμυστηρεύθηκε στον αδελφό με μεγάλη ταπεινοφροσύνη, αφού πιέστηκε πολύ απ’ αυτόν, θέλοντας να τον ωφελήσει.
Ένας αδελφός ονόματι Ιωάννης, προερχόμενος από τα παράλια, πήγε στον άγιο αυτό και μεγάλο πατέρα Φιλήμονα, έπεσε στα πόδια του και του είπε: «Τι να κάνω πάτερ, για να σωθώ; Γιατί βλέπω ότι ο νους μου γυρίζει και ρεμβάζει εδώ κι εκεί σε πράγματα που δεν πρέπει.» Ο γέροντας, αφού σώπασε λίγο, του είπε: «Αυτό το πάθος είναι των κοσμικών, και το έχεις ακόμη, επειδή δεν απόκτησες τέλειο πόθο του Θεού. Δεν σου ήρθε ακόμη η θέρμη του πόθου και της επιγνώσεως του Θεού.» Λέει ο αδελφός: «Και Τι να κάνω Πάτερ;» Εκείνος του απάντησε: «Πήγαινε και έχε κρυφή μελέτη μέσα στην καρδιά σου, η οποία μπορεί να καθαρίσει το νου σου από αυτά.» Ο αδελφός, όντας αμύητος σ’ αυτά, λέει στον γέροντα: «Τι είναι η κρυφή μελέτη, πάτερ;» Και αυτός του απαντά: «Πήγαινε, έχε νήψη στην καρδιά σου και λέγε προσεκτικά μέσα στο νου σου με φόβο και τρόμο: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Αυτή είναι η συμβουλή που δίνει ο μακάριος Διάδοχος * στους αρχαρίους.»

* Φιλοκαλία, τόμος Α΄, σελ. 302, κεφ. 59-61.

Έφυγε λοιπόν ο αδελφός, και με τη βοήθεια του Θεού και τις προσευχές του Πατέρα, αφού ησύχασε, γλυκάθηκε σ’ αυτή τη μελέτη, αλλά για λίγο. Όταν όμως η μελέτη αυτή σταμάτησε ξαφνικά και δεν μπορούσε να την καλλιεργήσει με νήψη και να προσευχηθεί, πήγε πάλι στον γέροντα και του ανέφερε ό,τι του είχε συμβεί. Αυτός του είπε: «Τώρα γνώρισες έστω και ενα ίχνος ησυχίας και πνευματικής εργασίας και δοκίμασες τη γλυκύτητα που προέρχεται από αυτή. Έχε λοιπόν πάντοτε στην καρδιά σου αυτό: Είτε τρώς, είτε πίνεις, είτε συνομιλείς με άλλους, είτε έξω από το κελί σου βρίσκεσαι, είτε στο δρόμο βαδίζεις, μην παραλείψεις ποτέ να έχεις αυτή την ευχή στο νου σου με νήψη και συγκέντρωση και να ψάλλεις και να μελετάς ευχές και ψαλμούς. Αλλά και σ’ αυτήν ακόμη την ανάγκη σου, να μην είναι αργός ο νους σου, αλλά κρυφά να μελετά και να προσεύχεται. Γιατί έτσι μπορείς να γνωρίσεις τα βάθη της Γραφής και τη δύναμη που κρύβεται σ’ αυτήν, και να δώσεις ακατάπαυστη εργασία στο νου σου, για να εκπληρώνεις την αποστολική εντολή που λέει, “αδιαλείπτως προσεύχεσθε”(Α΄Θεσ. 5, 17). Πρόσεχε λοιπόν με ακρίβεια και φύλαγε την καρδιά σου να μη δέχεται πονηρούς λογισμούς, ή οποιουσδήποτε μάταιους και ανώφελους. Αλλά πάντοτε, και όταν κοιμάσαι και όταν τρώς ή πίνεις ή συνομιλείς, η καρδιά σου κρυφά, άλλοτε να μελετά νοερά τους ψαλμούς, άλλοτε να προσεύχεται με το “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με”. Και πάλι όταν ψάλλεις με τη γλώσσα σου, πρόσεχε μην άλλο λέει το στόμα σου και άλλου γυρίζει ο νους σου.»

Είπε πάλι ο αδελφός: «Στον ύπνο μου βλέπω πολλές μάταιες φαντασίες.» Ο γέροντας του είπε:
«Μη βαρεθείς και μην αμελήσεις• αλλά πριν κοιμηθείς, να κάνεις πολλές προσευχές μέσα σου και ν’ αντιστέκεσαι στους λογισμούς, ώστε να μη σε σέρνει στα θελήματά του ο διάβολος, για να σε δεχτεί ο Θεός. Κι όσο μπορείς φρόντισε, μετά τους ψαλμούς και την προσεκτική μελέτη, να κοιμηθείς, και μην αμελήσεις και αφήσεις το νου σου να δεχτεί ξένους λογισμούς, αλλά με εκείνα που προσευχήθηκες, εκείνα μελετώντας, πλάγιασε, για να είναι μαζί σου όταν κοιμάσαι, και όταν ξυπνήσεις να σου μιλήσουν(Παροιμ. 6, 22). Να λες και το άγιο Σύμβολο της πίστεως προτού πλαγιάσεις. Γιατί η ορθή πίστη περί του Θεού είναι πηγή και φύλαξη όλων των αγαθών.»

Ο αδελφός στη συνέχεια ρώτησε: «Δείξε αγάπη, πάτερ, και πες μου, ποια εργασία κάνει ο νους σου; Δίδαξέ με, για να σωθώ και εγώ.» Ο γέροντας του απάντησε: «Γιατί θέλεις να περιεργάζεσαι αυτά τα πράγματα;» Σηκώθηκε τότε ο αδελφός, έπιασε τα πόδια του αγίου, και καταφιλώντας τα τον παρακαλούσε να του πει. Ύστερα από πολλές ώρες, του είπε: «Δεν μπορείς ακόμη να τα αντέξεις· γιατί το να απονέμει κανείς το κατάλληλο έργο σε κάθε αίσθηση, είναι ιδίωμα ανθρώπου που απόκτησε έξη στην αρετή. Ούτε είναι δυνατόν εκείνος που δεν είναι τελείως καθαρός από τις μάταιες σκέψεις του κόσμου, να αξιωθεί να λάβει αυτό το χάρισμα. Γι’ αυτό, αν επιθυμείς αυτά, κράτησε την κρυφή μελέτη με καθαρή καρδιά. Γιατί αν γίνεται αδιάλειπτα η προσευχή σου και η μελέτη των Γραφών, τότε ανοίγουν τα νοερά μάτια της ψυχής και έρχεται σ’ αυτήν χαρά μεγάλη και ένας πόθος ανέκφραστος και πολύ δυνατός, σε σημείο που να καίγεται και η σάρκα από το Πνεύμα, ώστε να γίνεται ολόκληρος ο άνθρωπος πνευματικός. Είτε λοιπόν τη νύχτα, είτε την ημέρα σε αξιώσει ο Θεός να προσευχηθείς απερίσπαστα με καθαρό νου, μην περιοριστείς στον κανόνα σου, αλλά με όση δύναμη έχεις, να επεκτείνεσαι στην προσευχή και ν’ αφοσιώνεσαι στο Θεό. Και Αυτός φωτίζει την καρδιά σου ποια πνευματική εργασία να κάνεις.» Πρόσθεσε δε και τούτο:
«Κάποτε ήρθε ένας γέροντας να με επισκεφθεί• τον ρώτησα για την πνευματική του κατάσταση και μου απάντησε: “Δύο χρόνια ολόκληρα παρακαλούσα το Θεό με όλη μου την καρδιά χωρίς ν’ απογοητεύομαι, για να μου δώσει το χάρισμα να τυπωθεί ακατάπαυστα και χωρίς περισπασμό μέσα στην καρδιά μου η προσευχή που παρέδωσε ο ίδιος στους μαθητές Του. Και αφού είδε τον κόπομου και την υπομονή μου, μού έδωσε το χάρισμα ο μεγαλόδωρος Κύριος.”»
Έλεγε ακόμη: «Οι λογισμοί που γεννιούνται στη διάνοια γύρω από τα μάταια, είναι ασθένειες οκνηρής και άνεργης ψυχής. Πρέπει λοιπόν, όπως λέει η Γραφή, να φρουρούμε το νου μας με κάθε τρόπο(Παροιμ. 4, 23), και να ψάλλομε χωρίς περισπασμό με συναίσθηση και να προσευχόμαστε με καθαρό νου. Λοιπόν αδελφοί, ο Θεός θέλει να του δείξομε την επιμέλειά μας πρώτα με κόπους και έπειτα με αγάπη και με αδιάλειπτη προσευχή, και Εκείνος μας δίνει το δρόμο της σωτηρίας. Και είναι φανερό ότι, άλλος δρόμος που ανεβάζει στον ουρανό δεν είναι παρά η τέλεια ησυχία, η αποφυγή όλων των κακών, η απόκτηση των καλών, η τέλεια αγάπη προς το Θεό και η ένωση μαζί Του με αγιότητα και κάθε αρετή. Αν φτάσει σ’ αυτά κάποιος, γρήγορα θ’ ανεβεί στο χώρο του ουρανού. Οπωσδήποτε όμως, εκείνος που θέλει να φτάσει σ’ αυτό το ύψος, πρέπει να νεκρώσει τα μέλη του που επιθυμούν τα γήινα(Κολ. 3, 5). Γιατί όταν η ψυχή μας ευφραίνεται με τη θεωρία του πραγματικού αγαθού, δεν επιστρέφει σε κανένα από τα πάθη της ηδονής, αλλά αφού αποστραφεί κάθε σωματική ηδυπάθεια, δέχεται με καθαρή και αμόλυντη διάνοια τη φανέρωση του Θεού.

«Έχομε λοιπόν ανάγκη από μεγάλη προσοχή και σωματικούς κόπους και κάθαρση της ψυχής, για να κάνομε το Θεό ένοικο στις καρδιές μας, ώστε να εκτελούμε στο εξής χωρίς πλάνη τις θείες Του εντολές. Και τότε Αυτός μάς μαθαίνει να τηρούμε με ασφάλεια τους νόμους Του, στέλνοντάς μας σαν ηλιακές ακτίνες τις ενέργειές Του με τη χάρη του Πνεύματός Του που έχει βάλει μέσα μας. Γιατί με κόπους και πειρασμούς πρέπει να αποκαθάρομε τη θεία εικόνα, σύμφωνα με την οποία γίναμε λογικοί και δεκτικοί κάθε συνέσεως και της ομοιώσεως με το Θεό· έχοντας τις αισθήσεις άμικτες από κάθε κηλίδα, πυρακτώνοντάς τις κατά κάποιο τρόπο στο καμίνι των πειρασμών και μεταμορφούμενοι στο βασιλικό αξίωμα. Ο Θεός έκανε την ανθρώπινη φύση μέτοχο κάθε αγαθού, ικανή να θεωρεί νοερά τις χορείες των αγγέλων, τις δόξες των κυριοτήτων τις δυνάμεις, τις αρχές, τις εξουσίες, το φώς το απλησίαστο, τη δόξα την υπέρλαμπρη. Όταν όμως κατορθώσεις αρετή, ας μην υψωθεί ο λογισμός σου απέναντι του αδελφού σου, ότι εσύ κατόρθωσες και εκείνος αμέλησε• αυτό είναι αρχή υπερηφάνειας. Πρόσεχε με όλη σου τη δύναμη να μην κάνεις τίποτε για να αρέσεις στους  ανθρώπους. Αν αγωνίζεσαι  εναντίον  πάθους,  μην  αποκάμεις,  ούτε  να  λιγοψυχήσεις,  αν επιμένει ο πόλεμος. Σήκω και ρίξε τον εαυτό σου μπροστά στο Θεό με όλη σου την καρδιά και πες μαζί με τον Προφήτη: “Δίκασε, Κύριε, αυτούς που μ’ αδικούν(Ψαλμ. 34, 1), γιατί εγώ δεν μπορώ να τους νικήσω.” Και ο Θεός, βλέποντας την ταπείνωσή σου, θα σου στείλει το ταχύτερο τη βοήθειά Του. Όταν πάλι περπατάς μαζί με άλλον στο δρόμο, μη δεχτείς μάταιη συνομιλία, αλλά δώσε  στο  νου  σου  την  πνευματική  εργασία  που  είχε,  για  να  του  γίνει  καλή  συνήθεια,  να λησμονήσει τα τερπνά του κόσμου και να φτάσει τελικά στο λιμάνι της απάθειας.» Με τέτοια και πολλά άλλα αφού κατήχησε τον αδελφό, του έδωσε την ευχή του και τον άφησε να φύγει.

Ύστερα από λίγο καιρό ξαναγύρισε ο αδελφός και ερώτησε πάλι τον γέροντα: «Τι να κάνω, πάτερ; Στη νυκτερινή μου ακολουθία με βαραίνει ο ύπνος και δεν με αφήνει να προσευχηθώ με νήψη, αλλά ούτε και να αγρυπνήσω πολύ, και όταν ψάλλω, μου έρχεται ν’ ασχοληθώ με το εργόχειρο.» Ο γέροντας απάντησε: «Όταν μπορείς να προσεύχεσαι με νήψη, μη στραφείς στο εργόχειρο. Αν όμως σε κυριέψει ακηδία, κουνήσου λιγάκι, απείλησε τον λογισμό και πιάσε το εργόχειρο.» Ο αδελφός είπε πάλι σ’ αυτόν: «Εσένα, δέσποτα, δε σε βαραίνει ο ύπνος στην ακολουθία σου;» Αυτός του είπε:
«Σπάνια• αν όμως κάποτε μου έρθει, κινούμαι και λέω από το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο από την άρχή, υψώνοντας τα μάτια της διάνοιας στο Θεό, και ευθύς εξαφανίζεται. το ίδιο κάνω και με τους λογισμούς• όταν έρθει κάποιος λογισμός, τον αντιμετωπίζω με καυτά δάκρυα σαν φωτιά, και εξαφανίζεται. Εσύ όμως δεν μπορείς ακόμη να οπλιστείς έτσι, αλλά μάλλον κράτα πάντοτε την κρυφή μελέτη και τις προσευχές που όρισαν οι άγιοι Πατέρες για την ημέρα: τις Ώρες τρίτη, Εκτη
και ενάτη και τον εσπερινό· φρόντισε να επιτελείς και τις νυκτερινές ακολουθίες. Με όλη σου τη δύναμη φρόντισε να μην κάνεις τίποτε για να αρέσεις στους ανθρώπους, ούτε να έχεις έχθρα κατά του αδελφού σου, για να μη χωριστείς από το Θεό σου. Προσπάθησε να φυλάξεις τη διάνοιά σου αμετεώριστη, στραμμένη με επιμέλεια στους εσωτερικούς λογισμούς. Όταν βρίσκεσαι στην εκκλησία και πρόκειται να μεταλάβεις τα θεία Μυστήρια του Χριστού, μη βγεις έξω, μέχρις ότου λάβεις την τέλεια ειρήνη· στάσου στον ίδιο τόπο και μη φύγεις από εκεί μέχρι την απόλυση. Έχε στο νου σου ότι στέκεσαι στον ουρανό και ότι πρόκειται μαζί με τους αγίους αγγέλους να συναντήσεις το Θεό και να τον υποδεχτείς μέσα στην καρδιά σου. Προετοιμάζου με φόβο και τρόμο πολύ, για να μη γίνεις μέτοχος των αγίων δυνάμεων ανάξια.» Με αυτά όπλισε τον αδελφό και αφού τον ανέθεσε στον Κύριο και στο Πνεύμα της χάρης Του(Πραξ. 20, 32), τον άφησε να φύγει.

Εκτός από αυτά, και ο αδελφός που ήταν μαζί του έλεγε τα εξής: «Κάποτε που καθόμουν κοντά του, τον ρώτησα αν δοκίμασε πειρασμούς από επιβουλές δαιμόνων, όταν ήταν στην έρημο. μου απάντησε: “Συγχώρεσέ με αδελφέ. Αν επιτρέψει ο Θεός να έρθουν σε σένα οι πειρασμοί που υπέφερα από τον διάβολο, δε θα μπορέσεις νομίζω να υπομείνεις τη δριμύτητά τους. Είμαι εβδομήντα  χρόνων,  ή  και  παραπάνω.  Υπομένω  όλο  και  περισσότερους•  έμεινα  σε  διάφορες έρημους σε βαθύτατη ησυχία και έπαθα και υπέφερα τόσα από αυτούς, που δεν συμφέρει να διηγηθώ τη δριμύτητά τους σ’ εκείνους που δε δοκίμασαν ακόμα την ησυχαστική ζωή. Αυτό έκανα πάντα στους πειρασμούς· όλη την ελπίδα μου την έριχνα στο Θεό, προς τον οποίο έκανα και τις υποσχέσεις της απαρνήσεως του κόσμου. Και Αυτός αμέσως με έσωζε από κάθε ανάγκη. Γι’ αυτό, αδελφέ, δε φροντίζω πλέον για τον εαυτό μου. Γιατί γνωρίζω ότι Εκείνος φροντίζει για μένα και υποφέρω ελαφρότερα τους πειρασμούς που μου έρχονται. Μόνον αυτό προσφέρω εγώ από τον εαυτό μου, το να προσεύχομαι αδιάλειπτα(Α΄Θεσ. 5, 17). Και ξέρω ότι όσο δυναμώνουν τα δεινά, τόσο και προξενούνται στεφάνια στον υπομένοντα. Γιατί οι πειρασμοί είναι γραμμάτια μπροστά στον δίκαιο Κριτή. Αυτά λοιπόν έχοντας υπόψη αδελφέ, μην πέσεις στη ραθυμία• γνώριζε ότι στέκεσαι κι αγωνίζεσαι στο μέσο του πολέμου και ότι είναι πάρα πολλοί εκείνοι που πολεμούν με το μέρος μας εναντίον του εχθρού του Θεού. Γιατί πώς ήταν δυνατό να τολμούμε εμείς να πολεμούμε εναντίον τόσο φοβερού εχθρού του γένους μας, αν δε μας κρατούσε το πανίσχυρο χέρι του Θεού Λόγου, προστατεύοντας και φυλάγοντάς μας; Πώς θ’ άντεχε η ανθρώπινη φύση τις επιθέσεις του; Λέει σχετικά η Γραφή: ‘Ποιός μπορεί να αφαιρέσει την επένδυσή του, ή ποιος μπορεί να διαπεράσει τις πτυχές του θώρακά του; Από το στόμα του βγαίνουν πυρσοί αναμμένοι, και πετάγονται φωτιές. Από τα ρουθούνια του βγαίνει πυκνός καπνός σαν από φωτιά που καίει κάρβουνα. Η ψυχή του είναι πυρακτωμένα κάρβουνα και από το στόμα του βγαίνει φλόγα. Η δύναμή του συγκεντρώνεται στον τράχηλό του. Μπροστά του τρέχει η καταστροφή. Η καρδιά του είναι σκληρή σαν πέτρα, και άκαμπτη σαν το αμόνι. Αναβράζει την άβυσσο όπως το φυσερό τη φωτιά στο χαλκουργείο• θεωρεί τη θάλασσα σαν ένα μυροδοχείο και έχει στην κυριαρχία του τα βάθη της αβύσσου. Βλέπει κάθε υψηλό και βασιλεύει πάνω σ’ όλα όσα είναι μέσα στα νερά.(Ιωβ41, 5. 11-14. 16. 23-24. 26) Εναντίον αυτού έχομε να παλέψομε, αδελφέ. Αυτόν τον τρομερό και δυνατό τύραννο υποτύπωσε η Γραφή. Αλλά εύκολα τον νικούν όσοι έχουν επιδοθεί νόμιμα στον ερημικό βίο, επειδή δεν τους συνδέει τίποτε μαζί του, καθώς απαρνήθηκαν τον κόσμο και ανδραγαθούν στις αρετές. Έχομε εμείς μαζί μας Εκείνον που πολεμά με το μέρος μας. Πες μου, ποιος είναι που πλησίασε τον Κύριο και αφού έλαβε στο νου του τον φόβο Του, δεν παρουσίασε αλλαγή; Και ποιος είναι που καταλάμπρυνε τον εαυτό του με τους θείους νόμους και τα θεία έργα, και δεν έκανε την ψυχή του ολοφώτεινη και ν’ αστράφτει με τα θεία νοήματα και τους λογισμούς; Αυτός δεν αφήνει ποτέ αργή την ψυχή του, γιατί έχει το Θεό που διεγείρει το νου στο να επιθυμεί ακόρεστα το φως. Και καθώς η ψυχή αυτή δέχεται συνεχώς τη θεία ενέργεια, δεν αφήνεται από το Πνεύμα να αποχαυνώνεται στα πάθη• αλλά σαν βασιλιάς που με δριμύ και φοβερό μένος κατά των εχθρών, κατακόβοντάς τους αλύπητα και χωρίς να στρέφεται διόλου προς τα πίσω, κερδίζει τη νίκη του πολέμου, σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό με την πρακτική αρετή και την προσευχή του νου.”»

Ο ίδιος αδελφός έλεγε ακόμα και τούτο: «Κοντά στις άλλες αρετές, είχε και αυτήν: ποτέ δεν ανεχόταν  να  ακούσει  αργό  λόγο. Αν  κανείς  έλεγε  απρόσεκτα  κάτι  που  δεν  έτεινε  σε  ψυχική ωφέλεια, δεν αποκρινόταν διόλου. Αλλά και όταν πήγαινα για υπηρεσία, δεν με ρωτούσε “που πηγαίνεις;”. Και όταν επέστρεφα, δεν με ρωτούσε “που ήσουν;” ή “πώς πήγες;” ή “τι έκανες;”. Κάποτε λοιπόν πήγα στην Αλεξάνδρεια για δουλειά αναγκαία και από εκεί πήγα στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστικό ζήτημα, αφού χαιρέτησα τους άλλους ευλαβέστατους αδελφούς, χωρίς να ειδοποιήσω τον γέροντα. Αφού έμεινα αρκετό καιρό εκεί, γύρισα πάλι στη σκήτη κοντά του. Αυτός όταν με είδε, γέμισε από χαρά και αφού με φίλησε, έκανε ευχή και κάθισε, χωρίς να με ερωτήσει τίποτε, αλλά έμεινε προσηλωμένος στη θεωρία.

«Αλλοτε πάλι, θέλοντας να τον δοκιμάσω, περίμενα μερικές ημέρες, χωρίς να του δώσω ψωμί. Αυτός ούτε ζήτησε, ούτε μου είπε τίποτε. Εγώ ύστερα απ’ αυτά, του έβαλα μετάνοια και του είπα: “Δείξε αγάπη, πάτερ, και πες μου, δε λυπήθηκες που δεν σου έφερα κατά τη συνήθεια να φάς;” Μου αποκρίθηκε: “Συγχώρεσέ με, αδελφέ. Και είκοσι ήμερες αν δεν μου δώσεις ψωμί, δεν σου ζητώ. Όσο αντέχει η ψυχή μου, έτσι αντέχω και στο σώμα”. Τόσο πολύ ήταν απασχολημένος με τη θεωρία του όντως Αγαθού.

«Έλεγε επίσης ότι “αφότου ήρθα στη σκήτη, δεν επέτρεψα στο λογισμό μου να βγει έξω από το κελί, ούτε και άλλο λογισμό παραδέχθηκα με το νου μου, εκτός από το φόβο του Θεού και τις τιμωρίες στον μέλλοντα αιώνα. Είχα πάντοτε στο νου μου την τιμωρία που έχει απειλήσει ο Θεός κατά των αμαρτωλών, το αιώνιο πυρ και το σκότος το εξώτερο, σε ποιά κατάσταση βρίσκονται οι ψυχές των αμαρτωλών και οι ψυχές των δικαίων, και ποια είναι τα αγαθά που είναι ετοιμασμένα για τους δικαίους, και πώς ο καθένας απολαμβάνει το μισθό του ανάλογα με τον κόπο του(Α΄Κορ.
3, 8): ένας για τους πολλούς κόπους του, άλλος για την ελεημοσύνη του και την ανυπόκριτη αγάπη του, άλλος για την ακτημοσύνη του και την ολική απάρνηση του κόσμου, άλλος για την ταπεινοφροσύνη του και την ακρότατη ησυχία του, άλλος για την τέλεια υποταγή του, άλλος για την ξενιτεία του. Όλα αυτά λοιπόν συλλογίζομαι και δεν επιτρέπω σε άλλο λογισμό να εισχωρήσει μέσα μου, ούτε μπορώ να βρίσκομαι ακόμα με τους ανθρώπους, ή ν’ απασχολήσω το νου μου με αυτούς, για να μην αποχωριστώ από τις αγιότερες σκέψεις”.

»Σ’ αυτά πρόσθετε και τη διήγηση κάποιου μοναχού κι έλεγε ότι “είχε φτάσει σε απάθεια και δεχόταν το ψωμί του από χέρι αγγέλου, από την αμέλειά του όμως «Έχασε αυτή την τιμή. Γιατί όταν η ψυχή χαλαρώσει τη συγκέντρωση και την ένταση του νου, τότε την κυριεύει η νύχτα. Όπου δε φωτίζει ο Θεός, όλα είναι σκορπισμένα σαν μέσα στο ζόφο και δε μπορούν να βλέπουν το Θεό μόνο και να τρέμουν τους λόγους Του. Λέει ο Κύριος: ‘Εγώ είμαι Θεός που σας πλησιάζω, και όχι Θεός από μακριά. Είναι δυνατόν να κρυφτεί κανείς στο πιο κρυφό μέρος κι εγώ να μη τον δω; Μήπως εγώ δε γεμίζω τον ουρανό και τη γη;(Ιερ. 23, 23-24)” Θυμόταν και πολλούς άλλους που έπαθαν τα ίδια. Κοντά σ’ αυτά ανέφερε και την πτώση του Σολομώντα, “ο οποίος, έλεγε, αν και έλαβε τόση σοφία και δοξαζόταν από όλους γιατί ήταν σαν το πρωινό αστέρι και σκόρπιζε σ’ όλους τη λάμψη της σοφίας του, ωστόσο για μια μικρή ηδονή έχασε τη δόξα(Γ΄Βασ. 11, 1-11). Είναι να φοβάται κανείς την αμέλεια. Πρέπει να προσευχόμαστε αδιάλειπτα(Α΄Θεσ. 5, 17), για να μην έρθει ξένος λογισμός και μας χωρίσει από το Θεό και κολλήσει κάτι ξένο στο νου μας. Γιατί η καθαρή καρδιά αφού γεμίσει ολόκληρη από το Άγιο Πνεύμα, βλέπει μέσα της καθαρά σαν σε καθρέφτη όλο τον ίδιο το Θεό.”

»Όταν τ’ άκουσα αυτά, συνέχισε ο αδελφός, κατάλαβα στην πράξη ότι τα σαρκικά πάθη ήταν ολότελα ανενεργά σ’ αυτόν. Επιθυμούσε πάντοτε τα καλύτερα, ώστε πάντοτε να φαίνεται ότι μεταμορφωνόταν από το Άγιο Πνεύμα• στέναζε μ’ ανέκφραστους στεναγμούς(Ρωμ. 8, 26), στρεφόταν μέσα του και ζύγιζε τον εαυτό του, και αγωνιούσε μήπως κάτι μπει κρυφά στη διάνοιά του και θολώσει την καθαρότητά της και του δημιουργηθεί, χωρίς να το καταλάβει, καμιά αφορμή για ψόγο.

«Βλέποντας εγώ αυτά, είπε ο αδελφός που ήταν κοντά του, και παρακινούμενος από ζήλο να κάνω και εγώ τα όμοια κατορθώματα, τον πλησίαζα και τον ρωτούσα συχνά: “Πώς μπορώ να αποκτήσω και εγώ καθαρό νου, όπως και συ;” Κι αυτός μου έλεγε: “Πήγαινε και κοπίασε. Γιατί χρειάζεται κόπος και πόνος καρδιάς. Εκείνα που είναι άξια του ζήλου και των κόπων μας, δεν μας έρχονται όταν κοιμόμαστε και είμαστε ξαπλωμένοι, αφού και τα επίγεια αγαθά δεν έρχονται χωρίς κόπο. Πρέπει λοιπόν εκείνος που θέλει να φτάσει σε πνευματική προκοπή, πρώτα απ’ όλα να απαρνηθεί τα θελήματά του και να αποκτήσει το παντοτινό πένθος και την ακτημοσύνη. Να μην προσέχει αμαρτίες άλλων, αλλά μόνον τις δικές του και να κλαίει γι’ αυτές ημέρα και νύχτα, και να μην έχει φιλία με κανένα. Η ψυχή που έχει πόνο από συμφορές και ελέγχεται από τη θύμηση των αμαρτιών της, γίνεται νεκρή για τον κόσμο, και ο κόσμος νεκρώνεται γι’ αυτήν, δηλαδή γίνονται άπρακτα τα πάθη της σάρκας, και ο άνθρωπος γίνεται αργός γι’ αυτά. Εκείνος που απαρνείται τον κόσμο και πηγαίνει μαζί με το Χριστό και ησυχάζει, αγαπά το Θεό και φυλάει καθαρή τη θεία εικόνα και αποκτά τη θεία ομοίωση. Γιατί δέχεται από το Θεό τη χορηγία του Πνεύματος και γίνεται οίκος Θεού και όχι οίκος δαιμόνων· παρουσιάζει έργα δίκαια ενώπιον του Θεού. Και η ψυχή που είναι καθαρή από τον κόσμο και ελεύθερη από σαρκικούς μολυσμούς και δεν έχει καμία κηλίδα ή ρυτίδα(Εφ. 5, 27), θα στεφθεί με το στεφάνι της δικαιοσύνης, και θα λάμπει ολόκληρη από την ομορφιά της αρετής. Αν κάποιος στην αρχή της αποταγής του από τον κόσμο δεν έχει πένθος στην καρδιά  του, ούτε δάκρυα  πνευματικά,  ούτε θύμηση  της  ατελεύτητης κολάσεως,  ούτε αληθινή ησυχία, ούτε επίμονη προσευχή, ούτε ψαλμωδία, ούτε μελέτη των θείων Γραφών, ούτε του έγιναν όλα αυτά συνήθεια, ώστε από την αδιάκοπη εγκαρτέρηση σ’ αυτά να αναγκάζεται από το νου του να τα πράττει και χωρίς ακόμη να το θέλει, και αν δε μεγαλώνει ο φόβος του Θεού μέσα στο νου του, τότε αυτός βρίσκει ακόμη ανάπαυση στη φιλία του κόσμου και δεν μπορεί να αποκτήσει καθαρό νου κατά την προσευχή. Η ευσέβεια και ο φόβος του Θεού καθαρίζουν την ψυχή από τα πάθη και κάνουν το νου ελεύθερο, τον οδηγούν στη φυσική θεωρία και τον κάνουν ν’ αγγίζει τη θεολογία, την οποία περιμένει με τη μορφή της μακαριότητας, γιατί αυτή δίνει από εδώ στους μετόχους της την πρόγευση της αιώνιας μακαριότητας και διατηρεί την ψυχή ακλόνητη.

»Με όλη μας λοιπόν τη δύναμη ας φροντίσομε για την πρακτική εργασία, με την οποία ανεβαίνομε στην ευσέβεια, που είναι η καθαρότητα της διάνοιας. Καρπός της είναι η φυσική θεωρία και η θεολογία. Γιατί η πράξη είναι που μάς ανεβάζει στη θεωρία, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος, ο μεγαλόφωνος και θεολογικότατος αυτός νους. Αν λοιπόν παραμελήσομε την πρακτική αρετή, θα είμαστε άδειοι από κάθε φιλοσοφία. Γιατί, κι αν ακόμη προχωρήσει κανείς στο ακρότατο όριο της αρετής, έχει ανάγκη από τους κόπους της ασκήσεως, για να χαλιναγωγήσει τις άτακτες ορμές του σώματος και να επιτύχει την επιτήρηση των λογισμών του. Έτσι μόλις μπορούμε να επιτύχομε να κατοικήσει μέσα μας ο Χριστός. Όσο περισσεύει μέσα μας η δικαιοσύνη, τόσο αποκτούμε την πνευματική ανδρεία. Και αφού γίνει τέλειος ο νους, πετυχαίνει την ολική ανάκρασή του στο Θεό και περιλάμπεται από το θείο φώς και του αποκαλύπτονται τα απόρρητα μυστήρια. Και τότε μαθαίνει αληθινά, που είναι η φρόνηση, που η δύναμη, που η σύνεση να γνωρίσει τα πάντα, που είναι η μακροβιότητα και η ζωή, που το φώς των ματιών και η ειρήνη(Βαρούχ. 3, 14). Γιατί όσο ο νους είναι απορροφημένος στη μάχη των παθών, δεν έχει ακόμη καιρό ν’ απολαύσει όλα αυτά. Κι αυτό γιατί οι αρετές και οι κακίες κάνουν τυφλό το νου. Οι κακίες, για να μη βλέπει τις αρετές• οι αρετές, για να μη βλέπει τις κακίες. Όταν όμως πάψει ο πόλεμος και αξιωθεί να λάβει πνευματικά χαρίσματα,  τότε  γίνεται  ολόκληρος  φωτοειδής,  καθώς  ενεργεί  πυκνά  επάνω  του  η  χάρη  και στέκεται ακλόνητος στη θεωρία των πνευματικών. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι δεμένος με τα γήινα, αλλά από το θάνατο έχει μεταβεί στη ζωή(Ιω. 5, 24). Εκείνος λοιπόν που ακολουθεί τη ζωή του ζήλου και προσέρχεται στο Θεό, πρέπει να έχει αγνή την καρδιά και καθαρό το στόμα του, για να μπορέσει ο καθαρός λόγος που βγαίνει από το στόμα να υμνήσει άξια το Θεό. Γιατί η ψυχή που έχει αφοσιωθεί στο Θεό, συνομιλεί διαρκώς μαζί Του.

»Ας θελήσομε λοιπόν, αδελφοί, να φτάσομε σ’ αυτή την κορυφή των αρετών και να μη μείνομε στη γη προσηλωμένοι στα πάθη. Γιατί εκείνος που αγωνίζεται και αξιώθηκε να πλησιάσει στο Θεό και να γίνει μέτοχος του αγίου φωτός και να πληγωθεί από τον πόθο του Θεού, απολαμβάνει το Θεό με πνευματική και απερίγραπτη ευφροσύνη, όπως λέει ο ιερός ψαλμός: “Έχε ως τρυφή σου τον Κύριο, και θα σου δώσει ό,τι ζητά η καρδιά σου. Και θα προβάλει τη δικαιοσύνη σου σαν το φώς, και την κρίση Του για σένα σαν τη λαμπρότητα του μεσημεριού”(Ψαλμ. 36, 4 και 6). Όπως λέει και ο Μέγας Βασίλειος, ποιος πόθος ψυχής είναι τόσο δυνατός και αφόρητος, όσο ο πόθος του Θεού που έρχεται στην ψυχή όταν είναι καθαρή από κάθε κακία, και λέει με αληθινή διάθεση καρδιάς: “Είμαι
εγώ λαβωμένη από αγάπη.”(Άσμα 5, 8); Οι αστραπές του θείου κάλλους είναι πέρα από κάθε περιγραφή και διήγηση. Δεν μπορεί να τις παραστήσει ο λόγος, δεν μπορεί να τις δεχτεί η ακοή. Και αν τις παρομοιάσεις με το φως του αυγερινού, ή με την λαμπρότητα της σελήνης, ή με το φως του ηλίου, όλα αυτά είναι πολύ φτωχά για να μας κάνουν να φανταστούμε τη δόξα εκείνη, και περισσότερο υπολείπονται στη σύγκριση με το αληθινό φως, απ’ όσο διαφέρει η βαθιά νύχτα ή το απαίσιο  σκοτάδι  από  ένα  κατάλαμπρο  μεσημέρι. Αυτά  μας  παρέδωσε  ο  Μέγας  Βασίλειος,  ο θεσπέσιος διδάσκαλος, που έμαθε και διδάχτηκε από την πείρα.”»

Αυτά λοιπόν, κι ακόμη περισσότερα, διηγήθηκε ο αδελφός που έμενε κοντά στον αββά Φιλήμονα. Αλλά και με αυτό που θα πω, ποιος δεν θα θαυμάσει, που είναι μεγάλη απόδειξη της ταπεινοφροσύνης του; Γιατί ενώ είχε αξιωθεί από πολύν χρόνο την ιερωσύνη και είχε εγγίσει τα ουράνια, τόσο με το βίο του, όσο και με τη γνώση του, απέφευγε τόσο πολύ το μέγεθος των θείων ιερουργιών, ώστε στα πάμπολλα χρόνια των αγώνων του, δεν τόλμησε σχεδόν να πλησιάσει την αγία Τράπεζα. Αλλά και τα άγια μυστήρια, αν και ζούσε με τόση αυστηρότητα, όταν τύχαινε να συναντηθεί με ανθρώπους, δεν μεταλάμβανε. Όταν δε έμελλε να μεταλάβει τα θεία μυστήρια, εξιλέωνε και παρακαλούσε το Θεό με προσευχές και ψαλμωδίες και εξομολογήσεις, γιατί ένοιωθε φρίκη όταν άκουε τη φωνή του Ιερέα να λέει: «Τα άγια τοις αγίοις». Γιατί έλεγε ότι η Εκκλησία είναι γεμάτη αγίους αγγέλους και ο ίδιος ο Βασιλεύς των δυνάμεων είναι παρών και ιερουργείται μυστικά και μέσα στις καρδιές μας μεταβάλλεται σε σώμα και αίμα. Γι’ αυτό και έλεγε: «Πρέπει εμείς με αγνότητα και καθαρότητα και βγαίνοντας κατά κάποιο τρόπο από τη σάρκα, χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό και ενδοιασμό να τολμούμε να κοινωνούμε τα άχραντα μυστήρια του Χριστού, για να γίνομε μέτοχοι του φωτισμού που προέρχεται από αυτά. Πολλοί από τους αγίους Πατέρες, έβλεπαν τους αγγέλους που τους παρακολουθούσαν, γι’ αυτό και φύλαγαν τους εαυτούς των με σιωπή, χωρίς να συνομιλούν με κανένα.»

Ακόμη  έλεγε  και  τούτο: Αν  ήταν ανάγκη  να  πουλήσει  το  εργόχειρό  του  ο  ίδιος,  για  να  μην επακολουθήσει από τη συζήτηση κανένα ψεύδος, ή όρκος, ή περιττολογία, ή καμμιά άλλη αμαρτία, υποκρινόταν οτι είναι μωρός. Και ο καθένας που ήθελε να αγοράσει, έπαιρνε απ’ αυτόν και του έδινε ό,τι ήθελε. Ως εργόχειρο είχε το πλέξιμο μικρών καλαθιών. Δεχόταν ευχαρίστως ό,τι του έδιναν, χωρίς διόλου να μιλάει, ο πραγματικά φιλόσοφος αυτός άνθρωπος.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.