Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Τα Απόκρυφα ευαγγέλια (μέρος Γ). Χρήστος Βούλγαρης


Τα Απόκρυφα ευαγγέλια (μέρος Γ). Χρήστος Βούλγαρης 

(Χρήστου Σπ. Βούλγαρη,Εισαγωγή στην καινή Διαθήκη, τόμος Β σελ. 1157-1163)


Στην Εκκλησιαστική Γραμματολογία, «Απόκρυφα» χαρακτηρίζονται ψευδεπίγραφα έργα, τα οποία διαπραγματεύονται θέματα όμοια με εκείνα της Αγίας Γραφής.

Τα βιβλία αυτά γραφέντα από του 2ου μ.Χ. αιώνος και εξής, δεν περιλαμβάνονται στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, αλλά αναγινώσκονται απλώς ή απορρίπτονται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των πρώτων αιώνων. Ένεκα τούτου, ο χαρακτηρισμός αυτών ως «Αποκρύφων της Καινής Διαθήκης» ή «Απόκρυφος Καινή Διαθήκη» είναι αδόκιμος, εφ’ όσον αυτά δεν περιβάλλονται με το κύρος της επισήμου Συλλογής των κανονικών βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Δοκιμότερος είναι ο όρος «Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα» τον οποίο έχει καθιερώσει και η προς την μελέτη και έκδοση αυτών ιδρυθείσα το 1995 Εταιρεία εις Λωζάνην της Ελβετίας, υπό την ονομασία «Ascociation pour l’ Etude de la Litterature Apocryphe Chretienne». Η Εταιρεία αυτή εκδίδει και το σχετικό περιοδικό «Apocrypha» και έχει καθιερώσει και την σειρά της εκδόσεως των κειμένων με τον τίτλο «Corpus Scriptorum Christianorum - Series Apocryphorum».

Αν και έχουν αποβληθεί από τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, εν τούτοις τα κείμενα αυτά σχετίζονται με την Καινή Διαθήκη ως προς το φιλολογικό τους είδος, διότι διακρίνονται σε Απόκρυφα Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές, και Αποκαλύψεις, όπως και σε Διαλόγους και Ερωτήσεις, και ως προς το περιεχόμενό τους, καθόσον αναφέρονται σε πρόσωπα και γεγονότα των κανονικών βιβλίων της Καινής Διαθήκης, στα οποία προσδίδουν συνήθως μυθικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, ξένον προς την ιστορικώς βεβαιωμένην γνησίαν αποστολικήν παράδοση.

Ο όρος «Απόκρυφα» δηλώνοντας τα κεκρυμμένα ή μυστικά, δηλώνει τα μη προσιτά σε όλους, αλλά μόνον σε όσους έχουν τις προϋποθέσεις για αυτό (Δες Κολ. 2,3), τα υπερφυσικώς διατηρηθέντα μακράν της δημοσιότητας μέχρι του κατάλληλου χρόνου της φανέρωσής τους. Σε κάποιους κύκλους αιρετικών, ο όρος δήλωνε τα καλώς προφυλασσόμενα από την κοινή χρήση λόγω του βάθους των νοημάτων τους, τα οποία δεν μπορούσε να συλλάβει ο οποιοσδήποτε. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς όμως χρησιμοποιούσαν τον όρο με αρνητική έννοια, για δήλωση βιβλίων αμφιβόλου αξίας και πολλάκις αιρετικών, τα οποία και κατονόμαζαν σε καταλόγους.

Σκοπός των βιβλίων τούτων ήταν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η δημοσιοποίηση και κυκλοφορία των απόψεων των συγγραφέων τους, οι οποίοι πίστευαν ότι εξέφραζαν την γνήσια αποστολική παράδοση, γι’ αυτό και απέδιδαν το περιεχόμενό τους σε επιφανή πρόσωπα της ιερής ιστορίας. Πολλά εκ των βιβλίων τούτων είναι προϊόντα αιρετικών ομάδων, ενώ άλλα είναι αντίγραφα παλαιοτέρων, με πολλές προσθήκες. Κατά κανόνα (εκτός ελαχίστων, και πάλι, εξαιρέσεων), κανένα από αυτά δεν διασώζει αυθεντικές και γνήσιες παραδόσεις ή λόγια και έργα των πρωταγωνιστούντων προσώπων.

Ο ισχυρισμός μερικών ερευνητών ότι σε μερικά από αυτά, και μάλιστα τα αρχαιότερα, όπως είναι τα καθ’ Εβραίους και κατ’ Αιγυπτίους Ευαγγέλια, τα οποία μάς είναι γνωστά από παραθέσεις και έμμεσες αναφορές σε πατερικά έργα, υπάρχει υλικό παράλληλο με το υλικό των κανονικών Ευαγγελίων, δεν ευσταθεί, διότι τα έργα αυτά δεν φέρουν τη σφραγίδα της γνησιότητας και αυθεντικότητας εκ μέρους της Εκκλησίας, η οποία είναι, όχι μόνο ο φύλαξ, αλλά και ο αυθεντικός ερμηνευτής της γνήσιας αποστολικής παράδοσης. Ως επί το πλείστον, τα βιβλία αυτά είναι «παράσιτα» των κανονικών, διότι τυγχάνουν επέκταση και φανταστική ανάπτυξη ή διαστολή θεμάτων και επεισοδίων των κανονικών βιβλίων, με μεταφορά υλικού από πρόσωπο σε πρόσωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας τακτικής είναι η διήγηση της γεννήσεως της Θεοτόκου Μαρίας και της ανατροφής της στο ναό, η οποία αποτελεί επέκταση και εξιδανίκευση της διηγήσεως του Σαμουήλ. Η τακτική αυτή είναι ιδιαιτέρως καταφανής στις απόκρυφες Πράξεις, και μάλιστα τις Πράξεις του Θωμά, χαρακτηριστική επίσης του φιλολογικού αυτού είδους.

Έτσι λοιπόν, τα αίτια της εμφάνισης και ανάπτυξης της αποκρύφου φιλολογίας είναι δύο, δηλαδή

πρώτον η επιθυμία ευσεβών τινών χριστιανών, οι οποίοι καλύπτουν το όνομά τους με πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, να συμπληρώσουν τα «κενά», κατ’ αυτούς, της Καινής Διαθήκης, όπως π.χ. της ζωής του Ιησού Χριστού, της Θεοτόκου, των Αποστόλων, κ.α. και με αυτόν τον τρόπο να δώσουν μία πληρέστερη διήγηση της ζωής τους. Και εδώ βεβαίως είναι η πρώτη βασική παρεξήγηση των συγγραφέων αυτών, για το χαρακτήρα των κανονικών βιβλίων, τα οποία δεν αποτελούν «βιογραφίες» των ιστορουμένων προσώπων, αλλά δείγματα του έργου και της διδασκαλίας τους με σκοπό την ενίσχυση της πίστης των αναγνωστών (Δες Ιωάν. 20,30-31.21,25). Με σκοπό, λοιπόν, την κάλυψη των «κενών» αυτών έχουμε τη συγγραφή διαφόρων αποκρύφων, όπως π.χ. η πληροφορία του Παύλου στο Β΄Κορ. 12,2 (οἶδα ἄνθρωπον… ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ… καὶ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι»), οδήγησε στη συγγραφή της αποκρύφου «Αποκαλύψεως Παύλου».

Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η ανάδειξη δευτερευόντων ή και ανωνύμων προσώπων των κανονικών βιβλίων στα απόκρυφα, τα οποία διατηρήθηκαν στην εκκλησιαστική, και μάλιστα την λειτουργική παράδοση, όπου καταλαμβάνουν εξέχουσα θέση. Έτσι ο ανώνυμος εκατόνταρχος της σταυρώσεως του Ιησού Χριστού ονομάζεται Λογγίνος στα Απόκρυφα, από τα οποία εισέρχεται και στα Συναξάρια. Οι τρεις Μάγοι φέρουν τα ονόματα Γασπάρ, Βαλτάσαρ και Μελχιώρ, στα απόκρυφα· οι δύο ληστές της Σταυρώσεως ονομάζονται Γέστας και Δυσμάς (ή Δημάς)· η αιμορροούσα γυναίκα ονομάζεται Βερονίκη, κ.ο.κ. Εκεί όμως, όπου οργιάζει η φαντασία των συγγραφέων των αποκρύφων είναι η περίοδος μεταξύ της γεννήσεως και της βαπτίσεως του Χριστού, περί της οποίας ουδέν στοιχείον έχομεν στα κανονικά Ευαγγέλια. Στα απόκρυφα ευαγγέλια, τα οποία καλύπτουν την περίοδο αυτή έχουμε φαντασιώδεις διηγήσεις περί θαυμάτων της παιδικής ηλικίας του Ιησού, περί της γεννήσεως και της παιδικής ηλικίας της Θεοτόκου, περί της φυγής εις την Αίγυπτο, κ.λ.π. στη μεταγενέστερη δε περίοδο της ζωής του έχουμε διηγήσεις περί της καθόδου αυτού στον Άδη, περί της αναστάσεως αυτού, περί της ιεραποστολικής δραστηριότητας των Αποστόλων σε διάφορα μέρη του κόσμου, κλπ.

Αυτού του είδους την τάση συμπληρώσεως των «κενών» των αρχαιοτέρων κειμένων από τα μεταγενέστερα, παρατηρούμε και στα κανονικά κείμενα, κυρίως στα Ευαγγέλια. Έτσι π.χ. ο Ιωάννης παρατηρεί ότι ήταν ο Πέτρος εκείνος, ο οποίος έκοψε με μαχαίρι το αυτί του δούλου του αρχιερέα, και το όνομά του ήταν Μάλχος, ενώ οι Συνοπτικοί κανενός το όνομα δεν αναφέρουν (Ματθ. 26,47 εξ. Μάρκ. 14,43 εξ. Λουκ. 22,47 εξ. Ιωάν. 18,1 εξ). Ομοίως, σε αντίθεση με τον Μάρκο και τον Ματθαίο, ο Λουκάς σημειώνει ότι ο ένας από τους δύο ληστές της σταύρωσης μετανόησε και ζήτησε άφεση από τον Ιησού Χριστό (Λουκ. 23,39-43 παράλ). Το γεγονός αυτό έγινε αφορμή να αναπτυχθούν διάφορες φανταστικές ιστορίες περί των ληστών τούτων και του Ιησού, όπως π.χ. ότι αυτοί συνάντησαν το παιδί Ιησού στην Αίγυπτο, όπου ο Ιησούς προφήτευσε την συνάντησή τους τριάντα έτη αργότερα, την μετάνοια του Δυσμά και την είσοδό του στον Παράδεισο προς κατάπληξιν του Θανάτου και του Άδου, για τα οποία κάνουν λόγο το Αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού και οι Πράξεις Πιλάτου. Εξ’ αφορμής επίσης των διηγήσεων αυτών ο Δυσμάς επέσυρε την προσοχή των ελλήνων και λατίνων πατέρων της Εκκλησίας και μάλιστα ανακηρύχθηκε άγιος εορταζόμενος, εις μεν την Ελληνικήν Εκκλησίαν την 23η Μαρτίου, εις δε την Λατινική την 25η Μαρτίου, και εις την Συριακή, την ενάτη ημέρα μετά την Μεγάλη Παρασκευή. Τέτοια παραδείγματα είναι πολλά.

Το δεύτερο αίτιο της αναπτύξεως της αποκρύφου φιλολογίας ήταν η μέσω των βιβλίων αυτών διάδοση των απόψεων των αιρετικών. Έτσι, με την εμφάνιση των πρώτων Συλλογών ή καταλόγων κανονικών βιβλίων της Καινής Διαθήκης, στα οποία αποτυπωνόταν η καταγεγραμμένη ευαγγελική και αποστολική παράδοση της αρχέγονης εκκλησίας, άρχισαν να εμφανίζονται και τα πρώτα βιβλία των διαφόρων αιρετικών κύκλων, με τα οποία προβαλλόταν η δική τους γραπτή παράδοση, για να αποδείξουν ότι αυτοί σε τίποτα δεν υστερούσαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Για αυτό ακριβώς και η εμφάνιση των αποκρύφων άρχισε από τον 2ο αιώνα. Έτσι ο Ειρηναίος, π.χ. λέει για τους Γνωστικούς ότι «και μαζί με αυτά, φέρνουν κρυφά αμύθητο πλήθος αποκρύφων και νόθων γραφών, τις οποίες αυτοί έπλασαν, για να προκαλέσουν κατάπληξη στους ανόητους και σε αυτούς που δεν γνωρίζουν τα γράμματα της αλήθειας» (Έλεγχος, Α,20,1). Παρόμοιες πληροφορίες διασώζουν πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς και πατέρες, μεταξύ των οποίων οι Ιππόλυτος, Έλεγχος, Ζ,20, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, Α, 12·15. Ωριγένης, Ομιλ. Α εις Λουκάν. Επιστολή 1,9. Επιφάνιος, Πανάριον, 26,5. 30.3.34,18. 40,2.45,4 47,1 51,3. Ανακεφ., 45. Ευσέβιος, Εκκλ. Ιστορ. Δ, 22,9. Αθανάσιος, ΛΘ΄ εορτ. Επιστολή, 2. Δίδυμος, Απόσπ. Εις Πράξ. 8, 39. Κύριλλος Ιεροσολ.,Κατήχησις Δ, 35. Βασίλειος, Ασκητικά, 1, κ.α..

Ήδη ο Ευσέβιος, Εκκλ. Ιστ. Γ, 25, διέκρινε τα κατά την εποχή του κυκλοφορούντα βιβλία σε «ομολογούμενα», «αντιλεγόμενα», «νόθα» και «αιρετικά», και μεταξύ των δύο τελευταίων κατηγοριών παραθέτει και τα γνωστά σε μας απόκρυφα, όπως τα Ευαγγέλια του Πέτρου, του Θωμά και του Ματθίου, και τις Πράξεις Ανδρέου και Ιωάννου. Στο αμφιβαλλόμενο έργο του Μ. Αθανασίου «Σύνοψις επίτομος της Θείας Γραφής, Παλαιάς και Νέας Διαθήκης» (ΒΕΠΕΣ, 33,263 εξ), μεταξύ των κανονικών βιβλίων αναφέρονται και: οι Περίοδοι Πέτρου, Ιωάννου, Θωμά, το κατά Θωμάν Ευαγγέλιο, η Διδαχή των Αποστόλων και τα (ψευδο)Κλημέντια. Πλήρης, βεβαίως, κατάλογος των αποκρύφων δεν διασώθηκε, ενώ οι διάφοροι διασωθέντες κατάλογοι κανονικών και αποκρύφων βιβλίων, για τους οποίους θα μιλήσουμε παρακάτω, άλλοτε επικαλύπτονται και άλλοτε διαφέρουν, ενώ πολλά από τα μνημονευόμενα σε αυτούς έχουν χαθεί.

Η χειρόγραφη παράδοση των αποκρύφων έχει μακρά και περίπλοκη ιστορία που οφείλεται, τόσο στις προσθήκες στο αρχικό κείμενο ή αφαιρέσεις από αυτό, όσο και στις μεταφράσεις τους, σε σημείο, ώστε, πολλές φορές, μία μετάφραση να είναι εκτενέστερη ή βραχύτερη του πρωτοτύπου. Πολλές φορές, επίσης, τα χειρόγραφα του ίδιου έργου δεν συμφωνούν απολύτως μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενο. Πολλά από αυτά σώζονται στην πρωτότυπη ελληνική γλώσσα τους και σε μεταφράσεις, ενώ άλλα σώζονται μόνο σε μεταφράσεις.

Ως επί το πλείστον, τα απόκρυφα καταδικάστηκαν από την εκκλησία και ιδιαιτέρως στη Δύση, ενώ πολλά από αυτά τροφοδότησαν τη λαϊκή ευσέβεια και ενέπνευσαν έργα τέχνης, όπως είναι π.χ. τα ψηφιδωτά του νάρθηκα της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη και του ναού της Santa Maria Maggiore στη Ρώμη, τα οποία οι καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, γι’ αυτό και αναφέρονται σε θέματα της παιδικής ηλικίας της Θεοτόκου. Ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας των διηγήσεων των αποκρύφων ενέπνευσε πολλές φορές τα μεσαιωνικά θρησκευτικά μυθιστορήματα, ενώ στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου οφείλεται και η καθιέρωση της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου, η οποία εορτάζεται την 21η Νοεμβρίου.

Αλλά και αρνητικά τυγχάνουν χρήσιμα τα απόκρυφα καθόσον με την αναταραχή και τα προβλήματα, τα οποία δημιούργησαν στους κόλπους της Εκκλησίας, έδωσαν το έναυσμα ή συντέλεσαν ουσιαστικά στην ανάπτυξη της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής γραμματείας. Δια του τρόπου τούτου, τα απόκρυφα κείμενα παρέχουν την εικόνα της πνευματικής, ενίοτε δε και της λειτουργικής πραγματικότητας της αρχαίας Εκκλησίας, καθόσον χάρις σε αυτά γνωρίζουμε τα ποικίλα ρεύματα και τις φυγόκεντρες δυνάμεις, οι οποίες προκλήθηκαν στους κόλπους της Εκκλησία, τους κινδύνους τους οποίους αυτή αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει εκ μέρους του ιουδαϊκού και του ελληνιστικού Γνωστικισμού, τις λαϊκές θρησκευτικές και φιλοσοφικές δοξασίες των πιστών, τα ήθη, τα έθιμα και γενικώς τους προβληματισμούς τους, δεδομένου ότι τα περισσότερα από αυτά εγράφησαν από απλοϊκούς και ευφάνταστους ανθρώπους. Από το άλλο μέρος, με τα απόκρυφα αναδεικνύεται με ανάγλυφο τρόπο ο αγώνας και η αγωνία της Εκκλησίας για την περιφρούρηση, τόσο της πίστεώς της, όσο και του ποιμνίου της.

Το μέγεθος και την έκταση του κινδύνου τούτου καταδεικνύει το γεγονός ότι διάφορες τοπικές εκκλησίες, αφού παρασύρθηκαν, χρησιμοποιούσαν διάφορα νόθα και απόκρυφα βιβλία ως κανονικά και θεόπνευστα, όπως π.χ. η τοπική εκκλησία της Ρωσσού, την οποία αναφέρει ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. ΣΤ, 12), η οποία χρησιμοποιούσε το κατά Πέτρον Ευαγγέλιο στη λατρεία και το οποίο αποδοκίμασε ο επίσκοπος Αντιοχείας Σεραπίων, κατά την εκεί επίσκεψή του. Έτσι λοιπόν, όπως παρατηρεί ο Στ. Παπαδόπουλος (Πατρολογία, Α, 1982, σ. 202), «Τα απόκρυφα εκφράζουν με τρόπο συγκλονιστικό την κρίση στους κόλπους τής Εκκλησίας καί την αγωνία της ενώπιον των πολλών τάσεων πού αναπτύχθηκαν μέ σκοπό τήν επέκταση, τήν ερμηνεία καί κάποτε τήν αλλαγή τής αποστολικής Παραδόσεως. Και είναι αξιοθαύμαστο ότι κατώρθωσε τελικά ή Εκκλησία νά εκφράση τήν αυτοσυνειδησία της καί νά προστατεύση τή γνησιότητά της, παραμερίζοντας κάθε κίβδηλη παράδοση καί κακόδοξη ερμηνεία τών καινοδιαθηκικών γεγονότων. Η διαδικασία αυτή υπήρξε μακρά, διήρκεσε γενικά από τις τελευταίες δε­καετίες του Α' μέχρι τις τελευταίες του Β' καί τις πρώτες του Γ' αιώνα». Κατά τον ίδιο συγγραφέα, τα απόκρυφα επηρέασαν ίσως και τα Μαρτυρολόγια, τους Βίους Αγίων και τις διηγήσεις θαυμάτων.

Κατά τους νεωτέρους χρόνους, το ενδιαφέρον των ερευνητών για τα απόκρυφα εμφανίζεται, κατ’ αρχάς, κατά τον Μεσαίωνα και εντοπίζεται κυρίως στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (βλ. J. Charlesworth, the new testament Apocrypha and Pseudepigrapha.A Guide to Publications,1987). Γενικώς, κατά την περίοδο αυτή, οι ερευνητές τηρούν αρνητική στάση έναντι αυτών, σε σύγκριση με τα κανονικά βιβλία της Καινής Διαθήκης και σημαντικότερη έκδοση αυτών κατά την περίοδο αυτή είναι η του J.A.Fabricius,Codex Apocryphus Novi Testament,1703. Το εκδοτικό ενδιαφέρον αναζωπυρώνεται κατά τον 19ο αιώνα, κατά την διάρκεια του οποίου εμφανίζονται τα έργα των: J.P. Migne, Dictionnaire des Apocryphes, τ. 1-2, 18 και T. Tiscendorf,Acta Apostolorum Apocrypha,1851, Evangelia Apocrypha,1853,Apocalypses Apocryphae,1866. Τις αρχές του 20ου αιώνα, το ενδιαφέρον εντοπίζεται στη συλλογή των «Αγράφων Λογίων» του Ιησού Χριστού, δηλαδή των μη καταγεγραμμένων στα κανονικά Ευαγγέλια λογίων του Χριστού, από τον A. Resch και τον D.S. Margoliuth, όπως και στην ανακάλυψη των παπύρων της Οξυρύγχου….

(υπογραμμίσεις δικές μας και η ελαφρά τροποποίηση της γλώσσας προς τη νεοελληνική)



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.