Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ – ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ





Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ – ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ή μετενσάρκωσις είναι άνόητος και άφελής

Πρόσκαιροι είμεθα είς τόν κόσμον αύτόν. Πέραν τοϋ παρόντος κόσμου όμως θά είμεθα αιώνιοι. Ή έπίγειος ζωή μας, καρπός τής θείας 'Αγάπης καί Φιλανθρωπίας, άρχισε κάποτε κατά τρόπον άνεξιχνίαστον δι' ήμάς άλλά μετά θάνατον θά είναι διαρκής, άδιάκοπος, χωρίς τέλος. Ή ζωή άρχίζει μέ τήν γέννησίν μας, θά παρατείνεται ομως έπ' άπειρον είς τά βάθη τής χωρίς τέρμα αίωνιότητος. Επομένως ή ζωή, τήν όποιαν μάς έχάρισε κατά τήν άνεκδιήγητον άγάπην του ό φιλάνθρωπος Θεός, έχει τά άκόλουθα στάδια:
α) Τήν έπίγειον υλικήν ζωήν μας είς τόν κόσμον αύτόν.
 β) Τήν προσωρινήν περίοδον τοϋ χωρισμού σώματος καί ψυχής ένεκα τοϋ σωματικοϋ θανάτου. Ή περίοδος αυτή (ή Μέση Κατάστασις τών ψυχών) είναι περίοδος άναμονής άκόμη καί διά τούς "Αγίους, τούς Μάρτυρας καί τούς Όσίους, διότι καί αύτοί «προσδοκούν άνάστασιν νεκρών».
 γ) Τήν άνάστασιν τών σωμάτων,
δ) Τήν καθολικήν κρίσιν και
ε) τήν «ζωήν τοϋ μέλλοντος αίώνος», τά μυστήριον τής όγδόης ήμέρας. Ή προσωπικότης λοιπόν τοϋ καθενός μας, άπό τής στιγμής πού θά γεννηθή, άκολουθεΐ τά στάδια αύτά· άνεβαίνει τις βαθμίδες αυτές, άνεξαρτήτως τοϋ άν θά όδηγηθή τελικώς «εις άνάστασιν ζωής» ή «είς άνάστασιν κρίσεως» (Ίωάν. ε' 29)· δηλαδή άν θά άναστηθή διά νά άπολαύση ζωήν αιώνιον καί μακαρίαν ή διά νά δικασθή καί κατακριθή. Μέχρι τώρα ώμιλήσαμεν διά τά δύο πρώτα στάδια. ΕΙς τήν συνέχειαν θά όμιλήσωμεν διά τά άλλα τρία.
'Επειδή είμεθα ζυμωμένοι μέ τήν ύλην, τόν χρόνον καί τόν χώρον, δυσκολευόμεθα νά συλλάβωμεν όλα τά άνωτέρω. Διά τούτο πολλοί ή τά άρνοϋνται έντελώς ή προσπαθούν νά τά κατανοήσουν μέ έγκόσμια σχήματα. Οι πρώτοι είναι οι άπιστοι, οΐ ύλισταί, άθεοι. Οι  δεύτεροι είναι έκεΐνοι, οι όποϊοι έπεχείρησαν νά τά έρευνήσουν μέ τά λογικόν των, χωρίς τόν φωτισμόν τού 'Αγίου Πνεύματος. Διά τούτο κατέληξαν είς τά συμπέρασμα ότι ή ζωή τού άνθρώπου κινείται κυκλικώς, ή ότι μετά θάνατον διέρχεται άπό διάφορα στάδια τιμωρίας καί έξαγνισμοΰ.

 Αύτά έπίστευαν μέ έλαφρές διαφορές — οΐ 'Ορφικοί, οι Πυθαγόρειοι, ό Εμπεδοκλής, ό Σωκράτης, ό Πλάτων, οι Νεοπυθαγόρειοι, οι Στωϊκοί, ό Πλωτΐνος, oi Γνωστικοί, οΐ Μανιχαϊοι καί πριν άπό αύτούς άλλοι είδωλολάτραι, όπως π.χ. οι 'Ινδοί, οΐ Αιγύπτιοι, οΙ Βουδδισταί κλπ. Παρόμοια διδάσκουν σήμερον οι Θεοσοφισταί καί οι έμπνεόμενοι άπό τόν πονηρόν δαίμονα Πνευματισταί, οί όποιοι έπιμένουν είς τήν μετεμψύχωσιν ήόρθότερον τήν μετενσάρκωσιν . Διδάσκουν δηλαδή ότι οι ψυχές μετά θάνατον ένσαρκώνονται καί πάλιν είς διάφορα σώματα άνθρώπων, ζώων ή φυτών! Οί μετενσαρκώσεις αύτές είναι δήθεν άναγκαίες, προκειμένου ή ψυχή νά τιμωρηθή διά τις άμαρτίες της ή νά καθαρισθη ήθικώς. Ή μετενσάρκωσις δέ αύτή συνεχίζεται τάχα μέχρις ότου έπιτευχθή ή τελική κάθαρσις τής ψυχής.
'Αλλά τήν άφελή καί άρρωστημένην αύτήν όνειροπόλησιν, τόν δαιμονικόν τούτον 'πειρασμόν τής μετενσαρκώσεως άπέκρουσεν ήδη εύθύς έξ άρχής ό θεόπνευστος Παύλος καί μάλιστα κατά τρόπον άπόλυτον. "Εγραψεν: Όσοι είμεθα εις τά σώμα τούτο, τό όποιον όμοιάζει μέ σκηνήν, στενάζομεν ώσάν νά πιεζώμεθα άπό κάποιο φορτίον. Στενάζομεν, όχι διότι θέλομεν νά έκδυθώμεν τό ύλικόν σώμα, άλλά διότι θέλομεν νά ένδυθώμεν ούράνιον σώμα, τό αιώνιον καί άφθαρτον, διά νά άναλωθή καί δαπανηθή ή θνητότης καί ή φθορά τού σημερινού σώματός μας άπό τήν άφθαρτον ζωήν τού άλλου. Διότι όπως, όταν άνατέλλη τό φώς, άφανίζει τό σκοτάδι, κατά παρόμοιον τρόπον ή άνώλεθρος καί άφθαρτος ζωή άφανίζει τήν φθοράν καί θνητότητα. Τοιουτοτρόπως τό θνητόν καταπίνεται άπό τήν ζωήν ή όρθότερον μεταστοιχειούται εις άφθαρσίαν (Β' Κορ. ε' 4· Α' Κορ. ιε' 53). «Μέ τά λόγια αύτά» ό θείος Παύλος δέν «κατέφερε (μόνον) θανάσιμον πλήγμα έναντίον έκείνων, πού περιφρονοϋν τό σώμα»· άπέρριψε ταυτοχρόνους «μετ' άπολύτου άποφασιστικότητος» τον πειρασμόν τής μετενσαρκώσεως .
Δι' αυτό ή Εκκλησία τού Χριστού ούδέποτε έδέχθη τις φλυαρίες καί τα φαντασιοκοπήματα τής άνθρωπίνης «σοφίας» ή όρθότερον τις μωρίες περί μετενσαρκώσεως. Οί Άποστολικοί Πατέρες έπολέμησαν τήν μετενσάρκωσιν μέ σταθερότητα. Ό Θεόφιλος ’Αντιόχειας τήν θεωρεί «δεινόν καί άθέμιτον δόγμα» διά κάθε λογικόν άνθρωπον, ό όποίος δέν είναι δυνατόν νά δεχθή ποτέ οτι ό άνθρωπος θα γίνη καί πάλιν «λύκος ή κύων ή όνος ή άλλο τι κτήνος» .
Ό Μ. Βασίλειος εις τήν Έξαήμερόν του καταδικάζει τις ίδέες τού Έμπεδοκλέους περί μετενσαρκώσεως  καί λέγει: Διώξε μακρυά τις φλυαρίες τών «σοβαρών» φιλοσόφων, πού δέν έντρέπονται νά ύποστηρίζουν ότι οι ψυχές των καί οί ψυχές τών σκύλων είναι όμοιες μεταξύ των πού λέγουν ότι οί ίδιοι ύπήρξαν κάποτε καί γυναίκες καί θάμνοι καί ψάρια. Έγώ μέν, προσθέτει ό θεοφάντωρ Βασίλειος, δέν λέγω ότι αύτοί ύπήρξαν ποτέ ψάρια  λέγω όμως καί ύποστηρίζω έντόνως ότι, όταν έγραφαν αύτές τις ίδέες, ήσαν άλογώτεροι καί άπό τά ψάρια
Τήν ιδίαν στάσιν κατά τής μετενσαρκώσεως τηρεί καί ό Θεολόγος Γρηγόριος. Εις τόν Α' Θεολογικόν λόγον του, εις τον όποιον άναιρεί τις θέσεις τών Πυθαγορείων, τού Πλάτωνος καί άλλων έθνικών φιλοσόφων, γράφει:
Πολέμησε, άγαπητέ μου, τις θεωρίες τοΰ Πλάτωνος περί ιδεών καί περί τοΰ ότι οί ψυχές μετά θάνατον εισέρχονται είς άλλα σώματα καί ότι περιοδεύουν, καί ότι ένθυμοϋνται τήν προΰπαρξίν των .
Άλλα καί ό ιερός Χρυσόστομος έπετέθη έπανειλημμένως καί μέ πολλήν σφοδρότητα έναντίον των άνοήτων τούτων δοξασιών. ’Ελέγχων τούς πανθεϊστάς είδωλολάτρας, οΐ όποιοι έλεγαν ότι οι ψυχές είναι «έκ τής ουσίας του Θεοΰ», τονίζει ότι μέ τις διδασκαλίες των γενικώς μάς άποκλείουν «τάς οδούς τής θεογνωσίας» καί ότι μέ τήν μετενσάρκωσιν καταβιβάζουν «τον Θεόν εις άνθρώπους καί φυτά καί ξύλα». Διότι, λέγει, έάν ή ψυχή μας είναι «τής ουσίας του Θεού», όπως ύποστηρίζουν έκείνοι, «ή δε μετενσωμάτωσις» τής ψυχής καταλήγή εις πεπόνια καί κρεμμύδια καί μυϊγες καί κάμπιες καί άλογα ζώα, άρα ή ούσία τού Θεοΰ καταλήγει εις... πεπόνια! Καί δέν έντρέπονται, συνεχίζει ό ιερός Πατήρ, νά ύποστηρίζουν τέτοια πράγματα! Διότι έτσι όδηγούμεθα εις «τήνμετενσωμάτωσιν» όχι τής ψυχής, άλλα «τήν μετενσωμάτωσιν του Θεοΰ», πράγμα «όντως αισχρόν» Καί συμπεραίνει ή χρυσή γλώσσα: 'Επειδή οί φιλόσοφοι αύτοί έχουν στερηθή «τής του Πνεύματος βοήθειας», δέν κατώρθωσαν νά εϋρουν κάτι τό ύγιές «ούτε περί Θεοΰ ούτε περί κτίσεως». ’Εκείνα δέ τά όποια μία άπλοϊκή Χριστιανή χήρα γνωρίζει, αύτά ποτέ δέν τά έγνώρισεν ούτε αύτός ό Πυθαγόρας Διότι αύτός καί οι όμοιοι του είναι σκοτισμένοι εις τήν διάνοιαν, καί «καθάπερ όντες έν σκότω πάντα καί λέγουσι καί πράττουσι καί τά περί δογμάτων καί τά περί βίου» καθ' όσον εύρίσκονται ώσάν εις τό σκοτάδι λέγουν καί πράττουν τά πάντα καί τά περί δογμάτων καί τά περί ζωής.
’Ώστε ή διδασκαλία περί μετενσαρκώσεως, εις τήν όποιαν δέν πιστεύουν μόνον οΐ Ινδοί τής Β. ’Αμερικής, οϊ Νεοζηλανδοί, οί Λάπωνες, οί Μεξικανοί καί οί Ζουλοϋ, άλλά καί οί... «πολιτισμένοι» δαιμονοκίνητοι Πνευματισταί καί Θεοσοφισταί, είναι φαντασιοπληξία. Είναι μία άνόητος θρησκευτικοφιλοσοφική  ιδέα, μία άφελής καί παιδαριώδης άντίληψις, ή όποια αύτοαναιρείται. Διότι δέν ύπάρχει καμμία ένδειξις, ή όποια νά παρουσιάζη έστω καί έλάχιστα πιθανήν μίαν τέτοιαν διδασκαλίαν. Πέραν αύτών «σήμερον άποδεικνύεται ότι αί άντιλήψεις καί άναμνήσεις τοϋ είδους», πού ύπεστήριζεν ό φιλόσοφος Πλάτων, διά νά στηρίξη τήν θεωρίαν του περί μετενσαρκώσεως, «είναι ένα άπό τά πλέον έντονα γνωρίσματα σχιζοφρενίας»..



Υπάρχει καθαρτήριον πύρ;


Έάν όσοι άνεφέραμεν προηγουμένως πιστεύουν είς τήν μετενσάρκωσιν, οι Παπικοί, έπηρεασμένοι, χωρίς νά τό έννοοϋν, άπό παρόμοιες Ιδέες, κηρύττουν τό Πουργατόριον ή Καθαρτήριον πϋρ. Διδάσκουν δηλαδή οτι οι ψυχές, οι όποιες δέν έχουν έξαγνισθή, άλλα βαρύνονται μέ συγγνωστά άμαρτήματα, καθώς έπίσης καί άπό άμαρτίες, οι όποιες έχουν μέν συγχωρηθή μέ τήν μετάνοιαν, διά τις όποιες ομως δέν έπρόλαβαν νά ύποστοϋν, όσον χρόνον έζοΰσαν, τά έπιτίμια πού τούς έπεβλήθησαν, μεταβαίνουν μετά θάνατον είς κάποιον τόπον, όπου ύπάρχει τό Καθαρτήριον πϋρ. Έκεΐ περνούν άπό μίαν κατάστασιν ήθικής καθάρσεως, ή όποια έπιτυγχάνεται διά προσωρινών ποινών.
'Αλλά τό Ρωμαιοκαθολικόν τούτο δόγμα δέν έχει εύαγγελικήν θεμελίωσιν. Είναι δάνειον άπό διδασκαλίες τών άθέων Χαλδαίων, οΙ όποιοι έπίστευαν είς πΰρ καθαρτήριον, τό όποιον άναχωνεύει δήθεν ώς χρυσόν τις ψυχές έκείνων, οΐ όποιοι άπέθαναν. Είναι έπίσης δάνειον άπό τόν Ώριγένην, τήν σχετικήν διδασκαλίαν τού όποιου κατεδίκασεν ή άγια Ε' Οικουμενική Σύνοδος. Είναι έπΐ πλέον δάνειον άπό τόν μονοφυσίτην καί Πλατωνικόν Φιλόπονον (πρώτον ήμισυ τού ΣΤ' αίώνος), τόν όποιον ό Μέγας Φώτιος όνομάζει «ματαιόπονον» διά τις αίρετικές του διδασκαλίες.
Επειδή λοιπόν ή δοξασία αύτή τών Λατίνων είναι άστήρικτος Άγιογραφικώς, διά τούτο καί ή άγια ’Ορθόδοξος Εκκλησία μας ούδέποτε τήν έδέχθη . "Αλλωστε τό Παπικόν τούτο δόγμα είναι άπαράδεκτον καί διά τούς έξης λόγους:
α) Μέ τό Καθαρτήριον πϋρ τιμωρείται μόνον ή ψυχή· τό σώμα, τό όποιον έχρησιμοποιήθη ώς δργανόν της διά τήν διάπραξιν τής άμαρτίας, μένει άτιμώρητον, άφοΰ μετά θάνατον άποθνήσκει καί διαλύεται καί άρα δέν αίσθάνεται τίποτε. Ή τιμωρία ομως μόνον τής ψυχής άποδεικνύει άδικον τόν Θεόν.
β) Πολλοί, μέ τήν έλπίδα οτι θά διέλθουν άπό τό Καθαρτήριον πϋρ, άμαρτάνουν άφόβως· γίνονται θρασύτεροι είς τό κακόν, έφ' οσον είτε ούτως είτε άλλως, άφοΰ περάσουν άπό τό προσωρινόν αύ τό στάδιον, θά καθαρισθοΰν άπό τις άμαρτίες των.
γ)  Η αίρετική αυτή διδασκαλία άνατρέπει τήν μεγάλην άλήθειαν ή όποια λέγει: Ή ψυχή μετά θάνατον δέν δύναται νά μετατεθή άπό τήν μίαν κατάστασιν είς τήν άλλην καί μάλιστα χωρίς νά έχη ποθήσει καί χωρίς νά έχη άγωνισθή διά τήν ζωήν τής άγιότητος καί τής άρετής. Ούδείς στεφανοϋται χωρίς άγώνα. Πώς λοιπόν θά προσφερθοϋν βραβεία είς έκεΐνον, ό όποίος χλευάζει καί περιφρονεί «τόν καλόν άγώνα τής πίστεως»;
δ) 7ο Πουργατόριον είναι άσεβές δόγμα, έπειδή άναιρεΐ τό Μυστήριον τής Μετάνοιας καί τό άποδεικνύει άδύναμον. Διότι έφ' όσον ό άνθρωπος έξωμολογήθη είς τόν πνευματικόν καί μετενόησεν ειλικρινούς καί πραγματικώς, τοϋ έχουν συγχωρηθή τά άμαρτήματα, έστω καί άν έν τώ μεταξύ άπέθανε καί δέν έπρόφθασε νά έκτελέση τά έπιτίμια, πού τυχόν τού έπεβλήθησαν. Διότι τά έπιτίμια αύτά δέν είναι, όπως αύθαιρέτως έπιμένουν οί Παπικοί, «ποινές», οί όποίες Ικανοποιούν τήν θείαν Δικαιοσύνην διότι τί δύναται ό άμαρτωλός άνθρωπος νά προσφέρη πρός Ικανοποίησιν τής άπειρου δικαιοσύνης τοϋ Θεού; Τά έπιτίμια, πού έπιβάλλονται είς τόν έξομολογούμενον, είναι μέτρα παιδαγωγικά καί φάρμακα ιατρικά, τά όποΤα έπιβάλλει ό Ιερεύς ώς φιλόστοργος πατήρ καί πεπειραμένος πνευματικός Ιατρός, διά νά βοηθηθή αύτός πού μετανοεί είς τό νά καρποφορήση έργα άξια τής μετάνοιας. Έξ άλλου αύτά άλλοτε μέν έλαττώνονται, άλλοτε δέ αύξάνονται ή καί αίρονται έξ όλοκλήρου έκ μέρους τοϋ πνευματικού άναλόγως τής συντριβής, τής ειλικρίνειας καί τής σπουδής, τήν όποιαν δεικνύει αύτός, ό όποίος μετανοεί. Έφ' όσον λοιπόν ό άμαρτωλός έξομολογείται είλικρινώς, μετανοεί μέ συντριβήν καί προσπίπτει είς τό θειον έλεος, λαμβάνει άφεσιν άμαρτιών. Τοΰτο συνέβη μέ τόν τελώνην, ό όποίος, όπως είπεν ό Κύριος, «κατέβη» άπό τό Ιερόν «δεδικαιωμένος είς τόν οίκον αύτοϋ» (Λουκ. ιη' 14)· μέ τόν Ζακχαίον, μετά τήν μετάνοιαν τοϋ όποιου ό Κύριος ώμολόγησεν ότι «σήμερον σωτηρία τώ οΐκω τοϋτω έγένετο» (Λουκ. ιθ' 9)· μέ τόν μετανοήσαντα έπάνω είς τόν σταυρόν ληστήν, τόν όποιον ό Κύριος έβεβαίωσεν «άμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ έμοϋ εση έν τώ Παραδείσω» (Λουκ. κγ' 43).
ε) Τό παπικόν δόγμα περί Καθαρτηρίου πυρός είναι βλάσφημον καί άπαράδεκτον, διότι άμφισβητεΐ τήν άποτελεσματικότητα τής έξιλαστηρίου θυσίας τοϋ Κυρίου ήμών Ίησοΰ Χριστού. Μειώνει καί θεωρεί άνεπαρκή τήν άπειρου καί άνεκτιμήτου άξίας θυσίαν του Θεανθρώπου Λυτρωτοΰ, τοϋ Κυρίου ήμών Ίησοΰ Χριστοϋ. Διότι ό «Χριστός άπαξ», μίαν φοράν, διά παντός «περί άμαρτιών έπαθεν» έπί τοϋ Σταυρού δι  όλες τις άμαρτίες όλων τών άνθρώπων (Α' Πέτρ. γ' 18· πρβλ. καί Έβρ. θ' 28). Έβάστασεν έπάνω του τις άμαρτίες όλων, διά νά σώση όλους, οσοι θά ήθελαν νά οίκειοποιηθοϋν τήν άνεκτίμητον αυτήν προσφοράν του. ‘Η σταυρική λοιπόν θυσία του ύπερεκάλυψε «τό έκ τών άμαρτιών ήμών χρέος» .
‘Αλλά τό αίρετικόν τούτο δόγμα, οσον περισσότερον τό έλέγχει κανείς, τόσον καί περισσότερον άσύστατον καί βλάσφημον τό άποδεικνύει. Ό δέ άγιος Μάρκος δ Εύγενικός τό έπολέμησεν έπιτυχώς καί άπεστόμωσε τούς Λατίνους κατά τήν ψευδοσύνοδον τής Φερράρας  Φλωρεντίας (1438-1439) . Κατά συνέπειαν ήμεϊς οί "Ορθόδοξοι, έφ" οσον «ούδεμϊα Γραφή διαλαμβάνει» περί προσωρινού Καθαρτηρίου πυρός μετά θάνατον, δέν δεχόμεθα οτι ύπάρχει «πυρ καθαρτήριον», τό όποιον τιμωρεί τούς κεκοιμημένους πρό τής κοινής κρίσεως .
Καιρός ομως νά άφήσωμεν τις φλυαρίες καί βλασφημίες τών αιρετικών καί νά προχωρήσωμεν εις τό πώς θά γίνη ή άνάστασις τών νεκρών.


«Προσδοκώ άνάστασιν νεκρών»

Μετά θάνατον, μετά τόν χωρισμόν τού σώματος άπό τήν ψυχήν, ή ψυχή συνεχίζει νά ζή άναμένουσα τήν γενικήν έξανάστασιν τών νεκρών. "Επομένως, οταν όμιλοΰμεν περί άναστάσεως νεκρών, έννοούμεν άνάστασιν τών νεκρών σωμάτων. Αύτά είναι έκεϊνα, τά όποΤα θά άναστηθοϋν, διά νά ένωθοϋν καί πάλιν μέ τήν σύντροφόν των, τήν άθάνατον ψυχήν.
Όπως παρατηρεί ό Ιερομάρτυς Μεθόδιος ό Όλύμπου (t 311), ή λέξις «άνάστασις» λέγεται δι έκεΐνο, τό όποιον έχει πέσει κάτω αύτά άνίσταται· οπως οταν λέγη ό Προφήτης, «καί άναστήσω τήν σκηνήν Λαυίδ τήν πεπτωκυϊαν» ("Αμώς θ' 11). Έπεσε τό σώμα, «ή ποθητή σκηνή τής ψυχής», άφού έγονάτισε καί έλύγισεν «εις γήν χώματος» (Δαν. ιβ' 2). Πίπτει λοιπόν αύτά πού άποθνήσκεε άποθνήσκει δέ ή σάρκα, διότι ή ψυχή είναι άθάνατος1. Ό Ιερός Χρυσόστομος, έρμη νεύων τόν λόγον τού θείου Παύλου «δεϊτό φθαρτόν τοΰτο ένδύσασθαι Αφθαρσίαν» (Α' Κορινθ. ιε' 53), παρατηρεί: Ό θείος Απόστολος δεν έννοεί έδώ τήν ψυχήν, διότι αύτή δέν φθείρεται- ή λέξις «άνάστασις» λέγεται δι' αυτό πού έχει πέσει «έπεσε δέ το σώμα»    καί έπομένως αύτό είναι εκείνο, πού θα άναστηθή.
Ό άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός, ό όποίος συγκεφαλαιώνει κατά τρόπον άκριβή τήν μέχρι τότε διδασκαλίαν τών θεοκινήτων Πατέρων, γράφει:
«Πιστεύομεν δέ καί εις άνάστασιν νεκρών· έσται γάρ όντως, έσται νεκρών άνάστασις». Όταν δέ λέγωμεν άνάστασιν έννοΰμεν τήν άνάστασιν τών σωμάτων. Επειδή άνάστασις είναι ή δεοτέρα άνόρθωσις αύτοΰ πού έχα πέσει διότι πώς θά άναστηθοΰν οί ψυχές, πού είναι άθάνατες; ’Εάν πράγματι όρίζουν τόν θάνατον ώς χωρισμόν της ψυχής άπό τό σώμα, τότε άνάστασις είναι όπωσδήποτε ένωσις πάλιν τής ψυχής καί τοΰ σώματος καί δευτέρα άνόρθωσις τής ζωντανής ύπάρξεως, πού διελύθη εις τά στοιχεία της καί έπεσε. Λοιπόν τό ίδιον σώμα, τό όποιον καταστρέφεται καί διαλύεται, τό Ιδιον θά άναστηθή καί πάλιν αφθαρτον .
Τήν άλήθειαν αύτήν μάς άπεκάλυψεν ό Θεός, όπως άνεφέραμεν, ήδη άπό τούς χρόνους τής Π. Διαθήκης. Ό προφήτης Ιεζεκιήλ είς τό 37ον κεφάλαιον τών Προφητειών του καλεϊ, έν όνόματι του Κυρίου, τά «ξηρά οστά» νό συναρμολογηθοΰν, νά λάβουν σάρκες, νά ένδυθοϋν σώμα, νά άνακτήσουν πάλιν τήν ζωτικότητά των καί άφοΰ λάβουν πνεύμα, να ζήσουν καί νά σταθούν είς τά πόδια των. Ή ζωηρά αύτή περιγραφή δηλοΐ τήν άνάστασιν τών σωμάτων, ή όποια πρόκειται να έπακολουθήση κατά τήν μεγάλην ήμέραν τής γενικής έξα ναστάσεως. Παρόμοια προφητεύει καί ό Εύαγγελιστής τής Π. Διαθήκης, ό προφήτης Ήσάίας, όταν λέγη θριαμβευτικώς  «άναστήσονται οί νεκροί, καί έγερθήσονται οί έν τοΐς μνημείοις» (Ήσ. κστ' 19). Ό δέ προφήτης Δανιήλ βεβαιώνει ότι θά έγερθοΰν οσοι κοιμούνται είς τό χώμα τής γής, άλλοι μέν «είς ζωήν αιώνιον» καί άλλοι «είς όνειδισμόν καί είς αισχύνην αιώνιον» (Δαν. ιβ' 2-3).
Εκεί όμως πού ή πίστις τών άνθρώπων τής Π. Διαθήκης είς τήν έκ νεκρών άνάστασιν κυριολεκτικώς λάμπει καί καταπλήττει τούς έχθρούς τοΰ λαού τού Θεού, είναι τό Β' βιβλίον τών Μακκαβαίων. Ό τρίτος υιός τής άγιας Σολομονής προβάλλει τήν γλώσσαν καί προτείνει τά χέρια του είς τόν δήμιον νά τά κόψη, καί λέγει είς τόν είδωλολάτρην βασιλέα μέ γενναϊον φρόνημα: Άπό τόν Θεόν τοϋ ούρανοϋ τά έλαβα· διά τόν άγιον νόμον του τώρα τά περιφρονώ, έλπίζω δέ άπό Αυτόν νά τά παραλάβω καί πάλιν κατά τήν άνάστασιν τών νεκρών (Β' Μακ. ζ' 10-11). ‘Από τό ίδιον βιβλίον μανθάνομεν ότι ό πρεσβύτερος Ραζίς, ό «φιλοπολίτης» καί «πατήρ τών ’Ιουδαίων», μετά τήν κατακρήμνισίν του άπό τό τείχος, αίμόφυρτος, μέ τά σπλάγχνα έξω άπό τήν κοιλιάν, έτρεξε καί έστάθη εις ένα βράχον. Άπό έκεϊ προέβαλε καί έδείκνυε τά σπλάγχνα του είς τόν όχλον καί τούς διώκτες του. Κατόπιν παρεκάλεσε τόν Κύριον, «τόν δεσπόζοντα τής ζωής και τοϋ πνεύματος», νά τοϋ άποδώση καί πάλιν αύτά κατά τήν άνάστασιν τών σωμάτων (Β' Μακ. ιδ' 37-46).
Τοιουτοτρόπως, όταν πλέον ό Θεάνθρωπος έκήρυσσε τό Εύαγγέλιον τής σωτηρίας, ή πίστις είς τήν άνάστασιν τών νεκρών ήταν κοινή πεποίθησις τών Ιουδαίων, ώστε ή Μάρθα εϊπεν είς τόν νεκρεγέρτην Κύριον διά τόν άδελφόν της Λάζαρον: Γνωρίζω ότι θά άναστηθή κατά τήν άνάστασιν, πού θά γίνη τήν τελευταίαν καί έσχάτην ήμέραν τοϋ παρόντος αίώνος, μετά άπό τόν όποϊον θά άρχίση ή ένδοξος καί αίωνία ζωή (Ίωάν. ια' 24). Έξαίρεσιν άπετέλεσαν μόνον οι Σαδδουκαΐοι καί βεβαίως oi έθνικοί . Διά τοϋτο, όταν οι Απόστολοι έκήρυτταν άνάστασιν νεκρών, άντιμετώπιζαν τήν άντίδρασιν τών άνθρώπων έκείνων, ό δέ Παύλος έδέχθη τήν ειρωνείαν τών Αθηναίων φιλοσόφων, οι όποιοι τόν ώνόμασαν «σπερμολόγον», άλλά καί τήν γνωστήν μεταχείρισιντών ήγεμόνων Φήλικος καί Άγρίππα (Πράξ. δ' 2" ιζ' 18-32· κδ' 21 · κστ' 8).
Ό Κύριος ύπήρξε πάντοτε σαφής είς τό θειον κήρυγμά του καί δέν άφήκε καμμίαν άμφιβολίαν περί τής άναστάσεως τών νεκρών. Ειπεν είς τούς καταπλήκτους Ιουδαίους: Έρχεται ώρα, κατά τήν όποιαν όλοι, όσοι άπέθαναν καί θά εύρίσκωνται έως τότε είς τά μνήματα, θά άκούσουν τήν φωνήν τοϋ ΥΙοϋ τοϋ Θεοϋ, ό όποίος θά τούς διατάσση νά άναστηθοϋν· καί τότε θά βγουν όλοι άττό τά μνήματα. Καί όσοι μέν έζησαν είς τήν γην σύμφωνα μέ τό Αγιον θέλημα τού Θεού, θά άναστηθοϋν διά νά Απολαύσουν ζωήν αιώνιον καϊ μακαρίαν όσοι δέ έζησαν μέσα είς τη άμαρτίαν, θά άναστηθοϋν διά νά δικασθοΰν καί κατακριθοϋν (Ίωάν. ε' 28-29).
Ότι τό σώμα είναι έκείνο, τό όποιον θά άναστηθή «έν τη έσχάτη ήμερα», πιστοποιείται καί άπό τοΰτο: Παντού, όπου ό Κύριος όμιλεΐ δι άνάστασιν νεκρών, έννοεί τήν άνάστασιν τών σωμάτων. "Αλλωστε καί τοΰ ίδιου τοΰ Κυρίου ή ένδοξος Άνάστασις ήταν άνάστασις τοΰ παναγίου Σώματός του.
Τήν μεγάλην καί σπουδαίαν άλήθειαν τής γενικής άναστάσεως τών νεκρών παρέλαβαν οΐ θεόπνευστοι Απόστολοι, οί όποϊοι τήν έδίδαξαν είς τά πέρατα τής οικουμένης. Ό θείος Παύλος βεβαιώνει ότι γινόμεθα ένα μέ τόν Χριστόν είς τό βάπτισμα, τό όποιον είναι όμοίωμα τοϋ θανάτου του· τοΰτο δέ έχει ώς φυσικήν συνέπειαν ότι θά γίνωμεν ένα καί είς τήν άνάστασιν του (Ρωμ. στ' 5), ή όποια εί¬ναι πρόδρομος καί τής Ιδικής μας άναστάσεως. Άναμένομεν, έγραφε, τήν τελειωτικήν καί ένδοξον φανέρωσιν τής υίοθεσίας, δηλαδή τήν άπελευθέρωσιν τοϋ σώματός μας άπό τήν φθοράν (Ρωμ. η' 23). Τούς Κορινθίους έπληροφοροΰσεν ότι, όταν ήχήση ή ύπερφυσική σάλπιγξ τοΰ άγγέλου, οί νεκροί θά άναστηθοϋν άφθαρτοι (Α' Κορ. ιε' 52· έπίσης Α' Θεσσαλ. δ' 16-17). Γνωρίζομεν δέ, συνεπλήρωνεν, ότι έάν ή έπίγειος κατοικία τής ψυχής μας, δηλαδή τό σώμα μας, διαλυθή μέ τόν θάνατον, έχομεν ώς άλλην οίκοδομήν, ή όποία μάς έτοιμάζεται άπό τόν Θεόν, τό νέον Αθάνατον σώμα (Β' Κορ. ε'1). Διότι ό Κύριος καί Σωτήρ μας θά δώση κατά τήν γενικήν έξανάστασιν νέαν ένδοξον μορφήν είς τό σώμα τής μικρότητος καί ταπεινότητός μας, τό όποϊον τώρα είναι φθαρτόν καί ύπόκειται είς πόνους καί Ασθένειες (Φιλιπ. γ' 20-21).
Ή άγία μας Εκκλησία, άκολουθοΰσα τούς θεοκινήτους Αποστόλους, ϋπεγράμμισεν Ανέκαθεν τήν άλήθειαν αύτήν τόσον, ώστε ήδη ό φιλόσοφος καί μάρτυς Ιουστίνος (Β' αιών) συνιστφ καί προτρέπει όσοι άρνοΰνται τήν άνάστασιν τών νεκρών νά μή θεωρούνται κάν Χριστιανοί, όπως άκριβώς καί οί Σαδδουκαϊοι, οί όποιοι άρνοΰνται τήν άνάστασιν, δέν όνομάζονται Ιουδαίοι . Τελικώς ή μητέρα Έκκλησία κατέγραψε την διδασκαλίαν αυτήν είς τό Ιερόν Σύμβολον τής πίστεώς μας μέ τις τρεις σαφείς καί κατηγορηματικές λέξεις: «Προσδοκώ άνάστασιν νεκρών».
Άττό τότε ο! θείοι Πατέρες, οι όποιοι έρμήνευσαν μέ τον θεολόγον νουν των τήν άγιοπνευματικήν διδασκαλίαν τής θεοπνεύστου Γραφής, δεν έπαυσαν νά ύπενθυμίζουν είς τούς πιστούς τό χαρμόσυνον τούτο γεγονός. Τότε, λέγει ό μέγας Πατήρ τής Καισαρείας, τό σώμα, τό όποιον διελύθη μέσα είς τούς τάφους, θά άναστηθή, ή δέ ψυχή, ή όποια λόγω τού βιολογικού θανάτου έχωρίσθη καί άπεκλείσθη τού σώματος, θά κατοικήση καί πάλιν είς αυτό . Ό Θεολόγος Γρηγόριος διδάσκει: Μετά θάνατον καί τήν Μέσην Κατάστασιν, ή ψυχή, άφοΰ άνακτήση τό άδελφικόν σώμα, μέ τό όποιον συνέζησε, συνεπολέμησε καί συνεφιλοσόφησεν, άπό τήν γήν, ή όποια καί τής τό έδωσε καί είς τήν όποιαν τό είχεν έμπιστευθή — καί τούτο θά γίνη μέ τρόπον, τόν όποιον γνωρίζει ό Θεός, πού συνέδεσε σώμα καί ψυχήν καί κατόπιν τό έχώρισε μέ τόν θάνατον — θά συγκληρονομήση μέ τό σώμα τήν έκεΐ ούράνιον δόξαν .
Τήν άλήθειαν αύτήν έπαναλαμβάνομεν είς τήν 'Ορθόδοξον 'Εκκλησίαν όταν ψάλλομεν τόν όγδοον 'Αναβαθμόν τού πλ. Δ' ήχου: «’Επί τήν μητέρα αύτοΰ γήν δύνων, πας αύθις αναλύσει, τού λαβεϊν βασάνους, ή γέρα των βεβιωμένων». Ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης είς τήν έρμηνείαν τού Αναβαθμού αύτοΰ γράφει μεταξύ άλλων:
«Πρέπει νά ήξεόρωμεν, οτι οί παλαιοί Τρισαγάθην τήν γήν ώνόμαζον· έπειδή έκ τής γής, ώς έκ μητρός έπλάσθημεν, έκ τής γής, ώς έκ τροφού άνετράφημεν καί είς τήν γήν πάλιν, ώς είς τάφον, άναλυόμεθα. Καί όταν μεν γεννώμεθα, είναι ωσάν νά άνατέλλωμεν· οταν δέ ένταφιαζώμεθα είναι ωσάν νά βασιλεύωμεν κατά τό παράδειγμα τοΰ ήλιου (...). Λέγει λοιπόν ό Μελφδός, οτι κάθε άνθρωπος, άφ’ ούδιά τοΰ θανάτου καί ένταφιασμοΰ δύση, ήγουν (δηλαδή) κρυφθή μέσα είς τήν μητέρα του τήν γήν, έχει πάλιν άπό έκεΐ νά άναλύση έν τώ καιρώ τής κοινής άναστάσεως τι δέ θέλει νά είπή τό άναλύσει; άκουσον. Άλλο είναι λύσις καί άλλο άνάλυσις. Παραδείγματος χάριν  ό τοίχος είναι συντεθειμένος άπό πέτρας καί λάσπην καί ξύλα όταν αυτός λυθή είς τάς πέτρας καί λάσπην καί ξύλα, άπό τά όποια συνετέθη, τότε λύσις τοΰ τοίχου λέγεται  οταν δέ πάλιν ό αυτός τοίχος συντεθή άπό τάς αΰτάς πέτρας καί λάσπην καί ξύλα, τότε λέγεται άνάλυσις·
ότι (διότι) ήλθε πάλιν ό διαλυθείς τοίχος εις την προτέραν του κατάστασιν· (διότι) <άναλύω> κυρίως θέλει νά είπή οτι επαναγυρίζω, έρχομαι δευτέραν φοράν (διότι) ή πρόθεσις άνά σημαίνει αυτό πού γίνεται πάλιν. 'Όταν λοιπόν ήμεΐς, πού έχομεν συντεθεί άπό «τά τέσσαρα στοιχεία: γην, ύδωρ, πυρ καί άέρα, διαλυθώμεν ύπό του θανάτου καί του ενταφιασμού» εις τά στοιχεία άπό τά όποια έχομεν συντεθή, «τότε λεγόμεθα ότι έλύθημεν όταν δε εν τή συντέλεια λάβωμεν τό σώμα τούτο, ούχί ομως καί τοιούτο, τότε λεγόμεθα οτι άνελύσαμεν ήλθομεν (δηλαδή) πάλιν εις την ζωήν» (...)· Διότι «ό καθένας έχει νά έλθη εις την ζωήν, κατά δύναμιν Θεού άρρητον»· δηλαδή νά λάβη τό σώμα καί νά άναστηθή. Καί έάν μέν είναι αμαρτωλός, «διά νά λάβη βάσανα αιώνια των πονηρών έργων όποΰ έπραξεν» είς τήν ζωήν αύτήν, έάν δέ είναι δίκαιος, διά νά λάβη άμοιβάς, βραβεία καί στεφάνους «των καλών έργων», πού έπραξεν είς τήν ζωήν αύτήν .


Τήν άνάστασιν των σωμάτων άπαιτεί ή δικαιοσύνη τοϋ Θεού

Τό νεκρόν σώμα πρέπει νά άναστηθή καί διότι ό άνθρωπος άποτελεϊ ψυχοσωματικήν ένότητα, ή όποια μέ τον θάνατον χωρίζεται π ρ ο σ ω ρ ι ν ώ ς. «Ό άνθρωπος ούκ έστι ψυχή μόνον, άλλά ψυχή καί σώμα». Έάν λοιπόν «ψυχή μόνον άνίσταται, έξ ήμισείας» ό άνθρωπος «άνίσταται, άλλ’ ούχ ολόκληρος»''. 'Επομένως ό άνθρωπος πρέπει νά ζήση καί πέραν τοϋ τάφου ώς ψυχοσωματική ένότης, διά νά άπολαύση τά άγαθά τοϋ Παραδείσου ή νά δεχθή τις τιμωρίες τής κολάσεως, ό δλος άνθρωπος, δηλαδή ή ψυχή καί τό σώμα.
Ότι ή άνάστασις τών σωμάτων θά γίνη, διότι τό άπαιτεϊ ή δικαιοσύνη τοϋ Θεοϋ, μάς τό άπεκάλυψε τό "Αγιον Πνεύμα διά τοϋ άποστόλου Παύλου: Όλοι έμεϊς, γράφει, πρέπει νά παρουσιασθώμεν έμπρός είς τό φοβερόν δικαστικόν βήμα τοϋ Χριστοϋ, διά νά άπολαύση ό καθένας μας έκεϊνα, πού έκαμε μέ τό σώμα, άναλόγως τών δσων έπραξεν, είτε άγαθές είναι οί πράξεις του είτε πονηρές (Β' Κορ. ε' 10). Είς τόν άποστολικόν αύτόν λόγον οί θείοι Πατέρες καί Εκκλησιαστικοί συγγραφείς έμβαθύνουν καί θεολογούν έπιτυχέστατα.
Ό άγιος ’Ιουστίνος, ό όποίος έλεγεν οτι όσοι πιστεύουν οτι δέν θα γίνη άνάστασις νεκρών δέν είναι Χριστιανοί , έπιμένει πολύ εις τό ότι θά άναστηθή τό σώμα, διότι ό άνθρωπος άποτελεί ένιαίαν ψυχοσωματικήν όντότητα, Γράφει:
Διότι τί είναι ό άνθρωπος, έάν δέν είναι λογικόν ζώον, πού άποτελεΐται άπό σώμα καί ψυχήν; Μήπως είναι άνθρωπος ή ψυχή καθ’ έαυτήν; Όχι· δέν είναι· είναι μόνον ή ψυχή του άνθρώπου. Μήπως λοιπόν ήτο δυνατόν νά όνομασθή καθ’ αυτό άνθρωπος τό σώμα; Όχι· δέν είναι· όνομάζεται μόνον σώμα τού άνθρώπου. Έάν λοιπόν τό καθ’ ένα χωριστά (ή ψυχή καί τό σώμα) δέν είναι άνθρωπος, άνθρωπος δέ όνομάζεται αύτό πού άποτελεΐται καί άπό τά δύο, τότε ό Θεός, ό όποίος έχει καλέσει εις ζωήν καί άνάστασιν τόν άνθρωπον, δέν έκάλεσε «τό μέρος» (μόνον τήν ψυχήν ή μόνον τό σώμα), άλλά έκάλεσε «τό δλον», τό όποιον είναι ή ψυχή καί τό σώμα .
Ό θείος Κύριλλος Ιεροσολύμων διδάσκει οτι πρέπει νά άναστηθή τό σώμα, διότι όλα τά έπράξαμεν μέ αύτό. «Βλασφημοϋμεν διά στόματος, προσευχόμεθα διά στόματος πορνεόομεν διά σώματος, άγνεόομεν διά σώματος· άρπάζομεν διά χειρός, έλεημοσύνας δίδομεν διά χειρός» κ.ο.κ. 'Επειδή λοιπόν είς ολα μάς ύπηρέτησε τό σώμα, διά τούτο καί είς τήν μέλλουσαν ζωήν θά συναπολαύση «των γενομένων» . Ό άγιος 'Ισίδωρος ό Πηλουσιώτης παρατηρεί: Έάν μέν ή ψυχή μόνη ήγωνίσθη καί έπέτυχε τήν άρετήν, τότε άς στεφανωθή μόνη της· έάν ομως είχε μερίδιον είς τούς άθλους τής άρετής καί τό σώμα, τότε «μετ’ αύτοο στεφανούσθω». Διότι τούτο είναι δίκαιον καί εύλογον καί φυσικόν καί πολύ πρέπον . 'Αλλά καί ό Θεολόγος Γρηγόριος, όμιλών περί τής άναστάσεως τού σώματος καί τής ένώσεώς του μέ τήν ψυχήν, μέ τήν όποιαν συνέζησε καί «συνεφιλοσόφησεν» έπί τής γής, προσθέτει κατ’ αύτόν τόν τρόπον τό σώμα «συγκληρονομεί» μαζί μέ τήν ψυχήν «τής έκείθεν δόξης». Διότι όπως άκριβώς έμοιράσθη μαζί του τις ταλαιπωρίες καί τούς κόπους, ένεκα τής ένώσεως μαζί του είς τήν γην, κατά παρόμοιον τρόπον καί τώρα μεταδίδει είς τό σώμα καί οσα τήν εύχαριστοΰν, τά όποια άπολαμβάνει είς τήν ζωήν τής αίωνιότητος. Καί ό άγιος άφήνει τόν πλούσιον συναισθηματικόν του κόσμον νά έκδηλωθή μέ τά συγκινητικά έρωτήματα: Διατί λοιπόν «μικροψυχώ περί τάς έλπίδας;» Διατί συμπεριφέρομαι καί σκέπτομαι, ώς έάν ή ζωή μου είναι πρόσκαιρος; Περιμένω τήν φωνήν τού άρχαγγέλου, τήν έσχάτην σάλπιγγα, τόν μετασχηματισμόν τού ούρανοΰ, (...) τήν άνανέωσιν δλου τοΰ κόσμου. Καί τότε θά άντικρύσω τόν άγαπημένον μου άδελφόν Καισάριον χωρίς νά άποθνήσκη πιά, χωρίς νά τόν πηγαίνωμεν εις τόν τάφον, χωρίς νά τόν πενθοΰμεν, χωρίς νά τόν λυπούμεθα. Τότε θά τόν ΐδω ((λαμπρόν, ένδοξον, υψηλόν». Τέτοιος, ώ φίλτατε εις έμέ άπό τούς άδελφούς μου, όπως μοΰ έπαρουσιάσθης πολλές φορές εις τό όνειρόν μου .
Ό Ιερός Χρυσόστομος διδάσκει:
Πρέπει τό φθαρτόν σώμα, τό όποιον έγεύθη τόν πόνον καί τόν θάνατον, νά δεχθη μέ τήν άνάστασιν καί τήν χαράν τών στεφάνων. Διότι, έάν δέν έπρεπε νά γίνη τούτο, τότε δέν έπρεπε ό Θεός νά δώση εις τόν άνθρωπον σάρκα, ούτε καί ό Υιός τοΰ Θεού θά έλάμβανε σάρκα . Εις άλλην όμιλίαν του, έμβαθύνων εις τόν λόγον τοΰ θείου Παύλου, πού άνεφέραμεν άνωτέρω, έν συνδυασμό) μέ τόν άλλον, «έάν είς τήν ζωήν αυτήν έχω μεν στηρίξει τις έλπίδες μας μόνον εις τόν Χριστόν, τότε εϊμεθα οί περισσότερον άθλιοι και άξιολύπητοι» (Α' Κορ. ιε' 19), παρατηρεί: Ή άθάνατος ψυχή άναμένει τήν άνάστασιν τοΰ σώματος, διότι χωρίς αύτό δέν πρόκειται νά λάβη τά «Απόρρητα αγαθά» τής βασιλείας, οπως έπίσης καί δέν πρόκειται νά τιμωρηθή χωρίς τό σώμα. Έάν δέν άνίσταται τό σώμα, τότε ή ψυχή μένει «άστεφάνωτος, έξω τής μακαριότητος έκείνης τής έν οΰρανοϊς». Έάν δέ συμβή τοΰτο, τότε καμμίαν άπολαβήν δέν θά έχωμεν έκεΐ. Καί έφ’ οσον ούδεμίαν άμοιβήν θά έχωμεν, άρα οί άμοιβές δίδονται είς τήν παροΰσαν ζωήν. Άλλ’ έν τοιαύτη περιπτώσει τί περισσότερον άθλιον καί άξιολύπητον άπό ήμάς;  Καί διά νά μή μείνη καμμία άμφιβολία είς τούς πιστούς, οτι τήν άνάστασιν τών σωμάτων, άπαιτεΐ ή δικαιοσύνη τοΰ Θεοΰ, λέγει: Δέν σάς διδάσκομεν ίδικές μας διδασκαλίες, άλλά διδασκαλίαν τοΰ Αγίου Πνεύματος. Λοιπόν τί λέγεις; Δέν συμμετέχει είςτά ούράνια βραβεία τό σώμα; Άλλ’είς μέν τόν κόπον καί τόν πόνον τής έπιγείου ζωής συμμετείχε, καί τώρα, πού είναι καιρός μισθού καί άνταποδόσεως δέν θά έχη μέρός; Καί οταν μέν έπρεπε νά άγωνίζεται, αύτό έδέχθη τό μεγαλύτερον
βάρος τού κόπου καί των Ιδρώτων, τώρα δέ, πού είναι καιρός στεφάνου καί άνταμοιβών, «μόνη ή ψυχή στεφανοϋται;»  Τήν σπουδαίαν αύτήν διδασκαλίαν τής ’Ορθοδόξου ’Εκκλησίας μας συνοψίζει πολύ ώραϊα ό άγιος 'Ιωάννης ό Δαμασκηνός. Γράφει: Έάν ή ψυχή ήγωνίσθη μόνη της εις τούς άγώνες τής άρετής, μόνη καί θά στεφανωθή. Καί έάν μόνη έκυλίσθη είς τήν άμαρτίαν, δικαίως θά τιμωρηθή μόνη. Έφ’ όσον ομως σώμα καί ψυχή άπετέλουν ένωμένα τόν δλον άνθρωπον, καί έπειδή ή ψυχή «μήτε τήν άρετήν, μήτε τήν κακίαν» είργάσθη χωριστά άπό τό σώμα, δικαίως θά άπολαύσουν καί τά δύο μαζί τις άμοιβές
. 

Νά χαίρωμεν όταν διαλύεται τό σώμα

Έρωτοϋν πολλοί: Πώς εϊναι δυνατόν νά άναστηθή τό σώμα, άφοϋ έχει διαλυθή;
Προτού άπαντήσωμεν είς τό έρώτημά των, πρέπει νά είπωμεν ότι οί άγιοι Πατέρες θεωρούν τήν διάλυσιν τού σώματος ώς μεγάλην εύεργεσίαν τού Θεού καί έπομένως ώς αιτίαν χαράς.
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει τήν διάλυσιν τού σώματος ώς «υπερβολήν τής θείας ευεργεσίας». Τονίζει δέ οτι ή διάλυσις αύτή δέν βλάπτει καθόλου τήν «θείαν εικόνα» τού άνθρώπου, διότι μέ τόν θάνατον «λύεται (μέν) τό αισθητόν» (=τό σώμα), άλλά δέν «άφανίζεται»λ. Όταν ό γεωργός, λέγει ό θείος Χρυσόστομος, Ιδη τόν σπόρον νά διαλύεται είς τήν γήν, όπου τόν έσπειρε, χαίρει  ένώ φοβείται καί τρέμει, όταν τόν βλέπη νά μένη άδιάλυτος, διότι γνωρίζει οτι ή διάλυσις είναι άρχή τής μελλούσης καρποφορίας. Κατά παρόμοιον τρόπον χαίρομεν καί έμεϊς, «όταν σπαρή (=ταφή) ό άνθρωπος». Όρθώς ώνόμασεν ό θείος 'Απόστολος τήν ταφήν σποράν (πρβλ. Α' Κορινθ. ιε' 42-44), διότι ή σπορά τού σώματος είναι άνώτερη άπό άλλην σποράν. Επειδή τήν σποράν τού σπόρου διαδέχεται «φθορά καί θάνατος», ένώ τήν ταφήν τού σώματος, έάν ζώμεν κατά Θεόν, διαδέχονται «Αφθαρσία καί Αθανασία καί τά μύρια αγαθά.
’Αλλού ό θείος Χρυσόστομος βλέπει τήν διάλυσιν τού σώματος
ώς έργον τής άγαθής καί πανσόφου Προνοίας τοϋ Θεοϋ καί διά τούτο πρέπει νά χαίρωμεν περισσότερον, όταν αύτός, πού άπέθανε «σήπεται» καί γίνεται σκόνη. Καί συνεχίζει· όταν κανείς πρόκειται νά κτίση σπίτι, που έχει γίνει έτοιμόρροπον, πρώτον βγάζει έξω τούς ένοικους, κατόπιν κατεδαφίζει τό σπίτι καί τό άνοικοδομεϊ λαμπρότε- ρον. Ή έξωσις δεν λυπεί τούς ένοικους, διότι δέν σταματούν είς τήν κατεδάφισιν τού παλαιού σπιτιού, άλλά περιμένουν τήν άνοικοδόμησιν τού νέου, τό όποιον δέν βλέπουν μέν άκόμη, τό φαντάζονται όμως. Κατά παρόμοιον τρόπον ένεργεΤ καί ό πάνσοφος Θεός. Προκειμένου νά καταλύση τήν φθαρτήν οικίαν τοϋ σώματος καί νά τήν άνοικοδομήση λαμπροτέραν, πρώτον μέν βγάζει άπό αύτό τήν ψυχήν τήν διαχωρίζει μέ τον σωματικόν θάνατον. Όταν δέ άναστήση τό σώμα, θά τήν είσαγάγη καί πάλιν είς αύτό μέ περισσοτέραν δόξαν Μή προσέχωμεν λοιπόν είς τήν διάλυσιν τού σώματος, άλλ' άς ένδιαφερώμεθα διά τήν μέλλουσαν λαμπρότητα καί δόξαν .
"Αλλωστε, όπως παρατηρεί ό Ιερός Χρυσόστομος (καί έδώ συμφωνεί μέ τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης), μέ τόν θάνατον δέν χάνεται «ή ουσία τοϋ σώματος». Λέγει:
Όπως άκριβώς όταν ίδωμεν άνδριάνχα νά διαλύεται μέσα είς τό χωνευτή ριον, δέν θεωροϋμεν ότι χάνεται τό μέταλλον, άλλ’ ότι τούτο γίνεται διά νά έπιτύχωμεν καλυτέραν κατασκευήν νέου άνδριάντος, έτσι πρέπει νά σκεπτώμεθα προκειμένου καί περί τού διαλυομένου σώματος. Όπως ή διάλυσις είς τό καμίνι δέν είναι έξαφά- νισις, άλλ’ άνακαίνισις τού άνδριάντος, έτσι καί ό θάνατος των σωμάτων μας· δέν είναι «απώλεια», δηλαδή έκμηδένισις, άλλ’ «άνανέωσις», δηλαδή άνακαίνισις, ξεκαινοόργωμα. Όταν λοιπόν βλέπης τήν σήψιν καί διάλυσιν τού σώματος, περίμενε τήν «άναχώνευσιν», τήν άνακατασκευήν. Προχώρησε όμως καί πέραν τού παραδείγματος αύτοΰ· διότι ό άγαλματοποιός, όταν ρίψη είς τό καμίνι χάλκινον άνδριάντα, θά σοΰ κατασκευάση καί πάλιν χάλκινον. Ό Θεός όμως διαλύει είς τήν γην τό πήλινον καί θνητόν σώμα, διά νά σοΰ κατασκευάση ανδριάντα χρυσόν καί άθάνατον. Διότι ή γη, άφοΰ έδέχθη τό φθαρτόν καί θνητόν σώμα, θά σοΰ άποδώση σώμα «άφθαρτον καί άκηρατον» · αφθαρτον, καθαρόν, άσπιλον, αιώνιον.
Ό θειος Χρυσόστομος άπαντά καί είς τήν άπορίαν έκείνων, οι όποιοι λέγουν: Διατί πρέπει νά σαπίση καί νά διαλυθή τό σώμα, διά νά γίνη ή άνανέωσίς του; "Επρεπε νά γίνεται τούτο χωρίς νά φθείρωνται τά σώματα νά μένουν άκέραια καί νά μετασκευάζωνται. Άπαντά λοιπόν:
α) Έάν έγίνετο αύτό, είς τίποτε δέν θά ώφελοΰσε· μάλλον θά έβλαπτε. Διότι έάν δέν έφθείροντο τά σώματα, θά έμενε τό μεγαλύτερον όλων των κακών, ό έγωϊσμός. Έάν σήμερον, πού τά σώματα άποσυντίθενται καί γίνονται τροφή τών σκωλήκων, τόσοι άνθρωποι άνακηρύσσονται ένεκα τοΰ έγωϊσμοΰ των θεοί, τί θά έγίνετο, άν δέν συνέβαινε τούτο; β)Έάν δέν διελύοντο τά σώματα, δέν θά έπίστευαν οί άνθρωποι ότι είναι γήινοι καί χωματένιοι. ’Αφού καί τώρα πολλοί άμφισβητοΰν τούτο, τί θά έλεγαν, έάν δέν έβλεπαν τήν πραγματικότητα αύτήν; γ) Έάν τά σώματα δέν διελύοντο, θά έγίνοντο πολύ άγαπητά καί πολλοί θά έγίνοντο σαρκικώτεροι καί ύλιστικώτεροι. δ) Οί άνθρωποι δέν θά έπεθύμουν μέ πόθον πολύν τήν μέλλουσαν ζωήν, ε) Όσοι ύποστηρίζουν  οτι ό κόσμος είναι άθάνατος, θά είχαν ισχυρότερα έπιχειρήματα καί δέν θά παρεδέχοντο οτι ό Θεός είναι δημιουργός του. στ) Δέν θά έγνώριζαν τήν άξίαν της ψυχής καί δέν θά έξετίμων τήν θέσιν καί τήν προσφοράν της είς τό σώμα, ζ) Πολλοί, άπό έκείνους πού θά έχαναν τούς συγγενείς των, θά έπήγαιναν νά κατοικήσουν είς τά μνήματα καί θά έγίνοντο ώς παράφρονες, άφού θά συνωμιλοΰσαν συνεχώς μέ τούς νεκρούς προσφιλείς των. Έάν τώρα πολλοί ζωγραφίζουν τούς οικείους των καί μένουν έκεΐ νά κυττάζουν τό σανίδι, οπου είναι ή ζωγραφιά, πόσα άτοπα θά έπινοούσαν, έάν είχαν έμπρός των τά άδιάλυτα σώματα; Δέν άποκλείεται νά έκτιζαν διά τά σώματα αύτά καί ναούς, νά έγίνοντο καί είδωλολάτραι καί νά τούς έξεμεταλλεύοντο οί δαίμονες, οπως κάμνουν σήμερα μέ τις νεκρομαντείες. Διά νά άφανίση λοιπόν ό Θεός ολα τά παραπάνω άτοπα, άφανίζει τά σώματα άπό τά μάτια μας. Έάν αύτά δέν έσήποντο, θά έπήρχετο μεγάλη σύγχυσις είς τήν ζωήν μας· κανείς δέν θά έφρόντιζε διά τήν ψυχήν του καί δέν θά έσκέπτετο τήν άθανασίαν καί τήν πέραν τοΰ τάφου ζωήν .
Πώς θά άναστηθή λοιπόν τό σώμα, άφού έχει διαλυθή;

Ή άνάστασις τών νεκρών σωμάτων

Βεβαίως σήμερον οί άπιστοι δέν δέχονται τήν άνάστασιν τών νεκρών. Τό ίδιον συνέβαινε καί κατά τούς πρώτους αίώνας τοΰ Χριστιανισμού μέ τούς έθνικούς φιλοσόφους, όπως άνεφέραμεν. Κατά τόν διωγμόν έπΐ Μάρκου Αύρηλίου οί είδωλολάτραι έκαιαν τά σώματα τών Χριστιανών Μαρτύρων, πού ησαν πεταμένα είς τούς δρόμους, έσκόρπιζαν τήν στάχτην των είς τό ρεύμα τοΰ Ροδανού ποταμού καί έλεγαν χλευαστικώς: Τώρα θά ίδωμεν, έάν θά άναστηθούν καί έάν δύναται δ Θεός νά τούς βοηθήση Οι Χριστιανοί ομως είχαν σταθερόν πίστιν εις την άνάστασιν τών νεκρών, όσον καί άν αυτή φαίνεται άκατανόητος εις τό άνθρώττινον λογικόν. Διότι τόσον ό Κύριος, όσον καί oi άγιοι 'Απόστολοι έδίδαξαν τήν άλήθειαν αύτήν. "Αλλωστε «όλος ό Χριστιανός καί τα μυστήρια τοΰ Χριστιανού πίστις έστί». Πίστις δέ άληθής είναι «ή Απερΐεργος συγκατάθεσις» είς όσα μάς άπεκάλυψεν ό Θεός διά τών θεοπνεύστων Γραφών. Έάν θέλωμεν νά περιεργαζώμεθα τούς λόγους καί τις έντολές τών θείων Γραφών, «άπολλύμεθα καί είς βυθόν Απιστίας ποντιζόμεθα». Έάν δέ έπιτρέψω μεν είς τόν Σατανάν νά σπείρη είς τις ψυχές μας «λογισμούς Απιστίας», δέν θά διστάση νά σπείρη παρομοίους λογισμούς καί περί αύτοϋ τούτου τού Θεού. Διά τούτο «καί τόν περί Αναστάσεως τών σωμάτων λόγον» άς τόν δεχθώμεν μέ πίστιν   .
Θά άναστηθοϋν λοιπόν οι νεκροί. Τούτο διδασκόμεθα άπό τά άκόλουθα:
α) Τήν άνάστασίν των έγγυάται ή τριήμερος έκ νεκρών Άνάστασις τοΰ Κυρίου μας, ό όποίος είναι καί ή «Απαρχή τών κεκοιμημένων» (Α' Κορ. ιε' 20). Ή λαμπροφόρος Άνάστασίς του είναι ό άρραβών τής άναστάσεως καί τών ίδικών μας σωμάτων. Τούτο προετύπωσεν ήδη είς τήν Π. Διαθήκην μέ τό παράδειγμα τοΰ προφήτου Ιωνά, τόν όποιον κατέπιε τό κήτος καί τόν έξήμεσε πάλιν ζωντανόν καί άκέραιον μετά τρεις ήμέρες. Επίσης ό Κύριος είχε βεβαιώσει τούς ’Ιουδαίους διά τήν Άνάστασίν του. Τούς είπε: «Λύσατε τόν ναόν τούτον, καί έν τρισίν ήμέραις έγερώ αυτόν»· ναόν δέ έλεγεν όχι τόν ναόν τοΰ Σολομώντος, άλλά τόν πανάγιον ναόν τοΰ πανακηράτου σώματός του. Περί τούτου έπείσθησαν πλήρως οί Μαθηταί, όταν πλέον άνεστήθη έκ νεκρών (Ίωάν. β' 19-22).
Ή άλήθεια αύτή άπετέλει τήν κεντρικήν διδασκαλίαν τοΰ άποστολικοϋ κηρύγματος. Είναι δέ καί ή πηγή τής άνεκφράστου χαράς, τήν όποίαν δοκιμάζει ή χριστιανική ψυχή, όταν ένθυμήται τό μέγα θαΰμα τής τριημέρου Άναστάσεως τοΰ Σωτήρος. Δι αύτό καί ψάλλει: «Σώτερ μου», «Αναστάς έκ τοΰ τάφου(.„) συνανέστησας παγγενή τόν Άδάμ» . Καρπός τής ζωηφόρου Άναστάσεώς σου. Κύριέ μου, είναι ή καθολική άνάστασις τοϋ γένους των άνθρώπων. Αυτή μας άνοιξε τις πύλες τοϋ Παραδείσου, πού έκλείσθησαν μέ τήν παράβασιν τών πρωτοπλάστων.
β) Ή άνάστασις τών σωμάτων είναι άναμφίβολος καί κατά τούτο: Άφοΰ μέ τον σταυρικόν θάνατον καί τήν Άνάστασιν τοϋ Κυρίου έγινεν ήδη ή άνάστασις μας άπό τον αιώνιον θάνατον, δηλαδή άπό τήν άμαρτίαν, διατί νά μή γίνη καί ή άνάστασις τών σωμάτων; Ό πνευματικός καί ό σωματικός θάνατος ώφείλοντο είς τήν άμαρτίαν «διά τοΰτο επεσε τό σώμα, επειδή ήμαρτεν». Έάν λοιπόν άρχή τής πτώ¬σεως ήταν ή άμαρτία, τότε καί άρχή τής άναστάσεως είναι ή άπαλλαγή άπό τήν άμαρτίαν. 'Αλλά διά τοϋ άγιου Βαπτίσματος, χάρις εις τήν θυσίαν τοϋ Σωτήρος, άνεστήθημεν ήθικώς, «άνέστημεν τήν μείζονα άνάστασιν, τον χαλεπόν θάνατον τής άμαρτίας ρίψαντες, και άποδυσάμενοι τό παλαιόν ίμάτιον»· άς μή άρνηθώμεν λοιπόν τό «ελαττον», δηλαδή τήν άνάστασιν τών σωμάτων. Ώστε ή άνάστασις μας άπό τήν άμαρτίαν είναι τό προανάκρουσμα, ό άρραβών, ή βεβαία έλπίς τής άναστάσεως τών νεκρών σωμάτων. Διότι έφ' οσον κατηργήθη τό «μεΐζον», δηλαδή ή άμαρτία, δέν πρέπει νά άμφιβάλλωμεν καθόλου καί «περί (καταργήσεως) τοϋ έλάττονος», δηλαδή περί τής καταργήσεως τοϋ θανάτου τών σωμάτων .
γ) Ή άνάστασις τών νεκρών θά γίνη, διότι τίποτε δέν είναι άδύνατον είς τήν άπειροδύναμον σοφίαν τοϋ Πλάστου καί τήν άπειρόσοφον δύναμιν τοϋ Δημιουργού. «Τω Θεω πάντα εϋκολά έστι» , όπως μάς έβεβαίωσεν ό ίδιος (Μάρκ. Γ 27). Όλα δύναται νά κάμη ή θεία Παντοδυναμία. Όσοι δέ άπιστοΰν, άς μάθουν τί πράγματι δέν δύναται νά κάμη ό Θεός. Ό Θεός «δέν ήμπορεΐνά ψεύδεται» . Όσα είπεν, όσα ύπεσχέθη, όσα έδίδαξε διά τών θεοκηρύκων Αποστόλων του, θά πραγματοποιηθούν λεπτομερώς. Άλλωστε ύπάρχει πλήθος καταπληκτικών γεγονότων, τά όποϊα έπραγματοποίησεν ή παντοδύναμος βουλή του. Διατί νά μή πραγματοποιήση καί τήν άνάστασιν τών σωμάτων, περί τής όποιας μάς έμίλησε χωρίς Περιστροφές. Μάς είπεν: "Ερχεται ώρα, καί αύτή είναι ή συντέλεια τοϋ κόσμου, κατά τήν όποιαν ολοι οι πεθαμένοι, οΐ όποιοι θά εύρίσκωνται έως τότε είς τά μνήματα, θά άκούσουν τήν φωνήν τοϋ Υίοΰ τοϋ Θεού, πού θά τούς διατάσση νά άναστηθοΰν. Και όλοι αύτοΐ θά άναστηθοΰν καί θά βγουν άπό τά μνήματα, διά νά κριθοϋν (Ίωάν. ε' 28-29).
δ) Τόσον ό Κύριος, οσον καί ό άπόστολος Παύλος έχρησιμοποίησαν διά την άνάστασιν των σωμάτων τήν εΙκόνα τού σπόρου, πού σπείρεται εις τήν γην. Ό Κύριος, προκειμένου περί τού θανάτου καί τής άναστάσεώς του, εϊπεν: Έάν τό σπυρί τού σιταριού δέν πέση είς τήν γήν καί δέν σαπίση εις τό χώμα, μένει μοναχόν του καί δέν πολλαπλασιάζεται. Έάν ομως διά τής σποράς άποθάνη καί ταφή, δίδει καρπόν πολύν. "Ετσι καί έγώ, άν άποθάνω, οπως ώρισεν ό Θεός Πατήρ μου, θά άναστηθώ καί θά καρποφορήσω τήν άνάστασιν καί σωτηρίαν τών άνθρώπων (Ίωάν. ιβ' 24).
Ό θεόπνευστος Παύλος θεωρεί τήν άνάστασιν τών νεκρών τόσον εΰκολον καί τόσον φυσικήν, οσον καί τήν βλάστησιν τού σπόρου. Είς έκεΐνον δέ πού άντιλέγει είς τούτο, άπαντά: «Άφρον, σύ δ σπείρεις, οΰ ζωοποιείται έάνμή άποθάνη». Καί αύτό πού σπέρνεις, δέν είναι τό σώμα, τό όποιον πρόκειται νά φυτρώση, είναι κόκκος σιταριού ή άλλου σπόρου γυμνός καί χωρίς φύλλα. Ό Θεός δέ δίδει κατόπιν είς αύτόν σώμα καί είς κάθε σπόρον ιδιαίτερον σώμα (Α' Κορ. ιε' 36-37). Αύτό ομως τό όποιον έχει σημασίαν, εϊναι ό χαρακτηρισμός, τόν όποϊον δίδει ό Άπόστολος είς έκεΐνον πού άπιστεΐ. Τόν όνομάζει «άφρονα», δηλαδή άμυαλον, άπερίσκεπτον! Ώστε ό άπόστολος Παύλος, ό όποίος είναι παντού πάρα πολύ «ήμερος καί ταπεινός» χρησιμοποεϊ έδώ λόγον πολύ έλεγκτικόν. Καί τούτο διά νά τονίση άκριβώς οτι ή άνάστασις τών σωμάτων είναι κάτι τό πολύ φυσικόν, άφοΰ καί ή φύσις όλόκληρος είναι γεμάτη νεκραναστάσεις. Ό άπιστος παρουσιάζεται πράγματι άπερίσκεπτος, άφοΰ άγνοεϊ οσα γίνονται καθημερινώς άπό αύτόν τόν ίδιον. Ό άπιστος, λησμονών οτι καί αύτός μέ τήν σποράν τού σπόρου είναι «δημιουργός άναστάσεώς», «αμφιβάλλει περί Θεοϋ», άν δύναται νά άναστήση τούς νεκρούς. Αύτό δέ πού ό άπιστος θεωρεί ώς έπιχείρημα περί τής μή άναστάσεώς τών νεκρών, ό Άπόστολος τού τό προβάλλει ώς άπόδειξιν τού δυνατού τής άναστάσεώς. Λέγει ό άπιστος· σήπεται ό νεκρός. Ναί, άπαντά ό Απόστολος, καί ό σπόρος σήπεται καί άποθνήσκει, τούτο ομως γίνεται άφορμή άναστάσεώς .
Τήν ώραίαν αύτήν εικόνα έχρησιμοποίησαν άνέκαθεν όλοι σχεδόν οϊ θείοι Πατέρες. Ό άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, άναφερόμενος είς τό σιτάρι πού σπείρεται, παρατηρεί ότι τούτο άποθνήσκει, σήπεται καί γίνεται άχρηστον διά φαγητόν. Έν τούτοις ό σπόρος πού έσάπησε, βλαστάνει «χλοερός», καί ένώ έπεσε μικρός σπόρος, «έγείρεται κάλλιστος». Καί αυτά μέν τά σπέρματα, λέγει, έγιναν διά τήν ίδικήν μας χρήσιν. Έάν δέ αύτά, πού έγιναν δι ήμάς, ζωοποιούνται άφού προηγουμένως έχουν νεκρωθή, έμεΐς διά τούς όποιους έγιναν έκεϊνα, διατί «νεκρωθέντες οϋκ έγειρόμεθα;» Ό άγιος Κύριλλος δανείζεται καί άλλην είκόνα άπό τά δένδρα: Έάν δένδρον, πού έκόπη, κατόπιν «έπανθεί» (άνθίζη), διατί ό «έκκοπεις άνθρωπος ούκ άνθεϊ;». «Καί άμπελώνος κλήματα καί δένδρων άλλων άποτμηθέντα παντελώς (κοπέντα έντελώς) καί μεταφυτευθέντα» ζωοποιούνται καί καρποφορούν, ό άνθρωπος, διά τον όποιον έκεϊνα έδημιουργήθησαν, «πεσών είς γην άρα οΰκ άναστήσεται;». Καί συμπεραίνει: Ό Θεός είς άλα αύτά τά φυσικά φαινόμενα έργάζεται κάθε χρόνον τήν άνάστα σιν ούτως, ώστε σύ, ό όποίος βλέπεις τό τί γίνεται εις τά άψυχα, νά πιστεύσης οτι τό ίδιον συμβαίνει καί μέ τά έμψυχα λογικά .
Ό Μ. 'Αθανάσιος γράφει ότι όπως τά σπέρματα, τά όποια ρίπτονται είς τήν γην, έτσι καί έμεΐς μέ τό νά άποθνήσκωμεν δέν χανόμεθα διαλυόμενοι, άλλά σπειρόμεθα διά νά άναστηθώμεν διότι ό θάνατος κατηργήθη διά τής χάριτος τού Σωτήρος . Ό άγιος ’Ιωάννης ό Δαμασκηνός, έχων ύπ' όψιν του τά σπέρματα τών φυτών, έρωτά: Ποϊος είναι αύτός, πού έβαλε είς τά σπέρματα ρίζες, καλάμι, φύλλα, στάχυα καί λεπτότατον χνούδι; Δέν είναι ό δημιουργός τών όλων; Τό θειον του πρόσταγμα δέν είναι έκεϊνο, πού έχει οικοδομήσει τά πάντα; "Ετσι λοιπόν πίστευε καί σύ ότι θά γίνη καί ή άνάστασις τών νεκρών μέ τήν θείαν βουλήν καί τό θειον νεύμα. Διότι ό άπειρόσοφος Θεός έχει μαζί μέ τήν θέλησιν σύμφωνον, βοηθόν καί συνεργάτην καί τήν δύναμιν     .
Ώστε ή σπορά καί ή καρποφορία μάς βεβαιώνουν ότι πρέπει νά περιμένωμεν καί έμεΐς «τήν άνοιξιν τοΰ σώματός μας», οπως ώραϊα έγραφεν ό Λατίνος άπολογητής τοΰ Β' αίώνος Μινούκιος Φήλιξ. Ή γη σπείρεται τώρα μέ τά άνθρώπινα σώματα όταν ομως έλθη ή συντέλεια τοΰ παρόντος αίώνος, θά τά άναβλαστήση μέ τήν δύναμιν τοΰ Θεού. Τό άνθρώπινον σώμα παραδίδεται σήμερον είς τήν γήν, άλλά περιμένει τήν έξανάστάσίν του κατά τήν έσχάτην ήμέραν. Μέ ολα αύτά «κάθε τάφος είναι μία κιβωτός άφθαρσίας»' Διά τούτο καί ό θείος Χρυσόστομος άναφωνεΐ είς τόν Κατηχητικόν του λόγον, πού άναγινώσκεται κατά τήν Κυριακήν τοΰ Πάσχα: «Άνέστη Χριστός, καί νεκρός οϋδείς έπί μνήματος»
ε) Οι 'Εκκλησιαστικοί συγγραφείς καί οϊ θείοι Πατέρες, οΐ όποιοι διδάσκουν την άνάστασιν τών σωμάτων ώς έργον τής παντοδυναμίας τοϋ Θεοΰ, φέρουν καί άλλο παράδειγμα- τήν σύλληψιν καί γέννησιν τοϋ άνθρώπου. Ό άγιος μάρτυς 'Ιουστίνος, ό Άθηναγόρας καί ό Θεόφιλος 'Αντιόχειας, οι όποιοι πιστεύουν σταθερώς καί χωρίς καμμίαν άπολύτως άμφιβολίαν είς τήν άνάστασιν τών σωμάτων, παρατηρούν: Όπως ό Θεός ώρισεν, ώστε άπό τό «έν καί άπλοΰν σπέρμα», άπό μίαν μικράν σταγόνα «άνθρωπείου σπέρματος» νά δη μιουργοϋνται όστά καί νεύρα καί σάρκες καί νά γίνεται όλόκληρος καί άρτιος άνθρωπος, κατά παρόμοιον τρόπον δύναται ό Θεός νά ένωση «τό διαλελυμένον» σώμα καί νά άναστήση τό νεκρόν   . Ό άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έρωτά: Πού ήμεθα εμείς, πού όμιλοϋμεν καί άκούομεν, πριν άπό έκατόν ή διακόσια χρόνια; Δέν γνωρίζεις μήπως ότι «γεννώμεθα έξ άσθενών καί άμορφων καίμονοειδών πραγμάτων;» Καί ομως άπό αύτό τό «μονοειδές καί άσθενές» λαμβάνει μορφήν καί σχήμα καί ύπόστασιν ό ζωντανός άνθρωπος αύτό τό άσθενές, άφοΰ λάβη σάρκα, «μεταβάλλεται είς νεύρων ίσχυρότητα καί είς οφθαλμών λαμπρότητα καίρινός (μύτης) όσφρησιν καί ώτων άκοήν καί γλώσσαν λαλοΰσαν καί καρδίαν πάλλουσαν καί χειρών έργασίαν (...). Καί τό άσθενές εκείνο γίνεται (άνθρωπος) ναυπηγός καί οικοδόμος καί άρχιτέκτων (...) καί αρχών καί νομοθέτης καί βασιλεύς». Καί συμπεραίνει ό άγιος Ό Θεός, ό όποίος μάς έδημιούργησεν άπό «ευτελή πράγματα», καί «ό σωματοποιών» κατ' αύτόν τόν θαυμαστόν τρόπον τό «εύτελέστατον» δέν ήμπορεϊ λοιπόν νά άναστήση καί πάλιν τό «πεσόν σώμα»; Εκείνος, πού έπλασε τό πλάσμα τό όποιον δέν ύπήρχε, δέν ήμπορεϊ μήπως νά άναστήση τό σώμα πού ύπάρχει καί τό όποιον άπέθανε.
Ό άγιος Αναστάσιος ό Σινάίτης, άπευθυνόμενος είς έκεΐνον, πού διερωτάται πώς είναι δυνατόν νά άναστηθή τό νεκρόν σώμα, γράφει:
Έάν γεννηθή είς τήν ψυχήν σου άμφιβολία περί άναστάσεως, όταν βλέπης «τόν χοϋν άψυχον έν τώ τάφω ήδη» καί άπορης «πώς ή σποδός αυτή ή οίκτρά καί νεκρών δύναται νά γίνη «έμψυχος καί όλόκληρος άνθρωπος», παρατήρησε άμέσως τόν έαυτόν σου. Είς αύτόν θά ί'δης νά έχη γίνει πραγματικότητα «ό τύπος (τό πρότυπον, ή εικόνα) τής τών σωμάτων άναστάσεως». Άπό που «συ άνέστης καί όλόκληρος άνθρωπος γέγονας καί έμψυχος;» Δέν έσχηματίσθης άπό τήν σύλληψιν, την κυοφορίαν καί τήν γέννησιν μέ τήν δύναμιν του Θεοΰ; Έάν πάλιν άπορής διά «τό άψυχον της κόνεως των σωμάτων» καί διερωτάσαι «πώς τό άψυχον άναγεννάται έμψυχον;», έχεις καί περί τούτου πολλά παραδείγματα άπό τήν φύσιν .
Τήν ιδίαν διδασκαλίαν άναπτύσσει καί ό άγιος 'Ιωάννης ό Δαμασκηνός. Λέγει:
Ό Θεός πού μετέβαλε τό χώμα εις σώμα μέ μόνην τήν θέλησίν του  αύτός ό όποίος ώρισεν, ώστε μία «μικρά ρανίδα του σπέρματος» νά αύξάνεται καί νά δίδη μορφήν εις τό πολυσύνθετον τούτο άνθρώπινον σώμα, δέν ήμπορεΐ ν’ άναστήση μέ τήν βούλησίν του αύτό πού έγινε καί κατόπιν διελύθη;
στ) Ή άνάστασις των σωμάτων είναι δυνατή χάρις εις τήν παντοδυναμίαν τοϋ Θεοΰ καί κατά τοϋτο: Τί είναι εύκολώτερον, ή δημιουργία άπό τό μηδέν ή ή δημιουργία άπό ΰπάρχουσαν ύλην; 'Ασφαλώς τό δεύτερον. Έφ’ όσον όμως ό Θεός έκαμε τό πρώτον, διατί δέν ήμπορεΐ νά πραγματοποιήση καί τό δεύτερον;  Ό Ιερός Χρυσόστομος, άπευθυνόμενος πρός τον άπιστον ή έκεΐνον πού άμφιβάλλει διά τήν άνάστασιν τών σωμάτων, λέγει: Πώς έδημιούργησε σέ ό Θεός; «Ούχί γην έλαβε καί έπλασε;» Καί ποιον είναι τό δυσκολώτερον; Νά κάμη άπό τήν γην «σάρκας και φλέβας και δέρμα καί . οστά καί ίνας καί νεϋρα καί άρτηρίας» κ.λ.π. ή αύτά πού έγιναν φθαρτά νά τά καταστήση άθάνατα; Ό Θεός, πού έδημιούργησεν άπό τό μηδέν τόσον πολλές στρατιές άσωμάτων 'Αγγέλων, δέν ήμπορεΐ νά άνανεώση τό σώμα τού άνθρώπου πού έλειωσε καί νά τό περιβάλη μέ περισσοτέραν άξίαν καί δόξαν; Άπάντησέ μου σύ πού άπιστεΐς: Τί είναι εύκολώτερον, νά δημιουργήσει ό Θεός κάποιον άπό τό μηδέν ή άφοΰ διαλυθή νά τον άναστήση πάλιν;  Ή άπάντησις είναι προφανής. 'Εκείνος, ό Όποίος μέ μόνην τήν θέλησιν καί τον λόγον τού συνέστησεν έκ τού μή όντος τις άσώματες Δυνάμεις τών άγιων 'Αγγέλων καί ούρανόν καί γην καί θάλασσαν καί όλην τήν όρατήν καί άόρατον κτίσιν, δύναται πολύ εύκολώτερα μέ μόνον τον λόγον νά άναστήση, όπως ό Ίδιος γνωρίζει, καί νά άναπλάση τά σώματα τών νεκρών .
Ό άγιος Κύριλλος 'Ιεροσολύμων, παραθέτει μαρτυρίες άπό την Αγίαν Γραφήν, οί όποιες βεβαιώνουν τήν άνάστασιν καί έπιμένει είς περιπτώσεις, πού παρουσιάζουν κάποιαν άναλογίαν προς αύτήν: Ή νεκρά ράβδος τού Άαρών έβλάστησε χωρίς νερόν καί τρόπον τινά άνέστη· καί ό Άαρών δεν άνίσταται; Ή ξηρά ράβδος τοΰ Μωϋσέως μετεβλήθη είς δράκοντα καί τά σώματα των δικαίων δέν ήμποροϋν νά άναστηθοΰν καί νά ζήσουν; Καί τότε μέν τό πρόσταγμα τού Θεού ήταν ισχυρόν, σήμερον δέ δέν είναι;  'Ώστε «ή άνάστασις τής σαρκός δύναμις Θεοϋ έστι», ή οποία ύπερβαίνει μέν τό λογικόν μας, πιστοποιείται ομως διά τής πίστεως καί είναι ορατή καί όλοφάνερη είς τά έργα τού Θεοϋ .
ζ) Όσοι άμφισβητοϋν τήν άνάστασιν τών νεκρών, διατυπώνουν καί τό άκόλουθον έρώτημα: Πώς θά άναστηθοΰν τά σώματα έκείνων, τούς οποίους κατέφαγαν τά άγρια θηρία ή κατεβρόχθισαν τά θαλάσσια κήτη; Άλλ’ έάν πιστεύωμεν ότι ό Θεός έχει είς τήν έξουσιαστικήν του χείρα όλην τήν γήν μέχρι τά πέρατά της (Ψαλμ. ζδ' 4), διατί άπιστοΰμεν είς τήν άνάστασιν τών σωμάτων αύτών; Είτε διαλυθή τό σώμα είτε καταφαγωθή, καί πάλιν είςτά παντοδύναμα χέρια τοΰ Θεοϋ εύρίσκεται. Κάτω άπό τήν κραταιάν έξουσίαν του είναι καί ή φωτιά καί οι ποταμοί καί οί θάλασσες καί άλα τά θηρία τής θαλάσσης καί τής γής. Άπό έκεϊ ή άπειροδύναμος σοφία του έχει τόν τρόπον νά άρπάση, νά άναπλάση καί νά άναστήση τά σώματα .
Ό άπολογητής Τατιανός, όμιλών διά τήν άνάστασιν τών νεκρών, λέγει:
Έγώ, ό όποίος δέν θά ύπάρχω σωματικώς καί δέν θά είμαι όρα τός ένεκα τοΰ θανάτου, θά άναστηθώ καί θά ύπάρξω πάλιν, οπως άκριβώς ήλθα είς τήν ζωήν διά τής γεννήσεως, ένω προηγουμένως δέν ύπήρχα. Καί αν άκόμη μοϋ έξαφανίση τήν σάρκα ή φωτιά, καί πάλιν τήν ΰλην τοΰ σώματος πού έξητμίσθη τήν έχει περιλάβει ό ορατός κόσμος. Καί άν διαλυθώ είς τούς ποταμούς ή τις θάλασσες καί άν διαμελισθώ άπό τά θηρία, καί πάλιν είμαι κατατεθειμένος είς τά ταμεία τοΰ πλουσίου Δεσπότου. Καί αύτός, ό όποίος βασιλεύει έφ’ όλης τής κτίσεως, όταν θελήση, θά άποκαταστήση είς τό άρχαϊον κάλλος τήν ύπόστασίν μου, πού είναι γνωστή καί όρατή μόνον είς αύτόν .
Επίσης ο θείος Κύριλλος 'Ιεροσολύμων άπαντά  εις όσους προβάλλουν την ένστασιν:
Αύτός πού άπέθανε, διελύθη καί τόν κατέφαγαν σκουλήκια, τά όποια ομως διελύθησαν καί αύτά καί έξηφανίσθησαν· πώς θά άναστηθή λοιπόν; Τούς ναυαγούς έφαγαν τά ψάρια, τά όποια ομως κατεφαγώθησαν άπό άλλα ψάρια. Όσοι έθηριομάχη σαν, κατεφαγώθησαν άπό άρκοΰδες καί λιοντάρια· άλλους κατέφαγαν κοράκια καί γΰπες, οί όποίοι, άφοΰ έπέταξαν πρός τά τέσσαρα σημεία τού όρίζοντος, έθανατώθησαν εις διαφορετικές άποστάσεις. Άπό πού θά συναχθη τό σώμα διά νά άναστηθη; Άλλ’ ολα αύτά, άπαντά ό ιερός Πατήρ, πού φαίνονται εις σέ τόν μικρόν καί άδύνατον άνθρωπον άκατόρθωτα, είναι δυνατά εις τόν Θεόν. Διότι Αύτός κατέχει «έν τη δρακί αύτοϋ» όλην τήν δημιουργίαν. Αντί λοιπόν νά κατηγορής τόν Θεόν, συγκρίνων τούτον πρός τήν ίδικήν σου άδυναμίαν, πρόσεχε μάλλον εις τήν δύναμιν τού Θεού, ή όποια είναι άπειρος . Άς άκούσωμεν καί τόν άγιον Ίωάννην τόν Χρυσόστομον, ό όποίος άπαντά  διά μακρών εις έκείνους πού λέγουν:
Ό τάδε έναυάγησε καί κατεποντίσθη εις τήν θάλασσαν, όπου τόν έφαγαν πολλά ψάρια· κάθε ένα κατέφαγε καί ένα κομμάτι του. Κατόπιν τό ένα ψάρι κατεβροχθΐσθη εις αύτόν τόν κόλπον άπό άλλο ψάρι· τό άλλο κατεβροχθΐσθη εις άλλην άκρογιαλιάν άπό μεγαλύτερο ψάρι. Τά ψάρια αύτά τά έψάρευσαν ίσως κατόπιν άνθρωποι, οί όποιοι τά έφαγαν, τούς άνθρώπους δέ κατεσπάραξαν θηρία. Ύστερα άπό όλην αύτήν τήν σύγχυσιν καί τό σκόρπισμα, πώς είναι δυνατόν νά άναστηθη καί πάλιν ό ναυαγός; Είς όλα αύτά, τά όποια ό θείος Πατήρ όνομάζει σωρόν φλυαριών, άνοησιών («όρμαθοΰς λήρων») άπαντα: Έάν δέν συμβοΰν αύτά πού λέγετε καί τό σώμα διαλυθη όμαλώς, πώς «ή κόνις καί ή τέφρα συγκολληθήσεται, πώς τό άνθος λοιπόν εσται τοϋ σώματος;»· πώς θά συνενωθούν ή σκόνη καί ή τέφρα, άπό πού θά ύπάρξη είς τήν συνέχειαν ή λαμπρότητα τού σώματος; Δέν είναι καί τούτον άπορίας άξιον; Άλλωστε «ή ζωή γίνεται άπό φθοράς», οπως λέγει ό θείος Απόστολος μέ τό παράδειγμα τού σπόρου, πού χώνεται είς τήν γην καί σήπεται καί κατόπιν άναβλαστάνει. Έπί πλέον, ένα δέν είναι τό νερόν, πού βρέχουν τά σύννεφα είς τήν γην; Καί όμως αύτό, τό όποιον έχει «μίαν ποιότητα και μίαν φϋαιν», είς τό κλήμα γίνεται κρασί καί φύλλα καί χυμός· είς τήν έλιάν γίνεται λάδι καί όλα τά άλλα· καί τό πλέον θαυμαστόν,οτι έδώ μέν γίνεται «υγρόν, έκεΐ ξηρόν», έδώ «γλυκύ, έκεΐ όξύ (ξυνό), έκεΐ στυφόν (στυφόν)», άλλου δέ πικρόν. Πώς γίνεται τούτο; Ό θείος Πατήρ συμπληρώνων τό έπιχείρημά του ύπενθυμίζει οτι κάθε ήμέραν παρατηρεΐται «άνάστασις καί θάνατος» είς ολες τις ήλικίες καί προσθέτει· ένώ ύπάρχουν τόσα «άπορα καί μεθ’ υπερβολής άπορα» μέσα είς τήν όρατήν δημιουργίαν, δηλαδή τόσα πολλά, τά όποια είναι οχι μόνον δύσκολον, άλλά πολύ δύσκολον καί άδύνα- τον νά κατανοηθοϋν καί έρμηνευθοΰν, δυστυχώς δέν διδασκόμεθα καί δέν παύομεν άπό τού νά άεροβατοϋμεν. Τελειώνει δέ μέ τήν έκκλησιν: «Παιδεόθητι, ώ άνθρωπε», άπό τά έδώ γεγονότα τής γής, «καί μή περιεργάζου μηδέ πολυπραγμονεί τον ούρανόν» · καί νά μή περιεργάζεσαι ούτε νά καταπιάνεσαι μέ τόν ούρανόν καί τά έργα τού Θεού. Πές μου δέν γνωρίζεις τήν γήν άπό τήν όποιαν έγεννήθης, είς τήν όποιαν έτράφης, τήν όποιαν κατοικείς καί τήν όποιαν πατείς, χωρίς τήν όποιαν δέν ήμπορεΐς νά άναπνεύσης καί καταπιάνεσαι νά έξηγήσης αύτά πού άπέχουν τόσον πολύ άπό σέ;Άς δώσωμεν έμπιστοσύνην είς τά όσα μάς άπεκάλυψεν ό Θεός διά τών 'Αγίων Γραφών, άς άνοίξωμεν τά πανιά τής πίστεως χρησιμοποιώντας ώς πλοΐον τήν Αγίαν Γραφήν, καί άς μή ρίπτωμεν τούς έαυτούς μας είς κίνδυνον φανερόν , ό όποίος μάς καταβυθίζει είς άβυσσον αιρέσεων.
Ή άλήθεια λοιπόν, άδελφέ μου, είναι οτι ή θεία Παντοδυναμία θά έργαοθή καί τό θαύμα τής άναστάσεως τών νεκρών σωμάτων, τοσούτω μάλλον, καθ' όσον, παρ’όλην τήν άέναον άντικατάστασιν καί ύποκατάστασιν τών στοιχείων, ή καθ' αύτό προσωπικότης μας, δηλαδή ή ψυχή μας, διατηρείται ζωντανή, άκεραία, άθάνατος. Ή δέ άπειροδύναμος σοφία τοϋ Θεού θά ύφάνη και πάλιν άπό τά ύπάρχοντα στοιχεία τό νέον λαμπρόν ένδυμά της, τό άφθαρτον καί αιώνιον σώμα.


ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ 

ΝΙΚ.Π.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

Σελίδες 408-433

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένου με αναφορά Πηγής το Ιστολόγιο

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ 

Η ηλεκτρονική επεξεργασία ,σκανάρισμα και μορφοποίηση κειμένου έγινε από τον Ν.Β









Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.