Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Τα μυστήρια στις Αποστολικές διαταγές.


ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΣΤΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ



Το κείμενο των Αποστολικών Διαταγών περιλαμβάνει εκκλησιαστικές διατάξεις και συλλογές κανονισμών, οδηγιών και παραινέσεων που αναφέρονται στην τέλεση των μυστηρίων, τη λατρεία, τον βίο των χριστιανών και άλλα επίκαιρα θέματα.

Οι μαρτυρίες που μας δίδουν οι Αποστολικές Διαταγές για τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας, είναι πάρα πολλές και μας διαφωτίζουν για την πράξη και την χριστιανική οργάνωση της λατρείας στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας.

Πολλά από τα στοιχεία που μας παρέχουν οι Αποστολικές Διαταγές για τα μυστήρια αναφέρονται στο Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Μετάνοια, την Ιερωσύνη, το Γάμο και τη Θεία Ευχαριστία. Οι αναφορές αυτές είναι θεολογικού χαρακτήρα με χριστολογικό, ανθρωπολογικό, εσχατολογικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο. Διαγράφουν το πνεύμα της λατρείας των χριστιανών, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο μπορούν να προσεγγίζουν το Θεό και να ενώνονται μαζί Του.

Ο Χριστός με την παρουσία του στη γη εγκαινίασε ένα καινούργιο τρόπο ζωής και λατρείας καθώς με τη γέννησή του, τη βάπτισή του, τη θυσία του, την ανάστασή του, ανακαίνισε την ανθρώπινη φύση και την ανύψωσε στην αιώνια ζωή. Επιβεβαίωσε την συνύπαρξη του θείου και του ανθρώπινου μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, με ένα τρόπο μυστηριακό και μοναδικό. Μας έκανε « σύσσωμους και σύζωους και μέλη του» μέσω των μυστηρίων και με αυτά « εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». Μας έδωσε τη δυνατότητα αγιασμού και μας οδήγησε « εις ζωήν αιώνιον».

Τα μυστήρια της Εκκλησίας ιδρύθηκαν από τον Ιησού Χριστό, που είναι και ο τελεσιουργός τους, « ο προσφέρων και προσφερόμενος», αλλά και το κάθε μέλος της σύναξης έχει τη δική του διακονία και συμβολή, «προεξάρχοντος του ιερέα», που είναι ο υπηρέτης και οικονόμος των μυστηρίων του Θεού. Η Θεία Χάρη, δια μέσου των ιερέων, που ονομάζονται « οικονόμοι μυστηρίων Θεού», ενδυναμώνει, αγιάζει και ευλογεί κάθε μέλος της εκκλησίας του Χριστού.

Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, ερμηνεύοντας τη θεία Λειτουργία, ταυτίζει τη ζωή και την ύπαρξη της Εκκλησίας με τα μυστήριά της: « η Εκκλησία σημαινεται εν τοις μυστηριοις», σημειώνει. Και τονίζει: τα μυστήρια γίνονται « οι πύλες», που μας εισάγουν στον ουρανό και είναι «σημεία» της βασιλείας του Θεού. Το βάπτισμα δίνει τη
γέννηση και την ύπαρξη μας στην εν Χριστώ ζωή. Το χρίσμα τελειοποιεί αυτόν που γεννιέται στη νέα ζωή και η θεία Ευχαριστία ως αληθινή « βρώσις και πόσις», την « ζωήν ταύτην και τη υγείαν συντηρεί και συνέχει». Αυτό σημαίνει ότι «δεν υπάρχει Εκκλησία χωρίς μυστήρια, δυνατότητες δηλαδή στη Θεία Χάρη και συγχρόνως, μέσα βιώσεως του μυστηριακού της χαρακτήρα».


Μυστήρια στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζονται « εφτά συγκεκριμένες δυνατότητες οργανικής ένταξής ή δυναμικής επανένταξης του ατομικού βίου στην ενοείδεια της εκκλησιαστικής ζωής, προσωπικής μετοχής του ανθρώπου στον τρόπο υπάρξεως του εκκλησιαστικού σώματος. Και αυτές οι δυνατότητες μετοχής είναι ταυτόχρονα και γεγονότα φανέρωσης και πραγμάτωσης της αλήθειας της εκκλησίας». Κάθε μυστήριο, ενσωματώνει τον άνθρωπο στο σώμα του Χριστού και μεταβάλλει την αλλοτριωμένη φύση του, σε ύπαρξη αληθινή και δεκτική της θείας Χάρης, έτσι ώστε να γίνεται, κοινωνός της αιωνιότητας.

Τα μυστήρια της Εκκλησίας μας από τον 13ο αι. ωρίσθηκαν να είναι επτά: Βάπτισμα, Χρίσμα, Θ. Ευχαριστία, Ιερωσύνη, Μετάνοια, Γάμος, Ευχέλαιο, και προσφέρουν τη Χάρη του Θεού, φανερώνοντας την αγάπη του στον άνθρωπο και στον κόσμο. Βιώνονται μέσα στην Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού και σώζουν με την « άκτιστη» ενέργεια Του, γι’ αυτό και έχουν χριστολογικό χαρακτήρα. Ο Χριστός είναι κοντά μας με μυστηριακό τρόπο, μας οδηγεί στην αλήθεια και στην αναγέννηση, δίνοντας μας τη δική του ζωή, όπως διαβάζουμε στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

Τα στοιχεία που μας παρέχει ο συγγραφέας των Αποστολικών Διαταγών για τα μυστήρια, σε συνδιασμό με πολλά άλλα στοιχεία που περιέχονται στα έργα των άλλων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της Αντιόχειας της εποχής εκείνης, δίνουν μία σαφή εικόνα της πράξης και της τελετουργίας των μυστηρίων στην Εκκλησία το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Π.Τρεμπέλα, ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο « μυστήριο» στον χριστιανισμό υπήρξε ο απόστολος Παύλος. Πριν από αυτόν όμως, χρησιμοποιήθηκε ο όρος και στην Παλαιά Διαθήκη, από τους εβδομήκοντα «Ο' », « κυρίως εις την έννοιαν του μυστικού και της αποκρύφου σκέψεως ή γενικώς αγνώστου τινός τοις ανθρώποις». Ο όρος βρίσκεται δύο φορές στην Σοφία Σολομώντος με την έννοια της τελετής  Και ο καθηγητής συνεχίζει, ότι είναι πιθανότερο ο Παύλος να « έλαβεν» τον όρο μυστήριο από τους «Ο'» και είναι το άγνωστο ακόμα και στους Αγγέλους, σχέδιο του Θεού, που αποβλέπει στη σωτηρία του κόσμου. Φανερώθηκε δε το σχέδιο της θείας Σοφίας στον κόσμο, « διά του Ευαγγελίου».
Ο Απόστολος Παύλος μας λέει στην επιστολή του: το λυτρωτικό σχέδιο του Θεού για τους ανθρώπους είναι το μυστήριο, που κρυμμένο για αιώνες και γενιές ολόκληρες, φανερώθηκε τώρα. Και στην επιστολή του προς Κορινθίους, εκφράζει ακριβώς την σκέψη και την έννοια που ήθελε να δηλώσει με τον όρο αυτό Και τελειώνει με τα λόγια της Γραφής: « τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ος συμβιβάσει αυτόν ; ».

Το μυστήριο το « αποκεκρυμμένον», είναι η λύτρωση του κόσμου που πραγματοποιήθηκε με την σταυρική θυσία του Μονογενούς Υιού του Θεού. Ο Σταυρός είναι το αποκορύφωμα της αγάπης του Θεού και η πραγματοποίηση του σχεδίου Του, για να εξασφαλιστεί η σωτηρία των ανθρώπων. Ο Χριστιανισμός, θεωρεί τη σωτηρία όχι σαν τη δυνατότητα για μια προσωπική, ή ακόμη και συλλογική απελευθέρωση από το κακό και την αμαρτία, ή σαν μια δυνατότητα προσέγγισης του « κοσμικού» προς το «ιερό», αλλά ως ένα εσχατολογικό πλήρωμα της ιστορίας της σωτηρίας, ως το γεγονός που οδηγεί τον άνθρωπο στον αιώνα της βασιλείας του Θεού. Η ιστορία, τα γεγονότα και η μοναδικότητα των σωστικών εκείνων πράξεων, με τα οποία προσεγγίζεται και αποκαλύπτεται η βασιλεία του Θεού, αυτές είναι οι βασικές κατηγορίες σκέψης για τους χριστιανούς και υπήρξαν θεμελιακές για τη « μυστηριολογία» του τέταρτου αιώνα.

2. Το Βάπτισμα

α) Προτυπώσεις

Τα μυστήρια, του βαπτίσματος, της θείας Ευχαριστίας, της ιερωσύνης, προεικονίζονται και προτυπώνονται στην Παλαιά Διαθήκη, καθώς η δια του βαπτίσματος αναγέννηση και αναδημιουργία είναι μέσα στο σχέδιο της αγάπης του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου και σχετίζεται με τα σωτηριώδη γεγονότα της ζωής του Χριστού.

Οι τύποι της Παλαιάς Διαθήκης είναι θαυμαστά γεγονότα, τα οποία εξηγούνται ως δωρεές του Θεού στο λαό Του και προαναγγέλλουν και στηρίζουν το βάπτισμα265. Στην αρχή της δημιουργίας, το Άγιο Πνεύμα καθαγιάζει το νερό και προκαλεί την πρώτη δημιουργία, « Και Πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος». Αυτός είναι και ο παλαιότερος τύπος του βαπτίσματος. Ένας άλλος τύπος είναι ο κατακλυσμός, κατά τον οποίο ο αμαρτωλός κόσμος χάνεται μέσα στο νερό. Έτσι χάνεται και ο αμαρτωλός άνθρωπος μέσα στο αγιασμένο νερό του βαπτίσματος και αναδύεται καθαρός και αναγεννημένος.

Ο Απόστολος Πέτρος παραλληλίζει τον κατακλυσμό με το βάπτισμα στην Α'επιστολή του268. Και κατά τον καθηγητή Π.Σκαλτσή, η διάβαση της Ερυθράς θάλασσας269 είναι προεικόνιση του βαπτίσματος και εμφανίζεται σαν μια νέα νίκη του Θεού επί του δράκοντος της θάλασσας.

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στο βιβλικό γεγονός της εξόδου των Ισραηλιτών και το εμφανίζει ως προεικόνισμα του βαπτίσματος. Ο λαός του Θεού βγαίνει από τον κόσμο της αμαρτίας και εισέρχεται σε μια νέα ζωή, αληθινή. Στην Παλαιά Διαθήκη, βρίσκουμε πολλά γεγονότα που προεικονίζουν το βάπτισμα.Ο Μελχισεδέκ π.χ. εδεξιούτο του Αβραάμ «άρτω και οίνω». Η τράπεζα εκείνη «ταύτην την μυστικήν προεικόνιζε τράπεζαν» και ο ιερεύς εκείνος ( Μελχισεδέκ) «του αληθινού αρχιερέως Χριστού τύπος ην και εικόνισμα». Οι άρτοι της προθέσεως προεικόνιζαν «τούτον τον άρτον»

β) Ιστορικά δεδομένα
Ο Κύριος, βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό, από τον προφήτη Ιωάννη που συνδέει τις δύο Διαθήκες, την Παλαιά και την Καινή, και ήλθε « ινα μαρτυρήση περί του φωτός» . Το βάπτισμά του ήταν « βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» .

Ο ίδιος ο Κύριος, σύστησε το μυστήριο στους μαθητές Του με τα εξής λόγια: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Ο Απόστολος Παύλος τονίζει ότι όλα τα μέλη της χριστιανικής Εκκλησίας, ήταν βαπτισμένα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει η Καινή Διαθήκη, για την τάξη και τον τρόπο λειτουργίας του βαπτίσματος την αποστολική εποχή, μαθαίνουμε ότι το βάπτισμα ήταν μυστήριο απαραίτητο και αναγκαίο, για να θεωρηθεί κάποιος μέλος της και να ενσωματωθεί στον Χριστό .

Γενέθλια μέρα της Εκκλησίας ήταν η μέρα της Πεντηκοστής, καθώς βαπτίστηκαν τρις χιλιάδες άνθρωποι που αποδέχθηκαν τον λόγο του Αποστόλου Πέτρου.

Υπήρχε, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, που κάνει λόγο για «βαπτισμών διδαχή», ειδική διδαχή προ του Βαπτίσματος, ώστε οι υποψήφιοι να γνωρίσουν την πραγματική πίστη.

Οι Πράξεις μας πληροφορούν ότι ο Φίλιππος κήρυξε το χαρμόσυνο μήνυμα για τον Ιησού, στον ευνούχο που ζητούσε να βαπτισθεί. Ο Παύλος και ο Σίλας, κήρυξαν στον δεσμοφύλακα και στους οικίους του, την πίστη στον Ιησού, πριν τη βάπτισή τους. Ο Απολώς, είχε κατηχηθεί « την οδόν του Κυρίου» και με μεγάλο ζήλο κήρυττε και δίδασκε για τον Ιησού.

Ακολούθησε η βάπτιση πολλών ανθρώπων,αφού προηγουμένως πίστεψαν στη σωτηρία μέσω του Ιησού Χριστού. Αυτοί ήταν ο Σίμων ο μάγος , ο ευνούχος της Κανδάκης, ο Σαύλος, η Λυδία, πολλοί εθνικοί, και άλλοι.

Ακολουθεί αποκήρυξη του αμαρτωλού παρελθόντος και προβαπτισματική ομολογία πίστης στον Ιησού Χριστό κατά το « καρδία μεν πιστεύεται εις δικαιοσύνης, στόματι δε λαλείται εις σωτηρίαν» . Η τελετουργία συνεχίζεται με το βάπτισμα στο νερό, με μία μόνο κατάδυση την εποχή εκείνη « βαπτισθείς ο Ιησούς ανέβη ευθύς από του ύδατος» και επίθεση των χειρών, για την έλευση των δωρεών του Αγίου Πνεύματος . Τελειώνει με παρατιθέμενη τράπεζα , η οποία ταυτίζεται με την ευχαριστιακή κλάση του άρτου και όχι με απλή τράπεζα.

Το διάγραμμα λοιπόν του βαπτίσματος κατά την αποστολική εποχή, είχε τα εξής στοιχεία: α) τη σύντομη διδαχή-κατήχηση του υποψηφίου, β) την εκ μέρους του αποδοχή του λόγου του Θεού και την ομολογία της πίστης στον Ιησού Χριστό, γ) την δια μιας καταδύσεως-αναδύσεως βάπτιση του υποψηφίου στο νερό, δ) τον τριαδικό τύπο της επικλήσεως μία φορά, ε) την επίθεση των χειρών και στ) τη συμμετοχή του νεοφώτιστου στη θεία Ευχαριστία. Αυτό το σχήμα αποτελεί τον πυρήνα της κατοπινής εξέλιξης της ακολουθίας του βαπτίσματος.

Τα καινούργια στοιχεία που προστίθενται τον 3ο αιώνα στην ακολουθία του βαπτίσματος είναι : οι νηστείες, η καθιέρωση των εξορκισμών πριν το βάπτισμα και η απόταξη του σατανά, ο καθαγιασμός του ύδατος, η χρίση με το επορκιστό έλαιο, η τριπλή κατάδυση, η ομολογία της πίστεως την ώρα των καταδύσεων και η μετά το βάπτισμα χρίση με το έλαιο του Χρίσματος.

Τον 4ο και 5ο αιώνα, η εικόνα που έχουμε για το βάπτισμα είναι πολύ πιο σαφής και αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό από τα κείμενα της εποχής αυτής, όπως οι Αποστολικές Διαταγές, οι Κατηχήσεις του Κυρίλλου Ιεροσολύμων, το Οδοιπορικό της Αιθερίας, τα κείμενα του Θεόδωρου Μοψουεστίας, το Ευχολόγιο του Σεραπίωνος, κ.ά .

γ) Προβαπτισματική τελετουργία

Η προβαπτισματική τελετουργία, περιελάμβανε ονοματογραφία, εξέταση υποψηφίου, κατήχηση, χειροθεσία, εξορκισμούς και νηστεία κατά τη Μ.Σαρακοστή. Ενδιαφέρουσες μαρτυρίες για την προβαπτισματική τελετή, μας δίδουν οι Αποστολικές Διαταγές και ειδικότερα το έβδομο βιβλίο, το οποίο στηρίζεται στην αρχαιότατη βαπτισματική μαρτυρία της Διδαχής των Δώδεκα Αποστόλων.

Οι Αποστολικές Διαταγές αναφέρονται σ’ αυτόν που πρόκειται να διδαχθεί το λόγο της ευσεβείας ότι δηλαδή πρέπει να ακούσει πριν από το βάπτισμα όσα έχουν σχέση με την ευσέβεια : « τη γνώση του αγέννητου Θεού», την « επίγνωση του μονογενούς Υιού», την « πληροφορία περί του Αγίου Πνεύματος», την « τάξη της δημιουργίας», τον « ειρμό της προνοίας», τα « δικαιωτήρια της νομοθεσίας», την αιτία της δημιουργίας του κόσμου και την κατάσταση του ανθρώπου που « κατέστη κοσμοπολίτης». Επίσης ο υποψήφιος προς το βάπτισμα με την κατήχηση, γνωρίζει τη φύση του και διδάσκεται από την τιμωρία του Θεού προς τους κακούς « ύδατι και πυρί».
Εδώ γίνεται αναφορά στον κατακλυσμό και στην τιμωρία των Σοδόμων και Γομόρρων, για να γίνει κατανοητό ότι ο Θεός τιμωρεί τους « πονηρούς» και «δοξάζει τους αγίους σε κάθε γενιά» (τον Σηθ, τον Ενώχ, τον Νώε, τον Αβραάμ και τους επιγόνους του, το Μελχισεδέκ, τον Ιώβ, το Μωυσή, τον Ιησού του Ναυή, τον Χαλέβ, τον Φινεές τον ιερέα και όλους τους οσίους. Και ακόμη να μάθει ότι ο Θεός, προνοώντας για τους ανθρώπους δεν τους « απεστράφη», αλλά τους κάλεσε κατά διαφόρους καιρούς από την πλάνη και τη ματαιότητα στην « επίγνωση της αληθείας». Τους επανέφερε από « τη δουλεία και την ασέβεια» στην « ελευθερία και την ευσέβεια», από την «αδικία στη δικαιοσύνη», από τον « αιώνιο θάνατο» στην « αΐδιο ζωή» . Και τέλος, αφού « φωτίση τους οφθαλμούς της καρδίας αυτού», να γνωρίσει όλα όσα έχουν σχέση με την ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού, με τα πάθη του, την ανάσταση των νεκρών αλλά και την ανάληψη του.

Από τα παραπάνω, καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: Η κατήχηση γινόταν για να διδάξει στους υποψηφίους, το κυρίως θέμα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Δηλαδή το σωτήριο έργο της θείας Οικονομίας, από τη δημιουργία του ανθρώπου ως την σωτηρία από το Χριστό. Και να μάθουν οι φωτιζόμενοι τις βασικές αλήθειες της χριστιανικής πίστης, για να καθαριστούν από τη σκουριά της ψυχής και να μείνει μόνο το αυθεντικό μέταλλο .

Η κατήχηση διαρκούσε τρία έτη « ο μέλλων κατηχείσθαι τρία έτη κατηχείσθω » και αποκαλύπτει ότι αυτή διακρινόταν από την τέλεση του βαπτίσματος301. Αλλά εάν κάποιος ενδιαφερόταν σοβαρά και με ένταση, «ει δε και σπουδαίος τις η και εύνοιαν έχη περί το πράγμα, προσδεχέσθω, ότι ουχ ο χρόνος, αλλ’ ο τρόπος κρίνεται», οπότε μπορούσε να γίνει δεκτός και νωρίτερα. « Και όταν η προς αυτό λοιπόν το βαπτισθήναι ο κατηχηθείς....», ο κατηχούμενος φθάνει στην ώρα του βαπτίσματος, που σημαίνει ότι η κατήχηση προηγούνταν. Έτσι σύμφωνα με όσα οι Αποστολικές Διαταγές λένε, αποδεικνύεται ότι η κατήχηση διακρινόταν από τη βάπτιση.

Στη συνέχεια αυτός που είναι έτοιμος να βαπτισθεί, αφού γνώρισε βασικά πράγματα για την καινούρια του πίστη, πρέπει να « καθαρθεί» από αμαρτωλά στίγματα και κηλίδες και στη συνέχεια να « μετάσχει των αγίων». Όπως ο καλός γεωργός καθαρίζει πρώτα το χωράφι του από τα αγκάθια που φυτρώνουν και στη συνέχεια σπέρνει το σιτάρι, έτσι και ο κατηχούμενος πρέπει να κάνει την απαραίτητη προετοιμασία με την ανάλογη ζωή . Για όλα αυτά μας προτρέπει ο Κύριός μας, λέγοντας : «μαθητεύσατε» πρότερον «πάντα τα έθνη» και έπειτα πρόσθεσε το « βαπτίσατε αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος».
Σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, η διδασκαλία αυτή μπορεί να γίνει και από λαϊκό, με προυπόθεση «την εμπειρία του λόγου» και την σεμνότητα στους τρόπους. Ο λαϊκός αυτός πιθανότατα να ήταν ο «ανάδοχος». Οι ανάδοχοι, ήταν μέλη της χριστιανικής κοινότητας που μπορούσαν να εγγυηθούν για την πραγματική διάθεση του ενδιαφερομένου να βαπτισθεί και να εισέλθει έτσι στην Εκκλησία. Έργο τους ήταν η εγγύηση για τον υποψήφιο και αφορούσε την ηθικότητά του, την παρακολούθησή του και τη συμπαράσταση που θα του έδειχνε κατά την τελετή του βαπτίσματος. Στην πρώτη Εκκλησία, αυτός που επρόκειτο να βαπτισθεί, οδηγούνταν μπροστά στον Επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας από τους αναδόχους.

Στη συνέχεια ακολουθούσε, από τον Επίσκοπο η εγγραφή του υποψηφίου στους καταλόγους των κατηχουμένων και γινόταν μια σύντομη κατήχηση με σκοπό τον ευαγγελισμό του καινούργιου μηνύματος του Ιησού, όχι βέβαια με την έννοια της συστηματικής κατήχησης που διαμορφώθηκε αργότερα, λόγω των διωγμών και των αιρέσεων.

Οι κατηχούμενοι μετά από το κήρυγμα του Επισκόπου αποχωρούσαν, όπως μαρτυρείται στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών. Υπήρχαν μάλιστα και ειδικές ευχές, μετά από τις οποίες οι κατηχούμενοι καλούνταν να φύγουν από την Ευχαριστιακή σύναξη. Επίσης υπήρχε διάκριση μεταξύ κατηχουμένων και φωτιζομένων. Οι πρώτοι παρακολουθούσαν την καταχητική διδασκαλία, χωρίς να έχει καθοριστεί η βάπτισή τους στο άμεσο μέλλον. Οι δεύτεροι ήσαν οι « εγγύς του βαπτίσματος», δηλαδή αυτοί που επρόκειτο να βαπτισθούν σύντομα. Στις αιτήσεις των διακόνων υπέρ των κατηχουμένων αναφέρεται η ανάγκη «φωτισμού», «συνετίσεως», «παιδεύσεως» και «θεογνωσίας»  αυτών. Μετά τις αιτήσεις, ο Επίσκοπος εύχεται στους κατηχουμένους καθώς σκύβουν τα κεφάλια τους, να τους δωρήσει ο Θεός «πνεύμα ευθές» για να κάνουν το θέλημά του « εν καρδία πλήρει και ψυχή θελούση». Και τέλος ζητά από τον Θεό να αξιωθούν « της αγίας μυήσεως» και να γίνουν μέτοχοι « των θείων μυστηρίων» . Ύστερα από όλα αυτά οι κατηχούμενοι αποχωρούν.

Στις Αποστολικές Διαταγές υπάρχουν αιτήσεις και για τους φωτιζομένους, που έχουν περάσει το στάδιο της κατηχήσεως, ώστε «να αξιωθούν των μυστηρίων» και « να ενωθούν με την Εκκλησία». Ο Επίσκοπος πάλι τους ευλογεί και παρακαλεί το Θεό να τους κάνει άξιους της πνευματικής του δωρεάς, της αληθινής του υιοθεσίας και των πνευματικών του μυστηρίων.

Κατά τη διάρκεια της κατηχήσεως γινόταν και η χειροθεσία που περιελάμβανε προσευχή ευχαριστίας για τον ερχομό του Χριστού που ήρθε να σώσει τον άνθρωπο και « καθαρίση από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος». Και προσευχή για τον υποψήφιο που επρόκειτο να βαπτισθεί, ώστε να γίνει άξιος του λουτρού της αναγέννησης και να αποκτήσει την υιοθεσία του Χριστού. Στη συνέχεια ακολουθούσε νηστεία που θεωρούνταν απαραίτητη πνευματική προετοιμασία για τους κατηχουμένους.

Στη συνέχεια οι Αποστολικές Διαταγές, προτρέπουν για την ολοκλήρωση της προετοιμασίας των υποψηφίων με νηστεία κατά το παράδειγμα του Ιησού Χριστού. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον Κύριο, «ο εις τον αυτού θάνατον μυούμενος, πρότερον οφείλει νηστεύσαι και τότε βαπτισθήναι». Στο κείμενο επίσης διαβάζουμε για την προβαπτισματική νηστεία της μιας ή των δύο ημερών μόνο για τον βαπτιζόμενο .

Όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή οι φωτιζόμενοι νήστευαν με αυστηρό τρόπο και από τη Μ. Παρασκευή μέχρι το βράδυ του Μ.Σαββάτου απείχαν τελείως της τροφής. Αν κάποιοι δεν μπορούσαν να νηστέψουν δύο ημέρες, νήστευαν μόνο το Σάββατο. Η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας, προ του Πάσχα, τηρούνταν «μετά φοβου και τρομου» από τον τέταρτο αιώνα, σύμφωνα τε προτροπή του κυρίου, όπως μαρτυρείται στις Αποστολικές Διαταγές. Οι προς το «φώτισμα», προετοιμάζονταν έτσι εντατικά για να υποδεχτούν την ιερή νύχτα κατά την οποία περίμεναν να έρθει ο Χριστός και να του ζητήσουν τη νίκη από την πάλη εναντίον της αμαρτίας και τελικά την σωτηρία.

Οι «κατηχούμενοι» έτσι σιγά, σιγά εισάγονταν στη ζωή της Εκκλησίας με ειδικές τελετές και ολόκληρη η κοινότητα απασχολούνταν με την προετοιμασία και την υποδοχή των νέων μελών της. Από αυτή την διπλή προετοιμασία, τόσο της Εκκλησίας, όσο και των κατηχουμένων, προήλθε η προπασχάλια λειτουργική περίοδος που σήμερα ονομάζεται Μεγάλη Τεσσαρακοστή και βοηθά τους πιστούς να πραγματοποιήσουν το δικό τους «Πάσχα», πέρασμα στην νέα εν Χριστώ ζωή.

Το βάπτισμα είναι ένα μυστήριο, που γι’ αυτό η Εκκλησία προετοιμάστηκε με σαράντα μέρες νηστεία και που συνιστούσε την ουσία της πασχάλιας χαράς. Κατά τον Τερτυλλιανό, η κατ’ εξοχήν βαπτισματική μέρα ήταν το Πάσχα. Στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια του «χρυσού αιώνα» της χριστιανικής λατρείας, το μυστήριο του βαπτίσματος τελούνταν την πασχάλια νύχτα « ως το οργανικό τμήμα της μεγάλης ετήσιας γιορτής του Πάσχα» και αποτελεί την αφετηρία του εορτολογίου της χριστιανικής Εκκλησίας .

δ) Τελετουργία του Βαπτίσματος

Μετά την κατήχηση ακολουθεί η τελετουργία του βαπτίσματος που περιλαμβάνει, σύμφωνα πάντα με τις πηγές του τετάρτου αιώνα : την απόταξη και σύνταξη του προς το βάπτισμα υποψηφίου, την ευλογία του επορκιστού ελαίου, την ομολογία πίστεως, την ευλογία του ύδατος και τέλος τη βάπτιση με τριπλή κατάδυση και ανάδυση.

Σχετικά με το χρόνο και τον τόπο τελέσεως του βαπτίσματος, διαβάζουμε : «Επιφωσκούσης μιάς σαββάτων, ήτις εστί Κυριακή, από εσπέρας έως αλεκτοροφωνίας αγρυπνούντες και επί το αυτό εν τη Εκκλησία συναθροιζόμενοι γρηγορείτε, προσευχόμενοι και δεόμενοι του Θεού εν τη διανυκτερεύσει υμών, αναγινώσκοντες τον Νόμον, τους Προφήτας, τους ψαλμούς μέχρι αλεκτρυώνων κραυγής». Συμπεραίνουμε λοιπόν τα εξής : α) το βάπτισμα τελείται μετά την πασχαλινή αγρυπνία. β) η τέλεση λαμβάνει χώρα στο Ναό (« συνάθροισις εν τη Εκκλησία»).γ) η «διανυκτέρευση» των πιστών περιλαμβάνει αναγνώσματα από τα πέντε πρώτα βιβλία της παλαιάς Διαθήκης και από τους ψαλμούς. Στοχεύει δε στην «εγρήγορση», στην «προσευχή», και στη «δέηση» προς το Θεό. Λίγο πιο κάτω, μετά τα βιβλικά αναγνώσματα σημειώνεται : «βαπτίσαντες υμών τους κατηχουμένους και αναγνόντες το Ευαγγέλιον....» και φανερώνεται ότι το βάπτισμα γινόταν την πασχάλια νύκτα.

Η απόταξη του διαβόλου και η σύνταξη με το Χριστό, μαρτυρείται στις Αποστολικές Διαταγές : « Απαγγελλέτω ουν ο βαπτιζόμενος εν τω αποτάσσεσθαι• Αποτάσσομαι τω σατανά και τοις έργοις αυτού και της λατρείας αυτού και τοις αγγέλοις αυτού και ταις εφευρέσιν αυτού και πάσι τοις υπ’ αυτόν». Στην Αποστολική Παράδοση του Ιππολύτου μαρτυρούνται επίσης η απόταξη του σατανά και της συνοδίας του και των αγγέλων του, καθώς και  οι εξορκισμοί, τις τελευταίες μέρες πριν το βάπτισμα, για να συντριβεί η δύναμη του σατανά .

Ο βαπτιζόμενος θέλει να απομακρυνθεί από κάθε τι δαιμονικό και ειδωλολατρικό, όπως είναι τα έργα, η λατρεία και οι εφευρέσεις του σατανά. Όμως ο κατηχούμενος, καθώς πλησιάζει το βάπτισμα δεν φοβάται πλέον τον διάβολο και γι’ αυτό τον αποκηρύσσει με σταθερότητα.

Μετά την απόταξη σειρά έχει η σύνταξη που είναι γνωστή από τον τέταρτο αιώνα. Στις Αποστολικές Διαταγές, διαβάζουμε : « Μετά την αποταγήν συντασσομενος λεγετω οτι• Και συντάσσομαι τω Χριστώ» , ανήκοντας πλέον στο δικό Του στρατό με ισχύ και δύναμη, απέναντι στην κυριαρχία του διαβόλου. Συντασσόμενος με το Χριστώ αισθάνεται το νέο Αδάμ, το Χριστό, να τον ελευθερώνει από τα δεσμά του σατανά και να τον ξαναεισάγει στον παράδεισο.

Μετά την σύνταξη ο υποψήφιος κάνει την επίσημη σύνταξη με το Χριστό, καθώς ομολογεί την πίστη του με την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως. Στις Διαταγές των Αποστόλων, στο 7ο βιβλίο το Σύμβολο είχε ως εξής : «Συντάσσομαι τω Χριστώ• και πιστεύω και βαπτίζομαι εις ενα αγεννητον μόνον αληθινόν Θεόν Παντοκράτορα, τον Πατερα του Χριστού, κτίστην και δημιουργόν των απάντων, εξ ου τα πάντα.Και εις ενα Κύριον Ιησούν τον Χριστόν ». Εδώ το Σύμβολο, σύμφωνα με τον καθηγητή Γ.Φίλια δεν έχει απλά ομολογιακό χαρακτήρα, αλλά σχολιάζει στο βάπτισμα : ο βαπτιζόμενος δεν πιστεύει μόνο «εις...» αλλά και βαπτίζεται «εις...».Δηλαδή το Σύμβολο της Πίστεως «προαναγγελλει» την ομολογία κατά την τριπλή κατάδυση και ανάδυση.

Ακολουθεί καθαγιαστική ευχή για τον αγιασμό του ύδατος : ο ιερέας πηγαίνει στο νερό και αφού δοξάσει τον παντοκράτορα Θεό και τον ευχαριστήσει για όλες τις ευεργεσίες, « ευλογεί και δοξάζει....τον Πατερα,....ότι απεστειλεν ενανθρωπήσαι τον Υιόν....ου τύπον εδωκεν το βάπτισμα της παλιγγενεσίας.... » και παρακαλεί και λέει : « Κάτιδε εξ ουρανού και αγίασον το ύδωρ τούτο, δος δε χάριν και δύναμιν, ώστε τον βαπτιζόμενον ....συσταυρωθήναι και συναποθανείν και συντραφήναι εις υιοθεσίαν....,τω νεκρωθήναι μεν τη αμαρτία, ζήσαι δε τη δικαιοσύνη».
Η ευχή αυτή, υπενθυμίζει το λυτρωτικό έργο του Χριστού, τονίζει το βάπτισμα «της παλιγγενεσίας», ζητά «χάρη» και «δύναμη», ώστε ο βαπτιζόμενος να « συνταφεί» και να « συναναστηθεί» με το Χριστό, να λάβει τη « θεϊκή υιοθεσία»και να «νεκρωθεί ως προς την αμαρτία, ζώντας με δικαιοσύνη».
Μετά την ομολογία της πίστεως, ακολουθούσε η ευλογία του ύδατος με συγκεκριμένη ευχή και επίκληση της αγίας Τριάδας. Ο ιερέας πηγαίνει κοντά στο νερό, ευλογεί και δοξάζει το Θεό για τις πολλές και μεγάλες ευεργεσίες του, προσκυνεί τον Μονογενή Θεό γιατί δέχθηκε το σταυρικό θάνατο για χάρη των ανθρώπων. Τον παρακαλεί κατά το βάπτισμα να αγιάσει το νερό και να δώσει ευλογία και δύναμη στον βαπτιζόμενο, ώστε να σταυρωθεί με το Χριστό, να πεθάνει και να αναστηθεί μαζί του,νεκρώνοντας την αμαρτία και ζώντας την δικαιοσύνη. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι υπήρχε ειδική ευχή καθαγιασμού του ύδατος , με επίκληση προς το Θεό Πατέρα.

Μετά τον καθαγιασμό του ύδατος, ακολουθεί η ευλογία του επορκιστού ελαίου με την ευχή : « προς ίασιν, άφεσιν αμαρτιών, κατάλυσιν παντός διαβολικού πολέμου και εναντίον πάσης ενεργείας του αντικειμένου» Μαρτυρίες για την προβαπτισματική χριση με το επορκιστό έλαιο, υπάρχουν και στα οκτώ βιβλία των Αποστολικών Διαταγών. Στο τρίτο βιβλίο διαβάζουμε για τη χρίση στο μέτωπο και για την άλειψη ολόκληρου του σώματος με « άγιον έλαιον», που σημαίνει ότι υπήρχε ευλογία του ελαίου .Λίγο πιο κάτω αναφέρεται για τη χρίση των βαπτιζομένων : « οι βαπτιζόμενοι, ως από του Χριστού Χριστιανοί, “ βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον , Εκκλησία Θεού, στύλος και εδραίωμα του νυμφώνος,οι ποτέ ου λαός,νυν δε ηγαπημένοι και εκλεκτοί ”». Και διευκρινίζεται ότι η χρίση με το άγιο έλαιο δίδεται « αντί Πνεύματος αγίου», αποτελεί δηλαδή « σημείο» της ελεύσεως του Αγίου Πνεύματος στο βαπτιζόμενο. Γι’ αυτό γίνεται αναφορά σε « σφράγιση με έλαιο αγαλλιάσεως» (προβαπτισματική χρίση), το οποίο διακρίνεται από το « μύρο της συνέσεως» (μεταβαπτισματική χρίση). Το επορκιστό έλαιο δεν αντικαθιστά το βάπτισμα αλλά προετοιμάζει και δίνει μία πρόγευση στο φωτιζόμενο για το ιερό μυστήριο.

Βάπτισμα, σημαίνει βύθισμα στο νερό, (βάπτω-βυθίζω εις ή υπό το ύδωρ ). Έτσι ακολουθούσε κατάδυση, όπως συμπεραίνουμε από την Καινή Διαθήκη: «Και βαπτισθείς ο Ιησούς ανέβη ευθύς από του ύδατος», «τω λουτρώ του ύδατος», που είναι το βάπτισμα , σύμβολο αναγέννησης και σωτηρίας.

Η βάπτιση, είναι το κεντρικότερο σημείο της ακολουθίας. Κατά το βάπτισμα, γινόταν η επίκληση του Τριαδικού Θεού, δηλαδή στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, κατά την ρήση του Κυρίου: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»  .

Ο Επίσκοπος ή ο Πρεσβύτερος τελεί την βάπτιση και επικαλείται τον Πατέρα, γιατί είναι ο αίτιος και εκείνος που απέστειλε τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, για να είναι μάρτυρες του μυστηρίου. Ακολουθεί τριπλή κατάδυση και ανάδυση, ενώ γίνεται αναφορά κάθε φορά σε ένα από τα τρία πρόσωπα της αγίας Τριάδος. Η κατάδυση, με ολοκληρωτική βύθιση του σώματος, συμβολίζει το θάνατο του βαπτιζόμενου μαζί με το Χριστό και η ανάδυση την ανάστασή του.

Αμέσως μετά την τριπλή κατάδυση και ανάδυση μαρτυρείται η ανάγνωση Ευαγγελίου. Ακολουθούσε η επίθεση των χειρών, για να χορηγηθούν οι δωρεές του Αγίου Πνεύματος, μια πράξη που αργότερα αντικαταστάθηκε από την τάξη του Αγίου Μύρου. Τέλος οι βαπτιζόμενοι συμμετείχαν σε τράπεζα, που ταυτίζεται με την ευχαριστιακή κλάση του άρτου και όχι με μια απλή τράπεζα. Έτσι λοιπόν, όσοι βαπτιζονταν έπαιρναν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και έπειτα μπορούσαν να συμμετέχουν και στη θεία Ευχαριστία.

Η βαπτισματική τελετουργία τελειώνει με την «κατ’ ανατολάς» προσευχή του βαπτιζομένου στο 7ο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών

ε) Θεολογική προσέγγιση


Το βάπτισμα, είναι το μυστήριο της αναγέννησης και της αναδημιουργίας, το προσωπικό Πάσχα και η προσωπική Πεντηκοστή του ανθρώπου, η ενσωμάτωσή του μέσα στο λαό του Θεού, το « πέρασμα» από μια παλιά σε μια καινούρια ζωή, η επιφάνεια της Βασιλείας του Θεού-σημασίες, που έκαναν το βάπτισμα τόσο κεντρικό και ουσιαστικό στην ευσέβεια και εμπειρία της αρχαίας Εκκλησίας. Από τις πρώτες μέρες της Εκκλησίας, ο Απόστολος Παύλος, προτρέπει τους πιστούς να συμμετέχουν στο θάνατο και στην ανάσταση του Κυρίου, γιατί το βάπτισμα στο όνομα του Χριστού, σημαίνει συμμετοχή στον θάνατό του

Η βάπτιση συμβολίζει το θάνατο του Ιησού « δίδεται εις τον θάνατον του Υιού», το δε νερό την ταφή « αντί της ταφής», «σύμβολο θανάτου», το λάδι το άγιο Πνεύμα « το έλαιον αντί Πνεύματος αγίου», η σφραγίδα την σταύρωση « η σφραγίς αντί του σταυρού» και το μύρο την επιβεβαίωση της ομολογίας « το μύρον βεβαίωσις της ομολογίας». Υλικά πράγματα όπως το νερό, το λάδι, το μύρο ανακαινίζουν και αναγεννούν και θεώνουν τον άνθρωπο. Ο άγιος Αθανάσιος γράφει : « ων είδες τα σύμβολα, τούτων απεδέχου τα πράγματα». Στις Αποστολικές Διαταγές, διαβάζουμε για « κατάδυση» που συμβολίζει το « συναποθανείν» με το Χριστό και για « ανάδυση» που συμβολίζει το « συναναστήναι»
Ο απόστολος Παύλος λέει « εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν» δηλώνοντας πως ό σταυρός και ο τάφος του Χριστού είναι το δικό μας βάπτισμα. Ο Χριστός σταυρώθηκε, κατέβηκε στον άδη, αλλά μετά αναστήθηκε και σκόρπισε στους ανθρώπους τη χαρά και την ελπίδα. Όταν βαπτιζόμαστε συμμετέχουμε στο θάνατο και στην ανάσταση του Χριστού « διά των εικόνων και των συμβόλων τούτων των ιερών». Η συμμετοχή μας στο σταυρό και  στην ανάσταση του Χριστού, είναι συμβολική αλλά η σωτηρία μας και η μετοχή στην εν Χριστώ ζωή είναι αληθινή

Ο Επίσκοπος ή ο Πρεσβύτερος του ευχαριστιακού σώματος επικαλείται τη ζωοποιό επενέργεια του Αγίου Πνεύματος « Έπειτα ή συ ο επίσκοπος ή ο υπό σε πρεσβύτερος την ιεράν επ’αυτοίς ειπών και επονομάσας επίκλησιν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος....» για να μεταβάλει τον αισθητό τύπο της ταφής και της ανάστασης σε υπαρκτικό γεγονός. Και όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο και εμείς μπορούμε να ζήσουμε μια νέα ζωή, που μας προσφέρεται σαν δώρο. Αυτό εκφράζει και πραγματοποιεί η τριπλή κατάδυση και ανάδυση στο αγιασμένο νερό, που συνιστά τον μοναδικό τρόπο του κανονικού εκκλησιαστικού βαπτίσματος.

Το νερό είναι ένα απλό φυσικό στοιχείο, που ταυτίζεται με τη ζωή3" και αγιασμένο από τη δύναμη και τη χάρη του Πνεύματος, μπορεί να ανακαινίσει τον άνθρωπο. Αν σταθούμε στην βιβλική αντίληψη του κόσμου θα καταλάβουμε πως το νερό είναι το βασικό στοιχείο ή το υλικό του κόσμου. Αλλά καθώς « υπό Πνεύματος κινήσεως την γένεσιν λαμβάνει, το δε Πνεύμα από του των όλων Θεού την αρχήν έχει». Γίνεται « πνευματικό και άγιο, ικανό να αναπλάττει, να αγιάζει και να υιοθετεί τους βαπτιζόμενους». Καθώς καθαρίζει από την αμαρτία, γίνεται « σωτήριον», « τάφος» και «μήτηρ» , «σύμβολον του θανάτου» και της αναστάσεως του Χριστού.

Στις Αποστολικές Διαταγές, διαβάζουμε για το λάδι ότι είναι σύμβολο του πνευματικού βαπτίσματος και για τη θεραπευτική του δύναμη. Έχει « χάριν πνευματικήν και δύναμιν ενεργητικήν», ώστε όχι μόνο να καθαρίζει τα ίχνη των αμαρτημάτων, αλλά και να εξορκίζει και να διώχνει τις αόρατες δυνάμεις του πονηρού. Από τα αρχαία χρόνια το λάδι θεωρούνταν ως φυσικό στοιχείο με ιδιαίτερες ιδιότητες, αφού το χρησιμοποιούσαν για να αλοίφουν και να τονώνουν τα σώματα των αθλητών πριν από τους αγώνες.Οι απόστολοι χρησιμοποιούσαν το λάδι, για να θεραπεύουν τις πληγές των ασθενών. Το λάδι θεράπευε τα σώματα, αλλά με τη δύναμη του Θεού αποκτούσε τη δύναμη, για να θεραπεύει τα τραύματα των ψυχών και να απομακρύνει τις αόρατες δυνάμεις του πονηρού.

Το βάπτισμα είναι το μυστήριο της αναγέννησης και της αναδημιουργίας, το προσωπικό Πάσχα και η προσωπική Πεντηκοστή του . Ο άνθρωπος με τη βάπτισή του ξαναγεννιέται, γιατί το βάπτισμα «αναγεννά» την ύπαρξη και του προσφέρει με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τη ζωή του Χριστού. Οι Πατέρες της Εκκλησίας διεκήρυξαν ότι το βάπτισμα είναι μυστήριο που γεμίζει με χαρά τους Αγγέλους τους Αρχαγγέλους και όλες τις Επουράνιες Δυνάμεις και τα επίγεια δημιουργήματα.

Από εδώ και πέρα, ο άνθρωπος που είναι εικόνα Θεού, δεχόμενος μέσα του το Χριστό και ανανεωμένος με τις χαρισματικές δυνάμεις του Πνεύματος είναι προωρισμένος να φθάσει στο «καθ’ ομοίωσιν». Αυτός που προσέρχεται στην εκκλησιαστική σύναξη «θάβεται» ως «παλαιός άνθρωπος» και «ανασταίνεται», με τριπλή ανάδυση, στη ζωή του Τριαδικού Πρωτοτύπου. Ο βαπτισμένος, με την ανακαινισμένη του ζωή πρέπει να ενσαρκώνει και να εκφράζει τη ζωή του Χριστού, πρέπει να γίνει Χριστός,«να αποκτήσει την υπαρκτική διαφάνεια της παρουσίας και της ζωής του Χριστού»  Ο βαπτισμένος χριστιανός, όπως και οι Αποστολικές Διαταγές αναφέρουν στο 3ο βιβλίο, έχει υποχρεώσεις, καθώς τώρα είναι φίλος του Θεού και εχθρός του διαβόλου και «ανενέργητος» προς την αμαρτία. Καλείται να απομακρυνθεί από την αμαρτία και την ασέβεια και να ζήσει «θεοφιλή» και «ασκητική» ζωή, καθώς τονίζεται η αγνότητα, η καθαρότητα και η οσιότητα που πρέπει να τον διακρίνει. Είναι κληρονόμος του Θεού και συγκληρονόμος του Χριστού, αποκαλύπτοντας το μέγεθος της ευεργεσίας του Θεού στον άνθρωπο .

Το μήνυμα του μυστηρίου του βαπτίσματος είναι λυτρωτικό και συμπυκνώνεται στη βαπτιστήρια ευχή: « Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Στην προς Εφεσίους επιστολή, διαβάζουμε: «Εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα», επομένως ένα και μόνο βάπτισμα υπάρχει, το βάπτισμα της μιάς Εκκλησίας. Και μία η Εκκλησία, μέσα στην οποία και μόνο τα μυστήρια είναι έγκυρα και λυτρωτικά.

3. Το Χρίσμα

Το χρίσμα είναι μυστήριο της χριστιανικής πίστης, με το οποίο μεταδίδονται τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος προς τους βαπτιζομένους, με τη χρίση του αγιασμένου Μύρου, αμέσως μετά το βάπτισμα. Το χαρακτηριστικό στοιχείο του μυστηρίου είναι η χρίση του. Αυτό μας παραπέμπει στους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης όπου οι ιερείς, οι βασιλείς και οι προφήτες χρίονταν πριν να αναλάβουν το έργο τους. Η χρίση ήταν ο «λειτουργικός τύπος», διά του οποίου καθαγιάζονταν .

Το χρίσμα ήταν συνδεδεμένο με το βάπτισμα ήδη κατά τους αποστολικούς χρόνους και τελούνταν με την απλή επίθεση των χειρών των Αποστόλων ή των Επισκόπων για την παροχή του Αγιου Πνεύματος. Στην πρώτη Εκκλησία φαίνεται ότι και ο ίδιος ο Κύριος δέχθηκε το χρίσμα, καθώς στην ομιλία του Αποστόλου Πέτρου προς το Ρωμαίο εκατόνταρχο Κορνήλιο και τους οικείους του, διαβάζουμε ότι ο Θεός έχρισε τον Ιησού με Πνεύμα Άγιο.Αυτό το γεγονός, υποδηλώνεται και από την μαρτυρία του κατά Ιωάννην, ότι κατά τη Βάπτιση του Κυρίου «το Πνεύμα κατέβη ως περιστερά εξ’ουρανού και έμεινεν επ’αυτόν»
Ο Απόστολος Πέτρος στον επίλογο του κηρύγματός του, κατά την Πεντηκοστή, προτρέπει τους συγκεντρωμένους: « Μετανοήσατε και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και λήψεσθε την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος»

Στις Πράξεις διαβάζουμε, σχετικά με το χρίσμα: μετά το κήρυγμα του Φιλίππου στη Σαμάρεια και το βάπτισμα πολλών ανδρών και γυναικών, οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης, μεταβαίνουν εκεί για να προσευχηθούν, ώστε να λάβουν το Άγιον Πνεύμα εκείνοι που είχαν βαπτισθεί, ενώ διευκρινίζεται ότι δεν είχε δοθεί σε κανέναν το Άγιο Πνεύμα, απλώς ήταν βαπτισμένοι στο όνομα του Κυρίου. Όμως, καθώς οι Απόστολοι έθεταν τα χέρια πάνω τους εκείνοι ελάμβαναν το Άγιον Πνεύμα. Μετά τη Σαμάρεια μαρτυρείται στην Έφεσο η μετάδοση των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος, αφού προηγήθηκε το βάπτισμα, « δια της επιθέσεως των χειρών». Ο Απόστολος Παύλος βαπτίζει μαθητές του Ιωάννου του Βαπτιστού και μεταδίδει τη χάρηακουμπωντας τα χέρια του πάνω τους

Η πρώτη μαρτυρία των Πράξεων δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη ιδιαίτερης λειτουργικής πράξεως-πλην του βαπτίσματος- για τη μετάδοση των δωρεών του αγίου Πνεύματος  Στην αποστολική εποχή επομένως, η είσοδος στη χριστιανική Εκκλησία γινόταν με δύο τρόπους: α) με το βάπτισμα στο νερό

β)με τη λήψη του Αγίου Πνεύματος,δια της επιθέσεως των χειρών. Αργότερα, ακριβώς δεν μπορεί να προσδιοριστεί το πότε, συμβαίνει η λειτουργική εξέλιξη στην τελετουργική πρακτική του χρίσματος (κατάργηση της επιθέσεως των χειρών και υιοθέτηση της χρίσεως).

Προς τα τέλη του 4ου αιώνα, από το λειτουργικό κείμενο των Α.Δ, γνωρίζουμε την ευχολογιακή διαμόρφωση και εξέλιξη του χρίσματος. Το κείμενο αυτό μας διασώζει την πράξη της χρίσης μετά το βάπτισμα : « και μετά τούτο ( την τριπλή κατάδυση και ανάδυση) ο επίσκοπος χριέτω τους βαπτισθέντας μύρω». Ο Β.ΒοΜθ,σχολιάζει την μαρτυρία αυτή των Αποστολικών Διαταγών και τονίζει : «δίδεται πολύ μικρή σημασία στη μεταβαπτισματική χρίση, η μαρτυρία περί της οποίας τίθεται, κατά τρόπο σύντομο, στο τέλος της όλης παρουσιάσεως του βαπτισματικού τελετουργικού χωρίς να δίδεται η έμφαση που δόθηκε στην παρουσίαση της προβαπτισματικήςχρίσεως». Όμως καθώς χρησιμοποιείται ο όρος «μύρο», παρουσιάζεται κάποια ιδιαιτερότητα στην μεταβαπτισματική χρίση.

Τον όρο «μύρο», συναντούμε και στο δεύτερο βιβλίο, « Εσφραγίσθητε ελαίω αγαλλιάσεως και μύρω συνέσεως». Το μύρο,σύμφωνα με το κείμενο, είναι σύμβολο, « το μύρον βεβαίωσις της ομολογίας». Η «βεβαίωση» δηλώνει την βεβαιότητα ότι ο βαπτιζόμενος ανήκει ολοκληρωτικά στο σώμα του Χριστού και δίδεται με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Αυτό τονίζεται στο έβδομο βιβλίο, «....και τελευταίον σφραγίσεις μύρω, ίνα το μεν χρίσμα μετοχή ή του αγίου Πνεύματος,....το δε μύρον σφραγίς των συνθηκών».
Ο βαπτιζόμενος, σφραγίζεται με τις δωρεές του Πνεύματος,καλείται να ζήσει «εν πνεύματι», δηλαδή να αγωνισθεί για να κάνει πραγματικότητα αυτά που διατυπώνονται στη σημερινή ευχή του μύρου: « Φύλαξον αυτόν εν τω σω αγιασμώ, βεβαίωσον εν τη ορθοδόξω πίστει, ρύσαι από του πονηρού και πάντων των επιτηδευμάτων αυτού και τω σωτηρίω σου φόβω εν αγνεία και δικαιοσύνη την ψυχήν αυτού διατήρησον».

Ο π.Σμέμαν, γράφει : « το Άγιο Πνεύμα με την κατά το Μυστήριο του Χρίσματος σφραγίδα Του, μας μεταβάλλει αληθινά και μας χειροτονεί σ’ αυτό που ο Θεός προαιώνια θέλει να είμαστε, αποκαλύπτοντας την αληθινή προσωπικότητα μας και το μοναδικό μας πλήρωμα». Μας κάνει συμμέτοχους της θείας φύσεως και « βασίλειον ιεράτευμα» και κάνει ολόκληρη την κτίση να μετέχει στο Λόγο.

Οι Αποστολικές Διαταγές, μας παραθέτουν ευχές περί του μύρου :

« Περί δε του μύρου ούτως ευχαριστήσατε• Ευχαριστούμεν σοι, Θεέ δημιουργέ των όλων, και υπέρ της ευωδίας του μύρου και υπέρ του αθανάτου αιώνος ου εγνώρισας ημίν διά Ιησού του Παιδός σου ότι σου εστίν η δόξα και η δύναμις εις τους αιώνας. Αμήν». Η ευχή αυτή τοποθετείται μετά από την ευχαριστία για τη θεία Μετάληψη και το περιεχόμενο της είναι ευχαριστιακό. Αναφέρεται στον «αθάνατο αιώνα, τον οποίο ο Θεός μας γνώρισε διά του Υιού του» και υποδηλώνει « τη συμμετοχή του χριστιανού στη Βασιλεία του Θεού».

Μία άλλη ευχαριστήρια ευχή είναι αυτή του εβδόμου βιβλίου που ζητά την ευλογία του μύρου, για να γίνει « ενεργητικό», ώστε να παραμείνει στον άνθρωπο « η ευωδία» του χριστού. Το χρίσμα έχει την ευωδία και την πνοή του Χριστού που χρίει, και οι χριόμενοι, που δέχονται το χρίσμα από Αυτόν λέγουν « Χριστού ευωδία εσμέν». Εδώ βεβαιώνεται για άλλη μία φορά ότι μετά την μεταβαπτισματική χρίση ο Χριστός « παγιώνεται» στο βαπτιζόμενο και τον ενισχύει και τον ενδυναμώνει. Στη συνέχεια, επικαλείται το Θεό για να αγιάσει το μύρο, ώστε ο βαπτιζόμενος να γίνει ικανός να « συναποθάνει», να «συναναστηθεί» και να « συζήσει» με το Χριστό. Αναφέρεται ακόμη στη «δύναμη της χειροθεσίας», που καθιστά σαφή και απαραίτητη την ενέργεια του ιερέα. Έτσι, σύμφωνα με το κείμενο, αν δεν υπάρχει « επίκληση» στο ύδωρ «παρά ευσεβούς ιερέως», ο βαπτιζόμενος « κατεβαίνει σε κοινό ύδωρ και μπορεί να πλύνει μόνο το ρύπο του σώματος και όχι της ψυχής».

Από τις παραπάνω μαρτυρίες των Αποστολικών Διαταγών, συμπεραίνουμε ότι υιοθετήθηκε στην Εκκλησία της Αντιόχειας τον 4ο αιώνα, η μεταβαπτισματική χρίση με μύρο. Οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν «μύρο», «έλαιο» και «χρίσμα». Η μεταβαπτισματική χρίση γινόταν στις Εκκλησίες της Αλεξάνδρειας και των Ιεροσολύμων και γενικότερα στο χώρο της Ανατολής, που υπήρχε επιρροή της Αποστολικής Παραδόσεως του Ιππολύτου Ρώμης. Η μεταβαπτισματική χρίση είναι στοιχείο που θεμελιώνεται στην Αποστολική Παράδοση του Ιππολύτου Ρώμης και υιοθετήθηκε από τα μεγάλα εκκλησιαστικά κέντρα της Ανατολής.

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στις μυσταγωγικές του κατηχήσεις, σημειώνει ότι το βάπτισμα δε γίνεται μόνο για την άφεση των αμαρτιών, αλλά « ως εστιν αμαρτημάτων καθαρτήριον και Πνεύματος Αγίου δωρεάς πρόξενον, ούτω και των του Χριστού παθημάτων αντίτυπον»Το βάπτισμα γίνεται αντίτυπο των παθημάτων του Χριστού και προκαλεί, μέσω του χρίσματος τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, « ίνα και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν»

Το χρίσμα με μύρο, αναφέρεται όχι μόνο στις Αποστολικές Διαταγές αλλά και σε κείμενα του Θεοδώρου Μοψουεστίας, που καταλήγουν στις ίδιες σχεδόν διατυπώσεις. Ο βαπτιζόμενος χρίεται, όπως ο Ιησούς χρίστηκε από το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με την αυτομαρτυρία του, «Πνεύμα Κυρίου επ’εμέ...» και όταν βγήκε από τον Ιορδάνη « έλαβε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος» . Και συνεχίζει, το χρίσμα « διαδηλώνει» όπως στις Αποστολικές Διαταγές « βεβαιώνει» ότι « ο Πατέρας, ο Υιός και το ΆγιοΠνεύμα κατοικούν πλέον στον βαπτισμένο»

Από τις παραπάνω μαρτυρίες φαίνεται ότι μέσα από τη μεταβαπτισματική χρίση, και στο όνομα της Αγίας Τριάδος, παρέχεται η δωρεά του Αγίου Πνεύματος που εργάζεται την ένωση του ανθρώπου με το Θεό. Το Άγιο Πνεύμα μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου και δημιουργεί έναν πνευματικό οργανισμό που δεν υπόκειται στη φθορά, αλλά ζει στην αιωνιότητα. Ένας σύγχρονος ορθόδοξος θεολόγος τονίζει ότι, « το νερό περιβάλλει το βαπτιζόμενο εξωτερικά, εσωτερικά όμως το Άγιο Πνεύμα βαπτίζει την ψυχή. Όπως η φωτιά εισδύει στο σίδηρο και το αλλοιώνει, έτσι και το Άγιο Πνεύμα εισέρχεται στα ενδότατα της ψυχής και τη μεταμορφώνει. Σφραγίζει την ψυχή, κινεί τον άνθρωπο στο αγαθό και το σωτηριώδες»

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, γράφει: « σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η αναζήτηση του Αγίου Πνεύματος» και συνεχίζει, « όταν το Άγιον Πνεύμα κατεβαίνει στον άνθρωπο και τον σκιάζει με την πληρότητα της εκχύσεως του, τότε η ανθρώπινη ψυχή ξεχειλίζει από ανείπωτη χαρά, γιατί το Πνεύμα του Θεού περιγράφεται ως “δικαιοσύνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω”».

4. Ο Γάμος


Το μυστήριο του γάμου, ως «αγάπης μυστήριον» , με το χριστολογικό, πνευματολογικό και εκκλησιαστικό του χαρακτήρα, έχει τις ρίζες του στην Παλαιά Διαθήκη. Δύο άνθρωποι ενώνονται «εις σάρκαν μίαν»  για να γίνουν ένας άνθρωπος και η αγάπη του πρώτου ζεύγους «εις σάρκαν μιαν» είναι το μυστήριο του γάμου

Ο Θεός, σύμφωνα με τη βιβλική Θεολογία, δημιουργεί από αγάπη τον άνθρωπο και με το δημιουργικό του Λόγο θεμελιώνει το γάμο και τον εντάσσει στο σχέδιό του για τη σωτηρία του κόσμου  Ο καθηγητής Π.Τρεμπέλας, γράφει ότι η διήγηση της βίβλου για την δημιουργία του ανθρώπου και συγκεκριμένα τα σημεία : « άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς», «και επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ...και έλαβεν μίαν των πλευρών αυτού....και ωκοδόμησεν Κύριος ο Θεός την πλευράν...» , « και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός λέγων. Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής», «Ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος... και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν» είναι στοιχεία που « συνιστούν και αναδεικνύουν» το γάμο σε θείο θεσμό.

Και κατά τον καθηγητή Π.Σκαλτσή , ο Θεός θεμελιώνει το γάμο, καθώς είπεν « Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν κατ’αυτόν». Όλα τα παραπάνω, επιβεβαιώνουν ότι η συζυγία και ο γάμος δεν είναι επινοήσεις των ανθρώπων, αλλά η έκφραση του θελήματος του Θεού  για την ενότητα, την αγάπη και την κοινωνία του ζευγαριού. Έτσι φαίνεται, από την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, πόσο ετιμάτο ο γάμος και πόση αξία και ιερότητα οι άνθρωποι του προσέδιδαν.

Στην Καινή Διαθήκη η έννοια του Γάμου αλλάζει θεμελιακά και μαζί η διδασκαλία της, που από περιστασιακή γίνεται πλέον συστηματική. Ο Χριστός σαρκώνεται και ανακαινίζει ολόκληρο τον κόσμο  και μαζί αναγεννά και το γάμο, απαλάσσοντάς τον από την αμαρτία και το θάνατο Ένας νέος γάμος υπάρχει, «ο εν Χριστώ» γάμος της Καινής Διαθήκης  που είναι υπόθεση και θέλημα Θεού και που οι σύζυγοι επανευρίσκουν την ενότητα τους « εις σάρκαν μίαν». Ο Απόστολος Παύλος, ιδιαίτερα στην προς Εφεσίους επιστολή του, παραλληλίζει την ένωση του άντρα και της γυναίκας με την ένωση της νύμφης Εκκλησίας με τον νυμφίο Χριστό. Ο Χριστός, ως νυμφίος, μετά την αμαύρωση της συζυγικής σχέσης από την αμαρτία, την ανακαινίζει, την επικυρώνει, αποκαθιστά την πνευματικότητά της και επαναλαμβάνει όσα αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη κατά την πράξη της δημιουργίας

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ανακαινιστής του θεσμού της ανθρώπινης συζυγίας και ιδρυτής του χριστιανικού εκκλησιαστικού μυστηρίου του γάμου. Αυτό φαίνεται από τη συμμετοχή Του στη χαρά του γάμου της Κανά, όπου μεταβάλλει το νερό σε κρασί και γίνεται η αρχή των θαυμάτων Του στον κόσμο. Η μαρτυρία της Αγίας Γραφής για το θεοσύστατο θεσμό του γάμου αμέσως μετά τη δημιουργία του πρώτου ανθρωπίνου ζεύγους, «απήτει οπωσδήποτε την δι’ευλογίας της Εκκλησίας, ως ταμιούχου της θείας χάριτος, ένωσιν των εις γάμον συζευγνυμένων» Ο γάμος έτσι έπρεπε να γίνεται ανάλογα με την τάξη, τη χάρη και το θέλημα του Θεού , όπως «απ’αρχής» ο Θεός ευλόγησε την ένωση των συζύγων Και επειδή «είναι ένα μυστήριο του βασιλείου του Θεού, εισάγει τον άνθρωπο στην αιώνια αγαλλίαση και αιώνια αγάπη».
Όμως κάποια συγκεκριμένη ευχή ή ύπαρξη ιερολογίας για την επίκληση της θείας Χάρης, δεν φαίνεται να υπάρχει στην Καινή Διαθήκη. Αντιθέτως υπάρχουν μαρτυρίες Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων που αναφέρονται στην ευλογία του γάμου από την Εκκλησία και τη σύνδεση του μυστηρίου με τη λειτουργική σύναξη. «Μιλούν γενικά για την ιερολογία του γάμου, και για την μετά γνώμης του επισκόπου ένωση των νυμφευομένων. Για τη σύνδεση του γάμου με τη θεία Ευχαριστία και για τον αγιασμό του άνδρα και της γυναίκας με την ευλογία και τις ευχές της Εκκλησίας»
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (50-113) επισημαίνει πρώτος ότι η ένωση των νυμφευομένων γίνεται « μετά γνώμης του επισκόπου, ίνα ο γάμος η κατά Κύριον και μη κατ’επιθυμίαν. Πάντα εις τιμήν Θεού γινέσθω»

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (150-215) γράφει για την «κατά Λόγον» τελείωση του γάμου και τον αγιασμό των νεονύμφων με την επίθεση των χειρών του ιερέα και τη σχετική ευλογία.

Ο Τερτυλλιανός (155-222) αναφερόμενος στο γάμο της αρχαίας Εκκλησίας, λέγει : « Η Εκκλησία οικονομεί, επιβεβαιώνει η προσφορά (ούΐθίίο) και σφραγίζει η ευλογία (όθηθόαίο)», τονίζοντας το σύνδεσμο του γάμου με τη θεία Ευχαριστία

Από τις παραπάνω μαρτυρίες, επιβεβαιώνεται ότι η γνώμη του Επισκόπου και η συναίνεση του, είναι γνώμη και συναίνεση της Εκκλησίας. Και καθώς τίποτε δε μπορεί να γίνει « άνευ γνώμης του οικείου Επισκόπου» καταδεικνύει πως και ο γάμος δεν έχει νόημα έξω από την Εκκλησία και έξω από την Ευχαριστία, προεστώς και ηγούμενος της οποίας είναι ο Επίσκοπος. Φαίνεται επίσης η ιερότητα του χριστιανικού γάμου με την ευχαριστιακή και εκκλησιαστική του διάσταση, αλλά δεν διακρίνεται πουθενά κάποια ιεροτελεστία, ξέχωρα από την ευχαριστιακή Λειτουργία και τη γνώμη του Επισκόπου. Μάλιστα κείμενα της αρχαίας λειτουργικής πράξης, όπως η Διδαχή των Αποστόλων, η Αποστολική Παράδοση, οι Αποστολικές Διαταγές, η Διαθήκη του Κυρίου και το Ευχολόγιο του Σεραπίωνα, δεν έχουν ευχές του γάμου. Ο καθηγητής Β.Φειδάς, γράφει ότι η ειδική ακολουθία του μυστηρίου του γάμου καλυπτόταν τόσο από τις ειδικές ευχές για τον αγιασμό της εγγάμου σχέσεως, όσο και από την όλη ακολουθία της θείας Λειτουργίας. Και ο π.Α.Σμέμαν τονίζει ότι η πλήρωση του γάμου από τους χριστιανούς ήταν η κοινή συμμετοχή τους στην Ευχαριστία .

Οι Αποστολικές Διαταγές ιδιαίτερα, οι οποίες καταγράφουν την προηγηθείσα αυτών παράδοση, δεν περιέχουν ειδικές ευχές για την ευλογία του γάμου, αλλά τον θεωρούν ως μυστήριο που έχει την αρχή του στη θεία Δημιουργία. Συγκεκριμένα διαβάζουμε : « Ο γαρ Θεός μίαν γυναίκα ενί ανδρί δέδωκεν εν τη δημιουργία. Έσονται γαρ οι δύο εις σάρκα μίαν». «Γάμον νόμιμον και παιδων γένεσιν τίμιον και αμόλυντον είναι πιστεύομεν» , «....και γαμείν νομίμως, άμεμπτος γαρ ο τοιούτος γάμος, ότι και παρά Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί, και ο Κύριος λέγει• ο ποιήσας απ’αρχής, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς και είπεν•....»

Ο γάμος, επαινείται και ευλογείται από το Θεό που τον δημιούργησε, καθώς συνέδεσε τον άνδρα με τη γυναίκα, όπως ο σοφός Σολομώντας λέει : «παρά Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί» και ο Δαβίδ : « η γυνή σου ως άμπελος ευθυνούσα εν τοις κλίτεσι της οικίας σου, οι υιοί σου ως νεόφυτα ελαιών κύκλω της τραπέζης σου• ιδού ούτος ευλογηθήσεται άνθρωπος ο φοβούμενος τον Κύριον». Η εικόνα του γάμου εδώ, δηλώνει πραγματικά και ουσιαστικά την ένωση του άνδρα και της γυναίκας, τη θεσμοθέτηση της μονογαμίας και την καταδίκη της πορνείας και της μοιχείας. Και ο γάμος είναι έντιμος και σεμνός και η γέννηση των παιδιών καθαρή . Αν και η ένωση των δύο, θεωρείται ολοκληρωμένο μυστήριο, ιδιαιτέρως τονίζονται και οι συνέπειές του, που είναι η γέννηση των παιδιών. Και συνεχίζει ο συγγραφέας, προτρεποντας τις γυναίκες να υποτάσσονται στους άνδρες, να τους τιμούν, να τους αγαπούν και να τους σέβονται, όπως η αγία Σάρρα τιμούσε τον Αβραάμ. Αλλά και οι άνδρες να «στέργουν τας εαυτών γυναίκας ως ίδια μέλη», ως κοινωνούς και συντρόφους της ζωής τους, αλλά και συνεργάτιδες στη γέννηση των παιδιών. Ο γάμος επομένως που γίνεται νόμιμα , είναι δεσμός φυσικός και πνευματικός διαμέσου της ευλογίας του Θεού και του εκκλησιαστικού αγιασμού .

5. Η Μετάνοια

α) Γενική Αναφορά

Η αμαρτία-αστοχία του ανθρώπου, τον οδήγησε στην «πτώση» και τον απέκοψε από τη ζωντανή σχέση του και επικοινωνία με τον Κύριο Ιησού Χριστό, «πάλαι τε και νυν». Παρακολουθώντας την ανθρώπινη ιστορία διαπιστώνουμε ότι ο άνθρωπος ανέκαθεν προσπαθούσε δια της μετανοίας να συμφιλιωθεί με το Θεό, έναντι του οποίου ένιωθε ένοχος.

Η μετάνοια ορίζεται με διάφορες έννοιες, όπως μετάθεση του νου «από του κακού προς το αγαθόν», «ανάκλησις βαπτίσματος» «μεταβολή γνώμης, μεταμέλεια», η επανένταξη του ανθρώπου στο σώμα της Εκκλησίας κ.ά. Όμως η μετάνοια παραμένει ως γεγονός θεραπευτικό και το μυστήριο της επιστροφής στο Χριστό, στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.

Η μετάνοια είναι η απαραίτητη προϋπόθεση επανένταξης του ανθρώπου στην Εκκλησία, αλλά και το διαρκές βίωμα συναίσθησης της αμαρτωλότητάς του και πορείας του προς τη σωτηρία. Η δε εξομολόγηση είναι η εξωτερική και έμπρακτη εκδήλωση της μετανοίας. Η λέξη «εξομολόγηση» σημαίνει ομολογία ενοχής που ακολουθείται από άφεση των αμαρτιών. Στην εξομολόγηση κριτής είναι ο ίδιος ο Θεός και όχι ο ιερέας, καθότι ο ιερέας είναι μόνο μάρτυρας και λειτουργός του Θεού. Με το μυστήριο αυτό συγχωρούνται οι αμαρτίες που διαπράχτηκαν μετά το βάπτισμα και ο αμαρτωλός είναι ξανά σε κοινωνία με την Εκκλησία : Γι’ αυτό και συχνά ονομάζεται «Δεύτερο Βάπτισμα».

Μέσα στο πέρασμα των αιώνων η μετάνοια και η εξομολόγηση εμφανίζονται με διάφορες ερμηνείες.Υπάρχουν ποικίλες διδασκαλίες και πρακτικές και ως εκ τούτου έριδες και διαφωνίες για τον καθορισμό του τρόπου εξομολογήσεως και μετανοίας. Επειδή κάθε αμαρτία δεν διαπράττονταν μόνο κατά του Θεού αλλά και κατά του πλησίον και κατά της κοινότητας η εξομολόγηση και η μετάνοια ήταν μία δημόσια υπόθεση.

Στην Παλαιά Διαθήκη η αμαρτία εμφανίζεται ως : ανομία, παρανομία, παράβαση, απείθεια, αθέτηση, αποστασία, ανταρσία, πλάνη κ.ά.. Οι πρωτόπλαστοι παραβαίνουν τη Θεϊκή εντολή και η παρακοή τους αυτή τιμωρείται. Ο Θεός δεν είναι τιμωρός, αλλά « από αγάπη παρεμβαίνει μόνο για να μεταποιήσει την ελεύθερη αυτοτιμωρία του ανθρώπου σε παιδαγωγία σωτηριώδη». Δεν αδιαφορεί για το πλάσμα του αλλά το προσκαλεί σε μετάνοια και μέσα από καταστροφές, πολέμους, λοιμούς, αθώα θύματα και κατατρεγμούς, το χειραγωγεί προς τη θέωση. « Λογίζομαι γαρ ότι ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς....ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού». Η μετάνοια στην Παλαιά Διαθήκη δεν έχει μυστηριακό χαρακτήρα, αλλά προπαρασκευαστικό της μυστηριακής μετανοίας που θα προσφέρει η Εκκλησία αργότερα.

Στην Καινή Διαθήκη τόσο η μετάνοια όσο και η εξομολόγηση αποκτούν καινούριο νόημα και περιεχόμενο, καθώς συνδέονται με τη ζωή και το έργο του Χριστού. Μετάνοια στην Καινή Διαθήκη είναι η μεταβολή και μεταμόρφωση του ανθρώπου, η ριζική αποκοπή από το αμαρτωλό παρελθόν του και η πλήρης εμπιστοσύνη του στον Ιησού Χριστό που συγχωρεί όλες τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ο Κύριος με τη συγχωρητική του στάση έναντι των αμαρτωλών490 τόνισε την ανάγκη της συγχωρητικότητας και συνδιαλλαγής αλλά και την ανάγκη της μετανοίας. Ο ίδιος είχε την εξουσία του «δεσμείν» και «λύειν» και την παρέδωσε στους μαθητές του, ώστε «αφιέναι αμαρτίας» .

Όμως, στην Καινή Διαθήκη δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία για τον τρόπο πραγματοποίησης αυτής της εντολής του Κυρίου• « όσα εάν δήσητε επί της γης έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης έσται λελυμένα εν ουρανώ». Τελετουργικό μεταβαπτισματικής μετανοίας κατά την αποστολική εποχή δεν υπήρχε και πραγματικά αποτελεί για τους ιστορικούς της λατρείας ένα δύσκολο πεδίο έρευνας.

Κάποια στοιχεία μπορούμε να δούμε στις πηγές της αρχαϊκής Εκκλησίας, όπως στην Επιστολή προς Κορινθίους του Κλήμεντα Ρώμης501,στον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας το θεοφόρο 502, στη Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων 503, και περισσότερα στα βιβλία των Αποστολικών Διαταγών : δεύτερο, έκτο και όγδοο.

Πολλά στοιχεία, σχετικά με τα θέματα της μετανοίας και της εξομολόγησης συναντούμε στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών που απετέλεσε αντικείμενο σημαντικών μελετών. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γ.Φίλια, διακρίνουμε τρεις θεματικές ενότητες στο «πηγαίο» υλικό των Αποστολικών Διαταγών :

α) Τα περί των ευχών για τους μετανοούντες κατά τη διάρκεια της Θείας Ευχαριστίας.

β) Περί της ευθύνης του επισκόπου για τη μετάνοια των αμαρτησάντων.

γ) Περί του τελετουργικού της μετανοίας (εξομολόγηση μετανοούντος-άφεση των αμαρτιών-επάνοδος στις τάξεις των πιστών)  .

β) Ευχές υπέρ των μετανοούντων

Σύμφωνα με το κείμενο που εξετάζουμε, υπήρχε μία ιδιαίτερη τάξη των μετανοούντων και ήταν αυτοί που, ενώ αμάρτησαν, αποφάσισαν να μετανοήσουν  Οι « μετανοούντες», παρέμεναν στη θεία Ευχαριστία και αμέσως μετά τα αναγνώσματα ( «του Νόμου, των Προφητών και του Ευαγγελίου»),αποχωρούσαν από τη σύναξη των πιστών . Από την ακρόαση των αναγνωσμάτων έπαιρναν το μήνυμα και τη δύναμη να συνεχίσουν τον αγώνα τους, γιατί όλα δεν χάθηκαν, αλλά έπρεπε να αποχωρήσουν από την Ευχαριστιακή σύναξη πριν τη θεία Μετάληψη. Αυτή η απαγόρευσή τους έδειχνε το δρόμο της μετανοίας και υπενθύμιζε στους παρευρισκόμενους πιστούς την υποχρέωσή τους να αγωνιστούν κατά της αμαρτίας

Με την αποχώρηση των μετανοούντων, διαβάζονται διακονικές αιτήσεις ενώ καλούνται οι υπόλοιποι πιστοί να προσευχηθούν γι’αυτούς και ακολουθεί η ευχή του Επισκόπου.

Στα αιτήματα ο διάκονος παρακαλεί, « εκτενώς», « όπως ο φιλοικτίρμων Θεός υποδείξη αυτοίς οδόν μετανοίας, προσδέξηται αυτών την παλινωδίαν και την εξομολόγησιν, και “ συντρίψη τον σατανάν υπό τους πόδας αυτών εν τάχει”  και λυτρώσηται αυτούς από “παγίδος του διαβόλου" και της επηρείας των δαιμόνων,......» .

Όπως φαίνεται οι χριστιανοί, μετά τη διάπραξη των αμαρτημάτων, είχαν πάρει την απόφαση της «παλινωδίας» και είχαν αρχίσει συνειδητά τον αγώνα της επιστροφής , ως την « αποκατάσταση στην αγία Εκκλησία, εν τη προτέρα αξία και τιμή». Ο δρόμος της μετάνοιας είναι δύσκολος και απαιτητικός, Γι’ αυτό η δέηση είναι επίμονη, (εκτενές Κύριε ελέησον), ώστε ο ελεήμων Θεός να τους υποδείξει το δρόμο και να δεχθεί την εξομολόγηση. Να συντρίψει το ταχύτερο κάτω από τα πόδια τους το σατανά και να τους γλυτώσει από τις παγίδες και τις δαιμονικές επιδράσεις του. Να δεχθεί ακόμη με ευμένεια τις παρακλήσεις τους και να τους αποκαταστήσει στην αρχική τιμή, ώστε « αποδώση αυτοίς την αγαλλίασιν του σωτηρίου και πνεύματι ηγεμονικώ στηριξη αυτούς, ινα μηκέτι σαλευθώσι τα διαβήματα αυτών» .

Στη συνέχεια ο Επίσκοπος, απευθύνεται στο Θεό, ο οποίος «ου βούλει τον θάνατον του αμαρτωλού, αλλά την μετάνοιαν, ώστε αποστρέψαι αυτόν από της οδού αυτού της πονηράς και ζην» . Τον παρακαλεί να δείξει επιείκεια στους μετανοούντες, « τους κεκλικότας σοι αυχένα ψυχής και σώματος». Να δεχθεί « των ικετών την μετάγνωσιν», « ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν,ο τον υιόν προσδεξάμενος τον καταφαγόντα τον βίον αυτού ασώτως». Και να τους αποκαταστήσει στην αγία του Εκκλησία στη θέση και τιμή που είχαν πριν την πτώση τους , καθώς « ουκ εστιν, ος ουχ αμαρτήσεται σοι•» , « εαν γαρ, ανομίας παρατηρήση, Κύριε, τις υποστήσεται ; Ότι παρα σοι ο ιλασμός εστίν».

Όση ώρα ο Επίσκοπος προσευχόταν οι « εν μετανοία», πρέπει να ήταν σε στάση κλίσεως της κεφαλής τους, καθώς στο κείμενο υπάρχει η προτροπή « κλίνατε και ευλογείσθε». Και κατά τη διάρκεια της ευχής του Επισκόπου, υπάρχει αναφορά σ’ αυτούς που κλίνουν τον αυχένα της ψυχής και του σώματος520, ώστε να κερδίσουν τη συμπαράσταση του Θεού στον αγώνα τους κατά της αμαρτίας. Η ευχή αυτή δεν είναι συγχωρητική, αλλά «δηλώνει ότι η στιγμή της αποκαταστασεως των μετανοούντων είναι εγγύς». Προϋποθέσεις για τη συγχώρεση των αμαρτιών δεν αναφέρονται παρά μόνο ζητείται από τον Θεό να δεχθεί τη μετάνοια, χωρίς να προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίον θα ανιχνευθεί η θεϊκή αποδοχή.

γ) Ευθύνη του Επισκόπου για τους μετανοούντες

Ο Επίσκοπος έχει κυρίως την ευθύνη για τη μετάνοια αυτών που αμάρτησαν και αυτό γίνεται φανερό από την προτροπή των Αποστολικών Διαταγών, όπως « τους μετανοούντας προσδεχεσθε, “τούτο γαρ θελημα του Θεού εν Χριστώ”  Οφείλει να « σωφρονίζει εν χρηστότητι», δηλαδή με καλωσύνη εκείνους που αμαρτάνουν και να μην τους αφήνει να παραμένουν μετά τα αναγνώσματα κατά την Ευχαριστιακή σύναξη στην Εκκλησία, για λόγους προσωποληψιας και δωροληψίας. Πρέπει να είναι άμεμπτος και αυτός και το ποίμνιό του έτσι, ώστε αν κάποιος είναι αμαρτωλός, επειδή θα τον τύπτει η συνείδησή του δε θα τολμήσει να μπει στην Εκκλησία. «Περιβλεψαμενος γαρ τους καθένα και εν ουδενί μώμον ευρίσκων γύρω του» τον Επίσκοπο και του άλλους , θα συγκινηθεί, θα κλάψει και θα μετανοήσει για όσα αμαρτήματα έπραξε, ελπίζοντας να συγχωρεθεί .

Ο Θεός ο ίδιος είναι γεμάτος ευσπλαχνία και αγάπη, « Ζω εγώ,ει θελήσω τον θάνατον του αμαρτωλού, αλλ’ή εν τω αποστρέψαι τον ασεβή εκ της οδού αυτού της πονηράς και ζην...». Και όταν χρειάζεται « δικάζει τους αμαρτάνοντας και επιστρέφοντας», όπως τον Δαβίδ, όταν αμάρτησε, τον επιτίμησε με τον Νάθαν και, όταν μετανόησε, τον γλύτωσε αμέσως από το θάνατο λέγοντάς του « θάρσει, ου μη αποθάνης». Τον Ιωνά που, επειδή δε θέλησε να κηρύξει στους Νινευίτες, τον έκανε να ριχθεί στη θάλασσα και «κήτους καταποθήναι», όταν προευχήθηκε, ο Θεός του έσωσε τη ζωή 523 Αυτά όλα τα παραδείγματα υποχρεώνουν τον Επίσκοπο να δέχεται με χαρά, αυτούς που μετανοούν, κρίνοντας τους , ως Κύριος ο Θεός , με ευσπλαχνία και καλωσύνη Και με προϋπόθεση τη μετάνοιά τους, αφού «προσκλαύσουν και μετανοήσουν περί των αμαρτιών αυτών, εκ καρδίας», «λήψονται παρ’αυτού την αμνησίαν» . Καθώς « τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν, ή τις παρρησιάσεται καθαρός είναι από αμαρτίας»,.

Στο δεύτερο βιβλίο, οι παραινέσεις προς τον Επίσκοπο, συνεχίζονται : « Και συ ως φιλόστοργος ποιμήν και ως σπουδαίος νομεύς, αναζήτει το απολωλός, "κατευθύνων το πεπλανημένον, επιστρέφων το αφεστός ", και νουθετών επίστρεφε και νήφειν παρακάλει και ελπίδα υπόσπειρε....». Και δείξε επιείκεια και φροντίδα και πολλή προσοχή σ’ αυτούς που αμαρτάνουν, για να μη χαθεί κανείς. « Ο μη προσδεχόμενος τους μετανοούντας σκορπίζει τα του Χριστού, κατ’ αυτού γινόμενος ». Γιατί δεν έχεις μόνο ευθύνη, αλλά και εξουσία έχεις να επαναφέρεις και “αποστέλλειν τεθραυσμένους εν αφέσεί’.
Για σας τους Επισκόπους έχει λεχθεί ότι έχετε θεόσδοτη εξουσία « κρίνειν τους ημαρτηκότας» , γιατί « ο εάν δήσητε επί της γης έσται δεδεμένον εν τω ουρανώ και ο εάν λύσητε επί της γης έσται λελυμένον εν τω ουρανώ».

Ακόμη τονίζεται ότι η κρίση των αμαρτησάντων δεν ανήκει στον Επίσκοπο « του γαρ Κυρίου η κρίσις» αλλά στο Θεό. Έτσι ο Επίσκοπος καλείται , αφού « καταδικάσει τον ένοχο», στη συνέχεια να τον δεχθεί με « έλεος και οικτιρμούς, υποσχόμενος σ’ αυτόν τη σωτηρία, εάν μετανοήσει» και ενθυμούμενος τον Κύριο που είπε ότι « χαρά γίνεται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».

Παράλληλα με την ευθύνη της εξουσίας ο Επίσκοπος έχει και υποχρεώσεις. Αυτό διακρίνεται στο : « Γνώριζε ουν, ω Επίσκοπε, το αξίωμά σου, ότι ως του δεσμειν εκπληρώσω την εξουσίαν, ούτω και του λύειν» .

δ) Τελετουργικό της Μετανοίας

Στις Αποστολικές Διαταγές, διαβάζουμε για την « άφεση» των αμαρτιών και συμπεραίνουμε ότι κάποια στιγμή θα πραγματοποιείτο η «λύση» και η διαδικασία αυτή θα περιελάμβανε κάποιες τελετουργικές λεπτομέρειες543. Διαβάζοντας το κείμενο, παρατηρούμε ότι ο αμαρτωλός παρουσιάζεται ενώπιον του Επισκόπου, ο οποίος διατάζει να τον βγάλουν έξω από το ναό. Οι διάκονοι τον εξετάζουν και προσπαθούν να καταλάβουν αν προτίθεται να μετανοήσει. Αν βεβαιωθούν γι’ αυτό, οι διάκονοι παρακαλούν τον επίσκοπο να δεχθεί τον μετανοούντα, όπως ο Κύριος παρεκάλεσε τον Πατέρα να συγχωρήσει τους σταυρωτές του « Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασιν, ο ποιούσι».Τότε ο επίσκοπος επιτρέπει να προσέλθει ο μετανοών και να τον ανακρίνει, για να διαπιστώσει την απόφασή του και μετά ανάλογα με το αμάρτημα επιβάλλει νηστεία και τον συμβουλεύει να εμμείνει στην απόφαση της ματανοίας και να προσεύχεται στο Θεό. Αφού περάσει ο χρόνος της νηστείας, γίνεται δεκτός και πάλι στο σώμα των πιστών, όπως ο υιός γίνεται δεκτός από τον πατέρα του.

Μετά την επιβληθείσα νηστεία, λοιπόν, ο επίσκοπος δέχεται το μετανοούντα στο ναό και επιθέτει τα χέρια πάνω του, για να του παράσχει την άφεση. Με τη χειροθεσία ο Επίσκοπος « ελάφρυνε το μετανοούντα εν τη αφέσει» και τον « αποκαθιστούσε» εις την αρχαίαν αυτού νομήν. Παράλληλα ο παρευρισκόμενος πιστός λαός προσευχόταν πιθανότατα « κατά δύναμιν» και « κατ’ έμπνευσιν» υπέρ αφέσεως των αμαρτιών των μετανοούντων. Η άφεση όμως των αμαρτιών ήταν αποκλειστικό έργο του Επισκόπου, δια της χειροθεσίας που γινόταν αντί του βαπτίσματος και έδιδε το Άγιο Πνεύμα « τοις πιστεύουσιν». Γι’ αυτό η διαδικασία της μετανοίας, ήταν εφάμιλλη του βαπτίσματος και είχε ιδιαίτερη σημασία.

Όλες οι ενέργειες που μαρτυρούνται γίνονται μέσα στο ναό, είτε εντός της θείας Ευχαριστίας, είτε εκτός αυτής, με κυρίαρχα πρόσωπα τον

Επίσκοπο, τους διακόνους και το μετανοούντα. Σύμφωνα με το δεύτερο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, υπήρχε απεριόριστη δυνατότητα αφέσεως των αμαρτιών, κάτι που φαίνεται πως υιοθέτησε από τότε η επίσημη Εκκλησία. Όσον αφορά τον τρόπο της εξομολόγησης, ενώ αυτή αρχικά αποτελούσε δημόσια υπόθεση, με την πάροδο του χρόνου (από τον 3ο αι.) και την αλλαγή των συνθηκών ( αύξηση του αριθμού των πιστών και μείωση του ζήλου τους, εμφάνιση του προβλήματος της αντιμετώπισης των βαρέων αμαρτημάτων), εμφανίστηκε ο μυστικός τρόπος εξομολογήσεως. Η δημόσια εξομολόγηση παρέμεινε μόνο για τα φανερά αμαρτήματα, μέχρις ότου, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς το πότε , ατόνησε και κυριάρχησε μέχρι σήμερα η μυστική εξομολόγηση.

Μελετώντας λοιπόν τα κείμενα των Αποστολικών Διαταγών, με τις σχετικές διατάξεις για τη ζωή, την τάξη και τη λατρεία της Εκκλησίας, έχουμε μία πλήρη εικόνα της τάξεως του μυστηρίου της μετανοίας. Μετά την πτώση του ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη φιλευσπλαχνία του Θεού. Η συγχωρητική στάση του Κυρίου έναντι των αμαρτωλών καθόρισε την οδό της μετανοίας, θεραπεύοντας τα αμαρτήματα των ανθρώπων και επαναφέροντας την κοινωνία με το Θεό. Πρωτεύοντα ρόλο στη διαδικασία της μετανοίας είχε ο Επίσκοπος, που μετά την εξομολόγηση και την αντίστοιχη νηστεία του μετανοούντος, έδιδε την άφεση και ο πιστός επανερχόταν στις τάξεις των πιστών.

6. ΙΕΡΩΣΥΝΗ

α) Γενική Αναφορά

Στο μυστήριο της ιερωσύνης που συστήθηκε από τον Ιησού Χριστό, ο υποψήφιος με την ευχή του Επισκόπου και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος καθίσταται ιερουργός σε έναν από τους τρεις ιερατικούς βαθμούς. Οι χειροτονηθέντες ιερουργοί, οικειοποιούμενοι τη χάρη και την ενέργεια του Θεού, επιτελούν μέσα στην Εκκλησία που είναι «κοινωνία πιστών», λειτουργίες που αποσκοπούν στη σωτηρία του ανθρώπου.

Η ιερωσύνη, τους παρέχεται από τον ίδιο το Θεό και υπηρετεί τον σκοπό και την ουσία της Εκκλησίας που είναι η αναγέννηση, η σωτηρία , ο φωτισμός, ο αγιασμός του ανθρώπου και η μετοχή του στη ζωή του Θεού. Είναι όργανα της χάρης του Θεού και αντιπρόσωποι του Χριστού που τάχθηκαν να υπηρετούν το πνευματικό συμφέρον των ανθρώπων. Είναι μεσίτες και ικέτες στο Θεό για την προκοπή όλων, ζώντων και τεθνεώντων. Επιτελούν την «αναίμακτη θυσία» στο άγιο θυσιαστήριο, με την βοήθεια της χάριτος του Θεού και την υπηρεσία των Αγγέλων για τον αγιασμό του κόσμου.

Η ποιμαντική και εκκλησιαστική διακονία των ιερέων της Εκκλησίας , επιτελείται στη γη, αλλά ανήκει στα έργα του ουρανού . Ως « διακονία καταλλαγής» Θεού και ανθρώπων μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, η ιερωσύνη πηγάζει από το Θεό και μεταδίδεται διά μυστηρίου, σε εκείνους που ο ίδιος ο Θεός καλεί. Ο Θεός δεν θέλησε να εγκαταλείψει το πλάσμα του, Γι’ αυτό και το προετοιμάζει στην Παλαιά Διαθήκη με τους προφήτες και τους πατριάρχες, δίνοντάς τους το νόμο και τους ιερείς. Και όταν ήλθε το «πλήρωμα του χρόνου», σαρκώθηκε ο Υιός του Θεού για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Ο Χριστός είναι ο μέγας Αρχιερεύς που «ιερούργησε τον ίδιο τον εαυτό του και κατέστη ο μοναδικός, τέλειος και αιώνιος ιερεύς» για χάρη των ανθρώπων. Ο απόστολος Παύλος αναφέρει στην προς Εβραίους επιστολή του : « ουχ εαυτώ τις λαμβάνει την τιμήν, αλλ’ ο καλούμενος υπό του Θεού καθάπερ ο Ααρών ».

Ο Κύριος « έδωκε τους μεν Αποστόλους, τους δε Προφήτας, τους δε Ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» . Ο Χριστός είναι αυτός που αγιάζει, καθώς είπε : « υπέρ αυτών γαρ, φησίν, εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία» .

Ο Χριστός « δια το μένειν αυτόν εις τον αιώνα, απαράβατον έχει την ιερωσύνην» . Η προς Εβραίους επιστολή, χρησιμοποιεί τις λέξεις αυτές για να προσδιορίσει τη μεσιτεία του Χριστού ως « διαθήκης καινής μεσίτου» και τη συσχετίζει με το λειτούργημα των ιερέων της Παλαιάς Διαθήκης.Η κληρονομική ιερωσύνη της Π. Διαθήκης, αφού προετοίμασε και προεικόνισε την ιερωσύνη του Χριστού, φθάνει στο τέλος της και μία νέα κάνει την εμφάνισή της. Όλες οι αιματηρές θυσίες της Π.Διαθήκης κατά τη βιβλική διδασκαλία καταργούνται και αντικαθίστανται από μία καινούρια «αναίμακτη, λογική» λατρεία, όπως ομολογούμε στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας : «προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν...» (Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου).

Στη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης ο Ιησούς είναι ο μοναδικός ιερέας. « Πρώτος τοίνυν τη φύσει αρχιερεύς ο μονογενής Χριστός, ουχ εαυτώ την τιμήν αρπάσας, αλλά παρά του Πατρός κατασταθείς».Αυτό αναπτύσσεται θεολογικά στην προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Εκεί διαβεβαιώνεται με έμφαση : «....Έχοντες ουν αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού».Ο Ιησούς επεμβαίνει στη ζωή του λαού για την αιώνια σωτηρία του και προσφέρει τον εαυτό του « άπαξ διά παντός, διά του αίματός του», θυσία για τις αμαρτίες του. Αυτός έχοντας το Πνεύμα του Θεού « εαυτόν προσήνεγκεν άμωμον τω Θεώ, καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι». Είναι ο τέλειος και ο μοναδικός ιερέας και είναι « όσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος από των αμαρτωλών, και υψηλότερος των ουρανών γενόμενος» .

Την ιερωσύνη του ο Κύριος τη μεταβιβάζει στους μαθητές και Αποστόλους του και στα μέλη της Εκκλησίας, εφ’ όσον είναι «καθαρά» και «ενωμένα» μαζί του και σε όσους έχουν γίνει «σύμμορφοί» του . Η ιερατική εξουσία δόθηκε κατά την ημέρα της Πεντηκοστής όχι μόνο στους Αποστόλους καθώς « ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό....και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου και ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις, καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι». Σύμφωνα με τον π.Γ Φλωρόφσκυ όλα τα μέλη της Εκκλησίας μετείχαν στις δωρεές του αγίου Πνεύματος, γιατί « η ιερωσύνη, ή το υπούργημα του μυστηρίου, εδόθη και ερριζωσεν εις την ολότηττα του σώματος» της Εκκλησίας.

Από τότε η χάρη, η ενέργεια και η εξουσία του Μεγάλου Αρχιερέα Χριστού, πραγματοποιείται στην Εκκλησία διά των Αποστόλων (αποστολική διαδοχή), οι οποίοι « διά προσευχής και επιθέσεως των χειρών» χειροτονούσαν τους διαδόχους τους. Φρόντιζαν έτσι να χειραγωγούν τους πιστούς προς τον Θεό και συνέχιζαν να κηρύττουν το Ευαγγέλιο, να ποιμαίνουν και να διδάσκουν την Εκκλησία.

Η Εκκλησία με τους Επισκόπους της, που είναι οι διάδοχοι των Αποστόλων, όσα από αυτούς έμαθε, αυτά και παραδίδει καθώς είναι τα μόνα αληθινά. Οι Επίσκοποι κατείχαν την ευαγγελική αλήθεια, την οποία έλαβαν από την εκκλησία ως χάρισμα με την αποστολική διαδοχή και γι’ αυτό θεωρούνταν αυτόπτες μάρτυρες των Αποστόλων και οι πλέον κατάλληλοι να εκφράσουν την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας. Ο καθηγητής Ι.Ζηζιούλας γράφει ότι ο Επίσκοπος θεωρείται « διάδοχος των Αποστόλων ουχί τόσον εν τη ηγεσία της Ευχαριστίας, όσον εν τη αποστολική διδασκαλία». Η έμφαση δόθηκε στο διδακτικό έργο του Επισκόπου, και στη διδακτική του αυθεντία, από ανάγκη, καθώς στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, κυριαρχούσε η απειλή των αιρέσεων και ιδιαίτερα του γνωστικισμού.

β) Η τάξη της χειροτονίας

Η εκλογή του Επισκόπου πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τον 4ο κανόνα της ΑΌικουμενικής Συνόδου « υπό πάντων των εν τη επαρχία» Επισκόπων. Εάν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν όλοι οι Επίσκοποι πρέπει να συναχθούν τρεις Επίσκοποι. Οι Αποστολικές Διαταγές αναφέρουν ότι εκείνος που θα χειροτονηθεί από έναν Επίσκοπο να καθαιρείται « και αυτός και ο χειροτονήσας αυτόν». Μόνο αν είναι ανάγκη, εξ αιτίας διωγμού ή άλλης τοιαύτης αιτίας και εφόσον προσκομίσει ψήφισμα « της επιτροπής πλειόνων Επισκόπων» να χειροτονείται από έναν Επίσκοπο. Πρώτος Επίσκοπος της χριστιανικής Εκκλησίας με την έννοια του προεστώτος της τοπικής Εκκλησίας, χειροτονήθηκε από τους Αποστόλους ο αδελφόθεος Ιάκωβος για να ποιμάνει την Εκκλησία των Ιεροσολύμων.

Η ευχή χειροτονίας του Επισκόπου βρίσκεται στο 8ο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών και γίνεται διά επιθέσεως των χειρών όπως μαρτυρείται στο κείμενο  μεταδίδοντας στο χειροτονούμενο το Άγιο Πνεύμα. Στην ευχή διακρίνουμε :α) τον πρόλογο, β)τα αιτήματα και γ)τη δοξολογία του Θεού :

Πρόλογος

«Ο ων, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ο παντοκράτωρ,....ο αεί ων και προ των αιώνων υπάρχων,.... “ο τα πάντα ειδώς πριν γενέσεως αυτών, ο των κρυπτών γνώστης”586,ο απρόσιτος,.... “ο Πατήρ των οικτιρμών και Θεός πάσης παρακλήσεως, ο εν υψηλοίς κατοικών και τα ταπεινά εφορών”587».588 Ο πρόλογος είναι προσφώνηση του Θεού και υπογραμμίζει την έννοια του περιεχομένου της ευχής χειροτονίας επισκόπου και των άλλων βαθμών της ιερωσύνης589 590. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην εκκλησιαστική τάξη που είναι θεϊκά καθορισμένη «από καταβολής κόσμου». Ο Θεός έθεσε νόμους με την ένσαρκη παρουσία του Χριστού και όρισε ιερείς, για να επιστατούν το λαό του και ανέδειξε πατριάρχες και προφήτες. Και φαίνεται ότι συνεχίζεται η Παλαιά από την Καινή Διαθήκη με το σχέδιο του Θεού για το λαό του και τις δοσμένες εντολές του.

Τα αιτήματα

Τα αιτήματα είναι η ικεσία και η προσευχή των Επισκόπων, ώστε με τη μεσολάβηση του Χριστού, ο Θεός να σκορπίσει τη δύναμη «του ηγεμονικού του πνεύματος» : «αυτός και νυν μεσιτεία του Χριστού σου δί ημών επιχεε την δύναμιν του ηγεμονικού σου πνεύματος όπερ διακονείται τω ηγαπημένω σου παιδί Ιησού Χριστού, όπερ εδωρήσατο γνώμη σου τοις αγίοις Αποστόλοις σου του αιωνίου Θεού, δος εν τω ονόματί σου....επί τον δούλον σου τόνδε, ον εξελέξω εις Επίσκοπον, ποιμαίνειν την αγίαν σου ποίμνην και αρχιερατεύειν σοι αμέμπτωςλειτουργούντα νυκτός και ημέρας....και προσφέρειν σοι τα δώρα της αγίας σου Εκκλησίας. Δος αυτώ....την μετουσίαν του Αγίου Πνεύματος, ώστε έχειν εξουσίαν “αφιέναι αμαρτίας” ,διδόναι κλήρους κατά το πρόσταγμά σου, λύειν δε πάντα σύνδεσμον κατά την εξουσίαν, ην έδωκας τοις αποστόλοις, ευαρεστείν δε σοι εν πραότητι και καθαρά καρδία....προσφέροντά σοι...." εις οσμήν ευωδίας ».
Όλα τα παραπάνω αιτήματα δείχνουν την υπευθυνότητα της ποιμαντικής διακονίας, καθορίζουν την επισκοπική εξουσία, εκφράζουν τις λειτουργίες της επισκοπής και καταλήγουν στη δύναμη που απαιτείται, για να φέρουν σε πέρας το βαρύ έργο . Η εκλογή τους είναι από το Θεό και καλούνται να ποιμάνουν την επισκοπή τους,(εδώ φανερώνεται η ιδιαίτερη έμφαση που δίδεται στην ποιμαντική φροντίδα) να αρχιερατεύουν αμέμπτως, λειτουργώντας νύκτα και ημέρα. Όπως οι Απόστολοι να συγχωρούν αμαρτίες, να χειροτονούν τον κλήρο, «λύειν πάντα σύνδεσμον», να κάνουν εξορκισμούς και με το έργο τους να ευαρεστούν τη θεία Χάρη.

Δοξολογία

« διά του αγίου παιδός σου Ιησού Χριστού” του Θεού και Σωτήρος ημών, δι’ ου σοι δόξα, τιμή και σέβας εν Αγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».

Η χειροτονία του Επισκόπου λοιπόν, σύμφωνα με το κείμενο των Αποστολικών Διαταγών, περιελάμβανε επίθεση χειρών και ευχή. Την δωρεά του Αγίου Πνεύματος κατά την χειροτονία. Ακολουθούσε η Αρχιερωσύνη του Επισκόπου και η εξουσία της διακονίας που ήταν παράλληλη με αυτή των Αποστόλων.

Η τάξη της χειροτονίας στο βαθμό του πρεσβυτέρου σώζεται στο 8ο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών. Γινόταν από τον Επίσκοπο, ενώ ήταν παρόντες οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι , με επίθεση χειρών και την ανάλογη ευχή597. Η προσευχή που αναφέρεται στο Θεό είναι δοξολογική για όλα τα ευεργετήματά του και συγχρόνως ικετευτική για την Εκκλησία αλλά και για τον νέο χειροτονούμενο πρεσβύτερο. «Αυτός και νυν έπιδε επί τον δούλον σου τούτον.... και έμπλησον αυτόν Πνεύμα χάριτος και συμβουλίας του αντιλαμβάνεσθαι και κυβερνάν τον λαόν σου...... Οι πρεσβύτεροι χρειάζονται το πνεύμα της χάρης του Θεού, καθώς καλούνται να διαποιμάνουν ,να κηρύξουν και να αγιάσουν το λαό. Κατά τον Απόστολο Παύλο, θεωρούνται τελετουργοί και οικονόμοι των θείων μυστηρίων. Και η προσευχή κλείνει : «και τας υπέρ του λαού σου ιερουργίας αμώμους εκτελή (όπου μάλλον υπονοεί την προσφορά της ευχαριστίας) διά του Χριστού σου, μεθ’ ου σοι δόξα, τιμή και σέβας και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας• αμήν».

Τον 4ο αι.οι Αποστολικές Διαταγές μαρτυρούν ότι η διακονία της διδασκαλίας του Ευαγγελίου είχε παραχωρηθεί από τον Επίσκοπο και στους πρεσβυτέρους.

Στο 8ο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών και στο 17ο κεφάλαιο βρίσκουμε τη χειροτονια του διακόνου, που γίνεται πάλι από τον Επίσκοπο με επίθεση χειρών και ευχή. Η προσευχή ζητά το έλεος του Θεού γι’ αυτόν που χειροτονείται διάκονος, ώστε να γεμίσει με πνεύμα δυνάμεως, όπως συνέβη και με τον διάκονο Στέφανο, που υπήρξε μάρτυρας και μιμητής των παθημάτων του Χριστού. Και συνεχίζει ζητώντας να τον καταξιώσει «ευαρέστως λειτουργήσαντα την εγχειρισθείσαν αυτώ διακονίαν ατρέπτως, αμέμπτως, ανεγκλήτως». Να γίνει ικανός να διακονήσει την εκκλησία και τον Αρχιερέα κατά τη λειτουργική προσφορά• « μείζονος αξιωθήναι βαθμού δια της μεσιτείας του μονογενούς σου Υιού,μεθ’ου σοι δόξα, τιμή και σέβας και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας• αμήν».

Στο ίδιο βιβλίο, πληροφορούμαστε για τη χειροτονία του Στέφανου στο βαθμό του διακόνου, μετά την Ανάληψη του Κυρίου από τον Ιάκωβο: « Ο Θεός ο Σωτήρ ημών, ο τη αφθάρτω σου φωνή τοις Αποστόλοις σου θεσπίσας τον της διακονίας νόμον, και τον πρωτομάρτυρα Στέφανον τοιούτον αναδείξας, και πρώτον αυτόν κηρύξας το του διακόνου πληρούντα έργον...» . Και επειδή υπό του Κυρίου « διδαχθέντες ακολουθίαν πραγμάτων.....τοις διακόνοις τα της αμφοτέρους διακονίας, ίν’ η καθαρώς τα της θρησκείας επιτελούμενα». Έτσι είναι ξεκάθαρα όσα τελούνται στη θρησκεία και κατά τις Αποστολικές Διαταγές, « ως ο Χριστός άνευ του Πατρός ουδέν ποιεί, ούτως ουδέ ο διάκονος άνευ του Επισκόπουκαι ώσπερ Υιός άνευ του Πατρός ουκ έστιν, ούτως ουδέ διάκονος άνευ του Επισκόπου• και ώσπερ υπόχρεως Υιός Πατρί, ούτω και πας διάκονος Επισκόπω».

Συμπεραίνουμε έτσι ότι ο καθένας μέσα στην Εκκλησία έχει τη θέση του και την ιδιαίτερη λειτουργία του. Η διάκριση των ρόλων και των καθηκόντων καθενός, δεν αναιρεί το χάρισμα της ιερωσύνης, αντίθετα προσδίδει ενότητα «που τελικά αγκαλιάζει και συνέχει ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα, καθώς δοξάζεται ο Τριαδικός Θεός και οικοδομείται η Εκκλησία»

7) Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΓΩΝ

α) Γενική Αναφορά

Κέντρο όλων των ιερών ακολουθιών είναι η «θεία Λειτουργία», με αποκορύφωσή της το μυστήριο της « θείας Ευχαριστίας». Στην θεία Λειτουργία, που τελείται μέσα στην Εκκλησία κατεβαίνει ο ίδιος ο Χριστός και εμείς οι άνθρωποι μπορούμε όχι μόνο να τον ψηλαφήσουμε αλλά και να τον γευθούμε, όπως διαβάζουμε στο « Ευαγγέλιο»: «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος».

Ο Χριστός όχι μόνο μας στήριξε, όχι μόνο μας χάρισε τη μελλοντική Βασιλεία, εδώ στη γη ,αλλά μας έδωσε τη δυνατότητα να βαδίσουμε στον ουρανό και ακόμη περισσότερο, να δεχθούμε μέσα μας τον Δεσπότη των όλων : « Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες,και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν, και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγας και την βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν»(Ευχή αγίας Αναφοράς).

Οι πρώτες Λειτουργίες, γράφτηκαν τον τέταρτο αιώνα και οι σπουδαιότερες είναι:

α) η Λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου β) η Λειτουργία του αποστόλου Μάρκου γ) η Λειτουργία του μεγάλου Βασιλείου δ) η Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου ε) η Λειτουργία που αποδίδεται στον Άγιο Κλήμεντα.  Σήμερα η Εκκλησία μας χρησιμοποιεί, τις τρείς από τις πέντε Λειτουργίες. Η Λειτουργία του αγίου Κλήμεντος, βρίσκεται μέσα στο έργο «Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων δια Κλήμεντος του Ρωμαίου επισκόπου τε και πολίτου» ή « Καθολική διδασκαλία» ή απλά «Αποστολικαί Διαταγαί». Η Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών ονομάζεται «Κλημέντιος Λειτουργία», είναι η αρχαιότερη λειτουργική αναφορά και καταγράφει τη λειτουργική πράξη της περιοχής της Αντιόχειας. Η Λειτουργία του αγίου Κλήμεντος δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην Εκκλησία , αν και παρουσιάζει ενδιαφέροντα στοιχεία για την τάξη της θείας λατρείας της εποχής εκείνης.

Ο καθηγητής Δ. Πάλλας, στηριζόμενος στα ανασκαφικά -αρχαιολογικά δεδομένα και συγκρίνοντάς τα με το κείμενο της λειτουργίας που τελείται, υποστηρίζει πως η Εκκλησία του Ιλλυρικού με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη πριν από την εικονομαχία είχε ως Λειτουργία της, τη Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών  .

Ο μακαριστός καθηγητής της Λειτουργικής Ιωάννης Φουντούλης δέχεται ότι στο Ιλλυρικό και στη Θεσσαλονίκη πριν από το 732/733 κατά πάσαν πιθανότητα ίσχυε η λειτουργική παράδοση των Εκκλησιών της Ανατολής, αλλά εκφράζει τις αντιρρήσεις του κατά πόσον ετελείτο ειδικά η θεία Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών. « Κατ’ αρχήν -γράφει- τα θεωρούμενα ως ιδιάζοντα στη Λειτουργία αυτήν ήταν κοινά στην παλαιά αυτήν εποχή σ’ όλες τις Λειτουργίες της Ανατολής, ακόμη και σε αυτόν τον τύπο της Κωνσταντινουπόλεως. Τα αντίφωνα, η είσοδος των Τιμίων Δώρων, το Σύμβολο της πίστεως, η Κυριακή προσευχή και η εξελιγμένη απόλυση δεν υπήρχαν αρχικώς ούτε στο βυζαντινό λειτουργικό τύπο. Αντίθετα υπήρχαν σε όλους τους τύπους, και στο βυζαντινό, και απαλείφθηκαν αργότερα η χρήση των παστοφορίων και οι σ’ αυτά προσφορές και οι τάξεις των ακροωμένων, προσηλαιόντων, ενεργουμένων κ.λ.π. Όλα αυτά αρχικώς δεν ήταν ιδιάζοντα στοιχεία μόνο των « Αποστολικών Διαταγών», αλλά της κοινής λατρευτικής πρακτικής της Εκκλησίας».

Όμως στο πανάρχαιο αυτό κείμενο της Λειτουργίας μπορεί κανείς να βρει τα σπέρματα και τον πυρήνα της Ορθόδοξης Δογματικής Διδασκαλίας. Μάλιστα, κάποιοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και Πατέρες, ευαίσθητοι στα δογματικά θέματα, εκφράζονται με ιδιαίτερη ευλάβεια για τη Λειτουργία των «Αποστολικών Διαταγών». Ανάμεσα σ’ αυτούς τους Πατέρες, είναι ο άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός610, ο Ψ.Πρόκλος, ο Νικόλαος Μεθώνης, κ.ά. που τη χρησιμοποιούν σαν αλάνθαστη αποστολική πηγή για να υποστηρίξουν δογματικές τους θέσεις και για να κατοχυρώσουν θεολογικές ή λειτουργικές τους απόψεις  . Συγκεκριμένα ο άγιος Μάρκος, επικαλείται τη Λειτουργία των Α.Δ. για να κατοχυρώσει τη δογματική του θέση «περί του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων διά της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος» και παραθέτει ολόκληρο το απόσπασμα της ευχής της αναφοράς. Ο Ψ.Πρόκλος θεωρεί τον Κλήμεντα πρώτο συγγραφέα της θείας Λειτουργίας, την οποία έγραψε καθ’ υπαγόρευση των Αποστόλων. Και ο Ν.Μεθώνης αναφέρεται σ’ αυτή σαν ένα γνήσιο αποστολικό κείμενο  .

Όσον αφορά την ημέρα τέλεσης της θείας Λειτουργίας, στις Αποστολικές Διαταγές διαβάζουμε: «.....εν τη ημέρα του Σαββάτου και εν τη του Κυρίου αναστασίμω τη Κυριακή σπουδαιοτέρως απαντάτε, αίνον αναπέμποντες τω Θεώ τω ποιήσαντι τα όλα, δια Ιησού.....». Και στο 7ο βιβλίο μας λένε: «Την αναστάσιμον του Κυρίου ημέραν, την Κυριακήν φαμέν,συνέρχεσθε αδιαλείπτως, ευχαριστούντες τω Θεώ........όπως άμεμπτος η ,η θυσία υμών και ευανάφορος Θεώ....».

Στο έργο « Διδαχή του Κυρίου», κείμενο του α’ αιώνα, διαβάζουμε: «Κατά Κυριακήν δε Κυρίου συναχθέντες κλάσατε άρτον και ευχαριστήσατε προεξομολογησάμενοι τα παραπτώματα υμών, όπως καθαρά η θυσία ημών η-πας δε έχων την αμφιβολίαν, μετά του ετέρου αυτού μη συνελθέτω υμίν, έως ου διαλλαγώσιν, ινα μη κοινωθή η θυσία υμών».
Και στην απολογία του αγίου Ιουστίνου του φιλοσόφου, διαβάζουμε : «τη του ηλίου λεγομένη ημέρα πάντων κατά πόλεις και αγρούς μενόντων επί το αυτό συνέλευσις γίνεται.....έπειτα.....παυσαμένων ημών της ευχής, άρτος προσφέρεται και οίνος και ύδωρ και η διάδοσις και η μετάληψις των ευχαριστηθέντων εκάστω γίνεται». Σύμφωνα, λοιπόν με τις μαρτυρίες των πρώτων χριστιανικών αιώνων, η θεία Λειτουργία τελούνταν την Κυριακή, ως ημέρα ανάστασης και παρουσίας του Κυρίου στο μέσον του λαού Του. Αργότερα, με την αύξηση των μελών, τελούνταν καθημερινά, ώστε οι πιστοί να παίρνουν δύναμη και να προκόβουν πνευματικά.

Ο άγνωστος συγγραφέας, προσπαθώντας να αποτυπώσει τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας της εποχής του, μας δίνει μια πλήρη εικόνα της επικρατούσας εκκλησιαστικής τάξης. Κείμενα σχετικά με τη θεία Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών, βρίσκουμε στο 2ο βιβλίο, όπου δίνεται σύντομο διάγραμμα της θείας Λειτουργίας, και στο 8ο βιβλίο, όπου εκτίθεται αυτή αναλυτικά με τις τυπικές διατάξεις των διακονικών, των ιερατικών ευχών και των αντιφωνήσεων του λαού.

Η Λειτουργία αυτή αποτελεί ένα σπουδαίο και παλαιότατο λειτουργικό τύπο που οδηγεί περίπου 1600 χρόνια μετά τους πιστούς, στις ρίζες της λειτουργικής τους παράδοσης . Και τους δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη λειτουργία με την οποία ιερούργησαν και αγιάσθηκαν τα πρώιμα χρόνια του Χριστιανισμού οι Πατέρες και Προπάτορές τους, ανοίγοντάς τους διαχρονικά τους πνευματικούς τους ορίζοντες. Η Λειτουργία των Α.Δ. αποτελώντας μέρος του όγδοου βιβλίου, υπερέχει των άλλων αρχαίων Λειτουργιών, γιατί διασώθηκε χωρίς προσθήκες, αφαιρέσεις ή διασκευές. Αυτό θα συνέβαινε αν το αρχικό αυτό κείμενο, χρησιμοποιούμενο στη θεία λατρεία δεχόταν τις αλλαγές, διαφοροποιήσεις και αλληλεπιδράσεις, που συνιστούν τη λειτουργική εξέλιξη. Έχουμε έτσι ένα φιλολογικό και όχι λειτουργικό στην κυριολεξία του κείμενο που έμεινε στο πέρασμα του χρόνου αναλλοίωτο  .

β) Δομή και τάξη

Κατά το 2ο και το 8ο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, η έναρξη της Λειτουργίας γινόταν με την είσοδο κλήρου και λαού στο ναό και ο μεν λαός καταλάμβανε τις προορισμένες θέσεις, ο δε κλήρος με τάξη κατελάμβανε το βήμα και τις καθέδρες  Μετά την είσοδο κλήρου και λαού, ακολουθεί ο χαιρετισμός του προεστώτος με την ευλογία «ειρήνη πασι» και η απάντηση του λαού «Και τω πνεύματί σου». Η ειρήνη είναι το πολυτιμώτατο αγαθό που χρειάζονται οι πιστοί προκειμένου να λατρέψουν το Θεό και να βιώσουν τη βασιλεία του μέσα στην οποία θα εκτυλιχθεί η θεία Λειτουργία. Η «ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα παντα νουν»  είναι αυτή που ο πιστός βρίσκει μέσα στη θεία Λειτουργία και το δώρο του καθώς φεύγει από αυτήν. Είναι το σπέρμα από το οποίο βλάστησαν τα «Ειρηνικά» (Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν) και η δοξολογική αναφώνηση «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρος....» στη βυζαντινή Λειτουργία.

Ακολουθούν τα αναγνώσματα: «......Προφητών ανάγνωσις και Ευαγγελίου κηρυκία ». Τα αναγνώσματα στο 8ο βιβλίο ήταν πέντε: δύο από την Παλαιά Διαθήκη (Νόμος, Προφήτες) και τρία από την Καινή (Πράξεις των Αποστόλων, Επιστολή, Ευαγγέλιο) Στο 2ο βιβλίο αναφέρονται περισσότερα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης «αναγινωσκέτω τα Μωσέως και Ιησού του Ναυή, τα των Κριτών και των Βασιλειών, τα των Παραλειπομένων και τα της Επανόδου, προς τούτοις τα του Ιώβ και τα Σολομώντος και τα των εξεκαίδεκα Προφητών» Από τα αναγνώσματα αυτά μόνο το Ευαγγέλιο διαβαζόταν από το διάκονο ή τον πρεσβύτερο• τα άλλα από τον αναγνώστη στον άμβωνα. Μεταξύ των ζευγών των αναγνωσμάτων μεσολαβούν οι ψαλμοί του Δαβίδ και ο λαός χαμηλόφωνα ψάλλει τις ακροστιχίδες630. Ο ψάλτης απαγγέλει «εμμελώς» από τον άμβωνα τους στίχους των ψαλμών και ο λαός υπέψαλλε εύηχα, εύληπτα ακροστίχια .

Τα αναγνώσματα της θείας Λειτουργίας, είναι πολλά και διδακτικά για το συναγμένο λαό του Θεού, που διψά να ακούσει τους αγιοπνευματικούς λόγους των Προφητών και των Αποστόλων του Χριστού. Και ο ίδιος ο Χριστός ξετυλίγει τα μυστήρια της βασιλείας, κηρύττοντας με τους διδακτικούς λόγους του την αγάπη , τη δικαιοσύνη, τη συγχωρητικότητα . Πριν από το κήρυγμα, ακούγεται η νέα « αποστολική ευλογία»: « Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων ημών » .
Της Αγίας Αναφοράς, προηγούνται δύο συμβολικές πράξεις :α) ο ασπασμός και β) το νίψιμο των χεριών, που δηλώνουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στη μυστική τράπεζα του Χριστού, «υπόπάντων κατά τάξιν» με το παράγγελμα: «Πρόσχωμεν Ασπάσασθεαλλήλους εν φιλήματι Αγίω» και «εις υποδιάκονος διδότω απόρριψιν χειρών τοις ιερεύσιν, σύμβολον καθαρότητας ψυχών Θεώ ανακοιμένων» Και ασπάζονταν «οι του κλήρου τον Επίσκοπον, οι λαϊκοί άνδρες τους λαϊκούς, αι γυναίκες τας γυναίκας» . Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ήταν αναγκαία η συνδιαλλαγή μεταξύ των χριστιανών που συμμετείχαν στη θεία Λειτουργία και θεωρούνταν απαραίτητη προετοιμασία για το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Σ’ αυτό βοηθούσε ο ασπασμός της αγάπης και της συγχωρητικότητας, που γινόταν από τους κληρικούς και τους πιστούς πριν την Αγία Αναφορά και το νίψιμο των χεριών των κληρικών. Ας θυμηθούμε τις διακονικές προτροπές περί ενότητος και αγάπης: « Μη τις κατά τινός, μη τις εν υποκρίσει......» και τον ευαγγελιστή Ματθαίο που παραγγέλλει: «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσιαστήριον.... ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» .
Στη συνέχεια ακολουθεί η αναφορά της Λειτουργίας των Αποστολικών Διαταγών, που είναι ένα ολοκληρωμένο θεολογικό κείμενο, που αναπέμπεται από τον αρχιερέα, μπροστά στον πιστό λαό. Ο διάκονος προτρέπει τους πιστούς να σταθούν όρθιοι για την προσφορά των δώρων : « ορθοί προς Κύριον μετά φόβου και τρόμου εστώτες ώμεν προσφέρειν». Τα Δώρα της Εκκλησίας προσάγονται στο άγιο Θυσιαστήριο από τους διακόνους και ο Επίσκοπος τα υποδέχεται. Την εποχή αυτή επίσης υπάρχει βαθειά η αντίληψη ότι η Ευχαριστία είναι μέθεξη στην ουράνια Λειτουργία, θεωρείται ως κάτι το φοβερό, το φρικτό, το μεγαλειώδες που απαιτεί από τον πιστό μία στάση δέους και ιερού φόβου . Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει στη θεία Λειτουργία ότι ο άνθρωπος είναι σαν να βρίσκεται στον ουρανό, Γι’ αυτό και πρέπει να στέκεται μπροστά στο Θεό « μετά φρίκης και τρόμου, μετάνηφούσης και εγηγερμένης ψυχής»
Μετά την αναφορά, ακολουθούν δεήσεις για την Εκκλησία « της από περάτων έως περάτων» και όλο το πλήρωμά της κλήρο και λαό, για τους βασιλείς, το στρατό, για την πόλη και τους κατοίκους της και γενικά για όσους έχουν ανάγκη. Ακόμα υπέρ των « μισούντων ημάς και διωκόντων ημάς διά το όνομά σου», «υπέρ των κατηχουμένων, των χειμαζομένων και των εν μετανοία αδελφών ημών».
Αμέσως μετά το « πρόσχωμεν» του διακόνου, ο Επίσκοπος «προσφωνησάτω τω λαώ ούτω• Τα άγια τοις αγίοις» και ο λαός αποκρίνεται: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός ευλογητός ει, εις τους αιώνας αμήν». Και αρχίζει η θεία μετάληψη με μία πολύ όμορφη εικόνα της πρωτοχριστιανικής κοινότητος, δίνοντας ένα έξοχο παράδειγμα για τη σημερινή σύναξη των πιστών : « Μεταλαμβανέτω ο Επίσκοπος, έπειτα οι Πρεσβύτεροι, και οι Διάκονοι, και οι υποδιάκονοι, και οι αναγνώσται, και οι ψάλται, και οι ασκηταί, και εν ταις γυναιξίν αι διακόνισσαι, και αι παρθένοι, και αι χήραι, είτα τα παιδία και τότε πας ο λαός κατά τάξιν μετά αιδούς και ευλαβείας άνευ θορύβου». Κατά τη θεία κοινωνία μεταλαμβάνουν πρώτα οι κληρικοί και « πας ο λαός κατά τάξιν μετά αιδούς και ευλαβείας άνευ θορύβου».
Η μετάληψη στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών γίνεται ως εξής : δίνοντας την προσφορά ο Επίσκοπος λέγει : « σώμα Χριστού» και ο δεχόμενος λέγει : « Αμήν». Ο διάκονος, δίνοντας το άγιο ποτήριο, λέγει : «αίμα Χριστού , ποτήριον ζωής» , και ο πίνων απαντά : «Αμήν». Η κοινωνία του λαού γινόταν από τα δύο είδη χωριστά , όπως περιγράφεται και από τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων. Όταν δε μεταλαμβάνουν οι πιστοί, ψάλλεται ως κοινωνικός ψαλμός ο 33ος. Το «Αμήν» που έρχεται ως επισφράγισμα των ευχών από το λαό είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που δείχνει τη συμμετοχή και τη στάση του λαού στην Ευχαριστιακή σύναξη.

Μετά την μετάληψη του τιμίου σώματος και του τιμίου αίματος του Χριστού ακολουθεί η Ευχαριστία, διά « τω καταξιώσαντι ημάς μεταλαβείν των αγίων αυτού μυστηρίων και παρακαλέσωμεν μη εις κρίμα, αλλ’ εις σωτηρίαν ημίν γενέσθαι, εις ωφέλειαν ψυχής και σώματος, ...εις άφεσιν αμαρτιών, εις ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Και ο διάκονος λέει το «εγειρώμεθα». Το παράγγελμα « εγειρώμεθα» μετά τη θεία μετάληψη και λίγο πριν την ευχή της Ευχαριστίας δείχνει ότι κάποιοι μπορούσαν να κάθονται στο σημείο εκείνο.

Η θεία Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών αποτυπώνει μία ιδεατή μορφή Λειτουργίας, όπως την κατέγραψε ο συγγραφέας της, σε μία μεταβατική εποχή, από την από μνήμης τέλεση του μυστηρίου σε μία συγκεκριμένη, μάλλον λόγια, καταγραφή . Μέσα από αυτήν μας δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσουμε τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας στο τέλος του 4ου αιώνα.

Ανακεφαλαιώνοντας, η Λειτουργία αρχίζει με τα αναγνώσματα (Νόμος, Προφήται, Πράξεις, Επιστολαί, Ευαγγέλιο), το κήρυγμα και τις εκτενείς δεήσεις. Οι δεήσεις γίνονται υπέρ των ακροωμένων, των κατηχουμένων, των ενεργουμένων υπό πνευμάτων ακαθάρτων, των φωτιζομένων, των εν μετανοία. Ακολουθεί η ευχαριστήριος ευχή, ο επινίκιος ύμνος και η κεντρική πράξη της αναφοράς με τους ιδρυτικούς λόγους του Κυρίου για το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, ενώ η αναφορά συνεχίζεται με την ανάμνηση και την επίκληση. Η απαγγελία του συμβόλου της πίστεως και της Κυριακής προσευχής δεν προβλεπόταν.

Η Λειτουργία των Αποστολικών Διαταγών κατακλείεται με μία ευχή κεφαλοκλισίας- ευλογίας: «Τω Θεώ διά του Χριστού αυτού κλίνατε και ευλογείσθε». Χαρακτηριστικό είναι ότι η απόλυση γινόταν λακωνικά από τον διάκονο με τη φράση : « απολύεσθε εν ειρήνη» . Αυτή η τελευταία διακονική προτροπή φανερώνει ότι οι πιστοί με τη χάρη και την παρουσία του Χριστού στη λειτουργική σύναξη έχουν αγιασθεί και είναι έτοιμοι να βγουν από το ασφαλές λιμάνι του ναού στο πέλαγος του κόσμου. Με τη μετοχή τους στα άγια μυστήρια είναι χριστοφόροι και θεοφόροι γενόμενοι φορείς της ειρήνης του Θεού, « της ευλογημένης βασιλείας των ουρανών στον κόσμο».
γ) Θεολογική προσέγγιση της Ευχαριστιακής Αναφοράς

Μετά τον ασπασμό της ειρήνης και την επιβολή της τάξης και της ησυχίας στο ναό από τους διακόνους, ο Επίσκοπος «λαμπράν εσθήτα μετενδύς» και «περιστοιχούμενος» υπό των πρεσβυτέρων και των διακόνων, αρχίζει την αναφορά και την ευχαριστήρια ευχή :

« Η χάρις του παντοκράτορος Θεού και η αγάπη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος έστω μετά πάντων υμών». Η ευχή συνεχίζεται με διάλογο μεταξύ του ιερέα και του λαού και έχει σκοπό να παροτρύνει το λαό να συμμετέχει σε όσα λέγονται και πράττονται κατά την αναφορά, χρησιμεύει δε « ως εισαγωγή σε κάθε ευχαριστήρια Λειτουργία».

« Και πάντες συμφώνως λεγέτωσαν ότι Και μετά του Πνεύματός Σου.

Και ο αρχιερεύς Άνω τον νουν.

Και πάντες

Έχομεν προς τον Κύριον Και ο αρχιερεύς Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.

Και πάντες Άξιον και δίκαιον.

Και ο αρχιερεύς ειπάτω Άξιον ως αληθώς και δίκαιον......».

Ο διάλογος εδω, όπως και πολλών άλλων Λειτουργιών , αποτελειται απο τρία μέρη :

1) Στο πρώτο μέρος ο Λειτουργός χαιρετά και ευλογεί το εκκλησίασμα με το χωρίο της Β'επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους με την αναφορά στην αγία Τριάδα και ο λαός αποκρίνεται στο χαιρετισμό.

2) Στο δεύτερο μέρος ο λαός προτρέπεται να στραφεί από τα γήινα στα επουράνια, γιατί η ώρα αυτή της αγίας αναφοράς είναι τέτοια που απαιτεί να υψωθεί ο νους και η καρδιά , όλο δηλαδή το είναι προς τα πάνω, προς το Θεό. Η μέθεξη στην ουράνια Λειτουργία προϋποθέτει την καθαρότητα της ψυχής και την απελευθέρωση από κάθε βιοτική μέριμνα. « Μπορούμε να υψώσουμε τις καρδιές μας “προς τα άνω”, επειδή αυτό το “προς τα άνω”, αυτός ο ουρανός, βρίσκεται μέσα μας και ανάμεσά μας, επειδή μας επιστράφηκε ως η πραγματική “ποθεινή πατρίδα” της καρδιάς μας». Και ο λαός απαντά ότι έχει στρέψει το νου του προς τον Κύριο.

3) Στο τρίτο μέρος προτρέπεται ο λαός να συμπροσευχηθεί μαζί με τους ιερείς κατά τη διάρκεια της ευχαριστήριας ευχής. Και ο λαός απαντά με το «άξιον και δίκαιον». Την απάντησή τους χρησιμοποιεί ο λειτουργός για να αρχίσει την ευχαριστήρια ευχή που αποτελεί τον πρόλογο της αναφοράς.

Ο δοξολογικός, μακροσκελής πρόλογος της αναφοράς, δείχνει την αρχαιότητα της Λειτουργίας και απευθύνεται πρώτα προς το Θεό Πατέρα, εξυμνώντας τον «όντως Όντα», αληθινά και δίκαια: « Άξιον ως αληθώς και δίκαιον προ πάντων ανυμνείν σε τον όντως όντα Θεόν.....» Σύμφωνα με τον καθηγητή Ι.Φουντούλη, πρόκειται για «θαυμασίας ωραιότητος κείμενο», από τα εκλεκτότερα της λειτουργικής γραμματείας. Κατά τον καθηγητή Η.Β.Οικονόμου, η συγκεκριμένη αναφορά, συγκρινόμενη με άλλες γνωστές αναφορές, μπορεί να θεωρηθεί ως «οικολογική, καθώς η δοξολογία και ευχαριστία του Θεού αιτιολογείται με συνεχείς αναφορές στα επιμέρους δημιουργήματά του και τη χρησιμότητά τους για τον άνθρωπο». Στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών κατά την προσφορά των Τιμίων Δώρων γίνεται επίκληση και για την ύπαρξη ευνοϊκών καιρικών συνθηκών και για πλούσια καρποφορία των αγαθών της γης, ώστε οι άνθρωποι να δοξάζουν ακατάπαυστα «τον διδόντα τροφήν πάση σαρκί».

Το κείμενο, έχει χριστιανικό χαρακτήρα καθώς χρησιμοποιεί βιβλικές εκφράσεις από την Καινή Διαθήκη : «εξ ου πάσα πατριά εν ουρανώ και επί γης ονομάζεται»1 , «εξ ου τα πάντα» και το « πρωτότοκον πάσης κτίσεως». Εξυμνεί το Θεό από τον οποίο προήλθε η ύπαρξη των πάντων, με πλήθος κοσμητικά επίθετα που δηλώνουν τα ιδιώματά του, όπως : «αγέννητος», « άναρχος», « ανενδεής», « άναρχος γνώσις», «αΐδιος όρασις», «αγέννητος ακοή», « αδίδακτος σοφία». Εξυμνεί τον Υιόν, που είναι γεννηθείς « προ πάντων των αιώνων», ο « Λόγος Θεός» ο « αρχιερεύς», και τον κατέστησε κυρίαρχο, « βασιλεύς ....πάσης νοητής και αισθητής φύσεως», ο «Άγγελος της μεγάλης βουλής» του Θεού. Τονίζει την ιδιότητα του Θεού ως αιτία των πάντων και δημιουργεί τα πάντα από το μη ον, με πρώτη ενέργεια της δημιουργίας τη γέννηση του Υιού, δίνοντας υποψίες για Αρειανικές τάσεις675. Ο Θεός είναι χωρίς αρχή και τέλος, μόνος κύριος του σύμπαντος, χωρίς καμία απολύτως ανάγκη, «υπεράνω πάντων των όντων».

Ο Θεός δημιούργησε τα πάντα δια του Υιού Του και δια του Υιού προνοεί γι’ αυτά. Με αυτόν που δώρισε την ύπαρξη (το είναι), με αυτόν δώρισε και την ευημερία (το ευ είναι) : «συ γαρ, Θεέ αιώνιε, δί αυτού τα πάντα πεποίηκας και δι ’αυτού της προσηκούσης προνοίας τα όλα αξιοίς• δι’ ου γαρ το είναι εχαρίσω, δι’ αυτού και το ευ εδωρήσω».
Στη συνέχεια αναφέρεται στη δημιουργία των Αγγέλων και των ουρανίων δυνάμεων από το Θεό διά του Υιού. Ο Θεός δημιουργεί τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και όλες τις ουράνιες δυνάμεις, τον ουρανό, το στερέωμα, το φως, τον ήλιο, την σελήνη, τα αστέρια, το νερό, τον αέρα. Δημιουργεί « το πυρ προς σκότους παραμυθίαν», « την μεγάλην θάλασσαν», την άβυσσο, τα όρη και τους ποταμούς, κοσμεί τον κόσμο με φυτά και ζώα και πτηνά. Και τέλος δημιουργεί τον « κοσμοπολίτην» άνθρωπο από αθάνατη ψυχή και από διαλυόμενο σώμα. Η ψυχή έχει τη λογική διάγνωση, τη διάκριση ευσεβείας και ασεβείας και την παρατήρηση δικαίου και αδίκου, ενώ το σώμα έχει το «πένταθλον» των αισθήσεων και την «μεταβατικήν κίνησιν»

Η όλη αφήγηση για τη δημιουργία βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη, (Γέν.1,26• 2,8• 2,15) και όπως είναι φυσικό επηρέασε το κείμενο της ευχαριστήριας ευχής των Αποστολικών Διαταγών. Η αφήγηση για τη δημιουργία του κόσμου από το Θεό Πατέρα, καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ευχαριστήριας ευχής. Όλα τα δημιουργήματα έχουν ένα σκοπό, μία ιδιαίτερη θέση στο σύμπαν και έγιναν για να εξυπηρετήσουν πρωτίστως τον «κοσμοπολίτη» άνθρωπο. Το σκοτάδι έγινε « εις ανάπαυλαν των εν τω κόσμω κινουμένων ζώων» και η σελήνη « εις αρχάς της νυκτός», το ύδωρ «προς πόσιν και κάθαρσιν», ο αήρ « προς εισπνοήν και αναπνοήν και φωνής απόδοσιν», το πυρ « προς σκότους παραμυθίαν, προς ενδείας αναπλήρωσιν και το θερμαίνεσθαι ημάς και φωτίζεσθαι υπ’ αυτού».

Τον «κοσμοπολίτην» άνθρωπο αφού «εποίησεν» «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» ο Θεός, διά Χριστού « παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς εφύτευσεν», εισαγαγών δε εις «τον της τρυφής παράδεισον». Η αφήγηση παρουσιάζει τη ζωή του ανθρώπου στον παράδεισο, την πτώση που προξένησε η ανυπακοή του αλλά και την πρόνοια του Θεού για τη σωτηρία του676. Ο άνθρωπος, αν και αναδείχθηκε « κόσμου κόσμος», αμέλησε την μοναδική εντολή εξαιρέσεως του Θεού και γεύθηκε « απογορευμένο καρπό». Αυτό έγινε με την «απάτην του όφεως» και την « συμβουλία γυναικός». Αποτέλεσμα ήταν η «έξωση εκ του παραδείσου» και η απώλεια των δώρων του Θεού. Όμως η πρόνοια του Θεού δεν εγκαταλείπει τον κόσμο στην τύχη του, αλλά τον συντηρεί και τον « καλεί εις παλιγγενεσίαν» και του υπόσχεται ζωή με ανάσταση, « όρον θανάτου λύσας ζωήν εξ αναστάσεως επηγγείλω».

Στην ευχαριστήρια ευχή κατά την εξιστόρηση της δημιουργίας του ανθρώπου και της ζωής του στον παράδεισο, διακρίνουμε την εκ μέρους της αγάπης του Θεού προσφορά δώρων και ευεργεσιών. Αυτά αφού τα χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος κατάλληλα και με τη βοήθεια της θείας Χάρης έχει τη δυνατότητα, εάν « φυλάξει την εντολή» να αποκτήσει πλήρη και τέλεια αθανασία. Τα δώρα αυτά του Θεού, όπως αναφέρονται στην ευχή της Κλημεντίου Λειτουργίας είναι :

α) Η κυριαρχία του ανθρώπου στα ζώα όλης της κτίσεως, «αρχέτωσαν (οι πρωτόπλαστοι) των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού».

β) Η κατοχή πολλών γνώσεων, « την λογικήν διάγνωσιν, ευσεβείας και ασεβείας διάγνωσιν, δικαίου και αδίκου παρατήρησιν».

γ) Η έλλειψη θλίψεων και η μακαριότητα του παραδείσου, «Συ...Θεέ παντοκράτωρ, διά Χριστού παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς εφύτευσας....και εν αυτώ, ως αν εν εστία πολυτελεί, εισήγαγες αυτόν».

δ) Σπέρματα θεογνωσίας, καθώς η γνώση του Θεού δεν ήταν τέλεια, «καν τω οιείν νόμον δέδωκας αυτώ έμφυτον, όπως οίκοθεν και παρ’ εαυτού έχει τα σπέρματα της θεογνωσίας».

ε) Η δυνατότητα της αθανασίας, « εάν φυλάξη την εντολήν μισθόν ταύτης την αθανασίαν κομίσηται».

Ο άνθρωπος αν και θα έπρεπε να είναι «εις το παντελές απολλύμενος» εξ αιτίας της παρακοής του, όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε από το Θεό αλλά ευεργετήθηκε κιόλας. «Και ου τούτο μόνον, αλλά...», « τους εμμείναντάς σοι εδόξασας, τους δε αποστάντας σου εκόλασας» και το επιβεβαιώνει με παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη, όπως του Άβελ και του Κάϊν, του Σηθ, του Ενώς και του Ενώχ. Ο Θεός είναι ο χορηγός της ζωής, ο αναπληρωτής της ένδειας, ο δοτήρας των νόμων, ο μισθαποδότης των τηρητών των νόμων αλλά και ο τιμωρός των παραβατών, με χαρακτηριστικά βιβλικά παραδείγματα, όπως ο κατακλυσμός του Νώε, η καταστροφή «της Σοδομηνής Πενταπόλεως», η σωτηρία των Εβραίων από την Αίγυπτο. Οι περιπέτειες του Λώτ, του Αβραάμ, του Μελχισεδέκ, του Ιώβ, του Ισαάκ, του Ιακώβ και του Ιωσήφ κ.λπ.

Από τα προαναφερθέντα φαίνεται καθαρά ο συσχετισμός τιμωρίας του ανθρώπου και οικολογικής καταστροφής. « Όλα όσα υπάρχουν είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο και όλα υπάρχουν για να γνωρίσουν το Θεό στον άνθρωπο, για να κάνουν τη ζωή του, κοινωνία με το Θεό». Ο Θεός δημιουργεί ένα θαυμάσιο περιβάλλον για τον άνθρωπο και με την καταστροφή του, τιμωρείται η ασυνέπειά του προς το Δημιουργό. Ο άνθρωπος με τις επιλογές του γίνεται υπεύθυνος για την πορεία και την τύχη όλης της υλικής δημιουργίας. Η πτώση είχε ως συνέπεια να υποταχθεί η κτίση και η υλική δημιουργία στη ματαιότητα, τη φθορά και την καταστροφή. Η ευχαριστήρια ευχή της Αναφοράς, «συναρτά με σαφήνεια τις αυτονομημένες από το Θεό αντιλήψεις περί της προελεύσεως του φυσικού περιβάλλοντος προς την οικολογική καταστροφή και συνεπακόλουθη τιμωρία».

Αν και οι άνθρωποι παρέφθειραν και αλλοίωσαν τον φυσικό νόμο, δέχθηκαν τις σωτήριες ενέργειες του Θεού ,«ουκ οίασας πλανάσθαι» αλλά ανέδειξες δίκαια πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως τον άγιο υπηρέτη σου Μωυσή και τους έδωσες γραπτό νόμο «προς βοήθειαν του φυσικού». Έτσι οι Εβραίοι, όταν αμάρταναν, τιμωρούνταν, αλλά όταν επέστρεφαν γινόντουσαν δεκτοί από το Θεό. Και ενώ οι Αιγύπτιοι τιμωρήθηκαν, οι Εβραίοι δέχθηκαν ευεργεσίες και θαύματα κατά την πορεία τους από την Αίγυπτο στην Παλαιστίνη. Και ο Θεός, σύμφωνα πάντα με το κείμενο των Αποστολικών Διαταγών, ανέδειξε τον Ιησούν του Ναυή, στρατηγό και κατακτητή της Παλαιστίνης. Η πρόνοια και η αγάπη του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων που αποστάτησαν, παρατηρούμε να εκδηλώνεται στην ιστορία του Ισραηλιτικού λαού. Και οι δίκαιοι και θεοσεβείς φανερά βοηθούνται από το Θεό που προετοιμάζει τη σωτηρία των ανθρώπων, διά του Ιησού Χριστού.

Ακολουθεί ο επινίκιος ύμνος με αίνους από όλες τις ουράνιες δυνάμεις προς το Δεσπότη και Παντοκράτορα :

« Υπέρ απάντων σοι η δόξα....Σε προσκυνούσιν ανάριθμοι στρατιαί αγγέλων, θρόνων, κυριοτήτων, αρχών, εξουσιών....τα Χερουβίμ και εξαπτέρυγα Σεραφείμ....άμα χιλίαις χιλιάσιν Αρχαγγέλων και μυρίαις μυριάσιν Αγγέλων....βοώσαις Και πας ο λαός άμα ειπάτω•

Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ,

Πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού

Ευλογητός εις τους αιώνας

Αμήν.

Και ο αρχιερεύς λεγέτω

Άγιος γαρ ει ως αληθώς και πανάγιος...... Ο Θεός ονομάζεται άγιος και δοξάζεται στους αιώνες .

Στο παραπάνω τμήμα του επινίκιου ύμνου γίνεται απαρίθμηση των επουρανίων δυνάμεων που αισθάνονται δέος μπροστά στο ουράνιο μεγαλείο. Ο αριθμός των ουρανίων δυνάμεων και των Αγγέλων είναι απεριόριστος και δημιουργήθηκαν διά του Υιού πριν από τον ορατό κόσμο• «ο Θεός και πατήρ του μονογενούς Υιού....ο δι’ αυτού προ πάντων ποιήσας τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ...... Έργο των Αγγέλων είναι η ακατάπαυστη δοξολογία και προσκύνηση του Θεού, καθώς είναι «άξιο και δίκαιο» να υμνηθεί και να προσκυνηθεί από όλες τις ουράνιες δυνάμεις και όλο το λαό μαζί. Έτσι « πας ο λαός» μετά των αναρίθμητων Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Θρόνων, Κυριοτήτων, Αρχών, Εξουσιών, Δυνάμεων, Στρατιών Αιωνίων, των Χερουβίμ και των εξαπτέρυγων Σεραφείμ.... «ειπάτω• Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ......

«Η Ευχαριστία είναι το μυστήριον της Εκκλησίας, ή ακριβέστερον ειπείν, το μυστήριον του καθόλου Χριστού. Η Ευχαριστία δεν είναι μόνον η έκφρασις μιάς ανθρώπινης αδελφότητος, αλλ’ υπεράνω πάντων η έκφρασις του θείου μυστηρίου της λυτρώσεως».

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στον « Άγιο και μονογενή Υιό, τον Κύριο και Θεό Ιησού Χριστό» που από την αγάπη του για τον άνθρωπο, «ου περιείδε το γένος των ανθρώπων απολλύμενον» αλλά τον λύτρωσε από τη φθορά και το θάνατο, «άνθρωπος γενόμενος». Ώστε, «.... ευδόκησεν αυτός γνώμη ση ο δημιουργός ανθρώπου άνθρωπος γενέσθαι, ο νομοθέτης υπό νόμους, ο αρχιερεύς ιερείον, ο ποιμήν πρόβατον. Και εξευμενίσατό σε τον

εαυτού Θεόν και Πατέρα.....γενόμενος εκ παρθένου, γενόμενος εν σαρκί ο Θεός Λόγος, ο αγαπητός Υιός, ο πρωτότοκος πάσης κτίσεως.....και εσαρκώθη ο άσαρκος, ο άχρονος γεννηθείς εν χρόνω γεγένηται».

Ο Χριστός αναφέρεται ως ο « κύριος ημών και Θεός Ιησούς ο Χριστός» που, αφού γεννήθηκε από την Παρθένο, «τους πάντας ηλευθέρωσε» και παρουσιάζεται να γεννάται εκ του Πατρός• « ο αχρόνως γεννηθείς», ο «μονογενής Υιός» του Πατρός. Και παρουσιάζεται εδώ η ένωση των δύο φύσεων του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, καθώς « εσαρκώθη ο άσαρκος» και « ο αχρόνως γεννηθείς εν χρόνω γεγέννηται». Επίσης διακρίνεται και το τριπλό αξίωμα του Κυρίου ως αρχιερέα, « αρχιερέα σον», «ο αρχιερεύς ιερείον»• ως βασιλέα, «βασιλέα...και κύριον πάσης νοητής και αισθητής φύσεως...»• ως διδασκάλου, « ο νομοθέτης υπό νόμους», «παιδεύσας ενθέσμως...», « την άγνοιαν εφυγάδευσε...». Ο Υιός είναι ο «ΘεόςΛόγος 686», η « σοφία ζώσα»692 .

Η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου που προκάλεσε τη σωτηρία του ανθρώπου, σύμφωνα με το κείμενο των Αποστολικών Διαταγών, έγινε με τις παρακάτω ενέργειες :

α) με τη σάρκωση

β) με τη διδασκαλία και τον υποδειγματικό και άγιο βίο του Χριστού, «πολιτευσάμενος οσίως και παιδεύσας ενθέσμως» και με τη φανέρωση του ονόματος του Θεού σε όσους το αγνοούσαν.

γ) με τα πάθη και το σταυρικό του θάνατο, « χερσίν ανόμων....κατασχεθείς....πολλά παθών υπ’ αυτών....ο σωτήρ σταυρώ προσηλώθη ο απαθής και απέθανεν....και ετάφη ο ζωοποιός......

δ) με την Ανάσταση και τον τελικό θρίαμβο της εις ουρανούς Αναλήψεως, « ανέστη εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα και τεσσαράκοντα ημερών συνδιατρίψας τοις μαθηταίς ανελήφθη εις τους ουρανούς και εκαθέσθη εκ δεξιών.... του Θεού και πατρός αυτού».

Το τμήμα αυτό του επινίκιου ύμνου της Λειτουργίας των Αποστολικών Διαταγών, αποτελεί ευχαριστία για τη σάρκωση, το θάνατο την ανάσταση, την ανάληψη του «Θεού Λόγου». Παρουσιάζει με ρητορικά σχήματα τα διάφορα στάδια της ζωής του Σωτήρος και διανθίζεται με παραπομπές από τις Γραφές. Οι παραπομπές είναι κυρίως από την Καινή Διαθήκη, καθώς η ευχαριστία αναφέρεται στη σάρκωση του Θεού Λόγου και στα επί της γης έργα του.

Συνεχίζοντας με τους ιδρυτικούς λόγους του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, παρακολουθούμε την κεντρική πράξη της αναφοράς : Το «Μεμνημένοι ουν ων δι’ ημάς υπέμεινεν, ευχαριστούμεν σοι, Θεέ παντοκράτωρ,....» μας συνδέει με όσα προηγήθηκαν. Οι πιστοί ευχαριστούν για άλλη μία φορά τον ευεργετήσαντα Θεό που τους πρόσφερε τη σωτηρία και κυρίως για όσα υπέμεινε και έπαθε στην επίγεια ζωή του για χάρη τους. Η ευχαριστία αυτή είναι καθήκον που απορρέει από την εντολή του Θεού « την διάταξιν αυτού πληρούμεν».

Η διήγηση της ιδρύσεως του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας έχει δανειστεί από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου696 και από την Α'Επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους. Η χρήση των Γραφών στη λατρεία είναι πολύ παλιά και δεν είναι συνήθεια του 4ου αιώνα. Έτσι ο συμπιλητής των Διαταγών, για να γίνουν αποδεκτές από το εκκλησιαστικό πλήρωμα χρησιμοποίησε την λατρευτική παράδοση της εποχής του, ίσως με κάποιες τροποποιήσεις. Χρησιμοποίησε επίσης και άλλες πηγές, μεταξύ των οποίων και την «Αποστολικήν Παράδοσιν του Ιππολύτου».

Μετά τη διήγηση της ιδρύσεως του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας και τους ιδρυτικούς λόγους του Κυρίου ακολουθεί η ανάμνηση με την εντολή : « τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησινοσάκις γαρ εάν εσθίητε τον άρτον τούτον και πίνητε το ποτήριον τούτο, τον θάνατον τον εμόν καταγγέλλετε, άχρις αν έλθω». Η παράγραφος αυτή αποτελεί ανάμνηση του πάθους, του θανάτου, της αναστάσεως, της επανόδου στους ουρανούς και της μέλλουσας δευτέρας παρουσίας του Χριστού και είναι εφαρμογή της παραπάνω προτροπής του Κυρίου, «τούτο ποιείτε..... . Το πνεύμα της αναμονής και της πρόγευσης υπήρχε έντονο στην αρχαϊκή Εκκλησία κατά την τέλεση της θείας Ευχαριστίας και αυτό αποκαλύπτει τον εσχατολογικό της χαρακτήρα . Το ποτήριο χαρακτηρίζεται ως « καινή διαθήκη» . « Μετέχοντας στο κοινο δείπνο οι πιστοί μετείχαν στη νέα διαθήκη, την οποία εγκαινίασε μεν ο Μεσσίας, αυτή όμως έμελλε να ολοκληρωθεί στα έσχατα».
Η ευχαριστιακή ανάμνηση είναι ουσιαστικά μία ανάμνηση, μία προτύπωση, πρόγευση και « προδωρεά» της μελλοντικής βασιλείας του Χριστού. Ο λειτουργός κατά την λατρευτική πράξη, μιμείται τη θυσία του Κυρίου, μνημονεύει όλα τα σωτήρια γεγονότα της ζωής του και ευχαριστεί γιατί αξιώθηκε να στέκεται μπροστά του και να τον λειτουργεί. Προσφέροντας δε τα «προκείμενα δώρα» και την «θυσίαν ταύτην», χρησιμοποιώντας τα λόγια του Μυστικού Δείπνου και τις πράξεις του Κυρίου, ταυτίζει την Ευχαριστιακή πράξη της εκκλησίας με εκείνη του « Υπερώου»700. Έτσι οι πιστοί σε κάθε θεία Λειτουργία βιώνουν το Μυστικό Δείπνο του «Υπερώου» που δεν είναι μία συμβολική πράξη, ανάμνηση ενός γεγονότος του παρελθόντος, αλλά πραγματική αναπαράσταση παρόντων γεγονότων. Ο Μυστικός Δείπνος συνεχίζεται μέσα στη θεία Ευχαριστία και θα συνεχίζεται στους αιώνες, γενόμενος προσιτός στις νέες γενιές των ανθρώπων, μέσω του σώματος του Χριστού την εκκλησία, καθιστώντας τη θυσία του Χριστού παγκόσμια και καθολική.

Αν και η ανάμνηση των Αποστολικών Διαταγών, παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την ανάμνηση της Αποστολικής Παράδοσης του Ιππολύτου, εκπροσωπεί την Λειτουργική παράδοση της εκκλησίας της Συρίας. Την αρχαία εποχή τα μεγάλα κέντρα της χριστιανικής Εκκλησίας, είχαν κοινά τα ουσιώδη λειτουργικά στοιχεία και ο λειτουργός Επίσκοπος τα σενέδεε «κατά το δοκούν». Αργότερα υπάρχει λειτουργική ποικιλία, αλλά διατηρείται η λειτουργική ενότητα, υπό την επίδραση της λατρείας των μεγάλων χριστιανικών Εκκλησιών.

Ακολουθεί η επίκληση, που είναι θυσιαστική πράξη κατά την οποία ο λειτουργός, επικαλείται την επί των τιμίων Δώρων, κάθοδο του Αγίου Πνεύματος : « όπως αποφήνη τον άρτον....σώμα του Χριστού....και το ποτήριον....αιμα του Χριστού....» Στο σημείο αυτό της ευχαριστήριας θυσίας, που πρόκειται να γίνει ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων επικαλείται η αγάπη του Θεού. Ώστε να επιβλέψει με ευμένεια στα εκτεθειμένα ενώπιόν του δώρα και να τα δεχθεί προς τιμήν του Χριστού και να καταπέμψει το Άγιο Πνεύμα «επί την θυσίαν ταύτην». Η θεία Ευχαριστία σε πολλά σημεία των Αποστολικών Διαταγών ονομάζεται θυσία, αλλά και θυσία καθαρά και αναίμακτος και πνευματική. Πρόκειται για θυσία ευχαριστίας , προσφορά Δώρων, το θεοσύστατο μυστήριο της παρουσίας του Χριστού με την « πραγματικήν και αναίμακτον παράστασιν της σταυρικής αυτού θυσίας». Ο Χριστός θύεται και προσφέρεται « εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς»Με τη θυσία Του πάνω στο σταυρό, αντικατέστησε τις προηγούμενες ανίσχυρες θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης και έγινε θύτης και θύμα μια για πάντα και για όλους τους ανθρώπους, που πεινούν και διψούν « την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον». Η σταυρική θυσία του Ιησού Χριστού ελευθέρωσε τον άνθρωπο από την αμαρτία και συνεχίζεται με τη θεία Ευχαριστία, που αντίθετα, από την αιματηρή θυσία του σταυρού, ήταν θυσία « αναίμακτος»

Απαραίτητη θεωρείται η ευμένεια του Θεού για την κατάπεμψη του Αγίου Πνεύματος που θα μεταβάλει τον άρτο και τον οίνο σε σώμα και αίμα Χριστού. Το Άγιο Πνεύμα παρουσιάζεται εδώ ως « ο μάρτυς των παθημάτων του Κυρίου Ιησού» , το πρόσωπο που ενεργεί κατά τη θυσία για τη μεταβολή των Δώρων. Αγιάζει όχι μόνο τα δώρα αλλά και την κοινότητα των λειτουργών, που είναι οι πιστοί μεταμορφώνοντάς τους στο δοξασμένο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Εύκολα διαπιστώνεται ότι στο κείμενο αυτό η διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα δεν παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανεπτυγμένη.

Σύμφωνα πάντα με το κείμενο των Αποστολικών Διαταγών, το έργο της σωτηρίας συνεχίζεται στην Εκκλησία, με τη θεία μετάληψη. Οι μεταλαμβάνοντες του σώματος και του αίματος ενισχύονται στην πίστη, συγχωρούνται οι αμαρτίες τους, λυτρώνονται από το διάβολο, γεμίζουν με Άγιο Πνεύμα, επιτυγχάνουν την «αιώνιο ζωή». Και «ζωή αιώνιος» σύμφωνα με τον καθηγητή Ι.Φουντούλη, είναι μόνο η σάρκα του Χριστού, που την έδωσε και τη δίνει για τον κόσμο, για όλους εμάς, « υπέρ της του κόσμου ζωής» και σωτηρίας  Και τα σωτήρια αποτελέσματα της θείας Μεταλήψεως αποκαλύπτονται στην ψυχή του πιστού, που είναι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα του και η διαρκής κοινωνία του με το Θεό.

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ

1. Γενική Αναφορά

Το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας μεταμορφώνει τον κοσμικό χρόνο σε εν Χριστώ χρόνο και γίνεται τύπος του μέλλοντος αιώνος και πρόγευση της μέλλουσας ζωής. « Ο πιστός ζει στη γη, μέσα στον εν Χριστώ μεταμορφούμενο χρόνο, ότι εκτυπώτερον θα ζήσει στην άχρονη και ανέσπερη βασιλεία του Θεού». Τη μεταμόρφωση αυτή επιτυγχάνει η Εκκλησία με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, καθώς μετατρέπει το ημερολόγιο σε εορτολόγιο. Οι ημέρες του έτους αποκτούν ιερό περιεχόμενο και διαδέχονται τις εορτές, καθιστώντας τη ζωή των πιστών μία διαρκή εορτή. Το πέρασμα από τη μία μέρα εορτής στην άλλη ωραιοποιεί το βίο των πιστών, μορφοποιεί το νόημά του, περιορίζει τη θλίψη, ζει τη χαρά της παρουσίας και της χάριτος του Θεού.

Ο Θεός παρεμβαίνει στην ανθρώπινη ιστορία, αποκαλύπτεται « εν χρόνω» και δίνει ευκαιρία σωτηρίας, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στον κατ’ εξοχήν σκοπό και τον τελικό προορισμό του. Ο πιστός τώρα μπορεί να βιώσει το σωτήριο έργο της θείας Οικονομίας μετρώντας διαφορετικά το χρόνο. Έρχεται σε επαφή με τα γεγονότα του παρελθόντος και βιώνει τις ενέργειες του Θεού από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η Εκκλησία θυμάται τα ιστορικά γεγονότα της σωτηρίας του ανθρώπου σαν παρόντα και διαρκώς επαναλαμβανόμενα. Θυμάται και ξαναζεί όλα τα γεγονότα που γιορτάζει, όπως τη γέννηση, το βάπτισμα, τα πάθη, την ανάσταση του Κυρίου, ανάληψη ή την πεντηκοστή.

Αυτή η ανάμνηση των μεγάλων γεγονότων της ζωής του Χριστού, μέσω του εορτολογίου της Εκκλησίας κρίθηκε από τους Πατέρες εντελώς απαραίτητη, για να θεραπεύσει και να εξυπηρετήσει την ασθένεια της ανθρώπινης φύσης. Το εορτολόγιο με την μορφωτική, παιδαγωγική και κατηχητική του αξία, εμβαθύνει στα θέματα της πίστεως, εξοικειώνει τους πιστούς με αυτά και τους προάγει στη ζωή Θεού. Όπως οι εικόνες είναι « το βιβλίο των αγραμμάτων», έτσι και το εορτολόγιο είναι το σχολείο των πιστών, γραμματισμένων και αγραμμάτων.

Πολλές γιορτές προϋπήρχαν του χριστιανισμού και κληρονομήθηκαν από αυτόν. Η Εκκλησία είναι ένας θεανθρώπινος οργανισμός, καθώς ο ιδρυτής της ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, « ομοούσιος τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα». Και όπως οι δύο φύσεις ενώθηκαν στο Θεάνθρωπο Χριστό αρμονικά και αχώριστα, έτσι και η Εκκλησία, κατά το πρότυπο της κεφαλής της, διαμορφώθηκε σε θεανθρώπινο οργανισμό. Και προσέλαβε και εξαγίασε τα σχήματα του κόσμου τούτου. Τα εξεχριστιάνισε, τα εθέωσε, δεν τα απέρριψε, όπως ο Χριστός δεν απέρριψε την ανθρώπινη σάρκα που καταδέχθηκε να περιβληθεί. Όταν ακούσθηκε για πρώτη φορά το Ευαγγέλιο υπήρχαν δύο μεγάλες θρησκείες : η ιουδαϊκή και η εθνική, της ειδωλολατρείας. Η Εκκλησία αφού συγκροτήθηκε, χειρίσθηκε με σοφία την όλη κατάσταση και δε φρόντισε να εφεύρει ένα καινούριο ημερολόγιο. Όσα ημερολόγια βρήκε στα μέρη όπου διαδόθηκε, τα υιοθέτησε και τα εξεχριστιάνισε. Τις ιερές ημέρες των ημερολογίων των Εβραίων ή των ειδωλολατρών δεν τις κατάργησε αλλά τις αφομοίωσε.

Η 14η του μήνα Νισάν, το Πάσχα των Εβραίων, με την ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας, έγινε το Πάσχα του Κυρίου, το πέρασμα από το θάνατο στη ζωή του Χριστού. Η εορτή της παράδοσης του Νόμου και του θερισμού, η Πεντηκοστή, έγινε η γιορτή της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της έναρξης του πνευματικού θερισμού. Το Σάββατο, η εβδομαδιαία γιορτή της κατάπαυσης των έργων, έγινε η Κυριακή, η εβδομαδιαία γιορτή της ανάστασης. Η 25η Δεκεμβρίου, η ειδωλολατρική γιορτή της γέννησης του θεού ήλιου , έγινε η γιορτή της γέννησης του Χριστού, κ.ό.κ.

2. Ο εορτασμός της Κυριακής

Ο εορτασμός της Κυριακής είναι από τις αρχαιότερες του χριστιανισμού Η πρώτη χρονολογικά χριστιανική εορτή είναι η Κυριακή, καθώς στηρίζεται στο γεγονός της ανάστασης του Χριστού, την « επαύριον» του Σαββάτου. Το γεγονός της αναστάσεως του Κυρίου, νοηματοδοτούσε κάθε πτυχή του εκκλησιαστικού βίου και αναζωπύρωνε το « εσχατολογικό» περιεχόμενο της όγδοης ημέρας, με την ελπίδα του εν δόξη ερχόμενου Κυρίου, αποτελώντας την αιτία χαράς και εορτής στην Εκκλησία. Η μετάθεση της ημέρας του Κυρίου από την έβδομη στην πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ήταν και το μεγαλύτερο τόλμημα της πρώτης εκκλησίας. Η αντικατάσταση της εβδόμης ημέρας από την ογδόη παρουσιάζεται ως η συμβολική και η συγκεκριμένη έκφραση της αντικαταστάσεως του Ιουδαϊσμού από το χριστιανισμό.

Από το τέλος του Α'αιώνα, η ογδόη ημέρα είχε ονομασθεί «Κυριακή», ενώ η λέξη Κυριακή παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Αποκάλυψη. Το 2ο αιώνα ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας αναφέρει : « Όσοι ζούσαν σύμφωνα με την παλιά τάξη των πραγμάτων, έφθασαν στην ελπίδα, μη τηρώντας πια το Σάββατο, αλλά την Κυριακή, ημέρα που η ζωή μας ανυψώθηκε από το Χριστό και το θάνατό του». Και τονίζει όχι μόνο την ταύτιση της Κυριακής με την ανάμνηση της αναστάσεως και την υποκατάσταση του εβραϊκού Σαββάτου με την Κυριακή, αλλά συνδυάζει «όλες αυτές τις αλήθειες με τη δυνατότητα μιάς καινούριας ζωής»1. Αυτή λοιπόν η ημέρα κατέλαβε περίοπτη θέση στο χριστιανικό ημερολόγιο και αντικατέστησε το Σάββατο, που για τους Ιουδαίους ήταν η πρώτη ημέρα της εβδομάδας. Το Σάββατο έπεφτε την ημέρα του ήλιου κατά το αστρολογικό ημερολόγιο , ήταν ημέρα αργίας και ο εορτασμός του αποτελούσε μία από τις βασικές ακολουθίες της Συναγωγής.

Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο Κύριος κάνει κριτική για την απολυτοποίηση του Σαββάτου : «....ει δε εγνώκειτε τι εστιν έλεον θέλω και ου θυσίαν, ουκ αν κατεδικάσατε τους αναιτίους• κύριος γαρ εστίν ο υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». Στη συνέχεια, καθώς πηγαίνει στη συναγωγή, η διαφωνία του με τους Φαρισαίους συνεχίζεται : «....ώστε έξεστι τοις Σάββασι καλώς ποιείν». Ο Κύριος δεν απορρίπτει τη λατρεία του Σαββάτου, αλλά διευκρινίζει ότι : « το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά το σάββατον• ώστε κύριός εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου». Έτσι οι πρώτοι χριστιανοί υιοθέτησαν την Κυριακή ως την κύρια ημέρα, για να λατρέψουν το Θεό. « Η Κυριακή ήταν η ημέρα της εκ νεκρών αναστάσεως του Κυρίου, η φανέρωση της νέας ζωής• κι αυτή η ημέρα έγινε για την Εκκλησία η ημέρα της Ευχαριστίας».

Στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών σχετικά με την Κυριακή διαβάζουμε : « Εργαζέσθωσαν οι δούλοι πέντε ημέρες, Σάββατον δε και Κυριακήν σχολαζέτωσαν εν τη Εκκλησία διά την διδασκαλίαν της ευσεβείας• το μεν γαρ Σάββατον είπομεν δημιουργίας λόγον έχειν, την δε Κυριακήν αναστάσεως». Και εδώ φαίνεται καθαρά ότι η ανάμνηση της αναστάσεως διαδέχεται το « λόγο της δημιουργίας» που χαρακτήριζε το Σάββατο. Και στο 7ο βιβλίο τονίζεται η ανάγκη καταπαύσεως των έργων, για να τιμήσουν οι άνθρωποι τη λαμπρή ημέρα της Κυριακής και να πανηγυρίσουν τη γιορτή της Αναστάσεως του Κυρίου, « τω φωτίσαντι ζωήν και αφθαρσίαν».

Τίς ίδιες απόψεις σχετικά με την εόρτια ημέρα της Κυριακής, διακηρύσσουν και άλλοι πατέρες, όπως ο Ιουστίνος, ο Τερτυλλιανός,ο Θεόφιλος Αντιοχείας που ανακεφαλαιώνει τις προηγούμενες απόψεις και διαδηλώνει «την οριστική υποκατάσταση του Εβραϊκού Σαββάτου από την Κυριακή» : « Το έθος και το πρέπον ημάς απαιτεί πάσαν Κυριακήν τιμάν και εν ταύτη πανηγυρίζειν, επειδήπερ εν ταύτη ο Κύριος Ιησούς Χριστός την εκ νεκρών ανάστασιν ημιν επρυτάνευσε».

Η εορτή του Πάσχα και της Κυριακής, που είναι η επανάληψή της κάθε εβδομάδα είναι οι αρχαιότερες που υπάρχουν, αποτελούν δε μαζί με τα Χριστούγεννα τους δύο μεγάλους πόλους γύρω από τους οποίους στρέφεται το λειτουργική έτος. Το Πάσχα είναι η κορωνίδα των κινητών και τα Χριστούγεννα των ακινήτων εορτών. Η εορτή των Χριστουγέννων, όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι η « μητρόπολις» των εορτών, καθώς το γεγονός που γιορτάζουμε είναι η προυπόθεση «όλων των άλλων σταθμών της σωτηρίας μας». Στην Καινή Διαθήκη διαβεβαιώνεται πολλαπλώς, ότι η γέννηση του Χριστού αποτελεί το ύψιστο γεγονός για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και μία σημαντικότατη στιγμή στην ιστορία του χριστιανισμού. Αν ο Χριστός δεν γεννιόταν, δεν θα επακολουθούσε η βάπτιση, η διδασκαλία, τα θαύματα, το πάθος η ανάσταση. Ο Χριστός με τη γέννησή του έδωσε τη δυνατότητα της σωτηρίας στον άνθρωπο, ενώνοντας την Θεία με την ανθρώπινη φύση.

3. Η εορτή των Επιφανίων

Στις Αποστολικές Διαταγές υπάρχουν πολλές αναφορές στο γεγονός της γέννησης του Χριστού, αλλά οι πληροφορίες που μας δίδουν για τον εορτασμό και την επικρατούσα τάξη είναι ελάχιστες. Θα προσπαθήσουμε έτσι να ερευνήσουμε το πεδίο μέσα από άλλες πηγές της εποχής εκείνης και από παράλληλα κείμενα. Οι αναφορές που γίνονται στην ενανθρώπηση του Κυρίου, αλλά και στην εορτή των Επιφανίων με την έννοια προφανώς της κοινής εορτής γέννησης και βάπτισης, βρίσκονται στο 2ο , στο 6ο , στο 7ο και στο 8ο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών. Ο συγγραφέας προσπαθεί να δείξει το μεγαλείο της θείας ενανθρωπήσεως και να διδάξει τους πιστούς, ώστε να κατανοήσουν τη σημασία του γεγονότος για τη σωτηρία τους. Η ενανθρώπηση είναι αποκαλυπτική, καθώς ο Υιός του Θεού με το να γίνει άνθρωπος, αποκαλύπτει στους ανθρώπους την Αγία Τριάδα, δηλαδή τον Θεό Πατέρα, τον Εαυτό του και το Άγιο Πνεύμα .Είναι επίσης σωστική, γιατί η παρουσία του στη γη, ως τέλειου Θεού και Ανθρώπου, έγινε για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Ο συγγραφέας ακόμη, καταφέρεται εναντίον των αιρετικών που αντιμάχονται την ενσάρκωση του Χριστού. Αιρετικοί και ειδωλολάτρες δεν μπορούσαν να συμβιβάσουν τη γέννηση του Χριστού και τη θεία του φύση, δημιουργώντας τα γνωστά προβλήματα και προκαλώντας τους Πατέρες της Εκκλησίας να απαντήσουν .

Η ημερομηνία της εορτής της γέννησης του Χριστού καθορίστηκε υποθετικά, με βάση τη χρονολογική ένδειξη της ημέρας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25 Μαρτίου). Στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών, διακρίνεται καθαρά η τιμή της εορτής και η ημερομηνία τέλεσής της : « Τας ημέρας των εορτών φυλάσσετε, αδελφοί, και πρώτην γε την γενέθλιον, ήτις υμίν επιτελείσθω εικοστή πέμπτη του ενάτου μηνός. Μεθ’ ην η επιφάνιος υμίν έστω τιμιωτάτη, καθ’ ην ο Κύριος ανάδειξιν υμίν της οικείας θεότητος εποιήσατο• γινέσθω δε και αύτη έκτη του δεκάτου μηνός».

Η γέννηση του Χριστού γιορταζόταν από παλαιά στην Εκκλησία, χωρίς όμως να υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία εορτασμού από όλους σε Ανατολή και Δύση . Στο έργο του Κλήμεντα Αλεξανδρέα « Στρωματείς», διαβάζουμε : « η γέννηση του Κυρίου έγινε το 28ο έτος της βασιλείας του Αύγουστου Καίσαρα και οι οπαδοί του αιρετικού Βασιλείδου εόρταζαν σε δικές τους ημερομηνίες όχι μόνο τη γέννηση αλλά και την ημέρα της βάπτισης του Κυρίου».

Η εορτή των Χριστουγέννων, θεσπίσθηκε μάλλον για πρώτη φορά στη Ρώμη και από εκεί μεταδόθηκε σε όλη τη Δύση. Ίσως η Εκκλησία επίσπευσε την εμφάνισή της, γιατί συνέπιπτε με την ειδωλολατρική γιορτή του ήλιου των εθνικών, που σχετίζονταν με το χειμερινό ηλιοστάσιο Στην Ανατολή η γέννηση του Χριστού, γιορταζόταν σαν ημέρα της Επιφανίας του Κυρίου πάνω στη γη, με το όνομα Επιφανία ή Επιφάνεια και αργότερα ως Θεοφάνεια Τον 4ο αιώνα όμως άρχισαν στην Αντιόχεια να γιορτάζονται τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου και έτσι η γιορτή των Επιφανίων διαιρέθηκε σε δύο αυτόνομες γιορτές : τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια.

Ο εορτασμός των Χριστουγέννων στην Αντιόχεια εισάγεται στις 25 Δεκεμβρίου από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, όπως πληροφορούμαστε από τις ομιλίες του. Ο άγιος θεωρεί ότι η 25η Δεκεμβρίου είναι η πραγματική γενέθλια ημέρα του Κυρίου και αναφέρει ότι η εορτή έγινε γνωστή στην Αντιόχεια κατά την τελευταία δεκαετία (376-386), πληροφορία πολύ ενδιαφέρουσα για την ιστορία της εορτής στην Ανατολή: « Καίτοι γε ούπω δέκατόν εστιν έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα γεγένηται».

Την εποχή της Αιθερίας(4ος αι.) στα Ιεροσόλυμα (σύμφωνα με τις πληροφορίες του « Οδοιπορικού» και του «Ιεροσολυμιτικού Αναγνωσματαρίου»), μέσα στο λειτουργικό έτος υπήρχαν δύο βασικοί εορταστικοί κύκλοι : του Πάσχα και των Επιφανείων και αποτελούσαν δύο περιόδους σαράντα ημερών  Στο ίδιο κείμενο, η προσκυνήτρια Αιθερία μαρτυρεί για την επίδραση της εορτής του Πάσχα, στη λειτουργική διαμόρφωση της εορτής των Χριστουγέννων

Η εορτή των Θεοφανείων είχε πλούσιο θεολογικό περιεχόμενο και υπενθύμιζε όλα τα γεγονότα εκείνα με τα οποία ο Θεός διά του Υιού του «επεφάνη» στον κόσμο• ( γέννηση, προσκύνηση των ποιμένων και των μάγων, βάπτιση, γάμος της Κανά, ο χορτασμός των πεντακισχιλίων ανθρώπων με πέντε άρτους κ.ά.). Η ονομασία «τα Επιφάνεια» σημαίνει κάποια εμφάνιση, φανέρωση. Στην Παλαιά Διαθήκη συναντούμε τη λέξη με την έννοια της εμφάνισης του Θεού και της θαυμαστής επέμβασής του στον κόσμο, πως φανερώθηκε δηλαδή η Θεότητα στους ανθρώπους. Ο Απόστολος των εθνών Παύλος, γράφει για την « επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού»1 και αλλού τονίζει , ότι διά του Χριστού « επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις». Ο ίδιος πάλι μιλά για τον Θεό, που «εφανερώθη εν σαρκί».

Η εορτή άρχισε να γιορτάζεται στην Ανατολή, στις 6 Ιανουαρίου, ενώ και αυτή, όπως η 25η Δεκεμβρίου στη δύση, ήταν ημέρα των ειδωλολατρικών εορτών του χειμερινού ηλιοστασίου κατά τον παλαιότερο ημερολογιακό προσδιορισμό Μαρτυρία της εορτής των επιφανίων μας δίδουν οι Αποστολικές Διαταγές : « Μεθ’ ην η επιφάνιος υμίν έστω τιμιωτάτη, καθ’ ην ο Κύριος ανάδειξιν υμίν της οικείας θεότητος εποιήσατο• γινέσθω δε και αύτη έκτη του δεκάτου μηνός». Το θείο γεγονός της επιφανείας του Κυρίου είναι ένα γεγονός που, παρ’ ότι έγινε στο παρελθόν, φανερώνεται, βιώνεται και εορτάζεται μυστηριακά στο σήμερα και μας δίδει τη δυνατότητα να μετέχουμε πραγματικά σε αυτό, ως αυτόπτες μάρτυρες. Και μπορούμε να γίνουμε μάρτυρες της θείας Επιφανείας, να γίνουμε οι ίδιοι « ευφωνικό γεγονός», πράγμα ου αποτελεί και το σκοπό της θείας ενανθρωπήσεως.

4. Η εορτή του Πάσχα

Μετά τα Χριστούγεννα, ακολουθούσε το Πάσχα, που όπως προαναφέραμε ήταν η αρχαιότερη εορτή και η πιο λαμπρή από όλες τις ετήσιες εορτές της χριστιανοσύνης. Οι ρίζες της βρίσκονται στον Ιουδαϊσμό και οι πρώτοι χριστιανοί συνεόρταζαν το Πάσχα με τους Ιουδαίους. Οι έριδες που ακολούθησαν, σχετικά με την εορτή, μαρτυρούν ότι το Πάσχα στην αρχή εορταζόταν την ημέρα του Πάθους του Κυρίου.

Η αρχαιότερη μαρτυρία για τον ετήσιο εορτασμό της εορτής βρίσκεται σε ένα απόκρυφο κείμενο του 2ου αιώνα, την « Επιστολή των Αποστόλων», έργο Μικρασιατικής προέλευσης όπου αναφέρεται ότι το Πάσχα είναι ανάμνηση του θανάτου του Χριστού. Ο φιλόσοφος και μάρτυρας Ιουστίνος, θεωρεί το Ιουδαϊκό Πάσχα προτύπωση της σταυρικής θυσίας, Γι’ αυτό και οι χριστιανοί εόρταζαν το πάθος του Χριστού μαζί με το Ιουδαϊκό Πάσχα.

Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, η σταύρωση του Κυρίου έγινε την προηγούμενη ημέρα από το Ιουδαϊκό Πάσχα, η δε Ανάσταση την επομένη του Σαββάτου, δηλαδή την Κυριακή  Στηριζόμενος σ’ αυτές τις μαρτυρίες ο καθηγητής Β.Φειδάς, υποστηρίζει ότι οι Εκκλησίες τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσεως εορτάζουν όχι μόνο τον σταυρικό θάνατο, αλλά και την ανάσταση του Χριστού κατά την πρώτη Κυριακή μετά τη 14η του μήνα Νισσάν.

Γενικά οι έριδες όσον αφορά την επιλογή της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα, συνεχίστηκαν το δεύτερο και τρίτο αιώνα. Σπουδαίες προσωπικότητες, όπως ο Πολύκαρπος Σμύρνης και ο Ειρηναίος Λυώνος, συνέβαλαν στην ειρήνευση των χριστιανών και των Εκκλησιών στις οποίες ανήκαν. Τελικά το πρόβλημα διευθετήθηκε από την ΑΌικουμενική Σύνοδο (325), η οποία κανόνισε την ομοιομορφία του εορτασμού του Πάσχα στις κατά τόπους Εκκλησίες « την Κυριακήν ήτις έπεται τη πρώτη πανσελήνω του έαρος», καθώς τους Πατέρες τους ενδιέφερε κυρίως ο συμβολικός εορτασμός του ιστορικού γεγονότος της αναστάσεως του χριστού, το οποίο η Εκκλησία κληρονόμησε από τους Εβραίους.

Ο υπολογισμός της εορτής έγινε βάσει του Αλεξανδρινού ημερολογίου και πρώτη πανσέληνος του έαρος θεωρείται εκείνη που ακολουθεί την 20η Μαρτίου. Έτσι η σύνοδος καθόρισε να γιορτάζεται το Πάσχα από όλους τους χριστιανούς την ίδια Κυριακή και δεν θα έπρεπε αυτό να συμπίπτει με το ιουδαϊκό. Σχετική μαρτυρία υπάρχει στις Αποστολικές Διαταγές « μηκέτι παρατηρούμενοι μετά Ιουδαίων εορτάζειν», τονίζοντας ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν έχει καμία σχέση με το Πάσχα των Ιουδαίων.

Στη συνέχεια θα αναζητήσουμε πληροφορίες για το εορτολογικό περιεχόμενο και την τάξη της ακολουθίας του Πάσχα στις πηγές της αρχαϊκής Εκκλησίας, μέχρι και το τέλος του 4ου αιώνα όπου και θα αναφερθούμε στις Αποστολικές Διαταγές. Στο απόκρυφο κείμενο του 2ου μ.Χ. αιώνα « Επιστολή των Αποστόλων», διαβάζουμε για την αγρυπνία της εορτής, που διαρκούσε μέχρι την αλεκτοροφωνία και ολοκληρωνόταν με την Ευχαριστιακή σύναξη. Στο ψευδώνυμο κείμενο, Πασχάλια ομιλία, που αποδίδεται στον Ιππόλυτο( 2ο μ.Χ.αι.) το Πάσχα χαρακτηρίζεται ως « κοινή των όλων πανήγυρις» και «ουρανού και γης ιερά τελετή» Και, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει σύγχρονος θεολόγος, από εκείνη την εποχή στη συνείδηση της Εκκλησίας το πασχαλινό μυστήριο εξεφραζε ολόκληρο το χριστιανικό μυστήριο

Με το Πάσχα ήταν συνδεδεμένο και το βάπτισμα, καθώς θεωρείται συμμετοχή στο θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου και ο Τερτυλλιανός αναφέρει στο βαπτισματικό του έργο τη στενή σχέση βαπτίσματος και Πάσχα. Ο Ιππόλυτος, (3ος αι.) στην Αποστολική του Παράδοση, μας δίδει σημαντικότατες πληροφορίες για τον τρόπο τελέσεως του βαπτίσματος αλλά και πως εντάσσεται το όλο μυστήριο στην τελετή του Πάσχα.

Τον 4ο αιώνα, όπως φαίνεται στην Αιθερία, η Μεγάλη Εβδομάδα και η Μεγάλη Τεσσαρακοστή έχουν διαμορφωθεί και η εορτή γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια  Αρκετά λειτουργικά στοιχεία για την εορτή, μας διασώζουν οι Αποστολικές Διαταγές, που επαναλαμβάνουν και εμπλουτίζουν τις προηγούμενες μαρτυρίες, εξαίροντας τον πανηγυρικό εορτασμό του Πάσχα. Στο 5ο βιβλίο, γίνεται αναφορά στην παννυχίδα του Πάσχα, κατά την οποία οι πιστοί « αγρυπνούντες και επί το αυτό προσευχόμενοι και δεόμενοι του Θεού.....αναγινώσκοντες τον Νόμον, τους Προφήτας, τους ψαλμούς μέχρις αλεκτρυόνων κραυγής ....»• μετά ακολουθούσε το βάπτισμα των κατηχουμένων και η ανάγνωση του Ευαγγελίου « εν φόβω και εν τρόμω». Στη συνέχεια ο Επίσκοπος κήρυττε « τα προς σωτηρίαν»  , προετοιμάζοντας το λαό κατάλληλα για να εορτάσει με τον αρμόζοντα τρόπο αυτή τη σπουδαία γιορτή. Δηλαδή με νηστείες, με προσευχές, με εγκράτεια, με τη μελέτη των γραφών, ώστε να συμμετέχουν γεμάτοι χαρά « ευφραινόμενοι και εορτάζοντες», στην κοινή εορτάσιμη σύναξη.

Ο συγγραφέας, συνεχίζει επαναλαμβάνοντας ότι η ημέρα του πάθους είναι η Παρασκευή και ότι η ημέρα της ανάστασης η Κυριακή κατά την οποία εκπληρώθηκε η Γραφή, χρησιμοποιώντας το ψαλμικό, « Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσιν τοις έθνεσιν»

Τις πρωινές ώρες της Κυριακής, που έγινε η ανάσταση, ολοκληρώνεται η τελετή με τη θεία Ευχαριστία : « Διά τούτο ουν και υμείς, αναστάντος του Κυρίου προσενέγκατε την θυσίαν υμών, περί ης υμίν διετάξατο δι’ υμών λέγων.....και λοιπόν απονηστεύετε,....., ότι αρραβών της αναστάσεωςυμών Ιησούς ο Χριστός εγήγερται εκ νεκρών» Έτσι στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας, επικεντρώνεται η χριστιανική θεολογία που διατυπώνεται στην εορτή της αναστάσεως. Ο Χριστός, είναι η αλήθεια και η σωτηρία του κόσμου, ο αληθινός αμνός που θυσιάζεται για χάρη του πλάσματός του. Υπομένει τον Σταυρό και το θάνατο, καταργεί το διάβολο, καταπατεί το θάνατο, φέρνει το αληθινό Πάσχα και όπως τονίζει ο Απόστολος Παύλος « υπέρ ημών ετύθη Χριστός». Γι’ αυτό η εορτή του Πάσχα είναι γεγονός χαράς, επειδή ο Χριστός θυσιάστηκε για μας και με τη θεία Ευχαριστία μας τρέφει καθημερινά. Είναι ο Άρτος « ο ζων εκ του ουρανού» που μας καλεί στο άφθαρτο Δείπνο, όπως κάλεσε και τους μαθητές του στο «υπερώον» για να απολαύσουμε μαζί με τους αγίους την ουράνια χαρά.

Οι μαρτυρίες των διαφόρων πηγών που παρακολουθήσαμε και κυρίως των Αποστολικών Διαταγών, μας έδωσαν μία εικόνα αυτής της μεγάλης εορτής του Πάσχα. Από τους πρώτους αποστολικούς χρόνους, η αρχαιότερη εορτή της χριστιανοσύνης τιμήθηκε και τιμάται με λαμπρό και πανηγυρικό τρόπο.

5. ΟΙ εορτές του Αποστόλου Θωμά και της Αναλήψεως

Μία άλλη σημαντική μαρτυρία των Αποστολικών Διαταγών είναι η εορτή του αποστόλου Θωμά οκτώ μέρες μετά την ανάσταση του Κυρίου και η εορτή της αναλήψεως, μετά από σαράντα ημέρες. Η ανάληψη είναι η τελευταία εμφάνιση του αναστημένου Κυρίου στους μαθητές του, «βλεπόντων αυτών επήρθη και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών. Και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν, πορευομένου αυτού, και ιδού άνδρες δύο παρειστήκεσαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οι και είπον• Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν...». Η ανάληψη κατακλείει την ιστορία του επί γης βίου του Χριστού και ανοίγει την ιστορία των μαθητών- της Εκκλησίας. Έτσι το σωτήριο έργο του αναλαμβανομένου Χριστού περνά από τη μία φάση στην άλλη, που από το τέλος του έργου της οικονομίας, υψώνεται νικητής πάνω από τη γη.

Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η μεγάλη εορτή του Πάσχα δεν διαρκούσε μία μόνο ημέρα, αλλά περιελάμβανε την προετοιμασία της, τα προεόρτια και τα μεθεόρτιά της805. Εμάς μας ενδιαφέρει η μεθεόρτιος περίοδος, που διαρκούσε πενήντα ημέρες, δηλαδή μέχρι την εορτή της Πεντηκοστής. Ανάληψη και Πεντηκοστή αν και είναι δύο ξεχωριστά γεγονότα, μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα γιορταζόταν, ως ένα γεγονός. Αυτό γίνεται φανερό από το έργο του Ευσεβίου Καισαρείας, καθώς εξιστορεί την κοίμηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής το έτος 337 .

Η Αιθερία στο οδοιπορικό της δεν αναφέρεται σε κάποια γιορτή που να γίνεται την τεσσαρακοστή ημέρα μετά το Πάσχα. Αντίθετα σημειώνει ότι η ημέρα της Πεντηκοστής εορτάζεται λαμπρά και μνημονεύονται κατά τις συνάξεις της ημέρας εκείνης αναγνώσματα, που αναφέρονται στα γεγονότα της Πεντηκοστής και σ’ αυτά της Αναλήψεως του Κυρίου807. Ο καθηγητής Τρεμπέλας τονίζει ότι εκπλήσσεται κανείς, όταν πληροφορείται ότι δύο τόσο σπουδαία γεγονότα, όπως η Ανάληψη και η Πεντηκοστή γιορτάζονταν την ίδια ημέρα. Αλλά γράφει : « η Πεντηκοστή ήτο εορτή ου μόνον ιστορική, αλλά και ιδεολογική. Εωρτάζετο κατ’ αυτήν ου μόνον το γεγονός της καθόδου του Αγίου Πνεύματος, αλλά και η τελείωσις πάσης της σωτηριώδους οικονομίας διά των δύο γεγονότων της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, άτινα είναι αχώριστα και συνδέονται αδιασπάστως. Διότι εάν ο Κύριος δεν ανελαμβάνετο εις τους ουρανούς, δεν θα επληρούτο η περί αποστολής του Πνεύματος εις τους μαθητάς επαγγελία».

Στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών, στα τέλη του 4ου αιώνα, αναφέρονται ως δύο ξεχωριστές εορτές, οι εορτές της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής : « Και πάλιν από της πρώτης Κυριακής αριθμήσαντες τεσσαράκοντα ημέρας, από Κυριακής μέχρι πέμπτης, εορτάσατε την εορτήν της Αναλήψεως του Κυρίου, καθ’ ην πληρώσας πάσαν οικονομίαν και διάταξιν

ανήλθε προς τον αποστείλλαντα αυτόν Θεόν και Πατέρα.....». Σε δύο ξεχωριστές εορτές αναφέρεται και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος805. Έτσι συμπεραίνουμε ότι από τον 4ο ή και 5ο αιώνα πλέον οι δύο εορτές είναι ξεχωριστές. Η εορτή της Αναλήψεως συνδέεται με την απόδοση της εορτής του Πάσχα και το τέλος των λειτουργικών ιδιαιτεροτήτων της πασχαλινής περιόδου, ενώ η εορτή της Πεντηκοστής εορτάζεται ιδιαίτερα λαμπρά και έχει συνδεθεί με την ακολουθία της Γονυκλισίας.

Σε πολλά σημεία στις Αποστολικές Διαταγές γίνεται λόγος για την Ανάληψη του Κυρίου και το θεολογικό της μύνημα, όπως στο 5ο , στο 6ο  και στο 8ο  βιβλίο. Ο Χριστός ανεβαίνοντας στους ουρανούς, αναβαίνει μαζί με το σώμα του το ανθρώπινο, με τη θεωθείσα σάρκα και γίνεται πρωτοπόρος του ανθρωπίνου γένους στη δόξα του ουρανού Παίρνει τη φθαρμένη ανθρώπινη φύση, τη θεώνει και αναλαμβανόμενος την « προσάγει τω Θεώ και Πατρί». Ανερχόμενος στον ουρανό, « καθίσας εκ δεξιών της δυνάμεως» του Πατρός στη δόξα της θεότητας, κάθε πιστός που τον αναζητά μπορεί να ατενήσει τη δόξα του, όπως ο μακάριος μάρτυρας Στέφανος, « ο τω πνεύματι ζέων, ο τον Χριστόν ορών εκ δεξιών του Θεού και τας ουρανίας πύλας ανεωγμένας»Και ο Χριστός τον διαβεβαιώνει ότι θα τον ευλογεί, θα τον καθησυχάζει και θα τον παρηγορεί με τον Παράκλητο και ότι πάντοτε είναι και θα είναι μαζί του μέχρι της συντελείας του αιώνος « Ος και ελεύσεται επί συντελεία του αιώνος μετά δυνάμεως και δόξης πολλής, κρίναι ζώντας και νεκρούς και αποδούναι εκάστω κατά τα έργα αυτού.

6. Η εορτή της Πεντηκοστής

Με την εορτή της Πεντηκοστής η ελπίδα της σωτηρίας συμπληρώθηκε, καθώς το Άγιο Πνεύμα ήρθε στον κόσμο για να τον αναδημιουργήσει και να τον ανακαινίσει. Πάνω από την κατάτμηση και την αποσύνθεση του κόσμου, επιφέρεται το Πνεύμα και ο λόγος του Θεού που καλεί όλους « εις συμφωνίαν, εις ενότητα Πνεύματος Αγίου, εις το φως». « Ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι» τους καλεί να επιστρέψουν « από σκότους εις φως», να γίνουν «φως εν Κυρίω»

Η μεθεόρτιος περίοδος του Πάσχα διαρκούσε πενήντα ημέρες και έφθανε ως την ημέρα της εορτής της Πεντηκοστής , που ήταν μία ακόμη ευκαιρία, για να εκφράσει ο πιστός την εμπειρία της Αναστάσεως. Η αναστάσιμη εορταστική περίοδος κατέληγε στην ημέρα της Πεντηκοστής, «κατά την οποία εορταζόταν το τέλος της “ εν σαρκί” παρουσίας του Ιησού Χριστού στον κόσμο και της μεταβάσεως στην επόμενη περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, στην περίοδο της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο» .

Η πεντηκοστή ημέρα μετά το Πάσχα χαρακτηρίζεται στην Παλαιά Διαθήκη, « ως εορτή θερισμού πρωτογεννημάτων» ή ως εορτή των εβδομάδων ή των επτά εβδομάδων και ονομαζόταν έτσι, γιατί εορταζόταν επτά εβδομάδες μετά τη γιορτή των αζύμων. Η χριστιανική εορτή της Πεντηκοστής είχε από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια μία εντελώς διαφορετική σημασία. Σύμφωνα με τις πράξεις των Αποστόλων συνδεόταν με την έκχυση του Αγίου Πνεύματος και την εξάπλωση της Εκκλησίας σε όλο τον κόσμο. Επίσης αναφέρεται ως ενιαία εορτή των πενήντα ημερών μετά το Πάσχα από πολλούς Πατέρες. Ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου (202μ.Χ.) μαρτυρεί ότι δεν κλίνουμε γόνυ κατά τις πενήντα ημέρες από το Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής. Η συνήθεια αυτή επιβεβαιώνεται στον 20ο κανόνα της εν

Νικαία ΑΌικουμενικής Συνόδου, στον Μέγα Βασίλειο 826 και στον άγιο Ιερώνυμο (347-420) 827.

Στα Ιεροσόλυμα κατά τον 4ο αι. είχε διαμορφωθεί η συνήθεια να τελούνται τα επεισόδια της ιστορικής ζωής του Ιησού στον τόπο και τον χρόνο, που είχαν πραγματοποιηθεί. Σ’ αυτό πρέπει να προσθέσουμε και την κατ’ εκείνους τους χρόνους αναγκαιότητα να πολλαπλασιαστούν οι χριστιανικές γιορτές, για να αντικαταστήσουν τις ειδωλολατρικές, αλλά και να επισημοποιήσουν τα δόγματα που είχαν καθορίσει οι Σύνοδοι ενάντια στους αιρετικούς  Όλα αυτά διαδραμάτισαν ένα ιδιαίτερο ρόλο και όσον αφορά την εορτή της ημέρας της Πεντηκοστής που τη συναντούμε να σημαίνει, όπως ο ^.^^η^θIου υποστηρίζει, δύο διαφορετικά πράγματα : α) για τον αρχαιότερο χριστιανισμό η Πεντηκοστή, σημαίνει τις επτά εβδομάδες που ακολουθούν μετά το Πάσχα και για περιεχόμενό της έχει το πασχάλιο μυστήριο στο σύνολό του μέσα στην προοπτική της Ιουδαϊκής γιορτής του θερισμού και β) από τον 4οαι. και μετά τείνει να σημαίνει κυρίως την τελευταία ημέρα και ως περιεχόμενό της έχει τώρα την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος .

Η Αιθερία αναφέρει ότι κατά την ημέρα αυτή, οι χριστιανοί επισκέπτονταν σε λιτανευτική πορεία τους διάφορους τόπους που σχετίζονταν με τα ιστορικά γεγονότα της ημέρας. Και σύμφωνα με το κείμενο σε κάθε ένα τόπο που πήγαιναν οι χριστιανοί, διάβαζαν Αναγνώσματα, Αποστολικό και Ευαγγελικό και γονάτιζαν για να προσευχηθούν

Στις Αποστολικές Διαταγές διαβάζουμε : « Μετά δε δέκα ημέρας της αναλήψεως, ήτις από της πρώτης Κυριακής πεντηκοστή γίνεται, εορτή μεγάλη υμίν έστω....», γιατί την ημέρα αυτή, την τρίτη ώρα, μας έστειλε ο Κύριος τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος και γεμίσαμε με τη χάρη του. Και σε άλλο σημείο: « Μετά ουν το εορτάσαι υμάς την Πεντηκοστήν εορτάσατε μίαν εβδομάδα....» . Και αλλού : « Την Πεντηκοστήν αργειτωσαν διά την παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος την δωρηθείσαν τοις πιστεύσασιν εις Χριστόν»  Από τις αναφορές αυτές φαίνεται η ιδιαιτερότητα των ημερών αυτών, κατά τις οποίες ολοκληρωνόταν η αναστάσιμη εορταστική περίοδος.

Από τις ευχές που αναπέμπονταν κατά τον 4ο αιώνα, δεν έχει περισωθεί μέχρι σήμερα κανένα κείμενο. Ο π. Θ. Κουμαριανός γράφει ότι δεν αποκλείεται κάποια ευχή από αυτές που βλέπουμε από τον 8ο αιώνα καταγεγραμμένες στα χειρόγραφα Ευχολόγια, να προέρχεται από εκείνες τις αρχαίες ευχές. Και πιθανότατα η πρώτη ευχή της γονυκλισίας, η οποία είναι και η πρώτη που βλέπουμε καταγεγραμμένη από τον 8ο αι., να προέρχεται από εκείνη την εποχή

Την ημέρα της Πεντηκοστής, εορτάζεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος και η Εκκλησία εορτάζει τη γέννησή της, δηλαδή τη γενέθλια ημέρα της και το μυστήριο της ίδιας της ζωής της. Γιατί η Εκκλησία του Χριστού δεν έζησε σε μία μόνο χρονική στιγμή κατά το μακάριο εκείνο έτος και την ιστορική εκείνη ημέρα, που « επλήσθησαν» οι μαθηταί « Πνεύματος Αγίου». Αλλά το ζει καθημερινά, σε κάθε στιγμή του χρόνου, από εκείνη την ημέρα μέχρι της συντελείας του αιώνος  .

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.