Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ







ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ 
 πατήρ Δαμιανὸς

Προσκυνητής του Θεού, ο άνθρωπος,
μέσα στην αγία και πάγκαλη κτίση Του,
μετά την ακατάκριτη απειρία
που συνοδεύει τον βιολογικό ερχομό του
μέσα σε αυτήν,
προσέρχεται δειλά, δισταχτικά ή άφοβα
να προσχωρήσει
στην αρχέγονη περιπέτεια του γίγνεσθαι.
Προς το ισόβιο και υπέρχρονο
εκείνο νηφάλιο μεθύσι
της άγνωστης γνώσης,
στη μέθεξη του απείρου,
με αγάπη και ταπείνωση.

   

Πιασμένοι με το χέρι του Θεού μέσα μας,
με συνέκδημο τη μυστική χάρη της αγάπης Του,
δίνουμε νερό στη δίψα της ψυχής μας
και ψωμί στη πείνα των σπλάγχνων μας.
Η καρδιά λαχταρά και λυγά.
Ο νους μελετά, νοεί και τηρεί.
Η ενδόμυχη φωνή της συνείδησης
ισοκρατεί το μυστήριο της ελευθερίας.

   

Γινόμαστε βαθμιαία
τυχεροί και μονάκριβοι
στη λιακάδα της ζήσης μας·
Καλότυχοι και ρηγάδες
στα σπάρτα των βιωμάτων μας.
Αποσκιρτάμε και ξεσπιτωνόμαστε,
σεργιανάμε και ταξιδεύουμε,
μαθαίνουμε και γνωρίζουμε,
θυμόμαστε και αναπολούμε.
Ταξιδεύουμε
με τις σχέσεις των ανθρώπων,
μέσα στις καρδιές τους,
είμαστε σχέση
γι’ αυτούς,
σε αυτούς,
και εξαιτίας τους.
Γινόμαστε σχέση για μας,
παρά τις απωθήσεις,
τις εναντιώσεις,
τις αρνήσεις μας.
Σχέση κυκλοτερής και αέναος.
Αυτοί σε μας.
Εμείς σε αυτούς.
Κάποτε, μόνοι και αταίριαστοι.
Κάποτε, μαζί και συνταιριασμένοι.
Ισόψυχοι, γνωστοί κι αγνοημένοι.

   


Υποδεχόμαστε στα δώματα της καρδιάς
ονειροπόλους, ταξιδευτές και επισκέπτες,
περαστικούς διαβάτες και περίεργους,
άσκεφτους πραματευτάδες
και φευγαλέους ξένους,
καρδιακούς αδελφούς και φίλους,
οικείους και γνωστούς,
γνώριμους και άφιλους,
αδιάφορους, αμνημόνευτους, αποξεχασμένους.
Μ’ όλους συγγενεύουμε και συντροφεύουμε·
και μ’ όλους είμαστε ανόμαιμοι και ξένοι.

   

Τανυζόμαστε εσωτερικά
ανάμεσα σ’ όλα τα απαντήματα,
στ’ αλισβερίσια,
στα δοσίματα, στα αλλαργέματα.
Ατακτούμε με τον αβέβαιο εαυτό μας
και, μετά, με τον «άλλον»,
τον ακαθόριστο συνάνθρωπό μας.
Ξοδεύουμε όνειρα,
δαπανούμε ελπίδες,
αφιερώνουμε καημούς,
ληστεύουμε προσδοκίες,
δοκιμαζόμαστε και σοφιζόμαστε,
εξαντλούμαστε και λυγάμε,
αναθαρρούμε και ανανεωνόμαστε.
Συνάζουμε νίκες,
αφαιρούμε ήττες,
αποδεχόμαστε κλήρους,
αγνοούμε τη μοίρα·
αντιστεκόμαστε στο άγνωστο,
θωπεύουμε τον πόνο.
Δημιουργούμε περάσματα,
απορούμε στα τέλματα.
Ρίχνουμε δίχτυ του λόγου,
αρυτίδωτο σενδόνι, η ελπίδα μας,
σκεπάζει στοργικά τα συμβάντα.
Δε μονοιάζουμε ποτέ
με τα κύματα από αφρισμένα γιατί.
Αγκομαχούμε με τις ρήξεις.
Ειρηνεύουμε στις φυγές, τις αφάνειες, τις αποδράσεις.
Ευλογούμε τις επιστροφές, τις παλινωδίες μας.

   

Ένας λόγος για την σιωπή.
Μια σιγαλιά για την φράση.
Μια αστροφεγγιά για την σκέψη.
Ταξιδεύουμε, οδεύουμε, πορευόμαστε:
κλονιζόμαστε μόνοι και ακατάληπτοι
στα αλληλοδιάδοχα κύματα της συμφωνίας,
της ενότητας, της ασυμφωνίας, της απόρριψης,
της επίκρισης, της προδοσίας.
Ο κόσμος ευθύνεται και φταίει,
αλλά το φταίξιμό του βρίσκει
το νευραλγικό ριζωμό του, μέσα μας.
Αναπαυόμαστε και χάνουμε τον χρόνο·
αράζουμε με ευφροσύνη και ανεμελιά
σε απάνεμους ορμίσκους βραχείας πληρότητας
από την εράσμια κατανόηση
που ενίοτε βρίσκουμε ή λαμβάνουμε,
που ενίοτε μας δίδουν ή μας προσφέρουν.

   

Στο τέλος, ένα «τέλος»·
ένα νόημα, ένας σκοπός, ένα κάτι.
Και στην άκρα των άπαυτων ταξιδεμάτων μας,
μας περιμένει ή μας βρίσκει η αγάπη Του.
Τίποτε δεν μας είναι δεδομένο,
τίποτα και τόσο αναμενόμενο.
Φυτεύουμε προσδοκίες
στο χώμα της προσκαιρότητας,
μέσα στις ριπές του αγέρα
που σηκώνει η αδημονία μας.
Μόλις επουλωθούν οι πληγές,
θα φανεί η υπομονή
μεσ’ από τις φλέβες των χρόνων μας.
Ιδρώτα αποστάζουν οι απαντοχές μας
και τα στέρνα μας μυρέλαια μαρτυρίου.
Σακατεμένη η περήφανη λογική,
απ’ τα μολύβια των δοκιμασιών
και τη σποδό των δοκιμίων του κόσμου.
Όλα, μέσα μας, είναι μυστήριο
που στέκεται φαιδρό και πράο,
απαθές, φρόνιμο και ατάραχο,
αφημένο μέσα στο λίκνο της καρδιάς μας.

   

Και, να!
Εκείνη η «αλφαβήτα»
του βίου και της οικουμένης,
της ύπαρξης και της ανθρωπότητας,
μένει πάντα η ίδια,
ασάλευτη, ακέραιη,
ακλόνητη και απαραχάρακτη.
Είμαστε πάντα παιδιά
γιατί την συλλαβίζουμε ακόμη·
δεν θα την μάθουμε ποτέ.
Αυτή μας γαλούχησε, αυτή μας τροφοδότησε,
αυτή μας γέννησε κι αυτή μας αναγεννά.
Εκείνο το λατρεμένο ή λησμονημένο μας
«Α» («Άλφα») και «Ω» («Ωμέγα»):
Είναι η αφετηρία
που λαχταρούμε να αφήσουμε
για να σαλπάρουμε με τα πανιά
της ελευθερίας και του λυτρωμού, κλαίγοντας·
είναι το ποθούμενο τέρμα
που αντικρύζουμε με ανακούφιση
και άφραστη συγκίνηση.
Είναι η αγάπη μας, είναι ο Θεός μας! ...

   

πατήρ Δαμιανὸς




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.