Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ

0 σχόλια

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

Β ΜΕΡΟΣ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ (ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ)
Γενικά.


Εορτές λέγονται οι μέρες που ορίσθηκαν από την Εκκλησία για την ανάμνηση γεγονότων της ζωής του Κυρίου ή εκκλησιαστικών γεγονότων ή για την τιμή των αγίων.
Τις πρώτες γιορτές πήρε η Εκκλησία από τον Ιουδαϊσμό, έδωσε όμως σ’ αυτές νέο πνευματικό νόημα. Πολύ νωρίς καθιερώθηκε ως εβδομαδιαία γιορτή αντί του Σαββάτου η Κυριακή για την ανάμνηση της αναστάσεως του Κυρίου. Το Πάσχα και η Πεντηκοστή πήραν καινούργιο νόημα· το Πάσχα ως γιορτή της σωτηρίας δια του θανάτου και της αναστάσεως του Κυρίου και η Πεντηκοστή ως ημέρα της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος. Από πολύ παλιά επίσης δια-κρίθηκαν η Τετάρη και η Παρασκευή ως ημέρες της προδοσίας και του θανάτου του Κυρίου και ορίσθηκε νηστεία κατά τις ημέρες αυτές. Τέ θηκαν έτσι οι βάσεις του χριστιανικού εορτολογίου, που πλουτίσθηκε βαθμιαία με νέες γιορτές προς τιμήν του Κυρίου, της Θεοτόκου και των αγίων.
Η Εκκλησία έδωσε από την αρχή μεγάλη σημασία στις γιορτές και στον τρόπο του εορτασμού. Η αργία από τα καθημερινά έργα, η συμμετοχή στην κοινή θ. λατρεία και η τέλεσις του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας είναι απαραίτητα στοιχεία του χριστ. εορτασμού. Ετόνισε ακόμη η Εκκλησία την ανάγκη να αγιάζεται ολόκληρη η ημέρα της εορτής με πνευματικές εκδηλώσεις: μελέτη του λόγου του Θεού, προσευ-
χή, αγαθοεργίες κλπ., και να αποφεύγονται οι άκοσμες εκδηλώσεις, με τις οποίες γιόρταζαν οι εθνικοί.
Οι γιορτές διακρίνονται σε εβδομαδιαίες, που επαναλαμβάνονται κάθε εβδομάδα, και σε ετήσιες, που γιορτάζονται μια φορά το χρόνο. Οι ετήσιες διαιρούνται σε ακίνητες, που έχουν σταθερή ημερομηνία, αλλά μεταβλητή ημέρα της εβδομάδας, και σε κινητές που έχουν μεταβλητή ημερομηνία, αλλά σταθερή ημέρα της εβδομάδας.
Ανάλογα με το θέμα τους οι γιορτές διαιρούνται σε δεσποτικές, που αναφέρονται στον Κύριο, Θεομητορικές, που αναφέρονται στη Θεοτόκο, του Τιμίου Σταυρού και των Αγίων. Οι δεσποτικές και θεομητορικές γιορτές έχουν προεόρτια, ημέρες δηλ., κατά τις οποίες η Εκκλησία προετοιμάζει τους πιστούς για τη γιορτή, και μεθέορτα, ημέρες δηλ., κατά τις οποίες συνεχίζεται η γιορτή. Την τελευταία ημέρα γίνεται η απόδοσις της εορτής, που είναι σαν μια επανάληψίς της.

2. - Ο εβδομαδιαίος εορταστικός κύκλος.

Ως ημέρα εβδομαδιαίας γιορτής η Εκκλησία καθιέρωσε ήδη από την αποστολική εποχή την πρώτη ημέρα της εβδομάδας και την ονόμασε Κυριακή, ως ημέρα αφιερωμένη στον Κύριο. Στην ημέρα αυτή μεταφέρθηκε η αργία του Σαββάτου και γίνονταν οι λατρευτικές συνάξεις των Χριστιανών. Σύμφωνα με αρχαία συνήθεια οι Χριστιανοί την Κυριακή πρέπει να προσεύχονται όρθιοι, για να θυμούνται την ανάσταση του Κυρίου. Απαγορεύεται τις Κυριακές η γονυκλισία και η νηστεία.
Εν τούτοις η Εκκλησία δεν έπαυσε να τιμά και το Σάββατο. Οι πρώτοι Χριστιανοί, που ήταν Ιουδαίοι, εξακολούθησαν να τιμούν το Σάββατο παράλληλα με την Κυριακή και τη συνήθεια αυτή συνέχισαν και οι εξ εθνών Χριστιανοί. Και κατά την ημέρα αυτή απαγορεύεται η νηστεία εκτός του Μ. Σαββάτου. Η αργία όμως του Σαββάτου απαγο-ρεύθηκε από τη σύνοδο της Λαοδικείας.
Από τις άλλες ημέρες της εβδομάδας διακρίνονται η Τετάρτη και η Παρασκευή· η πρώτη, γιατί την ημέρα αυτή οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων αποφάσισαν τη θανάτωση του Κυρίου και συμφώνησε μαζί τους ο Ιούδας την προδοσία· η δεύτερη, γιατί σ’ αυτή σταυρώθηκε ο Κύριος για τη σωτηρία μας. Γι αυτό οι ημέρες αυτές ήδη από το τέλος του α' αι. ορίσθηκαν ως ημέρες νηστείας.
Αργότερα και οι άλλες ημέρες ορίσθηκαν για την τιμή των κυριοτέρων αγίων: η Δευτέρα για τους αγγέλους· η Τρίτη για τον Πρόδρομο· η Τετάρτη για τη Θεοτόκο η Πέμπτη για τους αποστόλους και τον άγιο Νικόλαο· το Σάββατο για τους μάρτυρες, αλλά και για τους κεκοιμημένους, επειδή είναι παραμονή της αναστάσιμης ημέρας. Έτσι κάθε μέρα της εβδομάδας έγινε μια μικρή γιορτή, χωρίς βέβαια να χάσει την προτεραιότητα και την ιδιαίτερη σημασία η Κυριακή.
Η υμνογραφία του εβδομαδιαίου εορταστικού κύκλου περιέχεται στην Παρακλητική.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Πῶς πρέπει νά προσευχώμαστε.

0 σχόλια

Πῶς πρέπει νά προσευχώμαστε. 

Πῶς πρέπει νά προσευχώμαστε. 

Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ
(Ἐπιστολή 4η) ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ
Ἀνθολόγιο ἀποσπασμάτων ἐπιστολῶν ἐκ τοῦ βιβλίου


Η προσευχή είναι εσωτερική πράξη του πνεύματός μας. Το πνεύμα μας μπορεί να εκφραστεί με τις πιο ποικίλες μορφές. Όχι σπάνια, και ενδεχομένως μάλιστα ιδιαίτερα συχνά, με τη σιωπή μας ενώπιον του Θεού. Σιωπούμε, γιατί ο Θεός γνωρίζει όλο το βάθος της σκέψεώς μας, όλες τις προσδοκίες της καρδιάς μας, αλλά δεν είμαστε πάντοτε ικανοί να τις εκφράσουμε με λόγια. Ο Θεός όμως κατανοεί τις μυστικές κινήσεις της καρδιάς μας και απαντά σε αυτές.

Φοβούμαι λίγο ότι εσύ δεν υπολογίζεις αυτό ακριβώς που είπαμε πιο επάνω· ότι τείνεις να εκλάβεις την προσευχή ως στάση μπροστά στις εικόνες με την προφορά τυπικών εκφράσεων που θεσπίστηκαν από αιώνες (προσευχές Όρθρου και Εσπερινού ή Ψαλμών και τα παρόμοια). Βέβαια και στο είδος αυτό της προσευχής μπορεί κάποιος να συνηθίσει από τη νεότητά του και να το επιτελεί κάθε ημέρα. Αυτό όμως είναι τελείως ανεπαρκές, και η προσευχή αυτή δεν εξαντλεί καθόλου το θέμα της προσευχής.

Παρατηρώ ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι γίνονται ολοένα και λιγότερο ικανοί γι’ αυτό ακριβώς το είδος της προσευχής. Το φαινόμενο αυτό το αποδίδω στην εντεινόμενη διανοητική δραστηριότητα των ανθρώπων. Ο νους μας βρίσκεται σε συνεχή σχεδόν διέγερση από το πλήθος των κάθε είδους εντυπώσεων που μας προσεγγίζουν κατά τη διάρκεια της ημέρας· των εντυπώσεων της οράσεως και της ακοής. Από το πρωΐ αρχίζει ο εγκλωβισμός των ανθρώπων των πόλεων, αλλά τώρα και των χωριών, στην κοσμική ζωή, που παρασύρει τον νου και τη φαντασία μας στην εξέλιξη των γεγονότων και τα αισθήματά μας στη συμμετοχή σε αυτά.

Πώς λοιπόν με τους όρους αυτούς να αναχθούμε σ’ εκείνη την ησυχία του νου και την ηρεμία της καρδιάς, που είναι πράγματα τόσο απαραίτητα για την προσευχή; Να το ερώτημα. Σε αυτό θα επανέλθουμε πάλι κάποτε, αν ο Θεός ευδοκήσει, ενώ τώρα θα μεταφερθώ λίγο σε άλλο θέμα, στην προσωπική σου περίπτωση.

Γράφεις ότι, όταν βλέπεις την ανικανότητά σου να βρεις την προσευχή, όταν σταθείς σε προσευχή, συναισθάνεσαι τη μηδαμινότητά σου. Και αυτό σε αποκαρδιώνει. Μην αποθαρρύνεσαι. Μην

Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ΙΝΑ ΜΗ ΩΣΙΝ ΑΚΑΡΠΟΙ .

0 σχόλια

ΙΝΑ ΜΗ ΩΣΙΝ ΑΚΑΡΠΟΙ 

πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ποιος άνθρωπος σήμερα θεωρείται χρήσιμος; Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι που προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο απτά, όπως οι γιατροί, οι δάσκαλοι, οι επιστήμονες, οι στρατιωτικοί όπως επίσης και οι εργαζόμενοι στους διαφόρους τομείς παραγωγής είναι οι χρήσιμοι. Συνδέουν τη χρησιμότητα με την εργασία.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι χρήσιμοι είναι όσοι συμβάλλουν στην ανανέωση της κοινωνίας, οι οικογενειάρχες. Συνδέουν τη χρησιμότητα με να φέρει κάποιος στον κόσμο παιδιά και να τα μεγαλώσει.
Άλλοι πάλι θεωρούν ότι χρήσιμοι είναι όσοι εμπνέονται από κάποιο όραμα. Προσφέρουν κοινωνικά, ακτιβιστικά, αφιερώνοντας τη ζωή τους σε έναν ανθρωπιστικό σκοπό. Συνδέουν τη χρησιμότητα με την ανακούφιση των όσων είναι εμπερίστατοι, αλλά και με την ελπίδα για κοινωνική δικαιοσύνη.
Η κοινωνία συνολικά προβάλλει, όταν της απομένει χρόνος μέσα από τον θρίαμβο του ανούσιου, τις περιπτώσεις των ανθρώπων αυτών, είτε μεμονωμένα είτε ως συνδυαστικά, αν και η οικογένεια σήμερα έχει πάψει να θεωρείται από την καθεστηκυία τάξη ως ουσιώδες έργο.
Μάλλον αυτονόητο μοιάζει και οι μόνοι που απασχολούνται είναι εκείνοι που ανησυχούν ή όσοι διαβλέπουν στην όποια κρίση της την απειλή για το μέλλον της κοινωνίας. Οι πολλοί όμως, ακόμη κι όταν υπάρχουν απτά φαινόμενα κρίσης, όπως η βία, η εγκληματικότητα, ο εθισμός στις εξαρτήσεις, ο αναλφαβητισμός από τα νεώτερα μέλη της, μένουν στις περιστάσεις της συγκεκριμένης οικογένειας και δεν προχωρούν σε μία γενικότερη αυτοκριτική.
 
Σ’ αυτό το πνεύμα αναρωτιέται κάποιος: σε τι έγκειται η χρησιμότητα για την Εκκλησία; Όχι μόνο πόσο χρήσιμη είναι η Εκκλησία στην κοινωνία μας, διότι αυτό το ζήτημα για τους πολλούς έχει περιορισθεί στην διαφύλαξη ηθών και παραδόσεων ή στην ανακούφιση των φτωχών και εμπεριστάτων, αλλά και το τι πιστεύει η ίδια η Εκκλησία για το ποιος είναι χρήσιμος.
Μία απάντηση δίνει ο απόστολος Παύλος «Μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας , ίνα μη ώσιν άκαρποι» (Τίτ. 3, 14). Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για να αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη.
Ο αποστολικός λόγος ουδόλως απορρίπτει την εργασία, την φιλανθρωπία, την κοινωνικότητα, δείχνοντας ότι για την Εκκλησία ο κόσμος δεν υπάρχει στη λογική του αναχωρητισμού, αλλά της προσφοράς. Ότι η ζωή δεν είναι μόνο για την αιωνιότητα, αλλά ξεκινά από

Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>