Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ Ο ΙΕΡΕΥΣ





Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ Ο ΙΕΡΕΥΣ

Α΄. Απαραίτητη η προσευχή και μάλιστα για τον κληρικό

 Απαραίτητη η προσευχή για κάθε πιστό. Χριστιανός ο οποίος δεν αισθάνεται την ανάγκη της προσευχής και δεν γνωρίζει το μεγαλείο της συνομιλίας με τον Θεό, «όνομα έχει ότι ζη» (Αποκ. 3,1), αλλά είναι νεκρός. Είναι ως θυμίαμα χωρίς ευωδία, ως άνθος χωρίς άρωμα, ως καρδία χωρίς παλμούς, ως ψυχή χωρίς πνοή. Είναι σκεύος μάταιο, εργάτης αδόκιμος, γη ξηραμένη.    Κι αν αυτά ισχύουν για το κάθε πιστό, πολύ περισσότερο για τον κληρικό, τον μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων, αυτόν που έχει ως κύριο έργο και ως μοναδική αποστολή το «εντυγχάνειν υπέρ των πιστών» ( Εβρ. 7,24 ). Ο λειτουργός του Υψίστου και φύσει και θέσει επιβάλλεται να είναι άνθρωπος προσευχής. Επιβάλλεται να επιμένει στο έργο αυτό ώστε ν’ απολαμβάνει πλούσια τη χάρη του Θεού και να δέχεται την εξ ύψους βοήθεια. Επιβάλλεται να χρονίζει στις αυλές του Κυρίου, ώστε να γίνεται οικείος των βουλών του Θεού μέχρι και λεπτομερειών. Να γεύεται όλο και περισσότερο της χαράς και της ηδονής που προσφέρει η επικοινωνία με τον Θεό. Να λέγει μαζί με τον Πέτρο «Κύριε καλόν εστί ημάς ώδε είναι» (Ματθ. 17,4). Μιμούμενος το παράδειγμα του Κυρίου να διανυκτερεύει «εν προσευχή» (Λουκ.6,12). Να γρηγορεί συνεχώς προσευχόμενος «ίνα μη εισέλθει εις πειρασμόν». Διότι δεν παύει κι αυτός να έχει σαν άνθρωπος ατέλειες και να περιβάλλεται από ποικίλους πειρασμούς. Ο διάβολος πειράζει τον ιερέα και σαν άνθρωπο και σαν χριστιανό και σαν λειτουργό του Υψίστου. Από πού θ’ αντλήσει δύναμη; Οι καλοί μάλιστα ιερείς έχουν δυνατώτερες δοκιμασίες στην ζωή τους. Πώς θα αντέξουν σε τόσους σταυρούς; Και είναι πικρή η αλήθεια, ότι εμείς οι ιερείς φροντίζουμε μεν ν’ αγιάζουμε τους άλλους, δεν μεριμνούμε όμως για τον δικό μας αγιασμό ή τον αγιασμό της οικογένειάς μας. Οι εξαιρέσεις βέβαια πάντα υπάρχουν, επιβεβαιώνουν όμως και αυτές την ύπαρξη του κανόνος.


Β΄. Η προσευχή του ιερέως υπέρ του ποιμνίου του


   Αλλά εκτός της προσευχής για τον εαυτό του ή τους συγγενείς του, ο κληρικός ο σωστός ως πρώτιστο μέλημα έχει την προσευχή υπέρ του ποιμνίου του. Δεν υπάρχει προσευχή που να ταιριάζει τόσο στον ιερέα τόσο όσο η προσευχή για το καλό του ποιμνίου του, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος1. Ο ίδιος ο Κύριος στις προσευχές του κύριο αίτημα είχε την προκοπή των μαθητών του. Προσευχήθηκε προ της εκλογής των δώδεκα αποστόλων (Λουκ. 6,12-13). Προσευχόταν και αφού τους εξέλεξε, προσευχόταν για τον καθένα χωριστά. Άριστο παράδειγμα της εξατομικευμένης προσευχής του Χριστού είναι η προσευχή λίγο προ του πάθους για τον Πέτρο (Λουκ. 22,31). Συγκινητικό δε δείγμα, που δείχνει το ενδιαφέρον του Χριστού και την αγωνία του για τους μαθητές του, τους δώδεκα αλλά και τους μαθητές κάθε εποχής, είναι η περίφημη αρχιερατική προσευχή του Χριστού στο 17ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη. Απ’ εδώ (Ιωαν. 17,20) φαίνεται ότι ο ιερεύς πρέπει να προσεύχεται όχι μόνο για τους πιστούς του παρελθόντος, όχι μόνο για τους πιστούς του παρόντος, αλλά και για τους πιστούς του μέλλοντος, αυτούς που θα έλθουν μετά από μας.     Το παράδειγμα του Ιησού ακολούθησαν οι απόστολοι, οι πατέρες και οι άγιοι της Εκκλησίας ανά τους αιώνες. Η καρδιά τους ήταν ένα μέγα δίπτυχο, που περιείχε τα ονόματα όλων των πνευματικών τους τέκνων. Από την πλούσια πατερική παράδοση αναφέρουμε ενδεικτικώς δύο παραδείγματα χαρακτηριστικά, ένα αρχαίο και ένα σχεδόν σύγχρονο.


  α΄) Ο άγιος Πολύκαρπος πριν βαδίσει προς το μαρτύριο, προσευχήθηκε επί 2 ώρες για όλους εκείνους που είχε γνωρίσει κατά την μακρά ζωή των 86 ετών2, μικρούς και μεγάλους, ονομαστούς και ασήμους, και για όλη ανά τον κόσμο καθολική Εκκλησία.   β΄) Ο γνωστός ασκητής του Αγίου Όρους γέροντας Σιλουανός, φημισμένος από το ομώνυμο βιβλίο, σαν μοναχός ήταν υπεύθυνος στα εργαστήρια του Ρωσικού μοναστηριού. Στα εργαστήρια αυτά εργαζόταν και κοσμικοί Ρώσοι χωρικοί για 1-2 χρόνια. Κάποτε τον ρώτησαν οι άλλοι· «Πως γίνεται, πάτερ, οι άνθρωποί σου να εργάζονται τόσο καλά ενώ δεν τους επιτηρείς, ενώ οι δικοί μας προσπαθούν να φυγοπονούν;». Κ’ εκείνος απάντησε· «Δεν έρχομαι το πρωί στο εργαστήριο χωρίς προηγουμένως να έχω προσευχηθεί γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Κι έρχομαι με την καρδιά γεμάτη στοργή και αγάπη γι’ αυτούς. Η καρδιά μου κλαίει. Πάω, τους δίνω τις δουλειές της ημέρας, κι όσο εκείνοι εργάζονται προσεύχομαι για τον καθένα ατομικά. Στέκομαι μπροστά στον Θεό και λέω· ‘Ώ Κύριε, θυμήσου τον Νικόλαο. Είναι νέος, είναι μόλις είκοσι χρόνων, άφησε στο χωριό του την γυναίκα του που είναι ακόμη πιο νέα απ’ αυτόν και το πρώτο τους παιδί. Μπορείς να καταλάβεις την δυστυχία που υπάρχει εκεί ώστε ν’ αναγκασθεί να τους αφήσει. Προστάτευσέ τους τώρα που αυτός απουσιάζει. Δώσε στον ίδιο θάρρος... .» Και «έτσι» συνέχισε, «περνώ τις μέρες μου προσευχόμενος για τον καθένα χωριστά. Το βράδυ τους λέω λίγα λόγια, τους παρηγορώ, προσευχόμαστε μαζί και αυτοί μεν πάνε να αναπαυθούν, εγώ δε γυρίζω να συμπληρώσω τον κανόνα μου»3. 

Γ΄. Η προσευχή και το χάρισμα της ιερωσύνης


   Εκτός των προαναφερθεισών περιπτώσεων και αιτιών, υπάρχει και άλλος βασικός λόγος που απαιτεί ο κληρικός να εφαρμόζει το πατερικό λόγιο «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον». Λέγει ο Παύλος στην Α΄ Τιμ 4,14. «Μη αμέλει του εν σοί χαρίσματος ό εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου». Και στην Β΄ Τιμ. 1,6· «Αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού ο εστίν εν σοί δια της επιθέσεως των χειρών μου». Και σχολιάζει ο ιερός Χρυσόστομος σχετικά· «Καθάπερ το πυρ δείται ξύλων, ούτω και η χάρις της προθυμίας της ημετέρας, ίνα αναζέη…Υπό μεν γαρ ακηδίας και ραθυμίας σβέννυται υπό δε νήψεως και προσοχής διεγείρεται»4.    Το χάρισμα της ιερωσύνης μας εδόθη και η ιερωσύνη παραμένει ανεξάλειπτος, έστω και αν ηθικά είμαστε ανάξιοι μερικές φορές. Αλλά όταν ο κληρικός αμελεί και δεν φροντίζει το χάρισμα της ιερωσύνης να το συντηρεί και να το αναζωπυρεί με την προσευχή, την προσοχή, τη μελέτη της αγίας Γραφής, τη νήψη, τότε επέρχεται η ψυχική κατάσταση της ακηδίας και παρουσιάζεται μια ψυχική νέκρα, μια ρουτίνα μια πεζότης. Ο κληρικός γίνεται επαγγελματίας, εκτελεί το καθήκον του μηχανικά, ψυχρά, ορθολογιστικά, αποβλέπων μόνο σε υλικά οφέλη. Λείπει ο ζήλος, ο ενθουσιασμός, η έντονη χαρά, η ικανοποίηση στην εκτέλεση του καθήκοντός του. Και αυτό πολύ φυσικό, αφού κανείς δεν νιώθει στην δουλειά του χαρά όταν δεν μετέχει ψυχικά.

 Έτσι και ο κληρικός δεν νιώθει ανάπαυση και ίσως αργότερα, εάν δεν ανανήψει, είτε να μετανιώσει που φόρεσε το ράσο με ανάλογες συνέπειες, είτε να γίνει ένας ασυνείδητος επαγγελματίας νομίζων «πορισμόν την ευσέβειαν» (Α΄ Τιμ. 6,5).    Το σοβαρώτερο όμως είναι ότι υπό τις συνθήκες αυτές η προσφορά του κληρικού καθίσταται μάλλον αρνητική παρά θετική. Η προσευχή του μέσα στο ναό αποβαίνει επαγγελματική, ξηρή, τυπική, άψυχη· παγώνει και φονεύει το θρησκευτικό συναίσθημα. Το κήρυγμα, χωρίς προσευχή κι αυτό, «αποκτείνει, βοηθεί την αμαρτία και όχι την αγιότητα», όπως αναφέρει ξένος ετερόδοξος συγγραφεύς, ο οποίος λέγει χαρακτηριστικά· «Τα γλυκύτερα χαρίσματα με ολίγη μόνο διαστροφή αποδίδουν τους πικρότερους καρπούς. Ο ήλιος δίδει ζωή, η ηλίαση όμως προξενεί θάνατο. Έτσι και το κήρυγμα χωρίς προσευχή. Μπορεί να υπάρχουν αισθήματα και ζήλος, είναι όμως η συγκίνηση του ηθοποιού και ο ζήλος του εισαγγελέως. Μπορεί να υπάρχει μελέτη, γνώση αληθειών της πίστεως, μπορεί το κήρυγμα να είναι τέλειο δογματικά, κι όμως αποκτείνει, προκαλεί τον εμετό και την αηδία»5.    Για ένα τέτοιο κήρυγμα και για την επίδραση που έχει μιλάει πολύ ωραία η εξόριστη στη Δύση Ρωσίδα Τατιάνα Γκορίτσεβα. Λέγει χαρακτηριστικά ότι, όταν βρέθηκε στην Ευρώπη κι άκουσε ένα τέτοιο κήρυγμα, χάρηκε που η θρησκευτική εκπαίδευση και κατήχηση απαγορεύεται στη Ρωσία, γιατί εάν επιτρεπόταν και γίνονταν κ’ εκεί παρόμοια κηρύγματα, τότε το πλήγμα που θα δεχόταν η Ορθοδοξία θα ήταν μεγαλύτερο απ’ όσα υπέστη με διωγμούς δεκαετιών. Και καταλήγει ωραιότατα· «Είναι επικίνδυνο να μιλάς για τον Θεό»6· χωρίς προσευχή εννοείται, χωρίς νήψη, μετάνοια, βίωση των ευαγγελικών αληθειών.

 Δ΄. Ομαδική και οικογενειακή προσευχή


   Ο ιερεύς, και δη ο έγγαμος, πρέπει να φροντίσει όχι μόνο για την ατομική του προσευχή αλλά και για την ομαδική οικογενειακή προσευχή. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αρκεί η κατά μόνας προσευχή. Εφ’ όσον ο ιερεύς ζει και κινείται και επηρεάζεται -αν θέλετε- από το οικογενειακό του περιβάλλον, πρέπει να φροντίσει να το εξυψώσει κι αυτό, ώστε να το έχει βοηθό στο δύσκολο έργο του κι όχι αντίπαλο. Εκτός τούτου η ζωή και το παράδειγμα της οικογενείας του ιερέως επιδρά θετικά ή αρνητικά και στη ζωή του ποιμνίου του. Γι’ αυτό ο ιερεύς πρέπει να είναι συν τοις άλλοις «του ιδίου οίκου καλώς προϊστάμενος, τέκνα έχων εν υποταγή μετά πάσης σεμνότητος» (Α΄ Τιμ. 3,3-4). Και τα πιο πρόσφορα μέσα στο δύσκολο έργο της πνευματικής καθοδηγήσεως και εξυψώσεως της οικογενείας του είναι η κοινή μελέτη της αγίας Γραφής και η κοινή προσευχή.    Σύγχρονος παλαίμαχος εργάτης του ευαγγελίου, ο π. Χριστόφορος Καλύβας, σε ειδικό βιβλίο αφιερωμένο στη ζωή και το έργο των κληρικών επιμένει πολύ σ’ αυτό το σημείο. Λέγει χαρακτηριστικά· «Όπως τα χηνάκια, τα παπάκια, τα αρνάκια ακολουθούν τη μάνα τους στο λιβάδι, στο νερό, στον κάμπο και μιμούνται όλες τις κινήσεις της, έτσι τα παπαδόπουλα πρέπει να δουν τον πατέρα τους τον ιερέα να προσεύχεται, να υμνεί τον Θεό, να τον δοξολογεί, να τον ευχαριστεί, να ικετεύει για να δώσει την χάρη του σ’ εκείνον, στην οικογένειά του και το ποίμνιό του. Τα παιδιά έχουν μάτια και βλέπουν και καρδιά που αισθάνεται και μυαλό που τυπώνει όλες αυτές τις ζωντανές παραστάσεις, που ο πατέρας τους σαν ιερεύς του Θεού παρουσιάζει μπροστά τους.

 Όταν το παιδάκι από μικρή ηλικία βλέπει να γίνεται τέτοιου είδους πνευματική εργασία στο σπίτι του μ’ όλη τη σοβαρότητα, τη σεμνότητα και το φόβο του Θεού, χωρίς αμφιβολία δεν θα ζημιωθεί, αλλά θ’ απορροφήσει την ευλάβεια και το σεβασμό που ξεχύνεται από τους γονείς σαν στυπόχαρτο το μελάνι. Μεγαλώνοντας το παιδί δεν θα υποστεί κανένα ρήγμα, δεν θα ζήσει ψυχικά διαλελυμένο επειδή στον Α΄ ή στον Β΄ παπά είδε τα αντίθετα. Απλούστατα θα κάνει σύγκριση. Θα βλέπει τη διαφορά και θα ταπεινώνεται περισσότερο μπροστά στον πατέρα του, τον ιδανικό παπά, για τον οποίο και θα καμαρώνει, και δεν θα φθάνει στο κατάντημα να ντρέπεται να ομολογεί πώς είναι παπαδόπουλο, όπως συμβαίνει συνήθως με πολλά τέκνα ιερέων, που παίρνουν εχθρική θέση στην κοινωνία κατά του ράσου και βρίζουν τους γονείς των γιατί δεν τα ρώτησαν αν ήθελαν να είναι ο πατέρας τους παπάς»19.    Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στο ομώνυμο του έργο τοποθετεί την προσευχή στην 28η βαθμίδα της κλίμακος των αρετών. Την θεωρεί δηλαδή μια κατάσταση προχωρημένη στην πνευματική ζωή του πιστού. Και τούτο γιατί, ενώ η προσευχή, ως «μητέρα των αρετών» όπως την ονομάζει, συνοδεύει τον χριστιανό σ’ όλες τις βαθμίδες της τελειώσεως από τα πρώτα ακόμη πνευματικά βήματά του, στην τελειότητα και στην πληρότητά της μπορεί να την γευθεί κανείς μετά από σκληρό αγώνα και προσπάθεια και τήρηση των εντολών του Κυρίου. Μη μας φοβίζει όμως αυτό. Εάν προσπαθήσουμε κ’ επιμείνουμε, η άσκηση θ’ αλλάξει και θα μεταμορφώσει τα αρχικά δυσάρεστα συναισθήματα ή την απροθυμία, την ακηδία και νωχέλεια που μας μαστίζει, σε βαθύτατη ικανοποίηση και ευφροσύνη, που θα έρθει με τον καιρό να στεφανώσει τον αγώνα αυτό πλημμυρίζοντας την ψυχή με τέτοια χαρά, που είναι ανώτερη από κάθε άλλη· χαρά ανέκφραστη, άρρητη, απερίγραπτη. Ο Κύριος μας καλεί σ’ αυτόν τον αγώνα αλλά και στη βίωση αυτής της χαράς λέγοντας· «Γεύσασθε και ίδετε» (Ψαλμ. 33,9).



1. Ε.Π. Migne 62,489.

2. Αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου, Το πολίτευμα των χριστιανών, σ. 107.

3. Antony Bloom. Μάθε να προσεύχεσαι, σ. 121.

4. Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας επιστολάς της Κ. Διαθήκης, τόμ. Β΄ σ. 393.

5. E. M. Bounds, Δύναμις δια της προσευχής, εκδ. «Αστήρ». κεφ. 2 και 3.

6. Τατιάνας Γκορίτσεβα, Είναι επικίνδυνο να μιλάς για τον Θεό, έκδ. «Τήνος», σ. 108.

7. Αρχιμ. Χριστόφορου Αθ. Καλύβα, Αδελφικά γράμματα, σ. 267.
 
ΠΗΓΗ




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.