Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Ο ΠΑΠΑΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ


Ο ΠΑΠΑΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ
 ΠΛΑΝΑΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ

 
Τό εγχείρημα νά συντάξουμε τό Συναξάρι τοϋ παπα-Νικόλα Πλανά δεν ήταν εύκολο. Μοναδικό σχεδόν βοήθημα είχαμε τίς άναμνήσεις καί μαρτυρίες τής μαθήτριας τοϋ Παπακαλόγερου Πλανά, τής μοναχής Μάρθας, διατυπωμένες σέ βιβλίο, γιά πρώτη φορά, τό 1965 άπό τίς έκδόσεις των φιλόκαλων εκδοτών Άλ. καί Έ. Παπαδημητρίου.

Γι’ αύτό άποδυθήκαμε ευθύς σ’ ένα άληθινό άγώνα συλλογής διασταυρωμένων Ιστορικών πληροφοριών, πέρα άπό τούς έπαίνους, τά σχόλια καί τίς έποικοδομητικές άναλύσεις πού περιλαμβάνονται στά περισσότερα δημοσιεύματα, τά μέχρι τήν άρχή τής ερευνάς μας, ύπάρχοντα.
Καί πραγματικά, οι πολύχρονες καί πολύωρες προσπάθειές μας άπέφεραν μεγάλη συγκομιδή.
Ερευνήσαμε στήν Αθήνα, στή Νάξο καί σ’ άλλους κυκλαδίτικους χώρους βιβλιοθήκες, ιερούς ναούς, άρχεία, δημοτολόγια, ληξιαρχεία, ύποθηκοφυλάκεια, μητρώα, νεκροταφεία καί ύπηρεσίες, σωματεία καί Ιδρύματα. Καί ρωτήσαμε πλήθος προσώπων γιά νά άνακαλύψουμε τελικά έναν άληθινό θησαυρό στοιχείων πού συνθέτουν μιά άγνωστη έως τώρα μορφή, άγια καί ταυτόχρονα δυναμική μέ βαθιές γενεαλογικές ρίζες.

Κι έτσι, πάνω σ’ ένα πλούσιο έρευνημένο καί εξακριβωμένο ιστορικό ύλικό στηρίξαμε τήν άφηγηματική δομή τοϋ βιβλίου μας ζυμωμένη καί μέ άλλες συγκυρίες καί γεγονότα τής άθηναϊκής περιπέτειας.
Τό άποτέλεσμα όλης αύτής τής προσπάθειας γιά τό ιστορούμενο πρόσωπο δέν είμαστε μεις πού θά τό κρίνουμε. Νομίζουμε, ώστόσο, ότι άγκαλιάσαμε μέ άγάπη τό θέμα μας καί βυθίσαμε τήν έρευνά μας, όσο αύτό ήταν δυνατό, έως τίς άπώτερες ρίζες του, φέροντας στό φως τής δημοσιότητας, γιά πρώτη φορά, άγνωστα στοιχεία γιά τή μορφή τοϋ Παπα- καλόγερου Πλανά.

Ό τρόπος τής ερευνάς καί τής ολοκλήρωσης τοϋ βιβλίου μας άποτέλεσε μιά πνευματική περιπέτεια που θά είχε ένδιαφέρον νά τήν διηγηθοΰμε κάποτε! Δέν είναι όμως τό θέμα τοΰ παρόντος προλόγου. Έδώ επείγον προβάδισμα έχει τό χρέος τής οφειλής μας σέ κάποιους καλούς άνθρώπους πού μάς βοήθησαν ούσιαστικά, ώστε νά φέρουμε σέ αίσιο πέρας τό τρίτο μέρος τής τριλογίας μας.
Καί βέβαια, άρχίζοντας άπό τούς ιερείς πρέπει πρώτα νά εύχαριστήσουμε μέ τήν καρδιά μας τόν π. Αντώνιο Γαβαλά, έφημέριο τοΰ 'Άι-Γιάννη τής οδού Βουλιαγμένης. Όχι μόνο γιά τό άπέραντο ένδιαφέρον του, μά καί γιά τήν άγάπη του σέ μάς πού καταπιαστήκαμε μέ τό θέμα τοϋ παπα-Νικόλα Πλανά.

Γιά τούς ίδιους λόγους εύχαριστοΰμε καί τόν π. Μάριο Δαπέργολα έφημέριο τοϋ ναοΰ Μεταμόρφιυσης τοΰ Σωτήρος Πλάκας (Κοττάκη), όπως τόν π. Παναγιώτη Παπαπαναγιώτη, έφημέριο τοϋ ναοϋ Αγίου Ιωάννη Γαργαρέτας καί τόν π. Έμμ. Ρεμοΰνδο, τών Ρκαθολικών τής Νάξου.
Εξάλλου γιά τή σωστή καθοδήγηση τής ερευνάς μας καί τήν προθυμία τους, πρέπει νά εύχαριστήσουμε τίς κυρίες Αντωνία Μαϊτοΰ καί Έλισσάβετ Βιλλαντώνη τής Κοινότητας Νάξου καί τήν κυρία Καλλιόπη Φουτάκογλου - Ελευθερίου τοΰ Υποθηκοφυλακείου Νάξου.
Στό σημείο αύτό θά εύχαριστήσουμε καί τόν Ιωάννη Δελλαρόκα καί θά μνημονεύσουμε τόν μακαριστό Διονύσιο Φίλιππα έξάδελφο πρώτο τοΰ Γιάννη Νικ. Πλανά πού μάς παρακινοΰσε διαρκώς καί μάς ένΐσχυε στό έργο μας δίνοντας συνάμα καί χρήσιμες πληροφορίες.
Εξάλλου μέ τόν έναν ή τόν άλλο τρόπο βοήθεια έλάβαμε άπό τήν Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας, τόν άρχαιολόγο κ. Γιώργο Μαστορόπουλο, τό φιλόλογο κ. Άντώνη Τζιώτη, καθώς καί άπό τήν άξιοσέβαστη κυρία Ελένη Άθαν. Ρομπάκη άνηψιά τής νύφης τοΰ παπα-Πλανά. Τούς ευχαριστούμε θερμότατα.

Αφήσαμε οτό τέλος νά άναφέρουμε μέ άλφαβητική σειρά τούς κ.κ. Λάζαρο Θεόφιλο, Ιάκωβο Έμμ. Καμπανέλλη, Νίκο Κεφαλληνιάόη καί Ιάκωβο Άν. Ναυπλιώτη - Σαραντηνό. Κι ό λόγος είναι, επειδή σ’ αύτούς χρωστάμε όχι άπλώς εύχαριστίες, άλλά ευγνωμοσύνη.
Αύτοί οί καλοί καί ευλογημένοι άνθρωποι, πού βρίσκονται στήν κορφή της πνευματικής καί κοινωνικής ζωής τής Νάξου, μάς έδωσαν πολύτιμο υλικό άπό έγγραφα καί άλλα στοιχεία. Συνάμα όμως συμμερίστηκαν καί μέ ένθουσιασμό τήν άπόφασή μας νά γράψουμε γι’ αύτή τή ναξιακή μορφή, τόν Παπακαλόγερο Πλανά. Κι αύτό σημαίνει ότι είχαν γνώση τής ιστορικής σημασίας, άλλά καί πίστη στό ιερό πρόσωπό του.


Καί στά δύο δικαιώθηκαν σήμερα. Αφού ό «έκ Νάξου Νικόλαος Πλανάς» άνακηρύχτηκε ήδη άγιος άπό τό Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κι έτσι όλοι οί χριστιανοί όπου Όρθοδοξία, μπορούν πιά νά ψάλλουν:

«Τόν τής νήσου Νάξον νέον βλαστόν

καί των Αθηναίων ίερώτατον λειτουργόν

Πλανάν τόν πατέρα καί θείον άριστέα έν

ύμνοις πανευφήμοις νυν καταστέψωμεν».

Η πρώτη φανέρωση   


ΝΩΡΙΣ τ’ άπομεσήμερο κείνης της μέρας ό καραβοκύρης καί κτηματέμπορας Γιάννης Πλανάς, παράτησε στή μέση τά νιτερέσια τής δουλειάς του στήν άγορά τοΰ νησιού. 'Ύστερα τυλίχτηκε στό χοντρό καφτάνι του καί βγήκε στό δρόμο. "Εριξε μιά γρήγορη ματιά δεξιά, ζερβά στήν έρημη παραλία κι εύτύς τράβηξε μ’ άπλωτές περπατησιές γιά τ’ άρχοντικό του.
Ήτανε βαρύς κείνος ό χειμώνας τοΰ 1858 στό άρχιπέλαγος. Τό τσουχτερό κρύο καί οί δυνατοί άνεμοι δυό μέρες τώρα τοΰ Γενάρη σάρωναν τόν τόπο καί πιότερο τό κυκλαδίτικο νησί τής Άξιάς.
Τά πλεούμενα πού βρίσκονταν ένα γύρο στή θάλασσα κινδύνευαν νά χαθούν. Μά καί τ’ άλλα πού ήταν δεμένα στό λιμάνι, στούς μικρούς μυχούς καί στις ξύλινες άποβάθρες πάλευαν μέ τά ορμητικά κύματα πού ξεσποΰσαν πάνω τους καί ζητοΰσαν θαρρείς νά τά παρασύρουν στό νοτιά, πέρα στά Κουφονήσια ή στις άκτές τής Πάρου καί νά τά συντρίψουν.
Καθώς μάλιστα συνεχιζόταν ή κακοκαιρία καί κατά τό σούρουπο, λίγοι μόνο νησιώτες είχαν άπομείνει στούς άδειους δρόμους, στά μικρομάγαζα καί στις ταβερνούλες τής παραλίας. Οί πιότεροι -ναυτικοί, ψαράδες καί έργάτες τοΰ λιμανιού- άποσύρθηκαν στά ζεστά σπιτόπουλά τους καί περίμεναν νά πέσει ό καιρός. Δυό-τρεΐς μάλιστα νησιώτες πού βρέθηκαν άργοπορημένοι «πρός τόν αίγιαλόν των μύλων» πλάι στά «Παλάτια», περπατούσαν βιαστικά κουκουλωμένοι, γιά νά φτάσουν γρήγορα στά προστατεμένα στενορύμια τού βενετσιάνικου κάστρου κι ύστερα νά βρεθούν καί κείνοι στή θαλπωρή τής φαμελιάς τους.
Ό καπετάν Γιάννης ήταν άπό όνομαστή οικογένεια τής Νάξου μέ βαθιές τίς ρίζες καί τίς κοινωνικές παραδόσεις σ’ όλο τό νησί. Συγγένευε άπό τόν πατέρα του κυρ Νικολάκη Πλανά καί τήν ομόζυγο του κυρα-Αύγουστίνα μέ παλιές, άρχοντικές φαμελιές τού τόπου. Καί τά σπίτια, τά υποστατικά, οι πύργοι, τά κτήματα, τά χωράφια καί τά λιοτρίβεια του ήταν πάμπολλα καί διάσπαρτα μέσα σ’ όλο τό νησί.
Ακόμα στούς Πλανάδες άνήκε καί ιδιόκτητη έκκλησούλα ό 'Άι-Νικόλας, καθώς καί μοναστήρι, μεγάλο πλεούμενο (καΐκι) καί μύλος σέ κεντρική τοποθεσία τής Νάξου, τόν όποιο ό κυρ Νικολάκης Πλανάς, μαζί μέ άλλα, πολύτιμα άντικείμενα, όπως εικόνες, περιβόλια, χρυσό ρολόι, είχε δωρίσει στό γιό του Γιάννη Πλανά μέ ιδιόχειρη διαθήκη τού 1835:


«...Αφήνω τού γιοΰ μου τού Ιωάννη τήν εικόνα τού άγιου Ίωάννου τού Προδρόμου νά τήν ψάλλει άρτοκλασία είς τό Προδρόμου (έκκλησάκι). Τού άφήνω καί τού Λουρδά τόν μύλον μέ τήν κάμερα (;), μέ τά νοικοκυριά τής κάμερας, μέ τό περιβόλι τού ίδιου μύλου, μέ τό λιοϋράκι έμπρός είς τό μύλο μέ τό χωράφι τού αγίου Γεωργίου άπάνω άπό τό μύλο νά τόν έξουσιάζει μέ όλες του τίς τοποθεσίες καί παλαιά του ποσέστια άπάνω καί κάτω, καθώς έγώ τόν έξουσίαζα. Τού άφήνω άκόμα καί τό άμπέλι, τήν άγορά μου, τού Φακίνου είς τό Άγερσανί. 'Ομοίως τού άφήνω καί ένα σιδεροβούτζι καί πέντε τζάρες μπερμπαρέσικες διά νά βάλει τά άζάγια τού μύλου. Τού άφήνω τό σαμαβάρι τό μεγάλο, τήν κασέλα τή μαγερίστικη, τά άρματά μου όλα. Τό ώρολόγιό μου τό μαλαματένιο...».

Ιδιαίτερα τήν ύπαρξη τοΰ ιδιόκτητου μύλου των Πλανάδων επιβεβαιώνουν κι άλλα έγγραφα. Ένα άπ’ αύτά, μάλιστα, πού συντάχτηκε στις 3 Μαΐου τοΰ 1833, γράφει:
«...ό κύριος Ιωάννης Δαμιράλες... φιλοδορεΐ τόν βουλισμένον άνεμόμυλον... πρός τόν αύτάδελφόν του κύριον Μάρκον Δαμιράλεν... πλησίον τών άνεμομύλων τών ορφανών τοΰ ποτέ Πρωτόπαππα Τζιώτου καί Νικολάου Πλανά πρός τήν Ελληνικήν Σχολήν...».
Αλλά καί μ’ ένα άλλο, σπάνιο έγγραφο τοΰ 1831 διαπιστώνεται ή κοινωνική θέση τοΰ γεννήτορα τών Πλανάδων κυρ Νικολάκη, καθώς καί ή ένεργητική παρουσία του στά καθημερινά κοινά πράματα τής Νάξου.


Πρόκειται γιά ένα άκόμα σπουδαίο ρόλο, τοΰ διαιτητή πού κλήθηκε νά κάνει σέ γνωστές οικογένειες τής έποχής του καί νά δώσει λύσεις τις όποιες θά άποδέχονταν δίχως άντίρρηση οί σύντροφοι πού ζήτησαν τή διαιτησία:
«Οι ύποσημειούμενοι κ. Ιάκωβος Φραγκόπουλος καί Θεοδόσιος Γκίλης μέ τό νά διαφέρονται περί τών συντροφικών των κρασιών, όπού κατά τό παρελθόν έτος έπώλησεν ό εύγενέστατος ρηθείς κύριος Ιάκωβος Φραγκόπουλος, τό μερίδιον όπού τοΰ άναλογοΰσε είς τών αυτών συντροφικών κρασιών. Πρός τόν είρημένον συμμέτοχόν του κ. Θεοδόσιον Γκίλην καί διαφιλονικούμενοι έν τώ μεταξύ τους δι’ όσα άπαιτεΐ ό είς τοΰ ετέρου, άπό τά αύτά συντροφικά καί πωλη θέντα κρασία, έκλέγουν διαιτητάς πρός θεώρησιντών αύτών τους διαφορών. Ό μέν ρηθείς κ. Ίάκ. Φραγκόπουλος εκλέγει τούς κ. Τζαμπατήν Μπαρότζην Καγγελλάριον καί Ιάκωβον Κόκκον Δημ., ό δέ κ. Θεοδ. Γκίλης εκλέγει τούς Δημ. Γκιουστινιάνον καί Νικόλαον Πλανάν, πρός τούς όποιους δίδωσιν πάσαν πληρεξουσιότητα, είς τό νά θεωρήσουν έσκεμμένως καί άκριβώς τάς διαφοράς αύτών καί άποφασίσωσι έγγράφως έκεΐνο όπερ ήθελον εγκρίνουν δίκαιον υποσχόμενα τά αύτά διαφερόμενα δύο μέρη νά διατηρήσουν άπαραβάτως καί αύτοθελήτως τά παρά των αυτών διαιτητών τους άποφασισθέντα, διό καί υπογράφονται πρός ένδειξιν άληθείας».
Εξάλλου στά υπέρθυρα τών σπιτιών τους, πού βρίσκονταν στην άρχοντική περιοχή τής Νάξου, ξεχώριζε κανείς ευδιάκριτα καί τά γλυπτά, μαρμάρινα οικόσημα τών Πλανάδων, σύμφωνα μέ την άρχαία συνήθεια.


Άπό έγγραφο καί πάλι «πουλητικό» τοΰ 1806 άποδείχνεται ή τοποθεσία τοΰ μητρικού σπιτιού τών Πλανάδων, καθώς άναφέρει μέ λεπτομέρεια:
«Διά τοΰ παρόντος πουλητικοΰ γράμματος δήλον γίνεται ότι έποΰλησε ό κύριος Νικόλαος Πλανάς τοΰ σινιόρ Γιαννάκη Χαζά τ’ όσπίτιον τό μητρικόν του όπού είχε εις τήν Ναξίαν μέρος Μπούργου σύμπλιον τοΰ σινιόρ Μικέ Πρατούνα καί Μακαρίτου Καπνούρη καί Πρωτοσυγγέλου Ζέπου, τό όποιον πουλάει τοΰ σινιόρ Γιαννάκη Χαστά διά γρόσια έννεακόσια τά όποια γρόσια τά έλαβε ό σινιόρ Πλανάς σώα καί άνελλιπή έπί παρουσία τών κάτωθεν άξιοπίστων μαρτύρων...».
Το κύρος όμως και ή κοινωνική αναγνώριση του σινιόρ Νικολάκη Πλανά συνεχίστηκε καί μέ τά παιδιά του. Καί κείνα διαδραμάτισαν ρόλο άρχοντικό στά πράγματα τής Νάξου καί είχαν τήν άποδοχή τών προεστών, τών άρχόντων καί τοΰ λαού. Άπό ένα σπάνιο μάλιστα σέ περιεχόμενο «άποδεικτικόν έγγραφον» τοΰ 1848, φαίνεται ολοκάθαρα τό πόσο ούσιαστική καί βαθύτερη ήταν αύτή ή άναγνώριση καί τοΰ καπετάν Γιάννη Πλανά άκόμα καί σέ θέματα πού άπό τή φύση τους είχαν λεπτή καί κάποτε έπικίνδυνη υφή!...


Τό άποκαλυπτικό αύτό έγγραφο λέει:
«...ό εις Κωνστινούπολιν άποβιώσας Κύριλλος Ιερομόναχος Διασίτης πριν τής εις θεόθεν άναχωρήσεώς του είχεν άφήσει καί τινα πράγματα εις χείρας τής Κυρίας Αναστασίας καί τοΰ Κυρίου Ίωάννου Ν. Πλανά καί έπειδή οί άνω είρημένοι Κληρονόμοι τοϋ Μνησθέντος Κυρίλλου Διασίτου δηλαδή ή Μαργιέτα μετά τής θυγατρός της καί γαμβρού, καί οι άδελφοί Λορέντζου Διασίτη, ήτήσαντο ώς Κληρονόμοι τοϋ Μνησθέντος Κυρίλλου Διασίτου, νά λάβουν τά κάτωθεν όνομαστί σημειοΰμενα, ή Κυρία Αναστασία καί Ιωάννης Ν. Πλανάς (άδέλφια), παραχωρούν εις τούς Μνησθέντας Κληρονόμους τοϋ Κυρίλλου Διασίτη τά σημειωθέντα κάτωθεν διάψορα πράγματα:
-ήτοι δέκα βιβλία τής Εκκλησίας διάφορα.


-δύο φελόνια άτλάζι.
-δεκατρία εικονίσματα μικρά-μεγάλα τοϋ τοίχου.
-δύο εικόνας άσημένιας κατασκευασμένας άπό άργυρον συμπεριλαμβανομένων καί διαφόρων τεμαχίων άργύρου, τε-μάχια τριακόσια πεντήκοντα, άριθμ. 350.
-μία μικρή άλυσσος άργυρά μέ εν έγκόλπιον μικρόν, δράμια δύο.
—ετι άργυρον δράμια τριακόσια πεντήκοντα, σκέπασμα τής Παναγίας τής Χρυσοπολίτισσας.
-πέντε σειραί Μαργαριταριών...
-τρία κιβώτια μεγάλα...» κ.λπ., κ.λπ.
»... Όλα τά άνω σημειωθέντα κινητά πράγματα παρέλαβον οί διαληφθέντες Κληρονόμοι ένώπιον έμοΰ καί των Μαρτύρων παρά των κυρίων Ίωάννου Ν. Πλανά, καί τής άδελφής του Αναστασίας, σώα καί άνελειπή... ό Συμβολαιογράφος τής Νάξου Κωνσταντίνος Λεντούδης».
Έπρόκειτο δηλαδή γιά ένα άληθινό θησαυρό άπό διάφορα άμφια, εικόνες, χρυσά έγκόλπια, κοσμήματα μέσα σέ κασέλες καί κιβώτια, τά όποια είχαν δοθεί, όπως φαίνεται άπό τόν Ιερομόναχο Κύριλλο Διασίτη στά δύο άδέλφια έν λευκω, δηλαδή χωρίς κανένα επίσημο χαρτί ή άλλο άποδεικτικό!
"Οταν όμως  ήρθαν οί δικαιούμενοι κληρονόμοι νά τό ζητήσουν, εύτύς άμέσως οί Πλανάδες τά «παραχώρησαν». Τά έπιστρέψανε δηλαδή άγόγγυστα. Μονάχα απαίτησαν νά συνταχτεΐ ένα «έγγραφο», ώστε αν στό μέλλον έμφανιζόντουσαν κι άλλοι άπαιτητές νά μή ζητούσαν γιά δεύτερη φορά άπό τούς Πλανάδες τά ίδια πράγματα.
Τό ότι, ωστόσο, δόθηκε ό θησαυρός αύτός γιά φύλαξη ατούς Πλανάδες μ’ αύτό τόν τρόπο, σημαίνει πώς πραγματικά οί άνθρωποι αύτοί ήταν μεγάλης έμπιστοσύνης καί άξίας. Αλλά καί ότι είχαν τις άπαιτούμενες έγγυήσεις καί προϋποθέσεις γιά τή διαφύλαξή του «άχρι καιρού». Όπως καί έγινε γιά νά παραλάβουν κάποτε οί κληρονόμοι «σώα καί άνελειπή».
Ώς μπήκε λοιπόν στ’ άρχοντικό του ό καπετάν Γιάννης έκλεισε ξωπίσω του τό βουητό τ’ άνέμου καί τράβηξε ϊσα στό τζάκι όπου γύρω του κάθονταν άμέριμνοι ή συνευνή του, ό έπτάχρονος γιός του Νικόλας καί ή μικρότερη θυγατέρα του Σουσάνα.
Τέτοιες ώρες οικογενειακής σύναξης καί γαλήνης είναι μοναδικές στή νησιώτικη παράδοση. Αποτελούν στέρεο θεμέλιο διάρκειας τού Ελληνισμού καί τής Όρθοδοξίας, μέσα στούς αιώνες.
Ή φαμελιά του δέν ξαφνιάστηκε όταν τόν είδε έτσι νωρίς νά έπιστρέφει στό σπίτι. Γιατί τό συνήθιζε σέ κάτι τέτοιες περιστάσεις! Τά παρατούσε όλα σύξυλα καί περνούσε τις ώρες του μαζί μέ τή νέα γυναίκα του καί τά μικρά παιδιά του. Γi αύτό καί παρευτύς ή κυρα-Αύγουστίνα έβαλε νά τοιμάσει φασκομηλιά μέ παξιμάδια, μέλι καί ξερές έλιές. Ένώ ό ίδιος ό καραβοκύρης πήρε τις φυλλάδες καίτά εμπορικά τεφτέρια του καί κάθισε σέ μιά γωνιά τού όντά νά μελετήσει τούς λογαριασμούς του, ώστε νά μή μένει άπραγος όντας κοντά στήν άγαπημένη του οικογένεια.
Όταν γνωστό ότι άπό νέος άκόμα ό καπετάν Γιάννης είχε πολλά νιτερέσια έμπορικά, κτηματικά καί ναυτιλιακά. Καί τά κατάστιχά του ήταν πάντα γεμάτα μέ στεριανές καί ναυτικές δοσοληψίες.

«...οί υποφαινόμενοι ό τε πλοίαρχος τοϋ πλοίου τζερνικίου Θεοδωρής Μαρούλης καί ό κύριος Ιωάννης Πλανάς, άμφότεροι κάτοικοι τής πόλεως Νάξου, οί όποιοι συμφώνως καί όμογνώμως ποιοϋσι τό παρόν έν τώ μεταξύ τους συμφωνητικόν με τάς άκολούθους συμφωνίας, ήτοι ό μέν ληφθείς πλοίαρχος Θεόδωρος Μαρούλης καταβάλλει τό διαληφθέν πλοΐον όπού με Σημαίαν ελληνικήν διοικεί, διά νά έξακολου- θήσωσι ταξίδιον πηγαινοερχόμενον όπού ήθελε τούς φωτίσει ό Άγιος Θεός. Ό δε κύριος Ιωάννης Νικολάου Πλανάς, καταβάλλει ίδια αύτοϋ καπιτάλια, εις λιμάνια πρωτοκάλια (πορτοκάλια) καί μετρητά χρήματα λογιζόμενα θαλάσσια δραχμάς χιλίας πεντακοσίας Άρ. 1.500..., 26 τοϋ Γενάρη 1835».

Ή μέρα έγερνε πιά καί δεν έλεγε νά κοπάσει ή κακοκαιρία. Καί όχι μόνο αύτό! Αλλά τό είχε γυρίσει καί σέ βροχή μέ σκοτεινιά, άστραπές καί βροντές.
Ωστόσο, ό καπετάν Γιάννης έξακολουθοϋσε νά κάνει τούς λογαριασμούς του. Ή κυρα-Αύγουστίνα προετοίμαζε τό βραδινό δείπνο καί ό μικρός Νικόλας, πλάι στη στιά έπαιζε ύποδυόμενος τόν παπά ή τόν ψάλτη μέ ψαλμωδίες καί λι- βανίσματα, χρησιμοποιώντας γιά σκεύη Ιερά διάφορα μικροπράματα τοϋ σπιτιοϋ καί τήν πλούσια παιδική φαντασία του. Ένώ σιωπηλά τόν παρακολουθοΰσε άπό κοντά ή μικρότερη άδελφή του.
Αύτή ή συνήθεια τοϋ μικροϋ παιδιοΰ νά ψέλνει καί νά κάνει τόν παπά ήταν μιά μόνιμη, κρυφή καί φανερή έπιθυμία του. Καί τήν ίκανοποιοϋσε δποτε έβρισκε εύκαιρία. Άλλωστε ή φαμελιά των Πλανάδων ήταν διαποτισμένη άπό τό έκκλησιαστικό φρόνημα. Τής κυρα-Αύγουστίνας λογουχάρη ό πατέρας καί φυσικά παππούς τοϋ μικροϋ Νικόλα, ήταν Ιερέας, ό οικονόμος παπα-Γιώργης Μελισσουργός. Καί τό άγόρι τόν συντρόφευε συχνά μαζί μέ τούς γονείς καί τ’ άλλο συγγενολόι στίς διάφορες άκολουθίες, άγρυπνίες καί λιτανείες πού γίνονταν στή Χώρα καί σ’ όλο τό νησί.

Πολλές φορές μάλιστα ό Νικόλας όταν έβρισκε ευκαιρία, έτρεχε καί στό έκκλησάκι τ’ 'Αι-Νικόλα πού βρισκόταν παράπλευρα στό προγονικό μύλο καί ψαλμωδούσε.
Τό έκκλησάκι αύτό ήταν επιτροπικός ναός τής οικογένειας των Πλανάδων μ’ ένα μεγάλο χωράφι μπροστά, ελεύθερο πρός τή θάλασσα.
«Στά νοτιοδυτικά τού βράχου των Παλατιών διακρίνονται άκόμα τά ερείπια τού μικρού παλιού ναού τού Άγιου Νικολάου. Σέ παλιές γκραβοΰρες τής νησϊδος τού Βάκχου ό ναΐσκος φαίνεται άκέραιος» (Νικ. Κεφαλληνιάδης).
Εξάλλου καί λίγα βήματα άναπνοής άπό τό σπίτι τους ήταν καί ή Ξενοπούλα Παναγία τού θείου του Βασίλη Πλανά, Καγκελάριου (Συμβολαιογράφου) άλλοτε, καί συγγενή τού Φραγκίσκου Κόκκου άπό τήν γυναίκα του.
Έκει λοιπόν στόν 'Άι-Νικόλα άφηνε τακτικά ό μικρός τόν έαυτό του ώρες άτέλειωτες λεύτερο καί άνεμπόδιστο νά φα-ντάζεται καί νά δρά ώς παπάς καί ψάλτης άληθινός. Καί νά συνεχίζει έτσι σ’ ένα κλίμα παπαδοσύνης καί ιερότητας πού θά στεκόταν άργότερα καθοριστικό γιά τή ζωή καί τήν πορεία του.
Ώς ήλθε ή νύχτα ή κυρα-Αύγουστίνα άναψε τά λαδολύχναρα καί μονομιάς έφεξε τό σπίτι. Καί τότε ό καπετάν Γιάννης παράτησε τά τεφτέρια κι άρχισε νά συλλογάται φανερά καί νά άναρωτιέται πού νά βρισκόταν μέ τέτοια κακοκαιρία τό πλεούμενό του «Εύαγγελίστρια».
-Βρέ γυναίκα, πού ν’ άρμενίζει τέτοια ώρα άραγε τό καΐκι μας μ’ αύτό τό χαλασμό;
-Ό Θεός καί ή Παναγία νά τό προστατεύουν, άποκρίθη κε μηχανικά ή νέα γυναίκα, τοιμάζοντας στό άναμεταξύ τό βραδινό δείπνο.
Παρευτύς όμως καί άπρόσμενα άκούστηκε ή χαμηλή φωνή τού εφτάχρονου άγοριοΰ, πού άθώα καί άνέφελα, δίχως νά διακόψει τό παιχνίδι του, παρεμβλήθηκε:

-Στην Πόλη, έξω στή θάλασσα τήν άνοιχτή βρίσκεται ή «Βαγγελίστρα».
-Γυναίκα, τί λέει τό παιδί; έκανε ό καπετάν Γιάννης. Ακόυσες;
-Αύτό πού ’πα! Τό καράβι μας πάει χάθηκε στά μέρη τής Πόλης.
-Θεός καί Κύριος, φώναξαν θορυβημένοι οι Πλανάδες καί σταυροκοπήθηκαν.
-Τί είναι αύτά πού λές παιδάκι μου; Τί έπαθες καί κακομελετάς!
-Έν ήξεύρω τίποτις άλλο. Πάει σάς λέγω, χάθηκε. Κι ούτε λέγω κακό λόγο.
-Σύρε ν’ άνάψεις τό καντήλι Αύγουστίνα κι ίσως τά λόγια τού μικρού νά ’ναι σημαδιακά!
-Ή Παναγιά νά λυπηθεί τούς άνθρώπους έκανε καί κείνη κι έτρεξε νά έκτελέσει τήν προσταγή τού κύρη της. Μά άπό κείνη τή στιγμή καί μετά, ώς ήταν φυσικό, σιωπή καί άπορία επικράτησε στ’ άρχοντικό. Καί ό έμπορος - καραβοκύρης έπεσε σέ βουβή συλλογή. Όλη τή νύχτα δέν έκλεισε μάτι, ίσαμε τά ξημερώματα, παρά σηκωνόταν, πήγαινε κι έβλεπε τό τέκνο του πού κοιμόταν στή στρωμνή του άμέριμνο κι άθώο καί ξαναγύριξε στό γιατάκι του.
Κι άλλες φορές τούτο τό πρωτότοκο άγόρι, σέ παρόμοιες περιπτώσεις, είχε έπαληθευτεί σ’ αύτά πού έλεγε! Μά δέν έδιναν σημασία. Τώρα όμως, ενεκα που η πρόρρηση είχε τραγικό περιεχόμενο, έβαζε σέ σκέψεις βαθιές καί προβληματισμούς τή λογική των απλών άνθρώπων.
Ωστόσο, όπως καί νά ’ταν, περίμεναν μέ άγωνία οί Πλανάδες άπό τήν έπαύριο νά μάθουν τήν άλήθεια, πού δέν άργησε νά ’ρθει μαζί μέ τά άσχημα μαντάτα! Ανάμεσα στ’ άλλα ναυάγια πού γέμισαν πένθος τή Νάξο τό χειμώνα εκείνο ήταν καί ή «Εύαγγελίστρια» τού καπετάν Γιάννη Πλανά, ή οποία φορτωμένη πορτοκαλέμονα χάθηκε μαζί με όλο της τό πλήρωμα κοντά στον Ελλήσποντο έξαιτίας τής θαλασσοταραχής. Κι έτσι επαληθεύτηκε ή άλλόκοτη κείνη φανέρωση τού μικρού άγοριοϋ πού έκανε τούς Πλανάδες νά στοχάζονται ξαφνιασμένοι. Καί ν’ άποροΰν μέ τά μυστηριακά καί προφητικά λόγια τού Νικόλα τους!
«Παιδίον όραμα εν τω χειμώνι ίδών
τή τοϋ ναυαγίου τοϋ πλοιαρίου αυτών
διηγήσει ευθύς προφητικής έπλήσθη δυνάμεως.»
Φώτης Δημητρακόπουλος


Νάξος: «Παινέσω δεν παινέσω σε, εσύ ’σαι παινεμένη»

Δαπάνη Νικολάου Πλανά, ίερέως Ναξίου 1916: Αυτό είαι γραμμένο άχνά καί δυσκολοδιάβαστα κάτω από  μιά τοιχογραφία του Αγίου Νικολάου πού βρίσκεται άριστερά στό Ιερό τής παλιάς, μισογκρεμισμένης έκκλησούλας τ’ 'Άι - Γιάννη, στην οδό Βουλιαγμένης.
Τό Ιστορικό αυτό άπομεινάρι ναοϋ, υπάρχει άκόμα, στην άρχή τής «Μεγάλης στράτας» στην Αθήνα. Καί ή αγιογραφία είναι «δέηση» (άφιέρωση) τοϋ παπα-Νικόλα Πλανά, ό οποίος αν και όιακονησε εκεί ως εφημέριος πενήντα χρονιά καί ώς τά βαθιά γεράματά του, ένιωθε πάντα Νάξιος. Καί ζοΰσε καθημερινά μέσα του όλο τό φως, την παράδοση, τά χρώματα, τη νοσταλγία καί τήν πίστη τής γενέθλιας γής ίσαμε την ώρα τοΰ ξενιτεμού του καί όχι μόνο!...
Ή Νάξος, πρωτεύουσα των Κυκλάδων, είναι ένα άπό τά πιό σημαντικά νησιά σέ ευφορία, πλούτο, ομορφιά καί δύναμη τοϋ Αιγαίου.
«Ή νήσος μας είναι τόπος γεωργικός, τόπος κτηνοτροφικός, τόπος έχων τά άγαθά μιάς νήσου εύδαίμονος καί ευτυχούς. Τυρός, ζώα, καρποί δημητριακοί, γεώμηλα, κρόμυα, έσπεριδοειδή, όπώραι παντοδαπαί, παρέχουσιν καθ’ όλας τάς τοΰ έτους ώρας παραγωγήν έμπορεύσιμον...».

 Ό πολιτισμός τής Νάξου υπήρξε υψηλός καί φθάνει σε περισσότερα άπό πέντε χιλιάδες χρόνια.
Πρώτοι κάτοικοι υπήρξαν ’Ίωνες άπό τήν Αττική, καί ώς πανάρχαια πόλη άνέπτυξε μεγάλες έπικοινωνιακές σχέσεις μέ τήν άνατολή καί τή δύση.
Έτσι ή πλούσια Ιστορία της καί ή ζωή των κατοίκων τής Νάξου είναι τυλιγμένα σέ πάμπολλους θρύλους καί μύθους. Καί στά κρυστάλλινα νερά της, σάς πλατιές άμμουδιές της, στούς καταπράσινους κάμπους καί στά βουνά της διαδραματίστηκαν γεγονότα άποφασιστικής σημασίας γιά τήν πορεία της σ’ ολάκερο τόν έλλαδικό χώρο.
Μετά τόν ενδέκατο αιώνα άνθισε ή βυζαντινή τέχνη καί ζιυή. Καί άκολούθησε μιά νέα έποχή άνάπτυξης. Σύντομα δμως άρχισαν έντάσεις, σκλαβιά καί μεγάλη αύτοσυγκέντρωση τής ναξιακής κοινωνίας. Καθώς ή Νάξος βρισκόταν πάντοτε στήν καρδιά τών συγκρούσεων τού άρχιπελάγους.
«Έστι νήσος τις, ή καί Νάξος καί Δία, Κυκλάδων ήδε πασών μητρόπολις...» (Ιωσήφ Βρυένιος).
Κατοπινά, καί γιά μεγάλο διάστημα (1207-1564), υπήρξε φέουδο τών Ενετών. Καί σπουδαία έδρα τού Καθολικισμοΰ μέ σχολεία, βιβλιοθήκες, καθολικά μοναστήρια, πολλούς μοναχούς καί βαριά θρησκευτική άτμόσφαιρα γιά τούς άπλούς, ορθόδοξους κατοίκους τής Νάξου.
"Υστερα ήρθε ή Τουρκοκρατία (1564-1821) καί τά μεγάλα πειρατικά γιουρούσια άπό όνομαστούς άγριους πειρατές πού καταλήστευαν τό νησί. Τότε οί κάτοικοι τής Ναξίας ύπέφεραν πάρα πολύ άπό δεινά καί συμφορές. Βασανίζονταν καθημερινά. Καί συχνά μούδιαζε ολάκερη ή ζωή γιά μεγάλο διάστημα.
«Τή 21 (Όκτωβρίου) 1675, έορτή τής άγιας Ούρσουλας, ό Μποϋργος έλεηλατήθη άπό δύο γαλιοτών τοϋ πλοιάρχου Greveliers  διοικουμένων ή μέν ύπό τοϋ Μιχέλη Μανιάτου. Ή λεηλασία αύτή διήρκησεν άπό τής 3 μετά μεσημβρίαν ώρας μέχρι τής πρωίας τής έπιούσης, ώστε δέν έμεινεν ούδεμία σχεδόν οικία χωρίς νά λεηλατηθεί καί έρημωθεί. Πλεΐσται γυναίκες παρεβιάσθησαν καί 4 ή 5 κρυβεΐσαι άνευρέθησαν. Οί πειραταί δεν έσεβάσθησαν οΰτε τόν Αρχιεπίσκοπον, ούτε τούς ιερείς, ούτε τούς Καπουτσίνους, ούτε τούς Ίησουΐτας οϊτινες προσεπάθησαν παντί σθένει νά τούς έμποδίσωσιν».
Γιά τό λόγο αύτό, πάντα άμυντικό, ή Νάξος είχε διάσπαρτους πύργους, τειχιά, κάστρα καί κάθε είδος φρούρια. Κανένα μάλιστα νησί δεν κράτησε τόσο υψηλό τό φρόνημα τής ορθόδοξης πίστης των κατοίκων του όσο ή Νάξος. Κι αύτό φαίνεται ολοκάθαρα κι άπό τό πλήθος των ναών, τή θρησκευτική τέχνη, τή λατρεία καί τήν άδούλοπη άντίσταση τού λαοΰ. Αλλά καί άπό τό πλήθος των δασκάλων, των διδαχών, τών πνευματικών άνθρώπων πού γεννούσε ή πατρώα γή.
Ήρθε καιρός πού άλώνιζαν οί διάφοροι Ιεραπόστολοι, μισσιονάριοι, ξένοι μοναχοί καί τυχοδιώκτες στήν Τήνο, στή Σύρο, στήν Πάρο καί ξεχωριστά στή Νάξο. Τούς υποστήριζαν μάλιστα -υλικά καί ήθικά- ισχυρές δυτικές δυνάμεις στις αυθαιρεσίες τους καί στούς φανατισμούς τους.
Υπήρχαν όμως πάντα κείνα τ’ άγιασμένα πρόσωπα τής Εκκλησίας καί κάποιες άρχοντικές φαμελιές, όπως τών Καλλιβούρτζηδων, τών Κόκκων, τών Βάλβηδων, τών Μελισσουργών, τών Σαραντινών, τών Καρτάληδων, τών Δαμηράληδων, τών Μπρατούνηδων, τών Πλανάδων καί άλλων, πού κρατούσαν άσβηστο τό λυχνάρι τής Όρθοδοξίας καί τής Ρωμιοσύνης στίς καρδιές τών νησιωτών. Καί συσπείρωναν γύρω τους τό όνειρο τού Γένους καί τίς προσδοκίες γιά άληθινή λευτεριά άπό δυνάστες καί καταπιεστές.
«Ζωσμένη άπό τή θάλασσα, δαρμένη ουτ’ τό χειμώνα καί μεθυσμένη άπ’ τά μουγγά τραγούδια τοϋ νερού στέκει έκκλησούλα στό γιαλό, σάν μοναχή άνεμώνα, σύμβολο κάποιου μακρυνοϋ πού πέρασε καιρού.»
Διαλεχτή Ζευγώλη – Γλέζου

 ΜΕΡΟΣ Α - ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΑΠΑΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΕ ΠΛΑΝΑΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΕΡΟΥΣΗ

Αφηγηματική βιογραφία
 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.