Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Περί Αγάπης






ΠΕΡΙ  ΑΓΑΠΗΣ

῾Η θαυμαστὴ  καὶ  μεγάλη  ἀρετὴ  τῆς  ἀγάπης  ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὕψιστον  καὶ  ὑπερτέλειον  Θεόν, τὸν  ὁποῖον λατρεύομεν,  ἔχει  τὴν πρώτην ἀρχήν της.

Πόσον εὐτυχεῖς ἤθελαν νὰ εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωττοι, ἂν εὑρίσκετο τοῦτο τὸ οὐράνιον μύρον μέσα εἰς τὶς καρδιές τους! Δὲν θὰ ἦτο πλέον εἰς τὸν κόσμον ὁ ἕνας πλούσιος καὶ ὁ ἄλλος πένης· δὲν θὰ ἦτο πλέον ὁ ἕνας γυμνὸς καὶ ὁ ἄλλος μὲ χρυσᾶ φορέματα ἐνδεδυμένος δὲν θὰ ἔβλεπες πλέον τὸν ἕνα νὰ πεινᾷ καὶ τὸν ἄλλον νὰ ἔχῃ τὴν τράπεζάν του πάντοτε  γεμάτην· ἡ ἀγάπη  ποὺ θὰ εἴχαμεν μέσα εἰς τὶς καρδιές μας, δὲν θὰ ὑπέφερε τόσην ἀδικίαν καὶ ἀνισότητα· δὲν θὰ μᾶς ἄφινε νὰβλέπωμεν τοὺς ἀδελφούς μας εἰς κατάστασιν  κατωτέραν ἀπὸ τὴν ἰδὶκήν  μας· ἂν ἡ ἀγάπη  τοῦ Θεοῦ ἐκατοίκα  μέσα εἰς τὴν  καρδίαν μας, ποῦ πλέον ἔριδες καὶ μάχες; Ποῦ νὰ εὔρῃς πλέον τὸν φθόνον καὶ τὸ μῖσος; 

Ποῦ ν’ ἀκούσῃς ἀδικίαν καὶ καταδυναστείαν;  Οὐδὲ δόλος, οὐδὲ ὑπόκρισις, οὐδὲ ψεῦδος, οὐδὲ ἀπάτη  ἤθελε  φαίνεται  ποτὲ  εἰς τὸν κόσμον. ῾Η συκοφαντία, ἡ κατάκρισις,  ἡ ὁρπαγή, ἡ πλεονεξία, ὁ Φθόνος θὰ ἔφευγαν τόσου μακρὰν ἀπὸ τὸν κόσμον, ὅσον μακρὰν  εἶναι τὸ στερέωμα τοῦ οὑρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς, τὰ καταχθόνιᾳ.  Δὲν θὰ ἦτο πλέον « ἔχω » καὶ « ἔχεις »· ἰδικόν μου καὶ ἰδικόν σου. ῞Ολα τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς κοινὰ θὰ ἦταν εἰς ὅλους· ὅλοι θὰ τὰ ἀπολάμβαναν μὲ εἰρήνην ὅλοι θὰ τὰ ἐχαίροντο μὲ ἡσυχίαν, χωρὶς κἄν φόβον. Φθονερὸς δὲν θὰ ἦτον· ποῖος νὰ τὰ φθονήσῃ; ᾽Επίβουλος δὲν θὰ εὑρίσκετο· ποῖος νὰ τὰ ἐπιβουλεύσῃ; ῞Ενας παράδεισος θὰ ἦταν ὁ κόσμος· ένας οὐρανὸς θὰ ἐγίνετο ἡ γῆ· οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐκατασταίνοντο  ἄγγελοι  ἐπίγειοι.

῾Η ἀγάπη  μοναχὴ  δύναται νὰ ξερριζώσῃ κάθε  κακίαν  ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ παύσῃ ὅλα τὰ ἀναρίθμητα  κακά, νὰ φέρῃ τὴν εἰρήνην μέσα εἰς τὶς πολιτεῖες, νὰ γεμίσῃ  τὴν γῆν ἀπ’ ὅλες τὶς εὐτυχίες τοῦ οὐρανοῦ, νὰ πλουτίσῃ τὸν κάθε ἕναν μὲ ὅλα τὰ καλά.
῞Οταν ἡ ἀγάπη φυτευθῇ μέσα εἰς τὴν καρδίαν μας, εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνῃ ἀτελεσφόρητος καὶ ἄκαρπος. Εὐθὺς βλαστάνει τοὺς οὐρανίους καὶ εὐθαλεῖς κλάδους της, εὐθὺς παρρησιάζει τοὺς ὡραίους καὶ γλυκεῖς  καρπούς της. 




Οἱ ξένοι εὑρίσκουν ὑποδοχήν, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀγάπη· οἱ ἀσθενεῖς ἔχουν ἐπίσκεψιν, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀγάπη· ἡ ἀγάπη  δίδει ἔνδυμα εἰς τοὺς γυμνούς, τροφὴν εἰς τοὺς πεινασμένους, εἰς τοὺς ὀρφανοὺς ἀντίληψιν,  εἰς τὲς χῆρες προστασίαν, παρηγορίαν εἰς τοὺς λυπημένους. ᾽Εκεῖ ὅπου εἶναι ἡ ἀγάπη, εὑρίσκουν καταφύγιον οἱ ἀπηλπισμένοι.  Ποῖοι ταράττονται,  καὶ  δὲν τρέχει  ἐκεῖνος, ὁποὺ ἔχει ἀγάπην, νὰ τοὺς ἡσυχάση; Ποῖος ἁμαρτάνει, καὶ δὲν προφθάνει ἐκεῖνος, ὁποὺ ἔχει τὴν ἀγάπην, διὰ νὰ τὸν διορθώσῃ; Ποῖος ἀσθενεῖ, καὶ δὲν συμπάσχει ἐκεῖνος, ὁποὺ ἔχει τὴν ἀγάπην;


῾Η ἀγάπη  εἶναι  τόσον ἀναγκαία  διὰ  τὴν  σωτηρίαν  μας,  ὅσον ἀναγκαία  εἶναι ἡ τροφὴ διὰ τὴν ζωήν μας. Χριστιανοί, μίαν ἀρετὴν τόσον ἀναγκαίαν καί τόσον εὔκολην, μίαν ἀρετήν, ὁποὺ μᾶς πλουτίζει ἀπὸ κάθε εὐτυχίαν, διατὶ τόσον πολλὰ τὴν ἀμελοῦμεν; Διατὶ ἐσβήσθη ἡ ἀγάπη, ἡμεῖς δοκιμάζομεν τόσα πάθη εἰς τὸν κόσμον.

῎Επαυσεν ἡ ἀγάπη  καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκομεν προστάτην  εἰς τὴν ἀνάγκην  μας, δὲν ἔχομεν σύμβουλον, δὲν ἔχομεν κανένα νὰ μᾶς παρηγορήσῃ εἰς τὰς θλίψεις μας...

῏Ω ἀγάπη,  ἀρετὴ  θεία,  ἥλιε  λαμπρότατε  τῶν  ψυχῶν μας, ἐσὺ δύνασαι νὰ ἐξορίσῃς ὅλα τὰ κακὰ ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ νὰ φέρῃς ὅλες τὶς εὐτυχίες εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ἄν δὲν ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος νὰ θερμάνῃ τὴν γῆν, ἀδύνατον εἶναι νὰἀπολαύσωμεν τῆς γῆς τὰ ἀγαθά. ᾽Εσὺ ἂν δὲν ἕλθῃς εἰς τὰς ψυχάς μας, εἶναι ἀδύνατον νὰ χαροῦμεν τὰ κάλλη τοῦ οὐρανοῦ.

« Λόγοι εἰς τὴν Ἁγίαν  καὶ Μεγάλην  Τεσσαρακοστὴν »
Νικηφόρος Θεοτόκης




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.