Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ






Αποστολή στρατού στή Μεγάλη Φρυγία για καταστολή επανάστασης. Ό Αγιος θέτει τέρμα σέ λεηλασία

ΙΖ. Στή Μεγάλη Φρυγία[19], λοιπόν, εκδηλώθηκε μιά έπανάσταση. Όταν τό πληροφορήθηκε ό βασιλιάς Κωνσταντίνος, άφού έκαμε άπό κοινού σύσκεψη μέ τούς συμβούλους του γιά τό γεγονός αυτό, έστειλε στή Φρυγία τρεις στρατηγούς μαζί μέ τούς στρατιώτες πού είχαν ύπό τήν έζουσία τους (τά ονόματα τών στρατηγών ήταν Νεπωτιανός, θύρσος και Έρπυλίων) νά καταστείλουν τήν έπανάσταση και νά έπαναφέρουν τήν τάζη και τή γαλήνη στήν περιοχή αύτή. Οι στρατηγοί μέ τούς στρατιώτες άπέπλευσαν άμέσως άπό τήν Κωνσταντινούπολη και μέ πολλή ταχύτητα έφτασαν σέ ένα λιμάνι τής έπαρχίας τών Λυκίων. Τό επίνειο ονομαζόταν Άνδριάκης. Επειδή όμως δέν μπορούσαν νά άποπλεύσουν έζαιτίας τής κακοκαιρίας πού επικρατούσε, παρέμεναν γιά λίγο χρονικό διάστημα στο λιμάνι.
Έντωμεταζύ μερικοί στρατιώτες βγήκαν άπό τό πλοίο νά άγοράσουν διάφορα πράγματα πού τούς χρειάζονταν. Όμως, αύτά πού άρέσκονται συνήθως νά κάνουν οι στρατιώτες (πραγματικά, αισθάνονται πολλή ευχαρίστηση μέ ζένα πράγματα πού άποκτούν, χρησιμοποιώντας τήν άρπαγή και τή βία) τά έκαναν και εδώ. Δηλαδή άρπαζαν μέ τή βία τά άγαθά τών κατοίκων. Στή συνέχεια τό γεγονός αύτό εξελισσόταν σε ανταρσία και κάποια ταραχή δημιουργήθηκε στην περιοχή πού ονομαζόταν Πλάκωμα.
Μόλις, λοιπόν, έγιναν γνωστά στο θαυμαστό Νικόλαο ή κατάσταση πού επικρατούσε και ποιος ήταν εκείνος πού τήν είχε δημιουργήσει, έφτασε άμέσως στο έπίνειο μέ τήν ίδια πνευματική του όρμητικότητα. Και όταν κάποιοι τον άντιλήφτηκαν, πέρασε αστραπιαία σέ όλους, λόγω τής φήμης του, ή είδηση γιά τήν εκεί παρουσία του. Άμέσως τότε όλοι οι κάτοικοι τής πόλης μαζί μέ τούς απεσταλμένους άπό τό βασιλιά στρατηγούς έσπευοαν νά τον συναντήσουν, γιά νά τον προσκυνήσουν, όπως ήταν συνήθεια. Όταν, λοιπόν, ρώτησε τούς στρατηγούς γιά ποιο σκοπό καί άπό πού ήλθαν, έκέΐνοι τού άπάντησαν ότι είχαν άποσταλεί άπό τό βασιλιά, μέ σκοπό νά διευθετήσουν, μέ καλό τρόπο γιά τούς κατοίκους τής Φρυγίας, επαναστατικές κινητοποιήσεις. Τότε αύτός τούς πήρε στήν πόλη καί τούς φιλοξενούσε μέ έγκαρδιότητα. Έπειτα οι στρατηγοί καθησύχασαν έτσι μέ ήπιότητα τό θόρυβο των στρατιωτών καί είχαν τήν καλή τύχη νά λάβουν, όπως έπρεπε, τις ευλογίες τού Άγιου.

Ό Αγιος σπεύδει νά διασώσει άπό τήν εκτέλεση τρεις άδικουμένους

ΙΗ-ΙΘ. Μόλις έπρόκειτο οι στρατηγοί μέ τά στρατεύματά τους νά πάρουν τό δρόμο γιά τή Φρυγία, προσήλθαν στον Άγιο μερικοί κάτοικοι τής πόλεως καί μέ πολύ ψυχικό πόνο τού υπέβαλαν μιά θερμότατη παράκληση τού ζήτησαν δηλαδή νά υπερασπίσει κάποιους άδικουμένους. Καί πραγματικά, πολύ σύντομα αύτοί θά έκτελούνταν άδικα. Συγκεκριμένα, έλεγαν στον Άγιο ότι ό Εύστάθιος, ό διοικητής τής πόλεως, άφού δωροδοκήθηκε μέ πολλά χρήματα άπό φθονερούς καί φοβερά κακούς ανθρώπους, καταδίκασε σέ θάνατο τρεις κατοίκους τής πόλεως, χωρίς νά έχουν κάμει καί τήν παραμικρή παράβαση, καί δέν τούς έπέβαλε κάποια μικρή τιμωρία, πού καί αυτό βέβαια θά ήταν δυσάρεστο γιά άθώους, αλλά ύποφερτό. Τού έλεγαν άκόμη ότι και ολόκληρη ή πόλη πενθεί πολύ και οδύρεται για την άδικη καταδίκη των αθώων σε θάνατο και επικαλείται με φωνές απελπισίας την παρουσία του’ καί, αν πάει εκεί, ό ήλιος δεν πρόκειται να δεί τέτοιο μίασμα σ’ αύτή.
Όταν τούς άκουσε ό άνθρωπος τού Θεού καί ακριβέστατος μιμητής τής φιλευσπλαχνίας τού ’Ιησού, δέ θεώρησε άδικαιολόγητη την ανάγκη για βοήθεια, ούτε καθυστέρησε καθόλου, άπό τη στιγμή πού άκουσε τό αίτημα, να σπεύσει να βοηθήσει. Έτσι, αφού ντύθηκε τό ζήλο για τό καλό, σαν κάποια λεοντή, αμέσως τινάχτηκε όρθιος καί γέμισε ή ψυχή του μέ άκατάβλητο θάρρος. Χωρίς καθυστέρηση συμπαρέλαβε τούς τρεις στρατηγούς, για τούς όποιους έγινε λόγος παραπάνω, καί πήρε τό δρόμο να προλάβει να σώσει τούς άδικουμένους άπό την εκτέλεση.

Όταν, λοιπόν, έφτασε σέ κάποιον τόπο, πού ονομαζόταν Λέων, ζητούσε να μάθει άπό τούς έκεί παρευρισκόμε- νους άν γνωρίζουν κάτι γιά τούς καταδίκους καί πού τούς έχουν άφήσει. Εκείνοι τού είπαν ότι τούς έχουν στην τοποθεσία πού ονομάζεται Διόσκουροι, στην πλατεία. Τότε ό "Αγιος προχώρησε κατευθείαν προς τον τόπο τού μαρτυρίου των άγιων Κρίσκεντος καί Διοσκουρίδου. Προχωρώντας έμαθε ότι οί κατάδικοι λίγο πριν πέρασαν την πύλη καί οδηγούνταν κοντά στο Βηρά. Στον τόπο αύτό θά γινόταν ή έκτέλεσή τους. ’Αμέσως έπιτάχυνε τό βήμα καί, άναπληρώνοντας την άδυναμία των γηρατειών του μέ τη φλόγα τής καρδιάς του, έφτασε σέ σύντομο χρόνο στον καθορισμένο γιά την εκτέλεση τόπο. Έκεί είδε πολύν όχλο γύρω γύρω συγκεντρωμένον καί τούς καταδίκους — άλίμονο! — μέ τα χέρια δεμένα πίσω καί τα μάτια τους καλυμμένα να περιμένουν μέ γυμνό τον τράχηλο τό χτύπημα τού δημίου. Ό δήμιος είχε ήδη βγάλει τό ξίφος άπό τή θήκη του καί έβλεπε μέ φονική καί μανιακή διάθεση τούς καταδίκους, υποδηλώνοντας μέ τήν έκφραση τού προσώπου του τήν ορμή του προς τή σφαγή. Τό θέαμα ήταν φρικτό καί δέν ήταν δυνατόν νά τό άντικρίσει συνετός οφθαλμός.


Ό Αγιος διασώζει τούς τρεις αδικούμενους. Καταστολή τής επανάστασης στή Μεγάλη Φρυγία
Κ. Όταν ό "Αγιος είδε αυτό τό τραγικό θέαμα, αφού συνδύασε την αύστηρότητα με την πραότητα, δεν έβγαλε δυνατή και ταραγμένη φωνή, ούτε πλησίασε μέ άπρεπή συμπεριφορά και έξαλλοσύνη, άλλα άπλώς έτρεξε άμέσως προς τον δήμιο, τού άρπαξε τό ξίφος άπό τά χέρια, χωρίς καθόλου νά φοβηθεί ούτε νά τά χάσει, τό πέταξε στο έδαφος και ελευθέρωσε τούς καταδίκους άπό τις χειροπέδες.
’Αλλά έκέΐνο πού είναι τό πιο έκπληκτικό άπ’ όλα είναι τό γεγονός ότι αύτά τά έκανε ό "Αγιος σάν νά είχε άπεριόριστη εξουσία στά χέρια του και, ένώ όλοι τά έβλεπαν, δέν ύπήρξε κάνεις πού νά τον έμποδίσει. Αύτό, κατά τή γνώμη μου [20] , οφείλεται στο ότι ντρέπονταν τήν πλεονάζουσα άρετή του και τό ζήλο του γιά δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λοιπόν, πού σώθηκαν έχυναν θερμά δάκρυα χαράς και έβγαζαν φωνές άγαλλιάσεως γιά τήν άνέλπιστη μεταβολή τής τύχης τους, ένώ όλος ό τόπος έγινε ένα θέατρο άνθρώπων, πού επευφημούσαν τον "Αγιο και έπιδοκίμαζαν τήν πράξη του και ομιλούσαν μεταξύ τους γιά τό γεγονός, κατακυριευμένοι άπό τήν έκπληξη και τό θαύμα.
Εκεί έκαμε τήν εμφάνισή του και ό Εύστάθιος, ό διοικητής, ό όποιος άδικα είχε έτοιμάσει γι’ αύτούς τό ποτήρι τού θανάτου. Ό "Αγιος όμως δέν έδωσε καμιά σημασία στήν παρουσία του καί, όταν έκείνος πλησίασε κοντά του, δέν τον δέχτηκε καί, άκόμη, όταν προσπαθούσε νά πέσει στά πόδια του, τον άπώθησε. Επιπλέον, τον άπείλησε ότι θά τον καταγγείλει στο βασιλιά καί θά έπικαλεσθεί τό Θεό νά τον τιμωρήσει μέ τις βαρύτερες τιμωρίες, γιατί χρησιμοποιούσε μέ πολύ άδικο τρόπο τήν έξουσία του καί διέπραττε μεγάλα κακά καί άδικίες.
Ύστερα άπό αύτά, ό Εύστάθιος αισθανόταν φοβερότό χτύπημα από τό κεντρί τής μεταμέλειας και ακόμη πιο φοβερούς τούς ελέγχους τής συνειδήσεώς του. Για τό λόγο αύτό έπιζητούσε με δάκρυα τήν ευσπλαχνία και έπεσε ικετευτικά στά πόδια τού Άγιου λέγοντας τι βεβαίως θά έπρεπε νά κάνει, ώστε ό μεγάλος Άγιος νά θέσει τέρμα στήν άγανάκτησή του και νά τον συγχωρήσει. Έπειτα μετέθετε τήν εύθύνη του, γιά τήν άδικία εις βάρος των τριών άνδρών, στο Σιμωνίδη και τον Εύδόξιο, τούς τοπικούς άρχοντες των Μυρέων. Ό Άγιος όμως ήξερε ότι αύτός έλεγε ψέματα. Πραγματικά, γνώριζε πολύ καλά ότι ό Εύστάθιος έβαλε σέ κατώτερη μοίρα τό δίκαιο άπό τό χρυσάφι, μέ τό όποιο τον δωροδόκησαν, και καταδίκασε αθώους άνθρώπους σέ θάνατο. Όλοι, λοιπόν, οι συγκεντρωμένοι έκει άνθρωποι έξέφραζαν προς τον Άγιο τις εύχαριστίες τους και τό όνομα τού Νικολάου έγινε στο στόμα τους κελάηδημα και λειτούργημα χωρίς τελειωμό.
Οι στρατηγοί, άφού είδαν αύτά τά έκπληκτικά γεγονότα και έχοντας σάν κάποιο καλό έφόδιο τις θείες ευχές πού άξιώθηκαν νά πάρουν άπό τον "Αγιο, πήγαν στή Φρυγία. Έκει διευθέτησαν τά πάντα μέ επιτυχία, έπανέφεραν στήν τάξη όλους τούς στασιαστές και επέβαλαν τήν ειρήνη. Όταν, λοιπόν, περάτωσαν όλες τις έντολές τού βασιλιά, γύρισαν άμέσως στο Βυζάντιο χαρούμενοι, όπου τούς έγινε τιμητική και μεγαλοπρεπής ύποδοχή και άπό τον ίδιο τό βασιλιά και άπό τούς άξιωματούχους. Μετά άπό αύτή τήν ύποδοχή οι τρεις στρατηγοί, ένδοξοι και έπιφανείς, περνούσαν τον καιρό τους γύρω άπό τά άνάκτορα και ή περιποίηση πού τούς παρεχόταν έκει ήταν έξαιρετική.

Οί τρεις στρατηγοί συκοφαντούνται καί φυλακίζονται

ΚΑ. Δέν έπρόκειτο όμως τήν ευτυχία αύτή των τριών στρατηγών νά τή βαστάξει ό φθόνος, ούτε νά τήν ύποφέρουν βάσκανα μάτια. Πραγματικά, όπως ό ήλιος είναι όδυνηρός γιά τά άρρωστα μάτια, έτσι και ή εύτυχία και ή δόξα κάποιου ανθρώπου φέρνει πόνο στην ψυχή των φθονερών. Και βλέπουμε οι φθονεροί να προτιμούν περισσότερο να κακοπάθουν οι ίδιοι παρά νά βλέπουν τούς άλλους νά εύτυχούν. Γιά τούς λόγους, λοιπόν, αυτούς, και στην περίπτωση των τριών στρατηγών, προσήλθαν κάποιοι φθονεροί άνθρωποι στον έπαρχο τής πόλεως, επειδή τύχαινε νά έχουν και τήν εύνοιά του, και έπλεξαν φοβερή συκοφαντία εις βάρος τους. Έλεγαν, δηλαδή, ότι οι στρατηγοί είχαν καταστρώσει άσχημα σχέδια και βέβαια δέ θά έχει καλό τέλος ή ευημερία τους. Συγκεκριμένα, οι συκοφάντες έλεγαν πώς, άπ’ όσα είχαν φτάσει στ’ αυτιά τους, οι στρατηγοί έπιχειρούσαν νεότερες άναστατώσεις και μηχανεύονταν κακές ένέργειες εις βάρος τού βασιλιά.


’Αφού μ’ αυτό τον τρόπο οι φθονεροί άνθρωποι συκοφάντησαν τούς στρατηγούς και άφού μέ πολύ χρυσάφι έξαγόρασαν τον έπαρχο, μέ τήν παρέμβαση αύτού άνέτρεψαν τήν καλή γνώμη και τις ςπλικές διαθέσεις τού βασιλιά προς αύτούς. Και πραγματικά, ό έπαρχος παρουσιάστηκε στο βασιλιά, τού άνέφερε διεξοδικά ό,τι άκουσε άπό τούς συκοφάντες και τον έπεισε νά συλλάβει τούς τρεις στρατηγούς και άναπολόγητους, όπως έχουν τά πράγματα, νά τούς κλείσει στή φυλακή, ώστε νά μήν ξεφύγουν και πραγματοποιήσουν όλα έκείνα πού είχαν σχεδιάσει. Έτσι και έγινε, και οι στρατηγοί φυλακίστηκαν, χωρίς ούτε αύτό νά γνωρίζουν, γιά ποιο λόγο δηλαδή καταδικάστηκαν σέ φυλάκιση. Τόσο πολύ άπείχαν άπό τή σκέψη γιά κατάστρωση κάποιου σχεδίου εις βάρος τού βασιλιά.

Δεύτερη συκοφαντία κατά των στρατηγών καί καταδίκη τους σέ θάνατο

ΚΒ. Ύστερα άπό λίγο χρονικό διάστημα και πάλι ή κακότητα τών φθονερών, σάν νά μήν άρκούνταν σ’ αύτά πού έγιναν πριν, έπινόησε τήν άκόλουθη και τελική συκοφαντία: Βεβαίως οι στρατηγοί παρέμεναν κλεισμένοι στη φυλακή και κακοπαθούσαν. Οι συκοφάντες όμως, βλέποντας νά περνάει ό χρόνος, επειδή φοβήθηκαν μήπως συμβεί κάτι τό άδόκητο και γίνει έρευνα στά άπόρρητα του δράματος των στρατηγών, πράγμα πού θά είχε ως αποτέλεσμα ό κίνδυνος νά γυρίσει στους ίδιους και νά θερίσουν τούς καρπούς πού έσπειραν, προσήλθαν πάλι στον έπαρχο και, πιέζοντάς τον περισσότερο, αξίωναν νά μήν άφήνει νά μένουν όΐ στρατηγοί έτσι γιά πολύ χρόνο, αλλά νά ένεργήσει νά δικαστούν όπως τούς αξίζει.
Εκείνος, λοιπόν, έπειδή ήταν πάρα πολύ φιλοχρήματος και έπειδή ταράχτηκε ή καρδιά του μέ τήν ιδέα ότι οι συκοφάντες θά μπορούσαν νά τού κρατήσουν ένα μέρος άπό τά χρήματα πού τού είχαν ύποσχεθεί, άφού δέν τού είχαν δώσει όλο τό ποσό άπό τήν άρχή —πραγματικά, είναι φοβερό πράγμα ό πλούτος — , παρουσιάστηκε και πάλι στο βασιλιά. Μέ τήν έμφάνιση τού προσώπου του και τή σκυθρωπή του όψη έδειχνε πώς έφερνε δυσάρεστες ειδήσεις. Συγχρόνως έδινε τήν έντύπωση ότι ήθελε νά φροντίζει πάντοτε γιά τήν άσφάλεια τής ζωής τού βασιλιά, ότι έτρεφε εύνοϊκά αισθήματα προς αύτόν και ότι τού είναι πολύ έμπιστος.
Μέ διάφορα, λοιπόν, δολερά λόγια έξαπάτησε τό βασιλιά. «Δέσποτά μου, τού είπε, έκείνοι πού είχαν καταστρώσει πονηρά σχέδια εις βάρος τής εξουσίας σου, ένώ έσύ τούς είχες τιμήσει μέ πλούσια άγαθά καί αξιώματα —πραγματικά, σέ πολύ ολίγους ή εύημερία φέρνει τή σύνεση — , δέν πείστηκαν, καί φυλακισμένοι πού είναι, νά σταματήσουν τά κακόβουλά τους σχέδια, ούτε παρουσίασαν κάποια μεταμέλεια, άλλά καί τώρα έμμένουν στήν προηγούμενη συμπεριφορά τους καί μέ κακού ργία έτοιμάζουν τά ίδια σχέδια. Καί άν είναι δύσκολο νά τιμωρηθούν αύτοί γιά τά πονηρά τους σχέδια, θά πρέπει νά βρεθεί τρόπος, ώστε νά μήν προφτάσουν νά μάς κάμουν κακό». Οι δόλιες αύτές πληροφορίες θορύβησαν τό βασιλιά καί τον έβαλαν σέ σοβαρές υπόνοιες. Καί βέβαια, έπειδή ήθελε καί άπερίσπαστη την σκέψητου από τέτοιες φροντίδες και να μην αισθάνεται τον παραμικρό φόβο, καταδίκασε σε θάνατο άνθρώπους πού δεν είχαν κάμει κανένα κακό.




Οί στρατηγοί πληροφορούνται την καταδίκη τους καί προσεύχονται

ΚΓ. Ή έκτέλεσή τους, λοιπόν, είχε οριστεί νά γίνει την έπόμενη ή μέρα. Ή καταδικαστική άπόφαση είχε έκδοθεί άπό τό βράδυ. Όλα τά σχετικά μέ την καταδικαστική άπόφαση πήγε καί τά άνακοίνωσε στο δεσμοφύλακα ένας δυστυχής άγγελιοφόρος. Ό δεσμοφύλακας πρώτα έκλαψε μόνος του πολύ γιά τή συμφορά των στρατηγών. Πραγματικά, ήταν, όπως φαίνεται, περισσότερο φιλάνθρωπος παρά όμοιος μέ τό φιλοχρήματο έπαρχο. Άλλωστε είχε ήδη γίνει καί φίλος τους καί τούς έκανε συντροφιά. Έπειτα πήγε στούς καταδικασμένους άνδρες λυπημένος καί μέ δάκρυα στά μάτια. Ή όψη του προανάγγελνε τά δυσάρεστα. «Θά ήταν κέρδος μου, τούς είπε, νά μήν άνοιγα συζήτηση μαζί σας άπό τήν άρχή, ούτε νά έμενα τόσο χρόνο κοντά σας, ούτε νά καθόμουν μαζί σας σέ κοινό τραπέζι, ούτε νά έτρωγα άλάτι μαζί μέ σάς τούς δυστυχείς. Καί τούτο, γιατί, πραγματικά, πιο άνώδυνα θά άντιμετώπιζα τή συμφορά λιγότερο θά πονούσα γιά τό χωρισμό ό πόνος δέ θά έφτανε τόσο βαθιά στήν ψυχή μου. Δηλαδή αύριο, άδέλφια μου, θά έχουμε μεταξύ μας τον πικρό — άλίμονο!— καί τελευταίο χωρισμό. Άν, λοιπόν, θέλετε, κάνετε κάποια διαθήκη όσον άφορά τήν περιουσία σας, μήπως σάς προλάβει ό πικρός θάνατος καί δέν έκπληρωθεί ή βούλησή σας». Αυτά είπε, κλαίγοντας, ό δεσμοφύλακας.
Μόλις πληροφορήθηκαν οί στρατηγοί αύτά τά δυσάρεστα πράγματα, έσχιζαν τά ρούχα τους, κινούσαν μεταξύ τους τά χέρια τους μέ άπελπισία, τραβούσαν τά μαλλιά τους, έκλαιγαν γοερά καί οδύρονταν, έστρεψαν τά μάτια τους προς τον ούρανό καί έπικαλοΰνταν ώς μάρτυρα τη θεία δικαιοσύνη. Και, πραγματικά, χί άλλο θά μπορούσε νά κάμει ή ψυχή τους, άφού είχαν τή συναίσθηση ότι δεν είχαν κάμει κανένα κακό, ώστε δικαιολογη μένα νά καταδικαστούν σέ θάνατο. «Ποιος δαίμονας τής ζωής, έλεγαν, μάς έβάσκανε; Τι κακό κάμαμε και καταδικαστήκαμε σέ θάνατο σάν κακούργοι; Ποιοι είναι οι κατήγοροι μας; Ποιοι είναι έκέΐνοι πού μέ κακότητα και δολιότητα έξετάζουν τις πράξεις τών άνθρώπων;».
Αυτά έλεγαν και καλούσαν ονομαστικά τά μέλη τής οίκογένειάς τους, τούς συγγενείς, τούς φίλους. Έβλεπαν πλέον τό θάνατο μπροστά στο: μάτια τους. Εκδήλωναν και μικρό παράπονο προς τό Θεό, μέ τήν αιτιολογία ότι δέν έβλεπαν κάποια θαυματουργική επέμβαση, ώστε νά διασωθούν άπό τήν άδικη σφαγή.

Οί στρατηγοί θυμούνται τον Αγιο καί εντείνουν τήν προσευχή τους

ΚΔ. Ένώ έτσι μέ πόνο ψυχής θρηνούσαν και οδύρονταν γιά τή συμφορά τους —αλίμονο! — , ένας άπό τούς τρεις, ό Νεπωτιανός, θυμήθηκε τον άγιο Νικόλαο. Συγκεκριμένα, θυμήθηκε μέ ποιο τρόπο στά Μύρα ό "Αγιος συμπαραστάθηκε σέ τρεις άνθρώπους, πού είχαν άδικα καταδικαστεί, και τούς γλίτωσε άπό τό θάνατο, και έτσι έγινε γι’ αύτούς μέ τρόπο θαυμαστό σωτήρας και άγαθός προστάτης. Άφού, λοιπόν, ό Νεπωτιανός έφερε στή μνήμη του τό παραπάνω γεγονός, τό ύπενθύμισε μέ δάκρυα στά μάτια και στούς άλλους δύο στρατηγούς. —Ή ανάγκη, πραγματικά, είναι εφευρετική και διεγείρει τήν ψυχή προς πολλές σκέψεις.
Έτσι, λοιπόν, ένώ συνομιλούσαν μεταξύ τους και προσεύχονταν στο Θεό, γινόταν άμέσως και γι’ αύτούς μεσίτης ό άγιος Νικόλαος. Καί νά τι έλεγαν στήν προσευχή τους: «Κύριε, ό Θεός τού Νικολάου, πού πριν λίγο καιρό έσωσες τούς τρεις άνθρώπους άπό άδικο θάνατο, ρίξε το σωτήριό σου βλέμμα και τώρα σ’ εμάς βλέπεις, Δέσποτα, ότι δέν υπάρχει ανάμεσα στους άνθρώπους κάποιος πού νά μάς λυτρώσει τώρα, ούτε πού νά μάς σώσει άπό τό θάνατο πραγματικά, σφίγγεται ή καρδιά μας και οι θλίψεις μας πληθύνθηκαν ιδού, ή φωνή μας σβήνει πριν άπό τή θανάτωσή μας ή γλώσσα μας λιώνει σάν κερί άπό τή φωτιά τής καρδιάς μας και δέν μπορούμε ούτε και δέηση σέ Σένα νά κάνουμε, άφού άπό τό σφίξιμο τής ψυχής μας χάσαμε τή λαλιά μας’ ‘ας έλθουν σέ μάς γρήγορα, Κύριε, οι οίκτιρμοί σου’[21] γλίτωσέ μας άπό τά χέρια αύτών πού θέλουν νά μάς πιουν τό αίμα σπεύσε, άγαθέ, σπεύσε και βοήθηοέ μας».

Θεία βοήθεια προς τούς στρατηγούς ό Αγιος


ΚΕ. Ό ούράνιος Πατέρας, πού προστατεύει εκείνους πού Τον φοβούνται και Τον σέβονται, περισσότερο άπ’ όσο προστατεύει ό άνθρωπος-πατέρας τά παιδιά του, είδε μέ συμπάθεια αύτούς τούς δυστυχείς και τούς έστειλε τήν πιο σύντομη βοήθεια.
Και, συγκεκριμένα, ή βοήθεια ήταν ή εξής: Ό ευλαβής θεράποντας τού Θεού, ό θαυμαστός πραγματικά Νικόλαος, παρουσιάστηκε σέ όνειρο στο βασιλιά και τού είπε: «Βασιλιά, σήκω γρήγορα και έλευθέρωσε, πριν πάθουν κακό, τούς τρεις στρατηγούς πού κρατούνται στή φυλακή, γιατί ή εις βάρος τους κατηγορία είναι αισχρή συκοφαντία και κατάπτυστη διαβολη». Στή συνέχεια παρουσίασε στο βασιλιά τήν τραγική άδικία πού ύφίστανται οι άνθρωποι αύτοί καί τού περιέγραψε μέ κάθε λεπτομέρεια τήν όλη δραματική τους κατάσταση. Στήν περίπτωση πού ό βασιλιάς δέ θά έκανε ό,τι ό Άγιος τον διέταξε, τον άπείλησε ότι θά υποκινήσει πολεμική εξέγερση έναντίον του καί αύτόν τον ίδιο θά τον έξαφανίσει.
Ό βασιλιάς έμεινε κατάπληκτος άπό τήν παρρησία τού άνθρώπου αύτού, καί γι’ αύτά πού τού είπε καί γιά το γεγονός ότι μπήκε οτά ανάκτορα παράωρα τη νύχτα. Όμως τον ρώτησε: «Ποιος είσαι συ πού επισείεις τέτοιες ενέργειες και εκτοξεύεις τέτοιες απειλές εναντίον μου;». Ό Άγιος τού άπάντησε ότι είναι ό' Νικόλαος, ό μητροπολίτης των Μύρων. Ό βασιλιάς συνταράχτηκε άπό την οπτασία αύτή καί σηκώθηκε άπό τό κρεβάτι του.
Ό "Αγιος άκόμη εμφανίστηκε καί στον έπαρχο Άβλάβιο, την ώρα πού κοιμόταν, καί τού έδωσε τις ίδιες έντολές γιά τούς τρεις στρατηγούς. Εκείνος τον ρώτησε ποιος είναι καί ό Άγιος τού άπάντησε ότι είναι ό Νικόλαος, πού είναι δούλος τού Χριστού. Μόλις, λοιπόν, ξύπνησε ό Άβλάβιος, έφερνε στο νού του την οπτασία καί προσπαθούσε νά εξηγήσει τι τελοσπάντων ήταν αύτό πού είδε στον ύπνο του καί τι σήμαινε. Εκείνη τή στιγμή ήλθε κάποιος άπεσταλμέ- νος τού βασιλιά καί τού άνάγγειλε αύτά άκριβώς πού καί ό βασιλιάς είδε στον ύπνο του. Καί ό Άβλάβιος άνακοίνωσε στον άπεσταλμένο τού βασιλιά τήν οπτασία καί τού εξέθεσε μέ κάθε λεπτομέρεια όλα έκείνα πού είδε στον ύπνο του.
Άπό τό παράδοξο, λοιπόν, αύτό θέαμα έμειναν έκπληκτοι καί οι δύο, δηλαδή καί ό βασιλιάς καί ό έπαρχος, καί άπορούσαν πώς, σάν μετά άπό σύνθημα, παρουσιάστηκε καί στον έναν καί στον άλλον ή ίδια οπτασία. Επειδή δέν μπορούσαν νά εξηγήσουν τό όνειρο, ό βασιλιάς άνακάλεσε άπό τή φυλακή τούς τρεις στρατηγούς καί, ενώ στέκονταν όλοι γύρω του, τούς είπε: «Τι μαγείες χρησιμοποιήσατε καί μάς στείλατε τέτοιες οπτασίες, πού μάς φοβέριζαν ότι θά υποκινήσουν σφοδρό πόλεμο έναντίον μας καί μάς άπειλούσαν μέ φοβερές άπειλές;». Οι στρατηγοί, επειδή δέ γνώριζαν τίποτε τέτοιο, ρωτούσαν μέ νεύματα ό ένας τον άλλο μήπως κάποιος άπ’ αύτούς ήξερε κάτι, ρίχνοντας έκπληκτο τό βλέμμα του καθένας στο βλέμμα τού άλλου.
Τότε ό βασιλιάς, όταν είδε τούς στρατηγούς νά άντιδρούν κατ’ αύτόν τον τρόπο, άφού έμοιαζαν νά μή γνωρίζουν τίποτε άπολύτως καί παραξενεύονταν μέ όσα άκουαν, αμέσως μετέβαλε τή συμπεριφορά του προς τό ηπιότερο καί, έχοντας τους μπροστά του, τούς ζήτησε νά απαντήσουν σ’ αύτά πού ακόυσαν.


Οί στρατηγοί άπαντούν ατό βασιλιά. Έκφραση παραπόνων


ΚΣΤ. Εκείνοι, κοιτάζοντας στο έδαφος καί με μάτια γεμάτα δάκρυα, είπαν: «Εμείς, βασιλιά, ούτε ξέρουμε τι πράγμα είναι ή μαγεία, ούτε καταστρώσαμε κάποια φοβερά σχέδια εις βάρος τής εξουσίας σου. Μάρτυς μας γι’ αυτό ας είναι τό μάτι τού Θεού, πού βλέπει τά πάντα. Καί άν αυτά δεν είναι όπως τά λέμε, άλλά κάτι κακό έχει άπο-φασιστεί άπό εμάς εναντίον σου, νά μή δείξεις, γιά όνομα τού Τριαδικού Θεού, καμιά ευσπλαχνία πρός χάρη μας καί, επιπλέον, νά μή φεισθεΐς καί ολόκληρο τό γένος μας. Καί, άκόμη, άν υπάρχει τιμωρία βαρύτερη άπό τό θάνατο, νά τήν αποφασίσεις έναντίον μας. Οί πατεράδες μας, βασιλιά, παρέδωσαν σ’ εμάς σάν κληρονομιά, πού πρέπει νά τή διαφυλάττουμε γιά πάντα, τις εξής άρχές: νά τιμάμε τό βασιλιά καί νά προτιμάμε, περισσότερο άπό καθετί άλλο, τήν πρός αυτόν όφειλόμενη ευμενή διάθεση' καί, σέ περίπτωση πού κάποιος παραβαίνει τις αρχές αυτές, νά επιβάλλονται σ’ αυτόν βαριές ποινές καί νά τον μεταχειρίζονται ώς εχθρό.
» Ακολουθώντας κατά γράμμα αυτές τις άρχές, είχαμε περί πολλού περισσότερο τή δική σου σωτηρία παρά τή δική μας. Γιά τό λόγο αυτό ελπίζαμε νά έχουμε άπό τή δεξιά σου επαίνους, εύνοιες καί τιμητικές αμοιβές. Όταν μάλιστα είχε κινηθεί χέρι επαναστατικό έναντίον τής εξουσίας σου καί ή περίπτωση αυτή ζητούσε γενναίους άνδρες γιά τήν καταστολή τής στάσης αύτής, αφού άφησες τούς άλλους αξιωματικούς πού είχαν τόν ίδιο μ’ έμάς βαθμό, ξεχώρισες έμάς άπό όλους τούς άλλους καί μάς άνέθεσες τόν πόλεμο έναντίον των στασιαστών. Καί βέβαια υπακούσαμε μέ προθυμία στο πρόσταγμά σου καί μέ ευψυχία καταστείλαμε τήν έκδηλωθεΐσα στάση (στή Φρυγία). Έτσι αποδείξαμε, ας λεχθεί καί με τη βοήθεια του Θεού, έμπρακτα την ανδρεία μας.
«Γνωρίζουμε όμως πολύ καλά ότι όλοι θά συμφωνήσουν πώς, τό γεγονός τής επιτυχίας μας, ένώ αρχικά μάς πρόσφερε τήν ευτυχία, τώρα άποτέλεσε τήν αφορμή νά οπλιστεί ό φθόνος εναντίον μας. Καί νά, κατακρινόμαστέ — αλίμονο! Θεέ μας, βλέπεις τήν άδικία —, γιά κατάστρωση κακών σχεδίων εις βάρος τοΰ βασιλιά καί περιμένουμε νά ύποστούμε τήν έσχατη των ποινών, τό θάνατο. Επομένως, βασιλιά, ή απόδειξη τής καλής μας διάθεσης προς εσένα στάθηκε γιά μάς υπόθεση τής μεγαλύτερης τιμωρίας. Έτσι, άντί γιά δόξα, πού έλπίζαμε, καί άλλες άμοιβές, μάς πρόλαβε ό φόβος τοΰ θανάτου. Ήλιε και θεία Δικαιοσύνη, πώς υποφέρετε νά βλέπετε αύτά τά κακουργήματα;».
Ό βασιλιάς αποδίδει στόν άγιο Νικόλαο τή σωτηρία των στρατηγών
ΚΖ. 'Ύστερα άπό τά λόγια αύτά, ράγισε ή ψυχή τού βασιλιά γι αυτούς τούς ανθρώπους καί φαινόταν πώς είλικρινά μεταμελήθηκε γιά τήν καταδικαστική άπόφαση πού είχε έκδώσει εις βάρος τους. Έτρεμε, πραγματικά, τά δικαιώματα τού Θεού καί ντρεπόταν τήν άλουργίδα 22, μήπως ό ίδιος έκδίδοντας καταδικαστικές αποφάσεις, κάνει λάθη καί ύπόκειται σέ κατάκριση. Αμέσως, λοιπόν, τούς κοίταξε μέ βλέμμα συμπαθητικό καί τούς μίλησε μέ ήμερο τρόπο, σάν νά έβαλε πάνω στήν πολύ πονεμένη ψυχή του ήρεμιστικά φάρμακα. Εκείνοι, αφού άπαλλάχτηκαν άπό τό φόβο νά μιλήσουν καί επειδή είχαν πλέον άπό μέρους τού βασιλιά τή δυνατότητα τής παρρησίας, κοινοποιούσαν τό θησαυρό καί δεν έκρυβαν τήν έλπίδα. Μέ πολύ δυνατή, λοιπόν, φωνή ζήτησαν τή βοήθεια τού Θεού μέ τά εξής λόγια: «Κύριε, ό Θεός τού Νικολάου, πού είναι δικός σου, Σύ πού άλλοτε διέσωσες τούς τρεις ανθρώπους άπό άδικο θάνατο, γλίτωσε καί εμάς τώρα άπό αύτόν τον κίνδυνο πού έπικρέμαται στά κεφάλια μας».
Ό βασιλιάς άρπαξε τα λόγια αυτά και τούς ζήτησε νά τού είπούν ποιος είναι αυτός ό Νικόλαος, ποιοι είναι αύτοι πού έσωσε και πώς τούς έσωσε. ’Αμέσως, λοιπόν, ό Νεπωτιανός τού διηγήθηκε αναλυτικά τά πάντα και πώς ό Αγιος τούς γλίτωσε κατά τρόπο άξιοθαύμαστο, ενώ ό Άδης είχε άνοίξει ήδη τό στόμα του νά τούς καταπιεί. Ό βασιλιάς άπό τήν άλλη μεριά, σεμνυνόμενος γιά τήν τιμή πού και πριν άπέδιδε στο Θεό και τούς θεράποντες του (τούς Αγιους), δεν ξέχαοε και στήν παρούσα περίπτωση αυτή του τήν άρετή, άλλά μίλησε και ό ’ίδιος γιά τον άνθρωπο τού Θεού πού είδε στον ύπνο του, και έτσι δεν είχε άνάγκη άπό πολλά λόγια.
’Αφού, λοιπόν, έστρεψε άκόμη περισσότερο τή σκέψη του στο όραμα πού είδε και θαύμασε γιά τήν παρρησία και τό θερμό ζήλο τού Αγιου ύπέρ τών άδικουμένων, ζήτησε άμέοως μέ έπιμονή άπό τούς τρεις στρατηγούς νά τον συγχωρήσουν. Και ευθύς άμέοως είπε τά έξής: «Δέν είμαι έγώ εκείνος πού σάς χαρίζει τή ζωή τή ζωή σας σάς τή χαρίζει ό Νικόλαος, τον οποίο εσείς έπικαλεοθήκατε νά σάς βοηθήσει και ό όποιος, προστατεύοντας και φροντίζοντας θερμότατα γιά σάς, δέ μάς άφηνε ούτε νά κοιμηθούμε. Πηγαίνετε, λοιπόν, νά τον βρείτε και, άφοΰ κόψετε τά μαλλιά σας, νά τού έκφράσετε τις ευχαριστίες σας. Ακόμη, σάς παρακαλώ, νά τού πείτε εκ μέρους μου ότι έκείνο πού μέ διέταξε νά κάμω, δηλαδή νά σάς άφήσω ελεύθερους, τό έκαμα άς μή μέ άπειλεί πλέον».
Αυτά τά λόγια τούς είπε ό βασιλιάς, και τούς έδωσε χρυσό εύαγγέλιο, ένα άλλο σκεύος, χρυσό και αύτό, διακοσμημένο μέ πολύτιμους λίθους, και δύο επιχρυσωμένες λαμπάδες, μέ τήν έντολή νά τά άφιερώσουν στον ιερό Ναό τών Μύρων.
Έτσι, λοιπόν, οι στρατηγοί, άφού και αύτοι πέτυχαν μέ θαυμαστό τρόπο τή σωτήρια τους, άμέοως πήραν τό δρόμο και μέ πόδια πού βάδιζαν πρόθυμα έφτασαν στον Άγιο και τον άντίκριοαν μέ άπερίγραπτη χαρά. Και άπό την πληρότητα τής ευχαρίστησής τους φαίνονταν πώς ήταν πρόθυμοι να αφιερώσουν ολοκληρωτικά και αυτή τή ζωή τους, πού με θαυματουργικό τρόπο τούς χαρίστηκε, αφού γλίτωσαν άπό τήν εκτέλεση, ώστε να άποδώσουν όπως άξί- ζει πραγματικά τήν εύχαριοτία στο Θεό, πού με τρόπο θαυμαστό τούς εύεργέτησε. Στή συνέχεια άφιέρωοαν στο Ναό τά βαρύτιμα δώρα πού τούς είχε δώσει ό βασιλιάς γιά τό σκοπό αυτό, ψάλλοντας χαμηλόφωνα και ήρεμα «Κύριε, ποιος άλλος είναι όμοιος προς Σέ; Κανένας. Παραμένεις Σύ ό μόνος πού σώζεις τον φτωχό και άπροστάτευτο άπό τά χέρια εκείνων πού είναι πιο δυνατοί άπό αυτόν» [23] . Επιπλέον, οι διασωθέντες στρατηγοί δέν άφησαν ούτε αύτούς τούς φτωχούς χωρίς νά τούς προσφέρουν κάποια ευχαρίστηση. Πραγματικά, έκαμαν και σ’ αύτούς πολύ τιμητική δεξίωση μέ όσα άγαθά είχαν στή διάθεσή τους.


Ό Αγιος διασώζει ταξιδεύοντες στή θάλασσα

ΚΗ. Τό όνομα, λοιπόν, τού άγιου Νικολάου, ό όποιος ήταν πιστός θεράποντος τού Θεού, μεγαλυνόταν μέ τά θαυμαστά έργα πού έκανε ό Θεός. Έτσι ή φήμη τού Άγιου πήρε φτερά, πέταξε στά ύψη, έτρεχε παντού και περιλάμβανε τά πάντα, διέβαινε τό πέλαγος, περιφερόταν σέ ολόκληρη τή θάλασσα και δέν άφηνε κανέναν τόπο πού νά μήν άκούει γιά τά μεγάλα θαύματά του.
Κάποτε ναύτες συνάντησαν στή θάλασσα φοβερή φου ρτούνα και έχασαν κάθε έλπιδα σωτη ρίας άπό τις δικές τους δυνάμεις. Επειδή όμως ήξεραν, άπό τις φήμες πού κυκλοφορούσαν, ότι ό μέγας Νικόλαος προσέφερε, άνέλπιστα, άποτελεσματική βοήθεια οέ κινδυνεύοντες, όλοι στήριξαν σ’ αυτόν τήν έλπιδα τους γιά σωτήρια. Επικαλούνταν, λοιπόν, νοερά τή βοήθειά του νά σωθούν άπό τή φουρτούνα, άπλωναν ολόψυχα προς αυτόν τά χέρια τους, σάν νά ήταν δίπλα τους, και άπό αυτόν έξαρτούοαν τη μοναδική βοήθεια. Και ό Άγιος, χωρίς να χάσει καθόλου καιρό, ανέβηκε γρήγορα πάνω στο πλοίο και παρουσιάστηκε μπροστά στά μάτια τους. «Νά, τούς είπε, με έχετε καλέ- σει και ήρθα νά σάς βοηθήσω». Έπειτα, άφού τούς προέτρεψε νά έχουν θάρρος, πήρε τό πηδάλιο στά χέρια του, κάτω από τή θέα όλων, και έτσι ααφώς φαινόταν νά κατευθύνει τό πλοίο. Επιπλέον ό "Αγιος, άφού έπιτίμηοε τή θάλασσα, κατεύνασε προς χάρη των ναυτών τις τρικυμίες, τούς άνεμοστρόβιλους και τά άλλα άσχημα φαινόμενα τής κακοκαιρίας, όπως άλλωστε είχε πράξει παλαιότερα και ό Χριστός μας. Έτσι ό Άγιος, μέ τό θαύμα του, χάρισε γιά τούς ναύτες αυτούς ένα ήρεμο και γαλήνιο ταξίδι.
Όταν, λοιπόν, οι ναύτες, πλέοντες μέ άπαλό άεράκι, έφτασαν στή στεριά, κατεβαίνοντας άπό τό πλοίο, βιάζονταν νά προφτάσουν αυτόν πού τούς διέσωσε άπό τον κίνδυνο. Άφού έμαθαν ότι αύτός πήγε στο Ναό, έσπευσαν εκεί. Εκείνος άνακατεύτηκε μέ τούς άλλους κληρικούς και είχε σταθεί άνάμεσά τους, χωρίς νά ξεχωρίζει. Οι ναύτες, μόλις έριξαν σ’ αυτόν τά βλέμματά τους, ένώ ούδέποτε στο παρελθόν τον είχαν γνωρίσει, τον άναγνώρισαν άπό τήν έμφάνισή του στο πέλαγος και σ’ έκείνον άμέσως μίλησαν. Στή συνέχεια έτρεξαν και έπεσαν στά πόδια του και τά φιλούσαν, ένώ συγχρόνως εξέφραζαν μέ λόγια τις εύχαριστίες τους. Επίσης, ενθυμούμενοι τό φοβερό κίνδυνο πού διέτρεξαν, εξηγούσαν μέ δάκρυα και άπερίγραπτη χαρά πώς σώθηκαν. Έπειτα διηγούνταν μέ κάθε λεπτομέρεια και στούς παρευρισκομένους τό δράμα τους στή θάλασσα και τή θαυματουργική διάσωσή τους.

Ό Άγιος αποκαλύπτει τή μοχθηρία των ναυτικών καί τούς δίνει συμβουλές


ΚΘ. Ό θαυμαστός όμως Νικόλαος γνώριζε πολύ καλά ότι ύπή ρχε άνάγκη νά σώσει τούς ναυτικούς και άπό τούς κινδύνους πού άπειλούσαν τήν ψυχή τους, ή όποια μάλιστα άξιζε για περισσότερη φροντίδα. Επειδή, λοιπόν, ό "Αγιος είχε διορατικό χάρισμα, δώρο τού Αγιου Πνεύματος, έβλεπε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν μοχθηρία στην ψυχή τους, ή όποια τούς άπομάκρυνε άπό τό Θεό και τις εντολές του. Για τό λόγο αυτό, με υψωμένο τον τόνο τής φωνής του, τούς είπε τά έξής λόγια: «Σάς παρακαλώ, παιδιά μου, εξετάστε, έξε- τάστε στο βάθος τον έαυτό σας, τι πραγματικά άνθρωποι είστε, και στρέψτε τις καρδιές σας, τις σκέψεις σας και τά διανοήματά σας οέ ευαρέστηση τού Θεού. Γιατί και άν μπορούμε νά κρύβουμε άπό τούς άλλους άνθρώπους τήν άποψή μας, ότι τό πάν βρίσκεται στο νά κάνει κανείς φαύλες πράξεις, και φαινόμαστε καλοί άνθρωποι, όμως δέν είναι δυνατόν καμιά πράξη μας νά διαφεύγει άπό τό βλέμμα τού Θεού. Ή Αγια Γραφή, σχετικά μέ τό θέμα, λέγει’ ‘ό άνθρωπος βλέπει τό πρόσωπο [26], δηλαδή έξωτερικά και έπιφανειακά, ενώ ό Θεός βλέπει τήν καρδιά, δηλαδή τό βάθος τής ψυχής τού άνθρώπου’. Επίσης ή Γραφή λέγει και τό έξής' ‘μήν κάνετε κακές πράξεις και, έτσι, δέ θά σάς βρει κακό στή ζωή σας’ [27 ] Μάθετε έπιμόνως νά πράττετε τό καλό στους συνανθρώπους σας και νά έπιδιώκετε μέ όλη σας τήν καλή πρόθεση τον άγιασμό τού σιοματός σας, γιατί, όπως λέγει ό θειος Παύλος, ‘είμαστε Ναός τού Θεού και εκείνον πού καταστρέφει τό Ναό τού Θεού θά τον καταστρέψει ό Θεός’ [ 28 ]. Έτσι νά κάνετε στή ζωή σας, και θά έχετε τό Θεό βοηθό άκαταμάχητο».
Αρκούσαν αυτά πού ειπώθηκαν νά παρουσιάσουν ικανοποιητικά τή δύναμη μέ τήν όποια είχε προικιστεί ό Αγιος άπό τό Θεό και τήν εκδήλωνε μέ θαυμαστά έργα. Όμως δέ γνωρίζω πώς ή μνήμη γι’ αυτόν δέν άνέχεται νά σταματήσει εδώ ή όλη έξιστόρηση, άλλά θεωρεί πολύ μεγάλη ζημιά, ιττήν περίπτωση πού δέν προσθέσει και τά υπόλοιπα.

Ή ακτινοβολία τής αρετής τού Αγίου. Ή εις Κύριον έκδημία του


Λ. Ένας, λοιπόν, παλαιότερος λόγος, πού περιήλθε καιστα χέρια τα δικά μας, αναφέρει ότι ό μακαριστός αυτός άνθρωπος διακρινόταν για τό πρεσβυτικό του ήθος και την αγγελική του όψη και ευωδίαζε από άγιοούνη και χάρη θεία. Ακόμη ό λόγος λέγει και τά έξης γιά τον "Αγιο: «"Οταν κάποιος άπλώς τον συναντούσε κατά τύχη στο δρόμο, παρουσίαζε άμέσως μεγάλη βελτίωση στήν άρετή, μόνο και μόνο μέ τη θέα τού Αγιου, και γινόταν στον εσωτερικό του κόσμο κάποια μεταμόρφωση. Και καθένας πού ή ψυχή του ύπέφερε άπό κάποια συμφορά και λύπη, όταν και μόνο τον άτένιζε, εύρισκε ικανοποιητική παρηγοριά και άνακούφιοη.
»Έπιπλέον, άπό τον "Αγιο έβγαινε και κάποια ύπέρφωτη λάμψη και τό πρόσωπό του έλαμπε περισσότερο παρά τού Μωυσή. Όταν καμιά φορά ουνέβαινε νά τον συναντήσουν στο δρόμο κάποιοι αιρετικοί, και μόνο αν άπολάμβαναν τή γλυκιά του ομιλία, έφευγαν ύστερα, άφού πριν είχαν άποβάλει άπό τήν ψυχή τους τήν αίρεση, πού είχε συναυξηθέΐ μέ τήν ήλικία τους, και έβαζαν βαθιά στήν καρδιά τους τον ορθό λόγο τής άλή θείας».
Ό άγιος Νικόλαος, λοιπόν, έτσι έζησε στή ζωή του ή συμπεριφορά του προς τούς συνανθρώπους του υπήρξε άγνή και ευγενική, σύμφωνα μέ τό λόγο τής άρετής. Ή όλη του ζωή υπήρξε, κατά κάποιο τρόπο, μύρο πολύ εύωδιαστό και θελκτικό, πού παρουσιάστηκε οτό κέντρο τής έπαρχίας των Μυρέων και εύωδίασε τό λαό.
Ό Αγιος έφτασε οέ βαθύτατο γήρας. Αφού, λοιπόν, συμπλήρωσε πλήρως τό χρόνο τής έπίγειας ζωής του και επειδή ήταν και αυτός άνθρωπος, έπρεπε νά λειτουργήσει και γι’ αυτόν ό κοινός νόμος τής κοινής φύσεως. Προσβλήθηκε, τότε, άπό σύντομη άσθένεια, κατά τή διάρκεια τής όποιας έξέφραζε τις ευχαριστίες του στο Θεό, έψελνε έξόδιους και έπικήδειους ύμνους και μέ τήν έλπίδα τής εις Κύριον έκδημίας του, ό μεγάλος αυτός άνθρωπος, διατηρούσε πολύ χαρούμενη τή διάθεσή του. Ένώ γιά τούς άλλους χαρά ήταν τό νά παραμένουν στή σάρκα τους, ό "Αγιος χαιρόταν, γιατί θά χωριζόταν πλέον άπό τό σώμα του και θά πήγαινε κοντά στην πηγή τής ζωής, τό Θεό.
Έτσι, λοιπόν, ό άγιος Νικόλαος άφησε τή φθαρτή αυτή ζωή και μετέβη στήν αιώνια εκείνη και μακάρια ζωή, όπου συναναστρέφεται μέ τή λαμπρότητα τών Αγγέλων και συναγάλλεται μ’ αυτούς και βλέπει τό φέγγος τού Τριαδικού Θεού σέ όλο τό μεγαλείο και τήν καθαρότητα. Τό τίμιο σώμα του μεταφέρθηκε μέ τά όσια χέρια επισκόπων και, μέ τιμητική πομπή όλο τον κλήρο λαμπροφορεμένο, τοποθετήθηκε σέ ειδικό τάφο [29 ] στον ιερό Ναό τών Μύρων. Από τό σώμα τού Άγιου άναβλύζει μύρο μέχρι και σήμερα [ 30 ] , τό όποιο θεραπεύει άσθένειες, και ψυχικές και σωματικές.

Θαύμα μέγα
 
ΛΑ. Στον τάφο τού Άγιου συνέρρεαν προσκυνητές άπό κάθε σημείο τής γής και έπαιρναν πλούσια τή χάρη άπό τό μύρο πού άνέβλυζε. Κάποτε, λοιπόν, κάποιους χριστιανούς, πού κατοικούσαν σέ περιοχή μακριά άπό τή Λυκία και χρειάζονταν πολλές ή μέρες, γιά νά φτάσουν εκεί, τούς κατέλαβε θερμός πόθος νά μεταβούν στον τάφο τού Άγιου, και γιά νά άντλήσουν μύρο και γιά νά άπολαύσουν τή χάρη τού άγιάσματος. Προς πραγματοποίηση τού ιερού πόθου τους έβαλαν στο πλοίο τά άπαραίτητα τρόφιμα και έπρόκειτο πλέον νά άποπλεύσουν μέ προορισμό τή Λυκία.
Τότε άκριβώς ένα πονηρό δαιμόνιο, πού παλαιότερα κατοικούσε στο βωμό τής Άρτέμιδας και τό είχε άπομα- κρύνει άπό έκει μαζί μέ τά άλλα ό σπουδαίος Νικόλαος γκρεμίζοντας τό βωμό, έμαθε ποιος ήταν ό σκοπός τού θαλασσινού αύτού ταξιδιού. Τό δαιμόνιο, λοιπόν, κρατώντας κακία γιά τον Άγιο, επειδή και τό ναό τής θεάς κατέστρεψε και τό ίδιο τό είχε εκδιώξει άπό έκει, φρόντιζε μέ όλη του τή δύναμη νά άντιταχθεί στήν πραγματοποίηση τού ταξιδιού αύτού. Γι’ αύτό και ήθελε νά στερήσει τούς πιστούς άνδρες άπό τον άγιασμά και, ακόμη, νά τούς έξασθενίσει κατά κάποιο τρόπο τον ιερό πόθο.
Έτσι έβαλε μπροστά τό δόλιο σχέδιό του. Εμφανίστηκε με μορφή γυναίκας, πού κρατούσε ένα δοχείο γεμάτο λάδι και τούς παρακαλούσε νά τό μεταφέρουν στον τάφο τού Αγιου, επειδή ή «ίδια» φοβόταν νά άποτολμήσει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι άπό τή θάλασσα και τό γεγονός αύτό «τήν» εμπόδιζε νά πραγματοποιήσει τήν έπιθυμία «της» νά έπι- σκεφτεί τον τάφο και νά προσφέρει τό δώρο «της». Ισχυριζόταν μάλιστα ότι δέν είναι δυνατόν σέ γυναίκα νά άποτολμάει ταξίδι σέ τόσο μεγάλο πέλαγος. «Σάς παρακαλώ, λοιπόν, τούς έλεγε, πάρτε τό δοχείο νά τό μεταφέρετε στον τάφο και νά βάλετε τό λάδι ατό καντήλι τού Άγιου». Τέτοια έλεγε έκείνο τό βδελυρό δαιμόνιο και παρακαλούσε τούς εύσεβείς αύτούς άνθρώπους για τή μεταφορά τού δοχείου στον τάφο τού Άγιου. Αύτό, έπομένως, ήταν μιά δόλια ένέργεια και άξια έξολοκλήρου τού διαβόλου πού τήν είχε μηχανευτεί.
'Ύστερα, λοιπόν, άπό πολλά παρακάλια τούς έπεισε και πήραν μαζί τους τό δοχείο μέ τό λάδι. Όταν τελείωσε ή πρώτη ή μέρα τού πλού —δικό σου βεβαίως είναι και τό έργο αύτό, μέγιστε τού Θεού θεράποντα και δεξιέ προστάτη έκείνων πού κινδυνεύουν —, εμφανίστηκε τή νύχτα ό Άγιος σ’ έναν άπό τούς συμπλέοντες και τού έδωσε τήν έντολή νά πετάξουν τό δοχείο στή θάλασσα μακριά άπό τό -πλοίο. Εκείνος άνακοίνωσε τό όραμα και τήν έντολή και στούς άλλους. Έτσι σηκώθηκαν άμέσως πρωί πρωί και έκτέλεσαν τήν έντολή. Τότε διαπιστώθηκε τό δόλιο σχέδιο πού ό διάβολος είχε ετοιμάσει. Πραγματικά, μόλις τό δοχείο έπεσε στή θάλασσα, σηκώθηκε άμέσως φλόγα ψηλά στον άέρα και έβγαιναν δυσώδεις οσμές τό νερό, έξαιτίας τής έκρήξεως αυτής τού δοχείου, διαχωρίστηκε και κόχλαζε άπό βαθιά και έβγαζε κρότους βρασμού οι σταγόνες είχαν μεταβληθεί σέ σπίθες φωτιάς τό πλοίο, άφού βρέθηκε σέ τόσο μεγάλη θαλασσοταραχή, λίγο χρόνο είχε πλέον και θά βυθιζόταν.
Oi προσκυνητές, καταφοβισμένοι από τό παράλογο τού κινδύνου αυτού, έχασαν κάθε ελπίδα σωτηρίας, κοιτούσαν ό ένας τον άλλο με έξαγριωμένο τό βλέμμα και βρίσκονταν σέ παντελή άμηχανία. Ό άγιος Νικόλαος όμως, πού άπό μακριά φρόντιζε γιά τη σωτηρία τους και έδωσε την εντολή νά πετάξουν τό δοχείο οτή θάλασσα μακριά άπό τό πλοίο, εμφανίστηκε και εδώ και μέ τρόπο θαυμαστό [31] τούς διέσωσε άπό τό φοβερότατο κίνδυνο. Όντως, και τό πλοίο μετακινήθηκε, θαυματουργικά, λίγο πιο πέρα άπό τήν κόλαση αυτή τής φωτιάς και τής θαλασσοταραχής, και οι άνθρωποι άπαλλάχτηκαν άπό τό φόβο. ’Αεράκι άπαλό και ευωδιαστό έπνευσε σ’ αυτούς και ή ψυχική τους διάθεση έγινε πολύ χαρούμενη.

Λαμπρός μάρτυρας καί αναίμακτος στεφανίτης ( Επίλογος)


ΛΒ. Αυτά είναι, Νικόλαε, τά βραβεία πού σού χάρισε ό Θεός αυτές είναι οι άμοιβές των κόπων σου αύτά είναι τά έπαθλα των ασκητικών σου άγώνων. Και έννοώ τά άφορώντα στήν παρούσα ζωή γιατί τά μελλοντικά, δηλαδή εκείνα γιά τά οποία έχουμε διδαχτεί ότι έχει έτοιμάσει [32] ό Θεός γι’ αυτούς πού τον άγαπούν, δέν είναι δυνατόν ούτε μάτια νά τά ίδούν, ούτε αύτιά νά τά άκούσουν, ούτε καρδιά νά τά άντιληφτεί. Έγώ όμως δέ θά διστάσω καθόλου νά σέ ονομάσω λαμπρό μάρτυρα καί στεφανίτη άναίμακτο — καί ξέρουμε βέβαια πολύ καλά όσα έχουν σχέση μέ τήν προαίρεσή σου — , άφού κατανίκησες μέ μόνη τήν προσευχή τήν άσεβή κρατική έξουσία καί μέ έπιτυχία βγήκες άπό τήν εξορία τής φυλακής καί μέ λαμπρά τρόπαια επανήλθες στους χριστιανούς τής περιοχής σου καί τήν πρώτη τιμή, πού σού είχε γίνει, άκολούθησε καί δεύτερη, μέ τή χάρη καί τή δύναμη τού ’Ιησού Χριστού, τού Κυρίου μας, στον Όποιο μαζί μέ τον Πατέρα καί τό άγιο καί άγαθό Πνεύμα πρέπει νά άποδίδεται δόξα, τιμή καί προσκύνηση τώρα καί πάντοτε καί στους αιώνες τών αιώνων. ’Αμήν.




ΣΧΟΛΙΑ, ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.    ’Απόσπασμα άπό τό κήρυγμα τοΰ Μητροπολίτη Μύρων Χρυσοστόμου κατά τη θεία Λειτουργία πού τελέστηκε στίς 6 Δεκεμβρίου 1985 στην ιστορική Βασιλική τού άγιου Νικολάου στά Μύρα τής Λυκίας.
'Ολόκληρο τό κήρυγμα έμπεριέχεται στό χρονικό πού έγραψε ό καθηγητής τού Παν/μίου ’Αθηνών κ. Π. Β. Πάσχος γιά τό «ΤΡΙΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ( Αττάλεια Παμφυλίας- Μύρα Αυκίας, 3-8 Δεκ. 1985), τό όποιο δημοσιεύτηκε στό περιοδικό «ΘΕΟΔΟΣΙΑ», έτους 1986, στίς σελ. 244-250.
2.    Λεπτομερή παρουσίαση τών φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τού άγιου Νικολάου κάνει ό καθηγητής κ. Γεώργιος Άντουράκης στό βιβλίο του «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ», στίς σελίδες 23-26" (Έκδ. Άποστολικής Διακονίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, ’Αθήνα 1988).
3.    Ή έξεικόνιση τού 'Αγίου μαζί με τίς μικρότερες μορφές τού Χριστού καί τής Παναγίας στηρίζεται στήν έξής παράδοση: Σε κάποια στιγμή τών έργασιών τής Α' Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.) «τόσο οργίστηκε ό Νικόλαος άπό τά βλάσφημα λόγια τού Άρείου, ώστε όρμησε στό βήμα καί ράπισε τό ρήτορα. Ή πράξη του αυτή προκάλεσε τήν άμεση άντίδρα- ση τού παρευρισκόμενου Μεγάλου Κωνσταντίνου καί κατά διαταγή του τά όργανα τής τάξεως τόν συνέλαβαν, τού άφάίρεσαν τά σύμβολα τού άρχιερατικού του άξιώματος, δηλαδή τό Ευαγγέλιο καί τό ώμοφόριο, καί τόν φυλάκισαν επί τόπου.
Ή δικαίωσή του όμως ήλθε τό βράδυ τής ’ίδιας έκείνης ήμέρας. Παρουσιάστηκαν στό κατάκλειστο καί σκοτεινό κελλί τής φυλακής του ό Χριστός καί ή Παναγία, έλυσαν τά δεσμά του καί τού έπέστρεψαν τά ιερά σύμβολα, πού τού είχαν άφαιρέσει έκεϊνο τό πρωί». (Α. Τζαφερο- πούλου, ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΥΡΩΝ ΑΥΚΙΑΣ, σελ. 12-13).
4.    Σολομώντος, Παροιμίαι, κεφ. κθ' στίχ. 2. Ό στίχος έχει «δικαίων».
5.    Πάταρα: ’Αρχαιότατη πόλη τής Αυκίας στή Μικρά ’Ασία, κείμενη μεταξύ τών έκβολών τού ποταμού Ξάνθου καί τού όρμου Άντιφέλλου.
Ερείπια τών Πατάρων υπάρχουν κοντά στό άκρωτήριο Γεντή-Μπουρούν, τό όποιο βρίσκεται Β.Δ. τού Καστελλόριζου.
6.    «Ή τών πραγμάτων αλήθεια» τόν άνέδειξε για τό ποίμνιό του «έγκρατείας διδάσκαλον» (’Από τό άπολυτίκιο τοΰ Αγίου).
7.    Πρόκειται γιά τό ίδιο πρόσωπο πού τόν χειροτόνησε, δηλαδή γιά τόν Νικόλαο, τόν άρχιερέα τής πόλεως τών Μυρέων.
8.    Ψαλμ. 61, στ. 11.
9.    Σολομώντος, Παροιμίαι, κεφ. γ' στ. 3.
10.    Σολομώντσς, Παροιμίαι, κεφ. γ' στ. 27.
11.    Ψαλμός 45, στ. 11.
12.    Τό εδάφιο είναι άπό τό βιβλίο τοΰ προφήτη Ήσάίά, κεφ. 66, στιχ. 2, άλλά σέ πλάγιο λόγο.
13.    Ίδέ Ματθ. ιγλ 41. Στό εδάφιο αυτό τού ευαγγελιστή Ματθαίου παρομοιάζεται ή βασιλεία τών ούρανών με κρυμμένο θησαυρό.
14.    Α' Οικουμενική Σύνοδος: Συνήλθε στή Νίκαια τής Βιθυνίας τό Μάιο τού 325 μ.Χ. Πήραν μέρος σ’ αύτή 318 Πατέρες. Παρέστη καί ό Μέγας Κωνσταντίνος, ό αύτοκράτορας. Ή Σύνοδος καταδίκασε τήν κακοδοξία τού Άρείου, ό οποίος άρνιόταν τή θεότητα τού Ιησού Χριστού, διατύπωσε τήν Ορθόδοξη διδασκαλία καί έξέδωσε ειδικό Σύμβολο Πιστέως (τά έφτά πρώτα άρθρα τού γνωστού μας «Πιστεύω»), Ή Σύνοδος άσχολήθηκε καί μέ άλλα θέματα, όπως λ.χ. μέ τό χρόνο έορτασμού τού Πάσχα.
15.    Νίκαια: ’Αρχαία μικρασιατική πόλη, μητρόπολη τής Βιθυνίας, κείμενη Β.Α. τής Προύσσας. Σήμερα είναι ένα μικρό χωριό μέ τήν ονομασία «Ίσνίκ», κατά παραφθορά τού έλληνικού «Εις Νίκαιαν».
16.    Άρειος: Ιερέας στήν ’Αλεξάνδρεια. Καταγόταν άπό τή Αιβύη. Δίδασκε ότι ό ’Ιησούς Χριστός είναι κτίσμα καί άρνιόταν τή θεότητά του. Τή διδασκαλία του τήν καταδίκασε ή Α' Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.).
17.    Στήν αύτή «μία ούσία» άνήκει καί τό Άγιο Πνεύμα, τό τρίτο πρόσωπο τού ένός εν Τριάδι Θεού. Οί Πνευματομάχοι, λείψανα τού Αρειανισμού, άρνούνταν τή θεότητα τού Αγίου Πνεύματος. Τήν κακοδοξία αύτή τήν καταδίκασε ή Β' Οικουμενική Σύνοδος, πού συνήλθε στήν Κωνσταντινούπολη τό 381 μ.Χ. Η Σύνοδος αύτή συνέταξε τά υπόλοιπα πέντε άρθρα τού γνωστού μας «Πιστεύω», άνάμεσα στά όποια υπάρχει καί ειδικό άρθρο γιά τό Άγιο Πνεύμα.
18.    Ό χριστιανός ύμνογράφος, πού έγραψε τό σχετικό άπολυτίκιο, χαρακτηρίζει τόν Άγιο καί ώς «κανόνα πίστεως».
19.    Φρυγία: Χώρα τής Μ. Ασίας. Περιλάμβανε όλο τό μεσογειακό τμήμα τού δυτικού μέρους τής μισής χερσονήσου, τό όποιο καί ονομαζόταν Μεγάλη Φρυγία, καί τή νότια ακτή τής Προποντίδας μέχρι τόν Ελλήσποντο.
20. Εννοείται τού συγγραφέα.
21.    Ψαλμ. 78, στίχ. 8.
22.    Άλουργίδα (άλουργίς): Πολυτελέστατο μάλλινο ή μεταξωτό ένδυμα πορφυρού χρώματος. Τό χρησιμοποιούσαν ώς ένδυμα βασιλικό κατά τούς ρωμαϊκούς καί βυζαντινούς χρόνους με τέτοια μεγαλοπρέπεια, ώστε σήμαινε όχι μόνο τό ένδυμα, άλλά καί τό θρόνο καί τό βασιλικό άξίωμα.
23.    Τμήμα άπό τό στίχο 10 τού 34ου Ψαλμού. Ολόκληρος ό στίχος είναι ό έξης: «Πάντα τά οστά μου έρούσι Κύριε, τις όμοιος σοι; ρυόμενος πτωχόν έκ χειρός στερεωτέρων αύτού καί πτωχόν καί πένητα άπό τών διαρπαζόντων αύτόν».
24.    Εύαγγέλιο Ματθαίου, κεφ. η', στ. 23-27.
25.    Εύαγγέλιο Μάρκου, κεφ. η', στ. 35-37.
26.    Β' Κορινθίους, κεφ. ι', στ. 7.
27.    Σοφία Σειράχ, κεφ. ζ', στίχ. 1.
28.    Α' Κορινθίους, κεφ. γ', στίχ. 16-17.
29.    Τό λείψανο τού 'Αγίου τό πήραν (μάλλον τό έκλεψαν) έμποροι τό 1087 μ.Χ. καί τό μετέφεραν στό Μπάρι τής Ιταλίας. Στήν πόλη αύτή χτίστηκε μεγαλοπρεπής Ναός, ρυθμού βασιλικής, καί ό "Αγιος είναι ό προστάτης τής πόλεως. Ό ’Αριστείδης Πανώτης στήν «Εκκλησιαστική Αλήθεια» τής 1.5.1987 γράφει, μεταξύ των άλλων, γιά τό λείψανο τού 'Αγίου καί τά έξής: «Κατά τή συναξαριστική παράδοση τό άγιο λείψανο άναχώρησε τήν 1η ’Απριλίου 1087 άπό τά Μύρα καί έφτασε οπό Μπάρι στις 9 ή τίς 20 Μαίου. Αρχικά κατατέθηκε στό ναό τού Τιμίου Προδρόμου ή στό ναό τού άγιου Στεφάνου, μέχρι νά άνοικοδομηθεΐ, μετά τριετία, νέος ναός... ’Αρχικά τό σκήνωμα τού 'Αγίου τέθηκε σέ αργυρή λάρνακα. Μετά όμως άπό όραμα κάποιου μοναχού, ή σορός του μέ τήν κάρα καί ένα μεγάλο μέρος τών λειψάνων τάφηκε ύπό τήν Αγία Τράπεζα, άφού παραλήφθηκαν μέρη τών λειψάνων του σέ φορητή λειψανοθήκη γιά προσκύνηση τών πιστών. Ή λάρνακα αύτή άνοίχτηκε τό 1952 καί έγινε πλήρης επίσημη άναγνώριση τού ιερού σκήνους».
30.    Γύρω άπό τό 960 μ.Χ., πού ό Συμεών ό Μεταφραστής έγραψε τό Βίο τού Αγίου.
31.    Τό θαύμα αύτό πρέπει νά έγινε μετά τό 650 μ.Χ., γιατί τό περιεχόμενο τού δοχείου πρέπει νά έχει σχέση μέ τό ύγρόν πύρ, τό όποιο χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά κατά τήν πολιορκία τής Κωνσταντινουπόλεως άπό τούς ’Αραβες (673-677 μ.Χ.). Τότε οί Βυζαντινοί, χρήσιμοποιώντας το, προξένησαν πανωλεθρία στό στόλο τών ’Αράβων.
Τό ύγρόν πύρ εφεύρε, κατά τίς παλαιότερες παραδόσεις, ό καταγόμενος άπό τήν Ηλιούπολη τής Συρίας Έλληνας άρχιτέκτονας Καλλίνικος (7ος αί. μ.Χ.). Ένας άπό τούς τρόπους χρησιμοποίησής του ήταν καί ό έξής: Τό έβαζαν σέ πύλινα δοχεία καί τό έκτόξευαν μέ μάγγανα ή τό πετούσαν μέ τά χέρια, όπως τίς σημερινές χειροβομβίδες.
32.    Σχετικά βλέπε Α' Κορινθ. κεφ. β', στίχ. 9.






Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Πραγματολογικά στοιχεία - Παραπομπές Επιλογή ύμνων άπό την άσματική 'Ακολουθία Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου θεολόγον. Φιλολόγου - Λυκειάρχου


Πρώτη αποκλειστική δημοσίευση στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση  σε Ορθόδοξα Ιστολόγια με αναφορά πηγής την Ιστοσελίδα

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ








Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.