Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ



ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

Β ΜΕΡΟΣ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ (ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ)
Γενικά.


Εορτές λέγονται οι μέρες που ορίσθηκαν από την Εκκλησία για την ανάμνηση γεγονότων της ζωής του Κυρίου ή εκκλησιαστικών γεγονότων ή για την τιμή των αγίων.
Τις πρώτες γιορτές πήρε η Εκκλησία από τον Ιουδαϊσμό, έδωσε όμως σ’ αυτές νέο πνευματικό νόημα. Πολύ νωρίς καθιερώθηκε ως εβδομαδιαία γιορτή αντί του Σαββάτου η Κυριακή για την ανάμνηση της αναστάσεως του Κυρίου. Το Πάσχα και η Πεντηκοστή πήραν καινούργιο νόημα· το Πάσχα ως γιορτή της σωτηρίας δια του θανάτου και της αναστάσεως του Κυρίου και η Πεντηκοστή ως ημέρα της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος. Από πολύ παλιά επίσης δια-κρίθηκαν η Τετάρη και η Παρασκευή ως ημέρες της προδοσίας και του θανάτου του Κυρίου και ορίσθηκε νηστεία κατά τις ημέρες αυτές. Τέ θηκαν έτσι οι βάσεις του χριστιανικού εορτολογίου, που πλουτίσθηκε βαθμιαία με νέες γιορτές προς τιμήν του Κυρίου, της Θεοτόκου και των αγίων.
Η Εκκλησία έδωσε από την αρχή μεγάλη σημασία στις γιορτές και στον τρόπο του εορτασμού. Η αργία από τα καθημερινά έργα, η συμμετοχή στην κοινή θ. λατρεία και η τέλεσις του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας είναι απαραίτητα στοιχεία του χριστ. εορτασμού. Ετόνισε ακόμη η Εκκλησία την ανάγκη να αγιάζεται ολόκληρη η ημέρα της εορτής με πνευματικές εκδηλώσεις: μελέτη του λόγου του Θεού, προσευ-
χή, αγαθοεργίες κλπ., και να αποφεύγονται οι άκοσμες εκδηλώσεις, με τις οποίες γιόρταζαν οι εθνικοί.
Οι γιορτές διακρίνονται σε εβδομαδιαίες, που επαναλαμβάνονται κάθε εβδομάδα, και σε ετήσιες, που γιορτάζονται μια φορά το χρόνο. Οι ετήσιες διαιρούνται σε ακίνητες, που έχουν σταθερή ημερομηνία, αλλά μεταβλητή ημέρα της εβδομάδας, και σε κινητές που έχουν μεταβλητή ημερομηνία, αλλά σταθερή ημέρα της εβδομάδας.
Ανάλογα με το θέμα τους οι γιορτές διαιρούνται σε δεσποτικές, που αναφέρονται στον Κύριο, Θεομητορικές, που αναφέρονται στη Θεοτόκο, του Τιμίου Σταυρού και των Αγίων. Οι δεσποτικές και θεομητορικές γιορτές έχουν προεόρτια, ημέρες δηλ., κατά τις οποίες η Εκκλησία προετοιμάζει τους πιστούς για τη γιορτή, και μεθέορτα, ημέρες δηλ., κατά τις οποίες συνεχίζεται η γιορτή. Την τελευταία ημέρα γίνεται η απόδοσις της εορτής, που είναι σαν μια επανάληψίς της.

2. - Ο εβδομαδιαίος εορταστικός κύκλος.

Ως ημέρα εβδομαδιαίας γιορτής η Εκκλησία καθιέρωσε ήδη από την αποστολική εποχή την πρώτη ημέρα της εβδομάδας και την ονόμασε Κυριακή, ως ημέρα αφιερωμένη στον Κύριο. Στην ημέρα αυτή μεταφέρθηκε η αργία του Σαββάτου και γίνονταν οι λατρευτικές συνάξεις των Χριστιανών. Σύμφωνα με αρχαία συνήθεια οι Χριστιανοί την Κυριακή πρέπει να προσεύχονται όρθιοι, για να θυμούνται την ανάσταση του Κυρίου. Απαγορεύεται τις Κυριακές η γονυκλισία και η νηστεία.
Εν τούτοις η Εκκλησία δεν έπαυσε να τιμά και το Σάββατο. Οι πρώτοι Χριστιανοί, που ήταν Ιουδαίοι, εξακολούθησαν να τιμούν το Σάββατο παράλληλα με την Κυριακή και τη συνήθεια αυτή συνέχισαν και οι εξ εθνών Χριστιανοί. Και κατά την ημέρα αυτή απαγορεύεται η νηστεία εκτός του Μ. Σαββάτου. Η αργία όμως του Σαββάτου απαγο-ρεύθηκε από τη σύνοδο της Λαοδικείας.
Από τις άλλες ημέρες της εβδομάδας διακρίνονται η Τετάρτη και η Παρασκευή· η πρώτη, γιατί την ημέρα αυτή οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων αποφάσισαν τη θανάτωση του Κυρίου και συμφώνησε μαζί τους ο Ιούδας την προδοσία· η δεύτερη, γιατί σ’ αυτή σταυρώθηκε ο Κύριος για τη σωτηρία μας. Γι αυτό οι ημέρες αυτές ήδη από το τέλος του α' αι. ορίσθηκαν ως ημέρες νηστείας.
Αργότερα και οι άλλες ημέρες ορίσθηκαν για την τιμή των κυριοτέρων αγίων: η Δευτέρα για τους αγγέλους· η Τρίτη για τον Πρόδρομο· η Τετάρτη για τη Θεοτόκο η Πέμπτη για τους αποστόλους και τον άγιο Νικόλαο· το Σάββατο για τους μάρτυρες, αλλά και για τους κεκοιμημένους, επειδή είναι παραμονή της αναστάσιμης ημέρας. Έτσι κάθε μέρα της εβδομάδας έγινε μια μικρή γιορτή, χωρίς βέβαια να χάσει την προτεραιότητα και την ιδιαίτερη σημασία η Κυριακή.
Η υμνογραφία του εβδομαδιαίου εορταστικού κύκλου περιέχεται στην Παρακλητική.


3.- Οι κινητές ετήσιες γιορτές.

Κέντρο των κινητών εορτών είναι το Πάσχα, η πρώτη και μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Η περίοδος των κινητών εορτών, όπως διαμορφώθηκε τελικά, αρχίζει από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει την Κυριακή των αγίων Πάντων. Οι 10 εβδομάδες προ του Πάσχα αποτελούν την περίοδο του Τριωδίου, ενώ οι 8 εβδομάδες μετά το Πάσχα αποτελούν την περίοδο του Πεντη-κοσταρίου.

α. Οι προ του Πάσχα κινητές γιορτές.
 
Η προ του Πάσχα περίοδος, το Τριώδιο, υποδιαιρείται σε τρεις άλλες: α) τις προπαρασκευαστικές εβδομάδες- β) τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή· και γ) τη Μεγάλη Εβδομάδα.
α) Οι προπαρασκενα- Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει τρεις εορταστικές εβδομάδες.βδομάδες και τέσσερις Κυριακές και έχει το χαρακτήρα προπαρασκευής για το στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Σ’ αυτό αποβλέπουν τα ευαγγελικά αναγνώσματα των τεσσάρων Κυριακών και οι μνήμες που τελούνται σ’ αυτές. Έτσι την πρώτη Κυριακή διαβάζεται η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Λουκά ιη 10-14), που διδάσκει την ανάγκη και την ωφέλεια της ταπεινώσεως· τη δεύτερη Κυριακή διαβάζεται η παραβολή του ασώτου υιού (Λουκά ιε 11 -32), που διδάσκει την αξία της μετάνοιας. Από τις παραβολές αυτές οι δυο Κυριακές ονομάσθηκαν αντίστοιχα Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και Κυριακή του
Ασώτου. Η υμνολογία των ημερών αυτών αναλύει και υπογραμμίζει τις παραβολές και τα διδάγματα τους.
Την τρίτη Κυριακή (της Απόκρεω) τελείται ανάμνησις της δευτέ-ρας παρουσίας του Κυρίου και της μελλούσης κρίσεως και διαβάζεται η σχετική ευαγγελική περικοπή (Ματθ. κε 31-46), για να μας θυμίζει ότι ο Θεός δεν είναι μόνο φιλάνθρωπος πατέρας, αλλά και δίκαιος κριτής. Την παραμονή της Κυριακής αυτής (Ψυχοσάββατον) τελείται μνημόσυνο όλων των κεκοιμημένων, γιατί πριν από την κρίση θα γίνει η ανάστασις των νεκρών.
Το επόμενο Σάββατο είναι αφιερωμένο στη μνήμη όλων των ασκητών, ανδρών και γυναικών. Η Εκκλησία μάς τους προβάλλει ως παραδείγματα αγωνιστών τής εγκράτειας και μας παρακινεί να τους μιμηθούμε, αναλαμβάνοντας πρόθυμα τον πνευματικό αγώνα κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή. Κακώς επικράτησε να θεωρούνται Ψυχοσάββατα το Σάββατο αυτό και το επόμενο (του αγίου Θεοδώρου).
Την τετάρτη Κυριακή (της Τυρινής), που είναι παραμονή της Μ. Τεσσαρακοστής, τελείται ανάμνησις της εξορίας των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο, η οποία μας διδάσκει τις ολέθριες συνέπειες της αμαρτίας και μας παρακινεί να αναλάβουμε τον αγώνα της νηστείας και της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας μας διδάσκει τον ορθό τρόπο της νηστείας και την ανάγκη της απαλλαγής από τη μνησικακία, την πλεονεξία και την προσκόλληση στα υλικά αγαθά. Πολύ επίκαιρα συνηθίζεται στον Εσπερινό της Κυριακής αυτής να συγχωρούμαστε μεταξύ μας, ώστε όλοι με αγάπη και ομόνοια να μπούμε στη Μ. Τεσσαρακοστή.
Ως προς τη νηστεία τηρείται κατά τις εβδομάδες αυτές η ακόλουθη τάξις. Την πρώτη εβδομάδα γίνεται κατάλυσις σε όλα ακόμη και την Τετάρτη και την Παρασκευή- τη δεύτερη εβδομάδα (της Απόκρεω) γίνεται επίσης κατάλυσις σε όλα εκτός της Τετάρτης και Παρασκευής· την τρίτη εβδομάδα (της Τυρινής ή Τυροφάγου) δεν επιτρέπεται πλέον η κατάλυσις κρέατος, επιτρέπεται όμως η κατάλυσις ψαριών, αυγών και γαλακτερών όλες τις ημέρες. Έτσι η Εκκλησία μας εισάγει προοδευτικά στην αυστηρή νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής.
β) Ή μεγάλη Η συνήθεια να προετοιμάζονται οι Χριστιανοί με Τεσσαρακοστή. νηστεία και προσευχή για τη γιορτή του Πάσχα είναι αρχαιότατη. Κατά τους πρώτους αιώνες όμως δεν ήταν ορισμένη η διάρκειά της ούτε το είδος της. Άλλοι νήστευαν από όλα τα έμψυχα, άλλοι έτρωγαν ψάρια ή και πουλιά, ενώ άλλοι αντίθετα έτρωγαν μόνο ξερό ψωμί. Από τον δ' αι. η νηστεία πήρε τη σημερινή έκταση των σαράντα ημερών, επειδή και ο Κύριος νήστεψε σαράντα ημέρες στην έρημο, και τότε ονομάσθηκε Τεσσαρακοστή. Έτσι σήμερα η Μ. Τεσσαρακοστή καταλαμβάνει έξι εβδομάδες (εκτός της Μεγάλης). Από αυτές διακρινόταν ανέκαθεν η πρώτη, η Καθαρά Εβδομάς, κατά την οποία τηρούνταν αυστηρότερη νηστεία. Και σήμερα, παρά τη χαλάρωση της τηρήσεως των νηστειών, πολλοί τηρούν τη νηστεία της πρώτης εβδομάδας και ιδιαίτερα των τριών πρώτων ημερών, κατά τις οποίες πολλοί μένουν τελείως νηστικοί (τριήμερο).
Η Εκκλησία τόνιζε πάντοτε την ανάγκη να είναι η νηστεία όχι μόνο υλική, αλλά και πνευματική, όχι μόνο νηστεία από τις τροφές, αλλά και νηστεία από τα πάθη. Το αληθινό νόημα της νηστείας καθορίζει ένα τροπάριο του Εσπερινού της Καθαράς Δευτέρας, που αποτελείται από λόγια του Μ, Βασιλείου:
«Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εύάρεστον τώ Κυρίφ. Αληθής νηστεία ή των κακών άλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού άποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους καί έπιορκίας. Ή τούτων ένδεια νηστεία έστίν αληθής καί εύπρόσδεκτος».
Η Μ. Τεσσαρακοστή είναι και περίοδος εντατικής προσευχής. Οι ι. ακολουθίες της είναι περισσότερες και μακρότερες, και η ανάγνωσις της Αγ. Γραφής πυκνότερη. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή τελείται η λειτουργία των Προηγιασμένων, κάθε Σάββατο η λειτουργία του Χρυσοστόμου και κάθε Κυριακή του Μ. Βασιλείου. Πλουσιότατη είναι και η υμνογραφία της Μ, Τεσσαρακοστής, η οποία διδάσκει τον αληθινό τρόπο της νηστείας και τις ωφέλειές της, καθώς και τις αρετές που πρέπει να τη συνοδεύουν (ταπείνωση, φιλαλληλία, ελεημοσύνη κλπ.).
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα Σάββατα και οι Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, που είναι αφιερωμένες σε ορισμένα πρόσωπα και γεγονότα.
Το Σάββατο της Ά εβδομάδας είναι αφιερωμένο στην ανάμνηση θαύματος του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, ο οποίος συμβούλεψε τους Χριστιανούς να φάνε την εβδομάδα αυτή κόλλυβα, για να προφυ-λαχθούν από τη βρώση τροφών που είχαν μολυνθεί με αίματα είδωλο -λατρικών θυσιών.
Την Α' Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής τελούνταν παλιότερα μνήμη των προφητών και ιδιαιτέρως του Μωϋσή και του Ααρών. Σ’ αυτήν αναφέρονται τα αναγνώσματα της ημέρας (Εβρ. ια' 24-26, 32-40 και Ιωάν, α 44-52). Το 842 όμως έγινε επί της βασιλείας της Θεοδώρας την ημέρα αυτή η αναστήλωσις των εικόνων, και από τότε η Κυριακή αυτή καθιερώθηκε ως γιορτή του θριάμβου της Εκκλησίας κατά της εικονομαχίας και όλων των αιρέσεων και πήρε το όνομα Κυριακή της Ορθοδοξίας.
Η Β' Κυριακή δεν είχε αρχικά κάποια ιδιαίτερη μνήμη. Το 1368 όμως ορίσθηκε σ’ αυτήν η μνήμη του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, μεγάλου θεολόγου και αγωνιστή για την ορθή πίστη, ως συνέχεια της Κυριακής της Ορθοδοξίας.
Η Π Κυριακή, που είναι στη μέση της Μ. Τεσσαρακοστής, ονομάζεται Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεων επειδή αυτή την ημέρα η Εκκλησία καλεί τους πιστούς να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό, για να πάρουν δύναμη για τη συνέχιση του αγώνα της νηστείας.
Η Δ' και η Ε' Κυριακή δεν είχαν αρχικά ιδιαίτερο εορταστικό χαρακτήρα. Αργότερα όμως ορίσθηκε στην Δ' Κυριακή η μνήμη του οσίου Ιωάννου του συγγραφέως της «Κλίμακος», επειδή το βιβλίο του αυτό διαβάζεται στις Μονές τη Μ. Τεσσαρακοστή, και την Ε' Κυριακή η μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας, που είναι σπουδαίο παράδειγμα μετάνοιας.
Η Ε' εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής, που είναι ανάμεσα στις δύο αυτές Κυριακές, έχει δύο ιδιαίτερες ακολουθίες. Στον Όρθρο της Πέμπτης ψάλλεται ο Μέγας Κανών, ποίημα του αγίου Ανδρέου Κρήτης, στο οποίο προβάλλονται όλες οι μορφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και καλούμασατε να μιμηθούμε τους δικαίους και να αποφύγουμε τις πράξεις των αμαρτωλών. Στις ενορίες ο Μ. Κανών ψάλλεται συνήθως το βράδυ της Τετάρτης στο Μικρό Απόδειπνο. Ψάλλεται επίσης χωρισμένος σε τέσσερα τμήματα την Α' εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής. Στον Όρθρο του Σαββάτου της Ε' εβδομάδας ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος εις ανάμνηση της σωτηρίας της Κωνσταντινουπόλεως το 626 από την πολιορκία των Αβάρων. Και ο Ακάθιστος Ύμνος στις ενορίες ψάλλεται το βράδυ της Παρασκευής στο Απόδειπνο. Τμηματικά ψάλλεται τις τέσσερις πρώτες Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής.
Η νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής τελειώνει την Παρασκευή της ΣΤ' εβδομάδας γι’ αυτό την ημέρα αυτή ψάλλουμε: «Τήν ψυχωφελή πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν...». Το Σάββατο της ΣΤ' εβδομάδας τελείται ανάμνησις της αναστάσεως του Λαζάρου, και την Κυριακή ανάμνησις της θριαμβευτικής εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. ΓΤ αυτό οι μέρες αυτές ονομάζονται Σάββατον του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων. Την Κυριακή αυτή ευλογούνται και μοιράζονται στο λαό βαΐα (συνήθως κλαδιά δάφνης), επειδή ο λαός υποδέχθηκε τον Κύριο κρατώντας κλαδιά δένδρων.

γ) Η αγία και Η εβδομάδα πριν από το Πάσχα χαρακτηρίσθηκε Μεγάλη Εβδομάδα. από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ως Μεγάλη για τα μεγάλα γεγονότα των οποίων επιτελείται ανάμνησις σ’ αυτή. Είναι περίοδος αυστηρής νηστείας και μόνο τη Μ. Πέμπτη επιτρέπεται κατάλυσις σε λάδι και κρασί. Ακόμη αυστηρότερη είναι η νηστεία των δύο τελευταίων ημερών, Παρασκευής και Σαββάτου. Οι αρχαίοι Χριστιανοί νήστευαν τις δύο αυτές μέρες ως τα ξημερώματα της Κυριακής και τότε διέκοπταν τη νηστεία.

Τις τρεις πρώτες ημέρες της Μ. Εβδομάδας τελείται η Λειτουργία των Προηγιασμένων, ενώ τη Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο εσπερινή Λειτουργία του Μ, Βασιλείου. Τη Μ. Παρασκευή τελούνταν παλιότερα Προηγιασμένη, που αργότερα καταργήθηκε.
Οι μνήμες και τα γεγονότα των ημερών της Μ. Εβδομάδας έχουν ορισθή έτσι, ώστε με τη βοήθειά τους οι Χριστιανοί να παρακολουθούν την πορεία του Κυρίου προς το Πάθος και το ίδιο το Πάθος και την ταφή του. Αναλυτικότερα η υπόθεσις της κάθε μέρας είναι η εξής:
Η Μεγάλη Λεύτερα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Ιωσήφ του Παγκάλου, γιου του πατριάρχου Ιακώβ. Ο Ιωσήφ για τα παθήματά του
αλλά και για την πραότητα και ανεξικακία του θεωρήθηκε ανέκαθεν τύπος του Κυρίου και γι’ αυτό η μνήμη του ορίσθηκε την ημέρα αυτή, που προμηνά το Πάθος του Κυρίου. Την ίδια μέρα γίνεται ανάμνησις της συκιάς που ξήρανε ο Κύριος και που ήταν σύμβολο του ιουδαϊκού λαού και κάθε ανθρώπου που δεν έχει καρπούς αρετής.
Η Μεγάλη Τρίτη είναι αφιερωμένη στην παραβολή των δέκα παρθένων, που μας διδάσκει να είμαστε πάντα έτοιμοι για την υποδοχή του Κυρίου, που θα έλθει σε άγνωστη ημέρα και ώρα, Η παραβολή αυτή διαβάζεται στη Λειτουργία της Μ. Τρίτης μαζί με την παραβολή των ταλάντων και την εικόνα της μελλούσης κρίσεως (Ματθ. κδ' 3-35). Από την παραβολή των δέκα παρθένων είναι εμπνευσμένο το γνωστό τροπάριο «Ιδού ό Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω τής νυκτός...». Σχετικό είναι και το εξαποστειλάριο «Τόν νυμφώνά σου βλέπω...», εμπνευσμένο από την παραβολή των βασιλικών γάμων (Ματθ. κβ' 1-14). Από τους ύμνους αυτούς, που ψάλλονται στους Όρθρους της Μ. Δευτέρας, Μ. Τρίτης και Μ. Τετάρτης, οι ακολουθίες αυτές πήραν το όνομα Ακολουθίες του Νυμφίου ή του Νυμφώνος.
Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε τον Κύριο με μύρο λίγο πριν από το Πάθος. Σ’ αυτήν ανα-φέρονται όλοι σχεδόν οι ύμνοι της ημέρας, από τους οποίους διακρίνεται το γνωστότατο τροπάριο της Κασσιανής «Κύριε, ή έν πολλαΐς άμαρτίαις περιπεσοϋσα γυνή...», που ψάλλεται ως δοξαστικό των αποστίχων του Όρθρου και των στιχηρών του Εσπερινού.
Τη Μεγάλη Πέμπτη γιορτάζονται τέσσερα γεγονότα που συνέ-βησαν το βράδυ αυτής της ημέρας: α) Ο νιπτήρας, δηλ. το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο· β) ο μυστικός δείπνος, δηλ. η παράδοσις του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας* γ) η προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή· και δ) η προδοσία του Ιούδα. Τη Μ. Πέμπτη γίνεται στο Πατριαρχείο με ειδική τελετή και ο καθαγιασμός του αγίου μύρου.
Η Μ. Παρασκευή είναι ασφαλώς η ιερότερη και σεβασμιότερη μέρα της Μ. Εβδομάδας, γιατί σ’ αυτή τελούμε ανάμνηση των Παθών του Κυρίου. Στον Όρθρο της Μ. Παρασκευής, που τελείται το βράδυ της Μ. Πέμπτης, διαβάζονται τα Δώδεκα Ευαγγέλια, που εξιστορούν όλα, όσα συνέβησαν από το τέλος του μυστικού δείπνου ως τη σφράγιση του
τάφου του Κυρίου από τους Ιουδαίους. Μετά το Ε' Ευαγγέλιο ο ιερεύς, απαγγέλλοντας το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...», λιτανεύει τον Εσταυρωμένο και τον τοποθετεί στη μέση του ναού, για να τον προσκυνήσουν οι πιστοί. Το πρωί της Μ. Παρασκευής τελείται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, στις οποίες διαβάζονται Ψαλμοί και αναγνώσματα προφητικά, αποστολικά και ευαγγελικά (ένα από κάθε Ευαγγελιστή), που αναφέρονται στο Πάθος του Κυρίου. Τέλος στον Εσπερινό γίνεται αναπαράστασις της αποκαθηλώσεως του Κυρίου και λιτανεύεται ο Επιτάφιος, που τοποθετείται στο κουβούκλιο, στη μέση του ναού.
Το Μεγάλο Σάββατο, γιορτάζουμε την ταφή του Κυρίου και την κάθοδό του στον άδη. Στον' Όρθρο ψάλλονται τα γνωστότατα και συγκινητικότατα Εγκώμια, και στο τέλος του Όρθρου γίνεται λιτάνευσις του Επιταφίου στην ενορία. Πολλοί ύμνοι του Μ. Σαββάτου έχουν αναστάσιμο χαρακτήρα. Την ανάσταση προμηνά και το προφητικό ανάγνωσμα στο τέλος του Όρθρου (Ιεζεκ. λζ' 1-14). Τέλος στον Εσπερινό, που είναι ο Εσπερινός του Πάσχα, ψάλλεται θριαμβευτικά ο ψαλμικός στίχος «Ανάστα, ό Θεός, κρίνον τήν γην...» (Ψαλμ. πα' 8), ενώ ο ιερεύς σκορπίζει στο ναό φύλλα δάφνης, σύμβολα νίκης. Έτσι τελειώνει η Μ. Εβδομάδα και ο εορτασμός του σταυρωσίμου Πάσχα, για ν’ αρχίσει το αναστάσιμο Πάσχα.

β'. Το Πάσχα και η Διακαινήσιμος Εβδομάς.
Το Πάσχα ήταν αρχαία ιουδαϊκή γιορτή, που τελούνταν τη νύχτα της 14ης προς τη 15η του μηνός Νισάν σε ανάμνηση της απελευθερώσεως των Ισραηλιτών από τη σκληρή δουλεία στους Αιγυπτίους. Την έννοια της γιορτής φανερώνει η λ. Πάσχα, που είναι εβραϊκή και σημαίνει διάβασις, και θυμίζει το πέρασμα του ισραηλιτικού λαού από τη δουλεία στην ελευθερία. Το Πάσχα οι Ισραηλίτες έσφαζαν και έτρωγαν αμνό, για να θυμούνται τον τρόπο, με τον οποίο τα πρωτότοκα παιδιά τους γλίτωσαν από τη σφαγή κατά τη νύχτα της εξόδου.
Το ιουδαϊκό Πάσχα όμως ήταν τύπος του χριστιανικού, κατά το οποίο λυτρωθήκαμε από τη δουλεία της αμαρτίας και περάσαμε από το θάνατο στη ζωή. Ο πασχαλινός αμνός των Ιουδαίων ήταν σύμβολο του
αληθινού πασχαλινού αμνού, του Ιησού Χριστού, που θυσιάσθηκε για μας και με το αίμα του οποίου σφραγισθήκαμε, όπως είχαν σφραγισθεί με το αίμα του αμνού οι θύρες των σπιτιών των Ιουδαίων. Η θυσία του Κυρίου συνέπεσε με το ιουδαϊκό Πάσχα, το οποίο εκείνη τη χρονιά έ-τυχε Σάββατο. Ο Κύριος σταυρώθηκε και πέθανε την Παρασκευή, το βράδυ της οποίας οι Ιουδαίοι έτρωγαν τον πασχαλινό αμνό, και αναστήθηκε μετά το Σάββατο, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας. Έτσι το Πάσχα στο Χριστιανισμό πήρε νέο νόημα και έγινε η γιορτή της σωτηρίας μας με το θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου.
Όλες οι χριστιανικές Εκκλησίες γιόρταζαν ανέκαθεν το Πάσχα-δεν υπήρχε όμως συμφωνία ως προς την ημέρα του εορτασμού. Οι Εκκλησίες της Μ. Ασίας γιόρταζαν το Πάσχα μαζί με τους Ιουδαίους στις 14 του Νισάν, δηλ. κατά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, όποια μέρα της εβδομάδας κι αν τύχαινε. Όλες όμως οι άλλες Εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Στις διαφωνίες αυτές έβαλε τέρμα η Α' Οικουμενική Σύνοδος, που ώρισε να γιορτάζεται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, η οποία τότε συνέβαινε την 21η Μαρτίου. Ο κανόνας αυτός τηρείται μέχρι σήμερα.
Το Πάσχα γιορταζόταν πάντοτε με παννυχίδα, δηλ. με ολονύκτια ακολουθία, γιατί και η ανάστασις του Κυρίου έγινε τις νυκτερινές ώρες του Σαββάτου προς την Κυριακή. Τη νύχτα αυτή γινόταν και το βάπτισμα των κατηχουμένων, οι οποίοι στη συνέχεια κοινωνούσαν για πρώτη φορά των αχράντων μυστηρίων. Γι αυτό μέχρι σήμερα στη Λειτουργία του Πάσχα και όλη τη Διακαινήσιμο εβδομάδα ψάλλουμε αντί του Τρισάγιου ύμνου το «Όσοι εις Χριστόν έβαπτίσθητε, Χριστόν ένεδύσασθε». Στην Κωνσταντινούπολη οι αυτοκράτορες φωταγωγούσαν τους δρόμους, απαγόρευαν κάθε εργασία και τις θεατρικές παραστάσεις όλη την εβδομάδα, αποφυλάκιζαν τους κρατουμένους για χρέη και μικρά παραπτώματα και έκαμναν τραπέζι στους φτωχούς. Το ίδιο έ-καμναν στις επαρχίες οι επίσκοποι και πολλοί πλούσιοι.
Και σήμερα το Πάσχα γιορτάζεται τη νύχτα και όλοι κρατούν λαμπάδες. Τα μεσάνυχτα γίνεται η τελετή της Αναστάσεως και στη συνέχεια ο Όρθρος και η Θ. Λειτουργία. Το απόγευμα της Κυριακής ή
λίγο πριν από το μεσημέρι τελείται ο Εσπερινός του Πάσχα, που ονομάζεται συνήθως Δευτέρα Ανάστασις ή Αγάπη, γιατί σύμφωνα με παλιά συνήθεια οι Χριστιανοί αντάλλασσαν στον Εσπερινό αυτό ασπασμό αγάπης. Στον Εσπερινό αυτό διαβάζεται η ευαγγελική περικοπή που διηγείται την εμφάνιση του Κυρίου στους μαθητές το βράδυ της Κυριακής (Ιωάν, κ' 19-25). Το Ευαγγέλιο αυτό διαβάζεται, όπου είναι δυνατόν, σε πολλές γλώσσες, για να κηρυχθεί σ’ όλα τα έθνη το χαρμόσυνο μήνυμα της αναστάσεως.
Η εβδομάδα που αρχίζει από το Πάσχα, θεωρείται σαν μία εορτάσιμη ημέρα και λέγεται Αιακαινήσιμος. Η ονομασία αυτή οφείλεται πιθανότατα στο ότι κατά την εβδομάδα αυτή άρχιζε η αναγέν-νησις και ανακαίνισις των νεοφώτιστων Χριστιανών, οι οποίοι όλη την εβδομάδα φορούσαν λευκά ενδύματα, φοιτούσαν στους ναούς κρατώντας λαμπάδες, κοινωνούσαν και άκουαν συμπληρωματικά κατηχητικά μαθήματα για το Βάπτισμα, το Χρίσμα και τη Θ. Ευχαριστία. Αλλά και όλοι οι Χριστιανοί σύμφωνα με τον ΣΤ' κανόνα της εν Τρούλλω συνόδου πρέπει να γιορτάζουν πνευματικά με καθημερινό εκκλησιασμό, ανάγνωση των Αγίων Γραφών και συμμετοχή στη Θ. κοινωνία.
Την Παρασκευή της Διακαινησίμου ψάλλεται μαζί με την αναστάσιμη και η ακολουθία της Ζωοδόχου Πηγής σε ανάμνηση των εγκαινίων του ναού της Θεοτόκου της Ζωοδόχου Πηγής στην Κωνσταντινούπολη.
Η Αιακαινήσιμος επισφραγίζεται με την Κυριακή του Αντίπασχα, που λέγεται και Καινή Κυριακή, γιατί από αυτήν αρχίζει ο εορτασμός της Αναστάσεως κάθε Κυριακή. Ονομάζεται επίσης και Κυριακή του Θωμά, γιατί σ’ αυτή τελείται ανάμνησις της εμφανίσεως του Κυρίου οκτώ ημέρες μετά την ανάσταση στους μαθητές και στο Θωμά και διαβάζεται στη Θ. Λειτουργία η σχετική ευαγγελική περικοπή (Ιωάν, κ' 19-31).

γ. Οι μετά το Πάσχα κινητές γιορτές.
Ολόκληρη η περίοδος από το Πάσχα ως την Πεντηκοστή λεγόταν κατά την αρχαιότητα Πεντηκοστή. Κατά την περίοδο αυτή απαγορευόταν
η νηστεία και η γονυκλισία, Στις πενήντα μέρες προστέθηκε αργότερα ακόμη μια εβδομάδα, που αποτελεί τα μεθέορτα της Πεντηκοστής. Έτσι σήμερα η περίοδος αυτή καλύπτει 8 εβδομάδες (ή 57 ημέρες μαζί με την Κυριακή των αγίων Πάντων) και υποδιαιρείται σε τρία τμήματα: α) τις σαράντα μεθέορτες ημέρες του Πάσχα· β) τη γιορτή της Αναλήψεως με τα μεθέορτά της· και γ) τη γιορτή της Πεντηκοστής με τα μεθέορτά της. Η υμνολογία της περιόδου αυτής περιέχεται στο Πεντηκοστάριον.
Για τη Διακαινήσιμο εβδομάδα και την Κυριακή του Θωμά μιλήσαμε ήδη. Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται Κυριακή των Μυροφόρων, γιατί είναι αφιερωμένη στην τιμή των Μυροφόρων γυναικών και των κρυφών μαθητών του Κυρίου Ιωσήφ και Νικοδήμου. Γι’ αυτό διαβάζεται στη Θ. Λειτουργίά ευαγγελική περικοπή που εξιστορεί την ταφή του Κυρίου και την επίσκεψη των Μυροφόρων στον τάφο (Μαρκ. ιε' 43-ιστ' 8).
Οι επόμενες τρεις Κυριακές ονομάσθηκαν Κυριακές του Παραλύτου, της Σαμαρείτιδος και του Τυφλού από τις ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται σ’ αυτές.
Η Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου ονομάσθηκε Μεσο-πεντηκοστή, επειδή βρίσκεται στη μέση ακριβώς των 50 ημερών. Ως θέμα της γιορτής αυτής θα μπορούσε να θεωρηθεί η θεία καταγωγή του Κυρίου, που αποδεικνύεται από τη διδασκαλία του και τα θαύματά του. Γι’ αυτό διαβάζεται ευαγγελική περικοπή που περιέχει ομιλία που έκανε ο Κύριος στο ναό του Σολομώντος (Ιωάν, ζ 14-30) στο μέσον της εορτής της Σκηνοπηγίας και στην οποία κάνει λόγο για τη διδασκαλία του.
Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Τυφλού γίνεται η απόδοσις της εορτής του Πάσχα, και την επόμενη μέρα, που είναι η τεσσαρακοστή από το Πάσχα, γιορτάζεται η Ανάληψις του Κυρίου, που είναι το τέλος του έργου του στη γη, η ανύψωσις της ανθρώπινης φύσεως στον ουρανό και συγχρόνως προμήνυμα της αποστολής του Αγίου Πνεύματος. Γιορτάζεται ως τη μεθεπόμενη Παρασκευή και τότε γίνεται η απόδοσίς της.
Την Κυριακή μετά την Ανάληψη τελείται η μνήμη των αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου και γι’ αυτό ονομάζεται Κυριακή
των αγίων Πατέρων. Η μνήμη αυτή ορίσθηκε, επειδή κατά την περίοδο αυτή γίνονταν συνήθως τοπικές συνοδοί για την επίλυση διαφόρων εκκλησιαστικών ζητημάτων. Στη Θ. Λειτουργία της Κυριακής αυτής διαβάζεται μέρος της αρχιερατικής προσευχής, στην οποία ο Κύριος προσευχήθηκε επίμονα για την ενότητα των Χριστιανών (Ιωάν, ιζ' 1 -13).
Το Σάββατο προ της Πεντηκοστής είναι και πάλι αφιερωμένο σε δεήσεις για τους κεκοιμημένους (Ψυχοσάββατων), για να δοθή και σ’ αυτούς με τις προσευχές μας η χάρις του Αγίου Πνεύματος.
Και η Πεντηκοστή ήταν μεγάλη γιορτή των Ιουδαίων, κατά την οποία πρόσφεραν στο Θεό τους πρώτους καρπούς της νέας εσοδείας και συγχρόνως τελούσαν ανάμνηση της παραδόσεως του Νόμου στο όρος Σινά. Η χριστιανική Πεντηκοστή όμως είναι ανάμνησις της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, που έγινε την ημέρα αυτή. Η γιορτή της Πεντηκοστής καθιερώθηκε από τους αποστολικούς χρόνους. Γινόταν και την ημέρα αυτή βάπτισις κατηχουμένων, και γι’ αυτό ψάλλεται το «Όσοι εις Χριστόν έβαπτίσθητε...». Στον Εσπερινό, που τελείται συνήθως αμέσως μετά τη Θ. Λειτουργία, αναπέμπονται μακρές δεήσεις με γονυκλισία, γιατί από την ημέρα αυτή επαναλαμβάνονταν οι γονυκλινείς δεήσεις, που απαγορεύονταν από το Πάσχα ως την Πεντηκοστή. Η Δευτέρα μετά την Πεντηκοστή είναι αφιερωμένη στο Άγιο Πνεύμα. Η Πεντηκοστή γιορτάζεται ως το Σάββατο, και όλη την εβδομάδα γίνεται κατάλυσις σε όλα.
Η Κυριακή μετά την Πεντηκοστή λέγεται σήμερα Κυριακή των αγίων Πάντων. Είναι αρχαία γιορτή, που υπήρχε ήδη τον δ' αι., και ήταν αρχικά γιορτή προς τιμήν όλων των μαρτύρων. Ορίσθηκε αμέσως μετά την Πεντηκοστή, γιατί με το αίμα των μαρτύρων ποτίσθηκε και αυξήθηκε η Εκκλησία, που ιδρύθηκε την Πεντηκοστή. Όταν αργότερα η Εκκλησία τίμησε ως αγίους και άλλους εκτός των μαρτύρων, η γιορτή πήρε γενικότερο χαρακτήρα και αφιερώθηκε στην τιμή όλων των αγίων.
Από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των αγίων Πάντων αρχίζει η νηστεία των αγίων αποστόλων. Αυτή ήταν αρχικά εβδομαδιαία, αργότερα όμως συνδέθηκε με τη γιορτή των αγίων αποστόλων (29 και
30 Ιουνίου) και επεκτάθηκε σ’ όλο το διάστημα από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των αγίων Πατέρων ως τις 28 Ιουνίου.

4.- Οι ακίνητες ετήσιες γιορτές.

α'. Δεσποτικές γιορτές.

Ακίνητες δεσποτικές γιορτές είναι κυρίως τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια, η Περιτομή και η Μεταμόρφωσις του Κυρίου. Στις δεσποτικές γιορτές μάλλον πρέπει να καταταγούν και οι γιορτές του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της Υπαπαντής, μολονότι ως προς το τυπικό των ακολουθιών κατατάσσονται στις θεομητορικές. Δεσποτικές επίσης θεωρούνται και οι γιορτές του Τιμίου Σταυρού.
α) Τα Χριστούγεννα Η αρχαιότερη ακίνητη δεσποτική γιορτή είναι και τα Θεοφάνεια. τα Θεοφάνεια, που γιορτάζονταν ήδη από τον β' αι. στις 6 Ιανουάριου. Το θέμα της δεν ήταν παντού το ίδιο, γενικά όμως επικράτησε να γιορτάζεται μαζί η Γέννησις και η Βάπτισις του Κυρίου. Η γιορτή ονομάσθηκε Θεοφάνεια ή Επιφάνεια, για να δηλωθή η φανέρωσις του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Ονομάσθηκε επίσης και Φώτα, γιατί και την ημέρα αυτή γινόταν φώτισμα, δηλ. βάπτισις κατηχουμένων. Κατά τα μεσάνυχτα γινόταν αγιασμός του ύδατος του βαπτίσματος. Πριν από την κατάδυση των κατηχουμένων οι Χριστιανοί συνήθιζαν να παίρνουν από το αγιασμένο νερό, για να αγιάσουν μ αυτό τους εαυτούς των και τα σπίτια τους. Από τη συνήθεια αυτή προέκυψε ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων, που τελείται μέχρι σήμερα.
Από τα μέσα όμως του δ' αι. ορίσθηκε ιδιαίτερη γιορτή για τη γέννηση του Κυρίου, τα Χριστούγεννα, στις 25 Δεκεμβρίου. Η γιορτή ξεκίνησε από τη Δύση, σύντομα όμως διαδόθηκε και στην Ανατολή και επικράτησε παντού. Έτσι τα Θεοφάνεια έμειναν αποκλειστικά γιορτή της βαπτίσεως του Κυρίου. Μόνο οι Αρμένιοι γιορτάζουν μέχρι σήμερα μαζί τη γέννηση και τη βάπτιση του Κυρίου στις 6 Ιανουάριου.
Πριν από τις δύο γιορτές προηγείται νηστεία. Η νηστεία των Χριστουγέννων ήταν αρχικά εβδομαδιαία, αργότερα όμως έγινε τεσσαρακονθήμερη κατ’ αναλογίαν προς τη Μ. Τεσσαρακοστή. Στη νηστεία
αυτή επιτρέπεται η κατάλυσις ψαριού ως τις 17 Δεκεμβρίου. Η νηστεία των Θεοφανείων περιορίζεται σε μία μέρα, την παραμονή, και θεωρείται από πολλούς, όχι ορθά, ως νηστεία για τη μετάληψη του Μεγ. Αγιασμού. Και οι δύο γιορτές έχουν πολυήμερα προεόρτια, που αντιστοιχούν προς τη Μεγ. Εβδομάδα. Των Χριστουγέννων τα προεόρτια αρχίζουν στις 20 Δεκεμβρίου και η απόδοσις γίνεται στις 31 Δεκεμβρίου. Των Θεοφανείων τα προεόρτια αρχίζουν στις 2 Ιανουάριου και η απόδοσις γίνεται στις 14 Ιανουάριου. Τις παραμονές και των δύο εορτών τελείται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, που διαμορφώθηκε κατά το πρότυπο των Ωρών της Μ. Παρασκευής. Μετά τις Ώρες τελείται ο Εσπερινός της κάθε γιορτής μαζί με τη Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, όπως και το Μ. Σάββατο. Στη Θ. Λειτουργία και των δύο εορτών ψάλλεται αντί του Τρισάγιου το «'Όσοι εις Χριστόν έβαπτίσθητε...», που θυμίζει το βάπτισμα των κατηχουμένων. Ιδιαίτερο στοιχείο της γιορτής των Θεοφανείων είναι ο Μέγας Αγιασμός, που τελείται δύο φορές: την παραμονή στο τέλος της Θ. Λειτουργίας και την κυρία ημέρα στο τέλος του Όρθρου ή συνηθέ-στερα για ευκολία στο τέλος της Λειτουργίας.
Πριν από τα Χριστούγεννα υπάρχουν δύο προεόρτιες Κυριακές: η Κυριακή των Προπατόρων (11-17 Δεκεμβρίου), αφιερωμένη στη μνήμη των προγόνων του Κυρίου, και η Κυριακή προ της Χριστού γεννήσεως, αφιερωμένη στη μνήμη όλων των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης. Η 26η Δεκεμβρίου είναι αφιερωμένη στην τιμή της Θεοτόκου (Σύναξις της Θεοτόκου) και η 29η στη μνήμη των νηπίων που θανατώθηκαν από τον Ηρώδη. Η Κυριακή μετά την Χριστού γέννησιν είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Ιωσήφ, του μνήστορος της Θεοτόκου, του προφήτου Δαβίδ και του Ιακώβου του Αδελφοθέου. Και η γιορτή των Θεοφανείων έχει Κυριακή προ των Φώτων (2-5 Ιανουάριου) και Κυριακή μετά τα Φώτα (8-14 Ιανουάριου), χωρίς όμως ιδιαίτερες μνήμες. Στις 7 Ιανουάριου τελείται σύναξις προς τιμήν του Προδρόμου. Για τις Κυριακές πριν και μετά τα Χριστούγεννα, πριν και μετά τα Φώτα υπάρχουν ειδικά αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα.
Το διάστημα μεταξύ των δύο εορτών αποτελεί το Δωδεκαήμερο, κατά το οποίο γίνεται κατάλυσις σε όλα όλες τις μέρες εκτός της παραμονής των Θεοφανείων.
β) Οι άλλες δε- Αφού καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα σποτικές γιορτές. της Γεννήσεως του Κυρίου, ήταν φυσικό να ορισθούν σε ανάλογες ημέρες γιορτές για άλλα γεγονότα που συνδέονται με τη Γέννηση. Έτσι ορίσθηκε η γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου εννιά μήνες πριν από τα Χριστούγεννα (25 Μαρτίου), η γιορτή της Περιτομής του Κυρίου οκτώ μέρες μετά τη Γέννηση (1 Ιανουάριου) και η γιορτή της Υπαπαντής σαράντα μέρες μετά τη Γέννηση (2 Φεβρουάριου).
Για τη γιορτή του Ευαγγελισμού έχουμε μαρτυρίες από τον ζ' αι. Επειδή συμπίπτει πάντα τη Μ. Τεσσαρακοστή, η γιορτή έχει μόνο μία προεόρτιο ημέρα και η απόδοσίς της γίνεται την ίδια μέρα στον Εσπερινό. Αν η γιορτή τύχει τη Μ. Παρασκευή ή το Μ. Σάββατο (πράγμα που δε συμβαίνει με το νέο ημερολόγιο), μετατίθεται στην Κυριακή του Πάσχα.
Και για τη γιορτή της Περιτομής δεν έχουμε αρχαίες μαρτυρίες. Η 1η Ιανουάριου ήταν η αρχή του ρωμαϊκού έτους και γιορταζόταν από τους ειδωλολάτρες με άκοσμες εκδηλώσεις. ΓΓ αυτό η Εκκλησία από τον δ' αι. την είχε ορίσει ως ημέρα μετανοίας, προσευχής και νηστείας. Αργότερα όμως τα ειδωλολατρικά έθιμα υποχώρησαν και η ημέρα πήρε εορταστικό χαρακτήρα. Η γιορτή της Περιτομής δεν έχει προεόρτια και μεθέορτα.
Αρχαιότερη φαίνεται να είναι η γιορτή της Υπαπαντής, κατά την οποία γιορτάζουμε την προσαγωγή του Κυρίου στο ναό, σαράντα μέρες μετά τη γέννηση και την υποδοχή του από τον πρεσβύτη Συμεών. Και η γιορτή αυτή καθιερώθηκε πρώτα στη Δύση τον ε' αι. και από τον στ' αι. και στην Ανατολή. Έχει μία προεόρτιο ημέρα και αποδίδεται στις 9 Φεβρουάριου.
Αρχαία είναι και η γιορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, που καθιερώθηκε τον ε αι. στην Παλαιστίνη κι από εκεί διαδόθηκε σ όλη την Ανατολή κι έπειτα στη Δύση. Ορίσθηκε στις 6 Αυγούστου, ίσως γιατί την ημέρα αυτή έγιναν τα εγκαίνια του ναού που έκτισε η αγία Ελένη στο όρος Θαβώρ προς τιμήν των αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου και Ιωάννου. Πριν από την εορτή ορίσθηκε εβδομαδιαία νηστεία, που συγχωνεύθηκε αργότερα με τη νηστεία για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Η γιορτή έχει μία προεόρτιο ημέρα και αποδίδεται στις 13 Αυγούστου.
Συνηθίζεται να ευλογούνται την ημέρα αυτή τα πρώτα σταφύλια.
γ) Οι γιορτές τον Από τις γιορτές του Τιμίου Σταυρού η επισημότερη Τιμίον Σταυρού είναι η γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου). Κατά την παράδοση αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος τον ύψωσε στον άμβωνα, για να τον ιδεί και να τον προσκυνήσει ο λαός. Ίσως όμως η ύψωσις αυτή να έγινε την ημέρα των εγκαινίων του ναού της Αναστάσεως, που γιορτάζονται στις 13 Σεπτεμβρίου. Τριακόσια χρόνια αργότερα ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος νίκησε τους Πέρ-σες και επανέφερε στα Ιεροσόλυμα τον Τίμιο Σταυρό, που τον είχαν πάρει εκείνοι- τότε ο πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε και πάλι πανηγυρικά στο ναό της Αναστάσεως. Έτσι η γιορτή της Υψώσεως έγινε επισημότερη και πήρε το χαρακτήρα μεγάλης δεσποτικής γιορτής. Το ιδιαίτερο λατρευτικό στοιχείο της γιορτής αυτής είναι η τελετή της υψώσεως και προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού, που γίνεται στο τέλος του Όρθρου. Η μέρα της Υψώσεως του Σταυρού θυμίζει το πάθος του Κυρίου και γι’ αυτό θεωρείται ισότιμη με τη Μ. Παρασκευή και τιμάται με νηστεία. Η απόδοσις της εορτής γίνεται στις 21 Σεπτεμβρίου.
Ανάμνησις της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού γίνεται στις 6 Μαρτίου. Η γιορτή μεταφέρθηκε στην Γ' Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής και αποτέλεσε τη γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως.
Στις 7 Μαΐου τελείται ανάμνησις της εμφανίσεως του σημείου του Σταυρού στον ουρανό, για την οποία μας πληροφορεί ο Ιεροσολύμων Κύριλλος.
Τέλος την 1η Αυγούστου γιορτάζεται η Πρόοδος τοΰ Τιμίου Σταυρού. Η πρόοδος αυτή, δηλ. περιφορά του Τιμίου Σταυρού σε διαφόρους ναούς γινόταν στην Κωνσταντινούπολη από τη 1 ως τις 13 Αυγούστου για την αποτροπή επιδημικών ασθενειών. Κατά τα παλιά τυπικά γίνεται και στη γιορτή αυτή προσκύνησις του Τιμίου Σταυρού μετά τη Δοξολογία, όπως και την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.

β'. Θεομητορικές γιορτές.

Η Εκκλησία τιμούσε ανέκαθεν την Παρθένο Μαρία ως μητέρα του
Υιού του Θεού, ως σύμβολο της αγνότητος και παρθενίας και ως σκέπη και προστασία των Χριστιανών. Η τιμή της όμως ενισχύθηκε πολύ μετά την Γ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία την ανεκήρυξε Θεοτόκο. Προς τιμήν της Θεοτόκου ορίσθηκαν γιορτές, τις οποίες μπορούμε να διακρίνουμε σε γιορτές προς τιμήν γεγονότων της ζωής της Θεοτόκου, γιορτές για τη σκέπη και την προστασία της και γιορτές προς τιμήν θεομητορικών αμφίων. Από αυτές επισημότερες είναι οι πρώτες. Οι θεομητορικές γιορτές γενικά γεννήθηκαν στην Ανατολή και από εκεί διαδόθηκαν στη Δύση. Στηρίζονται κυρίως στις απόκρυφες διηγήσεις για τη Θεοτόκο.
α) Οι μεγάλες Η γιορτή προς τιμήν της γεννήσεως της Θεο-θεομητορικές γιορτές, τόκου (8 Σεπτεμβρίου) ονομάζεται Γενέσιον ή Γενέθλιον της Θεοτόκου. Ορίσθηκε πιθανότατα στα τέλη του ε' ή τις αρχές του στ' αι. στα Ιεροσόλυμα και σύντομα διαδόθηκε στην Ανατολή και στη Δύση. Η υπόθεσίς της είναι παρμένη εξ ολοκλήρου από το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου. Η γιορτή έχει μία προεόρτιο ημέρα και η απόδοσίς της γίνεται στις 12 Σεπτεμβρίου.
Και η γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου) στηρίζεται στις διηγήσεις αποκρύφων Ευαγγελίων. Δεν είναι ακριβώς γνωστός ο χρόνος της εισαγωγής της. Πιθανότατα ορίσθηκε τον ζ' αι. στα Ιεροσόλυμα και από εκεί διαδόθηκε στην Ανατολή και πολύ αργότερα στη Δύση. Έχει κι αυτή μία προεόρτιο ημέρα και αποδίδεται στις 25 Νοεμβρίου.
Η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου) είναι η αρχαιότερη θεομητορική γιορτή και προέρχεται κι αυτή από τα Ιεροσόλυμα. Από τις αρχές του ε αι. η 15η Αυγούστου τιμούνταν ως ημέρα της Θεοτόκου, χωρίς να αναφέρεται σε ορισμένο γεγονός της ζωής της, και γιορταζόταν ιδιαίτερα στη Γεθσημανή, όπου υπήρχε και ο τάφος της. Αυτό συνετέλεσε στο να χαρακτηρισθή αργότερα ως γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η γιορτή διαδόθηκε γρήγορα στην Ανατολή και στη Δύση και έγινε η σπουδαιότερη και πιο λαοφιλής θεομητορική γιορτή. Έχει μία προεόρτιο ημέρα (14 Αυγούστου), από την 1η Αυγούστου όμως αρχίζει η νηστεία και ψάλλονται καθημερινά ως τις 13 Αυγούστου
η Μικρή και η Μεγάλη παράκλησις. Έτσι όλη αυτή η περίοδος παίρνει προεόρτιο χαρακτήρα. Τα μεθέορτα διαρκούν ως τις 23 Αυγοΰστου και τότε γίνεται η απόδοσις της εορτής. Στα μοναστήρια του Αγίου Όρους όμως η απόδοσις γίνεται στις 28 Αυγοΰστου. Έτσι σχεδόν όλος ο Αύγουστος αφιερώνεται στην Παναγία.

β) Οι άλλες

Η  γιορτή της Συλλήψεως της αγίας Άννης (9 θεομητορικές γιορτές. Δεκεμβρίου) ορίσθηκε σε ανάμνηση της συλλήψεως της Θεοτόκου από την αγία Άννα. Στη Δύση ονομάζεται καθαρά «εορτή της συλλήψεως της Παρθένου Μαρίας» και θεωρείται μεγάλη θεομητορική γιορτή, ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε δευτερεΰουσα και θεωρείται γιορτή της αγίας Άννης. Πρώτες μαρτυρίες γι’ αυτήν έχουμέ από τον η' αι.
Γιορτές προς τιμήν της προστασίας της Θεοτόκου είναι οι γιορτές του Ακαθίστου Ύμνου και της Ζωοδόχου Πηγής, για τις οποίες μιλήσαμε ήδη.
Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η γιορτή της Σκεπής της Θεοτόκου (1 Οκτωβρίου), που ορίσθηκε για την ανάμνηση μιας εμφανίσεως της Θεοτόκου στο ναό των Βλαχερνών στα χρόνια του αυτοκράτορος Δέοντος του Σοφού (886-911). Η Θεοτόκος εμφανίσθηκε με μεγαλοπρεπή συνοδεία πολλών αγίων και άπλωσε επάνω από τους πιστούς το «μαφόριον», δηλ. το επανωφόρι της, για να φανερώσει την προστασία της. Το ιβ' αι. η γιορτή διαδόθηκε και στη Ρωσία, όπου γιορτάζεται μέχρι σήμερα. Στον ελληνικό χώρο η γιορτή είχε λησμονηθεί. Το 1952 όμως με απόφαση της I. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος μετατέθηκε στις 28 Οκτωβρίου, για να γιορτάζεται μαζί με την επέτειο της νίκης των Ελλήνων κατά των Ιταλών το 1940, την οποία όλοι απέδωσαν στην προστασία της Θεοτόκου. Από τότε η γιορτή της αγίας Σκέ-πης γιορτάζεται επίσημα σε όλη την Ελλάδα.
Μικρότερης σημασίας είναι οι γιορτές προς τιμήν των αμφίων της Θεοτόκου, που είναι δύο: η ανάμνησις της καταθέσεως της εσθήτος της Θεοτόκου στο ναό των Βλαχερνών (2 Ιουλίου) και η ανάμνησις της καταθέσεως της ζώνης της Θεοτόκου στο ναό των Χαλκοπρατείων (31 Αυγοΰστου). Οι γιορτές αυτές καθιερώθηκαν πιθανότατα τον θ' αι. Σήμερα η αγία ζώνη φυλάσσεται στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους.

γ'. Γιορτές των αγίων.

Στους αποστολικούς χρόνους όλα τα μέλη της Εκκλησίας ονομάζονταν άγιοι (Πράξ. θ' 13, 32, 41. Ρωμ. α 7, Εφεσ. α 1 κ.α.). Γρήγορα όμως εμφανίσθηκε και επικράτησε το όνομα Χριστιανοί (Πράξ. ια 26), και το όνομα άγιος διατηρήθηκε μόνο για τους μάρτυρες κι αργότερα και για άλλα πρόσωπα που διακρίθηκαν στην επίγειο ζωή για την αρετή τους. Περισσότερο απ’ όλους τιμήθηκε η Θεοτόκος που ονομάσθηκε Παναγία.
Η Εκκλησία ετίμησε ανέκαθεν τους αγίους και τους προέβαλε ως πρότυπα, καλώντας τους πιστούς να τους μιμηθούν. Η τιμή προς τους αγίους εκδηλώνεται με τον καθορισμό ημέρας της μνήμης των, με την ανέγερση ναών στο όνομα τους, με την προσκύνηση των λειψάνων τους, με την απεικόνιση των μορφών τους, με την εξύμνηση των αρετών τους με ύμνους και λόγους εγκωμιαστικούς και με την επίκληση των πρεβειών τους προς το Θεό για μας. Η προσκύνησις των αγίων δεν είναι λατρευτική, γιατί η λατρεία ανήκει μόνο στο Θεό, αλλά τιμητική.
Ημέρα μνήμης ενός αγίου είναι κατά κανόνα η μέρα του μαρτυρίου ή της κοιμήσεώς του, η οποία στην αρχαία Εκκλησία ονομαζόταν γενέ-θλιος ημέρα, γιατί αυτή την ημέρα ο άγιος γεννήθηκε στην ουράνια ζωή. Έχουμε όμως και μνήμες αγίων που ορίσθηκαν σε άλλες ημέρες, είτε γιατί δεν ήταν γνωστή η μέρα της κοιμήσεώς των, είτε γιατί συνδέθηκαν με άλλα γεγονότα αναφερόμενα στον άγιο, όπως π.χ. η εύρεσις των λειψάνων του, τα εγκαίνια ναού προς τιμήν του, κάποιο θαύμα του αγίου κ.α.
Τις γιορτές των αγίων μπορούμε να διακρίνουμε σε γιορτές αποστόλων και μαρτύρων, που είναι και οι αρχαιότερες, γιορτές προφητών και μάλιστα του Προδρόμου, πατέρων και ιεραρχών, οσίων και αγγέλων. Πολλές γιορτές αγίων ήταν αρχικά τοπικές, με τον καιρό όμως έγιναν κοινές για όλη την Εκκλησία.

α) Γιορτές    Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι από τους πιο τον Προδρόμου, δημοφιλείς αγίους. Πολλοί ναοί τιμώνται στο όνομά του και πάρα πολλοί Χριστιανοί έχουν το όνομά του.
Από τις γιορτές του Προδρόμου αρχαιότερη φαίνεται να είναι η Σύναξίς του, που ορίσθηκε στην πρώτη μεθέορτη ημέρα των Θεοφανείων (7 Ιανουάριου), γιατί η προσωπικότητά του συνδέεται στενά με τη δημοσία εμφάνιση του Κυρίου και ιδιαιτέρως με τη βάπτισή του.
Μετά τον καθορισμό της γιορτής των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου ορίσθηκε έξι μήνες νωρίτερα (24 Ιουνίου) το Γενέθλιον του Προδρόμου και έξι μήνες πριν από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου (23 Σεπτεμβρίου) η Σΰλληψις του Προδρόμου.
Στις 29 Αυγούστου γιορτάζεται η αποτομή της κεφαλής του Προ -δρόμου. Η γιορτή ορίσθηκε πιθανότατα τον δ' αι. και τιμάται με νηστεία, επειδή ο φόνος του Ιωάννου διατάχθηκε από τον Ηρώδη σε ώρα συμποσίου. Για την τύχη της κεφαλής του Προδρόμου υπάρχουν διάφορες παραδόσεις. Αναφέρονται τρεις ευρέσεις της, που γιορτάζονται η πρώτη και δευτέρα στις 24 Φεβρουάριου και η τρίτη στις 25 Μάΐου.

β) Γιορτές Κανενός αποστόλου δεν είναι γνωστή η ημέρα της των αποστόλων. Κοιμήσεως. Στην αρχαία Εκκλησία ήταν αφιερωμένες στους αποστόλους οι μέρες μετά την Πεντηκοστή, γιατί οι απόστολοι μετά την Πεντηκοστή άρχισαν το κήρυγμα.
Αρχαία είναι η γιορτή των κορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, η οποία ήδη τον δ' αι. γιορταζόταν στην Ανατολή στις 28 Δεκεμβρίου. Στη Δόση γιορταζόταν στις 29 Ιουνίου, πιθανώς γιατί την ημέρα αυτή έγινε από τον πάπα Σίξτο Β' η μεταφορά των λειψάνων των δυο αποστόλων στην κατακόμβη του αγίου Σεβαστιανού. Από τον ε αι. η ημερομηνία αυτή επικράτησε και στην Ανατολή αντί της 28ης Δεκεμβρίου. Ως συνέχεια της γιορτής αυτής τελείται στις 30 Ιουνίου η Σύναξις των Δώδεκα αποστόλων, η οποία άλλοτε τελούνταν την Κυριακή του Θωμά.
Στις 16 Ιανουάριου γιορτάζεται η προσκυνησις της αλύσεως του αποστόλου Πέτρου. Την αλυσίδα αυτή, με την οποία είχε δεθεί ο Πέτρος, όταν φυλακίσθηκε από τον Ηρώδη, εφυλαξαν οι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων ώσπου μεταφέρθηκε, άγνωστο πότε, στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στο ναό του αγίου Πέτρου.
Από τους άλλους αποστόλους επισημότερα γιορτάζονται οι μνήμες του Πρωτοκλήτου Ανδρέου (30 Νοεμβρίου) και του εύαγγελιστού Ιωάννου
(26 Σεπτεμβρίου και 8 Μα'ΐου). Η κάρα του αγίου Ανδρέου φυλάσσεται στην Πάτρα, της οποίας ανέκαθεν θεωρείται πολιούχος. Του ευαγ-γελιστού Ιωάννου η κυρία μνήμη είναι στις 26 Σεπτεμβρίου, γιορτάζεται όμως και στις 8 Μάΐου, γιατί σύμφωνα με αρχαία παράδοση την ημέρα αυτή ανέβλυζε από τον τάφο του στην Έφεσο ιαματική σκόνη, την οποία οι Χριστιανοί ονόμαζαν «μάννα».
Λιγότερο επίσημα γιορτάζονται οι μνήμες των ευαγγελιστών Ματθαίου (16 Νοεμβρίου), Μάρκου (25 Απριλίου) και Λουκά (18 Οκτωβρίου). Στις 4 Ιανουάριου γιορτάζεται η Σύναξις των Εβδομήκοντα αποστόλων. Για πολλούς από τους Δώδεκα και τους Εβδομήκοντα υπάρχουν ανεπίσημες μνήμες σε διάφορες ημερομηνίες.
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και τις γιορτές των ισαποστόλων, των αγίων δηλ. που εργάσθηκαν, όπως οι απόστολοι, για τη διάδοση του Χριστιανισμού. Ως ισαπόστολοι χαρακτηρίζονται κυρίως οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφεραν για τη διάδοση και στερέωση του Χριστιανισμού. Η μνήμη τους γιορτάζεται πανηγυρικά στις 21 Μα'ίου και πολλοί ναοί τιμώνται στο όνομά τους. Ως ισαπόστολος χαρακτηρίζεται και η πρωτομάρτυς αγία Θέκλα (24 Σεπτεμβρίου), γιατί κι αυτή κατά την παράδοση έδρασε ιεραποστολικά. Ως ισαπόστολοι επίσης θεωρούνται δίκαια οι Θεσσαλο-νικείς αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος, οι οποίοι τον θ αι. διέδωσαν το Χριστιανισμό στους σλαβικούς λαούς.


γ) Γιορτές

Από τις γιορτές των μαρτύρων αρχαιότερες είναι οι μαρτύρων. μνήμες του πρωτομάρτυρος Στεφάνου και των Μακκαβαίων.
Η μνήμη του αγίου Στεφάνου, υπήρχε ήδη τον δ' αι. και γιορταζόταν αρχικά στις 26 Δεκεμβρίου· όταν όμως ορίσθηκε στις 26 η Σύναξις της Θεοτόκου, η μνήμη του αγίου Στεφάνου μεταφέρθηκε στις 27 Δεκεμβρίου. Γιορτάζεται επίσης στις 2 Αυγούστου η ανακομιδή του λειψάνου του, το οποίο κατόπιν θείας αποκαλύψεως βρέθηκε το Δεκέμβριο του 411.
Στο Β' βιβλίο των Μακκαβαίων (στ' 18-ζ' 41) περιγράφεται το μαρτύριο επτά αδελφών (που καταχρηστικά ονομάζονται Μακκαβαίοι), της μητέρας τους Σολομονής και του γέροντα Ελεαζάρου, που αρνήθηκαν να υποκύψουν στις πιέσεις του βασιλιά της Συρίας Αντιόχου Δ' του Επι-
φανούς (175-164 π.Χ.) και να θυσιάσουν στα είδωλα. Το παράδειγμά τους ήταν πολύ ενισχυτικό για τους Χριστιανούς στην περίοδο των διωγμών και γι’ αυτό η Εκκλησία ανέκαθεν τιμούσε τη μνήμη τους την 1η Αυγούστου.
Από τα πλήθη των μαρτύρων τιμώνται ιδιαιτέρως ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και ο άγιος Αημήτριος ο Μυροβλύτης, που μαρτύρησαν στο διωγμό του Διοκλητιανού, ο πρώτος στη Λύδδα της Παλαιστίνης και ο δεύτερος στη Θεσσαλονίκη. Η μνήμη τους γρήγορα διαδόθηκε σ’ όλη την Εκκλησία. Του αγίου Γεωργίου η κυρία μνήμη γιορτάζεται στις 23 Απριλίου και η κατάθεσις του λειψάνου του στο ναό του στη Λύδδα στις 3 Νοεμβρίου. Τρυ αγίου Δημητρίου η μνήμη (26 Οκτωβρίου) γιορτάζεται ανέκαθεν με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην πατρίδα του Θεσσαλονίκη, της οποίας θεωρείται πολιούχος και προστάτης. Εγκώμια στον άγιο Δημήτριο γράφτηκαν πολλά κατά τη βυζαντινή εποχή, όσα σε κανένα άλλον άγιο.
Από τους άλλους μάρτυρες τιμώνται επίσημα οι άγιοι Τεσσαράκοντα μάρτυρες, που μαρτύρησαν επί Λικινίου στη Σεβάστεια της Αρμενίας (9 Μαρτίου), ο άγιος μεγαλομάρτυς και ιαματικός Παντε -λεήμων (27 Ιουλίου), ο άγιος Θεόδωρος ο Τήρων (17 Φεβρουάριου), ο άγιος Θεόδωρος ο στρατηλάτης (8 Φεβρουάριου), και από τις γυναίκες η αγία Αικατερίνα (25 Νοεμβρίου), της οποίας το λείψανο σώζεται στη μονή του Σινά, η αγία Ευφημία (11 Ιουλίου και 16 Σεπτεμβρίου), της οποίας το λείψανο σώζεται στον πατριαρχικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως, η αγία Μαρίνα (17 Ιουλίου), η αγία Παρασκευή (26 Ιουλίου) και η αγία Βαρβάρα (4 Δεκεμβρίου).
Ιδιαίτερη τάξη αποτελούν οι ιερομάρτυρες, δηλ. οι κληρικοί μάρτυρες. Από αυτούς τιμώνται κυρίως οι άγιοι Χαραλάμπης (10 Φεβρουάριου) και Ελευθέριος (15 Δεκεμβρίου).
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και τους νεομάρτυρες, που εμαρ-τύρησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι μνήμες τους έχουν κυρίως τοπικό χαρακτήρα, γιορτάζονται δηλ. στον τόπο της γεννήσεως ή του μαρτυρίου του καθενός. Ανάμεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει ο άγιος ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (24 Αυγούστου), που μπορεί να χαρα-κτηρισθεί και ως ισαπόστολος, γιατί στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς
(ιη' αι.) εργάσθηκε ιεραποστολικά σ’ όλες τις υπόδουλες ελληνικές χώρες, διδάσκοντας και στηρίζοντας τους Χριστιανούς και αποτρέποντας τον κίνδυνο του εξισλαμισμού.


δ) Οι γιορτές Προς τιμήν των αγγέλων
Η  Εκκλησία όρισε, όπως των άλλων αγίων είδαμε, τη Δευτέρα της κάθε εβδομάδας. Υπάρχουν όμως και ετήσιες γιορτές τους (συνάξεις). Του αρχαγγέλου Μιχαήλ η κυρία σύναξις τελείται στις 8 Νοεμβρίου και θεωρείται και σύναξις όλων των αγγελικών δυνάμεων. Υπάρχει κι άλλη σύναξίς του στις 6 Σεπτεμβρίου. Του αρχαγγέλου Γαβριήλ η σύναξις τελείται στις 26 Μαρτίου λόγω της διακονίας του στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Άλλη σύναξίς του τελείται στις 13 Ιουλίου. Από τις γιορτές αυτές μόνο η πρώτη γιορτάζεται επίσημα.
Η μνήμη των πατέρων της Εκκλησίας τιμάται συνήθως την ημέρα της κοιμήσεώς των. Από αυτές την πρώτη θέση κατέχουν οι μνήμες των Τριών μεγάλων ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων Βασιλείου του Μεγάλου (1 Ιανουάριου), Γρηγορίου του Θεολόγου (25 Ιανουάριου) και Ιωάννου του Χρυσοστόμου (13 Νοεμβρίου). Του τελευταίου γιορτάζεται και η ανακομιδή του λειψάνου (27 Ιανουάριου), δηλ. η επαναφορά του στην Κωνσταντινούπολη από τα Κόμανα της Αρμενίας, όπου πέ θανε εξόριστος. Προς τιμήν των Τριών ιεραρχών ορίσθηκε τον ια αι. κοινή γιορτή, που θεωρείται και γιορτή των γραμμάτων και της παιδείας.
Εκτός από τους Τρεις ιεράρχες τιμώνται για τους αντιαιρετικούς αγώνες τους οι άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, πατριάρχες Αλεξανδρείας. Κοινή γιορτή τους τελείται στις 18 Ιανουάριου, υπάρχουν όμως και ιδιαίτερες μνήμες τους στις 2 Μάίου και στις 9 Ιουνίου αντίστοιχα. Τιμώνται επίσης ο άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λυκίας (6 Δεκεμβρίου) και ο άγιος Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος της Κύπρου (12 Δεκεμβρίου). Του τελευταίου το λείψανο σώζεται στην Κέρκυρα, της οποίας θεωρείται πολιούχος.
Τρεις φορές το χρόνο υπάρχουν Κυριακές των αγίων πατέρων των κυριοτέρων οικουμενικών συνόδων: της Ά η Κυριακή προ της Πεντηκοστής, της Δ' η Κυριακή μετά τις 12 Ιουλίου και της Ζ' η Κυριακή μετά τις 10 Οκτωβρίου.
Από τους οσίους κοα ασκητές διακρίνονται οι μνήμες των αγίων Αντωνίου του Μεγάλου (17 Ιανουάριου), Ευθυμίου του Μεγάλου (20 Ιανουάριου) και Σάββα του Ηγιασμένου (5 Δεκεμβρίου). Από τους νεωτέ-ρους οσίους τιμώνται ιδιαιτέρως ο άγιος Διονύσιος ο επίσκοπος Αιγίνης (17 Δεκεμβρίου) στη Ζάκυνθο, όπου σώζεται το λείψανό του, και ο άγιος Γεράσιμος (20 Οκτωβρίου) στην Κεφαλληνία, όπου επίσης σώζεται το λείψανό του.
Από τους προφήτες τέλος τιμάται ιδιαίτερα ο προφήτης Ηλίας (20 Ιουλίου), προς τιμήν του οποίου υπάρχουν άπειρα εξωκκλήσια στις κορυφές των ελληνικών βουνών.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ  ΟΙ ΙΕΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ
1.    - Ορισμός και διαίρεσις των ι. ακολουθιών.
Ιερές ακολουθίες ή απλά ακολουθίες λέγονται οι διάφοροι τόποι δημοσίας προσευχής. Κάθε ακολουθία είναι σύμπλεγμα ψαλμών, δεήσεων, αναγνωσμάτων, ευχών και ύμνων, που λέγονται με ορισμένη σειρά και τάξη.
Οι ακολουθίες διαιρούνται σε τρεις ομάδες: α) Τις ακολουθίες του νυχθημέρου, εκείνες δηλ. που τελούνται κάθε μέρα σε ορισμένες ώρες-β) τις ακολουθίες των μυστηρίων- και γ) τις υπόλοιπες ακολουθίες (αγιασμούς, παρακλήσεις, νεκρώσιμες ακολουθίες, εγκαίνια ναών κλπ.).
Άλλη διαίρεσις των ακολουθιών είναι σε τακτικές και έκτακτες. Τακτικές είναι οι ακολουθίες του νυχθημέρου και η Θ. Λειτουργία, γιατί κι αυτή μπορεί να τελείται κάθε μέρα εκτός ορισμένων ημερών* έκτακτες είναι όλες οι άλλες, γιατί δεν τελούνται σε ορισμένους καιρούς, αλλά όταν είναι ανάγκη.

2.    - Τα στοιχεία των ι. ακολουθιών.

α. Οι Ψαλμοί

Τη χρήση των Ψαλμών παρέλαβε η Εκκλησία από την ιουδαϊκή λατρεία. Οι Ψαλμοί άλλοτε διαβάζονταν και άλλοτε ψάλλονταν με μέλος. Σήμερα γενικά επικρατεί η ανάγνωσις των Ψαλμών και λίγοι Ψαλμοί ψάλλονται είτε ολόκληροι (οι επιλύχνιοι, ο πεντηκοστός, οι αί -
νοι), είτε μερικοί στίχοι τους ως προκείμενα.
Από το τυπικό προβλέπεται τριπλή χρήσις των Ψαλμών στις ακολουθίες:

α) Σε κάθε ακολουθία υπάρχουν ορισμένοι σταθεροί Ψαλμοί, που διαβάζονται ή ψάλλονται κάθε μέρα, όπως π.χ. στον Εσπερινό ο 103ος, ο λεγόμενος Προοιμιακός, και οι Επιλύχνιοι (140,141,129, 116) και στον Όρθρο ο Εξάψαλμος (3,37, 62, 87,102,142), ο Πεντηκοστός και οι Αίνοι (148, 149, 150). Σταθεροί είναι και οι Ψαλμοί του Αποδείπνου, του Μεσονυκτικού και των Ωρών.

β) Ολόκληρο το Ψαλτήριο, χωρισμένο σε 20 καθίσματα, διαβάζεται με τη σειρά στον Εσπερινό και τον Όρθρο, ώστε η ανάγνωσίς του να ολοκληρώνεται μια φορά την εβδομάδα και τη Μ. Τεσσαρακοστή δύο φορές. Η ανάγνωσίς αυτή λέγεται στιχολογία του Ψαλτηρίου.

γ) Ανάλογα με την ημέρα της εβδομάδος ή τη γιορτή λέγονται ψαλμικοί στίχοι κατ’ εκλογήν ως προκείμενα, αλληλουϊάρια, αντίφωνα και κοινωνικά. Κι αυτά ήταν άλλοτε Ψαλμοί ολόκληροι, με τον καιρό όμως περιορίσθηκαν σε λίγους στίχους.

β'. Τα αναγνώσματα.
Και την ανάγνωση της Αγίας Γραφής στη θ. λατρεία πήρε η Εκκλησία από την ιουδαϊκή λατρεία. Στις συναγωγές διαβάζονταν κάθε Σάββατο περικοπές από το Νόμο (την Πεντάτευχο) και τους προφήτες και γινόταν ερμηνεία τους. Και στις συνάξεις των Χριστιανών διαβάζονταν αρχικά περικοπές από την Παλαιά Διαθήκη και ακολουθούσε το κήρυγμα, με το οποίο οι απόστολοι αποδείκνυαν την εφαρμογή των προφητειών στο πρόσωπο του Χριστού. Πολύ γρήγορα όμως καθιερώθηκε και η ανάγνωσίς των επιστολών των αποστόλων και των άλλων βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Σιγά-σιγά η Καινή Διαθήκη πήρε την πρώτη θέση και τα αναγνώσματα της Παλ. Διαθήκης περιορίσθηκαν και μεταφέρθηκαν στον Εσπερινό.
Αρχικά δεν υπήρχε ορισμένο πρόγραμμα αναγνώσεως της Αγ. Γραφής, με τον καιρό όμως διαμορφώθηκε μια τάξη αναγνώσεως, που σήμερα σε γενικές γραμμές είναι η εξής:

α) Στον Εσπερινό των εορτών διαβάζονται τρία αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, κατάλληλα για την κάθε γιορτή. Τη Μ. Τεσσαρακοστή διαβάζονται κατά σειράν περικοπές από τη Γένεση και τις Παροιμίες, και τη Μ. Εβδομάδα από την Έξοδο και τον Ιώβ. Στους Εσπερινούς μερικών εορτών αποστόλων διαβάζονται περικοπές από τις Καθολικές Επιστολές.

β) Στον Όρθρο των Κυριακών διαβάζονται με τη σειρά τα ένδεκα Εωθινά Ευαγγέλια, ενώ στον Όρθρο των εορτών περικοπές ανάλογες με την κάθε γιορτή. Ευαγγέλιο διαβάζεται επίσης στους Όρθρους των πρώτων ημερών της Μ. Εβδομάδος, ενώ στον Όρθρο της Μ. Παρασκευής διαβάζονται δώδεκα Ευαγγέλια και στον Όρθρο του Μ. Σαββάτου Προφητεία, Απόστολος και Ευαγγέλιο. Τις καθημερινές δεν υπάρχει στον Όρθρο αγιογραφικό ανάγνωσμα.

γ) Στις Ώρες διαβάζεται τη Μ. Τεσσαρακοστή στην ΣΤ' Ώρα ο Ησαΐας και τη Μ. Εβδομάδα ο Ιεζεκιήλ. Στις Μεγάλες Ώρες υπάρχει για καθεμιά Προφητεία, Απόστολος και Ευαγγέλιο.

δ) Στη Θ. Λειτουργία διαβάζεται πάντα Απόστολος και Ευαγγέλιο. Από το Πάσχα ως την Πεντηκοστή διαβάζονται περικοπές από τις Πράξεις των Αποστόλων και το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Από τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος και εξής διαβάζονται οι Επιστολές του Παύλου και οι Καθολικές. Ευαγγέλια διαβάζονται: το κατά Ματθαίον από τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος ως την Ύψωση του Σταυρού* το κατά Λουκάν από την Ύψωση ως τις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου* και το κατά Μάρκον τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής και τις καθημερινές των τελευταίων εβδομάδων του Ματθαίου και του Λουκά.

ε) Στο Απόδειπνο διαβάζεται Ευαγγέλιο την Α' εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής.
Με την ανάγνωση των Αγίων Γραφών είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο το κήρυγμα, με το οποίο ερμηνεύονται οι περικοπές που διαβάστηκαν και προτρέπονται οι Χριστιανοί στην εφαρμογή τους.

γ'. Ύμνοι και ωδές.

Στη θ. λατρεία χρησιμοποιούνταν ήδη από την αποστολική εποχή εκτός των Ψαλμών και άλλοι ύμνοι, είτε παρμένοι από την Αγ. Γραφή,
είτε ελεύθερα γραμμένοι. Ο απ. Παύλος κάνει λόγο για ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές (Εφεσ. ε 19). Ωδές ονομάζονταν πιθανότατα τα ποιητικά κομμάτια που ήταν παρμένα από την Αγ. Γραφή και ύμνοι τα ελεύθερα ποιήματα.
Από την αρχαία εποχή χρησιμοποιούνταν ποιητικά τμήματα της Αγ. Γραφής, που μέχρι σήμερα ονομάζονται ωδές. Τέτοια είναι οι εννέα ωδές του Όρθρου και η ωδή του Συμεών στον Εσπερινό. Εκτός αυτών όμως υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη ρυθμικά τεμάχια, που θεωρούνται από πολλούς αρχαιότατοι χριστιανικοί ύμνοι (π.χ. Α' Τιμ. γ' 16. Αποκ. ε' 9-10 και ιε 3-4 κ.α.). Παρόμοιους ύμνους συναντούμε και στα έργα των αποστολικών πατέρων και άλλων αρχαίων εκκλ. συγγραφέων.
Αρχαίοι ύμνοι που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα είναι: η επιλύχνιος ευχαριστία («Φως ιλαρόν»), που μαρτυρείται από τον Μ. Βασίλειο· η Δοξολογία, της οποίας οι πρώτοι στίχοι βρίσκονται στις Αποστολικές Διαταγές- ο Τρισάγιος ύμνος· η μικρή δοξολογία («Δόξα Πατρί και Υίω» κλπ> οι Χερουβικοί ύμνοι («Οί τά Χερουβίμ μυστικώς είκονίζοντες», «Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία» και «Νϋν αί δυνάμεις των ουρανών»)- ο επινίκος ύμνος («Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος σαβαώθ...» και ο πριν από τη θ. κοινωνία ύμνος «Είς άγιος, εις Κύριος...».
Από τον στ' αι. και πέρα η εξέλιξις και παραγωγή της εκκλ. υμνογραφίας είναι μεγάλη. Η ελευθερία που απέκτησε η Εκκλησία, η ανάγκη της καταπολεμήσεώς των αιρετικών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν πολύ το έντεχνο άσμα, και η νίκη της Εκκλησίας κατά της εικο-νομαχίας έδωσαν μεγάλη ώθηση στην υμνογραφία. Με τους ύμνο-γράφους και τους εκκλ. ύμνους ασχολείται αναλυτικά το μάθημα της Υμνολογίας.
Η ψαλμωδία στην αρχαία Εκκλησία ήταν πολύ απλή· έμοιαζε μάλλον με εμμελή απαγγελία σαν τη σημερινή απαγγελία του Αποστόλου και του Ευαγγελίου, και όλος ο λαός συμμετείχε σ’ αυτήν-υπήρχε όμως πάντα ένας που προεξήρχε, και οι άλλοι ακολουθούσαν-αυτό λεγόταν υποψάλλειν ή υπακούειν. Άλλοτε πάλι ο λαός χωριζόταν σε δύο χορούς, που έψαλλαν εναλλάξ· αυτό λεγόταν αντιφωνία. Με την ανάπτυξη όμως της υμνογραφίας και την επικράτηση της έντεχνης μουσικής η συμμετοχή του λαού στην ψαλμωδία περιορίσθηκε και σχε-
δόν καταργήθηκε.
Το απλό εκκλησιαστικό μέλος από τον δ' αι. άρχισε να γίνεται τεχνικότερο. Η Εκκλησία, για να προστατεύση τη λατρεία από την ανεξέλεγκτη χρήση της κοσμικής μουσικής, εδιάλεξε από τους πολλούς τρόπους της αρχαίας ελληνικής μουσικής τους πιο κατάλληλους για την ιερή υμνωδία, τους οκτώ ήχους. Την εκκλ. μουσική συστηματοποίησε ο αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός που συνέθεσε και την Οκτώηχο, που περιέχει μια πλήρη αναστάσιμη ακολουθία για κάθε ήχο. Η εκκλ. μουσική, επειδή καλλιεργήθηκε στο Βυζάντιο, λέγεται σήμερα Βυζαντινή μουσική.

δ'. Προτροπές  παρακελεύσεις.

Σε πολλά σημεία των ι. ακολουθιών απευθύνονται από το διάκονο προς το λαό προτροπές και παρακελεύσεις που υπενθυμίζουν το καθήκον της προσευχής και παρακινούν σ’ αυτή τους πιστούς. Οι προτροπές αυτές είναι άλλοτε σύντομα παραγγέλματα, όπως «Τοϋ Κυρίου δεηθώμεν», «Πρόσχωμεν», «Τάς κεφαλάς ημών τώ Κυρίω κλίνωμεν» κ.λ.π., και άλλοτε σειρές ολόκληρες που υποδεικνύουν τα αιτήματα που πρέπει οι πιστοί να αναφέρουν στο Θεό. Τέτοιες σειρές αιτημάτων είναι:

α) Τα Ειρηνικά ή Μεγάλη Συναπτή, που αρχίζει με το «Έν ειρήνη τοΰ Κυρίου δεηθώμεν». Ονομάζονται Ειρηνικά, γιατί επανειλημμένα γίνεται σ’ αυτά λόγος για την ειρήνη, και Μεγάλη Συναπτή, γιατί συνάπτονται σ’ αυτά πολλές δεήσεις. Τα Ειρηνικά λέγονται στον Εσπερινό, τον Όρθρο και τη Θ. Λειτουργία. Ανάλογα Ειρηνικά υπάρχουν και σ’ όλες τις ακολουθίες των μυστηρίων και του Μικρού και του Μεγάλου Αγιασμού.

β) Η Μικρά Συναπτή ή Αίτησις («Έτι καί έτι έν ειρήνη τού Κυρίου δεηθώμεν»), που επαναλαμβάνεται πολλές φορές στις ακολουθίες αντί της Μεγάλης Συναπτής που λέγεται, μια φορά.

γ) Η εκτενής δέησις, που αρχίζει με το «Εΐπωμεν πάντες εξ όλης τής ψυχής...» ή με το «Έλέησον ημάς ό Θεός...» και λέγεται έτσι, επειδή περιλαμβάνει πολλά αιτήματα.

δ) Τα Πληρωτικά («Πληρώσωμεν τήν δέησιν ήμών τώ Κυρίω»), που λέγονται έτσι από την πρώτη λέξη τους. Τα Πληρωτικά αρχικά ήταν στο τέλος κάποιας ακολουθίας, όπως φανερώνει και η πρώτη λέξη τους, αργότερα όμως προστέθηκαν μετά απ’αυτά κι άλλα στοιχεία, ώστε σήμερα να μην είναι στο τέλος. Τα Πληρωτικά λέγονται στον Εσπερινό, τον Όρθρο, τη Θ. Λειτουργία και το Γάμο.
Ο διάκονος απευθύνει και προς τον ιερέα προτροπές, με τις οποίες του θυμίζει τις ενέργειες που πρέπει να κάνει, π.χ. «Έπαρον, δέσποτα», «Νΰξον, δέσποτα», «Εύλόγησον, δέσποτα, τήν αγίαν είσοδον» κ,λ.π., Οι προτροπές αυτές λέγονται χαμηλόφωνα και μόνο το «Εύλόγησον, δέσποτα» πριν από το «Ευλογημένη ή βασιλεία» λέγεται εκφώνως.

ε. Οι ευχές.

Τα παραγγέλματα του διακόνου ακολουθούν κατά κανόνα ευχές, με τις οποίες εκπληρώνουμε το καθήκον της προσευχής, στο οποίο μας παρακινεί ο διάκονος. Ευχές υπάρχουν σε όλες τις ακολουθίες και μάλιστα στη Θ. Λειτουργία.
Κάθε ευχή αρχίζει με μια επίκληση, που περιέχει συνήθως δοξολογία ή ευχαριστία, ακολουθούν τα αιτήματα και η ευχή τελειώνει με τριαδική δοξολογία, στην οποία ο λαός απαντά με το «Αμήν».
Ως πρότυπο για τη σύνταξη των ευχών χρησιμέυσε ασφαλώς η Κυριακή προσευχή, που περιλαμβάνει τα τρία αυτά στοιχεία: επίκληση, αιτήματα, δοξολογητική επισφράγιση. Τις πρώτες ευχές βρίσκουμε στη Διδαχή των Δώδεκα αποστόλων και αναφέρονται στη Θ. Ευχαριστία. Ολοκληρωμένο ευχολόγιο με ευχές για τον Όρθρο, τον Εσπερινό, τη Θ. Λειτουργία και τις χειροτονίες υπάρχει στις Αποστολικές Διαταγές. Αρχαίο επίσης είναι και το Ευχολόγιο του Σεραπίωνος, επισκόπου Θμούεως (δ' at).
Οι ευχές λέγονται πάντα από τον ιερέα ή τον αρχιερέα εκ μέρους όλου του λαού, γι’ αυτό και οι περισσότερες είναι συντεταγμένες σε πληθυντικό αριθμό, εκτός από εκείνες που αποτελούν προσωπική προσευχή του λειτουργού (π.χ. η ευχή του Χερουβικού ύμνου). Οι ευχές του Αποδείπνου, του Μεσονυκτικού και των Ωρών λέγονται και από τον αναγνώστη.
Οι ευχές διαβάζονται πεζά και μόνο οι δοξολογητικές καταλήξεις των, οι λεγάμενες εκφωνήσεις, απαγγέλλονται εμμελώς.
Είναι φανερό ότι οι ευχές είναι οι κυρίως προσευχές, με τις οποίες δοξολογούμε το Θεό για το μεγαλείο του, τον ευχαριστούμε για τις ευεργεσίες του και διατυπώνουμε τα αιτήματα μας. Γι’ αυτό αρχικά όλες οι ευχές διαβάζονταν έτσι, ώστε να τις ακούει ο λαός. Αργότερα όμως για διάφορους λόγους επεκράτησε η συνήθεια να διαβάζονται μυστικά οι ευχές του Εσπερινού, του Όρθρου, της Θ. Λειτουργίας και των Χειροτονιών. Αυτό είχε ως συνέπεια τη μετάθεση πολλών ευχών από την κανονική τους θέση, όταν οι ακολουθίες τελούνται από ένα ιερέα χωρίς διάκονο, αλλά και την αποξένωση του λαού από τη θ. λατρεία. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται τάσις επιστροφής στην αρχαία συνήθεια, που ασφαλώς βοηθεί το λαό να συμμετέχει ενεργότερα στη θ. λατρεία.

στ'. Ασπασμοί και ευλογίες,
Σ’ όλες τις ακολουθίες απευθύνονται από τον ιερέα ή τον αρχιερέα ασπασμοί προς το λαό, με τους οποίους διατυπώνεται μια ευχή ή ευλογία. Ο πιο συνηθισμένος ασπασμός είναι το «Ειρήνη πάσι», στο οποίο ο λαός, ανταποδίδοντας την ευχή, απαντά: «Καί τω πνεύματί σου». Την ίδια ευχή «Ειρήνη σοι» απευθύνει ο λειτουργός προς τον αναγνώστη μετά την ανάγνωση του Αποστόλου και προς τον διάκονο μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου. Ο ασπασμός αυτός προέρχεται από τον συνηθισμένο ιουδαϊκό χαιρετισμό «Ειρήνη σοι» ή «Ειρήνη τω οϊκω τούτω» (Ματθ. Γ 12). Και ο Κύριος πολλές φορές ευχήθηκε την ειρήνη στους μαθητές του (Ιωάν, ιδ' 7, κ' 19,20, 26).
Στη Θ. Λειτουργία πριν από την αγία αναφορά απευθύνεται ο ασπασμός «Ή χάρις του Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού, καί ή άγάπη τού Θεού καί Πατρός, καί ή κοινωνία τού 'Αγίου Πνεύματος εϊη μετά πάντων υμών», που προέρχεται από τη Β' προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου (ιγ' 13), και μετά την αναφορά ο ασπασμός «Καί έσται τά ελέη τού μεγάλου Θεού καί σωτήρος ήμών ’Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών».
Στο Απόδειπνο, το Μεσονυκτικό και τις Ώρες λέγεται ο ασπασμός «Ό Θεός οικτιρήσαι ήμάς καί εύλογήσαι ήμάς, έπιφάναι τό πρόσωπον
αυτού έφ’ ήμας και έλεήσαι ήμας» (Ψαλμ. ξστ' 2).
Οι ασπασμοί συνοδεύονται συνήθως και από χειρονομία, που λέγεται ευλογία ή σφράγισις, Ο ορθός τρόπος της ευλογίας είναι ο εξής: ο ιερεύς κρατεί τον δείκτη του δεξιού χεριού όρθιο και κάμπτει το μεσαίο δάχτυλο, διασταυρώνει τον αντίχειρα με τον παράμεσο και κάμπτει πάλι το μικρό δάχτυλο. Σχηματίζει έτσι τα γράμματα ICXC (= Ιησούς Χριστός) και με το χέρι έτσι σχηματισμένο διαγράφει το σημείο του Σταυρού. Με τον ίδιο τρόπο ευλογούνται το θυμίαμα, το νερό της βαπτίσεως, τα Τίμια Δώρα στη Θ. Ευχαριστία κλπ.
Ο αριερεύς ευλογεί πολλές φορές με τα δύο χέρια διασταυρώνοντάς τα, ή με τα δικηροτρίκηρα ή το Σταυρό.

ζ' Η προσφορά του θυμιάματος.

Η προσφορά θυμιάματος ήταν λατρευτική συνήθεια και των Ιουδαίων και των ειδωλολατρών. Οι Χριστιανοί στην αρχή απέφευγαν τη χρήση του, επειδή το χρησιμοποιούσαν οι ειδωλολάτρες. Όταν όμως οι κίνδυνοι από την ειδωλολατρία εξέλιπαν, μπήκε και στη χρηστιανική λατρεία το θυμίαμα, αφού μάλιστα στην Αγία Γραφή γίνεται συχνά λόγος για προσφορά θυμιάματος στο Θεό (Μαλαχ. a 11. Λουκά α 9. Αποκ. ε 8, η 3-5 κ.α.). Στο θυμίαμα δόθηκαν διάφοροι συμβολισμοί, από τους οποίους ο πιο φυσικός και επιτυχημένος είναι η ανύψωσις του νου προς τον Θεό την ώρα της προσευχής, όπως οι καπνοί του θυμιάματος ανεβαίνουν προς τα επάνω. (Πρβλ. «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ώς θυμίαμα ενώπιον σου», Ψαλμ. ρμ' 2).
Θυμίαμα προσφέρεται στον Εσπερινό κατά την ψαλμωδία των επιλυχνίων Ψαλμών και στον Όρθρο κατά την θ' ωδή· επίσης στη Θ. Λειτουργία πριν από την έναρξη, πριν από το Ευαγγέλιο και πριν από τη Μεγάλη Είσοδο.
Η θυμίασις στον Εσπερινό, τον Όρθρο και πριν από το Ευαγγέλιο γίνεται από το διάκονο, ενώ στις άλλες περιπτώσεις θυμιάζει ο ιερεύς ή ο αρχιερεύς. Στον Εσπερινό όμως του Πάσχα (Αγάπη) και στην A στάση των Εγκωμίων του Μ. Σαββάτου θυμιάζει ο αρχιερεύς (ή ο ιερεύς) όλο το ναό.
Προκειμένου να θυμιάσει ο διάκονος, φέρνει το θυμιατήριο στον ιερέα λέγοντας: «Εύλόγησον, δέσποτα, τό θυμίαμα», και ο ιερεύς ευλογεί το θυμίαμα λέγοντας το «Ευλογητός ό Θεός ημών...». Ο διάκονος, αφού θυμιάσει τρεις φορές τον ιερέα, θυμιάζει έπειτα από τρεις φορές την κάθε πλευρά της Αγίας Τραπέζης, τον Εσταυρωμένο και την Πρόθεση. Έπειτα βγαίνει από τη βορεία πύλη στον κυρίως ναό και θυμιάζει από τρεις φορές το δεσποτικό θρόνο, τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, του αγίου του ναού, τις άλλες εικόνες του τέμπλου και τέλος το λαό, περιερχόμενος όλο το ναό. Αφού επανέλθει στον κυρίως ναό, θυμιάζει και πάλι το δεσποτικό θρόνο και τις εικόνες και μπαίνει στο Ιερό από τη νοτία πύλη και θυμιάζει πάλι την Αγία Τράπεζα, την Πρόθεση και τέλος όσους βρίσκονται μέσα στο Ιερό.
Όταν δεν υπάρχει διάκονος θυμιάζει ο ιερεύς με την ίδια τάξη.
Όταν χοροστατεί αρχιερεύς, ο διάκονος ή ο ιερεύς έρχεται με το θυμιατήριο στο δεσποτικό θρόνο και, αφού ο αρχιερεύς ευλογήσει το θυμίαμα, θυμιάζει πρώτα τον αρχιερέα τρεις φορές* έπειτα μπαίνει στο Ιερό και θυμιάζει με τη γνωστή τάξη* όταν όμως βγει στον κυρίως ναό, θυμιάζει πρώτα τις εικόνες, έπειτα τον αρχιερέα εννιά φορές και τέλος το λαό* στην επιστροφή θυμιάζει πρώτα τον αρχιερέα κι έπειτα τις εικόνες.
Η θυμίασις με την τάξη αυτή γίνεται στον Εσπερινό και στον Όρθρο. Στη Θ. Λειτουργία ο διάκονος ή ο ιερεύς δεν περιέρχεται όλο το ναό, αλλά από την Ωραία Πύλη θυμιάζει το δεσποτικό θρόνο, τις εικόνες και το λαό, αρχίζοντας από τον δεξιό χορό και καταλήγοντας στον αριστερό.

η'. Η απόλυσις.

Η απόλυσις αρχικά ήταν σύντομο παράγγελμα, με το οποίο ο διάκονος έδινε στους πιστούς το σύνθημα να αποχωρήσουν από το ναό, π.χ. «Άπολύεσθε έν ειρήνη».
Και στις σημερινές Θ. Λειτουργίες σώζεται η αρχαία απόλυσις «Έν ειρήνη προέλθωμεν». Αργότερα επικράτησε η συνήθεια να επισυνάπτεται στο παράγγελμα η ευχή, ο Χριστός δια των πρεσβειών της Θεοτόκου και των αγίων να ελεήσει και να σώσει το λαό του. Έτσι προέκυψε η σημερινή απόλυσις.
Υπάρχουν δυο τύποι απολύσεως: η μεγάλη και η μικρή. Η πρώτη λέγεται στον Εσπερινό, τον Όρθρο και τη Θ. Λειτουργία και μνημονεύονται σ’ αυτή περισσότερες κατηγορίες και ονόματα αγίων, ενώ η δεύτερη, που είναι ασφαλώς αρχαιότερη, λέγεται στο Μικρό Απόδειπνο, το Μεσονυκτικό και τις Ώρες και μνημονεύονται σ’ αυτή μόνο η Θεοτόκος, οι απόστολοι, ο άγιος του ναού και ο άγιος της ημέρας.
Ο συνηθισμένος τύπος της μεγάλης απολύσεως είναι ο εξής:

«Χριστός ό αληθινός Θεός ημών ταϊς πρεσβείαις τής παναχράντου και παναμώμου αγίας αυτού Μητρός, δυνάμει τού τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, προστασίαις των τιμίων έπουρανίων δυνάμεων άσωμάτων, ίκεσίαις τού τιμίου και ενδόξου προφήτου, προδρόμου καί βαπτιστού Ίωάννου, των άγιων ένδοξων καί πανευφήμων αποστόλων, των αγίων ενδόξων και καλλινίκων μαρτύρων, των οσίων και θεοφόρων πατέρων ήμών, τού αγίου (τού ναού), των αγίων καί δικαίων θεοπατόρων ’Ιωακείμ καί Άννης, τού αγίου (τής ήμέρας), ού καί τήν μνήμην έπιτελούμεν, καί πάντων των άγιων έλεήσαι καί σώσαι ήμάς ώς αγαθός καί φιλάνθρωπος».
Στον καθιερωμένο αυτό τύπο είναι σωστό να αρκούνται οι ιερείς και να αποφεύγουν την προσθήκη πολλών ονομάτων αγίων, που δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, αλλά αντίθετα φθείρει την έννοια της ευχής.
Τις Κυριακές και σ’ όλη την πασχάλιο περίοδο η απόλυσις αρχίζει με το «Ό άναστάς εκ νεκρών». Και οι δεσποτικές εορτές έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία λέγονται σ’ όλες τις τακτικές ακολουθίες ως την απόδοση της κάθε γιορτής.
Στην απόλυση της Προσκομιδής και της Θ. Λειτουργίας μνημονεύεται και ο άγιος, στον οποίο αποδίδεται η Λειτουργία που τελείται (Χρυσόστομος ή Βασίλειος). Δεν γίνεται όμως αυτό στη Λειτουργία των Προηγιασμένων, γιατί ο συντάκτης της είναι άγνωστος.
Την απόλυση εκφωνεί ο ιερεύς βλέποντας προς το λαό- έπειτα στρέφεται προς την εικόνα του Χριστού και εκφωνεί το «Δι ευχών τών αγίων πατέρων ήμών...». Αυτό αρχικά λεγόταν στις Μονές από τον διάκονο ως επίκλησις των ευχών των παρισταμένων μοναχών, και μόνο από το ιη' αι. επικράτησε στις ενορίες. Γι’ αυτό στις αρχιερατικές Λειτουργίες και χοροστασίες ο αρχιερεύς λέει το «ΔΓ ευχών τών αγίων
πατέρων ημών...» και ο πρώτος ιερευς το «Δι ευχών του αγίου δεσπότου ήμών...».

Κατά την πασχάλιο περίοδο αντί του «Δι ευχών» λέγεται το «Χριστός άνέστη».


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Πρώτη δημοσίσευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο .
 Η Επιμέλεια κειμένου  τιτλων  και εικόνων  έγινε απο τον Ν.Β ..Πηγή κειμένου απο το Βιβλίο του  ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.