Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΝΤΗΣ


 

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΝΤΗΣ
ΣΩΤΟΥ ΧΟΝΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ  ΓΗ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Οί κοσμικοί άνθρωποι θαυμάζουν καί έξυμνούν κοσμικά πρόσωπα: έπιστήμονας, οί όποιοι δέν ήννόη- σαν ποιος έδωκε νοΰν καί έπιστήμην, καί ότι τό άπέχε σθαι άπό κακών είνε έπιστήμη, ή σπουδαιοτέρα έπιστή- μη• φιλοσόφους, οί όποιοι ούδέν μεταφυσικόν πρόβλημα έπέλυσαν, άλλά συνεχώς δημιουργούν καί συσσωρεύουν πλάνας, όπως ίδιος αύτών προφήτης είπε λογοτέχνας μέ κακότεχνον ψυχήν, οί όποιοι έξωραΐζουν άσχημίας ποιητάς, οί οποίοι άγνοοΰν τόν Ποιητήν τού Σύμπαντος καί γενεσιουργόν τού κάλλους, καί έξυ μνοΰν τά κτίσματα παρά τόν Κτίστην, καί πολλάκις ματαιότητας καί άθλιότητας- κοινωνικούς έπαναστάτας καί μεταρρυθμιστάς, οί όποιοι δέν κατέστειλαν τάς έπανα- στάσεις τών παθών των καί δέν μετερρύθμισαν τούς έαυτούς των, έπαγγέλλονται παραδείσους καί δημιουρ-γούν κολάσεις πολιτικούς, άνδρας πονηρούς καί γόη- τας, δημαγωγούς άδιστάκτους, πλανώντας τούς λαούς, άλλά καί πλανωμένους σίκτρώς έμπορους καί πλουσίους, οί όποιοι άγνοοΰν τόν πλούτον τής άγάπης καί φιλανθρωπίας καί καταπατούν τήν δικαιοσύνην ηθο-ποιούς, οί όποιοι παίζουν θέατρον καί άπό σκηνής καί  έκ τού φυσικού, καί διά των αισχρών τών έργων καί παραδειγμάτων διαφθείρονται καί διαφθείρουν τούς λαούς τραγουδιστός, οί όποιοι τραγουδούν τήν άμαρ- τίαν καί αυτόν τόν Σατανάν, καί δαιμονίζονται καί δαι-μονίζουν, ιδίως τήν νεότητα ποδοσφαιριστάς, οί όποιοι γνωρίζουν νά λακτίζουν τήν μπάλλαν, καί τών όποιων ό νοΰς άπό τήν κεφαλήν κατέβη είς τούς πόδας
Οί κοσμικοί θαυμάζουν καί έξυμνούν κοσμικούς. Οί πνευματικοί θαυμάζουν καί έξυμνούν πνευματικούς, καί μάλιστα άγιους. Οί άγιοι, αύτοί εϊνε οί όντως θαυμαστοί καί ύπερθαύμαστοι άνθρωποι, διότι αύτοί μέ τόν τιτάνιον πνευματικόν άγώνά' των καί μέ τήν χάριν, τήν οποίαν δίδει ό,θεός είς τούς άγωνιστάς, κατώρθωσαν νά υψωθούν ύπεράνω τών χαμαιζήλων, ύπεράνω τών μικρών καί μηδαμινών πραγμάτων, τά όποια ηλεκτρί¬ζουν καί μαγνητίζουν τούς πολλούς, κατώρθωσαν προπάντων νά ύπερβούν τούς έαυτούς των, καί νά τοποθετηθούν είς τό νοητόν στερέωμα, όθεν σελαγίζουν καί μαρμαίρουν ώς νοητοί άστέρες. Εκείνοι, τούς όποιους ό κόσμος ονομάζει αστέρας, ένώ στερούνται τού φωτός τής πίστεως καί εύσεβείας, κατά τόν άδελφόθεον απόστολον εϊνε «άστέρες πλανήται, οίς ό ζόφος τού σκότους είς τόν αιώνα τετήρηται» (Ίουδ. 13), σκοτεινοί δηλαδή άστέρες μέ παντοτινόν τό ζοφερόν σκότος. Όντως άστέρες, πολύφωτοι καί άκτινοβόλοι, εϊνε οί άγιοι. "Ο,τι καί άν έπιτύχη πς, ό,τι καί άν γίνη τις κατά τό βραχύ τούτο διάστημα τής έπιγείου ζωής, όπως άποδεικνύουν τά νεκροταφεία, εϊνε μικρόν καί μάταιον.Μόνον τό νά μετάσχη τίς άγιωσύνης καί αιωνίου δόξης καί ευδαιμονίας εϊνε μέγα καί άληθώς άξιοζήλευτον καί Αξιόν παντός άγώνος καί πάσης θυσίας καί αύτοθυοίας.

Ό άείμνηστος Σώτος Χονδρόπουλος, πνευματικός άνθρωπος, είχε καταλάβει τί εϊνε μέγα καί τί μικρόν, τί άξιον καί τί άνάξιον. Καί ώς πνευαμηκός άνθρωπος έθαύμαζε τά πνευματικά καί τούς πνευμαηκούς. Καί ώς χριστιανός λογοτέχνης έξύμνει τά μεγαλεία καί τούς άγιους τής Πίστεως μας, οί όποιοι έπραγματοποίησαν τήν πνευματικότητα είς έξαιρετικόν βαθμόν, καί εϊνε τά πλέον άξιοθαύμαστα καί άξιοΰμνητα πρόσωπα. "Αγιος άνθρωπος ό άείμνηστος λογοτέχνης, χωρίς βεβαίως νά υποπτεύεται τήν άγιότητά του, — κανείς άγιος δέν υπο-πτεύεται τήν άγιότητά του —, ύπερηγάπα τούς άγιους, καί δί ώρισμένους έξ αύτών μέ λογοτεχνικήν χάριν έγραψε βιβλία, διά νά τούς τιμήση ώς φίλους τού Θεού. Ήσθάνετο διά τούς άγιους ό,η ήσθάνετο ό προ- φητάναξ Δαβίδ, ό όποιος άπευθυνόμενος πρός τόν Θεόν, τών δημιουργόν τών άγιων καί άγιον τών άγίων, έλεγεν: «Έμοί δέ λίαν έτιμήθησαν οί φίλοι σου, ό Θεός, λίαν έκραταιώθησαν αί άρχαί αύτών» (Ψαλμ. 138, 17). ’Εγώ ώ Θεέ, πολύ τιμώ τούς φίλους σου, πολύ μεγάλας θεωρώ τάς δυνάμεις των. ’Όντως πολύ μεγάλαι αί δυνάμεις, μέ τάς όποιας ό Θεός ώπλισε τούς άγιους του, άφού οί άγιοι άναδεικνύονται θαυματουργοί καί έν ζωή καί μετά θάνατον, καί αύτά τά σκηνώματα καί τά οστά των έμφανίζουν σημεία, τεκμή¬ρια τής άγιότητός των καί τής αλήθειας τής Πίστεως μας.
Τό παρόν βιβλίον τού άειμνήστου Σώτου Χονδρο- πούλου, τό όποιον, είς τρίτην έκδοσιν, έκδίδει ό έκλε κτός υιός του Χρηστός Χονδρόπουλος, εϊνε ώραία άφη- γημαπκή βιογραφία τού άγιου Ίωάννου τού θεολόγου έπί τη βάσει τής Γραφής καί άρχαίων παραδόσεων.
Ό βιογραφούμενος άγιος ’Ιωάννης εϊνε έκ τών μεγίστων φωστήρων τής ’Εκκλησίας τού Χριστού. ’Έχει τούς περισσοτέρους τίτλους έξ όλων τών άγιων. ’Απόστολος, καί μάλιστα έκ τού στενοτάτου κύκλου τών τριών άποστόλων τού Χριστού. Ευαγγελιστής, καί μά-λιστα ό συγγραφεύς τού πνευμαηκώτερου έκ τών τεσ-σάρων εύαγγελίων, τού άνωτέρου έξ όλων τών βιβλίων τής Γραφής, τού κορυφαίου όλων τών βιβλίων τής όν- θρωπότητος. Θεολόγος, διότι γεγωνυία τή φωνή διε- κήρυξε τήν θεότητα τού Λόγου. «Έν άρχή ήν ό Λόγος, καί ό Λόγος ήν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ήν ό Λόγος» (Ίωάν. 1,1). Μαθητής τής άγάπης.Αύτός εις τό Εύαγ- γέλιόν του έγραψε τήν καινήν τού Κυρίου έντολήν «’Αγαπάτε άλλήλους» (13, 34) καί εις τήν A' καθολικήν ’Επιστολήν του έγραψεν «Ό Θεός άγάπη έστί» (4, 16). Ήγαπημένος μαθητής. Ήτο ό μαθητής έκεΐνος, τόν όποιον ήγάπα ό ’Ιησούς ιδιαιτέρως, περισσότερον, ό¬πως ό ’Ιακώβ ήγάπα περισσότερον τόν ’Ιωσήφ. Επι¬στήθιος. Αύτός κατά τόν Μυστικόν Λεΐπνον άνέπεσεν είς τό στήθος τού ’Ιησού καί ήκουσε τούς παλμούς τής καρδίας τού Θεανθρώπου τής καρδίας ή όποια περικλείει τόν ώκεανόν ή μάλλον τόν ουρανόν τής άγάπης. Παρθένος. Ήτο ό άγνότερος τών άποστόλων, εύώδες άνθος παρθενικής άγνότητος καί ζωής. Διό καί συνέλαβε καί έβίωσε καί έξέφρασε τά ύψηλότερα καί μυστικώτερα νοήματα τής νέας Πίστεως. Επάνω άπό τόν σταυρόν ό Κύριος ένεπιστεύθη παρθένον μητέρα εις τόν παρθένον μαθητήν. Βοανεργές, νΐός βροντής. Ούτως ώνομάσθη άπό τόν Κύριον ό ’Ιωάννης, καθώς καί ό άδελφός του ’Ιάκωβος, διότι μέ τήν δύναμιν φλογέράς καί έκρηκτικής ψυχής του καί τού λόγου του, έβρόντησε τά δόγματα τής Πίστεως. Ό λόγος καί τό κήρυγμα του ήσαν ώς βροντή. Πλήρης άγάπης, αλλά καί πλήρης άγιας αύστηρότητος, όρμής καί δυνάμεως.
Έκθύμως συνιστώμεν τό βιβλίον τού αειμνήστου χριστιανού λογοτέχνου Σώτου Χονδροπούλου «’Ιωάννης ό Θεολόγος, ό υιός τής βροντής». Είναι κατάπτωσις νά θαυμάζη κανείς μικρά καί άνάξια πρόσωπα τοϋ διε-φθαρμένου καί άσεβοϋς κόσμου, άκόμη καί καθάρματα, καί νά μή θαυμάζη άγιους καί θαυματουργούς, καί μάλιστα τόσον μεγάλους, όσον ό άπόστολος Ιωάννης. Επίσης εινε κατάπτωσις νά τρέφεται κανείς μέ άχυρα καί κόπρια κοσμικής καί αίσχράς φιλολογίας, λογοτε¬χνίας καί τηλεοράσεως, καί νά περιφρονή τήν προσφοράν τοϋ Άγιου Πνεύματος διά τής καρδίας καί τής γραφίδος ευσεβών λογοτεχνών. 'Επί τέλους πρέπει νά μάθωμεν ημείς οΐ Έλληνες ’Ορθόδοξοι Χριστιανοί τί νά έκτιμώμεν τί νά θαυμάζωμεν καί τί νά διαβάζωμεν, διά νά μή καταρρακωνώμεθα καί καταπίπτωμεν, άλλά ν’ άνορθωνώμεθα καί νά ύψωνώμεθα. Έπλάσθημεν διά τά ύψη!


Ν. I. Σωτηρόπουλος Θεολόγος-Φιλόλογος



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α


ΤηνΗΜΕΡΑ όπου καί επιχειρούμε νά σκιαγραφήσουμε μιά τρισμέγιστη προσωπικότητα τής Ίστορίας - ταπεινή σάν ένα σπυρί σιτάρι - ζοϋμε σέ έποχή «φαρμακείας καί δηλητηριάσεως». Ό μϋθος τοϋ βασιλιά όπου ζήτησε άπό τόν μάγο νά τόν γεμίσει κτήματα, χρυσαφικά, τρόφιμα, ροϋχα, κοντολογής τοϋ πουλιού τό γάλα, δίχως νά σκεφθεΐ ότι γιά ένα άνώτερο δημιούργημα αύτά όλα άποτελοΰν έλάχιστο ποσοστό ευτυχίας (άφού άκόμη καί τό ζώο μπουχτίζει), έφαρμόζεται στις ήμερες μας, μέ τήν οδυνηρή συνέπεια ένός άνίατου άγχους. Μιας μανίας αύτοκαταστροφής άνευ προηγουμένου. Ένός αιτήματος ύποδουλώσεως σέ δικτάτορες δολοφόνους, άνήθικους, άδίστακτους θεοποιημένους τυράννους.
Πώς καί γιατί μέσα σέ είκοσι αιώνες παραμερίστηκε, πώς λησμονήθηκε ή τραγική Θυσία τής ένανθρω- πήσεως τού προαιώνιου Λόγου καί τής άναρτήσεώς του στό έξαγοραστικό ξύλο; Είναι λοιπόν ή άθεΐα τρέλλα; Κατάντησε ό κόσμος άπέραντο τρελλοκομεΐο; Ναί, έτσι κατάντησε, άφού ό Δημιουργός τού σύμπαντος έδώ καί δυό χιλιάδες χρόνια έδωσε άποστομωτική άπάντηση σιό πνεΰμα τοΰ κακοϋ, ταυτόχρονα καί στους σοφούς τοϋ κόσμου. Όπως άναφέρει ό σοφός σύγχρονός μας Ρώσος Φλωρόφσκυ τό κακό ένώ τρέφεται, στηρίζοντας τήν ύπαρξή του, άπό τό χώμα τής γλάστρας τοΰ δημιουργού Θεού, τού μόνου δημιουργού, υφαρπάζει τό δημιούργημά του, τό λουλούδι του, καί τό ρίχνει σέ τρομερή πτώση καί αύτοκαταστροφή. Σέ άνέκφραστη γελοιοποίηση. Τό φανερό ώστόσο πιά τούτο μυστικό έπεκτείνεται. Έχει τήν έξαίρεσή του. Ό ταπεινός όλων τών έποχών όπου ξέρει νά θάβει τό θέλημά του κάτω άπό τό θέλημα τού Θεού, ό «έγκαταλελειμμένος» στήν άκρη τών στεναγμών, κατέχει δίπλα του τήν παντοδυναμία. Γεμίζει τήν καρδιά τοϋ Δυνατού μέ τέτοια συμπό- νοια ώστε τόν άναγκάζει νά τού προσφέρει άρρητα καί ύπερφυσικά. Νά έκτελεϊ κάθε είδους αίτημά του - έκτός βέβαια τών ψυχοφθόρων. Γιά όποιον ξέρει νά θάβει τό θέλημά του κάτω άπό τό θέλημα τού Θεού δέν ύπάρχει άπογοήτευση. Ποτέ. Μπορεί λόγου χάρη ένα βασανι¬σμένο σήμερα παιδάκι νά ψελλίσει τού άπειρου Θεού: «άνοιξέ μου αύτό τόν βράχο» καί εύθύς άμέσως νά τού έκτελεσθεΐ ή επιθυμία. Όπως καί μιά βασανισμένη γεροντική ψυχή ή όποια ύπομένει «έν όσιότητι», μπορεί μέ αίτημα γονάτων νά γιατρέψει τόν καρκίνο.
Βασανισμένη έπειτα άπό μιά φοβερή δοκιμασία έξοντώσεως στή Ρώμη, γερασμένη στά μετέπειτα χρόνια ψυχή, «ζώσα έν στεναγμοΐς, έν ύπομονή, πραότητι, άνοχή καί έν έξορία», ήταν ή προσωπικότητα: Εύαγγελιστής Ιωάννης.
Οί σημερινοί όλοι έμείς, τά άνθρωπάκια τής τεχνοκρατίας, όπου σάν τό πολύχρωμο παγώνι στραφήκαμε στόν έγωκεντρικό ναρκισσισμό καί γεμίσαμε καί τό παραμικρό μας κύτταρο μέ ιό ύπερδραστικό φαρμάκι τής ύπερηφάνειας, είναι αδύνατο νά συναντηθούμε μέ τήν λαμπερή αύτή Μορφή τής 'Ιστορίας. Σφιχταγκαλιάσαμε τό έφήμερο καί «κατέστημεν τυφλοί». Παρ’ όλα αύτά ή έλάχιστη εύσέβεια πού μάς άπομένει, μάς άναγκάζει νά στεκόμαστε καταμπροστά στήν όλόγλυκια μορφή του, μέ συντριβή καί δέος.* *
Τό ιερό Εύαγγέλιο (Θεόπνευστη, άτράνταχτη Γραφή) μάς σκιαγραφεί σέ μερικά σημεία γιά τόν μικρότερο γιό τού Ζεβεδαίου, τόν έπιστήθιο φίλο τού «Υιού τού Θεού τού ζώντος». («Λαβών ους προέκρινας τών ιερών μαθητών, άνήλθες εις όρος καί μετεμορφώθης, έμπροσθεν αύτών, πρό τού τιμίου σταυρού σου καί τού πάθους»). Ένας «έκ τών προκριθέντων» ήταν μαζί μέ τόν Ιάκωβο καί ό νεαρός τότε τήν ηλικία Ιωάννης. Πιστός άλλοτε, τοϋ Βαπτιστή. Καί συγκεκριμένα σάν φλογερός άνεμος, τις πρώτες λαχτάρες τής νιότης, τίς έσπρωξε στήν έναγώνια πνευματική έκκρεμότητα. Οί νομοδιδάσκαλοι καί οί Φαρισαίοι «χτυπούσαν τύμπανα στήν μούχλα». ’Άλλα έλεγαν, άλλα σκέπτονταν, άλλα σκάρωναν. Τίς πρώτες λοιπόν λαχτάρες έκεΐ, στό πνευ¬ματικό σταυροδρόμι. «Τό άείποτε άσπαΐρον». Ή καρδιά του μόλις ακούσε τήν λαλιά τού Προδρόμου πού διαλα- λοϋσε γιά μετάνοια, δηλαδή γιά άμεση άλλαγή νοοτροπίας καί ζωής, άνασκίρτησε. Προαισθάνθηκε φώς ρο- δαυγής. Καί μέ τήν όρμή τού νέου γιά ιδανικά, τοϋ πήρε τό κατόπιν, τόν άκολούθησε. Έγινε μαθητής του. Όμως ό γιός τού Ζαχαρία, διαλεγμένος άπό καταβολής κόσμου στό κεφάλαιο τοΰ λυτρωμοΰ γιά Πρόδρομος, μιλοϋσε λίγο άργότερα γιά Κάποιον όπου άδυνατοϋσε νά σκύψει νά λύσει «ιούς ιμάντες τών ύποδημάτων του». Ύπόδειχνε στούς φίλους του νά προσέξουν Ε-κείνον. Κάποιον άλλο.
Τήν ζωή, τήν καθημερινότητα, τίς σκέψεις, τίς πράξεις, τίς έπιθυμίες, τό ιστορικό κάθε ψυχής άπό τήν ύπεύθυνη ένηλικίωση ώσαμε τήν στερνή πνοή, ποιός τάχα συνάνθρωπος είναι σέ θέση νά γνωρίζει; Κανείς. Μονάχα ό Καρδιογνώστης. Οί βιογραφίες, όπως κι αύτή εδώ, στηρίζονται σέ γεγονότα καί «πανθομολο- γούμενες» πληροφορίες. Γιά όσες μορφές άφιερώθη- καν στό θέλημα τού Θεού. ’Αλλά καί σέ άδιαφιλονίκη- τα ύπερφυσικά σημεία. Όλες οί περίτεχνες άφηγήσεις, άποτελοϋν κομψοτεχνήματα ύφους, πληροφοριών, φαντασίας.
Τό άτομο, ή μονάδα όπου μαγνητίζεται άπό τήν δόξα τού κόσμου καί άπό τήν έδώ χειροπιαστή λάμψη του, καί άναζητεΐ νά τά βολέψει όπως - όπως καί νά ολοκληρώσει τίς κατακτήσεις του, είναι άδύνατο νά κατανοήσει τήν θέληση καί τήν εντολή τού Θεού, τόν προορισμό του, τήν όντως εύτυχία του. Ή τραγωδία του ξεκινάει άπό τήν άπιστία. Κάπου - κάπου σωφρο- νεΐται, λαχταράει τά ύψηλά. Ρίχνει ματιές στήν άγία Γραφή καί παρατηρεί τά θαυμάσια τής Δημιουργίας. «Πρός στιγμήν» έκπλήσσεται, μαγνητίζεται, πέφτει σέ μελαγχολία. Συλλογιέται. 'Ύστερα όμως τόν ξανατρα- βάει τό χώμα. Έρχονται τά πετεινό τού ουρανού μέ τά φολιδωτά φτερά τής λογικής καί τού άρπάζουν, κατα¬βροχθίζοντας τόν σπόρο. Πρέπει ό ταλαίπωρος νά πε¬ριμένει νά ξανάρθει έποχή (ή ευκαιρία ) σποράς. Καί πάλι άν τά καταφέρει νά ρίξει, νά άπαρνηθεΤ τόν έαυτό του. Τόν πιό φθονερό δηλαδή τής επιτυχίας του κατα στροφέα.
Έάν λόγου χάρη ό Κύριος δέν ήταν «ό συνάναρ- χος Λόγος Πατρί καί Πνεύματι, ό τά ούμπαντα έν τή δρακί περιέχων», τό γεγονός τής ένανθρωπήσεως θά χανόταν σιά πλοκάμια ιού παμφάγου χρόνου. Θά τό έξαφάνιζαν τό ψέμα, τά έγκλήματα, θά τό καταχώνιαζε στήν άνελέητη άβυσσό της ή 'Ιστορία. Τό πλήρωμα όμως τού χρόνου διαλέχτηκε σέ εποχή όπου ή τεχνοκρατία μέ τά καταπληκτικά της επιτεύγματα βαθειά κοιμότανε. «'Ύπνο βαθύ». Ή ναυσιπλοΐα; Στήν κατάσταση τών ιστίων καί στήν διάθεση τών άνέμων. Τά ταξίδια; Μικρές οδύσσειες. Κίνδυνοι καί ληστές σχεδόν σέ κάθε σταυροδρόμι. Σέ στεριές καί θάλασσες. Μήτε έφημερί δες, μήτε ραδιόφωνο, μήτε τηλεόραση, μήτε κάν ταχυδρομεία. Τό πλήρωμα τού χρόνου όμως άκριβώς γΓ αύτό διαλέχτηκε σέ τέτοια εποχή. Γιά ν’ άποδεικνύεται τό μεγαλείο τής θεότητας. Πώς άπλώθηκε στόν σκληροτράχηλο κόσμο τό Φώς άπό τούς ταπεινούς καί κατα- φρονεμένους; Άπό τούς άσήμαντους, τούς κουρασμένους οδοιπόρους; 'Ο μαραγκός τής Ναζαρέτ, ή Κυρία Θεοτόκος, άγνωστη τότε σχεδόν σέ όλους, τά παιδιά τής Γαλιλαίος, οί Ρωμαίοι, ό Πιλάτος, οί σταυρωτές, ό προδότης, ό φρικτός Γολγοθάς καί ή Ανάσταση, προπαντός αύτή, έχουν πιά τόν δρομοδείχτη τους Αστέρα στόν προνομιούχο άνάμεσα στούς πλανήτες, πλανήτη Γή. Ή καταπληκτική σήμερα τεχνοκρατία ενώ κραυγάζει καί καυχιέται, δίχως μισή άκτΐνα φωτός Εύαγγελίου, άπό στιγμή σέ στιγμή κινδυνεύει νά εξαφανίσει τόν πλανήτη. Νά τόν άνατινάξει πλήθος άποκαΐδια στόν ά- στερισμό τού Γαλαξία. Τά σημερινά μας τραγικά τέκνα, δπου έμπλεξαν μέ τίς συμπληγάδες τοϋ ευδαιμονισμού, τής φυγοτεκνίας, της λατρείας τής ύλης, όπου τούς κλη¬ροδοτήσαμε, κάθε αύγή καί κάθε δειλινό μάς φωνάζουν: «Δέν βλέπετε λοιπόν τά τραγικά έρωτήματα όπου μάς άπασχολοΰν; Κωφάλαλοι είσθε; Δέν άντιλαμβάνεσθε ότι άπό μισό λάθος, ή άπό κάποιον μεθυσμένο ύπεύθυνο, κινδυνεύουμε νά χάσουμε τά ώραΐα πού ζοΰμε καί νά κονιορτοποιηθούμε, νά άνατιναχθοΰμε στό σύμπαν;» Μέ στήριγμα τό Εύαγγέλιο, «άν ύπάρχουν άκόμη άγιοι, πού ύποτάσσουν τό θέλημα τους στό θέλημα τού Θεοϋ», τούς άπαντοΰμε, «δίχως τήν θέληση τοϋ Δημιουργού τίποτα δέν θά έξαφανισθεΐ». Άπό ψευδαίσθηση νομίζουμε ότι σάν άπαρτο κάστρο κατέχουμε τόν πλανήτη. Άλλος τόν έφτιαξε, άλλος είναι ό «τάς κλείδας κρατών».
Αύτός λίγο πρίν άπό τήν οδυνηρή σταύρωσή Του στό ξύλο, στήν περίφημή του προσευχή πρός τόν Πατέρα, στήν προσευχή όπου σάν πιστός άκόλουθος καί σάν αύτόπτης καί αύτήκοος μάς διέσωσε ό ιερός Μαθητής μέ τόν οποίο θά τολμήσουμε ν’ άσχοληθοΰμε πιό κάτω, είπε: «Πατέρα, ήλθε ή ώρα. Δόξασε τόν Υιόν σου, γιά νά σέ δοξάσει καί ό Υιός σου, σύμφωνα μέ τήν εξουσία όπου τού έδωκες πάνω σέ όλους τούς άνθρώπους, ώστε νά δώσει ζωή αιώνιο στόν καθένα άπό έκείνους πού τού έδωκες. Αύτή είναι ή αιώνια ζωή: τό νά γνωρίζουν Σέ, τόν μόνο άληθινό Θεό καί τόν ’Ιησού Χριστό, τόν όποιο έστειλες. ’Εγώ σέ έδόξα- σα πάνω στό χώμα τής γής, έτελείωσα τό έργο όπου μοϋ άνέθεσες καί νά, τώρα δόξασέ με Σύ, Πατέρα, κοντά σου. Μέ τήν δόξα όπου είχα στούς κόλπους σου. Πρίν νά ύπάρξει ό κόσμος. ’Ιδού έτελείωσα τό έργο». Δηλαδή ιό έξετέλεσε ώοαμε τήν παραμικρή λεπτομέρεια. Έργο τεράστιας σημασίας. ’Αποφασιστικό καί τελεσίδικο γι’ άμέτρητα τρισεκατομμύρια, τρισεκα¬τομμυρίων ψυχές! Άπό κεΤ καί πέρα, δέν τού ήταν άπαραίτητη ή χρήσιμη ή άνάπτυξη τής τεχνοκρατίας γιά τήν διάδοσή του. Μήτε τά διαφημιστικά παρακλάδια τών κρατούντων. Τό άπέδειξαν άδιάψευστα τά γεγονότα, ό χρόνος, ή 'Ιστορία. Ό Θεός είναι παντοδύναμος. Ό,τι μέ άγάπη άποφασίζει, τό έκτελεϊ άκόμη καί μέ τά άψυχα, τά άόρατα, άκόμη καί μέ τίς πέτρες.
 Καί λίγο πιό κάτω, λίγο προτού τερματίσει τήν καταπληκτική στήν 'Ιστορία έκείνη προσευχή, στρέφει τήν προσοχή του στά παιδιά της Γαλιλαίος. Στούς πιστούς όλων τών έποχών. «Πατέρα άγιε, φύλαξέ τους μέ τήν δύναμη τού ονόματος σου. Γιά νά σταθούν ενω¬μένοι όπως είμαστε έμεΐς. 'Όσο ήμουν κοντά τους στόν κόσμο, τούς έφύλαγα μέ τήν δύναμη τού ονόματος σου. Εκείνους όπου μοΰ έμπιστεύθηκες, τούς έφύλαξα. Καί κανένας τους δέν χάθηκε, παρά ό υιός τού χαμού, γιά νά έκπληρωθεΐ ή προφητεία τής Γραφής. Όμως τώρα άπό στιγμή σέ στιγμή έρχομαι κοντά σου καί όσα λέγω, τά λέγω ένώ είμαι άκόμη στόν κόσμο. Γιά νά πάρουν καί νά διατηρήσουν μέσα τους τήν χαρά τέλεια. Τούς μεταβίβασα τόν λόγο σου καί ό κόσμος τούς έμίσησε. Γιατί δέν είναι άπό τόν κόσμο. Καθώς κι έγώ δέν είμαι άπό τόν κόσμο. Δέν σέ παρακαλώ νά τούς πάρεις, νά τούς άποτραβήξεις, νά τούς μεταφέρεις στούς ούρανούς. Άλλά νά τούς φυλάξεις άπό τόν Πονηρό όπου κυριαρχεί στόν κόσμο. (Γιά νά τόν άναποδογυρί ζει στό ψέμα). Άγίασέ τους μέ τήν κρυσταλλένια σου άλήθεια. Κάθε λόγος δικός σου τοξεύει άλήθεια».
Βλέπουμε ότι ό «πάντων άγίων άγιώτατος Λόγος», μέ ταπεινό φρόνημα άκρατης ύπακοης, ζητεί τήν παντοδυναμία τοϋ Πατέρα γιά μερικά όστράκινα σκεύη. Πα ρακαλεί νά διατηρήσει τούς έλάχιστους άνάμεσα στήν άνθρωποθάλασσα διαλεκτούς, τό πρώτο δηλαδή «μικρό ποίμνιο», τά πρώτα καταφρονεμένα άπό τόν κόσμο μέλη τής μέλλουσας νά ιδρυθεί μέ τό αίμα τοϋ Γολγοθά, Εκκλησίας. Άπό τί νά τούς διατηρήσει; Άπό τόν πονη¬ρό, τόν άρχοντα τού έρέβους. Άπό τόν δρομοδείχτη τής προσωρινότητας μέ δόλωμα τήν λεωφόρο. Άπό τήν έγωπάθεια, τήν μάταιη τέρψη, τήν ψευδαίσθηση τοΰ τώρα, τήν έπανάσταση τής σάρκας, τήν ένοχη έπι θυμία, τήν διάκριση. Άπό τήν άπελπισία καί τό χάσιμο τής ύπομονής. Άπό κάθε ψυχοφθόρο παραστράτημα όπου σφιχτοδένει τήν καρδιά μέ τό χώμα. Καί τήν «καθιστά» ταλαίπωρο καί τραγικό δημιούργημα. Ξεστρατι- σμένο άπό τό γιδόστρατο τής σωτηρίας. Δυστυχισμένο.
Γιά νά έπανέλθουμε στήν συγκλονιστική άλήθεια όπου ύστερα άπό δύο χιλιάδες χρόνια διαλαλεϊ σήμερα ό σύγχρονός μας Ρώσος Φλωρόφσκυ, ένώ τό Εύαγγέ- λιο έχει τήν πρώτη άπό όλα τά βιβλία τής οικουμένης κυκλοφορία, ένώ σύμφωνα μέ τήν προφητεία τού 'Ιδρυτή τής Εκκλησίας «κατέστη» πλέον στούς κόσμους «σημεΐον γνωστόν καί άντιλεγόμενον», ένώ ύπάρχουν έξωτερικές ιεραποστολές καί οί μαύροι στήν Αφρική βαπτίζονται «άγεληδόν» έπιστρέφοντας στό Φώς, ένώ στά σταυροδρόμια τών διεθνών διαβάσεων ύψώνονται καλλιμάρμαροι χριστιανικοί ναοί, μέ λαμπροστόλιστους μέσα ιερείς, Επισκόπους, Αρχιεπισκόπους, Πατριάρχες, καρδινάλιους καί Ποντίφηκες, δισεκατομμύρια ψυχές γεννιούνται γιά νά καυχηθοϋν, νά ψευτογλεντή- σουν, νά διακριθοϋν, νά μεθύσουν, νά σπιλώσουν τήν κατοικία τής ψυχής, νά έγκληματίσουν, νά γελοιοποιηθούν καί νά χαθούνε. Νά τούς καταπιεί δηλαδή σάν άπορρίμματα ό άπορροφητήρας τής φθοράς καί τής άκολασίας. «Ή έτεροσυντήρητη δύναμη τού κακού, τό δηλητηριώδες μανιτάρι» τονίζει ό Ρώσος, «ύφαρπάζει άπό τά χέρια τού Δημιουργού τό άγαπημένο του δημιούργημα, τό άναποδογυρίζει, τό άπομυζά σάν τήν άράχνη, τό αύτοκαταστρέφει μέ φοβερή μανία. Τό έξαπατά, τό παρασύρει, τό πολτοποιεί καί τελικά τό πετά «όζον πτώμα» στόν Καιάδα τού άφανισμοΰ. Γεγονός πού γίνεται παρά τήν θεϊκή θέληση καί επιθυμία». Παντού ύλισμός, παντού ύψηγορία, μεγαλομανία, πάλη τών τάξεων, αυτοερωτισμός, προβολή τού έγώ, στροφή πρός τήν άγέλη, συγκρούσεις, πάθη, καταστροφή. Άν προσθέσουμε καί φαινόμενα τών τελευταίων εξελίξεων, τόν χαμό δηλαδή τής γυναίκας, τόν έξευτελισμό τής κόρης, τήν γυναικοποίηση τού άνδρός, τά ναρκωτικά, τόν άναι- δέστατο καί προκλητικό άθεϊσμό καί πολλά άλλα σύγ¬χρονα φαινόμενα, μάς καταλαμβάνει μελαγχολία. ’Ανομολόγητη θλίψη.
Γιάτι τάχα ό «έχων έξουσίαν έπί πάντων τών άν θρώπων», γιατί άνέχεται νά γίνεται τέτοια ομαδική, ξέ¬φρενη αύτοκαταστροφή; Γιατί δέν έπεμβαίνει νά τήν άνακόψει; Ό Ρώσος μέ περίσκεψη μάς άπαντά: «'Απλούστατα, γιατί σέβεται τήν ελευθερία καί τήν άνεξαρ- τησία τού ύπερτέλειου τούτου ψυχοσωματικού δημιουρ-γήματος. Δέν θέλει νά τό σπρώξει, παρά τήν θέλησή του, δέν θέλει νά τό άναγκάσει νά προχωρήσει στήν εύτυχία του. Τού τήν δείχνει άδιάκοπα μέ χίλιους τρόπους. Καί μέ ιόν άπέραντο χρόνο, καί μέ ιό γεγονότα καί μέ τήν στιγμή. Όμως οί άνθρωποι άγάπησαν καί άγαποΰν τό σκότος. Προσκολλήθηκαν μέ καλπάζουσα τρυφηλότητα στά πονηρά έργα τους, μέ κανένα τρόπο δέν ματαγυρίζουν στήν στενή πύλη, στήν τεθλιμμένη όδό πού όδηγεϊ στήν σωτηρία». Τί τραγωδία! «Επιμένουν στήν προσωρινότητα, στήν άσέλγεια καί τό σήμερα. Φάγωμεν, πίωμεν, αϋριον γάρ άποθνήσκομεν. Τούς ΰπερμεθάει τό ψεϋδος. Ό ένας ξεγελάει τόν άλλο καί αύτοηδονίζονται μέ τήν χλεύη, τήν άπάτη, τόν φα- τριασμό, τήν δολοπλοκία, τό μίσος».
Υπάρχουν άραγε στόν αιώνα μας παιδιά της Γαλιλαίος; Ώ άν δέν ύπηρχαν... Μήτε μισή στιγμή ό πανόμορφος τοϋτος πλανήτης, τό κομψοτέχνημα τής Δημιουργίας, θά στεκόταν στόν περίγυρό του. Δίχως πολ¬λές διατυπώσεις καί πρό της ώρας του, θά γινόταν ό,τι τρέμουν σήμερα τά σκεπτόμενα παιδιά μας. Θά άνατιναζόταν στόν άέρα. Μονολιθικές άναθυμιάσεις άηδίας στήν μεγαλειώδη άρμονία «ορατών τε καί άοράτων» δέν γίνονται άνεκτές. Υπάρχουν, ναι υπάρχουν, σέ όλο τόν κόσμο τής φθοράς. Πόσοι καί ποιοι; Κανείς δέν ξέρει. Σκορπισμένοι σέ σταυροδρόμια, ώκεανούς καί λαγκαδιές. Ταπεινοί καί καταφρονεμένοι, θαρραλέοι κι έτοιμοπαράδοτοι γιά διωγμό, θλίψη, μαρτύριο. Προσεύχονται, θλίβονται, έλπίζουν. Καί περιμένουν. Άνδρες, γυναίκες, έφηβοι, παιδιά. Τό μικρό ποίμνιο ποτέ δέν θά έκλείψει. «Πύλαι άδου, ού κατισχύσουσιν» στήν Ιερή αΐματόβρεκτη μέ θεϊκό αίμα Κιβωτό.



Σελίδες 5-20

Πρώτη αποκλειστική  δημοσίευση στο Ορθόδοξο  Διδίκτυο

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση   με σαφή αναφορά Πηγης το Ιστολόγιο

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.