Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΡΟΣ Α







ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ
 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΡΟΣ Α
Περιεχόμενα



Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ

Ομηρος στό παλάτι τοϋ Διοκλητιανού


’Επειδή ή άπέραντη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κινδύνευε μονίμως άπό τις έπιδρομές τών βαρβάρων, άλλα καί άπό τίς έσωτερικές έριδες καί συνωμοσίες, ό Διοκλητιανός, πού άναρρήθηκε στό θρόνο τό 284 μ.Χ., γιά τήν καλύτερη καί άσφαλέστερη διοίκησή της κατάρτισε καί έφάρμοσε ένα νέο σχέδιο διοίκησης, τήν «Τετραρχία».
Σύμφωνα μέ τό σχέδιό του αύτό, κράτησε γιά λόγου του τή διακυβέρνηση τής Ανατολικής Αύτοκρατορίας (μέ πρωτεύουσα τή Νικομήδεια) καί ανέθεσε στό φίλο του Μαξιμιανό, στόν όποίο έδωσε τόν τίτλο τού Αύγουστου, τή διοίκηση τής Δυτικής Αύτοκρατορίας, (μέ πρωτεύουσα τή Ρώμη), καί λίγα χρόνια άργότερα (293) τοποθέτησε δυό καίσαρες (βοηθούς αύτοκράτορες), τό Γαλέριο στην Ανατολή καί τό στρατηγό Κωνστάντιο Χλωρό στη Δύση.
Ό Κωνστάντιος καταγόταν άπό ευγενική οικογένεια καί ήταν άνιψιός άπό τήν πλευρά τής μάνας του τοϋ αύτοκράτορα Κλαύδιου.Ήταν «άριστο άτομο τής άκραίας καλοκαγαθιας», γράφει ό ιστορικός Εύτρόπιος καί προσθέτει ότι τά έπιπλα καί σκεύη τοϋ σπιτιού του ήταν τόσο περιορισμένα, πού άν, έπρόκειτο νά φιλοξενήσει ένα μεγαλύτερο άριθμό φίλων άπό τό συνηθισμένο, δανειζόταν άπό διάφορα σπίτια1!
Ή έπιλογη τοϋ Κωνστάντιου γιά τη θέση τού Καίσαρα άπό τό 289 τόν βρήκε νυμφευμένο μέ την Ελένη, πανέμορφη Έλληνίδα άπό τό Δρέπανο Βιθυνίας, κόρη όμως πτωχού ξενοδόχου, καί πατέρα τού δεκαπεντάχρονου Κωνσταντίνου (γεννημένου στίς 27 Φεβρουάριου 274 μ.Χ. στη Νάίσσό τής Μοισίας, σημερινής Σερβίας).Έπειδή ό ρωμαϊκός νόμος άπαγόρευε σέ άνιότατους άξιωματούχους τό γάμο μέ γυναίκες ταπεινής καταγωγής, ό Κωνστάντιος ένόψει τής προαγωγής του, υποχρεώθηκε άπό τό Διοκλητιανό νά χωρίσει την Ελένη καί νά νυμφευτεί τη συγγενή τού συναυτοκράτορά του Μαξιμιανοϋ, τη Θεοδώρα. Αδιαμαρτύρητα καί μέ άξιοπρέπεια ή Ελένη δέχτηκε τό πλήγμα. Πήρε τό μικρό Κωνσταντίνο καί άναχώρησε γιά την ιδιαίτερη πατρίδα της.
Δεκαεξάχρονος ό Κωνσταντίνος ύποχρεώθηκε νά ζεϊ στην αύτοκρατορική αυλή στη Νικομήδεια ώσάν σέ όμηρία, γιά νά έχει ό αΰτοκράτορας Διοκλητιανός, άλλά καί ό διάδοχός του Γαλέριος άργότερα, έξασφαλισμένη τήν πιστότητα τοϋ πατέρα του καίσαρα Κωνστάντιου. (Οί προαιώνιες δολοπλοκίες καί οί συνωμοσίες στά ρωμαϊκά άνάκτορα καθιστούσαν τούς πάντες καχύποπτους).
Ό Κωνσταντίνος κοντά στό Διοκλητιανό είχε καλούς δασκάλους. Διδάχτηκε τή στρατιωτική τέχνη, άλλά καί τά γράμματα άπό σημαντικούς λογίσυς τών άνακτόρων. «Διέπρεπε γιά παιδεία, έμφυτη φρόνηση καί θεόδοτη σοφία», γράφει ό Ευσέβιος2. Καί ό Ζωναράς προσθέτει: «Λέγεται πώς δεν ήταν άμοιρος παιδείας καί πως είχε σπουδάσει τά γράμματα έξίσου καλά μέ τά όπλα, γι’ αύτό ή γλώσσα του ήταν καλά άκονισμένη καί διέθετε τέτοια θέλγητρα, πού μάγευαν τ’αύτιά των άκροατών»3.
Στη στρατιωτική υπηρεσία μπήκε τό 296 σε ήλικία δεκαεννιά ετών.

Νέος Αξιωματικός τόν ίδιο χρόνο συνόδεψε τό Διοκλητιανό στην Παλαιστίνη. «Νέος καί όμορφος άνδρας», καθώς γράφει ό Ιστορικός Εύσέβιος, πρωτοβλέποντάς τον, έδινε τότε ενδείξεις τοϋ βασιλικού του μεγαλείου4.
'Ένα χρόνο αργότερα, νυμφευμένος ήδη μέ τη Μινερβίνα, έλαβε μέρος στόν πόλεμο τού Γαλέριου εναντίον τών Περσών.Άνδρώθηκε ατά πεδία τών μαχών.’Επιδέξιος ιππέας, ρωμαλέος Αγωνιστής, ριψοκίνδυνος καί γενναίος πολεμιστής, έλαβε μέρος σέ πολλές πολεμικές έπιχειρήσεις καί έφτασε ώς τό βαθμό τοϋ τριβούνου (χιλίαρχου).
Διακρινόταν για την εύφυία του, την Ανδρεία του, τίς φυσικές καί διοικητικές δεξιότητες, τό παράστημα καί την εύγένεια τών τρόπων του. Καί είχε πολλές φορές νικήσει σέ δύσκολους Αγώνες. Ό Εύσέβιος μάς πληροφορεί ότι κανένας δέν ήταν συγκρίσιμος μέ αυτόν στην έπιείκεια, τήν όμορφιά τού προσώπου, ή στό ύψος τοϋ Αναστήματος καί ξεπερνοΰσε μέχρι τότε τούς όμότιμούς του στήν προσωπική δύναμη, ώστε νά είναι ένας τρόμος σ’ αυτούς. Καί ότι οί Αντίπαλοί του κινήθηκαν μέ δολοπλοκίες εναντίον του Από συναισθήματα ζηλοτυπίας καί φόβου. Άλλ’ έκεΐνος, έχοντας την Πρόνοια τού Θεού, πληροφορούνταν γιά τά σχέδιά τους καί έλάμβανε τά μέτρα του5.
Χάρη στά προσόντα του αύτά, καί Ιδιαίτερα στην ηθική εύθύτητα, την καλοσύνη καί τίς βασιλικές άρετές τής Αγνότητας καί τής έπιείκειας, που τόν κοσμούσαν, κέρδιζε τήν άγάπη καί τό θαυμασμό τών γύρω του, άλλα προκαλοΰσε καί τή ζηλοτυπία τού Γαλέριου καί την άνησυχία του, έπεφή φοβόταν ότι στό πρόσωπο τού Κωνσταντίνου μεγάλωνε ένας έπικίνδυνος Αντίπαλός του. Γι’ αυτό τόν έστελνε στίς πιό έπικίνδυνες Αποστολές κυρίως έναντίον τών Σαρματών μέ σκοπό νά τόν όδηγήσει στό θάνατο. Συχνά έστηνε δολοπλοκίες έναντίον τού νεαρού Αξιωματικού, Αλλά δέν Αποφάσιζε νά τόν έξοντώσει, διότι λογάριαζε τήν έκδίκηση τού πατέρα του, Αλλά καί τό θυμό τών πολιτών καί τήν έχθρα τών στρατιωτών, που Αγαπούσαν τόν Κωνσταντίνο. Όλ’ αύτά σφυρηλάτησαν τό χαρακτήρα, τήν ανδρεία καί τή γενναιότητα τού Κωσταντίνου καί τόν προετοίμασαν γιά τό μεγάλο έργο που τόν άνέμενε.
’Αξιομνημόνευτο είναι καί τούτο τό γεγονός: Ό καίσαρας Γαλέριος, γιορτάζοντας τή νικηφόρα έκστρατεία του έναντίον τών Περσών μέ θηριομαχίες στή Νικομήδεια, μέ τή παρουσία τού αύτοκράτορα Διοκλητιανού καί πολλών έπισήμων, προκάλεσε τό νεαρό Αξιωματικό Κωνσταντίνο, ότι φοβάται ν’ Αντιμετωπίσει ένα λιοντάρι Νουμιδίας. Θυμωμένος ό Κωνσταντίνος κατέβηκε στήν Αρένα, πάλεψε μέ τό λιοντάρι καί τό σκότωσε. Ό λαός, που δέν ήταν συνηθισμένος νά βλέπει τούς γιους τής Αριστοκρατίας νά μετέχουν σέ τέτοιους επικίνδυνους Αγώνες, τόν έπευφήμησε ζωηρά. Τόν είδε γιά δικό του. Καί όταν χρειάστηκε Αργότερα, τό θυμήθηκε...

Ό περίεργος κεραυνός


Ό Κωνσταντίνος κατά την έφηβική του ήλικία είχε συνοδέψει τά Διοκλητιανό στό Μαντείο τών Δελφών. ’Εκεί οί ιερείς έδωσαν τά χρησμά τοϋ Απόλλωνος στό Διοκλητιανό ότι οί έπίτής γης δίκαιοι στέκονται έμπόδιο στην έπαλήθευση τών χρησμών του καί γι’ αυτό οί μαντείες τών τριπόδων άποβαίνσυν ψευδείς. Αλλά &ς άφήσουμε τόν ίδιο τόν Κωνσταντίνο ν’ άφηγηθεΐ έκείνη την ένδιαφέρουσα έμπειρία του, δπως τη γνωστοποιεί μέ μιά έγκΰκλιο έπιστολή του πρός τους κατοίκους τών Ανατολικών ’Επαρχιών, που διασώζει ό Εύσέβιος:
« Εσένα τόν ϋψιστο θεόν έπικαλοϋμαι” άκουσα τότε πού ήμουνα άκόμα παιδί, πώς αυτός πού έκεΐνον τόν καιρό είχε τά πρωτεία μεταξύ τών αύτοκρατόρων τών Ρωμαίων, ταλαίπωρος, άληθινά ταλαίπωρος, μέ την ψυχή γεμάτη άπό πλάνη, έρώτησε άπό περιέργεια τούς γύρω του γιά νά μάθει “ποιοι τάχα ήσαν οί έπί τής γής δίκαιοι”, καί κάποιος άπό τούς είδωλολάτρες ιερείς, πού βρίσκονταν γύρω του, είπε “οί Χριστιανοί, βέβαια”. Εκείνος δέ, άφοϋ ικανοποιήθηκε όπως άπό μέλι στ’ άκουσμα τής άπόκρισης, έξέτεινε εναντίον τής άνεπίληπτης όσιότητας τά ξίφη πού έχουν βρεθεί κατά τών έγκλημάτων. Αμέσως λοιπόν συνέταξε διατάγματα αιματηρά, χαραγμένα ώσάν μέ αιματοβαμμένες αιχμές ξιφών, καίπαράγγειλε στούς δικαστές νά κινητοποιήσουν τή φυσική έξυπνάδα τους στην εύρεση νεότερων βασανιστηρίων»6.
Την ημέρα πού ό Διοκλητιανός έξέδωσε τό πρώτο διάταγμα τών άγριων διωγμών έναντίον τών χριστιανών (303), ό Κωνσταντίνος ήταν παρών στό αύτοκρατορικό παλάτι στη Νικομήδεια. Παρών ήταν έπίσης έκεί την ίδια μέρα, λίγο άργότερα, που κεραυνός έπεσε πάνω στ’ άνάκτορα, τά πυρπόλησε καί τά έκανε στάχτη!
«Τό διαλαλεΐ ή Νικομήδεια, δεν το άποσιωποϋν δε καί οί αύτόπτες μάρτυρες, ένας άπό τούς όποίους είμαι καί έγώ», λέει ό ίδιος ό Κωνσταντίνος στό λόγο του πρός τόν «των Αγίων Σύλλογο»1. Καί συνεχίζει την έξιστόρηση καί τό σχολιασμό τής συγκλονιστικής έκείνης εμπειρίας του, που σαφώς τη δέχτηκε ώς μήνυμα έξ Ούρανοϋ καί που έπηρέασε βαθύτατα τη χριστιανική ψυχή του:
«Τά παλάτια και ό οίκος αύτοΰ καταστράφηκαν, καταφαγω μένα άπό τόν κεραυνό καίτήν ούράνια φλόγα. Καίαύτή ή κατάληξη είχε προλεχθεΐ άπό τούς φρονίμους. Αυτοί δεν σΐίοποΰσαν πράγματι καί δεν έκρυβαν τόν πόνο γιά τίς άνάξιες ένέργειες, άλλά συζητούσαν φανερά μεταξύ τους καί με παρρησία. “Τί φοβερή μανία είναι αύτή; Πόση είναι ή άλαξονική κατάχρηση τής έξουσίας, γιά νά τολμούν νά πολεμούν κατά τού Θεού, ένώ είναι άνθρωποι, νά θέλουν νά προσβάλλουν τήν άγιότατη καί δικαιότατη θρησκεία, νά μηχανευτοϋν τόν όλεθρο τόσου πλήθους δικαίων άνθρώπων, πού δεν έχουν διαπράξει καμμιά άδικία, καί μάλιστα καθ’ όν χρόνον καί στούς Ιδιώτες καί στό δημόσιο έπικρατοϋσε ευημερία, ή όλη κατάσταση των πραγμάτων ήταν καλή καί μεταξύ των συναυτοκρατόρων παρετηρεΐτο πλήρης όμόνοια. Τούτων θά ύπάρξει τιμωρία, τούτων θά ύπάρξει έκδίκηση, καί ή συμφορά θά πέσει έξίσου έπί αιτίους καίάναιτίους. Διότι τό θείο είναι δικαίως οργισμένο κατά των πονηρών”. Καί έλεγαν αύτά συμπεραίνοντας όχι άπιθάνως. Διότι παρατηρούσαν, ότι ή ώμότητα ήταν ύπερβολική καί πέρα άπό κάθε όριο. Πράγματι, όταν έξαντλήθηκαν όλα τά μέσα, τά όποια συνήθως έπινοεϊ ή ώμότητα, ή δυσσέβεια κατέφυγε σέ αισχρές τιμωρίες. Ό προειρημένος βασιλιάς καταδίκασε άγνές παρθένους καί σώφρονες γυναίκες στην άτίμωση τής άσέλγειας, προσκαλώντας τους νέους στις ήδονές μέ αισχρά διατάγματα. Στό θέμα αύτό δμως φάνηκε ή έγκράτεια των χυδαίων άνώτερη άπό την άκολασία τοϋ τυράννου, διότι κανείς δέν έπέτρεπε στόν έαυτό του νά έπιδοθεΐ σέ άνόσια διασκέδαση καί τό διάταγμα τοϋ βασιλιά δέν κατάφερε νά διαταράξει τή σωφροσύνη τοϋ λαού»8.
Τέσσερα άλλεπάλληλα διατάγματα υπέγραψε τότε ό Διοκλητιανός, τό καθένα χειρότερο άπό τό προηγούμενο, μέ σκοπό τό ξερίζωμα τής χριστιανικής θρησκείας. Καί μέ τό τέταρτο έπέβαλε σ’ όλους τους χριστιανούς νά θυσιάσουν στους είδωλολατρικούς βωμούς, εΐδάλλως νά έκτελεστοϋν μέ μαρτυρικό τρόπο.
Πόνος καί δάκρυ πλημμύρισε την Αύτοκρατορία. Μονάχα στην 'Ισπανία, τη Βρετανία καί τη Γαλατία (Γαλλία), πού κυβερνούσε ό καίσαρας Κωνστάντιος δέ λύθηκε ούτε μύτη, γιατί έκεΐ ό πατέρας τού νεαρού Κωνσταντίνου δέν εφάρμοζε τά άντιχριστιανικά διατάγματα τού Αύτοκράτορα Διοκλητιανού! Ό Κωνστάντιος Χλωρός, μολονότι ήλιολάτρης άκόμη έκείνη την έποχή, έτρεφε μεγάλη συμπάθεια στούς χριστιανούς. Άλλωστε είχε συζήσει είκοσι χρόνια μέ τη χριστια νή σύζυγό του Ελένη καί θά ήταν άδύνατο νά μην είχε δεχτεί χριστιανικές επιδράσεις.
Έτσι ό Κωνσταντίνος έζησε τά εφηβικά καί νεανικά του χρόνια κοντά στούς φοβερότερους διώκτες των χριστιανών. Είδε όλη τή φρίκη τών διωγμών, άλλά καί την ασυνήθιστη καρτερικότητα τών ομολογητών τής πίστεως, καί τήν έμμονή τους σ’ αυτή ώς τήν ύστερη πνοή τους. Όλ’ αυτά, άλλά και οί συμβουλές τής χριστιανής μητέρας του Ελένης καί ή συμπάθεια τοϋ πατέρα του Κωνστάντιου πράς τους χριστιανούς προετοίμαζαν χρόνια όλόκληρα τήν όλοκληρωτική μεταστροφή του στο χριστιανισμό.   

3 Απόδραση στη δόξα


Τό 305, ό Διοκλητιανός προήγαγε σέ αΰγουστους τούς καί σαρες Γαλέριο στην Ανατολή καί Κωνστάντιο στή Δύση, ένώ ό ίδιος παραιτήθηκε άπό τό θρόνο του καί συμπαρέσυρε στην παραίτησή του καί τό φίλο του Μαξιμιανό.
Ό Γαλέριος τόν ίδιο χρόνο χρειάστηκε νά κάνει καίσαρα στή Δύση, βοηθό τοϋ αΰγουστσυ Κωνστάντιου. Οί πάντες τότε στό παλάτι έστρεψαν τά βλέμματά τους στον Κωνσταντίνο, πού ήταν ό ικανότερος όλων των υποψηφίων. Τί τό φυσικότερο νά πάει εκείνος βοηθός τοϋ πατέρα του στή Δύση; Αλλά ό Γαλέριος, πού δέν έτρεφε καμιά συμπάθεια γιά τόν Κωνσταντίνο, έκανε καίσαρα τό Σεβήρο.
Ή έπιλογή τοϋ Σεβήρου ήταν ένα πλήγμα γιά τόν Κωνσταντίνο.Ένιωθε αδικημένος καί ταπεινωμένος. Τό μίσος τοϋ Γαλέριου πλήγωνε τήν ψυχή του.Έβλεπε τόν κίνδυνο. Δέν ήταν άπλά όμηρος. Ούσιαστικά ήταν φυλακισμένος.Έπρεπε νά φύγει άπό τό παλάτι τής Νικομήδειας.Έπρεπε νά πάει κοντά στον πατέρα του. Πώς όμως; Ό πατέρας του πολλές φορές τόν είχε ζητήσει καί άπό τό Διοκλητιανό παλαιότερα καί άπό τό Γαλέριο τόν τελευταίο χρόνο, μά τίποτε δέν είχε καταφέρει. Ή φυγή, ή Απόδραση καρφώθηκε σάν έμμονη ιδέα στό νοϋ του.
Εκείνον τόν καιρό ό Κωνστάντιος, πού βρισκόταν στούς Τρεβήρους τής Γαλατίας (σημερινό Τριέρ τής Γερμανίας), άρρώστησε καί μέ επιστολή του γύρεψε γιά μιά άκόμη φορά άπό τά Γαλέριο νά τοϋ στείλει τό γιό του.
Ό Γαλέριος δυσκολεύτηκε αύτή τή φορά νά τού άρνηθει, γιατί φοβήθηκε κάποιον έμφύλιο πόλεμο. Έδωσε λοιπόν ένα βράδυ τήν άδεια στόν Κωνσταντίνο γι’ αύτό τό ταξίδι, ένώ ταυτόχρονα καί σιωπηλά άποφάσιζε νά μην τόν άφησε ι νά φτάσει ποτέ στόν προορισμό του. Τόν διέταξε ν’ άναχωρήσει τ’ άλλο πρωί μέ τήν αύτοκρατορική άποστολή9. Ήθελε μέ αυτόν τόν τρόπο νά κερδήσει χρόνο, νά βρει είτε κάποια πρόφαση γιά τήν κράτηση τοϋ Κωνσταντίνου, εϊτε νά διαβιβάσει διαταγές στόν καίσαρα Σεβήρο γιά τή σύλληψή του στό δρόμο.
Ό Κωνσταντίνος κατάλαβε τό σκοπό του καί γι’ αύτό μετά άπό τό δείπνο, όταν ό αύτοκράτορας άποσύρθηκε γι’ άνάπαυση, αυτός δραπέτευσε, άφοϋ πρώτα μετέφερε μακριά άπό τίς πριγκιπικές σκηνές όλα τά άλογα πού διατηρούνταν μέ δημόσιες δαπάνες.
Τήν άλλη μέρα ό αύτοκράτορας, καθυστερώντας σκόπιμα τήν παραμονή του στήν κρεβατοκάμαρή του μέχρι τό μεσημέρι, διέταξε νά κληθεί μπροστά του ό Κωνσταντίνος. Κατάπληκτος ό Γαλέριος άκουσε ότι εκείνος είχε φύγει εύθύς μετά τό δείπνο τής περασμένης βραδιάς. Μανιασμένος διέταξε νά έτοιμασθοΰν άμέσως τά άλογα γιά νά καταδιωχεΐ δ δραπέτης, μά σάν άκουσε ότι έκεΐνα δέ βρίσκονταν στούς στάβλους, με ταβίας συγκρότησε τά δάκρυα.
Ό Κωνσταντίνος τρέχοντας νυχτόημερα μέ μεγάλη ταχύτητα έφτασε στόν προορισμό του στούς Τρεβήρους άσφαλής10.
(Ορισμένοι ιστορικοί ύποστηρίζουν πώς συνάντησε τόν πατέρα του στό Gesoriacum (Boulogne) καί μαζί του κινήθηκε πρός την ρωμαϊκή έπαρχίατής Αγγλίας. Άλλοι γράφουν ότι αύτή ή συνάντηση έγινε στό’Εβόρακον (Υόρκη) τής Αγγλίας11).
Σέ μιά νικηφόρα έκστρατεία έναντίον των βαρβάρων τής Σκωτίας, των Picts, που προκαλοϋσαν «καταστροφές με έπιδρομές τους στά νότια, ό Κωνσταντίνος διακρίθηκε γιά την ανδρεία καί τις στρατηγικές ίκανότητές του καί κέρδισε την εμπιστοσύνη τοΰ πατέρα του καί τών στρατηγών του καί τό θαυμασμό τών στρατιωτών.
Ή έκστρατεία τελείωσε στό τέλος Ιουνίου τοΰ 306 καί εξαντλημένος ό Κωνστάντιος έπέστρεψε στό’Εβόρακο. Ό Κωνσταντίνος παρέμεινε στό βορρά γιά νά έποπτεΰσει την τήρηση τών συμφωνηθέντων μέ τους ήττημένους. Όπου ξαφνικά παίρνει ένα μήνυμα νά έπιστρέψει κατεπειγόντως στό’Εβόρακο.’Επιστρέφει καί βρίσκει τόν πατέρα του ετοιμοθάνατο. Γύρω στήν κλίνη του τόν περικύκλωναν σάν χορός άρχαίας τραγωδίας ή γυναίκα του Θεοδώρα, τά τρία αγόρια του, Δαλμάτιος, ’Ιούλιος καί Άννιβαλιανός, καί οί τρεις θυγατέρες του, Κωνσταντία, Αναστασία καί Εύτροπία. Όλα αύτά τά έτεροθαλή άδέρφια τοΰ Κωνσταντίνου ήταν τόσο μικρά, ώστε θά μπορούσαν νά ήταν καί παιδιά του.
Ό ετοιμοθάνατος, γράφει ό Ευσέβιος, μόλις είδε τό γιό του, πετάχτηκε άπό την κλίνη, τόν άγκάλιασε καί ευχαρίστησε τό Θεό, πού τόν έφερε κοντά του λίγο πρίν τό θάνατό του.Όρισε τά δικαιώματα τών γιών καί τών θυγατέρων του, τή διαδοχή τής βασιλείας παρέδωσε κατά τό νόμο τής φύσεως στόν πρεσβύ τερο γιό του («τόν κλήρον της βασιλείας νόμω φύσεως τώ τή ήλικία προάγοντι τών παίδων παραδονς, διεπνενσατο»12). Βάσει τών νόμων τοΰ κράτους, ώς Αύγουστος, είχε τό δικαίωμα νά τόν διορίσει καίσαρα. Τέλος τόν παρακάλεσε νά προστατέψει τη μητριά καί τά έτεροθαλή άδέρφια του. Ό Κωνσταντίνος τόν διαβεβαίωσε γι’ αύτό μέ δάκρυα στά μάτια.
Ό Κωνστάντιος πέθανε στίς 25 ’Ιουλίου 306. Δεν πρόλαβε νά ντύσει τόν Κωσταντίνο με την πορφύρα.


ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΣΤΗ ΔΥΣΗ


Την ίδια μέρα στο Έβόρακο τά στρατεύματα έθαψαν μέ μεγάλες τιμές τόν αύτοκράτορά τους αύγουστο Κωνστάντιο καί άνακήρυξαν μέ μεγάλο ένθουσιασμό στη θέση τοΰ πατέρα του αΰγσυστο τόν Κωνσταντίνο (267-306).
Ό ιστορικός Ζωσιμος (450- 510), φανατικός παγανιστής καί εχθρικότατος πρός τόν Κωνσταντίνο, που δέ χάνει εύκαιρία νά τόν συκοφαντεί αισχρά, όπως θά ίδοϋμε πολλές φορές σέ τοϋτο τό βιβλίο, γράφει στη «Νέα Ιστορία» του τόν κακόπιστο ύπαινιγμό ότι «τά νόμιμα παιδιά τού αύτοκράτορα δέν κρίθη καν άντάξια τής αύτοκρατοριας». Αφήνει έτσι νά έννοηθεΐ ότι ό Κωνσταντίνος δέν ήταν νόμιμος γιός τοΰ Κωνστάντιου. άλλά νόθος. Περιττό, βέβαια, νά τονίσουμε ότι αυτός ό ανεδαφικός ισχυρισμός, που σήμερα έχει γλιστρήσει στό εύρυ κοινό, δέν έχει ίχνος ιστορικής άλήθειας. Διότι ό γάμος τοΰ Κωνστάντιου καί τής'Ελένης ήταν καθ’ όλα νόμιμος καί ό γιός τους ήταν γνά σιος, ώς προερχόμενος άπό νόμιμο γάμο, άπόδειξη ότι οΰτε ό Κωνστάντιος έδειξε τον παραμικρό δισταγμό γιάτήν ύψωσή του στό βαθμό τοΰ καίσαρα, οΰτε ό εχθρός τοΰ Κωνσταντίνου καί, τυπικά τούλάχιστον, προϊστάμενός του αύτοκράτορας Γαλέριος. Ό τελευταίος, στό γράμμα τού Κωνσταντίνου, μέ τό όποιο τοΰ ζητούσε τήν άναγνώρισή του στό θρόνο, τοΰ άποκρίθηκε στέλνοντάς του τήν πορφυρά. Τοΰ παραχώρησε όμως τόν ύποδεέστερο τίτλο τοΰ καίσαρα καί όχι τοΰ Αυγουστου τής Γαλατίας, 'Ισπανίας καί Αγγλίας. Ό Κωνστατίνος δέχτηκε τόν τίτλο αδιαμαρτύρητα.
Ό Ζώσιμος προβαίνει καί σ’ άλλον ύπαινιγμό εις βάρος τοΰ Κωνσταντίνου, περί δωροδοκίας τουί, «Οι στρατιώτες τής βασιλικής αύλής, πού βλέπει ό Κωνσταντίνος έκεΐ, καί πού ελπίζουν νά λάβουν τά θαυμάσια δώρα, τοποθέτησαν σ’ αύτόν τά διακριτικά ένός καίσαρα»\ Άλλα πέρα άπό την ήθική Ακεραιότητα καί τών δύο, ούτε ό Κωνστάντιος, ούτε ό Κωνσταντίνος μπορούσαν νά κουβαλούν μαζί τους τόσα χρήματα σέ μιά πολεμική έπιχείρηση, γιά νά μοιράσουν παχυλά δώρα στους στρατηγούς.
Ό νέος κάίσαρας, τό πλήρες όνομα τοΰ όποιου εΐναι Γάι ος Φλάβιος Βαλέριος Αύρήλιος Κλαύδιος Κωνσταντίνος έπιστρέφει μέ τά στρατεύματά του στην ήπειρωτική Ευρώπη καί κάνει πρωτεύουσα τής έπικράτειάς του τούς Τρεβήρσυς τής Γαλατίας (σημερινή πόλη Τρίερ τής Γερμανίας), όπου πα ρέμεινε γιά τά έπόμενα έξι χρόνια. Εύθύς κάλεσε κοντά του τή μητέρα του Ελένη.
Πρώτη έγνοια του, κατά τόν Λακτάντιο, ήταν νά έπιτρέψει στους χριστιανούς τήν έλεύθερη καί άπρόσκοπτη άσκηση τής λατρείας τους13.
Άλλ’ έδώ τόν περίμεναν μύρια προβλήματα. Οί πάντες δοκίμαζαν τίς αντοχές τοΰ νέου καίσαρα. Τόσο οί βάρβαροι τών βόρειων συνόρων, όσο καίοί Ισπανοί στη Δύση, είχαν έξεγερθεϊ. Οί πρώτοι μάλιστα προξενούσαν μεγάλες καί αιματηρές καταστροφές στίς βόρειες επαρχίες τής αυτοκρατορίας. Έκαιγαν καί σκότωναν. Ερήμωναν ολόκληρα χωριά.
Ό Κωσταντίνος μέ σκληρούς άγώνες δάμασε πρώτα τούς Φράγκους καί ύστερα τούς Ισπανούς. Μάλιστα, κατά τό τρίτο έτος τής βασιλείας του (309) αναγκάστηκε νά επιβάλει σκληρή τιμωρία σέ δυο οπλαρχηγούς των βαρβάρων μέ τήν «έκθεσή τους στά άγρια κτήνη» πρός σωφρονισμό τών άλλων14. Οί Ιστορικοί συγγραφείς τής έποχής έκείνης  δεν φαίνεται νά έρεθίζονται άπό τό είδος τής τιμωρίας, έπειδή οί βάρβαροι επιδρομείς σκόρπιζαν τή συμφορά στίς άκριτικές έπαρχίες τής Αύτοκρατορίας καί άφηναν πίσω τους στάχτη, αίματα, πόνο καί δυστυχία. Γράφει σχετικά ό Ιστορικός Richardson: «Η έκθεση τών φυλακισμένων στ’ άγρια κτήνη δέ δείχνει κανένα στοιχείο σκληρότητας γιά τόν Κωνσταντίνο, γιατί κάτω άπό τίς συνήθειες που έπικρατοϋσαν, αύτό μπορούσε μονάχα μέ τήν άγριότητα ν’ άντιμετωπισθεί στοές υπηκόους του, γιά νά μήν έπαναληφθεϊ. Καί ή μεταχείριση αύτή τών βαρβάρων έχθρών έκμέρους του μπορεί νά έξηγηθεΐ στό φώς τούτης τής φράσης τοϋ Εύτρόπιου, ότι “άφησε στά μυαλά τών βαρβάρων (Γότθων) μιά Ισχυρή ένθυμηση τής εύγένειάς του”»15.
Στό μεταξύ ο Κωνσταντίνοι:. επειδή ώς καίσαρας. όωειλε. σύμφωνα μέ τό ρωμαϊκό νόμο, νά νυμφευτεί  Ρωμαία άπό «εύγενή» οίκογένεια, χώρισε ύποχρεωτικά τή νυναίκα του Μινερβίνα, άπό τήν όποία είχε άποκτήσει ένα γιό. τόν Κρίσπο. καί νυμφεύτηκε τη Φαύστα, κόρη τοϋ τέως αΰγουστου Μαξιμιανοϋ καί άδερφη τοϋ Μαξέντιου, που τώρα πιά να άνυψωθεΐ στό βαθμό τοϋ Αυγουστου στη Ρώμη.(308).
Ή Ελένη, ή μητέρα τοΰ Κωνσταντίνου, άναζήτησε τότε τήν όμοιοπαθή νύφη της Μινερβίνα καί άσχολήθηκε μέ τη μόρφωση τοϋ έγγονοϋ της Κρίσπου, όρίζοντας ώς δάσκαλό του τό χριστιανό ρήτορα καί λόγιο Λακτάντιο.
Ό Κωνσταντίνος, παίρνοντας γιά σύζυγό του τή Φαύστα, προσδέθηκε άπό αύτοκρατορική οικογένεια μέ δεσμούς γάμου καί ό καθένας θά πίστευε πώς τά πράγματα θά γίνονταν πολύ ευκολότερα γιά την έξουσία του. Κανείς όμως τότε δεν μπορούσε νά διανοηθεϊ, ότι ό νεαρός καίσαρας μέ αύτό τό γάμο του είχε διαπράξει τό μεγαλύτερο λάθος στη ζωή του!
Ό Κωνσταντίνος έξωράισε τους Τρεβήρους μέ πολλά δημόσια οικοδομήματα, ναούς καί μέ άγορά. Στο σημερινό Τρίερ διασώζονται τά αύτοκρατορικά λουτρά («Kaiserthermen»), ή μονόκλιτη Βασιλική (“Basilika”), ή αίθουσα τοΰ θρόνου («Aula Palatina») κ.ά.
Κυβέρνησε στή Γαλατία μέ τή μεγάλη έγκριση καί των στρατιωτικών καί τών άνθρώπων τής έπαρχίας, μάς πληροφορεί ό παγανιστής ιστορικός Εύτρόπιος16.
Μέχρι τά μέσα τοΰ 311, όπως γράφει ό Λακτάντιος, ό Κωνσταντίνος είχε καταφέρει νά μειώσει τίς ταραχώδεις φυλές, νά όργανώσει τίς υποθέσεις του καί νά καταστεί προσφιλής στούς άνθρώπους του, ειδικά στούς χριστιανούς, τούς όποιους είχε εύνοήσει άπό τήν άρχή17.
Μέσα σ’ έλάχιστα χρόνια οΐ τέσσερις αύτοκράτορες τής περίφημης τετραρχίας τού Διοκλητιανοϋ στήν Αύτοκρατορία έγιναν έξι (Γαλέριος, Μαξέντιος, Μαξιμίνος, Λικίνιος, Σεβή ρος καί Κωνσταντίνος).
Τό Γαλέριο χαρακτηρίζει ό Λακτάντιος ολέθριο κτήνος, άκαλλιέργητο, μέθυσο, κανχησιολόγο, αιματηρό καί άγριο σ’ έξαιρετικό βαθμό. Άλλ’ αύτόν τόν πλέον διεφθαρμένο καί μεγαλύτερο βασανιστή καί διώκτη τών χριστιανών άπό τούς αύτοκράτορες, ό φανατικός ειδωλολάτρης καί γραμματέας τοΰ ΑποστάτηΊουλιανοΰ, εξυμνεί γιάτόν... «άριστο ήθικόχαρακτήρα rot»»18!
Τό Λικίνιο χαρακτηρίζει ό Βίκτωρ Αύρήλιος ώς συστηματικά επίβουλο καί σκληρό καί στή φιλαργυρία τόν χειρότερο όλων.
Ό Μαξιμίνος ήταν διαβόητος γιά τη βάναυση άκολασία καί την άγρια επιθυμία σκληρότητας, προληπτικός, λαίμαργος, άρπαγας καί έπινε τόσο, που έχανε τό λόγο του σάν τρελός19.
Τό Μαξέντιο έλεειονολογοΰν γιά τό χαρακτήρα καί την αίσχρότητά του όλοι οί Ιστορικοί συγγραφείς τής έποχής.
Με τέτοιους κυβερνήτες έπόμενο ήταν νά βασιλεύουν ό τρόμος, ή καταπίεση, ή δυσαρέσκεια, ή κατοχή σ’ όλόκληρη τήν αυτοκρατορία, έκτος τοΰ τμήματος που κυβερνούσε ό Κωνσταντίνος, όπου βασίλευε ή ειρήνη καί ή άσφάλεια. Οί πέντε άλλοι αΰγουστοι καί καίσαρες σάν τά κεφάλια μιάς Λερναίας 'Ύδρας, κατατρομοκρατούσαν τους λαούς τους. Έβαλαν στόχο τους νά μείνει καθένας τους μόνος κυρίαρχος σέ Δύση καί Ανατολή καί άρχισαν τούς έμφύλιους πολέμους. Όμως όλοι τους έκαναν τό λογαριασμό χωρίς τόν ξενοδόχο, καί, γιά ν’ άκριβολογήσουμε, χωρίς τόν... έγγονό τού ξενοδόχου! Πράγματι ό Κωνσταντίνος παρέμενε άνενεργός, άλλ’ όχι άδάφορος γιά όσα τεκταίνονταν γύρω του.
Γρήγορα οί αύτοκράτορες Σεβήρος καί Μαξιμίνος σκοτώθηκαν στους έμφύλιους πολέμους καί ό Γαλέριος άρρώστησε βαριά. Τό πολυκέφαλο θηρίο έχασε τά μισά κεφάλια του καί άπόγινε άγριότερο...

ΦΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΡΦΟ ΤΟΥ.


Ό δρόμος διακυβέρνησης τοϋ Κωνσταντίνου δεν ήταν διόλου εύκολος. Εξωτερικοί καί έσωτερικοί έχθροί τόν κρατούσαν σε μόνιμη άνασφάλεια καί εγρήγορση. Καί τους μεν έξωτερικούς εχθρούς τής Αυτοκρατορίας τους αντιμετώπισε νικηφόρα καί αποτελεσματικά. Τους άλλους όμως, πού απέβλεπαν μονίμως στην προσωπική του έξολόθρευση καί πού δέν τόν άφηναν απερίσπαστο νά έπιδοθεΐ στό ειρηνικό του έργο, ήταν δύσκολο νά τούς προλαβαίνει στά έγκληματικά τους σχέδια. Καί όλοι αυτοί οί δολοπλόκοι, προδότες καί επικίνδυνοι δολοφόνοι προέρχονταν Από τό στενό οικογενειακό του περιβάλλον! «Εκείνος ό Κωνσταντίνος είχε υποφέρει άπό τις δολοπλοκίες έκ μέρους των συγγενών τον έπανειλημμένως»20, διαπιστώνει μέ θλίψη ό Richardson, ένας από τούς σημαντικότερους βιογράφους του.

Μαξιμιανός, ό πεθερός


Τό 310 μ.Χ. διαμείφτηκαν συνταρακτικά γεγονότα μεταξύ τού Κωνσταντίνου καί τού πεθερού του Μαξιμιανοϋ. Γι’ αύτά κάνουν λόγο πολλοί Από τούς συγγραφείς έκείνης τής έποχής καί των μεταγενέστερων χρόνων (Λακτάντιος, Ζώσιμος, Εύτρόπιος, Όρόσιος21 κ.ά.) Αλλά κατατοπιστικότερος καί πιό Αξιόπιστος είναι ό χριστιανός Λακτάντιος, πού μπαινόβγαινε
στό παλάτι τοϋ Κωνσταντίνου, ώς δάσκαλος τοΰ γιοϋ του Κρί σπου, καί είχε καλή ένημέρωση. Σύμφωνα λοιπόν μέ τό Λακτά ντιο τά πράγματα έχουν ώς έξης:
Ό γέροΜαξιμιανός' Ερκούλιος αυθαίρετα ξαναφόρεσε την πορφύρα καί έγινε συναυτοκράτορας μέ τό γιό του Μαξέντιο στή Ρώμη. Γιά τό λόγο αυτόν οί προστριβές πατέρα καί γιοϋ ήταν έντονες. Ό πατέρας προσπάθησε νά εξεγείρει τό λαό καί τίς λεγεώνες έναντίον τοϋ γιοϋ καί νά τόν έκτοπίσει άπό τό θρόνο. Τελικά ό γιός μέ τη βοήθεια των πραιτωριανών του κατάφερε νά έκδιώξει τόν πατέρα.
Ό Μαξιμιανός πήγε καί συνάντησε τόν παλιό του φίλο τό Διοκλητιανό, που ζοϋσε απομονωμένος στά κτήματά του, παρέα μέ τίς τρομερές φοβίες του, όπως μάς πληροφορεί ό Βίκτωρ Αύρήλιος Σέξτος, καί τοΰ ζήτησε πορφύρα, άλλ’ έκεΐνος τοϋ έπέδειξε μέ περηφάνεια... τά λάχανα, πού καλλιεργούσε μέ τά χέρια του! Απογοητευμένος ό Μαξιμιανός άναζήτησε άσυλο κοντά στην κόρη του Φαύστα καί στό γαμπρό του.
Ό Κωνσταντίνος τόν ύποδέχτηκε στό παλάτι του, στήν Άρελάτη, τή σημαντικότερη πόλη τής Δυτικής Αυτοκρατορίας μετά τή Ρώμη (σημερινό Arles, κοντά στή Μασσαλία), όπου τότε είχε μεταφερθεΐ μέ τίς λεγεώνες του. Τοΰ άπόδωσε όλες τίς τιμές ένός πρώην αύτοκράτορα καί ακούσε όλα τά παράπονά του. Καθώς όμως κατάλαβε πόσο έκεΐνος ό ξεμωραμένος γέροντας ύπέφερε άπό τό σαράκι τής έξουσίας, άρνήθηκε νά πάρει τό μέρος του.

 Αλλά ό Μαξιμιανός, πού ήθελε οπωσδήποτε νά ξαναγί νει αύτοκράτορας, άρχισε εδώ νά κάνει σχέδια άρπαγής τοϋ θρόνου τοϋ φιλόξενου οικοδεσπότη καί γαμπρού του! Καί δεν άργησε νά βρει τήν ευκαιρία που περίμενε:
Ό Κωνσταντίνος βρέθηκε ξαφνικά στήν άνάγκη νά ύπερασπισθεΐ τά σύνορα τής έπικράτειάς του στό βορρά άπό τούς Φράγκους καί άρχισε νά έτοιμάζεται γρήγορα γιά τήν έκστρατεία. Ό Μαξιμιανός, ώς παλιός καί εμπειρότατος αύτοκράτορας, τόν συμβούλεψε, ότι τάχα δέν υπήρχε μεγάλη άνάγκη, γιά νά οδηγήσει ολόκληρο τό στράτευμά του έναντίον των είσβολέων.Ότι δηλαδή ένα μέρος του μονάχα άρκοΰσε γιά τή συντριβή τους. Φυσικά οί συστάσεις ταυ αυτές είχαν δύο κρύφιους καί καταχθόνιους σκοπούς: α) νά όδηγήσει τόν Κωνσταντίνο στη μάχη μέ μειωμένες δυνάμεις, οπότε θά είχε πολλές πιθανότητες νά καταστραφεί άπό τούς βαρβάρους. Καί β) ν’ αφήσει ένα μεγάλο μέρος τοΰ στρατού πίσω στην Άρελάτη, γιά νά τό οΐκειοποιηθεϊ έλόγου του καί να. καταλάβει την αύτοκρατορική έξουσία.
Ό Κωνσταντίνος, πού δέν ήταν δυνατό νά φαντασθεί ότι ό πεθερός του μ’ όλα αύτά άπέβλεπε στην καταστροφή του, έδωσε πίστη στίς συμβουλές του καί τις Ακολούθησε. Βάδισε κατά τά σύνορα, Αφήνοντας στην Αρελάτη τό πιό σημαντικό μέρος τού στρατεύματός του.
Ό Μαξιμιανός, περίμενε λίγες μέρες, όπότε, κατά τούς ύπολογισμούς του ό Κωνσταντίνος έπικεφαλής τών δυνάμεων του θά είχε εισχωρήσει στό έδαφος τών βαρβάρων, καί άρχισε νά διαδίδει ψεύτικες πληροφορίες περί καταστροφής του άπό τούς βαρβάρους. Ταυτόχρονα περιβλήθηκε τήν αύτοκρατορική πορφύρα, πήρε μέ τό μέρος του τούς ήγέτες τών στρατευμάτων, κατέλαβε τούς δημόσιους θησαυρούς κι άρχισε τίς δωροδοκίες.
Ό Κωνσταντίνος ενημερώθηκε γρήγορα γιά τά γεγονότα έκεΐνα καί έκπληκτικά γρήγορος πέταξε πίσω μέ τό στρατό του. Ό στρατός στην Άρελάτη, καθώς πληροφορήθηκε τήν Αλήθεια, πήγε ξανά μέ τό μέρος του, ενώ ό Μαξιμιανός μέ τούς λιγοστούς πιστούς του τράπηκε σέ φυγή. Μπήκε στήν κοντινή Μασσαλία καί κλειδαμπάρωσε τίς πύλες τής πόλης.
Ό Κωνσταντίνος, Ανήσυχος μήπως πίσω άπό τό κίνημα εκείνου τού ξεμωραμένου πρεσβύτη βρισκόταν ό γιός του Μα ξέντιος, πού θά μπορούσε άπό ώρα σέ ώρα νά φανεί μέ τίς λεγεώνες του, πολιόρκησε τή Μασσαλία.
Βλέποντας τόν Μαξιμιανό πάνω στά τείχη, τόν ρώτησε μέ γλώσσα διόλου σκληρή ή έχθρική καί άπαίτησε νά μάθει τί σήμαιναν όλ’ αυτά. Εκείνος τόξευε συνεχώς προσβολές εναντίον του.
Οί πολιορκητές μέ μιά ξαφνική τους έφοδο άπό τήν πίσω πλευρά τής πόλης μπήκαν μέσα σ’ αύτή καί ό πραξικοπηματίας άπιστος πεθερός σύρθηκε άπό τους στρατιώτες μπροστά στον αύτοκράτορα Κωνσταντίνο. Εκείνος τόν έπέπληξε, άλλάγιά χάρη τής Φαΰστας «τού χάρισε τη ζωή καί τόν περιμάζεψε στό παλάτι τον. Καί όλα μέλι γάλα»22, καθώς γράφει ό Λακτάντιος.
Καί έπέστρεψαν όλοι μαζί στήν Άρελάτη χαρούμενοι καί ευτυχισμένοι. Καί ό Μαξιμιανός, μολονότι έχασε τήν πορφύρα καί τίς αύτοκρατορικές τιμές, πού τοϋ άποδίδονταν ώς τότε μέ εντολή τοϋ Κωνσταντίνου, έζησε έλεύθερος στ’ ανάκτορα καί είχε όλες τίς άνέσεις του. Αλλά δέν έζησαν δλοι καλά, όπως θά ήθελε τό παραμύθι...
Ό Μαξιμιανός σάν πρώην αύτοκράτορας καί νϋν πεθερός ένός αύτοκράτορα, καί θρασύς άπό χαρακτήρα του δέν έτρεφε κανένα σεβασμό πρός τόν Κωνσταντίνο. Μά τό χειρότερο ήταν πώς δέν είχε άπαρνηθεΐτό στόχο του! Καί, ξεθαρρεμένος τώρα καί άπό τήν άτιμωρησία του, άρχισε νέες δολοπλοκίες.
Μέ κολακείες καί ύποσχέσεις ζητάει άπό τήν κόρη του Φαύστα νά συνεργαστούν γιά τή δολοφονία τού Κωνσταντίνου τήν ώρα τοϋ ύπνου. Τό σχέδιό του ήταν νά μπει τή νύχτα στήν κρεβ βατοκάμαρα τοϋ Κωνσταντίνου, λέγοντας στούς φρουρούς ότι ήθελε νά τοϋ μιλήσει γιά ένα τάχα προφητικό όνειρό του, πού είχε σχέση μέ κάποιους κινδύνους τοϋ αύτοκράτορα.
Γράψει ό Αδαμ. Αδαμάντιου: «Ό γέρων δολοπλόκος παρασκευάζει μέ τήν κόρην τον Φαύσταν τόν όλεθρον τοϋ συζύγου,καί τό δράμα, τό όποιον τότε έξετυλίχθη εις την Γαλατίαν προ μηνύει την μέλλονσαν τραγωδίαν τοϋ Κρίσπου»23.
Ή Φαύστα προσποιήθηκε πώς δέχεται την πρόταση τού πατέρα της, (άλλοι πιστεύουν πώς δεν ήταν,«μονάχα προσποίηση...) καί άνέλαβε νά πείσει τούς φρουρούς να       έπιτρέψουν το πέρασμά του στην κρεββατοκάμαρη τοϋ Κωνσταντίνου.
Ό Λακτάντιος άνήμπορος νά ύπσψιασθεϊ ότι καί ή Φαύστα θά μπορούσε νά είναι ένα φίδι γιά τόν Κωνσταντίνο... μάς δι αβεβαιώνει ότι ένημέρωσε άμέσως τό σύζυγό της, καί αύτός άπό έκεί καί πέρα όργάνωσε την έπ’ αύτοφώρω σύλληψη τοΰ πεθερού του κατά τη στιγμή τής δολοφονικής άπόπειράς του. Ό Εύτρόπιος κάνει λόγο γι’ αύτή τήν ένημέρωση τοϋ Κωνσταντίνου άπό τή Φαύστα, αλλά δέ διευκρινίζει τό πότε άκριβώς24.
Τό σχέδιο έφαρμόστηκε. Οί φρουροί έπέτρεψαν στό Μαξιμιανό νά περάσει στά δώματα τού αύτοκράτορα καί ό επίδοξος δολοφόνος πιάστηκε όταν σήκωσε τό χέρι νά χτυπήσει τό δούλο, πού είχε πάρει τή θέση τοΰ Κωνσταντίνου στό κρεββά τι. Καί τότε ή Φαύστα συνέστησε στον άντρα της νά έκτελέσει τόν πατέρα της!
Αλλά πελώρια γεννιούνται έρωτήματα: Ύποκρίθηκε ή Φαύστα, ότι συμμετέχει στό έγκληματικό σχέδιο τοϋ πατέρα της γιά νά τόν έκθέσει σ’ ένα θανάσιμο κίνδυνο; Μήπως συμμετείχε σ’ αυτό πραγματικά, αλλά κάποια στιγμή φοβήθηκε τήν άποκάλυψη τοϋ ρόλου της καί έσπευσε νά καταδώσει ώς άποκλειστικό ύποψήφιο δολοφόνο τόν πατέρα της;
Ή άπάντηση σ’ αύτό τό καίριο ερώτημα δέ βρίσκεται στ’ άρχαία κείμενα. "Οποια όμως καί άν είναι, θετική ή άρνητική, μαρτυράει τόν έγκληματικό χαρακτήρα τής κόρης τού Μαξιμιανού. Φανερώνει μιά κακή κόρη ενός παγκάκιστου πατέρα. Αποκαλύπτει μιάν άδίστακτη Φαύστα, που στέλνει «έν ψυχρώ» τόν πατέρα της στό θάνατο. Που βλέπει τόν όλέθριο δρόμο τοϋ πατέρα της καί δέν κάνει την παραμικρή προσπάθεια νά τόν άποτρέψει άπό τό έγκληματικό κατά τού συζύγου της εγχείρημα. Που δέν προσπαθεί νά τόν μεταπείσει μέ συστάσεις καί συμβουλές, μέ παρακάλια καί κλάματα, μέ άπειλές έστω, δπως θά έκανε κάθε συνετή κόρη, γιά νά μή βάνει σέ κίνδυνο τή ζωή τοΰ πατέρα της.
Ώς πιθανότερη έκδοχή προβάλλει ή σύμπραξη τής Φούστας άρχικά στά σχέδια δολοφονίας τοΰ Κωνσταντίνου καί μετέπει τα ή άλλαγή πλεύσης της γιά διάφορους λόγους, πού κανείς δέ γνωρίζει. Ποιός μπορεί νά γνωρίζει τί έκρυβε στό νοϋ της ή πανούργα γυναίκα; ’Ίσως ή παρουσία τοΰ πατέρα της στό θρόνο καί όχι τοΰ συζύγου εξυπηρετούσε περισσότερο τίς προσωπικές φιλοδοξίες της. Υπέρ τής έκδοχής αυτής συνηγορεί καί τό μεγάλο έγκλημά της μετά άπό δέκα έξι χρόνια (326), γιά τό όποιο θά γίνει εύρύς λόγος παρακάτω· ένα έγκλημα, γιά τό όποιο δέν έμαθε ποτέ ό ιστορικός Λακτάντιος, άφοΰ τελεύτησε τό βίο τού μόλις τό 320, καί δέν «τεστάρησε» τήν ειλικρίνεια τής Φαύστας, όταν μέ τή διαβεβαίωσή του, ότι έκείνη είχε σπεύσει ν’ άποκαλύψει τά έγκληματικά σχέδια τού πατέρα της» τήν έφοδίαζε μέ άνοιχτό Ιστορικό «άλλοθι»...
Αλλά πώς ό Κωνσταντίνος τιμώρησε τό Μαξιμιανό υστέρα άπό τή δεύτερη δολοφονική άπόπειρα έναντίον του;
Ό Λακτάντιος μάς πληροφορεί, ότι εκείνος ό δυνατότερος κυρίαρχος τής Ρώμης, ό όποίος κυβέρνησε τόσο πολύ μέ υπέρβαση τής δόξας καί ό όποιος γιόρτασε τήν εικοστή έπέτειο τής βασιλείας του, έπέλεξε τήν αυτοκτονία του στην άγχόνη.
Οί δύο άκριβείς έκφράσεις τοϋ Λακτάντιου, μέ τίς όποιες πληροφορούμαστε γιά τό θάνατο τοΰ Μαξιμιανοϋ είναι:
α) «Τελικά δίνεται σ’ αύτόν έξουσία έλεύθερου θανάτου, καί θηλειά άπεχθοΰςχαμού σέ ψηλό δέντρο πλέκει άπό ψηλά» («Postremo datui eipotestasliberae mortis, acnodum informis leti trabe nectit ab aha).
Και β) «Άφοΰ τόν ύπεροπτικότατο λαιμό στρεψε, τον άπαίσιο βίο, διά βδελυρον καί άτιμωτικοΰ θανάτου όρισε» («Eliso et fracto superbissimo gutture vitam detestabilem tuipi etingeminosa morte fmivit»25).
Τέλος, περίεργη είναι καί ή πληροφόρηση που παρέχει ό Ζώσιμος, ότι δηλαδή «ό Μαξιμιανός, τόσο καταπιεσμένος άπό τις άπογοητενσεις, πέθανε άπό ένα λοιμό στην Ταρσό»26! (Ό Ζωσιμος, καθώς καί άλλοι ιστορικοί, που διαπράττσυν αύτό τό λάθος, προφανώς συγχέουν τόν Μαξιμιανό μέ τό Μαξιμίνο! Αλλά έτσι δίνουν και τό μέτρο τής άξιοπιστίας τους).
Ό συντάκτης τοΰ έβδομου πανηγυρικού λόγου, έκφωνώντας τον λίγο χρόνο άργότερα, μπροστά στον Κωνσταντίνο, είπε ότι ό νέος αύτοκράτορας (ό Κωνσταντίνος) είχε προσφέρει στό Μαξιμιανό τή ζωή του, άλλ’ έκεΐνος «ούτε τόν εαυτό του έκρινε άξιο γιά ζωή» (nec se dignum vita judicavit). Καί ή φράση αύτή περιέχει την άλήθεια, διότι ό άγνωστος σήμερα συντάκτης καί εκφωνητής τοΰ πανηγυρικού Ρωμαίος πολίτης μίλησε ένώπιον προφανώς μεγάλου άκροατηρίου, στό όποιο μετείχε καί ό Κωνσταντίνος, καί άρα θά ήταν πολύ δύσκολο νά έλεγε άνακρίβειες σ’ ανθρώπους, πού είχαν βιώσει τά γεγονότα.
Έτσι ό Μαξιμιανός έχασε τή ζωή του στήν Άρελάτη τής Γαλατίας, έκεΐ όπου πρίν άπό είκοσι χρόνια είχε εγκαινιάσει τή βασιλεία του χύνοντας ποτάμια αίματος χριστιανών!
Παρά ταΰτα, κατηγόρησαν τόν Κωνσταντίνο οί έχθροί του, (καί τόν κατηγορούν ακόμα σήμερα), ότι εκείνος δολοφόνησε τόν πεθερό του!
Τόν έπόμενο χρόνο 311 ό Γαλέριος πέθανε άπό τη βασανιστική άρρώστια του.Έτσι στην Αύτοκρατορία άπόμεναν τώρα οί αύτοκράτορες Λικίνιος, Μαξέντιος καί Κωσταντίνος.

Μαξέντιος, ό κουνιάδος


Ό Μαξέντιος, ό γιός τοΰ Μαξιμιανοϋ Έρκούλιου, (γιά τόν όποιο μόλις έγινε λόγος παραπάνω), όντας υψηλόβαθμος άξιωματικός μέχρι τό 306, κατέλαβε την έξουσία μέ τη βοήθεια των πραιτωριανών. Φαίνεται πώς γιά μικρό χρονικό διάστημα παραμερίστηκε άπό τόν καίσαρα Σεβήρο, άλλά τό 307, μέ τη βοήθεια τοΰ πατέρα του, πού αύτοανακλήθηκε στην έξουσία νά βοηθήσει τό γιό του, ό Σεβήρος εξοντώθηκε μέ προδοσία27. Στή συνέχεια ό Μαξέντιος είχε τό πρόβλημα ν’ άπαλλαγεΐ άπό τήν πατρική συνδιοίκηση, πράγμα τό όποιο, όπως είδαμε στό προηγούμενο κεφάλαιο, πέτυχε μέ τή βοήθεια τών πραιτωριανών του.
«Ό Μαξέντιος ύπό τών πραιτωρίων ήρθη τύραννος μάλλον ή βασιλεύς» (άνατράφηκε άπό τούς πραιτωριανούς γιά νά είναι τύραννος, παρά αύτοκράτορας), γράφει ό ιστορικός Σωκράτης ό Σχολαστικός28.
Ή Ιταλία καί ή βόρεια Αφρική, πού ήταν ύπό τή δικαιοδοσία του, στέναζαν. Πολλούς άνθρώπους έστειλε στό θάνατο καί πολλές άγριότητες διέπραξε. Άρπαζε τις συζύγους καί τις κόρες τών συγκλητικών, τίς άτίμαζε καί τίς ξανάστελνε στό σπίτι καί στούς άνδρες τους. Συχνά παραχωρούσε στούς άξιωματικούς πού συμπαθούσε ιδιαίτερα τή θαυμάσια βίλα ή την όμορφη σύζυγο ενός συγκλητικού. Όταν όμως προσπάθησε νά διαπράξει τά παρόμοια καί σέ χριστιανές γυναίκες, δέν κατάφερε τίποτε, γιατί έκεϊνες παραχωρούσαν προθυμότερα τη ζωή τους στό θάνατο, παρά τό σώμα τους στη διαφθορά29.
Ακόμα καί έκεΐνοι οί συγγραφείς, πού μέ ξεχωριστή ικανοποίηση μιλούν γιά τά δήθεν έλαττώματα τού Κωνσταντίνου, όμολογοΰν όμόφωνα πώς ό Μαξέντιδς ήταν σκληρός, άρπακτικός καί άκόλαστος.
Όνειρο τοΰ Μαξέντιου ήταν νά γίνει μόνος κυρίαρχος στήν αύτοκρατορία καί διακήρυξε τήν άπόφασή του νά έπιτεθεΐ έναντίον τοΰ Κωνσταντίνου. «Έπεδίωξε κάθε περίπτωση νά κάνει τόν πόλεμο στον Κωνσταντίνο», αναφέρει καί αύτός ακόμα ό Ζώσιμος. Πρόσχημά του ήταν ότι ό Κωνσταντίνος ήταν υπεύθυνος τοΰ θανάτου τοΰ πατέρα του, πού ό ίδιος είχε έκδιώξει κακήν κακώς άπό τή Ρώμη. Ό τύραννος άπστόλμησε επιπόλαια νά προκαλέσει έναν τρομερό άντίπαλο, γκρεμίζοντας τ’ άγάλματά του. Καί άρχισε νά προετοιμάζεται νά εισβάλει στίς γαλλικές έπαρχίες τοΰ γαμπρού του.
Ό Κωνσταντίνος δέν άργησε νά πληροφορηθεΐ γιά τίς πολεμικές προετοιμασίες τοΰ κουνιάδου του καί άρχισε ταχύτατα καί ό ίδιος τίς δικές του. Μεταγενέστεροι ιστορικοί βεβαιώνουν, ότι οί Ρωμαίοι τού έστειλαν πρεσβεία καί τόν παρακάλε σαν νά τούς σώσει άπό τόν τύραννο30.
Σάν τέλειωσε τίς προετοιμασίες του, διάβηκε τίς Άλπεις μέ τό στράτευμά του τόν Σεπτέμβριο 312 καί κυρίευσε τή βόρεια Ιταλία. Προήλασε μέχρι τή Μουλβία (ή Μιλβία) Γέφυρα τοΰ Τίβερη, δυό χιλιόμετρα έξω άπό τήν τότε Ρώμη, δπου τά στρατεύματα τού Μαξέντιου είχαν παραταχθεί γιά τήν τελειωτική μάχη στη δεξιά όχθη τοΰ ποταμού.
Τήν παραμονή τής μάχης, καθώς πληροφορεί ό Ευσέβιος, καί ένώ ό Κωνσταντίνος συλλογιζόταν μέ ποιόν τρόπο θ’ άντιμετώπιζε τά πολυαριθμότερα στρατεύματα τοΰ Μαξέντιου, είδε τ’ άπομεσήμερο μέ τά ϊδια του τά μάτια, κάτω άπό τόν ολόλαμπρο ήλιο, παράξενο φωτεινό σημείο στόν ούρανό.
Γράφει ό Εύσέβιος:
«Καθώς τόσο θερμά προσευχόταν καί Ικέτευε ό βασιλιάς, τοΰ παρουσιάστηκε παραδοξότατη θεοσημία, για τήνόποία, άν μοϋ μιλούσε κάποιος άλλος, δε θά μοϋ ήταν εύκολο νά πιστέψω, ένώ στά όσα μάς διηγήθηκε ό νικητής βασιλιάς, τά όποια γράφω ύστερα άπό πολλά χρόνια, άπό τότε πού μάς τά γνωστοποίησε καί μέ όρκους επιβεβαίωσε τό λόγο του, ποιός θά μπορούσε ν' άμφιβάλει καί νά μή πιστέψει στήν άφήγηση; Όταν μάλιστα καί ό χρόνος, πού πέρασε μετά άπό αύτά, έπιβεβαίωσε την άλήθεια τής πληροφορίας. Γύρω στό μεσημέρι, καί ένώ έγερνε ό ήλιος πρός τό δειλινό, είπε ότι είδε μέ τά ίδια του τά μάτια στον ούρανό τρόπαιο Σταυρού πάνω άπό τόν ήλιο πού συνί στατο άπό φως καί γραφή μαζί καί πού έλεγε “Τούτω νίκα” (σ. σ. Οί άλλοι άρχαιοι συγγραφείς άναφέρουν καί τήν πρόθεση «έν» μπροστά άπό τί λέξεις «τούτω νίκα»). Στό θέαμα αύτό θαμπώθηκαν καί ό ίδιος καί όλόκληρο τό στράτευμα, τό όποίο βρισκόταν σέ πορεία καί άκολουθοϋσε καί είδε τό θαύμα. Καί άναρωτιόταν λέγοντας τί άραγε σημαίνει αύτό τό σημείο τού ούρανοϋ. Καθώς άναλογιζόταν αύτό καί συλλογιζόταν, έπεσε ή νύχτα. Ένώ κοιμόταν, ό Χριστός τού Θεού μαζί μέ τό σημείο πού έμφανίοτήκε στον ούρανό παρουσιάστηκε σ’ αύτόν καί τόν συμβούλεψε νά κατασκευάσει ομοίωμα έκείνου τού σημείου πρός βοήθειάν του στη συνάντηση μέ τούς έχθρούς»31.
Σημείωση: Στην Αγγλική τό «Έν τοντω νίκα» έχει μεταφραστεί άπό τους αγγλόφωνους ιστορικούς Gibbon «By This Conquer» καί άπό τόν Richardson «Conquer by this». Καί οί δύο αυτές παραπλήσιες άποδόσεις είναι παραπλανητικές. Διότι, άφοΰ conquer σημαίνει κατακτώ, κύριευω, κυριαρχώ, νικώ, ό  Αγγλόφωνος αναγνώστης τής μετάφρασης θά βρεθεί σέ πλάνη, άν δέν προσδώσει στό ρήμα αποκλειστικά την τελευταία από τίς παραπάνω έννοιες. Καί θά διερωιάται πόσο δίκαιος είναι ό Θεός, όταν παροτρύνει τόν Κωνσταντίνο νά έπιτυχει ...κατακτήσεις μέ τό Σταυρό! Ό Έλληνοαμερικανός συγγραφέας Κούσουλας, στό Ιστορικό βιβλίο του, γιά τό όποιο γίνεται λόγος παρακάτω, άποδίδει σωστά τό νόημα τού μηνύματος μέ τήν περίφραση: «With this, emerge victorious» (μέ αύτό βγαίνεις νικητής).
Ό Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι ό Κωνσταντίνος, ό όποίος άκόμα τότε κυμαινόταν μεταξύ χριστιανισμού καί ειδωλολατρίας, στη θέα τού δράματος άρχικά ανησύχησε πολύ έξαιτίας τής άμφιβολίας του γιά τό τί προμήνυε τό σημείο. (Περισσότερα γιά τό όραμα καί την ίστορικότητά του θά διαβάσει ό άναγνώστης στό επόμενο κεφάλαιο «Η ιστορικότητα τού όράματος τοϋ Κωνσταντίνου»).
Μέ τό ξημέρωμα τής άλλης ήμέρας ό Κωνσταντίνος μίλησε γιά τό θαύμα καί τό όνειρο στους φίλους του. Καί έπειτα, καλώντας όσους έργάζονταν στήν έπεξεργασία του χρυσού καί των πολύτιμων λίθων, κάθισε άνάμεσά τους καθώς γράφει ό Ευσέβιος καί περιέγραψε όσα είχε δει στόν ουρανό καί στ’ όνειρό του. Μέ έντολή του ύστερα καί μέ τίς δικές του ύποδείξεις έκεΐνοι κατασκεύασαν τό Λάβαρο ώς εξής:
Ένας μεγάλος άσημένιος σταυρός, στολισμένος μέ πολύτιμα πετράδια, τοποθετήθηκε πάνω σέ ψηλό επίχρυσο κοντάρι. Στήν κορυφή τού Σταυρού τοποθετήθηκε τό Μονόγραμμα τού Χριστού (τό σύμπλεγμα των γραμμάτων X καί Ρ), μέσα σέ στεφάνι, κατασκευασμένο καί αύτό άπό άσήμι.
Άπό τίς άκρες τής οριζόντιας κεραίας τού Σταυρού κρεμάστηκε κόκκινο, χρυσοΰφαντο πανί, κοσμημένο μέ πολύτιμα πετράδια, πού έφερε πάνω του τίς εικόνες τοϋ Κωνσταντίνου καί τών δυό γιων του καί τό μήνυμα τοΰ οράματος: ΕΝ ΤΟΥ ΤΩ ΝΙΚΑ.
Τό Λάβαρο ήταν «άπερίγραπτης όμορφιάς γιά τό θεατή», γράφει ό Ευσέβιος καί προσθέτει ότι καί ό ίδιος τό είδε κάποτε μέ τά μάτια του («Όφθαλμοΐς δέ καί ήμάς ποτέ συνέβη παραλαβεΐν»). ’Επίσης μέ έντολή τοϋ Κωνσταντίνου τό ’ίδιο σύμπλεγμα τών γραμμάτων σχεδιάστηκε μέ χρώμα άπό τους στρατιώτες του στίς ασπίδες τους. Ό ίδιος τό χάραξε μπροστά στό κράνος του32.
Ό Όπτατιανός Πορφυριος καί ό Λακτάντιος μιλούν γιά τό Μονόγραμμα τοϋ Χριστού, που οί στρατιώτες τοΰ Κωσταντί νου σχεδίασαν μέ χρώμα πάνω στίς άσπίδες τους33. Τό ίδιο καί οί Ιστορικοί Σωκράτης34, Ρουφίνος35 καί Σωζομενός36.
Ό Φιλοστόργιος καί ό Νικηφόρος Κάλλιστος μάς πληροφορούν ότι τό μήνυμα ήταν στά λατινικά, ό Αρτέμιος ότι τά γράμματα τού μηνύματος ήταν χρυσά, ό Σωζομενός έκφράζει τήν άποψη,



ότι δέν ήταν λέξεις άλλα άγγελοι. Όπως σέ κάθε υπερκόσμιο γεγονός, έτσι καί σ’ αυτό οί άμφισβητήσεις, οί παρανοήσεις, οί παρερμηνείες, οί καχυποψίες, οί κακοπιστίες δέν έλειψαν ούτε θά λείψουν.
Από τήν άλλη πλευρά ό Μαξέντιος πέρασ,ε τή νύχτα στίς θυσίες και τή μαντική37.
Τ’ άντίπαλα στρατεύματα ήταν άνισα. Οί συγγραφείς τής έποχής δίνουν διαφορετικά νούμερα δυνάμεων, δλοι δμως δέχονται τή συντριπτική άριθμητική ύπεροχή των στρατευμάτων τοϋ Μαξέντιου.Ένας μιλάει γιά 25.000 άνδρες τοϋ Κωνσταντίνου έναντι 100.000 τοϋ Μαξέντιου, άλλος κάνει λόγο γιά 90.000 πεζικό καί 8.000 Ιππικό τοϋ Κωνσταντίνου έναντι 170.000 πεζικοϋ καί 18.000 ιππικού τοϋ άντιπάλου του. Τελικά άπό τό κείμενο ένός πανηγυρικού λόγου πληροφορούμαστε ότι ό Κωνσταντίνος άφησε πίσω του μιά πολύ μεγάλη δύναμη νά περιφρουρήσει τά σύνορα καί έφτασε στή Ρώμη μέ 40.000 στρατό, γιά ν’ άντιμετωπίσει τίς εκατό χιλιάδες τοϋ Μαξέντιου.
'Η πολύκροτη μάχη έγινε τήν έπόμενη ή μέρα, 28 ’Οκτωβρίου 312.
Άπό τό Ζώσιμο, άδυσώπητο έχθρό τοϋ νικητή αύτοκράτορα, δανειζόμαστε τίς παρακάτω πληροφορίες γιά τή μάχη38.
Ό Μαξέντιος πρίν άπό τή μάχη διηύθυνε τίς στρατιωτικές διαδικασίες μέ ικανούς στρατηγούς, παραμένοντας ό ίδιος μέσα στή Ρώμη, επειδή οί μάντεις είχαν προβλέψει ότι, έάν έβγαινε έξω άπ’ αυτή, ή πόλη θά χανόταν. Θυσίασε στούς Θεούς καί συμβουλεύθηκε τούς σιβυλλικούς χρησμούς σχετικά μέ τόν επικείμενο πόλεμο.
'Όμως μιά άλλη πρόβλεψη τοΰ φάνηκε πιά εύνοϊκή. Σύμφωνα μέ αύτή, όποιοοδήποτε σχεδίαζε κάποια ζημιά στους Ρωμαίους, θά είχε έναν άθλιο θάνατο. Νόμισε ότι ό έπερχόμενος Κωνσταντίνος ήταν έκεϊνος, πού σχεδίαζε τό κακό στούς Ρωμαίους, επειδή έρχόταν νά καταλάβει τήν πόλη, καί ήταν βέβαιος ότι έκεΐνον θά έβρισκε ή συμφορά.
Έβγαλε λοιπόν τό στρατό του έξω άπό τήν πόλη καί βάδισε μαζί του πέρα άπό τήν αυτοσχέδια γέφυρα, τήν κατασκευασμένη μέ ξύλα γιά προσωπική του χρήση.
Τότε ένας άπειρος άριθμός κουκουβαγιών πέταξε κάτω καί κάλυψε τό τείχος. Ό Κωνσταντίνος διέταξε τούς άνδρες του νά πάρουν τά όπλα τους. Καί καθώς οί δυό στρατοί βρέθηκαν αντιμέτωποι, ό Κωνσταντίνος έστειλε τό ιππικό του εναντίον τοΰ έχθροΰ, τό όποιο χτύπησε μέ τόση βιαιότητα, ώστε τόν έφερε σέ αναταραχή.
Δόθηκε τό σήμα πρός τό πεζικό καί έκείνο μπήκε στη μάχη σέ κανονική διάταξη. Ένώ μιά λυσσαλέα μάχη είχε Αρχίσει, οί Ρωμαίοι οί ίδιοι καί οί ξένοι σύμμαχοί τους ήταν Απρόθυμοι νά διακινδυνεύσουν τίς ζωές τους, καθώς επιθυμούσαν ν’ Απελευθερωθούν άπό τήν πικρή τυραννία, μέ τήν όποια ήσαν φορτωμένοι. Αλλά καί τ’ άλλα στρατεύματα είχαν Απώλειες σέ μεγάλους Αριθμούς, είτε πατημένοι άπό τ’ άλογα είτε σκοτωμένοι άπό τό πεζικό. Καθώς τό ιππικό κράτησε γιά πολύ τό έδαφος του, ό Μαξέντιος διατηρούσε μερικές ελπίδες, άλλ’ όταν έκείνο έκανε πίσω, έτρεξε καί αύτός μαζί μέ τούς άλλους κατά τή γέφυρα, νά περάσει πέρα, νά γλιτώσει. Τά ξύλα όμως τής γέφυρας δέν ήταν τόσο ισχυρά ν’ άντέξουν ένα τόσο μεγάλο φορτίο. Έσπασαν καί ό Μαξέντιος μέ πολλούς άλλους έπεσε στό νερό καί τόν παρέσυρε τό ρεύμα τού ποταμού.
Ό Βίκτωρ Αύρήλιος διευκρινίζει ότι ό Μαξέντιος πνίγηκε άπό τό βάρος τής θωράκισής του39, ένώ οί στρατιώτες του έδωσαν τόπο μπροστά στους σκληραγωγημένους όπαδούς τοΰ Κωνσταντίνου, που έπιτέθηκαν μέ την ορμητική παρακίνησή του καί τή θέα τοΰ Σταυρού. Καί ό Ευσέβιος δίνει τό τέλος έκείνσυ καί τών άκολούθων του μέ χωρίο τής Γραφής (Εξοδος 15, 5): «έδυσαν είς βυθόν ώσεί λίθος»40. Ή ήττα τού τυράννου ήταν μιά πανωλεθρία.
Αύτό ήταν τό τέλος τού Μαξέντιου. Πνιγμός στόν Τίβερη σέ ώρα μάχης. Καί είναι έντελώς άκατανόητο νά καταλογίζει κανείς «έγκλημαηκήεύθννη» στόν Κωνσταντίνο, έπειδή ό Μα ξέντιος, κατάφορτος μέ τη σιδερένια πανοπλία του, βρέθηκε στόν πάτο τοΰ Τίβερη. Καί όμως οί παλιοί παγανιστές καί φανατισμένοι έχθροί τού πρώτου χριστιανού Αύτοκράτορα, άλλά καί οί νέοι έχθροί του, τόν κατηγορούν ώς «δολοφόνο τοΰ κουνιάδου του»!
Τήν άλλη μέρα κάποιοι Ρωμαίοι περιέφεραν στην πόλη πάνω σ’ ένα πάσσαλο τό κεφάλι τού Μαξέντιου. Ό ιστορικός Πραξαγόρας μάς πληροφορεί ότι είχαν βρεί τό πτώμα του καί άπό μόνοι τους προέβησαν σ’ αύτή τήν πράξη41. Άλλά καί αύτό τό γεγονός κάποιοι συγγραφείς, κυρίως τών νεότερων χρόνων, πού δέν συμπαθούν τόν Κωνσταντίνο, σπεύδουν νά τό καταλογίσουν είς βάρος του ώς άγριότητα.
Γιά τήν άπελευθέρωση τής Ρώμης παραχωρήθηκε άπό τή Σύγκλητο στόν Κωνσταντίνο ό τίτλος Maximus Augustus (Ανώτατος Αύγουστος).
Ή νίκη ήταν άποτέλεσμα τού μεγάλου στρατηγήματος τοΰ Κωνσταντίνου στην κίνηση τού ιππικού του, άλλά, πρό παντός, ήταν καρπός τού ενθουσιασμού τοΰ στρατού, κυρίως τών χριστιανών, που έβλεπαν μπροστά τους τό ιερό σύμβολο τής πίστεώς τους.Ή σύγκλητος καί ό λαός τής Ρώμης άνοιξαν τις πύλες τής πόλης καί ύποδέχηκαν μέ λαμπρότητα τόν Κωνσταντίνο ώς έλευθερωτή καί σωτήρα.
"Ολοι ομαδικά, άξιωματοΰχοι καί λαός, «ώσπερ έξ είρμών ήλευθερωμένοι» (ώσάν ν’ άπελευθερώθηχαν άπό φυλακές), καθώς γράφει ό Εύσέβιος, άνδρες μαζί μέ γυναίκες καί παιδιά καί αναρίθμητα πλήθη ύπηρετών τόν ύποδέχτηκαν «φαιδροϊς όμμασιν» (μέ λαμπερά μάτια) μέ εύφημίες καί άχόρταστη χαρά καί τόν έπιφωνοΰσαν λυτρωτή, σωτήρα καί εύεργέτη, ένώ εκείνος, χωρίς διόλου νά συγκινεϊται άπό τίς κραυγές, ούτε νά έπαίρεται άπό τους έπαίνους, γιατί είχε τη συναίσθηση τής βοήθειας τού Θεοΰ, άπέδωσε άμέσως ευχή στον αίτιο τής νίκης42.
Καί όντως οί Ρωμαίοι άπηλλάγησαν άπό ένα χυδαίο, διεφθαρμένο καί φονικότατο τύραννο, όπως τόν περιγράφουν ό Εύσέβιος καί άλλοι χρονικογράφοι. Απαλλάχτηκαν άπό ένα μισητό αύτοκράτορα, πού βάρυναν άπειρες βιαιότητες, όπως καί τό σύγχρονό του καίσαρα Μαξιμίνο (Ντάια). Ό Μαξέντιος δέν ήταν Αγαπητός σέ κανένα, ούτε στόν πατέρα του, ούτε στό γαμπρό του, καθώς γράφει καί ό Βίκτωρ43 .
Μερικοί Ρωμαίοι απαίτησαν τήν έκτέλεση όλων των στενών συνεργατών τού Μαξέντιου, μά ό Κωνσταντίνος άντιτάχτηκε Αποφασιστικά σ’ αύτή τή σκληρότητα καί κήρυξε γενική άμνηστία. Μεταχειρίστηκε τούς έχθρούς του μέ τή μέγιστη μεγαλοψυχία.
Ό παγανιστής ιστορικός Εύτρόπιος ισχυρίζεται ότι μετά τή νίκη τού Κωνσταντίνου στή Μουλβία καί τήν είσοδό του στή Ρώμη Ακολούθησαν σφαγές εις βάρος τής Αντίπαλης
Αριστοκρατίας, ένώ όλοι οί άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι δέν έγιναν έκδικήσεις. Καί αύτός ό Ζώσιμος παραδέχεται ότι έλάχιστοι καταδικάστηκαν άπό τούς στενότερους συνεργάτες τοΰ Μαξέντιου (όλίγοις μέν τισι τών έπιτηδηοτάτων Μαξεντίω δίκην έτέθηκέ*   ) καί ότι οί Ρωμαίοι ύποδέχτήκαν τόν Κωνσταντίνο μέ άνακούφιση.
Στό μεταξύ στήν Ανατολή μετά τό θάνατο τοΰ Γαλέριου (311) αΰγουστος είχε γίνει ό Λικίνιος, ό όποιος σέ πόλεμο είχε έξοντώσει τό Μαξιμίνο (312).
Τώρα πιά άπόμειναν μονάχα δυό Αύγουστοι κυρίαρχοι τής Αυτοκρατορίας: Ό Κωνσταντίνος στη Δύση, ώς Μέγιστος Αΰγουστος, καί ό Λικίνιος στήν Ανατολή. Ό δεύτερος, σάν άρχαιότερος, έσπευσε ν’ αναγνωρίσει τόν πρώτο.

Τό Μονόγραμμα τού Χριστού


Ό Κωνσταντίνος καί ό Λικίνιος συνυπέγραψαν καί έξέδωσαν τό περίφημο Διάταγμα του Μεδιολάνου περί ανεξίθρησκείας (313 μ.Χ.), βάσει τοϋ όποιου παραχωρήθηκε στοάς λαούς τής Αυτοκρατορίας θρησκευτική έλευθερία. Σ’ αύτό γινόταν ιδιαίτερη μνεία γιά τό χριστιανισμό, πού πλέον ήταν θρησκεία νόμιμη καί οί χριστιανοί μπορούσαν έλεΰθερα ν’ άσκήσουν τά θρησκευτικά δικαιώματά τους, άλλά καί νά διαδίδουν τήν πίστη τους.Ό Λικίνιος διαβεβαίωσε μέ όρκους τόν Κωνσταντίνο ότι θά προστατεύσει τους χριστιανούς τής Ανατολής καί μαζί μέ την Κωνσταντία άναχώρησαν γιά τή Νικομήδεια.Οί διωγμοί των χριστιανών, που μαίνονταν γιά διακόσια πενήντα χρόνια, σταμάτησαν. Κατά τά άλλα τό διάταγμα τοϋ Μεδιολάνου ούτε κατέστησε την ειδωλολατρία παράνομη, ούτε έκανε τό χριστιανισμό έπίσημη θρησκεία τού Κράτους. Ό αύτοκράτορας Κωνσταντίνος έκανε σοφά καί μελετημένα τά βήματά του, γιά ν’ άποφύγει τίς λαϊκές άντιδράσεις.
Γιά λόγους ιστορικής Αντικειμενικότητας πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι τό πρώτο Διάταγμα υπέρ τών Χριστιανών τό έξέδωσε άπό τό νεκροκρέββατό του ό Γαλέριος (311 μ.Χ.), που ήταν ένας άπό τούς τρομερότερους διώκτες τοϋ Χριστιανισμού, παρωθούμενος άπό τίς τρομερές τύψεις του γιά τά Αμέτρητα έγκλήματά του!
Τό καλοκαίρι τού 313 ό Κωνσταντίνος πάντρεψε τήν άλλη έτεροθαλή άδελφή του, τήν Αναστασία, μέ τό Βασσι ανό, άπό τήν οικογένεια τοϋ Λικίνιου. Τό νέο γαμπρό του τόν άνύψωσε σέ Αναπληρωτή καίσαρα γιά τήν Ιταλία καί τίς Δουνάβιες έπαρχίες.Άλλ’ ό Βασσιανός ήθελε καί την Αυτοκρατορία... Έτσι, όταν ό άδελφός του Σενε'κιος τοϋ πρότεινε νά επαναστατήσει έναντίον τοϋ Κωνσταντίνου, γιά νά μείνει ό Λικίνιος μοναδικός αύτοκράτορας ολόκληρης τής Αυτοκρατορίας μέ συναυτοκρά τορά του έκεΐνον, συμφώνησε καί τό 314 ή 315 ή συνωμοσία είχε κάνει μεγάλα βήματα. Άποκαλύφτηκε .όμως, κατεστάλη εύκολα άπό τόν Κωνσταντίνο καί ό άχάριστός γαμπρός καταδικάστηκε καί έκτελέστηκε γιά προδοσία.
Καί αυτός ό θάνατος προσάπτεται άδικα στόν Κωνσταντίνο ώς δολοφονία συγγενικού του προσώπου. Διότι γιά τό τέλος τοϋ όποιουδήποτε προδότη ή συνωμότη σέ μιά αυτοκρατορία, δεν μπορεί νά κατηγορηθεϊ ώς δολοφόνος ό αύτοκράτορας, άφοΰ ή τιμωρία σ’ αύτές τίς περιπτώσεις προβλεπόταν άπό τους ίσχυσντες νόμους.

Λικίνιος, ό πρώτος γαμπρός


Ή ύποκίνηση τού Βασιανοΰ άπό τόν άδελφό του Σενέκιο γιά έπανάσταση ήταν εξόφθαλμη ενέργεια τού Λικίνιου, άλλά ό Κωνσταντίνος δέ θέλησε νά συγκρουστεΐ μαζί του. Απαίτησε μονάχα άπό τό γαμπρό του νά τοϋ παραδώσει τόν άρχηγό τής συνωμοσίας Σενέκιο. Άλλ’ ό Λικίνιος, πού μετά τό θάνατο τοϋ Γαλέριου άπαιτοΰσε νά γίνει μοναδικός κυρίαρχος τής αυτοκρατορίας, σύμφωνα μέ τη γραφή τοϋ Ζώσιμου45, όχι μονάχα δέν έστειλε δέσμιο τό Σενέκιο στή Ρώμη, άλλά γκρέμισε καί τά άγάλματα τοϋ Κωνσταντίνου, άθέτησε καί τούς όρκους πού είχε κάνει ενώπιον εκείνου, παραβίασε καί τίς συμφωνίες τους καί άρχισε ξανά νά καταπιέζει τούς χριστιανούς στήν Ανατολική Αυτοκρατορία, νά καταστρέφει έκκλησίες, ν’ άπαγορεύει συνόδους έπισκόπων καί νά παρεμποδίζει τή λατρεία, πράγματα πού έρέθισαν καί αυτόν άκόμα τόν’Ιουλιανό τόν Παραβάτη46. Καί σάν νά μή έφταναν αύτά, λίγο άργότερα όδήγησε καί τίς περισσότερες λεγεώνες του στά σύνορα μεταξύ σημερινής ’Ιταλίας καί Κροατίας, έπιδκόκοντας προφανώς τόν πόλεμο, πού δε'ν άργησε νά ξεσπάσει.
Ό Εύσέβιος ψέγει τό Λικίνιο γιά έπαναλαβανόμενες προδοσίες, επιορκία καί ύποκρισία47. Καί ό Σωκράτης ό Σχολαστικός κάνει τό ίδιο48. Καί ό Πραξαγόρας μάς πληροφορεί γιά τό Λικίνιο ότι «καί τους όρκους τον δέ σεβάστηκε καί μετήλθε κάθε έπαίσχυντο μέσο»49.Ό Κωνσταντίνος όργάνωσε έκστρατεία εναντίον του καί τόν κατενίκησε (314). Ό άπερίσκεπτος Λικίνιος έσωσε τη ζωή του χάρη στά παρακαλετά τής συζύγου του Κωνσταντίας πρός τό νικητή άδελφό της Κωνσταντίνο.Σημειωτέον ότι καί σ’ αυτόν τόν πόλεμο καί σ’ όλους τούς άλλους, πού ό Κωνσταντίνος διεξήγαγε μεταγνέστερα, τό Λάβαρο προηγούνταν στό στράτευμα. Ό Εύσεβιος γράφει σχετικά: «Όπου έκανε την έμφάνιση του τούτο, έπακολονθοϋσε φυγή άπό την πλευρά των έχθρών καί καταδίωξη άπό την πλευρά τών νικητών. Ό βασιλιάς, που έβλεπε αύτά, έάν κάπου έβλεπε κάποιο τάγμα νά λυγίζει, διάταζε νά παραβρεθεΐ έκεϊ τό σοπήριο τρόπαιο, πραγματικό νικητικό άλεξιφάρμακο, μέ τό όποιο πήγαινε άμέσως μαζί ή νίκη, πού ενδυνάμωνε τους άγωνιζόμενους μαζί μέ κάποια θεϊκή πρόνοια»50.
Καί κατά μαρτυρία τού Ευσέβιου, ό Κωνσταντίνος τόν πληροφόρησε ότι κανένας άπό τούς φορείς τού λαβάρου δέ βλάφτηκε ποτέ άπό τά βέλη τού έχθροΰ51.
Γιά τά οκτώ έπόμενα ειρηνικά χρόνια (314322) ό Κωνσταντίνος άφιερώθηκε στήν προώθηση τής ηθικής, πολιτικής καί οικονομικής ευημερίας τών υπηκόων του.Οί σχέσεις μεταξύ των δυο αύτοκρατόρων έπιδεινώθηκαν καί πάλι μετά άπό έκείνη τη δεκαετία. Ό Λικίνιος άθέτησε ξανά τίς συμφωνίες τοΰ Μεδιολάνου γιά την κατάπαυση τών διωγμών τών χριστιανών.Έτσι, ένώ στη Δύση έλαμπε φανερά τό φώς τοΰ Χριστού, στην Ανατολή κρυφόκαιγε σ’ άπόμερες γωνιές καί κατά τούς χρόνους τοΰ Μαξιμίνου καί κατά τούς χρόνους τοΰ Λικίνιου. Ό τελευταίος άρχισε ξανά τούς διωγμούς, συγκεκαλυμμένα στην άρχή, γιατί φοβόταν τόν Κωνσταντίνο, άνοιχτά άργότερα. ’Επέβαλε περιορισμούς στούς έπισκόπους, έκλεισε όρισμένες έκκλησίες, δήμευσε περιουσίες χριστιανών, έπέβαλε σε άξιωματούχους τοΰ στρατού καί τής κρατικής μηχανής νά προσφέρουν θυσίες σέ διάφορους θεούς καί άπομάκρυνε όσους άρνήθηκαν, έπειδή ήταν χριστιανοί. Γενικά, συνετέλε σε στό νά βασιλέψουν ή βία καί ή άδικία σ’ όλους τούς τομείς τής διοίκησης.
Τά βασανιστήρια καί οί διωγμοί συνεχίζονταν άμείλικτα. Γράφει ό Ευσέβιος: «Ή μικροπρέπεια τον δεν είχε μέτρο καί ή άπληστία τον ήταν απεριόριστη. Μολονότι γέμισε τά ταμεία μέ χρνσό, άσήμι καί άπεριόριστο πλούτο, ένιωθε ένδεής καί ύπέφερε τό μαρτύριο τού Ταντάλον. Καί θά μπορούσα ν’ άναφέρω πόσα άθώα πρόσωπα τιμώρησε μέ έξορία, πόση ιδιοκτησία δήμευσε, πόσους εύπόληπτονς άνδρες άπό την τάξη τών εύγενών φυλάκισε, πόσες συζύγους παρέδωσε στούς σκλάβους γιά νά ταπεινωθούν καί σέ πόσες παντρεμένες καί παρθένους προσέφερε ό ίδιος βία»52.
Παρόμοιες είναι καί οί αναφορές τού Αύρήλιου Βίκτωρος: «Ό Λικίνιος μέσω τής άγάπης του στη φιλαργυρία ήταν ό χειρότερος όλων τών ανθρώπων καί όχι ξένος πρό τη σεξουαλική διαφθορά, σκληρός πράγματι, υπερβολικά άνυπόμονος, έχθρικός πρός τή λογοτεχνία, την όποια, έπειδή άγνοοϋσε απεριόριστα, συνήθιζε ν’άποκαλεϊ ένα δηλητήριο καίμιά δημόσια έπιδημία, ειδικά δικανική προσπάθεια»53.Χιλιάδες άνθρωποι βασανίστηκαν σκληρά καί πάλι καί εκατοντάδες έχασαν τη ζωή τους άπό τό ξίφος, τόν τροχό, τή φωτιά, τά δόντια των θηρίων. Τότε μαρτύρησαν καί οί σαράντα χριστιανοί στατιώτες (οί Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες) μέσα στήν παγωμένη λίμνη τής Σεβάστειας...Μαθαίνοντας ό Κωνσταντίνος τή νέα άθέτηση τών συμφωνιών καί τήν παραβίαση τών όρκων άπό τήν πλευρά του Λικίνιου, τού κηρύσσει τόν πόλεμο (322). Επικεφαλής τών ναυτικών του δυνάμεων έθεσε τό γιό του Κρίσπο.
Στήν Άδριανουπολη στίς 3 ’Ιουλίου 323 ό Κωνσταντίνος υστέρα άπό θερμή προσευχή καί έχοντας τό Λάβαρο μπροστά καί μέ τό σύνθημα «Θεός Σωτήρ» στά χείλη τών στρατιωτών όρμά εναντίον τού άντιπάλου του καί πετυχαίνει μεγάλη νίκη, άναγκάζοντάς τον νά ύποχωρήσει ατή Χρυσουπολη54. Έκεϊ νικά όριστικά τό Λικίνιο (10 Σεπτεμβρίου 323), ένώ ό γιός του Κρίσπος καταναυμαχεί τό στόλο του στόν Ελλήσποντο, άποδεικνυοντας τίς μεγάλες στρατηγικές ίκανότητές του.Ή Κωνσταντία έτρεξε καί πάλι στόν άδελφό της καί τόν θερ μοπαρακάλεσε μέ δάκρυα νά συγχωρήσει τόν άνδρα της.Ό Λικίνιος, καθώς μάς πληροφορεί ό Ζώσιμος, άφοϋ ήλθε ατή Νικομήδεια ώς ικέτης, παρέδωσε τήν πορφυρά του στόν Κωνσταντίνο καί τοϋ ζήτησε συγχώρηση γιά τά όσα είχε κάνει {«Τής πόλεως προελθών ικέτης τω Κωνσταντίνψ καθίσταται, καί τήν άλουργίδα προσαγαγών βασιλέα τε καί δεσπότην έβόα, συγγνώμην έπίτοϊς προλαβοϋσιν αϊτών»55).Ό Κωνσταντίνος τοϋ άφαίρεσε τήν πορφύρα, άλλ’ όχι καί τή ζωή. Τόν συγχώρησε χάρη στά δάκρυα καί τίς ικεσίες τής Κωνσιαντίας καί τόν έθεσε σέ κατ’ οίκον περιορισμό στή Θεσσαλονίκη."Ομως ό Κωνσταντίνος δέν ξέχασε ότι ό Λικίνιος ήταν ένας τέως αύτοκράτορας, που διέθετε άκόμα πολλές ρίζες στά στρατεύματα. Δέ λησμόνησε ότι ή πλεισψηφία τών πολιτών, άλλα καί τών στρατιωτών, ήταν άκόμα είδωλολάτρες καί δέ θεωρούσε άπίθανη την αύτοανακήρυξη τού άποτυχημένου γαμπρού του ώς άρχηγοΰ τών είδωλολατρών καί την κήρυξη έπαναστάσεως έναντίον του. ’Εξαιτίας λοιπόν όλων αυτών τών κινδύνων ό Κωνσταντίνος ήταν υποχρεωμένος νά επιτηρεί ξάγρυπνα τόν ζωηρό γαμπρό του.Άλλ’ ό Λικίνιος «μετ’ ού πολύ τούς όρκους πατησας (ήν γάρ τούτο σύνηθες)»56, καθώς γράφει ό Ζώσιμος, δέν τήρησε καί πάλι ούτε τίς υποσχέσεις, ούτε τούς όρκους του.
Ή άθέτηση συμφωνιών καί ή καταπάτηση όρκων έκμέρους τού Λικίνιου ήταν μιά μόνιμη τακτική, έπισημαίνει καί ό Εύσέ βιος, πού συνοδευόταν κάθε φορά άπό συγγνώμη, γιά νά ασχημονήσει καί πάλι μέ ψευδολογίες57.’Ενδιαφέρουσες είναι καίοίπληροφορίεςτοΰέκκλησιαστικού συγγραφέα Σωκράτους τού Σχολαστικού. Παρότι ό Κωνσταντίνος τού έδειξε όλη τήν άνθρωπιά του, γράφει ό Σωκράτης, καί τού χάρισε τή ζωή, καί μάλιστα γιά δεύτερη φορά, εκείνος δέν παραιτήθηκε άπό τίς φιλοδοξίες του. Παρέμεινε ήσυχος γιά ένα χρόνο στή Θεσσαλονίκη καί ύστερα, άφοΰ μάζεψε γύρω του μερικούς βαρβάρους, άρχισε τίς μυστικές διαβουλεύ σεις μαζί τους μέ σκοπό νά επισκευάσει τήν ήττα του! («Ζώντα ούν συλλαβών; άνθρωπεύεται. Και κτείνει μεν ούδαμώς, οίκεΐν δε' τήν Θεσσαλονίκην προσέταξεν ήσυχάζοντα. Ό δέ πρός ολίγον ήσυχάσας, ύστερον βαρβάρους τινάς συναγαγών, άναμαχήσασθαι τήν ήτταν έσπούδαζεν»5).Ό Ζωναράς γράφει ότι ό Κωνσταντίνος χάρισε τη ζωή στό Λικίνιο, υστέρα Από τις παρακλήσεις τής Κωνσταντίας, άλλ’ έπειδή οί στρατιώτες του διαμαρτυρήθηκαν γιά τή διάσωση τοΰ άνθρώπου, ό όποιος είχε άποδειχτεί πολλές φορές αναξιόπιστος καί παραβάτης τών συμφωνιών, τόν παρέπεμ ψε στήν ετυμηγορία τής Συγκλήτου. Εκείνη παραχώρησε στους στρατιώτες τό δικαίωμα ν’ άποφασίσουν γιά τήν τύχη του καί αυτοί τόν έκτέλεσαν στή Θεσσαλονίκη ή σέ κάποιο τόπο τών Σερρών.
Τό ίδιο μάς πληροφορούν καί ό Γελάσιος59 καί ό Νικηφόρος Κάλλιστος.Γιά τή νέα αυτή καί τελευταία συνωμοσία τού Αδίστακτου γαμπρού του προσφέρθηκε στον Κωνσταντίνο Απόδειξη. Αύτή τή φορά ή Σύγκλητος, βάσει τών σκληρών νόμων τής Ρώμης, Αποφάσισε τή θανατική καταδίκη καί έκτέλεση καί τού ίδιου καί τών συμβούλων του (324 μ.Χ.). Γράφει ό Ευσέβιος: «Επειτα άφοϋ έφάρμοσε τό νόμο τον πολέμου σ’αυτόν τό θεομισή\ τούς παρέδωσε στήν πρέπουσα τιμωρία: οί σύμβουλοι τής θεομαχίας μαζί μέ τόν ίδιο τόν τύραννο οδηγήθηκαν στό θάνατο, έχοντας τήν προσήκουσα δίκη»60.
Ό Ζώσιμος καί οί άλλοι είδωλολάτρες ιστορικοί χρησιμοποιούν τό Λικίνιο σάν μιά περίπτωση αύτοκρατορικής επιπολαιότητας61, όπως έπίσης εξιστορεί καί στό χρονικό του ό Ιερώνυμος62.
Αύτό, βάσει τών νόμων τής Ρώμης, ήταν τό τέλος ενός καθ’ υποτροπήν συνωμότη, πού επιτέλους δέν μπορούσε νά έχει έπ’ άπειρον Ασυλία καί Ατιμωρησία, παρά τήν όποιαδήπστε συγγενική του σχέση μέ τόν Κωνσταντίνο, τό θάνατο τού οποίου άλλωστε επιζητούσε έπιμόνως. Επομένως καί γι’ αυτόν τό θάνατο συγγενικού του προσώπου θά ήταν άδικο νά προσδώσουμε στόν Κωνσταντίνο τή βαριά κατηγορία τοΰ δολοφόνου, όπως τό έπιχειροϋν οί έχθροί του.Αλλά καί ποιός θά μπορούσε σήμερα νά κατηγορήσει έναν άρχηγό κράτους, που έπικυρώνει μέ τήν ύπογραφή του τή θανατική έκτέλεση καταδικασμένου άπό τά δικαστήρια;Γιά τό ότι ό Λικίνιος είχε ένδικο καταδίκη, έπιβεβακόνεται καί άπό τόν Εύσέβιο: «Καίόσα ό Λικίνιος είδε σιά μάτια τών παλιών τυράννων, τά ίδια καί αυτός ΰπέφερε, γιατί μήτε κι ό ίδιος δέχτηκε κάποια παιδεία μήτε σωφρονίστηκε άπό τίς μάστιγες έκείνων που βρίσκονταν μακριά, άλλ’ άφοΰ μετήλθε τήν ίδια μ’έκείνονς όδό, ένδίκως όδηγήθηκε σε ίσο μέ τό δικό τους γκρεμό»63.
Όμως οί συγγράψαντες τό 2ο τόμο τής Ιστορίας τής Ανθρωπότητας Ιταλοί καθηγητές Λουίτζι Παρέτι, Πάολο Μπρέτσι καί Λουτσιάνο Πέτεκ άναφέρουν ότι ό Λικίνιος έστάλη στήν έξορία καί έκεϊ αύτοκτόνησε64!
Γιά τό Λικίνιο δεν λένε καλό λόγο μήτε οί έχθροί τοΰ Κωνσταντίνου. Ό Ζώσιμος σημειώνει: «Ωστόσο, έκείνος μετά άπό αυτά έσπασε τόν όρκο του, στόν όποιο ήταν συνηθισμένος μέ τόν Κωνσταντίνο, καί αύτό τόν ένοχοποίησε νά έκτελεσθεΐ»65.Ό Gibbon καί άλλοι ιστορικοί θέλουν νά ξεχνούν ότι ό άμυνόμενος πάντοτε Κωνσταντίνος είχε χαριστεί τουλάχιστον δυο φορές καί στους δυό, Μαξιμιανό καί Λικίνιο, καί κατα φέρονται εναντίον του, άποκαλώντας δολοφονίες τίς ένδικες θανατικές έκτελέσεις τους. Αλλά ποιός μάς διαβεβαιώνει ότι αυτοί οί δυο καθ’ υποτροπήν εγκληματίες στήν τρίτη άπόπειρά τους εναντίον τοΰ Κωνσταντίνου δέ θά αίματοκυλοϋσαν τήν αύτοκρατορία; Οί Ευρωπαίοι τοΰ 21ου αιώνα μ.Χ., καθώς πρίν λίγες δεκαετίες καταργήσαμε την ποινή τοΰ θανάτου, σήμερα έχουμε την αίσθηση, ότι ποτέ οί δικοί μας νόμοι δεν έστειλαν έκατοντάδες ή χιλιάδες συνανθρώπων μας στό έκτελεστικό άπόσπασμα. Καί πολύ περισσότερους στίς πατρίδες των έν λόγψ ιστορικών, πού σπεύδουν νά κακοχαρακτηρίζουν τόν Κωνσταντίνο γιά τίς καταδίκες τών εχθρών του. Είναι πράγματι πολΰ δύσκολο σήμερα νά σκεφθεΐ κανείς τί άλλο θά μπορούσε νά πράξει ό Κωνσταντίνος, όταν έπεδίωκαν την έξόντωσή του με τή σειρά ό πεθερός του, ό κουνιάδος του, ό δεύτερος γαμπρός του, ό πρώτος γαμπρός του. Καί έκπλήσσεται ό σημερινός φιλήσυχος πολίτης, όταν διαπιστώνει πώς κανενός ό θάνατος δεν νουθέτησε κανένα άπό τους έπιλειπόμενους κάθε φορά συγγενείς του! Τίποτε τό παράνομο δεν έπραξε ό Κωνσταντίνος ώς έξουσία άκόμη καί άπό χριστιανικής πλευράς. Γράφει ό Απόστολος Παύλος στην πρός Ρωμαίους ’Επιστολή του γιά τήν έξουσία: «Θεού γάρ διάκονός έοτιν εις όργήν, έκδικος τφ τών κακών πράσσοντι» (κεφ. 13, 4): (Διότι είναι ύπηρέτης τού Θεού, έκδικητης που έχει έντολή καί δικαίωμα νά έπιβάλλει τιμωρίες σε κάθε κακοποιό»66.
Μέσα στόν όρυμαγδό τών άβάσιμων κατηγοριών κατά τού Κωνσταντίνου υπάρχουν καί οί φωνές μή όρθοδόξων χριστιανών, που κρίνουν Αντικειμενικά καί δίκαια τίς πράξεις τού Κωνσταντίνου. Καί μιά τέτοια τίμια φωνή είναι ή τού θεολόγου καί Ανεπανάληπτου μελετητή καί μεταφραστή τού Ευσέβιου Ernest Richardson. Ό Richardson λοιπόν, Ανάμεσα στά πολλά ευνοϊκότατα σχόλιά του ύπέρ τού Κωνσταντίνου, σχετικά μέ τους θανάτους τών Μαξιμιανοϋ, Βασσιανοΰ, Μαξέντιου καί Λικίνιου γράφει τά εξής:
«1. Λεν έχουν ύπό καμμία έννοια τό χαρακτήρα τής ιδιωτικής έκτελέσεως. Ό αύτοκράτορας ήταν δικαστής. Ακόμα καί άν μπέρδευε τά στοιχεία καί έστειλε στο θάνατο ένα άθώο άτομο>, δέν έκανε τίποτε διαφορετικό από έναν δικαστή.
2.         'Οτι ό σχετικός ήθικός χαρακτήρας των τιμωριών, που έπιβλήθηκαν, ρυθμίζεται άπό τή συνήθεια τής τιμωρίας. 'Ένας Άγγλος δικαστής τού παρελθόντος δέν ήταν τόσο άμείλικτος στό κρέμασμα ένός άνθρωπον γιά κλοπή, όσο μπορεί νά είναι ένας σύγχρονος στήνέφαρμογή ακραίας ποινής τοϋ νόμον πρός μιά παράβαση μέμειωμένα περιστατικά.
3.         'Ότι όλοι οι νόμοι περί μαρτυρίας, όλη ή αιτιολογία λένε ότι όποιονδήποτε άνθρωπον όποιαδήπστε πράξη πρέπει νά έρμηνενεται ύπό τό φώς τον γενικού χαρακτήρα του. Όπου ή μαρτυρία λείπει ή είναι άμφισβητήσιμη, ένα τέτοιο άποδεικτικό στοιχείο τοϋ γενικού χαρακτήρα έχει τό πραγματικό βάρος, καί μπορεί νά είναι καθοριστικό. Σ’ έφαρμογή αύτών των πράξεων σημειώνουμε: α) Τήν ιδιαίτερη άνεκτικότητα που ό Κωνσταντίνος έδειξε πρός τό Μαξιμιανό, β) τήν άποηρασιστική καθολική μαρτυρία γιά τή γενική γλυκϋτητα τού χαρακτήρα τον καί τή συνήθη ευσπλαχνία τον. Λαμβάνοντας ύπόψη αυτά, φτάνουμε στό συμπέρασμα ότι φαινομενικά υπήρξε ένα μεγάλο έδαφος δικαστικής όργής (σ. σ. κάποιων ιστορικών έναντίον τοϋ Κωνσταντίνον).
4.         Ό Κωνσταντίνος είχε έπανειλημμένως υποφέρει άπό τίς δολοπλοκίες τών συγγενών του καί γλίτωσε,' όπως στίς περιπτώσεις Μάξιμιανοϋ, Βασιανοΰ καίΛικίνιου.
5.         Οτι δεν τέθηκαν σέ θάνατο “σ’ ένα μπονρίνι πάθους” άμέσως, άλλά στίς διαδοχικές πράξεις. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τά πράγματα είναι δίκαιο νά πει ότι τέθηκαν σέ θάνατο γιά λόγους που φάνηκαν άκριβώς καί γιά τήν εύημερία τής κοινωνίας, καίοί θάνατοί τους υπό καμμία έννοια δέ δείχνουν σκληρότητα ή κάτι τό άφϋσικο έκμέρους τοϋ Κωνσταντίνου.
Ακόμα καί ό θάνατος τοϋ Λικίνιου πρέπει νά έρμηνευθεΐ ύπό τό φως τής πολιτικής ήθικής των καιρών καί τών περιστάσεων. ’Εφόσον οί αίσθηματίες συνεχίζουν νά στέλνουν λουλούδια στους δολοφόνους, θά θεωρούν την έκτέλεση, άκόμη καί τη νόμιμη έκτέλεση, έκ πρώτης δφεως ώς μαρτυρία άγριότητας, καί τό φόνο ένός δολοφόνου σέ αυτοάμυνα, ή τό κρέμασμα ένός προδότη ώς έγκλημα. Ό χαρακτήρας τοϋ Κωνσταντίνου γενικά διασφαλίζει ότι, έάν έκεϊνος θεωρούσε έφικτό ότι μπορούσε νά σώσει αύτούς ή κάποιον άπό αύτους, άσφαλώς θά τό είχε πράξει»61.
Οί σκέψεις αυτές τού Ernest Richardson ικανοποιούν κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο. Καίέκφράζουμετην ικανοποίηση μας, διότι έρχονται άπό την πέρα άχθη τού Ατλαντικού.
Ό Κωνσταντίνος μοναδικός πιά αύτοκράτορας σ’ Ανατολή καί Δύση, κυβερνήτης δλης τής οικουμένης (rectus totius orbis), άλλά καί Απόστολος τού Χριστού σ’ όλόκληρη τήν Αυτοκρατορία, προέτρεπε τό λαό ν’ άκολουθήσειτό παράδειγμά του, δίχως ποτέ νά μεταχειριστεί βία. Εφαρμόζει καί στην Ανατολή τά ϊδια μέτρα ύπέρ τής ’Εκκλησίας, όπως καί στη Δύση. Σ’ ένα διάταγμά του δηλώνει ότι μόνον ό Θεός πρέπει νά θεωρηθεί αιτία τών νικών του καί ότι ό ϊδισς ήταν διαλεγμένος άπό τήν Πρόνοια τού Θεού γιά τήν υπηρεσία τού άγαθοΰ καί τής άλήθειας.
Ή Αυτοκρατορία άλλαξε όψη άπό τη μιά γωνιά ώς τήν άλλη μέ τήν επιβολή τής ειρήνης.
Μέ τήν καταδίκη καί τού Λικίνιου (324) τελειώνει τό μα κρόσυρτο οικογενειακό δράμα τού Κωνσταντίνου, πού είχε άρχίσει άπό τό 310 μέ τίς έναντίον του δολοφονικές άπόπειρες τού πεθερού του, συνεχίστηκε μέ τήν επίθεση τού Μαξέντιου, τή συνωμοσία τού Βασσιανοΰ καί τούς πολέμους τού Λικίνιου. Μεσολαβεί ένα εύτυχισμένο διάλειμμα στήν άγχώδη διακυβέρνησή του στον ήρεμο χρόνο 325 με τη σύγκληση τής Α' Οικουμενικής Συνόδου, καί υστέρα, τό 326, στά παλάτια τοΰ Κωνσταντίνου θά παιχτεί μιά φοβερή τραγωδία με πρωταγωνιστές τό γιό καί τή σύζυγό του. Γιά δλ’ αύτά θά μιλήσουμε στις έπόμενες σελίδες, άφοϋ πρώτα κάνουμε λόγο γιά τήν ιστορικότητα τού δράματος τοΰ Κωνσταντίνου, καθώς καί γιά τήν ιστορικότητα τής μεταστροφής του στό Χριστιανισμό.


ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (Μητροπολιτικό Μουσείο Ν.Ύόρκης)

Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ


'Ορισμένοι καλοπροαίρετοι ιστορικοί έρευνητές Αγωνίζονται νά έξηγήσουν τό δραμα με κάποιο φυσικό φαινόμενο ή κάποια παραίσθηση τοϋ Κωνσταντίνου, άλλ’ άδικα τό έπιχειροϋν. Τά στοιχεία πού δίνονται γιά τό δραμα άπό τους συγγραφείς εκείνης τής εποχής δέν έχουν καμιά σχέση οΰτε μέ την «άλω» τοΰ φεγγαριού, ούτε μέ τη θέσή άστεριών (μέσα στό καταμεσήμερο), οΰτε μέ τό «παρήλιον», οΰτε μέ τους φωτεινούς δακτυλίους τοΰ ήλιου, οΰτε μέ τίποτε άλλο παρόμοιο. Καί ό Κωνσταντίνος δέν είχε παραισθήσεις. Τό φαινόμενο ήταν πέραν τών όρίων τής φύσης καί έπηρέασε βαθύτατα τόν Κωνσταντίνο. Καί ή μεγαλύτερη άπόδειξη περί αύτοϋ είναι ή στάση, την οποία τήρησε έναντι τών χριστιανών καί τά δσα έπραξε υπέρ αυτών μετά άπό τό δραμα.
Τό θαύμα αυτού τοΰ δράματος δέν είναι τό μοναδικό στην Ιστορία τής Εκκλησίας. Ή παρέμβαση τού θείου στήν άνθρώπινη πορεία δέν είναι σπάνια. Καί γι’ αύτή μιλούν καθημερινά άπλοι άνθρωποι τοΰ λαού, δσο καί άν οί όπαδοί τοΰ Διαφωτισμού άγωνίζονται μέ πάθος νά τούς πείσουν γιά τό μηδέν... Στήν ίδια τήν Αγία Γραφή γίνεται συχνά λόγος γιά θεόσταλτα ή προφητικά όνειρα καί νυχτερινά δράματα, μέσα άπό τά όποια γίνονται κάποιες θείες άποκαλύψεις ή προειδοποιήσεις στούς άνθρώπους. Ό Τερτυλλιανός καί πολλοί άλλοι Πατέρες τής Εκκλησίας άπέδωσαν πολλές μεταστροφές στη συμπεριφορά ή την πίστη τών άνθρώπων έξαιτίας τέτοιων όνε ίρων ή όραμάτων. Ό Newman ύπενθυμίζει τά θεϊκά σημεία, πού άναφέρονται στην Αγία Γραφή καί πού προηγήθηκαν τής καταστροφής τής Βαβυλώνας καί τής Ιερουσαλήμ, τής πρώτης με τη σημείωση στον τοίχο τής αίθουσας συμποσίων καί τής δεύτερης μέ τους οιωνούς πάνω άπό τόν ούρανό της68.’Επίσης οιωνοί στόν ούρανό προ είπαν τήν τελική καταστροφή τής Ιερουσαλήμ καί είναι προφητευμένοι στίς Γραφές ώς πρόδρομα φαινόμενα τής έσχατης ήμέρας.
Τό όραμα, ώς κάτι ύπερφυσικό, διήγειρε, βεβαίως, την άμφιβολία καί τήν άμφισβήτηση σ’ όλεςτίς έποχές. ’Αλλοι μίλησαν γιά δήθεν πολιτικό ελιγμό τού Κωνσταντίνου, μέ άπώτερο στόχο νά προσεταιριστεί τούς χριστιανούς, άλλοι γιά ένα τυχαίο σχηματισμό τών νεφών καί άλλοι γιά «παραήλιο». Καί βεβαίως σήμερα κανείς δέν παραδέχεται ότι ό Κωνσταντίνος κινήθηκε άπό πολιτικούς ύπολογισμούς, διότι τότε οί χριστιανοί άποτελοΰσαν μικρή μειοψηφία στόν πληθυσμό καί ποτέ ένας έχέφρων αύτοκράτορας δέ θά έπεδίωκε τη στήριξή του άπό μιά μικρή μειοψηφία, γιά νά προκαλέσει έναντίον του την έχθρότητα τής συντριπτικής πλεισψηφίας τών έθνικών.
Παραθέτουμε τά όνόματα τών άρχαίων ιστορικών, χριστιανών στό σύνολό τους, πού στηρίζουν τήν ιστορικότητα τού οράματος τού Κωνσταντίνου, καθώς καί τίς’ μαρτυρίες τους (άφοϋ οί παγανιστές συνάδελφοί τους ...τίποτε δέν άκουσαν περί αύτοΰ):
α. Ό Εύσέβιος, πού έγραψε είκοσι πέντε χρόνια αργότερα τό βιβλίο του «Εις Βίον μακαρίου Κωνταντίνον τοϋ Βασιλέως», άναφέρει ότι ό Κωνσταντίνος έπιβεβαίωσε τό περιστατικό τοϋ οράματος στόν ίδιο ενόρκως69. Δίνει τήν πληροφορία ότι τό όραμα τό είδε καί ό στρατός τοϋ Κωνσταντίνου70. Ό Ιδιος δίνει έπίσης πολλές καί χαρακτηριστικές πληροφορίες γιά το δραμα καί σημειώνει ότι τό μήνυμα «έν τούτω νίκα» ήταν στά έλληνικά.
β. Ό Λακτάντιος, χριστιανός ρήτορας, που ώς δάσκαλος τοϋ Κρίσπου, πρωτότοκου γιου τοϋ Κωνσταντίνου, είχε σχέσεις μέ τό παλάτι, άναφέρει ότι ό αύτοκράτορας είδε στ’ όνειρό του τή θεϊκή παραγγελία71. Ό Λακτάντιος, γράφει ό Άγγλος ιστορικός καί κληρικός τοϋ Ρωμαιοκαθολικού δόγματος John Newman (18011890), αν καί δέν προσθέτει τίποτα στά στοιχεία τής έμφάνισης τοϋ Σημείου στόν ούρανό, πιστοποιεί, ώστόσο, τή γενική ιδέα κάποιου θαυμάσιου περιστατικού στή μεταστροφή τοϋ αύτοκράτορα. Πιστοποιεί έπίσης πόση τόλμη χρειάστηκε άπό τόν Κωνσταντίνο νά διατάξει τό μαρκάρισμα τών όπλων τών στρατιωτών του μέ τό σημείο τοϋ Σταυρού.
γ. Ό Σωκράτης ό Σχολαστικός, άφοϋ κάνει λόγο γιά τό δραμα τοϋ Σταυρού, προσθέτει: «Αυτός τε (δηλαδή ό Κωνσταντίνος) τοϊς οικείους σχεδόν άπιστων όφθαλμοΐς, ήραπα καί τους παρόντος, εί καί αυτοί τής αυτής άπολαϋουσιν δψεως. Τών δε συμφωνησάντων, άνερρώνυτο μέν ό βασιλεύς έπί τή θεία καί θαυμαστή φαντασα»72.
δ. Ό Γελάσιος άναφέρει τά έξης γιά τό δραμα: «Οϋτω δε κεκριμένης τής μάχης καί τής παρατάξεως ισορρόποϋσης, ούρανόθεν ό Θεός Κωνστατϊνον όπλιζει, δείξας αύτώ τό σωτήριον τοϋ Σταυρού σύμβολον φωτοειδώς έν ούρανώ. Γράμματα δε έμήυσε(;) τής όψεως τήν δϋναμιν, λεγοντα “τούτω νίκα”. Τοϋτο τό διήγημα τοϊς μέν άπιστοις μύθος είναι δοκεϊ καί πλάσμα, τοϊς δε ήμετέροις δόγμασι κεχαρισμένον. Τοϊς δέ άληθή πιστεύειν συνειθισμένοις, έναργής τοϋ πράγματος ή άπόδειξις»13.
ε. Ό Φιλοστόργιος γράφει ότι τό όραμα καί ή νίκη στή Μουλβία έπέβαλαν στόν Κωνσταντίνο ν’ άγκαλιάσει τη χριστιανική πίστη.
στ. Την έμφάνιση τοΰ Σταυρού άναφέρει καί ό Ρουφίνος, ό τρίτος συγγραφέας τού 4ου αιώνα μετά τόνΈύσέβιο καί τό Λακτάντιο.
ζ. Ό Βαρόνιος έπιβεβαιώνει την Ιστορικότητα τού δράματος προσκομίζοντας ένα στοιχείο άπό παλαιότερη είδωλολατρική μαρτυρία ένός όμιλητή, τοΰ Ναζάριου, ό όποιος σέ λόγο του πρός τιμήν τοΰ αύτοκράτορα Κωνσταντίνου, που δεν ήταν παρών, κάνει λόγο γιά όριαμένο άπροσδιόριστο οιωνό, που γέμισε τους στρατιώτες τοΰ Κωνσταντίνου μέ φόβο καί άνησυχία, αλλά καί τους ένθάρρυνε στον άγώνα: «Ποιος Θεός, ποιά θεία παρουσία ένθάρρυνε έσένα, ώστε όταν όλοι οί σύντροφοί σου οτά όπλα καί οί διοικητές όχι μονάχα μυστικές άνησνχίες, άλλ’ άνοιχτούς φόβους είχαν τοΰ οίωνοϋ, άκόμα ένάντια στις συμβουλές των άνθρωπων, ένάντια στίς προειδοποιήσεις τών ιερέων, έσυ έπραξες σύμφωνα μέ την άντίληψη σου, ώστε νά έρθει ή ώρα τής παράδοσης;».
Άλλάκαίτόύπόλοιπο έκείνηςτής πομπώδους καί τονισμένης άπό φαντασία όμιλίας έπιβεβαιώνει έμμέσως τήν ιστορικότητα τοΰ δράματος, καθώς κάνει λόγο γιά πράγματα έπιπρόσθετα τής λαϊκής φαντασίας περί ούρανίων δυνάμεων, πού έσπευσαν νά βοηθήσουν τόν Κωνσταντίνο στη μάχη του μέ τό Μαξέντιο: «Έσυ δέν πολέμησες, ώ Αύτοκράτορα, υπό έξαναγκασμό, άλλ’ αύτό ήταν ή καλύτερη άξίωσή σου γιά τη νίκη, δίνοντας τη μάχη, χωρίς νά τήν έπιδιώκεις. Ή ειρήνη ήταν άμφισβητημένη γι’ αύτόν, γιά τόν όποιο ή νίκη προορίστηκε... Μέ λίγα λόγια, είναι ή συζήτηση όλων τών γαλλικών περιοχών, γιά τό τί είχαν ϊδεϊ οί οικοδεσπότες, οί όποιοι ένιωσαν πάνω τους τό χαρακτήρα τών θείων άγγελιοφόρων. Καί άν καί θεϊκά πράγματα χρησιμοποιούν όχι νά έρχονται γιά θέα τού άνθρωπον, δεδομένου ότι ή υπόσταση τής λεπτής φύσης τους γίνεται άσύλληπτη άπό τη βαριά καί άμυδρή άντίληψή του, όμως έκεϊνοι, οί δικοί σου βοηθοί, άντεξαν νά είναι Ιδωμένοι καί άκουσμένοι άπ’ αύτά. Καί όταν πιστοποίησαν τήν ύιμηλή άξιά σου, τράπηκαν σέ φυγή άπό τη μετάδοση των τρομερών ματιών. Καί τί άπολογισμοί είναι δοσμένοι άπό έκεΐνο τό όραμα, άπό τό σθένος τών πλαισίων τους, τό μέγεθος τών άκρων τους, την προθυμία τον ζήλου τους! Οί λάμποντες προϊστάμενοί τους χτύπησαν μιά φοβερή άκτινοβολία καί τά θεϊκά όπλα τους πυρπόλησαν μ’ ένα τρεμάμενο φώς. Τέτοιοι ήρθαν, ώστε μπορεί νά γίνανε άντιληπτοί άπό σένα. Καί έτσι μίλησαν, έτσι είχαν άκονστεϊ νά λένε: “’Επιλέγουμε ν’ άναζητήσουμε τόνΚωνσταντίνο. Πηγαίνουμε νά βοηθήσουμε τόν Κωνσταντίνο”. Ακόμα καί οί θείες φύσεις έχουν τίς καυχησιολογίες τους καί οί θεϊκές φύσεις άγγίζονται άπό τή φιλοδοξία. Πολεμιστές, πού είχαν γλιστρήσει κάτω άπό τόν ουρανό, πολεμιστές, πού είχαν σταλεί άπό τό Θεό, άκόμα έκαναν δόξα βαδίζοντας μαζί σου. Οδηγός τους, ύποθέτω, ήταν ό πατέρας σου Κωνστάντιος κλπ.»75.
η. Ό Σωζομενός άρχικά άναφέρει ότι ό Κωναταντίνος είδε στ’ όνειρό του τό σημείο τοϋ Σταυρού (όναρ είδε έν τω ούρανω σελαγίζειν), καί έπειτα, ίσως άπό έπιρροή τού Ευσέβιου, τόν όποιο άναφέρει, μιλάει γιά την έμφάνιση στόν ουρανό76.
Στό Σταυρό άναφέρονται άκόμη καί οί Νικηφόρος Κάλλιστος, Ρουφίνος καί Όπτατιανός. Ό τελευταίος κάνει λόγο γιά «ούράνιο σημείο».
Κατά τό βιογράφο τού μεγαλομάρτυρος Αγίου Αρτεμίου Ιωάννη μοναχό άπό τή Ρόδο (9ος αιώνας), ό Αρτέμιος, που ήταν άξιωματικός τού στρατού στη μάχη τής Μουλβίας Γέφυρας (και μετέπειτα αύτοκρατορικός έπαρχος, δηλαδή Αντιβασιλέας, στην Αίγυπτο καί δούκας τής Αλεξάνδρειας), ήταν αύτόπτης μάρτυρας τού δράματος τοΰ Σταυροϋ καί τοϋ μηνύματος «Εν τοϋτφ νίκα». Καί τό δραμα έγινε αίτια νά βαπτισθεϊ χριστιανός. Ακόμα καί γιά νά μαρτυρήσει μέ έντολή τοΟΊσυλιανοϋ τοΰ Παραβάτη, τοϋ όποίου πρόβλεψε καί τό θάνατο στόν πόλεμο έναντίον τών Περσών.
Γενικά, ώστόσο, παρότι πολλά στοιχεία τής παραπάνω βιογραφίας τοϋ Αγίου Αρτεμίου έπιβεβαιώνονται άπό τους άρχαίους συγγραφείς Ευσέβιο, Φιλοστόργιο καί Θεοδώρητο, άλλ’ όχι καί ή συγκεκριμένη πληροφορία περί τοΰ δράματος, ύπάρχει κάποια άμφισβήτηση γιά την έγκυρότητά της άπό τους νεότερους Ιστορικούς.
Ό Ευσέβιος παρέχει άκόμα την πληροφορία ότι ό Θεός πολλές φορές αξίωσε τόν Κωνσταντίνο νά ίδεί θεϊκά σημεία, τά όποια τοϋ παρείχαν πρόγνωση, γιά σσα έμελλε νά συμβοϋν77.
Αλλά καί ό Ζωναράς άναφέρεται στις άλλες θεοσημίες τοΰ Κωνσταντίνου. Γράφει: «Λέγεται ότι ό Κωνσταντίνος κατά τη διάρκεια τών συγκρούσεων πού είχε μέ τό Λικίνιο ή μέ τό Μα ξέντιο, πρόσεξε κάποιον όπλισμένο καβαλάρη, πού άντί γιά σημαία κρατούσε τό σύμβολο τοϋ Σταυροϋ καί προπορευόταν τής παράταξής του. Άλλη μιά φορά είδε στην Άδριανούπολη δύο νεαρούς νά θερίζουν τίς φάλαγγες τών έχθρών. Κάποτε στην περιοχή τοϋ Βυζαντίου, ένώ ήταν νύχτα καί όλοι κοι μούνταν, τοϋ φάνηκε πώς άστραψε γύρω άπό τό στρατόπεδό του. Άπό τά σημάδια αυτά οδηγήθηκε ατό συμπέρασμα ότι οί επιτυχίες καί οί νίκες του είχαν θεϊκή προέλευση»
Ό J. Η. Newman (στό βιβλίο του «Δοκίμιο σνά θαύματα») υποθέτει, ότι αυτός ό οιωνός ήταν ό Σταυρός79. Καί προσθέτει ότι ό μόνος συγγραφέας που κάνει λόγο περί τοΰ δράματος τοϋ Σταυρού κατά τή διάρκεια των πρώτων πενήντα έτών τού αιώνα, έκτος άπό τόν Ευσέβιο, είναι καί ό Αθανάσιος. 'Όμως μπορούμε νά σημειώσουμε ώς μεγαλύτερη άπόδειξη τής ύπαρξης έκείνου τού οράματος τήν έκτοτε οριστική καί πλήρη μεταστροφή τού Κωνσταντίνου στη χριστιανική πίστη καί ζωή.
Τέλος ό Murdock (στίς σημειώσεις του στή μετάφραση τοΰ Mosheim) προβάλλει καί τούτη τήν άξιοπρόσεκτη παρατήρηση: «Εάν τό θαύμα τοϋ φοπεινοΰ Σταυρού είναι μιά πραγματικότητα, ό Θεός ό ίδιος έχει εγκρίνει τή χρήση τοΰ Σταυρού ώς όρισμένο σύμβολο τής θρησκείας μας, έτσι ώστε δέν υπάρχει καμιά δεισιδαιμονία στή χρήση άπό αύτό, άλλα οί Καθολικοί είναι σωστοί καί οί Πρστεστάντες σ’ ένα λάθος σ’ αύτό τό θέμα»
Ό dr. Murdock λησμόνησε ν’ άναφέρει ότι καί οί’Ορθόδοξοι έχουν στή λατρεία τους τό Σταυρό. Καί ότι ό Σταυρός γι’ αυτούς κατ’ έξοχήν είναι τό κορυφαίο σύμβολο πίστεως, θυσίας καί άγιασμοΰ, καί κατά τόν Απόστολο Παύλο «τοΐς σωζομέ νοις ήμϊν δύναμις Θεού» (Α' Κορ. 1,17).
Τέλος, ό Λικίνιος, διαδίδοντας ότι μίλησε μέ Άγγελο, ό όποιος τοΰ δίδαξε μιά προσευχή πρίν άπό τή μάχη του μέ τό Μαξιμίνο, καθώς μάς ενημερώνει ό Λακτάντιος80, φανερώνει πώς ήταν ενημερωμένος γιά τό όραμα τοΰ Κωνσταντίνου, ότι γνώριζε γιά τή βαθύτατη άπήχηση, πού είχε τό ύπερκόσμιο γεγονός στό λαό καί στό στράτευμα τοΰ Κωνσταντίνου, καί ότι θέλησε νά κλέψει λίγη δόξα άπό εκείνον...


Τό όραμα τοϋ Κωνσταντίνου


Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ


Άπό την έποχή άκόμα που ζοϋσε ό Μέγας Κωνσταντίνος τέθηκε άπό τους ιστορικούς τό ζήτημα τής μεταστροφής του άπό την ειδωλολατρία στό Χριστιανισμό. Αλλά άπό τούς μή ορθόδοξους χριστιανούς Ιστορικούς έχουν γραφεί κατά καιρούς καί ιδίως κατά τούς τρεις τελευταίους αΙώνες δλα τά πιθανά σενάρια, πού ή άνθρώπινη φαντασία μπορεί νά συλλά βει. Κάποιοι άπό αύτούς έχουν άμφισβητήσειτήν είλικρινή μεταστροφή του στό Χριστιανισμό καί έχουν υποστηρίξει ψευδή, άνυπόστατα καί πολλές φορές άντιφατικά πράγματα: Κάποιοι έχουν γράψει ότι ό Κωνσταντίνος δέν έγινε ποτέ χριστιανός. Ό Burckhardt (1853) π.χ. χαρακτηρίζει ύποκριτική τή μεταστροφή ταυ. Ό Βέλγος ιστορικός Gregoire (στή δεκαετία τού 1930) βλέπει τό δραμα καί τή μεταστροφή τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου ώς μεταθανάτιο ξαναγράψιμο των γεγονότων άπό τόν Ευσέβιο. Άλλοι έπιμένουν ότι άσπάστηκε τό Χριστιανισμό άπό πολιτική σκοπιμότητα γιά νά πάρει μέ τό μέρος του τούς χριστιανούς, λησμονώντας ότι οί χριστιανοί ήταν μιά μικρή μειονότητα στήν Αυτοκρατορία τήν έποχή τής μάχης στή Μουλβία δέν ξεπερνοϋσαν τό δέκα έως δεκαπέντε τοίς έκατό τοϋ πληθυσμούκαί δέ θά ήταν συνετή πολιτική πράξη νά έπιδιώξει τόν προσεταιρισμό των λίγων, γιά νά κάνει άντιπάλους τούς πολλούς... Άλλοι, όπως ό Seeck, στηρίζουν τή μεταστροφή στό ότι «ό χριστιανισμός τοϋ πρόσφερε τη σνγχώρεση καί έκεϊνος έγινε Χριστιανός μετά άπό τους θανάτους πού προκάλεσε»81! ’Αλλοι υποστήριξαν ότι τό δραμα ήταν έφεύρημα τοϋ Κωνσταντίνου, γιά νά προσεταιρισθεϊ τούς χριστιανούς. Άλλοι διακήρυξαν ότι ή υιοθέτηση τοϋ χριστιανισμού άπό τόν Κωνσταντίνο δέν ήταν μιά πνευματική κίνηση, άλλ’ ένας πολιτικός έλιγμός, μέ τόν όποιο άπέβλεπε στήν ένότητα καί τήν ειρήνη τών λαών της Αυτοκρατορίας. (Πόσο δίκαιο έχει ό μεγάλος Βασίλιεφ, πού γράφει ότι «τά γεγονότα αύτά τά σχετικά μέ τόν Κωνσταντίνο είναι τέτοια, πού έπιτρέπουν στόν καθένα ιστορικό νά γράφει τίςπροσωπικές του άπόψεις»!).
Αλλά οί παραπάνω απόψεις σήμερα θεωρούνται άπλοϊκές. Ή σύγχρονη έρευνα, τά πορίσματα τής όποιας βασίζονται στίς μαρτυρίες τοϋ ίδιου τοϋ Κωνσταντίνου, δέν παραδέχονται, ότι ό αύτοκράτορας υπήρξε ένας ψυχρός ύπολογιστής, πού εύνόησε τό χριστιανισμό άπό πολιτικό καί μόνο ένστικτο82. Αλλ’ ούτε καί μεταχειρίστηκε βία, δπως θά έξηγήσουμε πιό κάτω, γιά ν’ αυξήσει τόν άριθμό τους.
Ό πατέρας του αϋγουστος Κωνστάντιος ύπήρξε προστάτης τών χριστιανών κατά τη διάρκεια τών σκληρότερων διωγμών καί άσκησε στή νεανική ψυχή του θετικές επιρροές: «Θυμίσου, παιδί μου, ν’ άγαπάς τούς χριστιανούς καί νά βοηθάς αυτούς, έάν θέλεις νά δοξασθεΐς σέ όλον τόν κόσμο», τόν είχε συμβουλεύσει προφητικά. Καί έκεϊνος, γράφει ό Εύσέβιος, «ζηλωτήν έναντίον τής πατρικής εύσεβείας κατεστήσατο»83. Ό πατέρας του, δσον καιρό τόν είχε κοντά του, δέν τοϋ δίδαξε μονάχα τήν τέχνη τοϋ πολέμου, άλλά καί τή σοφή διακυβέρνηση τών υπηκόων του καί τή συμπάθεια καί τήν επιείκεια πρός τούς Χριστιανούς. Αργότερα ό Κωνσταντίνος, όντας μοναδικός αύτοκράτορας, σέ μία εγκύκλιο επιστολή του πρός τούς κατοίκους των άνατολικών έπαρχιών άναφέρεται καί στόν πατέρα ταυ μέ τά έξης λόγια: «Μόνος δέ (από τούς αύτοκράτορες) ό πατέρας μου συμπεριφερόταν μέ ήμερότητα, έπικαλούμενος μέ θαυμαστή εύλάβεια σ’ όλες τις πράξεις του τόν Σωτήρα Θεό. Οίδέ λοιποί, όντας φρενοβλαβείς, έπεδίωκαν μάλλον την άγριότητα, παρά την πραότητα, καί αύτή τήν άγριότητα είχαν πλούσια, διαστρέφοντας τό λόγο τής άλήθειας έκείνη την ίδια έποχή, καί τής πονηριάς ή δεινότητα φούντωνε τόσο πολύ, ώστε, ένώ όλα μαζί καί τά θεία καί τά άνθρώπινα πράγματα ειρήνευαν, άπό έκείνους άναρριπίζονταν έμφύλιοι πόλεμοι».
Ό Κωνσταντίνος μεγάλωσε κοντά στη χριστιανή μητέρα του Ελένη καί παιδιάθεν ένοφθαλμίστηκε μέ τό χριστιανικό πνεύμα. Καί σάν έγινε καίσαρας, ή Αγία μητέρα του τού υπενθύμιζε συχνά: «Γιέ μου, στό πρόσωπο τοϋ κάθε φτωχού καί τοϋ κάθε δυστυχισμένου νά βλέπεις τό πρόσωπο τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού».Ψυχικά λοιπόν βρισκόταν πάντοτε κοντά στους χριστιανούς χάρη στη μητρική διαπαιδαγώγηση καί στίς συμβουλές τοϋ πατέρα του, πού συμπαθούσε, θαύμαζε καί έμπιστευόταν τούς χριστιανούς.
Ό Λακτάντιος, ό πλέον έγκυρος ιστορικός έκείνων τών χρόνων καί σύγχρονος τοϋ Κωνσταντίνου, άναφερόμενος στίς πρώτες ώρες διακυβέρνησης τοϋ δυτικού τμήματος τής Αυτοκρατορίας άπό τόν Κωνσταντίνο, γράφει: «Ό αϋγουστος Κωνσταντίνος, πού είχε άναλάβει τήν κυβέρνηση, έθεσε θέμα πρώτης προτεραιότητας ν’ άποκαταστήσει τούς Χριστιανούς στήν άσκηση τής λατρείας πρός τό Θεό τους καί έτσι άρχισε τή διοίκησή τον μέ τήν έπανεγκατάσταση τής ιερής θρησκείας»
Ό Ευσέβιος θεωρεί τήν έπιλογή τοϋ Κωνσταντίνου θεόθεν86. Καί ό Θεοδώρητος λέει «ούκ άπ’ ανθρώπων, ουδέ δι’άνθρώπου, άλλά ούρανόθεν, κατά τόν θειον Απόστολον τής κλήσεως ταύ της έτυχε, ταϋτην έπ’ αυτή έπρντάνευσεν»81. Καί ό Ρουφίνος έπίσης κάνει λόγο γιά κλήση τοϋ Θεοΰ στόν Κωνσταντίνο88.Ό Σωζομενός γράφει άτι ό Κωνσταντίνος άγκάλιασε τό χριστιανισμό πρστοϋ έκστρατεΰσει εναντίον τοϋ Μαξέντιου καί κυριεύσει τη Ρώμη. Ώς μάρτυρες τούτου τοϋ γεγονότος έπικαλεΐται τούς νόμους, τούς όποιους είχε θέσει ώς τότε ύπέρ τής θρησκείας89. Καί διαψεύδει τόν ισχυρισμό των παγανιστών Σωπάτρου καί Πλωτίνου, ότι ό Κωνσταντίνος έγινε χριστιανός μετά τό θάνατο τοϋ γιου του Κρίσπου, μετανοημένος γιά τίς κακές πράξεις του.
Ό Thomas G. Elliott διευκρινίζει ότι ό Κωνσταντίνος διατήρησε μέ δεξιοτεχνία τήν ουδέτερη ή διφορούμενη γλώσσα στή δημόσια παρουσία του, άλλά δέν είχε καμιά άνάγκη μεταστροφής, γιατί ήταν ήδη δεσμευμένος Χριστιανός όπως οί γονείς του άπό τήν άρχή90.
Ό Ιστορικός Barnes πιστεύει ότι ό Κωνσταντίνος ήταν ύποστηρικτής των χριστιανών άπό τήν άρχή καί άμετακίνητος τοϋ χριστιανισμού άπό τό 312 καί μπρος.
Ό Barthold George Niebuhr (17761831) στήν έργασΐα του, πού άναφέρεται στούς τρεις πρώτους αιώνες τοϋ χριστιανισμού, άποδεικνύει ότι ό Κωνσταντίνος δέν ήταν κανένας ύποκριτής, άλλά είλικρινά θεωρούσε κατά τό μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του, ότι ή χριστιανική θρησκεία ήταν ή μόνη άληθινή θρησκεία91.
Σάν συμπέρασμα άπό τά παραπάνω προκύπτει ότι ό Κωνσταντίνος ήταν χριστιανός άπό τά παιδικά του χρόνια, παρότι γιά μιά μικρή περίοδο τής ζωής του ύπήρξε ένας είδωλολατρικός ήλιακός προσκυνητής. "Ομως ή χριστιανική πίστη του έδραιώθηκε στην ψυχή του καί γιγαντώθηκε μετά τό θαυμαστό γεγονός τοϋ δράματος. Άπό τήν ώρα έκείνη, δλα άρχισαν ν’ άλλάζουν, όχι μονάχα στην ψυχή του, αλλά καί στή Ρώμη, στην Αύτοκρατορία, στόν κόσμο όλόκληρο. Άπό τήν ώρα έκείνη γράφει ό Εύσέβιος ό Κωνσταντίνος άρχισε νά ρωτάει καί νά μαθαίνει τά πάντα γιά τή ζωή, τή διδασκαλία, τή Σταύρωση καί τήν Ανάσταση τοϋ Κυρίου92. Τοποθετείται σε στενή επαφή με τους έπισκόπους καί προβάλλει σάν άμεσο στόχο του τήν ένότητα καί τήν ειρήνη στήν’Εκκλησία. Πλέον γιά όλη του τήν ύπόλοιπη ζωή ζεΐ, όμιλεΐ καί πράττει χριστιανικά.
Εφεξής βλέπουμε εντονότερη τή συνέπεια λόγων καί έργων του, λόγων χριστιανικών, έργων χριστιανικών.
Στή ζωή τοϋ Κωνσταντίνου όλα δείχνουν ότι είχε τή θεία κλήση, όπως ό Παύλος. Ό Σωζομενός γράφει ότι ό Κωνσταντίνος σιό νικηφόρο πόλεμό του έναντίον τών Σαρματιανών καί τών Γότθων άντιλήφθηκε σαφώς μέ τή βοήθεια σημείων καί όνείρων, ότι ή πρόσθετη προστασία τής Θείας Πρόνοιας είχε έπεκταθεΐ σ’ αύτόν (Ούχ ήκιστα δέ λέγεται καί τούτον τόν πόλεμον έπιδεΐξαι Κωνοταντίνφ διά σημείων καί όνειράτων, όσης θειόθεν ήξίωτο προνοίας).
Τό μεγάλο προορισμό του διέγνωσαν καί οί διορατικοί τοϋ Μαντείου τών Δελφών, όταν άνήσυχοι πιστοί τής παλαιας θρησκείας έφτασαν έκεί νά ρωτήσουν, γιά τό τί πρόκειται νά επιτύχει ό Κωνσταντίνος μέ τήν ύποστήριξή του στη νέα θρησκεία: «Αυτός μέλλει νά κυριεύσει τόν κόσμο καί νά κηρύξει τό Χριστό ώς Θεό καίέπ’αυτού θά καταρρεύσει ή (είδωλολατρική) θρησκεία», ήταν ό χρησμός τους.
Μετά τή μάχη στή Μουλβία ό Κωνσταντίνος διέταξε ν’ άναρτηθεΐ τό μονόγραμμα τοϋ Χριστού στά μνημεία τής πόλης. Σέ πλατεία έστησε άγαλμά του, που κρατούσε στό χέρι τό Σταυρό.
Αναγνώρισε τό χριστιανισμό ώς προστατευόμενη θρησκεία τού Κράτους, ευνόησε παντοιοτρόπως την Εκκλησία, όπως θά έξηγήσουμε παρακάτω, καί ό βίος του έγινε χριστιανικός. Δεν καταδίωξε όσους είχαν ύποβάλει σέ μαρτυρία τους χριστιανούς. Τους έλεγξε όμως.
Τρία χρόνια μετά τη μάχη τής Μουλβίας έστησε στη Ρώμη θριαμβευτική άψίδα, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ή επιγραφή της άναφέρει:
«Στόν αύτοκράτορα Καίσαρα Φλάβιο Κωνσταντίνο, τό Μέγιστο, Εύσεβή, Τυχερό, Αύγουστο, ή Σύγκλητος καί ό Ρωμαϊκός λαός, έπειδή άπό τη θεία παρώθηση καί τη μεγάλη φρόνησή τον έχει σώσει τό κράτος άπό τόν τύραννο καί όλη τη φατρία του μέ τό στρατό καί τή δύναμη των όπλων, έχουν άφιερώσει αύτή τήν άψίδα διακοσμημένη ώς ένα σημάδι θριάμβου».
IMP(eratori) CAES(ari) FL(avio)
CONSTANTINO MAXIMO
P(io) F(elici) AUGUSTO S(enatus) P(opulus) Q(ue) R(omanus)
QUOD INSTINCTU DIVINITATIS MENTIS MAGNITUDINE CUM EXERCITU SUO TAM DE TYRANNO QUAM DE OMNI EIUS FACTIONE UNO TEMPORE IUSTIS REM PUBLICAM ULTUS EST ARMIS ARCUM TRIUMPHIS INSIGNEM DICAVIT.
To divinitatis instinctu (παρωθημένος άπό τό θειον) έχει πολύ σχολιασθεϊ, έπειδή άκόμα καί γιά τούς πλέον δύσπιστους άποτελεϊ έμμεση, αλλά σαφή ομολογία τής θρησκευτικής μεταστροφής τού Κωσταντίνου στό Χριστιανισμό.
Στήν έπιγραφή ό νικημένος δέν άναφέρεται ονομαστικά. Άναφέρεται άπλά ώς τύραννος, πράγμα πού ύποδηλώνει τη νομιμότητα τοϋ πολέμου έκείνου έναντίον τοϋ Μαξέντιου. Δυό σύντομες έπιγραφές σχό έσωτερικό τής άψίδας μεταφέρουν παρόμοιο μήνυμα: «Ό Κωνσταντίνος ήρθε ώς έλενθερωτής τής Ρώμης καί ώς ιδρυτής τής ειρήνης».
Ή Α' Οικουμενική Σύνοδος (325), γιά τήν όποια θά μιλήσουμε παρακάτω, καί κυρίως ή άναστροφή τοϋ Κωνσταντίνου μέ τους Αγίους Πατέρες, μεταξύ των όποιων μερικοί υπήρξαν θαυματουργοί καί έν ζωή (Σπυρίδων, Νικόλαος, Παφνουτι ος, ’Ιάκωβος κ.ά.), ύπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες γιά τήν εμπέδωση τής χριστιανικής πίστεώς του.
Τέλος, τρανή άπόδειξη ότι ό Κωνσταντίνος ήταν ένας συνειδητός καί πολύ πιστός χριστιανός, άποτελεΐ τό γεγονός ότι, άν καί γνώριζε άπό πρίν πώς θά προκαλοΰσε σκληρές άντιδρά σεις, άρνήθηκε νά συμμετάσχει στίς είδωλολατρικές γιορτές στον Καπιτωλίνο λόφο, όταν τό 326 βρέθηκε στη Ρώμη γιά νά γιορτάσει τά Βικενάλια.

Η αψίδα του Κωνσταντίνου στη Ρώμη

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ



Εκείνα τά χρόνια έπικίνδυνες καί Αχαλίνωτες είχαν καταστεί οίαίρέσειςατήν’ΕκκλησίατήςΝοτιοανατολικήςΑύτοκρατορίας, καταλυτικές οί θρησκευτικές διενέξεις καί συγκρούσεις.
Σοβαρότερη άπ’ όλες τίς αιρέσεις ήταν έκείνη τοϋ Άρειου στην Εκκλησία τής Αλεξάνδρειας τής Αίγυπτου, περί τής Ούσίας τοϋ Υιού τού Θεοϋ.
Ό Άρειος ήταν πρεσβύτερος τής ’Εκκλησίας μέ εύρύτατη φιλοσοφική μόρφωση καί άριστη γνώση των Αγίων Γραφών. Παίρνοντας όμως άπό τόν Ωριγένη την υπόταξη τοϋ Λόγου καί άπό τό Λουκιανό την άρνηση τής Όμοουσιότητας, είχε διαμορφώσει μιά δική του θεωρία, πού βρήκε πολλούς οπαδούς καί στόν κλήρο καί στό λαό. Είχε δογματίσει δηλαδή ότι ό Υιός καί Λόγος τοϋ Θεοϋ είναι μέν πρό παντός χρόνου, άλλ’ όχι καί ύπαρχων, «ήν ότε ούκ ήν», καί ότι ό Θεός δέν ήτο πάντοτε Πατέρας, ούτε ό Υιός υπήρχε πρίν γεννηθεί, δηλαδή πρίν κτισθεΐ όχι άπό τήν ούσία τοϋ Πατέρα, άλλά ξένος αύτοΰ κατ’ ούσίαν, άρα όχι καί Θεός άληθινός. «Διέσπασε τοϋ δόγματος τά δεσμά, ϊνα έν τη έλευθερία αύτοΰ είσδϋσει εις τά βασίλεια τών μυστηρίων καίέρεννήση αυτά καί, εί δυνατόν, ψηλάφηση καί ύπαγάγη αυτά ύπό τήν ιδίαν άντίληψιν», γράφει ό Άγιος Νεκτάριος94.
Αλλά πριν προχωρήσουμε στην αφήγηση, κρίνουμε σκόπιμο νά παραθέσουμε λίγες άκόμη σκέψεις τοϋ Αγίου Νεκταρίου, πού έπισημαίνουν την άδυναμία τοϋ ανθρώπινου νοΰ, συνεπώς καί τής φιλοσοφίας, νά συλλάβουν τά δόγματα τής χριστιανικής θρησκείας καί δίνουν χειροπιαστά τήν ουσία τής φοβερής αίρεσης τοϋ Άρειου, πσϋ τόσο έχει ταλανίσει τήν Εκκλησία: «Τόν Χριστιανισμό, πού άπό τήνέμφάνισή του νομίστηκε σκάνδαλο άπό τούς Ιουδαίους καίμωρία άπό τού^Έλληνες, ζητούσαν άμφότεροι, καί οι Ιουδαίοι καί οί Ελληνες, μέσα άπό τά φιλοσοφικά τους χωνευτήρια, νά τόν άναδείξουν, άπό θρησκεία έξ άποκαλύψεως πού είναι, σέ κάποιο σύστημα μάλλον φιλοσοφικό, πού νά Ικανοποιεί τίς άπαιτήσεις τής ύπερήφανης άνθρφπινης φιλοσοφίας, ή νά έπαναπαύει τό θρησκευτικό συναίσθημα τοϋ άνθρωπον.
Οί φιλόσοφοι, περιφρονώντας τίς άπαιτήσεις τής καρδιάς, πού τέρπεται μέσα στό μυστήριο τής θρησκείας, ζητούσαν νά Ικανοποιήσουν τόνοΰμέ άπόλυτο τρόπο, ύποτάσσσντας σ’ αυτόν κάθε άλήθεια. Άλλ’ άγνοοϋσαν ότι υπάρχουν καί άλήθειες, πού δέ γίνονται άντιληπτές άπό τόν πεπερασμένο νοΰ τού άνθρωπον, πού είναι άνώτερες τής νοητικής μας άντιλήψεως, έκείνης πού λαμβάνει γνώση αυτών, πείθεται γιά τήν πραγματικότητά τους καί μαρτυρεί περί τής ύπερφυσικής ύπάρξεώς τους. Αγνοούσαν ότι ό άνθρωπος δέ γεννήθηκε γιά νά γίνει μονάχα φιλόσοφος, άλλά καί θρησκευτικό όν. Φιλοσοφούν οί άνθρωποι αυτοί, άλλ’ άποόεικνύονται άφιλοσόφητοι γιάτόν άνθρωπο, διότι ό άνθρωπος δέν είναι νοϋς μονάχα, άλλά καί καρδιά. Οι δυνάμεις τούτων τών δύο κέντρων, καθώς βοηθοϋνται άμοιβαίως, άναδεικνύουν τόν άνθρωπο τέλειο καί διδάσκουν σ’ αύτόν όσα ουδέποτε θά μπορούσε νά διδαχθεί μονάχα διά μέσου τού νοΰ.
Εάν ό νοϋς είναι ό διδάσκαλος τού φυσικού κόσμου, ή καρδιά είναι διδάσκαλος τοϋ υπερφυσικού κόσμου, πού ίσως καθ’ ομοίωσή του πλάστηκε ό αισθητός κόσμος, τού οποίου τότε μαθαίνομε τά καθέκαστα άκριβώς, όταν διάτής καρδιάς διδαχθούμε τά τοϋ ύπερφυσικοϋ κόσμου. Φιλόσοφος χωρίς καρδιά, δηλαδή χωρίς θρησκευτικό συναίσθημα, είναι άφιλοσόφητος, διότι δέν είδε τό σύνολο, άλλά τόμέρος»95.
Ό Κωνσταντίνος μέ τη μεγάλη όξυδέρκειά ταυ, δίχως κάν νά γνωρίζει στην ούσία τίς διδασκαλίες του Άρεισυ, κατάλαβε τό μεγάλο κίνδυνο διασπάσεως τοϋ πληρώματος τής ’Εκκλησίας. Ανήσυχος έστειλε τό σύμβουλό του έπίσκοπο τής Κορδσυης "Οσιο τον Ισπανό στην Αλεξάνδρεια, νά προτρέψει τόν έπίσκοπο Αλεξάνδρειάς Αλέξανδρο καί τόν Άρειο γιά την επίλυση του προβλήματος καί γιά τήν έκκλησιαστική ένότητα. Άλλ’ ή ένέργειά του αυτή δέν είχε κανένα θετικό άποτέλεσμα. Ούτε ό Αλέξανδρος, ούτε ό Άρειος έπηρεάστηκαν άπό τήν αύτοκρατορική παρέμβαση, ένώ ό σάλος καί οι συγκρούσεις μεταξύ των χριστιανών όξύνονταν96.
Ό Κωνσταντίνος έγραψε στόν έπίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο καί στόν Αρειο καί τούς παρακάλεσε νά φροντίσουν νά έπιλύσουντό πρόβλημα μέ διάλογο. Αποτέλεσμα καί πάλι κανένα. ’Έστειλε καί άλλη έπιστολή, στήν όποια, μεταξύ άλλων, έγραφε καί τά έξής παρακλητικά λόγια: «Δώστε μου πίσω γαλήνιες ήμερες καί άμέριμνες νύχτες, γιά νά διασωθεί καί γιά μένα κάποια εύχαρίστηση καθαρού φωτός καί ήσυχου βίου, είδάλλως είναι άνάγκη νά στενάζω καί μέ δάκρυα γενικά νά στενοχωροϋμαι καί νά παραδεχτώ ότι δέ θά ζήσω ήσυχα στόν αιώνα»97.
Όλες οί έκκλήσεις του άπέβησαν άκαρπες καί ό Κωνσταντίνος άποφάσισε νά συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο Πατέρων τής’Εκκλησίας στή Νίκαια τής Βιθυνίας τό 325 μ.Χ., τήν πρώτη στήν ιστορία τών Συνόδων, γιά τήν έξασφάλιση τής ηρεμίας καί τής ενότητας τών χριστιανών ατούς κόλπους τής ’Εκκλησίας. Κάλεσε πρός τοΰτο τους διαπρεπέστερους Πατέρες τής’Εκκλησίας άπό τά πέρατα τής Αύτοκρατορίας.
Έργο τής Θείας Πρόνοιας υπήρξε έκείνη την έποχή ή παρουσία τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου στό θρόνο τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ή σύγκληση τής Α' Οικουμενικής Συνόδου καί ή άντιμετώπιση τής αίρεσης τοϋ Άρειου άποδείχτηκε τελικά ή μεγαλύτερη προσφορά τοϋ Κωνσταντίνου στην Εκκλησία.
Σ’ αυτή την ΟΙκουμενική Σύνοδο μετείχαν 318 Πατέρες, ατούς όποίους προΐσταντο ό αιωνόβιος έπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης διά τοϋ πρεσβυτέρου του Αλεξάνδρου (μετέπειτα επισκόπου) καί ό Αλεξάνδρειας Αλέξανδρος, πού άκολουθείτο άπό τό νεαρό διάκονό του Αθανάσιο. Ό ήλικιωμένος Πάπας Σιλβέστρος εκπροσωπήθηκε άπό τόν επίσκοπο Κορδούης Όσιο καί δυό Ρωμαίους Ιερείς, τόν Βίτωνα καί τόν Βικέντιο, καθώς μάς πληροφορεί ό Γελάσιος98.
Οί έπίσκοποι, συνοδευόμενοι άπό τούς πρεσβυτέρους καί διακόνους τους, μεταξύ τών όποιων βρίσκονταν καί άτομα έξειδικευμένα στή διαλεκτική, συγκεντρώθηκαν στή Νίκαια τής Βιθυνίας. Ό Θεοδώρητος περιγράφει έναργέστατα τή θλιβερή εικόνα τών έπισκόπων συνέδρων, πού είχαν ύποστεΐ βασανιστήρια κατά τήν περίοδο τών διωγμών: «Ήταν μέν πολλοί μέ άποστολικά χαρίσματα, πού διέπρεπαν, πολλοί πού έφεραν τά “στίγματα τοϋ Κυρίου Ιησού Χριστού”; κατά τόν θείο Απόστολο, στά σώματά τους, όπως ό Ιάκωβος ό Αντιόχειας τής Μυγδονίας, πού άνέστησε νεκρούς καί τούς συνέταξε μεταξύ τών ζωντανών, καί έκανε καί άλλα μύρια θαύματα, ό Παύλος ό Νεοκαισαρείας, πού είχε δοκιμάσει τή λύσσα τοϋ Λικίνιου, έχοντας τά δυό του χέρια άχρηστευμένα άπό πυρακτωμένο σίδερο καί τά κινητικά νεύρα νεκρωμένα. Άλλοι μέβγαλμένο τό δεξί μάτι, άλλοι μέ κομμένες τίς δεξιές κλειδώσεις. 'Ένας άπό αυτούς ήταν ό Παφνούτιος ό Αιγύπτιος. Καί γενικά ήταν σάν νά έβλεπες συγκεντρωμένο “δήμο μαρτύρων”»90.
Σ’ έκείνη τή Σύνοδο, που καθόρισε γιά πολλούς αιώνες τήν πορεία της ’Εκκλησίας, συγκεντρωθήκαν μέ τήν έπίνευση τοϋ Άγιου Πνεύματος πολλοί Άγιοι Πατέρες και Όμολογητές, «κεκοσμημένοι δι ’ άποστολικών χαρισμάτων», οί γνωστότεροι τών όποιων είναι οί Άγιος Σπυρίδων, Άγιος’Ιάκωβος Αντιόχειας, Άγιος Παύλος Νεοκαισαρείας, Άγιος Μάξιμος, Άγιος Παφ νούτιος Θηβών Αίγυπτου, ό Μακάριος'Ιεροσολύμων, ό άγιος Ευστάθιος Ιεροσολύμων καί άλλοι, καί πρώτος όλων ό Μέγας Αθανάσιος, ή ψυχή καί ή καρδιά τής Συνόδου.
Ό Κωνσταντίνος, φτάνοντας στη Νίκαια νωρίς τόν Ιούλιο, έκανε μιά έκτακτη συνεδρίαση τής Συνόδου στό παλάτι. ’Εκεί μπήκε άκολουθούμένος άπό λίγα μέλη τής βασιλικής οικογένειας καί όχι άπό φρουρούς. Γράφει ό Ευσέβιος: «Πέρασε άνάμεσά τους ώσάν άγγελος τοϋ Θεού φορώντας τήν αύτοκρατορική πορφύρα του πού άστραποβολοϋσε, καθώς καί τούς άκτινοβόλους πολύτιμους λίθους. Αύτά ώς πρός τό σώμα. Ώς πρός τήν ψυχή ήταν στολισμένος μέ τό φόβο Θεοϋ καί τήν εύλάβεια. Μέ τά μάτια χαμηλά, κόκκινο τό πρόσωπο, άργές κινήσεις... Άφοΰ βρέθηκε στό μέσον, κάθισε σ’ ένα μικρό κάθισμα, έπινεύοντας πρώτα στούς έπισκόπους νά καθίσουν»100.
Ό Γελάσιος γράφει τά έξης σχετικά μέ τήν είσοδο τού Κωνσταντίνου σιήν αίθουσα τών συνεδριάσεων: «Καί όταν πέρασε μέσα, στάθηκε στό μέσον καί προτίμησε νά μή καθίσει πρίν οί επίσκοποι τοϋ έπινεύσουν. Τόσο μεγάλη εύλάβεια καί αιδημοσύνη κατείχε τό βασιλέα γιά τούς έπισκόπους»101.
Ό Θεοδώρητος γράφει: «Είσήλθε καί αύτός τελευταίος μαζί μέ μικρή άκολουθία, άξιέπαινο έχοντας τό μέγεθος, άξιοθαύμαστη τήν ώρα, αλλά θαυμασιότερη τήν αιδημοσύνη νά έπικάθεται στό μέτωπό του. Ζήτησε νά τοϋ έπιτρέψονν νά καθίσει στό μικρό κάθισμα, πού τέθηκε μπροστά του καί κάθισαν όλοι μαζί»102.
Πρώτα μίλησε ό έπίσκοπος Καισαρείας πρός τιμήν τοΰ αύτοκράτορα.Ύστερα πήρε τό λόγο ό αύτοκράτορας.
'Όταν γίνηκε άπόλυτη σιγή, ό Κωνσταντίνος άπό τό χαμηλό κάθισμά του έφερε όλόγυρα στήν αίθουσα τό ήρεμο βλέμμα του καί άρχισε νά τους άπευθυνει τά έξης παραινετικά λόγια:
«Ύψιστη μέν εύχή μου, φίλοι, ν’ άπολαύσω τη δική σας χορεία, καί άφοΰ πέτυχα τούτο, όμολογώ εύχαριστίες στό Βασιλέα των όλων γιά όλα τά πράγματα, άλλ’ ιδιαίτερα, γιά τό σπουδαιότερο, γιά τό ότι δηλαδή μοϋ έπέτρεψε ν’ άπολαύσω έδώ συγκεντρωμένους όλους σας καί νά ίδώ μία κοινή καί όμόφρονα γνώμη όλων σας γενικώς. Γιά νά μή έκμεταλλευτεΐ κάποιος βάσκανος έχθρός τά δικά μας, ούτε ό φιλοπόνηρος δαίμονας, τώρα που βγήκε άπό τά πόδια μας ή θεομαχία των τυράννων μέ τή δύναμη τοΰ Σωτήρος, νά περιβάλει μέ άλλον τρόπο τό θείο νόμο τής βλασφημίας. Καθώς έγώ νομίζω, ή έμφύλια διαμάχη στήν ’Εκκλησία τοϋ Θεού είναι δυσκολότερη άπό κάθε άλλον πόλεμο καί φοβερή μάχη καί μάλλον αύτά άποδεικνύονται πιό λυπηρά άπό τίς έξωτερικές διαμάχες. 'Όταν λοιπόν άγαποϋσα τίς νίκες κατά τών έχθρών χάρη στό νεϋμα καί τή συνέργεια τοϋ Άγαθοτέρον, νόμιζα, βέβαια, ότι δέ λείπει τίποτε, παρά νά γνωρίσω μέν τήν ευγνωμοσύνη στό Θεό, νά συγχαίρω δέ καί μέ τούς άπελευθερωμένους άπό ’Εκείνον. Καί έπειδή γιά τή δική σας διάσταση παρά πάσαν έλπίδα πεί σθηκα άπ’ όσα άκουσα, δεν έστησα γιά δεύτερη φορά τήν άκοή μου νά πληροφορηθώ, άλλά μέ τή σοβαρή επιθυμία νά βρεθεί μιά θεραπεία γι’ αύτό τό κακό μέσω τής δικής μου μεσολάβησης, έστειλα άμέσως γιά ν’ άπαιτήσω τή δική σας παρουσία.
Καί χαίρω μέν βλέποντας τη δική σας ομήγυρη, άλλά θεωρώ ότι οί έπιθυμίεςμου θά είναι πλήρως ικανοποιημένες τότε, όταν θά μπορώ νά σάς βλέπω όλους ένωμένους σέ μία άπότρααη καί ένα κοινό πνεύμα ειρήνης καί όμόνοιας, νά κυριαρχεί μεταξύ όλων σας, τό όποιο σάς ταιριάζει, ώς καθιερωμένους στήν ύπηρεσία τού Θεού νά εϊσθε αποδεκτοί άπ’ όλους. Μή λοιπόν καθυστερείτε, ώ φίλοι καί λειτουργοί τού Θεού καί τού κοινού σέ μάς Κυρίου καίΣωτήρος πιστοί δούλοι, νά φέρετε άπό έκεϊ τά αίτια τής διαστάσεώς σας άνάμεσά σας καί ν’ άρχίσετε νά επιλύσετε μέ ειρηνικούς τρόπους κάθε σύνδεσμο άμφιλογίας. Διότι έτσι θά έχετε διαπράξει καί τά άρεστά στό Θεό όλων, καί σέ μένα τό σύνδουλό σας θά κάμετε έξαιρετική χάρη»103.
Ό αύτοκράτορας μίλησε στά λατινικά καί ή όμιλία του μεταφράστηκε εύθΰς στά έλληνικά.
Ακολούθησαν όμιλίες τών συνέδρων, δίχως νά λείπουν οί διχογνωμίες τους. Ό αύτοκράτορας παρακολουθούσε όλους τους ομιλητές ήρεμα καί σιωπηλά. Μέ γλυκύτητα καί προσήνεια παρενέβαινε πότε-πότε νά τους καταπραΰνει μιλώντας τους έλληνικά. Πείθοντας μερικούς, όδηγώντας άλλους μέ τούς συλλογισμούς του, έγκωμιάζοντας έκείνσυς πού όμιλούσαν καλά καί όλους όδηγώντας τους στην όμόνοια, πέτυχε νά τούς καταστήσει ομόγνωμους καί ομόδοξους104.
Στή συνέχεια προήδρευσε τών έργασιών τής Συνόδου, εντυπωσιάζοντας βαθύτατα τούς Αγίους Πατέρες μέ τήν αξιοπρέπεια καί τή χάρη τών τρόπων του. Διηύθυνε τίς έργασίες μέ μεγάλη έπιδεξιότητα καί φρόνηση, μέ γλυκύτητα καί διακριτικότητα, γιά νά συμφιλιώνει τά πνεύματα, πού όξύνονταν.
Οί έργασίες τής Συνόδου άρχισαν στίς 19Ίουνίου. Ό Άρειος κλήθηκε ν’ άναπιύξει τίς ιδέες του.Ή θεωρία του, πού δέν ήταν παρά μιά φιλοσοφική διδασκαλία ύποταγμένη στό νοΰ καί μόνον, πού άγνοοΰσε, όπως είπαμε παραπάνω, το Μυστήριο τοϋ χριστιανικού δόγματος, δέχτηκε μεγάλη πολεμική. Πολλοί Πατέρες έλαβαν τά λόγο καί τόν άντέκρουσαν μέ ισχυρά έπιχειρήματα. Ανάμεσα σ’ αύτούς διακρίθηκε εύθυς άμέσως ώς ό δυναμικότερος πολέμιος τού Άρειου ό διάκονός Αθανάσιος, ό βοηθός τού επισκόπου Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου.
Αλλ’ άπό τίς πρώτες κιόλας συνεδριάσεις κάποιοι άπό τους Πατέρες νόμισαν πως βρήκαν τήν ευκαιρία νά έκφράσουν στόν αύτοκράτορα τά παράπονα καί τίς διαμαρτυρίες τους έναντίον συναδέλφων τους105. Μερικοί κρατούσαν στό χέρι τό χαρτί μέ τίς κατηγορίες καί άλλοι είχαν φροντίσει νά τό λάβει ό αύτοκράτορας άπό τήν προηγούμενη μέρα. Ό Κωνσταντίνος κράτησε όλες τίς άναφορές παραπόνων καί άνακοίνωσε μιά όρισμένη ήμερομηνία, που θά έπιλαμβανόταν αυτών τών παραπόνων καί τών κατηγοριών.
Σάν έφτασε ή προσδιορισμένη μέρα, καθώς μάς πληροφορεί ό Σωκράτης, ό Κωνσταντίνος σύστησε στους κατήγορους νά κάψουν αυτές τίς άναφορές, παρατηρώντας τους ότι «ό Χριστός διατάσσει, όποιον άγωνιά νά λάβει τη συγχώρηση, νά συγχωρήσει τόν άδελφό τον». («Κελεύει Χριστός άφιέναι τφ άδελφφ τόν άφέσεως τυχεϊν έπειγόμενον»106 ).
Ό Σωζομενός δίνει τήν άπάντηση τού Κωνσταντίνου μέ τά έξης λόγια: «Αύτές οί κατηγορίες, είπε, έχουν τόν καιρό τους την ήμέρα τής μεγάλης κρίσεως καί δικαστή τους τόν μέλλοντα νά κρίνει τότε όλους. Σέμένα, βέβαια, που είμαι άνθρωπος, δέν επιτρέπεται νά τραβάω σέ μιά τέτοια άκρόαση ιερείς κατηγόρους καί κατηγορούμενους. Διότι σ’ αυτούς δέν επιτρέπεται νά παρέχουν τούς έαντούς τους γιά κρίση άπό άλλον. Πηγαίνετε λοιπόν καί νά μιμηθεΐτε τή θεία φιλανθρωπία συγχωρώντας ό ένας τον άλλον, καίσάν πάψονν νά υπάρχουν κατηγορούμενοι, θά πεισθοϋμε καί θά μελετήσουμε τά ζητήματα τής πίστεως, γιά τά όποια έχουμε έλθει έδώ».
Καί ό Ζωναράς γράφει σχετικά: «Όταν τού ύπέβαλαν ύπομνήματα μέ κατηγορίες μερικών έπι σκόπων, δέν τά διάβασε, οϋτε κίνησε διαδικασία έρευνας, άλλα μπροστά σ’ όλους τά έρριξε στή φοπιά λέγοντας: “Καί άν άκόμα έβλεπα μέ τά μάτια μου κάποιον άρχιερέα νά διαπράττει ένα σφάλμα, θά τόν κάλυπτα μέ τήν πορφύρα μου"»107.
Μετά άπό αυτή τη σύσταση, γιά νά καταστεί τό καθένα άπό τά έγγραφα αύτά άχρηστο, ό Κωνσταντίνος διέταξε νά καοϋν. Όρισε μιά μέρα γιά νά συζητηθούν καί έπιλυθούν τά θέματα που άναφέρονταν σέ λίγα άπ’ αύτά.
Οί συνεδριάσεις γίνονταν καθημερινά. Οί έργασίες μέσα, βέβαια, άπό διαφωνίες καί άντεγκλήσεις προχωρούσαν ικανοποιητικά. Ό Άρειος κλήθηκε πολλές φορές νά δώσει έξηγήσεις καί οί προτάσεις του συζητήθηκαν προσεκτικά σέ όλες τους τίς λεπτομέρειες.
Όλον αυτόν τόν καιρό ό Αθανάσιος, μόλις εικοσάχρονος τότε, μικρός τό δέμας, άλλα μέ μεγάλη εύφυία, θαυμάσια κατάρτιση στά έλληνικά γράμματα καί τήν Αγία Γραφή, διακρίθηκε γιά την έπιχειρη ματολογ ία του, μέ τήν οποία κατέρριψε τίς θεωρίες τού Άρειου, θεσπίζοντας ότι «Πίστις καθολική αύτη έστίν, ϊνα ένα Θεάν έν Τριάδι καί Τριάδα έν Μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγ χέοντες τάς υποστάσεις, μήτε τήν ούσίαν μερίζοντες».
Μέ βάση κυρίως τά έπιχειρήματα τού Αθανασίου οί 318 Άγιοι Πατέρες κατεδίκασαν τόν αιρετικό Άρειο. Καί άποφασίστηκε άπ’ όλους μέ ψηφοφορία, γράφει ό Ρουφίνος, καί θεσπίστηκε νά γραφεί στό Σύμβολο τής Πίστεως ή λέξη «όμοούσιος» γιά τόν Υιό, γιά ν’ άναγνωρίζεται ότι είναι τής ίδιας ουσίας μέ τον Πατέρα109.
Μετά άπό έντατικές έργασίες δυο μηνών, έφτασε ή τελευταία μέρα, πού ή Σύνοδος θά λάβαινε έπισήμως τις τελικές άποφάσεις της γιά τά μεγάλα θέματα τής Εκκλησίας. Κάθε μέλος ήταν παρόν στό κεντρικό οικοδόμημα τοϋ παλατιού.
Ό αύτοκράτορας, άφοϋ ακούσε υπομονετικά καί προσεκτικά όλα δσα ειπώθηκαν, προσπάθησε μέ την πασίγνωστη προσήνειά του καί μέ τη χρήση τής έλληνικής γλώσσας νά τούς κρατήσει στήν ενότητα τής πίστεως καί νά ύπογράψουν δλοι τίς άποφάσεις τής Συνόδου110.
Ό Γελάσιος δίνει τή λήξη τής Συνόδου ώς εξής: «Ό δέβασιλεύς Κωνσταντίνος έπί τη έκθέσει τής όρθής καί άποστολικής πίστεως, τής έκ Πνεύματος Άγιον διά των τριακοσίων άγιων ήμών πατέρων έκφωνηθείσης, ώσπερ δι’ ένός στόματος, καί κνρωθείσης παρά πάντων των συνδραμόντων εις την άγίαν έκείνων τής πίστεως άκρόασιν, καί τάς χεϊρας άπλώσας, καί τό όμμα τείνας εις τόν ουρανόν πρός τόν Θεόν, εύφήμοις ρή μασιν άνύμνησε τόν τών πάντων ήμών Σωτήρα καί ευεργέτην Θεόν, ότι την ποθσυμένην αύτώ τών έπισκόπων ομόνοιαν, καί την περί τής όρθής καί σωτηρίου πίστεως αυτών όμοφωνίαν αύτώ έπρυτάνενσε. Τοσοϋτος ήν ό πάντα άριστος έκεΐνος καί θεοφιλής βασιλεύς περί την τών τοϋ Θεού έκκλήσιών φροντίδα καί την τών ποιμένων είρηνικωτάτην όμόνοιαν»111.
Γεμάτος ένθουσιασμό καί ευτυχής ό Κωνσταντίνος, πού ή ειρήνη έπανήλθε ατούς κόλπους τής Εκκλησίας, έγραψε: «Ό διάβολος δέν έχει πιά καμιά δύναμη έναντίον μας, έφόσον έκεϊνο τό όποιον μέ κακοπάθεια είχεν έπινοήσει γιά την καταστροφή μας χτυπήθηκε γερά στή ρίζα του. Ή Αλήθεια μέ τή βοήθεια τοϋ Θεού, σκόρπισε όλες τις διαφωνίες, τά σχίσματα, τίς όχλαγωγίες καί τά θανάσιμα δηλητήρια τής άσνμφωνίας».
Μετά τη λήξη τών έργασιών της Συνόδου, ό Κωνσταντίνος κάλεσε ατό παλάτι τους Πατέρες, νά τους περιποιηθεΐ, άλλά καί γιά νά γιορτάσουν δλοι μαζί τήν εικοστή επέτειο της βασιλείας του (τά Βικενάλια). Ανάμεσα σ’ έκείνους βρίσκονταν καί πολλοί που έξαιτίας τών βασανιστηρίων κατά τους διωγμούς είχαν βγαλμένα μάτια, σπασμένα χέρια ή πόδια, ή κουβαλούσαν πληγές στά πρόσωπά τους. Μαθαίνοντας ό αύτοκράτορας Κωνσταντίνος ότι τά παθηματά τους όφείλονταν στην εύσέβειά τους, γράφει ό Θεοδώρητος, έφερνε τά χείλη του στά τραύματά τους, πιστεύοντας ότι μέ τό φίλημα θ’ αντλούσε άπό έκεΐ την εύλογία τους (τά χείλη τοΐς τραύμασι προσενήνοχεν, έλκύσει έκεϊθεν τώ φιλήματι τήν εύλογίαν πιστεύω^12).
Κάτι άνάλογο καταγράφει καί ό Ζωναράς: «Εν τώ μεταξύ ό ίσαπόστολος αύτοκράτορας, Ικανοποιημένος άπό τήν όμοφωνία τών πατέρων, τούς έδινε τό χέρι καί άσπαζόταν τά άνάπηρα μέλη καί μέρη τοϋ κορμιού όλων, όσοι έφερναν πάνω τους τά σημάδια τής όμολογίας ύπέρ τοϋ Σωτήρος, καί τούς μακάριζε μάλιστα γιά τίς άναπηρίες τους (λόγω τής πίστεώς τους)»113.
Τόν 'Άγιο Παφνούτιο, έπίσκοπο τών Θηβών τής Αίγυπτου, έν ζωή θαυματουργό, (θεράπευε άρρωστους μέ μόνη τήν προσευχή του κ.λπ.), πού ό τύραννος Μαξιμίνος (Ντάια) τού είχε άφαιρέσει τό δεξί μάτι, τοϋ είχε αχρηστέψει τό αριστερό του πόδι καί στή συνέχεια τόν είχε στείλει στά ορυχεία, ό αύτοκράτορας τίμησε ύπερβολικά, καθώς μάς πληροφορεί ό Σωκράτης, καλώντας τον πολλές φορές στό παλάτι, καί κατα φιλώντας τό μέρος, όπου τό μάτι του ήταν βγαλμένο («Σφοδρά δέ ό βασιλεύς έτίμα τόν άνδρα καί συνεχώς έπί τά βασί λεία μετεπέμπετο καί τόν έξωρυγμένον όφθαλμόν κατεφίλει. Τοσαντη προσήν τφ βασιλεΐ Κωνσταντίνψ εόλάβεια»114). Καί ό Ρσυφίνος γράψει ότι προσκαλοϋσε συχνά στό παλάτι του τάν Άγιο Παφνούτιο μέ πολύ σεβασμό καί άγάπη καί τοϋ «παραχωρούσε θερμά φιλιά στό σκαμμένο μάτι τον λόγφ τής όμολογίας τής πίστεώς τον»115.
Ή Α' Οικουμενική Σύνοδος τής Νικαίας κατάρτισε τόν Καταστατικό Χάρτη τής Εκκλησίας, τό Σύμβολο τής Πίστεως μέ τά έπτά πρώτα άρθρα του, συνέταξε καί έπέβαλε είκοσι Κανόνες, πού άφοροΰν κυρίως τη διοίκηση τής ’Εκκλησίας καί τήν Ίερωσύντ^ καθόρισε την ήμέρα έορτασμοΰ τοΰ Πάσχα, καί, άποκήρυξε τή διδασκαλία τοΰ Άρειου, φέρνοντας τή γαλήνη στή’Εκκλησία καί διασώζοντας τήν όρθή πίστη άπό προφανέστατη έκτροπή. Ή σπουδαιότητα τής Συνόδου έγκειται άκόμα καί στήν ήττα τοϋ Γνωστικισμού, τοϋ φιλοσοφικού δηλαδή πνεύματος έκείνης τής έποχής, πού είχε τήν τάση νά έρμηνεύει τά πάντα μέ τή γνώση, δίχως νά παραδέχεται τό δόγμα καί τό μυστήριο.
Ό Κωνσταντίνος, άποδεικνύσντας τήν άμετάθετη άπόφασή του νά στηρίξει μέχρις έσχάτων τά θεσπισθέντα άπό τήν Οικουμενική Σύνοδο καί άπό τό χέρι του κυρωθέντα, μέ διάταγμά του έξόρισε τόν Άρειο, άποκαλώντας τον «μαθητή τοϋ Πορφυρίου», Νεοπλατωνικού φιλόσοφου, διέταξε νά καούν τά συγγράμματά του καί έπέβαλε τήν ποινή τοϋ θανάτου γιά οποίον συλλαμβανόταν νά κρύβει τά αιρετικά συγγράμματα εκείνου, γιατί πίστευε πώς ή Σύνοδος δέ θά μπορούσε νά δώσει τέλος σ’ αύτό τό πρόβλημα, άν οί άποφάσεις της δέν καλύπτονταν άπό νόμο. «Σείς, βέβαια, είστε έπίσκοποι στά έσωτερικά τής’Εκκλησίας», είπε στούς επισκόπους, έγώ όμως τάχθηκα άπό το Θεό έπίσκοπος ατά έκτός τής ’Εκκλησίας». Καί τους συμβούλεψε vd όμονοοϋν καί νά μή στασιάζουν καί δίνουν άφορμές γιά χλεύη.
Ό Άγιος Νεκτάριος τονίζει τη σημασία τής Α' Οικουμενικής Συνόδου μέ αύτά τά λόγια:
«Εάν στό Σωτήρα Χριστό όφείλουμε την άληθινή γνώση τοΰ Θεοϋ, στην Αγία Α' Οικουμενική Σύνοδο όφείλουμε την ύποστήριξή της διότι, έάν αυτή δε σννεκροτεΐτο, τολμώ νά πώ ότι ή άληθινή Ορθόδοξη Πίστη θά έξαφανιζόταν, καί τό έργο τής Σωτηρίας θά έμενε ημιτελές. Ή συγκρότηση λοιπόν τής Α' Οικουμενικής Συνόδου ήταν κατ’ έπίνευση τής Θείας Βουλής, γιά νά διαφνλάξει τέλειο τό έργο τής Σωτηρίας, καί ώς άσφαλής θεματοφυλακας νά τό παραδώσει στίς έπόμενες γενεές. Πάντως έκ θείου Πνεύματος έκινήθησαν οί θείοι Πατέρες πού άνέλαβαν τόν άγώνα κατά τοΰ Άρειου, καί ό Μέγας Αύτοκράτορας άγιος Κωνσταντίνος κατά θείαν έμπνευση προέβη στή συγκρότηση τής Αγίας Οικουμενικής Συνόδου. Τό Πνεύμα τό Θειον ήταν έκεΐνο πού έδωσε ατούς Άγιους Πατέρες στόμα καί σοφία, στήν όποια δέν μπόρεσαν ν’ άντισταθοΰν, ούτε ν’ άντιμιλήσουν οί άντίθετοί της. Αύτό τούς δίδαξε νά συμπεραίνουν περί τοΰ Ενανθρωπήσαντος Θεοϋ καί νά σέβονται τήν άληθινή καί σωτήρια φιλοσοφία περί τοΰ Τριαδικού Θεοϋ»116.
Βαρύνουσα έπίσης είναι καί ή γνώμη του Κων. Παπαρρηγο πούλου περί τής σημασίας τής Α" Οικουμενικής Συνόδου: «Εάν ό καθορισμός τοΰ συμβόλου τής πίστεσως δέν έξησφαλίζετο άπό των είσηγήσεων τής των Άρειανώναίρέσεως, ήτις Σωτήρος φύσιν, ό Χριστιανισμός, άποβαίνων άπλοΰν νέον φιλοσοφικόν δόγμα, ήθελε τάχιστα άνατραπή. ’Εντεύθεν δε ού μόνον ό μεσαιωνικός 'Ελληνισμός ήθελε στερηθή τό κυριώτερον τής ύπάρξεως αύτοϋ έρεισμα, άλλά καί συμπας ό πολιτισμός έμελλε ν’ άποβάλη τό ίσχυρότατον έλατήριον τής δαιμόνιου άναπτυξεως, ήν έλαβεν έπί 1500 έτη, χάρις είς τά πρώτας Οικουμενικός Συνόδους, άς συνεκάλεσεν ό Κωνσταντίνος ό Μέγας καί ό Θεοδόσιος ό Μέγας»111.



ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
(Μουσείο Καπιτωλίου Ρώμης)


 

 

ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ


Ό Ευσέβιος μάς δίνει σημαντικές πληροφορίες γιά τίς πνευματικές ένασχολήσειςτοΰ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Περνούσε, γράφει, τίς νυχτερινές ώρες του ξάγρυπνος, συντάσσοντας λόγους, τους όποίσυς έκφωνοΰσε μπροστά στά πλήθη των υπηκόων του. Ένιωθε χρέος του νά κυβερνά τους πολίτες του μέ παιδευτικό λόγο. Κάθε φορά μάλιστα που έπρόκειτο ν’ άναπτύξει κάποιο θεολογικό θέμα ενώπιον άκροατηρίου, σηκωνόταν όλόρθος καί μέ συνεσταλμένο πρόσωπο, φωνή ήρεμη καί μεγάλη εύλάβεια έδινε τήν έντυπωση ώσάν νά μυούσε τους παρόντες στη θεία διδασκαλία. Καί οί άκροατές του τόν έπευφημοϋσαν μέ εγκωμιαστικές ζητωκραυγές. Ένευε πρός αυτούς νά κοιτάζουν πρός τόν ούρανό καί μόνον τόν'Ύψιστο Βασιλέα νά ύπερθαυμάζουν καί νά τιμούν118.
Τίς πραγματείες καί τους λόγους του έγραφε στή λατινική γλώσσα καί οί διορισμένοι διερμηνείς του μετέφραζαν στην έλληνική119. Συνέτασσε επίσης καί έπιστολές συμβουλευτικού καί παιδευτικού χαρακτήρα, καθώς έπίσης καί προσευχές. Ό Κωνσταντίνος, συγγράφοντας θεολογικές πραγματείες, δημιούργησε μιά μακρά παράδοση στό Βυζάντιο, τήν οποία ακολούθησαν πολλοί διάδοχοί του ατούς μεταγενέστερους χρόνους. Άπό τούς διασωζόμενους λόγους του ό σημαντικότερος είναι ό Λόγος πρός τόν τών Αγίων Σύλλογον (= τή συνάθροιση άνθρώπων άφοσιωμένων στό Θεό). Στό λόγο του αύτόν ό Κωνσταντίνος Αποκαλύπτει την Ισχυρή καί συγκροτημένη σκέψη του καί την πολύ καλή ένημέρωσή του έπί θεολογικών θεμάτων. ΌμιλεΙ περί τής πλάνης τών πι στευόντων στά είδωλα, περί τής πλάνης τών φιλοσόφων, περί τής κατά σάρκα παρουσίας τού Κυρίου, περί τών «μή γενόντων τό μυστήριον», περί τής πίστεως στον Τριαδικό Θεό, περί τής διδασκαλίας τοΰ Σωτήρος, περί τής διαφοράς τοΰ άκτιστου καί τοΰ κτιστού φωτός, περί τών διωκτών τών χριστιανών, περί τών προφητειών τής Παλαιός Διαθήκης καί τοΰ έθνικοϋ κόσμου, ιδιαιτέρως μάλιστα τής Σίβυλλας τής ’Ερυθραίας, τής όποιας καταγράφει τήν εντυπωσιακή περί τού Χριστού Ακροστιχίδα «Ίησοϋς Χρειστός Θεοϋ Υιός Σωτήρ Σταυρός», διευκρινίζοντας ότι ή μαντεία αυτή δέν πλάστηκε άπό κανέναν χριστιανό, άλλ’ ότι είχε δοθεί άπό τή μάντιδα πρίν άπό τή γέννηση τού Κυρίου καί ότι είχε μεταφραστεί άπό τόν Κικέρωνα120. Προσθέτει άκόμα ότι μνεία έκείνης τής μαντείας, καθώς καί τού παρθενικού τόκου κάνει καί ό Βιργίλιος, καί παραθέτει τούς σχετικούς στίχους τού μεγάλου ποιητή.
* Σημειωτέον ότι γι’ αυτή τή μαντεία τής Σίβυλλας κάνει λόγο καί ό Σωζομενός, στό «περί τής εύρέσεως τον ζωηφόρου Σταύρον καί τών άγίων ήλων» κεφάλαιο:
« Ώ ξύλον μακαριστόν, άφ’ού Θεός έξετανύσθη! Τούτο γάρ καί σπουδάζων τις έναντίον είναι, ούκ άν άρνηθείη. Προύσήμαινεν ούν τό τον σταυρού ξύλον, καί τό περί αυτού σέβας. Τάδε μέν ήμϊν ώς προειλήφαμεν Ιστόρηται, άνδρών τε έπισταμένων άκούσασιν, εις οϋς έκ διαδοχής πατέρων εις παϊδας τό μανθάνει ν παρεγένετο, καί όσοι γε αύτά σιιγγράψαντες, ώςδυνάμεως είχον, τούς έπειτα καταλελοίπασιν.
Χαρακτηριστικά είναι τά γραφόμενα τοΰ Κωνσταντίνου περί τοΰ τέλους τών αύτοκρατόρων, πού έζησαν πρίν άπό αύτόν καί άσκησαν διωγμούς έναντίον των χριστιανών, τό Δέκιο, τον Ούαλλεριανό, τόν Αύρηλιανό καί τό Διοκλητιανό:
«’Εσένα τώρα τόν Δέκιο έρωτώ, πού κάποτε έκμεταλλεντηκες τούς κόπους των δικαίων, έσένα πού μίσησες τήν ’Εκκλησία, εσένα πού τιμώρησες όσους έκαναν μιάν άγια ζωή, τί πράττεις λοιπόν τώρα μετά τό βίο; Σέ ποιές καί πώς έχεις έμπλακεϊ δύσκολες περιστάσεις; Ό χρόνος μεταξύ τού βίου καί τής τελευτής έδειξε τήν ευτυχία σου, όταν πέφτοντας πρώτα πανστρατιά στά Σκυθικά πεδία, όδήγησες τό περιβόητο ρωμαϊκό κράτος στούς Γέτες μέσα στήν καταφρόνια.
Αλλά έσύ, Ούαλλεριανέ, άφοΰ έδειξες, βέβαια, στούς υπηκόους σου τήν ίδια μιαιφονία (= μίανση έκ φόνου) τού Θεού, τή θεϊκή κρίση φανέρωσες οδηγημένος αιχμάλωτος καί δέσμιος μαζί μέ τήν ίδια τήν πορφύρα καί τόν ύπόλοιπο βασιλικό κόσμο, καί άφοΰ γδάρθηκες καί ταριχεύτηκες κατόπιν εντολής του βασιλιά τών ΠερσώνΣαπώρου, τρόπαιο τής δυστυχίας σου έστησες αιώνιο.
Καί σύ, Λύρηλιανέ, φλόγα όλων τών άδικημάτων, πώς, δι ατρέχοντας μέ μανία τή Θράκη, άφοΰ ένδοξα σφάχτηκες στή μέση τής λεωφόρου, γέμισες τ’ αυλάκια μέ άσεβές αίμα;
Καί ό Διοκλητιανός μετά τή μιαιφονία τού διωγμού ό ίδιος, άφοΰ καταψήφισε τόν έαυτό του, παρέμεινε άθέατος άποκηρύσσοντας μέν τόν έαυτόν του ώς άχρηστο τής έξουσίας, ομολογώντας δέ τή βλάβη τής άφροσύνης άξια μιάς ευκαταφρόνητης φυλάκισης».
Καί λίγο παρακάτω προσθέτει: «Ό δέ Διοκλητιανός μετά τόν έγκληματικό διωγμό άνεπαισθήτως έκήρυξε τόν έαυτό του έκπτωτο τής άρχής καί ομολόγησε τό έγκλημα τής άφροσύνης διά τής κάθε ίρξεωςσέ μιά ταπεινή οικία. Τί λοιπόν τόν ώφέλησε τό ότι έστησε τόν πόλεμο πρός τό Θεό μας; Απλώς καί μόνο, νομίζω, γιά νά ζεϊτόν ύπόλοιπο βίο του τρέμοντας τό κτύπημα τοΰ κεραυνού. Τό διαλαλεϊ ή Νικομήδεια, δέν άποσιωποΰν δέ καί οί αύτόπτες μάρτυρες, ένας άπό τους όποιους είμαι καίέγώ. Διότι είδα, όταν είχε εύτελές φρόνημα, ότι φοβόταν κάθε θέαμα καί κάθε θόρυβο καί θρηνούσε δη αίτια τών κακών, τά όποια τόν βρήκαν, ήταν ή άφροσύνη του νά προκαλέσει έναντίον του τη θεία πρός τούς δικαίους έπικουρία»121.
Στις παραπάνω κρίσεις τοΟ Κωνσταντίνου προσθέτουμε καί λίγες άκόμα σχετικές ιστορικές πληροφορίες:
Ό Διοκλητιανός, άπστραβηγμένος στίς γαΐεςτσυ, ζοΰσε συνεχώς ύπό τό κράτος ένός υπερβολικού φόβου. Καί μή μπορώντας ν’ Απαλλαγεί άπό αυτόν, άλλ’ ούτε ν’ άντέξει άλλο τό μαρτύριο, αύτοκτόνησε122.
Αλλά καί οί ύπόλοιποι διώκτες τού χριστιανισμού, οί σύγχρονοι τοΰ Κωνσταντίνου, δέν είχαν καλύτερο τέλος. Γι’ αυτούς κάνουν λόγο ό Λακτάντιος, ό Εύσέβιος καί άλλοι συγγραφείς έκείνης της έποχής: Ό Γαλέριος προσβλήθηκε άπό μιά φοβερή άσθένεια.Ένα έπώδυνο έλκος παρουσιάστηκε στό κάτω μέρος τής κοιλιάς του, πού δέν άργησε νά γεμίσει σκουλήκια καί νά προκαλεΐ άφόρητη δυσοσμία. Τό σώμα του, πρήσθηκε, καλύφθηκε άπό έλκη καί καταβροχθίστηκε άπό σμήνη έκείνων τών έντόμων, πού έχουν δώσει τ’ όνομά τους στήν πολύ άποκρουστική άσθένεια pedicularis morbus123.
Καί ό άπάνθρωπος Μαξιμίνος Ντάια, πού συνέχισε τούς διωγμούς καί μετά τό διάταγμα τοΰ Μεδιολάνσυ, είχε βασανιστικό τέλος. Νικημένος, κατεστραμμένος, άπομονωμένος στήν Ταρσό καί άπελπισμένος, Αναζήτησε τό θάνατο στό δηλητήριο τό 313. Γράφει ό Λακτάντιος: «Άλλ’ ό θάνατος δέ βιάστηκε καί οί τελευταίες μέρες τον άπόγιναν μαρτυρικές άπό τούς άνυπόφορους πόνους, που προκαλοΰσε τό δηλητήριο. Στη διάρκεια ένός παροξυσμού, που βάσταξε τέσσερις ήμέρες, μάζευε μέ τίς χούφτες τον χώμα άπό τη γή καί τό καταβρόχθιζε
λαίμαργα. Έξαιτίας τών πόνων τον κοπάνισε τό μέτωπό τον στόν τοίχο, χύθηκαν τά μάτια τον άπό τίς κόγχες τονς καί τυφλώθηκε. Καί άφησε τήν ένοχη ψυχή τον στό πιό φριχτό είδος τοΰ θανάτου»124.
Γιά τόν τραγικό θάνατο τού Μαξιμίνσυ κάνει παρόμοιο λόγο καί ό Εύσέβιος125.
Γράφει ό Έλβετοαμερικανός Ιστορικός καί θεολόγος Philipp Schaff (18191893): «Σ’ αύτό τό τραγικό τέλος τών τριών τελεν ταίων αύτοκρατορικών διωκτών τους οι Χριστιανοί είδαν μιά προφανή κρίση τοΰ Θεοΰ»126.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες είναι καί οί σκέψεις τοΰ Κωνσταντίνου περί προσευχής:
«Ανίκητο άγαθό είναι ή δίκαιη προσευχή καί κανένας δεν άποτνγχάνει του σκοπού του, όταν εύσεβώς προσεύχεται. Διότι δεν άπομένει τόπος γι’ άπατυχία, είμή μόνο όπου ή πίστη λυγίζει. Ό Θεός βεβαίως πάντοτε παραβρίσκεται εύμενής, προσδεχόμενος την καλοκαγαθία τών Ανθρώπων. Ανθρώπινο είναι κάποτε νά κάνει σφάλμα κανείς, άλλ’ ό Θεός είναι άναίτιος τών άνθρώπινων σφαλμάτων. Πρέπει λοιπόν όλοι όσοι άγωνιζόμαστε γιά τήν ευσέβεια, νά όμολογήσουμε εύχαριοτίες στό Σωτήρα τών πάντων γιά τή δική μας σωτηρία καί γιά τήν καλοτυχία τών δημόσιων πραγμάτων, καί μέ Ιερές ευχές καί άλλεπάλληλες λιτανείες νά έξιλεώσουμε τό Χριστό, γιά νά διαφνλάττει τίς ευεργεσίες του γιά χάρη μας. Διότι αυτός είναι άνίκητος σύμμαχος καί υπερασπιστής τών δικαίων, καί άγαθότατος κριτής, άρχοντας τής άθανασίας, χορηγός τής αιώνιας ζωής»121.
Ό ίδιος έγραφε προσευχές, όπως οί παρακάτω:
α. «Επιθυμία μου είναι νά έχει ειρήνη ό λαός Σου καί νά μένει άστασίαστος γιά τό καλό τής Οικουμένης καί όλων τών άνθρώπων. Χαίρσντας άς λάβουν άπόλανση τής ειρήνης καί τής ήσυχίας καί οΐ πλανώμενοι όμοια μέ τούς πιστεύοντες. Διότι αύτή ή γλυκύτητα τής έπικοινωνίας (ή Αποκατάσταση ίσων προνομίων) θά μπορέσει καί έκεΐνον νά έπανορθώσει, καί νά τόν όδηγήσει στήν ευθεία όδό. Άς μή παρενοχλεΐ κανείς τό διπλανό του. Άς κάνει καθένας ότι θελήσει ή ψυχή του, άς ξοδέψει τή ζωή του σ’ αυτό.'Όσοι σκέπτονται καλά πρέπει νά πεισθοΰν ότι μέ τήν άγιότητα καί τήν καθαρότητα ψυχής θά ζήσουν αύτοί μόνοι, πού ’Εσύ καλεΐς ν’ άναπαύονται ατούς άγιους Σου νόμους. Αύτοί πού άπέχουν μέ τή θέλησή τους, άς έχουν τούς ναούς τής ψευδολογίας. Εμείς έχουμε τό χαρούμενο οίκο τής άλήθειάς Σου, τόν όποιο μάς έδωσες κατά φύσιν, τούτο ευχόμαστε καί γιά έκείνους, όπως δηλαδή μέ τήν κοινή ομόνοια έχουν καί αύτοί τή χαρά...»128.
β. «Εσένα τώρα τόν μέγιστο Θεό παρακαλώ, είθε νά είσαι καί πράος καί εύμενής μέ τούς Ανατολικούς σου, είθε νά είσαι σέ όλους τούς κατοίκους τών έπαρχιών, πού έχουν συντρίβει άπό χρόνια συμφορά, παρέχοντας τήν ΐαση δι ’ έμοϋ τού δούλου Σου. Καί αύτά βέβαια, ζητώ όχι άνάρμοστα, ώ δέσποτα τών όλων, άγιε Θεέ. Διότι μέ τίς δικές σου όδηγίες έπέτνχα σωτηριώδη πράγματα καί περάτωσα τό ταξίδι μου, τή σφραγίδα Σου προβάλλοντας πανταχοΰ όδήγησα καλλίνικο στρατό. Καί άν κάπου κάποια άνάγκη καλ'εϊ τών δημοσίων, Ακολουθώνταςτά ίδια συνθήματα τήςάρετήςΣου, έναντίοντών έχθρών θά κινηθώ. Γι’ αύτά βέβαια, καίάνέθεσα σέ Σένα τήν ψυχή μου μέ έρωτα καί φόβο καθαρά άναμεμειγμένη. Διότι τό μέν όνομά Σου γνησίως άγαπώ, τή όέ δύναμη εύλαβοΰμαι, τήν οποία μέ πολλά τεκμήρια φανέρωσες, καί τήν πίστη μου οικοδόμησε' την στερεότερη. Σπεύδω λοιπόν καί τούς ώμους μου βάζω στήριγμα ν’ Ανανεωθεί ό Αγιότατος οίκος Σου, πού έκεΐνοι οΐ μυσαροί καί άσεβέστατοι τόν λεηλάτησαν μέ τό άτόπημα τής κατεδάφισης»129.
Ό Εύσέβιος, ό Θεοδώρητος, ό Σωκράτης, ό Σωζομενός κ.ά. διασώζουν στά έργα τους έπιστολές καί λόγους τοΰ Μεγάλου Κωνσταντίνου που εντυπωσιάζουν τον άναγνώστη γιά τη σοφία τοϋ συντάκτη τους, άλλά καί γιά τη φλογερή χριστιανική πίστη του καί γιά τήν άγάπη του γιά τήνΕκκλησία καί τους χριστιανούς. Καί άν άκόμα καμμιά άλλη πηγή πληροφόρησης δεν είχαμε γιά τόν Κωνσταντίνο, οΐ έπιστολές αύτές είναι Ικανές ν’ άποστομώσουν τους επικριτές του σέ δ,τι άφορά τήν ειλικρινή καί πλήρη μεταστροφή του στό χριστιανισμό καί τή γνησιότητα τής χριστιανικής του πίστεως.
Έστειλε έπιστολές στους έπισκόπσυς μέ όδηγίες γιά τήν έπισκευή τών παλαιών ναών καί τήν άνοικοδόμηση νέων καί μεγαλυτέρων130. Έστειλε έπιστολή πρός τούς κατοίκους κάθε επαρχίας, πού άκόμα ήσαν προοδεμένοι στό παλαιό θρήσκευμα, καί τούς προέτρεπε ν’ άναγνωρίσουν τόν άνώτατο Θεό καί άνοιχτά νά όμολογήσουν τήν υποταγή τους στό λυτρωτή Χριστό131.
Τά κείμενα τών έπιστολών τοϋ Κωνσταντίνου, πού ό Εύσέ βιος παραθέτει στά βιβλία του, άποκαλύπτσυν μιάν ισχυρή διάνοια, έναν ήθικό χαρακτήρα, μιά συγκροτημένη προσωπικότητα καί ένα βαθύτατα θρησκευόμενο άνθρωπο καί αύτοκράτορα, πού πάνω άπ’ όλα μεριμνά γιά τή χριστιανική ζωή τών υπηκόων του, τήν ειρήνη καί τήν ενότητα στσύς κόλπους τής Εκκλησίας. Πρό παντός, άποκαλύπτει έναν άνθρωπο πού βιώνει έντονα καί έκδηλώνει έμπρακτα καθημερινά καί κάθε ώρα τή θρησκευτική πίστη του μέσα άπό τίς πράξεις του. Ένα συνειδητό χριστιανό. Τά κείμενά του, αυτά καί μόνον, θά μπορούσαν νά δώσουν άποστομωιική άπάντηση στους κατηγόρους του, που έχουν διαστρεβλώσει τελείως την εικόνα του.Όρισμένα άπό τά κείμενα αύτά θεωρήθηκαν πλαστά, άλλ’ ευρήματα τών τελευταίων χρόνων έπιβεβαιώνουν τη γνησιότητά τους ώς έργα τού Κωνσταντίνου.    
Αποσπάσματα μερικών άπό τίς έπιστολές αυτές παραθέτουμε στό’Επίμετρο, στό τέλος τοΰ βιβλίου.



Τό περιστέρι
(Χριστιανικό σύμβολο στις κατακόμβες)




Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ


1.                 Τά γεγονότα στό παλάτι τό 326


Τό 326, δηλαδή ένα χρόνο μετά τη σύγκληση τής Α' Οικουμενικής Συνόδου τής Νίκαιας, ό Κωνταντίνος καί όλόκληρη ή οικογένεια του μεταβαίνουν στη Ρώμη, γιά νά γιορτάσουν τά Βικενάλια (εικοσάχρονα τής βασιλείας του).
Εκεί ό αύτοκράτορας κλήθηκε άπό τή Σύγκλητο στόν Καπιτωλίνο λόφο νά συμμετάσχει σέ μιά στρατιωτική είδωλολατρική γιορτή καί νά προσφέρει τίς νενομισμένες θυσίες στούς θεούς. Τί θά έκανε ό χριστιανός βασιλιάς;'Ύστερα μάλιστα άπό τίς μοναδικές στιγμές ευλογίας καί ψυχικής άνάτασης, πού είχε βιώσει στη Σύνοδο τής Νίκαιας, περιβαλλόμενος άπό τόσους φωτισμένους καί αγίους Πατέρες, θά ξαναγύριζε στά είδωλολατρικά έθιμα; Όχι, βέβαια. Ό Κωνσταντίνος όχι μονάχα άρνήθηκε νά συμμετάσχει σ’ αυτές τίς θυσίες, άλλά καί τίς ειρωνεύτηκε!
Ή άρνησή του ήταν καθαρή προσβολή γιά τή Σύγκλητο καί τό λαό καί πυροδότησε τήν άγανάκτηση καί τό μίσος όλων, πού κατά τό Ζώσιμο ήταν πολύ μεγάλα. Ό όχλος λιθοβόλησε τό άγαλμά του.
Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τού Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας132, τήν είδηση για τήν καταστροφή τοϋ άγάλματός του άνάγγειλαν στόν Κωνσταντίνο στρατιώτες τής φρουράς του, φέρνοντας μπροστά ταυ καί κάποιους άπό τοΰς ένοχους. Ατάραχος ό αύτοκράτορας ψηλάφησε τό πρόσωπά του καί ρώτησε χαμογελώντας τους άξιωματούχους, άν βλέπουν καμμιά ζημιά ατά μάγουλά του άπό τίς πέτρες «μή τι κατά τούτου τοΐς λίθοις έχρήσαντο ή τά τήςλώβης ταΐς παρειαΐς ένσεσήμαντο». Εκείνοι τού άποκρίθηκαν άρνητικά καί ό Κωνσταντίνος πρόσταζε ν’ άφήσουν έλεύθερους τους κρατούμενους, γιατί δεν έβλαψαν έκεΐνον, άλλά τό χαλκό «ούκ ημάς κακόν τι διέθεντο, αλλά τώ χαλκώ έπελύττησαν»]
Τό ίδιο περιστατικό άναψέρει σέ όμιλία του καί ό Χρυσόστομος, άλλά γιά τη σχετική άναφορά εκείνου θά μιλήσουμε πιό κάτω.ΤόνΊούλιο τοΰ 326 μ.Χ. άρχισαν στ’ άνάκτορα οί γιορτές γιά τήν είκοσαετηρίδα τού Κωνσταντίνου στό θρόνο τής Ρώμης με τή συμμετοχή όλων τών έπισήμων τής Ρώμης.
Πιθανότατα κατά τό τρίτο δεκαήμερο τοϋ Ιουλίου, καί ένώ οί γιορτές διαρκοϋσαν, ό Κωνσταντίνος διέταξε τή σύλληψη τοΰ Κρίσπου καί τή φυλάκισή του στή μακρινή φυλακή τής Πώλας, στήν Ιστρια (χερσόνησο άνάμεσα στή Βενετία καί τήν Κροατία).Τό γεγονός κατατάραξε τήν κοινωνία τής Ρώμης. "Ολοι ρωτούσαν γιά τό γιατί, μά κανείς δέ γνώριζε τίποτε. Δεύτερη εϊδηση κεραυνός λίγες μέρες άργότερα στήν αιώνια πόλη προκάλεσε τή φρίκη: Ό Κρίσπός πέθανε βίαια στήν Πώλα! Ή πληροφορία απλώθηκε ταχύτατα σ’ όλόκληρη τή Ρώμη: «Ό Κωνσταντίνος έκτέλεσε τό γιό του»! Άλλά γιά ποιο λόγο; Οί φήμες, όπως γίνεται σ’ άνάλογες περιπτώσεις, άρχισαν νά οργιάζουν, μέ ιδιαίτερη χαιρεκακία μάλιστα μεταξύ τών παγανιστών, πού μισούσαν θανάσιμα τόν αύτοκράτορα.
’Άγνωστοι έγραψαν πάνω σέ μιά σανίδα καί τήν κρέμασαν σέ κτίριο τοΰ παλατιού τοΰτο τό σατιρικό δίστιχο:
«Ποιός θέλει πίσω τόν Κρόνο καί τή χρυσή έποχή τον;
’Έχουμε τή διαμαντένια έποχή, τή Νερονιάνα».
Τους στίχους, καθώς καί την πληροφορία ότι δημιουργός τους ήταν κάποιος πρόξενος Άβλάβιος, διασώζει ό Λατίνος ποιητής Σιδόνιος Άπολλινάριος, πού γεννήθηκε έναν αιώνα μετά τό θάνατο τοΰ Κωνσταντίνου133.
Παγανιστές Ιστορικοί συγγραφείς, τούς όποιους αναφέρουμε παρακάτω, 50-150 χρόνια Αργότερα έγραψαν, ότι ή Φαύστα κατηγόρησε τόν Κρίσπο στον πατέρα του γιά ερωτική έπίθεση κι έκεΐνος τόν τιμώρησε μέ θάνατο. Άλλ’ όταν ό αύτοκράτορας έμαθε από τη μητέρα του Ελένη λίγους μήνες Αργότερα, ότι ή Φαύστα είχε συκοφαντήσει τόν Κρίσπο, τιμώρησε καί έκείνη μέ θάνατο.
Ό Κωνσταντίνος έγκατέλειψε τή Ρώμη καταφαρμακωμένος, γιά νά μή ξαναγυρίσει ποτέ πάλι έκεΐ. Καί γιά όσο χρόνο χτιζότανε ή νέα πρωτεύουσα, παρέμενε στή Νικομήδεια.
Γύρω Από την τραγωδία αυτή διαμορφώνονται δύο κυρίως τάσεις Από τούς ιστορικούς καί τούς χρονικογράφους εκείνης τής έποχής:Ή πρώτη, πού περιλαμβάνει φανατικούς παγανιστές καί Αδυσώπητους έχθρούς τοϋ Κωνσταντίνου, οί όποιοι τοΰ καταλογίζουν εύθύνες γιά τό θάνατο τών δύο οικογενειακών του προσώπων, καί ή δεύτερη, πού περιλαμβάνει χριστιανούς, Αλλά καί παγανιστές Ακόμη ιστορικούς, οί όποιοι είτε καμία δέν έπιρρίπτουν στον Κωνσταντίνο κατηγορία γιά τους δύο φόνους ή τόν ύπερασπίζονται ώς Αθώο γιά τόν ένα ή καί γιά τούς δύο θανάτους. Ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις δαμορφώνεται καί μιά τρίτη, στην όποια μπορούμε νά έντάξουμε όσους ιστορικούς Απλά Αναφέρουν τό γεγονός τού θανάτου τών δύο προσώπων.
Αλλά άς δούμε άναλυτικά τις σχετικές πληροφορίες όλων σχεδόν των άρχαίων συγγραφέων;

2.                 Τό «κατηγορώ» τών άρχαίων παγανιστών ιστορικών γιά τους δυο φόνους

3.                   
Οι φανατικοί παγανιστές βρήκαν πράγματι μιά καταπληκτική εύκαιρία νά έκδηλώσουν τό μίσος τους εναντίον τού Κωνσταντίνου, που άνέτρεψε τή θρησκεία τους. Καί γιά όσο χρόνο έμαίνετο ό κρυφός πόλεμος τών ειδωλολάτρων έναντίον τών χριστιανών, ό Κωνσταντίνος είχε γίνει στόχος παγανιστών, άθεων, αιρετικών καί όλων γενικά τών έχθρών τής χριστιανικής πίστεως.
Τρεις είναι κυρίως οί ιστορικοί, πού καταφέρονται έναντίον τού Κωνσταντίνου μέ πάθος καί τού καταλογίζουν την ευθύνη γιά τό θάνατο τού Κρίσπσυ καί τής Φαύστας: ό Εύνάπιος, ό Φιλοστόργιος, καί ό Ζωσιμος.
Αναλυτικότερα αύτοί οί ιστορικοί έχουν τίς έξής άπόψεις:
α. Ό Εύνάπιος (347-414): Ό φανατικός παγανιστής Εύνάπιος, πού έγραψε τήν Ιστορία του 50-70 χρόνια μετά τό θάνα το τού Κωνσταντίνου, είναι ό πρώτος ιστορικός, πού άναφέρει «κάποια αίτια θανάτου» τής Φαύστας, την άπιστία, καί έναν τρόπο θανάτου, τήν ασφυξία άπό τούς ατμούς τοϋ λουτρού. Ανεξακρίβωτα καί αναπόδεικτα καί τά δύο μέχρι σήμερα.
Ό Εύνάπιος στήν 'Ιστορία του, πού σήμερα είναι χαμένη, αλλά πού πρόλαβε ό Ζωσιμος νά τήν ενσωματώσει στή δική του «ΝέαΙστορία», «μένεα πνέων» κατά τού Κωνσταντίνου, τόν θεωρεί υπεύθυνο όλων τών δυστυχιών τής αυτοκρατορίας! Θά ήταν πράγματι περίεργο, αν αυτός ό παθιασμένος παγανιστής έγραφε έναν καλό λόγο γιά τόν Κωνσταντίνο... Άραγε ή ιστορία του γιά τό ζεματιστό λουτρό τής Φαΰστας ήταν άληθινή ή ήταν δημιούργημα τού μίσους του ή φημολογία έκείνης τής έποχής (άφοϋ, ώς γνωστόν, ό λαός έκδικεϊται τούς ιθύνοντες του μέ δυσμενείς καί άνυπόστατες φήμες;). Αλλά ποιός ήταν ό Εύνάπιος;
Ό Μέγας Φώτιος, πού είχε διαβάσει την Ιστορία τοϋ Εύνάπιου, σημειώνει τά έξης στό βιβλίο του «Βιβλιοθήκη» μέ άριθμό Κώδικα 77: «Ό Εύνάπιος ήταν Σαρδιανός στην καταγωγή πράγματι πατρίδα του ήταν οί Σάρδεις τής Λνκί ας καί υπήρξε ασεβής ώς πρός τίς θρησκευτικές τον πεποιθήσεις, άφοϋ πίστευε στή θρησκεία τών έθνικών. ’Έτσι όσους τίμησαν τό βασιλικό θρόνο μέ τήν εύσέβειά τους τούς διασύρει, ύβρίξοντάς τους χυδαία καί μέ κάθε τρόπο, Ιδιαίτερα βέβαια τό Μέγα Κωνσταντίνο. ’Εξαιρεί, άντίθετα, τούς άσε βεις, καί, περισσότερο άπ’ όλους, τόνΊουλιανό τόν Παραβάτη. Καί σχεδόν μπορεί νά πει κανείς ότι ή Ιστορία τον έκπονήθηκε μέ σκοπό ν’ άποτελέσει εγκώμιο έκείνου». Καί παρακάτω προσθέτει: «Συνέγραφε δυο πραγματείες, οί όποιες περιέχουν τήν ίδια ιστορία, τήν πρώτη καί τή δεύτερη. Καί στή μέν πρώτη άποδύεται σέ σφοδρή έπίθεση βλασφημίας έναντίον τής καθαρής πίστεως ήμών τών χριστιανών καί έγκωμιάξει τήν έθνική δεισιδαιμονία, προσάπτοντας πολλά στους εύσεβεϊς βασιλείς. Στή δεύτερη, τήν όποια καί έπιγράφει νέα έκδοση, άπαλύνει κατά πολύ τήν ϋβρη καί τήν άσέλγεια, πού έξαπέλυε κατά τής άληθινής πίστεως...»134.
β. Ό Φιλοστόργιος (368-433): Ό Φιλοστόργιος, άρειανός έκκλησιαστικός συγγραφέας, πού έγραψε τήν 'Ιστορία του 90 χρόνια μετά τό θάνατο τού Κωνσταντίνου, γράφει «λένε ότι ό Κωνσταντίνος σκότωσε τόν ίδιο τό γιό του Κρίσπο, τόν όποιο διέβαλε ή μητριά του Φούστα»135, δίχως νά διευκρινίζει τη φύση τής κατηγορίας. Ό ίδιος κάνει λόγο γιά θανατική έκτέλεση τής Φαύστας σέ καυτό λουτρό ώς ένοχη μοιχείας μέ ένα δρομέα136! Τόν τρόπο έκτελέσεως τής Φαύστας άντιγράφει άπό τόν Εύνάπιο, άλλα τό αϊτιο πού προβάλλει είναι μάλλον δικής του έμπνεύσεως.
Ό Φιλοστόργιος, ώς άρειανός, είχε λόγο νά μη συμπαθεί τόν Κωνσταντίνο. Όμως δεν είναι Αξιόπιστο πρόσωπο. Γι’ αυτόν γράφει ό Αμερικανός θεολόγος, μεταφραστής καί άριστος σχολισγράφος τοϋ Ευσέβιου Ernest Richardson: «Ό Φώτιος καί όλος ό όρθόδοξος κόσμος δεν τού έχουν έμπιστοσύνη. Καί ένας πολύ άνορθόδοξος κριτικός, ό Gibbon, τόν βρίσκει έμπαθή, προκατειλημμένο καί άνίδεο».
Πράγματι ό Φώτιος έξαπολύει κεραυνούς κατά τοϋ Φιλο στόργιου. Γράφει: «Διαβάστηκε ή δήθεν ΈκλησιαστικήΊστορία τοϋ Φιλοστόργιον, που ήταν άρειανός στη θρησκεία. 'Εξιστορεί δέ τά αντίθετα άπ’ όλους σχεδόν τούς έκκλησιαστικούς ιστορικούς. Έξαίρει συλλήβδην τούς άρειανίζοντες, περιλούζει μέ ύβρεις τούς όρθοδόξους, έτσι πού ή Ιστορία του νά μη είναι Ιστορία, άλλά μάλλον έγκώμιο, άφενός των αιρετικών, άπροκάλυπτος ψόγος άφετέρου καί “κατηγορώ” κατά τών ορθοδόξων». Καί παρακάτω προσθέτει: «Είναι βέβαια ή συγγραφή του γεμάτη ψεύδη καί δεν άποφεύγει ούτε τίς μυθικές άφηγήσεις. Γιά τη μόρφωσή τους έξαίρει ιδιαίτερα τόν Άέτιο καί τόνΕύνόμιο, προβάλλοντας τήν τερατώδη δικαιολογία ότι αυτοί μόνοι άποσαφήνισαν τά δόγματα τής ορθής πίστεως πού είχαν συν τφ χρόνω οδηγηθεί σέ σύγχυση...»131.
γ. ΌΖώσιμος (450-510): Ό Ζώσιμος,Έλληνας, φανατικός παγανιστής, όραματιστής έπαναφοράς τοϋ Δωδεκαθέου καί Αδυσώπητος εχθρός τοϋ Κωνσταντίνου, πού έγραψε τή δική του «Νέα Ιστορία» έκατόν πενήντα χρόνια περίπου μετά τό θάνατό τόϋ Κωνσταντίνου, τή χρησιμοποίησε γιά νά πλήξει έκεΐνον.
Αλλά ή «Νέα'Ιστορία» του είναι σύμφυρμα τριών ιστορικών έργων, καθένα τών όποιων άναφέρεται σέ διαφορετική χρονική περίδο: τοϋ Εύνάπισυ, πού περιλαμβάνει τους χρόνους τοϋ θέματός μας, τοϋ Δέξιππου καί τού Ηλιόδωρου, γιά έπόμενες χρονικές περιόδους.
Τό μίσος τοϋ Ζώσιμου εναντίον τοϋ Κωνσταντίνου μέσα σ’ αύτό τό βιβλίο είναι άπόλυτο καί όλοφάνερο.Έχει έσκεμμένα παραμορφώσει τά γεγονότα, γιά ν’ άμαυρώσει τήν εικόνα τοϋ μεγάλου αύτοκράτορα. Δέν τοϋ άναγνωρίζει καμιά θετική προσφορά στην Αυτοκρατορία γιά τους λόγους, που έξηγήσαμε. Γράφοντας γιά γεγονότα, που είχαν συμβεί έκατόν πενήντα χρόνια πρίν άπ’ αύτόν περίπου, μεγιστοποιεί τίς κατηγορίες, που είχε άναφέρει ό Εύνάπιοςγιά έρωτικές σχέσεις μεταξύ Φαύστας καί Κρίσπου138. Καί γιά νά ταπεινώσει περισσότερο τό πρόσωπο τοϋ χριστιανού αύτοκράτορα, άναζητάει παραλληλισμούς στην άρχαίαΕλληνική Λογοτεχνία. Προσπαθεί ν’ άνασυνθέσει την τραγωδία τοϋ Ευριπίδη, κάνοντας λόγο γιά ισχυρό έρωτικό δεσμό μεταξύ Κρίσπου καί Φαύστας, άποδίδοντας στόν πρώτο τό ρόλο τοϋ Ιππόλυτου, στή δεύτερη τό ρόλο τής Φαίδρας καί στόν Κωνσταντίνο τό ρόλο τοϋ άπατημένου πατέρα Θησέα πού εκδικείται. Αλλά ό Ζώσιμος δίνει μεγαλύτερες διαστάσεις στήν «τραγωδία» του, άποδίδοντας στόν Κωνσταντίνο «τό θάνατο ...δύο συζύγων, τής άθώας Φαύστας καί μιάς μοιχαλίδας, ή οποία ήταν μητέρα τών τριών διαδόχων τον»!
Βέβαια, όλ’ αυτά είναι τελείως άβάσιμα καί άστήρικτα λόγω παντελούς έλλείψεως ιστορικών στοιχείων. Αλλά καί λογικά παραμένει άστήρικτο ένας εικοσάχρονος καί νιόπαντρος άνδρας, συνετός καί ένδοξος, νά έχει έρωτευθεϊ τη μητρυιά του καί μητέρα πέντε παιδιών... Αναμφίβολα, ή Ιστορία τροφοδοτεί τη λογοτεχνία, άλλ’ όλ’ αυτά άνήκουν στη σφαίρα τής ατρα τευμένης, άν όχι τής διεστραμμένης, φαντασίας...
'Ένα μονάχα χειρόγραφο τοϋ έργου τοϋ Ζώσιμου έπέζησε, τό «Vaticanus Graecus 156», που συντηρείται στη Βιβλιοθήκη τοϋ Βατικανού καί τοϋ όποιου οί μεταπτώσεις ήταν πολλές. Αντιγραμμένο ΰπό μυστηρώδεις προϋποθέσεις κατά τόν δέκατο αιώνα σέ μιά μεγάλη μονή τής Κωνσταντινούπολης, τή Μονή Στουδίου, είναι άγνωστο πότε καί πώς έφτασε στό Βατικανό. Λείπουν οί σελίδες, πού άναφέρονται στό Διοκλητιανό. Είχε μιά έκδοση στά 1887139.
Ό Μέγας Φώτιος γράφει γι’ αυτόν: «Στό ζήτημα τής θρησκείας είναι άσεβής καί συχνά καί σέ πολλά σημεία καταφέ ρεται κατά των εύσεβών στό ύφος τον όμως είναι απέριττος, σαφής καί άκριβής, έτσι που νά μήν απέχει άπό τό νά θεωρηθεί εύχάριστος». Καί παρακάτω προσθέτει: «Θά ’λεγε κανείς ότι ό Ζώσιμος δέν έγραψε ιστορία, αλλά μετέγραψε άπλώς τήν ιστορία τον Εύνάπιου, μέ τή μόνη διαφορά ότι ή δική του είναι πολϋ πιό σύντομη καί ότι δέ διασύρει σέ τέτοιο βαθμό, όπως έκεΐνος τόν Στελίχωνα. Τά άλλα, ώς πρός τήν ιστορική άφήγηση, είναι σχεδόν τά ίδια, ιδιαιτέρως οί διαβολές κατά των εύσεβών βασιλέων»140.
Μισαλλόδοξος ό Ζώσιμος έχει καταγράψει πληροφορίες, πού σήμερα έλέγχονται άπό τούς εγκυρότερους ιστορικούς ώς Ανακριβείς. Γράφει π.χ. ότι γιά τήν πτώση τής Αυτοκρατορίας εύθύνονται οί χριστιανοί, ότι ή μεταστροφή τοϋ Κωνσταντίνου στό χριστιανισμό έγινε μετά τό θάνατο τοϋ γιοϋ του Κρίσπου, ότι δέν άκολούθησε την κρίση τοϋ Εύνάπιου, την Ιστορία τοϋ όποιου, ώστόσο, άντέγραψε κ.ο.κ. Τό πάθος κατά τών χριστιανών καί οί υπερβολές τοϋ Ζώσιμου προκαλοΰν δλα τά χρόνια τή μήνη τών χριστιανών ιστορικών. Κατηγορείται ότι δεν ένέμεινε στην κρίση τών ιστορικών, τους όποιους άκολουθησε.
Είναι περίεργο, άλήθεια, κατά πόσο μπορούν νά προα γάγουν την ιστορική γνώση τών χρόνων τοϋ Κωνσταντίνου οί συγγραφείς πού έζησαν τόν έκτο, έβδομο ή άκόμη καί τόν ένδέκατο αίώνα... Πόση σημασία όφείλουμε ν’ άποδωσουμε στίς πληροφορίες τοϋ Ζώσιμου, πού γίνεται τό «μεγάφατνο» τού Εύνάπιου, άφοϋ ό ίδιος έγραψε έκατόν πενήντα χρόνια μετάτό θάνατο τοϋ Κωνσταντίνου; Ούτε οί νεότεροι ιστορικοί προσθέτουν ρίζες στίς πληροφορίες ένός άπό αυτούς, μέ τό νά έπικαλοΰνται μιά σειρά άλλων ιστορικών, πού άπλά άντιγράφουν τούς δυότρείς παλαιότερους. Άπό τούς Ιστορικούς συγγραφείς τών νεότερων χρόνων οί Βαρόνιος, Laelius Bisciola, Barth, J. D. Ritter, P. Bentley, και St Croix κ. ά. έχουν πάρει τή μειωτική γιά τό Ζώσιμο πλευρά. Ό Ρ. Bentley Ιδιαίτερα μιλάει γι’ αυτόν μέ μεγάλη περιφρόνηση.
"Ομως οί θεωρίες τοϋ Ζώσιμου βρίσκουν όπαδούς, καί μάλιστα πολύ φανατικούς, καί στήν έποχή μας μεταξύ τών ιστορικών, πού δέν έχουν καλές σχέσεις μέ τήν ’Εκκλησία τού Χριστού, ή είναι άθεοι ή αιρετικοί, ή πού θεωροΰν τόν Κωνσταντίνο ώς ένα «καταστροφέα τής θρησκείας τού Δωδεκάθεου», ή «άνθρωπο, πού ζημίωσε τή Δύση μέ τή μεταφορά τής πρωτεύουσας στήν Ανατολή», ή, άκόμα, πού δέ γνωρίζουν τά δσα ό Εύσέβιος έχει καταγράψει γιά τόν Κωνσταντίνο. Κοντολογίς πολλοί άπ’ αυτούς δέ δυσκολεύονται ν’ άποκαλοϋν τόν Κωνσταντίνο «φονιά» ή άκόμη καί «δολοφόνο», άσχετα άν κανένα άσφαλέστατο ντοκουμέντο δέν έχει ή Ιστορία στ’ άρχεΐα της, πού νά ισχυροποιεί τούς ισχυρισμούς τους.

3.       Οί άρχαϊοι χριστιανοί Ιστορικοί καί ένας παγανιστής άποκρούουν τίς κατηγορίες ή τίς άγνοοϋν


α. Ευσέβιος Παμφίλου (260-340):Ό έπίσκοπος Καισαρείας Εύσέβιος, σύγχρονος τού Κωνσταντίνου, φίλος τόυ καί ό σημαντικότερος έκκλησιαστικός Ιστορικός έκείνων τών χρόνων, ένώ στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του καί, προπαντός, στό «Βίο τού Κωνσταντίνου», παρέχει πακτωλό πληροφοριών άπό τό βίο τού μεγάλου αύτοκράτορα, ωστόσο, δέ γράφει τίποτε γιά τά τραγικά γεγονότα τού 326. Καί ένώ στό βιβλίο του «Βίος τοϋ Κωνσταντίνου μιλώντας γιά τόν Κωνσταντίνο εικονογραφεί τό πρόσωπο ένός άγιου άνθρώπου καί αύτοκράτορα, σχετικά με' τό θάνατο τοϋ Κρίσπου δηλώνει άπλά πώς δέ γνωρίζει τους λόγους τού θανάτου του .Έτσι έγκαλεϊται άγρίως άπό κάποιους Ευρωπαίους Ιστορικούς τών τελευταίων αιώνων, ότι σκόπιμα αποσιωπά τά «έγκλήματα» καί ότι τό βιβλίο του γιά τη ζωή τοϋ Κωνσταντίνου είναι μιά κολακεία. Προφανώς οί καλοί ιστορικοί λησμονούν ότι αύτό τό βιβλίο γράφηκε μετά τό θάνατο τού Κωνσταντίνου καί πολύ κοντά στό θάνατο τοϋ συγγραφέα, οπότε κανείς δέ συνέτρεχε λόγος κολακείας πρός τόν υμνούμενο.
β. Κύριλλος Ιεροσολύμων (315-386): Ό έπίσκοπος Ίεροσολύμων Κύριλλος, σύγχρονος τοϋ Κωνσταντίνου έκκλησιαστικός συγγραφέας, ένώ παρέχει άλλες πληροφορίες άπό τήν έποχή του, δέν άναφέρει τίποτε γιά τά γεγονότα αυτά. Απεναντίας σέ μιά του επιστολή πρός τόν Κωνσταντίνο Β', γιό τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου, γιά τήν όποια γίνεται έκετενέστερος λόγος παρακάτω141, έκφράζεται μέ πολύ σε βασμό γιά τό μεγάλο πατέρα του, άποκαλώντας τον «θεοφι λέστατον» καί «μακαρίας μνήμης».
γ. ΙΙραξαγόρας (α' μισό τοΰ 4ον αιώνα): Ό Άθηναΐος δέν κατηγορεί τόν Κωνσταντίνο γιά έγκλήματα, όπως πράττουν άλλοι παγανιστές ιστορικοί, άλλ’ άπεναντίας, σ’ ένα άπόσπασμα τοΰ χαμένου σήμερα δίτομου έργου του, που διασώζει ό Φώτιος στη «Βιβλιοθήκη» του μέ άριθμό Κώδ. 62, τόν έγκωμιάζει ώς τόν καλύτερο αύτοκράτορα, που «έπισκίασε μέ την άρετη, την καλοσύνη καί τίς έπιτνχίες του όλους, όσους βασίλενσαν πριν άπό έκεΐνον»142'.
Ό διαπρεπης Ίρλανδός ιστορικός, κλασσικός μελετητής, Βυ ζαντινολόγος και φιλόλογος John Bagnell Bury (1861-1927), προσδιορίζοντας μέ άκρίβεια τό χρόνο που ό Πραξαγόρας έζησε (πρώτο μισό τοΰ τέταρτου αιώνα), ότι δηλαδή ήταν σύγχρονος τοΰ Κωνσταντίνου, παραχωρεί πολύ έδαφος στήν Ιδέα ότι οί κακουργίες, πού άποδίδονται στό μεγάλο αύτοκράτορα δεν ήταν τίποτε περισσότερο άπό έπινοήσεις καί κακόβουλες διαδόσεις τών παγανιστών, καί, πρό πάντων, τών δύο ξεχωριστών άπό αυτούς, τοΰ Ζώσιμου καί τοΰ’Ιουλιανοΰ, πού μέ πάθος άγωνίσιηκαν νά επαναφέρουν στη λατρεία τό Δωδεκάθεο. ’Εξάλλου, πολλές άπό τίς περίφημες καί δηλητηριώδεις έπιστολές τοΰ δευτέρου, κρίνονται άπό έξειδικευμένους Ιστορικούς πλαστές καί άμφισβητήσιμες καί έπομένως άναξιόπιστες143!
δ. Σωκράτης ό Σχολαστικός (380439): Ό έκκλησιαστικός Ιστορικός Σωκράτης ό Σχολαστικός παρέχει πλήθος πληροφοριών περί τοΰ Κωνσταντίνου, όπως θά ίδοΰμε στίς έπόμενες σελίδες καί σημειώνει: «Αλλά ό Κωνσταντίνος μέν ό βασιλεύς τά τοΰ Χριστού φρονών, πάντα ώς χριστιανός έπραττεν»144. 'Όμως καί αυτός δεν άναφέρει τίποτε γιά τό θάνατο τοϋ Κρίσπου, ούτε τής Φούστας.
ε. Θεοδώρητος (393-457): Ό σημαντικός καί πολυγραφότα τος έκκλησιαστικός ιστορικός συγγραφέας Θεοδώρητος, πού άποκαλεΐ τόν Κωνσταντίνο «πανεύφημο βασιλέα», καί «ήπιον πατέρα, όπως τόν γνώρισαν όλοι γενικώς», καί πού δίνει ενα πλήθος θετικότατων πληροφοριών περί αύτοϋ καί τού έργου του, γιά τίς όποιες γίνεται λόγος στίς έπόμενες σελίδες, δέν άναφέρει τίποτε γιά τούς δύο θανάτους τοϋ 326.
στ. Σωζομενός (368-433):Ό Ιστορικός έκκλησιαστικός συγγραφέας Σωζομενός δηλώνει ότι γνωρίζει δλα δσα λένε οί παγανιστές γιά τούς θανάτους των συγγενών τοϋ Κωνσταντίνου καί τά περί συνέργειας τοϋ Κωνσταντίνου στό θάνατο τοϋ γιοϋ του Κρίσπου, άλλά θεωρεί ότι δλα αύτά είναι δικά τους κατασκευάσματα μέ σκοπό νά συκοφαντήσουν τή χριστιανική θρησκεία: «Εμοίδέ δοκεϊ, ταϋτα πεπλάσθαι τοΐς σπουδάζουσι τήν χριστιανών θρησκείαν κατηγορεϊν»145.
ζ. Γελάσιος (β' μισό τοϋ 5ου αιώνα): Ό έκκλησιαστικός Ιστορικός Γελάσιος, μολονότι τρέφει άπέραντο σεβασμό γιά τόν Κωνσταντίνο, άποκαλώντας τον «σωφρονέστατο» καί «εύεβέστατο» καί «τελειότατον βασιλέα» καί «σεβαστόν πρός τών στρατοπέδων» καί «φιλανθρωπότατον» καί «θεοφιλή» καί «έπιεικέστατον», ώστόσο, δέν κάνει κάν νύξη γιά τά γεγονότα τοϋ 326.
η. Εύάγριος (531-594): Ό έκκλησιαστικός ιστορικός Εύάγριος μέ οργίλο ΰφος διαψεύδει τό Ζώσιμο καί δίνει άλλη εικόνα τών πραγμάτων. Γράφει: «Εχει ειπωθεί άπό τό Ζώσιμο, πού κατηγόρησε τόν Κωνσταντίνο, ότι πρώτος αυτός άπό τούς βασιλείς προτίμησε τη χριστιανική θρησκεία, έγκαταλείποντας τη βδελνρή δεισιδαιμονία τών έθνικών, καί ότι έπινόησε τό Χρυσάργυρον, τό άνά τετραετία φόρο πού έπέβαλε. Καί γιά μύρια άλλα βλασφημώντας τόν εύσεβή καί γενναιόδωρο Κωνσταντίνο. Διότι Ισχυρίζονται καί άλλα άφόρητα, ότι καί τό γιό τον Κρίσπο έξαφάνισε καί τη γυναίκα του Φαύστα, κλείνοντας τη μέσα σ’ένα ύπερθερμασμένο λουτρό, ξαπόστειλε μακριά »146.
Στη συνέχεια ό Εύάγριος, άπευθυνόμενος στό Ζώσιμο σε δεύτερο πρόσωπο, άνατρέπει τις άναλήθειές του: «(...) ’Εσύ είπες έπίσης, δαίμονα μιασμένε άπό άδελφικό αίμα (παλαμναΐε δαίμων), ότι (ό Με'γας Κωνσταντίνος) έκανε μιά διανομή των παροχών μέ δημόσιο κόστος στόν πληθυσμό τοΰ δήμου Βυζαντίου (δηλαδή τής πρωτεύουσας), καί παραχώρησε ένα πολύ μεγάλο ποσόν τού χρυσού σ’ έκείνους πού είχαν φτάσει έκεΐ γιά τήν άνέγερση Ιδιωτικών σπιτιών. (...) Πώς έσύ έπειτα υποστηρίζεις, ότι τό ίδιο πρόσωπο θά μπορούσε νά είναι τόσο φιλότιμο καί τόσο γεναιόδωρο, καί, συγχρόνως, τόσο άσήμαντό καίοίκτρό, ώστε νά έπιβάλει έναν τόσο καταραμένο φόρο, είμαι έντελώς άνίκανος νά κατανοήσω. Σάν άπόδειξη ότι ό Κωνσταντίνος δεν κατέστρεψε τή Φαύστα ή τόν Κρίσπο, ούτε άρχισε γι’ αυτό τό λόγο τά μυστήριό μας άπό έναν ΑΙγύπτιο, άκούω τήν Ιστορία τού Εύσέβιου Παμφίλου, πού ήταν σύγχρονος τού Κωνσταντίνου καίΚρίσπου καί είχε έπαφή μαζί τους. Διότι έσύ δέ γράφεις ούτε τά άκούσματά σου, ούτε τήν άλήθεια, άφοΰ έχεις γράψει πολλά χρόνια άργότερα, στά χρόνια τού Όνώριου καίΆρκάδιου ή καί μετά άπό αυτούς»147.
 Ή έκφραση «παλαμναϊος δαίμων» στην αγγλική μετάφραση τοΰ βιβλίου τοΰ Εύσε'βιου «Βίος τοΰ Κωνσταντίνου» άπό τους Samuel Bagster and sons, τής έκδοσης 1846, άποδίδεται ώς «malignant demon» («κακεντρεχής δαίμονας»), καί σ’ έκείνη τοΰ Richardson (1890) ώς “fiend of hell” (= «δαίμονας τής κολάσεως»). Δυσερμήνευτα δντως τά έλληνικά!
Σημειωτέον ότι πίσω άπό τόν όρο «ΑΙγύπτιος» ό Ζώσι μος σκαρώνει μιάν άθλια κατασκευή, άδιαφιλονίκητα ψεύτικη καί κακόβουλη, σύμφωνα μέ τήν όποια ένας Ισπανός, πού όνομαζόταν ΑΙγύπτιος πιθανότατα πρόκειται γιά τόν έπίσκοπο τής Κορδούης Όσιο έξοικειωμένος μέ τήν αύλή τοΰ Κωνσταντίνου, διαβεβαίωσε τάχα τόν αΰτοκράτορα, ότι θά τόν βοηθούσε με τό χριοτιανικό δόγμα νά καθαριστεί άπό τό φόνο τού γιου του, άν γινόταν χριστιανός.
Ακολούθως ό Εύάγριος παραθέτει τό άπόσπασμα άπό τό κείμενο τοΰ Εύσέβιου, όπου ό Κρίσπος άποκαλεΐται «θεοφιλέστατος υιός, κατά πάντα όμοιος τοΰ πατρός», καί γράφει ότι «δέ θά έπαινονσε έτσι ό Εύσέβιος τόν Κρι'σπο, έάν ό δεύτερος είχε καταοτραφεϊ άπό τόν πατέρα τον, γιά λόγους, έννοεϊται, ήθικής, άφοϋ ό Εύσέβιος έπιβίωσε τοΰ Κωνσταντίνου («ούκ άν δέ ό Εύσέβιος Κρίσπον ούτως έπήνεσεν, εΐ πρός τοΰ πατρός άνήρητο, έπιβιώσας τφ Κωνσταντίνω»). Καί έπισημαίνει τό γεγονός ότι ό Εύσέβιος τόν κοινώνησε στό «τέρμα τής βιοτής» του, άφήνοντας νά έννοηθεί, ότι δεν είχε σοβαρούς λόγους νά τού άπαγορεύσει τη Θεία Κοινωνία.
Στην πρόσθετη κατηγορία τού Ζώσιμου, ότι μέ τό χριστιανισμό ή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καταστρέφεται, ο Εύάγριος δίνει μιά έξαιρετικώς ένδιαφέρουσα άπάντηση, που σημειώνουμε περιληπτικά: Ή Ρωμαϊκή Αύτοκρατορία στά χρόνια τοΰ χριστιανισμού έχει κατά πολύ αύξηθεΐ μέ ένσωματώσεις στόν κορμό της μεγάλων περιοχών τής Εύρώπης, τής Ασίας καί τής Αφρικής, άλλά, τό πρόβλημα είναι μέ 29 είδωλολάτρες αύτοκράτορές της (ώς τίς ήμέρες τοΰ Κωνσταντίνου καί τοΰ
Ίουλιανοΰ τοΰ Αποστάτη), οί όποιοι «τήν βασιλείαν άπέθεντο» δολοφονημένοι, σέ άντίθεση μέ τό ήρεμο καί μακάριο τέλος τοΰ Κωνσταντίνου, καί παραθέτει τό μακροσκελή κατάλογο των όνομάτων τους.Ό Εύάγριος μάς δίνει καί τήν πληροφορία ότι στό Ζώσιμο έπιτέθηκε καί ό έπίοκοπος Εύστάθιος, ό όποιος πέθανε γύρω στό 518.
η. Ό Χρυσόστομος (354407): Ό Άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, άναλΰσντας τήν πρός Φιλιππησίους έπιστολή τοΰ Αποστόλου Παύλου σέ μιά όμιλία του, μεταξύ των διαφόρων παραδειγμάτων άπό τή ζωή ή τήν 'Ιστορία, πού επικαλείται γιά τήν έμπέδωση των χριστιανικών άληθειών στίς ψυχές των πιστών, άναφέρει άνωνύμως καί μιά μοιχαλίδα σύζυγο, πού ό βασιλικός σύζυγός της τιμώρησε δένοντάς την στήν έρημιά καί άφήνοντάς την έκεΐ γιά νά τή φάνε τ’ άγρια θηρία.Μολονότι πολλά άπό τά στοιχεία τοΰ περιστατικού αύτοΰ ύπάρχουν καί στίς βιογραφίες τώνΗρώδη, Νέρωνα καί άλλων βασιλέων τών ρωμαϊκών χρόνων, ώστόσο, στό συγκεκριμένο σημείο προσδιορίζουν τή Φαύστα καί τόν Κωνσταντίνο. Αλλά ό ’ίδιος ό όμιλητής διευκρινίζει ότι ή πληροφορία προέρχεται άπό φήμη: «Φησίν», γράφει στήν άρχή τής άφήγησής του, καί «λέγεται» πιό κάτω. Μέ άλλα λόγια, ό Χρυσόστομος άναφέρει τό περιστατικό ώς φήμη καί όχι ώς Ιστορικό γεγονός*.
* Τό σχετικό άπόσπασμα έχει ώς έξης:
«Ό δείνα, φησί, την γυναίκα ύποπτενσας έπί μοιχείς, γυμνήν προσέδησεν δρεσι, καί θηρίοις έξέδωκεν, ήδη μητέρα γενομέ νην αύτώ βασιλέων πολλών. Οί'αν οϊεσθε ζωήν ζήν έκεϊνον; Ού γάρ αν, εί μή σφόδρα κατετάκη τω πάθει, εις τοσαντην έξέβη τιμωρίαν. Ό αυτός δή ούτος τόν υιόν άπέσφαξε τόν αύτοΰ. Μάλλον δέ ό τούτον άδελφός έαυτόν μετά τών παίδων αύτοΰ. Λέγε  ται δέ καί τόν άδελφόν ούτος άνηρηκέναι τόν αύτοϋ. Καί ό μέν έαντόν άνεϊλεν, ύπό τυράννου καταληφθείς, ό δέ τόν άνεψιόν τόν αύτοϋ κοινωνοϋντα τής βασιλείας αύτφ, ήν αύτός ένεχεφισεν»148.
«Ό τάδε, λέει(κάποίος), ύποπτευόμενοςτή γυναίκα γιά μοιχεία, τήν έδεσε γυμνή στά βουνά καί τήν παρέδωσέ in’ άγρια ζώα, ότανπιά είχε γίνει γιά χάρη τον μητέρα πολλών βασιλέων. Ποια ζωή, νομίζετε, ότι έκανε έκεΐνος; Δέ θά έκτρεπόταν σέ τόσο σκληρή τιμωρία, έάν δέν είχε λιώσει άπό τό πάθος. Ό ίδιος μάλιστα τόν υιό τον άπέσφαξε. Μάλλον ό άδελφός τον έφόνευσε τόν έαυτό τον μαζίμέ τά παιδιά τον. Λέγεται άκόμη ότι αύτός έχει φονεύσει καί τόν άδελφό τον. Καί ό ένας έφόνενσε τόν έαυτό τον, έπειδή τόν άνάγκασε ό τύραννος, ό άλλος όμως έφόνενσε τόν άνεψιό τον, πού συμμετείχε μαζί μέ αύτόν στή βασιλεία, τήν όποια αύτός άνέθεσε».
Ό Gibbon χαρακτηρίζει φαντασιοκόπημα τοΰ Χρυσοστόμου τόν τρόπο αύτό τιμωρίας τής Φαύστας149, άλλα δέ (ραίνεται νά έχει δίκαιο. Ασφαλώς πρόκειται γιά φήμη, ή όποια θά πρέπει νά ήταν γνωστή καί ατό άκροατήριο τοΰ όμιλητή, γιατί διαφορετικά έκεΐνος θά ήταν ύποχρεωμένος νά παράσχει περισσότερες πληροφορίες καί έπεξηγήσεις στό λόγο του περί τοΰ γεγονότος καί τών ήρώων του. Άλλωστε σύνηθες είναι, όταν οί βασιλιάδες πεθαίνουν ξαφνικά, παντοειδείς φήμες περί βίαιου θανάτου τους ακολουθούν στόν τάφο.
Τό ότι πρόκειται περί φήμης έπιβεβαιώνει τό δεύτερο μέρος τής αφήγησης, πού παρέχει συγκεχυμένες καί άνακριβεϊς πληροφορίες περί θανατώσεων καί αυτοκτονιών. Καίτοι ό Χρυσόστομος δέν άναφέρει ονόματα, ώστόσο, γιά τούς γνώστες τής 'Ιστορίας τά πρόσωπα γίνονται άντιληπτά. Προσθέτοντας λοιπόν τά ονόματα στό κείμενο καί τήν ιστορική αλήθεια μέσα σέ παρενθέσεις, προκύπτει τό εξής κείμενο: «Ό άδελφός τού
Κρίσπσυ Κωνστάντιος, έγινε αίτιος νά θανατωθούν ό άδελφός τοΰ πατέρα του Ιούλιος Κωνστάντιος καί οί γιοι του Δαλμάτιος καί Άννιβαλιανός. (Στην πραγματικότητα αύτοί σκοτώθηκαν άπό τό στρατό, καί ίσως μέ την υποκίνηση τοΰ Κωνστάντιον, γιοϋ τοΰ Κωνσταντίνον). Μετά άπό αύτά, ό άδελτρός τοΰ Κων στάντιου, ό Κώνστας, συνελήφθη άπό έναν σφετεριστή τοΰ θρόνον καί αύτοκτόνησε. (Στην πραγματικότητα ό Κώνστας συνελήφθη αιχμάλωτος άπό τούς στρατηγούς τοΰ σφετεριστή Μαγνέντιου καί έκτελέστηκε, άλλά κανείς συγγραφέας πλήν τοΰ Χρυσοστόμου δέ γράφει ότι αύτοκτόνησε. ’Εκείνος πού αύτοκτόνησε ήταν ό Μαγέντιος)», κ.ο.κ.
Τό έρώτημα είναι κατά πόσο ή φήμη έκθέσεως τής Φαΰστας στ’ άγρια θηρία είχε γίνει πιστευτή άπό τόν Χρυσόστομο. Γεγονός πάντως είναι ότι ό μεγάλος ιεράρχης τήςΈκκλησίας μας έτρεφε έξαιρετική έκτίμηση στό πρόσωπο τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως άποδεικνυεται άπό τό παρακάτω άπόσπασμα άπό την 21 'Ομιλία του (Μέ τήν εύκαιρία τής έπιστροφής τοΰ επισκόπου Φλαβιανοϋ):
«Κανένας στρατός, ούτε πολεμοχαρή όπλα, ούτε χρήματα, οϋτε τό πλήθος των υπηκόων, ούτε όποιαδήποτε άλλα τέτοια πράγματα δέν συνηθίζουν νά κάνουν τούς άρχοντες τόσο έπιφανεϊς, όσο ή φρόνηση τής ψυχής καί ή καλοσύνη. Διηγούνται γιά τόν εύλογημένο Κωνσταντίνο, ότι σέ μιά περίπτωση, όταν ήταν σφυροκοπημένο ένα άγαλμά του μέ τίς πέτρες, καί πολλοί τόν ύποκινοϋσαν γιά νά προχωρήσει ένάντια στούς δράστες τής προσβολής λέγοντας, ότι είχαν παραμορφώσει ολόκληρο τό πρόσωπό του μέ τό ξύλο καί τίς πέτρες, έκεΐνος ψηλάφησε τό πρόσωπο μέ τό χέρι του καί χαμογελώντας είπε ήπια: “Είμαι άρκετά άνίκανος ν ’ άντιληφθώ όποιαδήποτε πληγή μοϋ έχουν κάνει στό πρόσωπό μου... Τό κεφάλι μου φαίνεται ύγιές καί τό
πρόσωπό μου άρκετά γερό έπίσης”. Καί όπως ήταν έπόμενο, αύτά τά πρόσωπα, πού συντρίφτηκαν μέ τήν ντροπή, σταμάτησαν τίς φαύλες συμβουλές τονς»150.

4.       Αναφορές άλλων ιστορικών στά γεγονότα τοϋ 326


Ό Άμμιανός Μαρκελλίνος (330395) κάνει μνεία τοϋ τόπου, όπου θανατώθηκε ό Κρίσπος, στην Πώλα151, καί προσθέτει ότι Φούστα καί Κρίσπος βρήκαν τά θάνατο άπό τάν Κωνσταντίνο152.
Ό ’Γουλιανός ό Παραβάτης (331363), πού προσπάθησε νά έπαναφέρει τήν είδωλολατρία στήν Αυτοκρατορία δίχως έπιτυχία, έκφράζει τήν άποψη ότι Φαύστα καί Κρίσπος σχέδιαζαν μαζί προδοσία153, άλλ’ αύτά θεωρείται άπό τούς Ιστορικούς άνεδαφικό, γιατί κανένα κοινό συμφέρον δέν είχαν αυτοί οί δύο.
Ό Εύτρόπιος (347414), παγανιστής τό θρήσκευμα, γραμματέας τοϋ’Ιουλιανοΰ καί τοϋ Οΰάλεντος (καί όχι τοϋ Κωνσταντίνου, δπως άνακριβώς άναφέρεται σέ διάφορες σύγχρονες συγγραφές, άφοΰ έγραψε τά Χρονικά του έβδομήντα χρόνια μετά τό θάνατο τοϋ Κωνσταντίνου), άφιερώνει στήν Ιστορία τοϋ Κωνσταντίνου έλάχιστες μονάχα σελίδες τοϋ έργου του καί γιά τό έπίμαχο θέμα τοϋ θανάτου τοϋ Κρίσπου καί τής Φαύστας μιά φράση μονάχα, μέ τήν όποια μάς πληροφορεί άπλά ότι ό Κωνσταντίνος διέταξε τη θανάτωση τοϋ γιοΰ καί τής συζύγου του154.
Ό Αύρήλιος Βίκτωρ (350397) μάς πληροφορεί ότι «ό Κωνσταντίνος έκτέλεσε τόν Κρίσπο μέ τήν ύποκίνηση τής Φαύστας»155.
Ό Σιδώνιος Άπολλινάριος (430479) γράφει   να διαφοροποιείται Από τούς άλλους... ότι ό Κρίοπος πέθανε άπό δηλητήριο156.
Ό Γρηγδριος Turon (573594), έναν αιώνα μετά τά Σιδάνιο, έπαναλαμβάνει την πληροφορία έκείνου γιά τά δηλητήριο τοϋ Κρίσπου. Γράφει ότι ό Κωνσταντίνος προκάλεσε τά θάνατο τοϋ γιοϋ του Κρίσπου μέ δηλητήριο καί τής συζύγου του Φούστας μέ καυτό λουτρά, έπειδή σχεδίασαν νά προδώσουν τή βασιλεία του157.
Ό Ζωναράς (10421130) Αναφέρει ότι ή Φαύστα συκοφάντησε τάν Κρίσπο, «διό καί εις θάνατον ό Κρίοπος παρά τοϋ πατρός κατεδικάσθη»156.

4.                 Ποιος ήταν ό Κρίσπος;

5.                   
Τά καλοκαίρι τοϋ 320 ό Κωνσταντίνος προσκάλεσε τά γιά του Κρίσπο νά έπισκεφτεί τή Σαρδική (σημερινή Σόφια), γιά νά γιορτάσει τήν πέμπτη έπέτειό του ώς καίσαρας.
Στά πέντε χρόνια πού ό Κρίσπος είχε ύπηρετήσει στη Γαλατία, είχε διακριθεΐ ώς στρατιώτης καί διοικητής. Τά χειμώνα τοϋ ίδιου χρόνου είχε κερδίσει μιά θαυμάσια νίκη έναντίον τών Φράγκων υπό μεγάλες Ανισότητες. Καί δλ’ αύτά έγιναν τέσσερα χρόνια νωρίτερα Από τά μεγάλα κατορθώματα καί τούς θριάμβους τοϋ Κρίσπου (324) στον πόλεμο μέ τό Λικίνιο.
Στους έορτασμούς έκείνης τής έπετείου, ό όμιλητής Ναζάρι ος στον πανηγυρικό λόγο του είπε γιά τον Κρίσπο, μεταξύ τών Αλλων, καί τά έξης: «Γέμισε τή νιότη τον μέ θριαμβευτικές δόξες. Ήδη ό εύγενέστερος Καίσαρας απολαμβάνει τό σεβασμό τοϋ πατέρα του καί δλων τών άδελφών τον, καί παρουσιάζεται
ένώπιόν μας μέ τό θαυμασμό όλων γιά την άξια τον. Αυτόν τόν τελευταίο σκληρό χειμώνα, μέ τόν άγριο παγετό του, διάβηκε μέ άπίστευτη ταχύτητα πέρα άπό άπέραντες άποστάσεις, μέσα στά χιόνια, γιά νά κερδίσει μιά μεγάλη νίκη. Αέν είναι τό δικό σου στήθος πού γεμίζει μέ χαρά, ώ Μεγάλε Κωνσταντίνε, που λιώνεις γιά νά δεις τό γιό σου μετά άπό τόσο πολύ χρόνοκαί τόν βλέπεις νικητή;»
Ό Κρίσπος είχε νυμφευτεί κάποια Ελένη, ή όποια τό 322 τοΰ χάρισε ένα γιό. Ήταν τάσο ευτυχισμένος ό παππούς Κωνσταντίνος, ώστε μέτήν ευκαιρία αύτη είχε διατάξειτήν απελευθέρωση τών φυλακισμένων, πλήν φονιάδων, δηλητηριαστών, μάγων καί μοιχών.
Καί τά δυο αύτά περιστατικά φανερώνουν άφ’ ένός τήν τρυφερή ψυχή τοϋ Κωνσταντίνου καί τή μεγάλη άγάπη του γιά τόν Κρίσπο καί άφ’ ετέρου άποδεικνύουν έναν Κωνσταντίνο πολύ διαφορετικό άπό έκεΐνον, πού τόν παρουσιάζουν οι έχθροί του.
Άπό τήν άλλη πλευρά ό Κρίσπος αποκαλύπτεται ώς ένας εύγενής καίσαρας, πού έχει κερδίσει τό θαυμασμό τοϋ πατέρα του, τών άδελφών του καί όλου τοϋ κόσμου, ένας άδάμαστος άπό τίς σκληρές καιρικές συνθήκες καί γενναίος στρατιώτης, ένας άξιος διοικητής πού γνωρίζει νά νικάει.



Ό καίσαρας Κρίσπος στη μιά όψη τοϋ νομίσματος

Οί σχέσεις του μέ τόν πατέρα του ήταν άρμονικότατες, όπως φαίνεται καί άπο τό παρακάτω κείμενο τοϋ Εύσέβιου: «Ό δ’ άρετης πάσης θεοσεβείας έκτρέπων μέγιστος νικητής Κωνσταντίνος συν παιδί Κρίσπω, βασιλεΐ θεοφιλεστάτω καί τά πάντα τοϋ πατρός όμοίω, την οίκείαν έώαν άπελάμβανον καί μίαν ήνωμένην την Ρωμαίων κατά τά παλαιόν παρεϊχον άρχήν, την απ’ άνίσχοντος ήλιου πάσαν έν κύκλω κατά θάτερα τής οίκουμένης άρκτον τε όμοΰ καί μεσημβρίαν εις έσχατα δυομέ νης ήμέρας ύπό την αυτών άγοντες ειρήνην»159.
«Βασιλέα θεοφιλέστατον», άποκαλεί ό Ευσέβιος τόν Κρίσπο καί «όμοιον σέ όλα μέ τόν πατέρα του»! Ό Κωνσταντίνος τόν είχε πάντοτε στά δεξιά του, ώς έπιλεγμένο διάδοχο στό θρόνο τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καί κανένας άπό τους άρχαίους συγγραφείς δέ λέει κακό λόγο γι’ αυτόν. Καί αύτός άκόμα ό έχθρικός πρός τόν πατέρα του παγανιστής Εΰτρόπιος τόν άποκαλεί «νέον άνδρα ΰψιστης άξίας» (vir egregius).
'Ύστερα άπ’ όλα αύτά είναι τρομερά δύσκολο νά πιστέψει κανείς, ότι ό σεμνός Κρίσπος μέ τά τόσα πολλά ήγετικά χαρίσματα καί τόν άπέραντο σεβασμό στόν πατέρα του θά μπορούσε νά ίδείτή μητρυιά του καί μητέρα των πέντε ετεροθαλών άδερφών του Φαύστα ώς άντικείμενο έρωτικοΰ πόθου του.
Ποτέ δέ θά διενοεΐτο νά διαταράξει τίς άρμονικότατες σχέσεις του μέ τόν αύτοκράτορα πατέρα του, που τόν είχε ντύσει μέ την πορφύρα τοϋ καίσαρα άπό τά δεκαεπτά του χρόνια. Ποτέ δέ θά έκανε μιά τόσο άτιμη πράξη καί φοβερή παρανομία ό «πολλούς συν αύτώ (τώ Κωνσταντίνω) θέμενος νόμους ύπέρ χριστιανών», καθώς μάς πληροφορεί ό εκκλησιαστικός ιστορικός Σωζομενός160. Ποτέ δέ θά λέκιαζε την ιστορία του έκείνος ό κοσμαγάπητος στή Ρώμη καί σ’ όλάκληρη τήν αυτοκρατορία καί ένδοξος νέος.Αλλά καί ό Ευσέβιος δέ θά έπέτρεπε νά μείνουν τά βιβλία του στήν αιωνιότητα μέ τους κολακευτικούς χαρακτηρισμούς του γιά τόν Κρίσπο «θεοφιλέστατο βασιλέα» καί «τά πάντα τοϋ πατρός όμοίφ»161, άν έκείνος είχε διαπράξει μιά τόσο αίσχρή πράξη, γιά τήν όποια τόν κατηγορούν ό Ζώσιμος καί οί όμοιοί του.Κοντολογίς, πιστεύουμε, ποτέ ό Κρίσπος δέ θά πρόσβαλλε τ’ όνομα τοϋ μεγάλου πατέρα του, δημιουργώντας σχέσεις μέ τη μητρυιά του.
Άπό τήν αρχαιότητα άκόμα οί πάντες άμφισβητούν τίς κατηγορίες τοΰ Ζίόσιμου. Όλοι άναρωτιοΰνται μήπως κάποιος είχε ένοχληθεΐ άπό αυτές τίς μεγάλες έπιτυχίες τοϋ νεαρού Κρίσπου, καθώς καί άπό τήν άναγνώρισή του ώς διαδόχου τοϋ θρόνου; Καί οί πάντες στρέφονται έρωτηματικά κατά τή Φαύ στα. Άλλοι κραυγαλέα καί άλλοι σιωπηλά δείχνουν τή Φαύστα. ’Ήθελε, λένε, νά βγάλει άπό τή μέση τό παιδί μιας άλλης, γιά νά κερδίσουν τό θρόνο τά δικά της άγόρια.

6.                 Ποια ήταν ή Φαύστα;


Ώς κόρη τοΰ φαύλου καί δολοπλόκου αύγουστου Μαξιμιανοΰ (συναυτοκράτορα τού Διοκλιτιανοΰ), ένός άπό τούς πιό μεγάλους διώκτες τών χριστιανών, ή όμορφη Φαύστα είχε μεγαλώσει μέ τήν ιδέα ότι ό κόσμος όλος τής άνήκε. Περήφανη, ίσχυρογνώμων, άδίστακτη καί μέ πολύ θράσος, τό όποιο είχε κληρονομήσει άπό τόν πατέρα, καθώς είδαμε στίς έπανειλημμένες άπόπειρές του ν’ άρπάξει πότε τό θρόνο τοϋ γιου του καί πότε τοϋ γαμπρού του. Οί ίντριγκες καί οί δολοπλοκίες τοϋ παλατιού είχαν σφραγίσει άρνητικά τό χαρακτήρα καί τήν προσωπικότητά της. Ασφαλέστατα στό πλευρό τοϋ πανίσχυρου πατέρα της θά είχε «άπολανσει» πολλές φορές τό θέαμα των άτυχων χριστιανών που κατασπαράσσσνταν άπό τά λιοντάρια στό Κολοσσαΐο. Μιά πτυχή τοϋ έγκληματικοΰ χαρακτήρα της είδαμε ατά 310, όταν άδίστακτη συνεργούσε μέ τόν πατέρα της γιά τήν έξόντωση τοϋ Κωνσταντίνου, ή όταν κατά τήν άθωότερη έκδοχή, που κάνουν δεκτή οί δυτικοί συγγραφείς σκηνοθετώντας τήν άπόπειρα δολοφονίας τοϋ συζύγου της, έπεδίωξε τελικά τήν έπ’ αύτοφώρψ σύλληψη τοϋ πατέρα της καί τήν έξόντωση του!
Ή Φαύστα ήταν είδωλολάτρισσα καί, προφανώς, δέ θά είχε ιδανικές σχέσεις μέ τόν Κωνσταντίνο. Μισοΰσε τήν πεθερά της Ελένη, πού ώς αύγούστα καί έκείνη, (πρώτη στήν ούσία), τής άφαιροϋσε ένα μεγάλο μέρος τής αίγλης της. Τή μισούσε καί γιατί έτρεφε μιά ιδιαίτερη άδυναμία στό γιό τής Μινερβί νας, τόν Κρίσπο. Προφανώς έκείνη ή συμπονετική καί άγια ύπέργηρη γυναίκα, ή Ελένη, έτρεφε μεγάλη συμπάθεια πρός τή Μινερβίνα καί τόν Κρίσπο, γιατί ή ζωή τους είχε τόσα κοινά στοιχεία μέ τή ζωή τή δική της καί τοϋ Κωνσταντίνου.Ή Φαύστα, ώς πολύτεκνη μητέρα πέντε άνήλικων παιδιών (τριών άγοριών, τού Κωνστάντιου Β', τοϋ Κωνσταντίνου Β' καί τοϋ Κώνστα, καί δύο κοριτσιών, τής Κωνσταντίνας καί τής Ελένης), θά ήταν δύσκολο νά έρωτευθεΐ τόν πρόγονό της, τόν όποιο, άλλωστε, μισούσε, ώς ανταγωνιστή τών δικών της παιδιών στή διεκδίκηση τοϋ θρόνου.

Ή Φούστα στίς δύο όψεις τού νομίσματος. Στή β' κρατάει τά μικρά παιδιά της Κωστάντιο Β' καί Κωνσταντίνο Β'.

7.                 Τί προηγηθηκε πριν άπό τό θάνατο τοϋ Κρίσπου


Οί διάφοροι συγγραφείς δίνουν άποσπασματικά τά διάφορα γεγονότα, που είχαν προηγηθεΐ στό παλάτι έκείνων τών τραγικών γεγονότων. Ή λογική σύνθεση όλων αυτών τών γεγονότων όδηγεΐ στην έξιστόρησή τους ώς εξής: Εκείνον τόν καιρό ό Κωνσταντίνος είχε τυπώσει νομίσματα, που εΐκόνιζαν τόν ίδιο καί τόν Κρίσπο καί είχαν την έπιγραφή “Augusti” («Αϋγουστοι», στόν πληθυντικό). Αύτός ό πληθυντικός τής έπιγραφής προφανώς θορύβησε πολύ τη Φαύστα καίτό αγωνιώδες έρωτημα πυρπολούσε τό νοϋ καί την ψυχή της: Μήπως στίς προθέσεις τοϋ Κωνσταντίνου ήταν νά προαγάγει τόν Κρίσπο σέ Αύγουστο καί συναυτοκράτορά του; Άν ό Κρίσπος, ώς μεγαλύτερος άπό τά παιδιά τού αύτοκράτορά, γινόταν μελλοντικά μονοκράτορας, δπως ό πατέρας του, μήπως τά δικά της παιδιά δέ θά είχαν στόν ήλιο μοίρα; Ή ίδια γνώριζε πολύ καλά ότι ό θρόνος τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επλεε στό αίμα δεκάδων οικογενειών πού είχαν εξοντωθεί στή διεκδίκησή του...
Τό ποτήρι τοϋ μίσους της κατά τοϋ Κρίσπου φαίνεται πώς ξεχείλισε σέ μιά άπό τίς έορταστικές εκδηλώσεις τής είκοσαετηρίδας στίς 21 Ιουλίου, όταν ό ποιητής Πορφύριος Όπτατιανός, εκτός άπό μιά σειρά ποιη μάτων του, πού άπάγγειλε πρός τιμήν τού Κωνταντίνου, άπάγγειλε έπίσης καί ένα ώραΐο ποίημα γιά «τό θάρρος, τις άξιες, την όμορφη νεότητα τοϋ μεγαλύτερου γιου του, τοϋ Κρίσπου, ό όποιος είχε τήν ευγενική συμπεριφορά καί τό μεγαλείο τοϋ πατέρα του». Γιά τά παιδιά της, τους καίσαρες Κωνσταντίνο Β', ετών δέκα, Κωνστάντιο Β', έτών 9, καί Κώνστα, μόλις τριών ετών, δέν είπε ούτε ένα στίχο.
Ή δολοπλόκα γυναίκα άρχισε νά κάνει σχέδια έξόντωσης τοϋ Κρίσπου.
Εκείνη την έποχή τόν αύτοκράτορα άπασχολοΰσε ή νομοθετική Αντιμετώπιση τοϋ ηθικού έκτραχηλισμοΰ τών Ρωμαίων πολιτών καί τής πλήρους Αποσύνθεσης τοϋ θεσμού τής ρωμαϊκής οίκογένειας, έξαιτίας νόμων τού αύτοκράτορα Αύγουστου (έλευθερία στή μοιχεία, τάχα γιά τήν αύξηση τού πληθυσμού κλπ.).Ό διορατικός Κωνσταντίνος, πού γνώριζε ότι τά ισχυρά έθνη καί κράτη δέν καταλύονται άπό έξωτερικούς Αντιπάλους, άλλ’ άπό τόν έσωθεν έκφυλισμό καί τήν ηθική σήψη, είχε έπιβάλει τήν 1η Απριλίου 326, δηλαδή μόλις πρίν άπό τρεις μήνες, νόμο, πού δριζε θανατική έκτέλεση γιά τόν άνδρα, ό όποιος θά διέπραττε τό Αδίκημα τής μοιχείας μέ παντρεμένη γυναίκα.
Ή έπιβολή αύτοϋ τοϋ νόμου έδωσε στή Φαύστα τή σατανική ιδέα νά προχωρήσει στό έγκληματικό σχέδιό της. Αφού έξασφάλισε τούς Αναγκαίους ψευδομάρτυρες στην παλα τιανή καμαρίλα, κατηγόρησε τό παλικάρι στον πατέρα του ότι έπιτέθηκε εναντίον της μέ Ανήθικους σκοπούς καί ότι συνωμοτούσε εναντίον του μέ σκοπό νά τόν Ανατρέψει άπό τό θρόνο! Φυσικά, οί συνεργάτες της, κατάλληλα δασκαλεμένοι, «αύθόρμητα» θά επιβεβαίωσαν ένώπιον τοϋ αύτοκράτορα τίς άθλιες καταγγελίες της σέ κάποια κάμαρη του παλατιού καί όλοι μαζί προδιέγραψαν τη σκληρή μοίρα τού Κρίσπου.
Έτσι ό Κωνσταντίνος όδηγήθηκε στό τρομερότερο δίλημμα τής ζωής του. Πώς έπρεπε νά ένεργήσει; Ώς στοργικός πατέρας ή ώς αύτοκράτορας καί ψυχρός τηρητής τού νόμου; Καί πώς θά άξίωνε την έφαρμογή τού νόμου άπό τό λαό, άν ό ίδιος δεν έδειχνε διαθέσεις έφαρμογής του; Αυτή ή θέση ήταν ή δυσκολότερη καί τραγικότερη, στήν όποια θά μπορούσε νά βρεθεί ποτέ ένας νομοθέτης καί συνάμα δικαστής καί πατέρας: νά εφαρμόσει δηλαδή γιά πρώτη φορά τό σκληρό νόμο πάνω στό γιό του! Διέταξε τή φυλάκιση τού Κρίσπου στίς φυλακές τής μακρινής Πώλας, στή χερσόνησο τήςίστριας, Ανάμεσα στη Βε νετία καί τήν Κροατία.
Γιατί άραγε τόσο μακριά; Τί είχε στό νοΰ του ό Κωνσταντίνος; Ήθελε ν’ άποφασίσει ψύχραιμα γιά την τύχη τού παιδιού του; Είχε σκοπό νά έρευνήσει περισσότερο τήν ύπόθεση; Ίσως δέ θά μάθουμε ποτέ. Προφανώς δμως ή άπόφαση αυτή δέν ικανοποίησε τή Φαύστα, που διακαώς έπιθυμούσε τήν έκτέλεσή του τό γρηγορότερο, γιά νά τελειώνει μιάν ώρα άρχύτερα μέ τό «έπίβουλο έχθρό» της.
Λίγες μέρες άργότερα ό άτυχος νέος βρήκε στήν Πώλα έναν «άγνωστο θάνατο», καθώς μάς πληροφορεί ό Άμμιανός162. 'Όλοι τότε πίστεψαν πώς έκτελέστηκε μέ· άπόφαση τού αύτοκράτορα. Ό Σιδώνιος μάλιστα μάς πληροφορεί, όπως γράψαμε πιό πάνω, ότι ό Κρίσπος πέθανε άπό «κρύο δηλητήριο». Καί τό ερώτημα γεννιέται αυτομάτως: Άν ό Κωνσταντίνος είχε σκοπό νά έκτελέσει τόν Κρίσπο, πρός τί αυτό τό πολυήμερο ταξίδι γιά τό μελλοθάνατο; Μήπως ό Κρίσπος δέν πέθανε μέ άπόφαση τού αύτοκράτορα;
Αλλά δέν υπάρχουν μαρτυρίες γι’ αυτό. Δέν ύπάρχει μαρτυρία γιά τίποτε. Απουσιάζει κάθε ιστορικό στοιχείο, που θά μπορούσε νά έπιβεβαιώσει έτούτη ή έκείνη την έκδοχή. Καί όσα έχουν γραφεί είναι αυθαίρετα συμπεράσματα καί εικασίες των χρονικογράφων έκείνης τής έποχής καί τών μεταγενεστέρων. Ποτέ δέ βρέθηκε διάταγμα μέ την υπογραφή καί τη σφραγίδα τοΰ αύτοκράτορα γιά τη θανάτωση τοϋ Κρ ίππου.
Ή Αύγοΰστα Ελένη εκείνες τίς μέρες έλειπε άπό τη Ρώμη, μά όταν έπέστρεψε, πληροφορήθηκε άπό τους άφοσιωμένους παλατιανούς της όλη την άλήθεια γιά τίς συκοφαντίες τής Φαΰσιας καί γιά τό θάνατο τοϋ Κρίσπου καί έκλαψε πικρά τόν αδικοχαμένο έγγονό της. Απαρηγόρητη άποκάλυψε την τραγική άλήθεια σιόν αύτοκράτορα γιό της163, φυσικά, μέσα άπό τους λυγμούς καί τ’ άναφιλητά της μέ άβάσταχτο πόνο, καί όχι μ’ εκδικητική διάθεση, όπως υπαινίσσονται ή μέ λύσσα τήν κατηγορούν κάποιοι άπό τούς άρχαίους παγανιστές χρονικογράφους, άποδίδοντάς της ευθύνες γιά τό θάνατο τής Φαύστας.
"Ολοι οί ιστορικοί, καί οί άρχαίοι καί οί νέοι δέν πίστεψαν τίς κατηγορίες τής Φαύστας. "Ολοι τίς θεωρούν αισχρές συκοφαντίες, πού άπέβλεπαν στή βίαιη έξοδο τού Κρίσπου άπό τήν κούρσα τής διαδοχής, πρός όφελος τών τριών άγοριών της, πού είχε μέ τόν Κωνσταντίνο. ΌΈλβετοαμερικανός θεολόγος καί εκκλησιαστικός συγγραφέας Philipp Schaff χαρακτηρίζει τήν τραγωδία τοϋ Κρίσπου ώς «έσωτερική καί πολιτική τραγωδία που προέκνψε άπό μιά δίνη άμοιβαίας ύποψίας καί άνταγωνισμοϋ»164).
Πώς άντέδρασε ό Κωνσταντίνος; Εκτός άπό τήν τιμωρία τών συνενόχων συνεργατών τής Φαύστας, διέταξε νά συλληφθεί (ή καί νά τιμωρηθεί ένδεχομένως) καί ή ϊδια. Αλλά άπό τή στιγμή αυτή Αρχίζει ένα άλλο μυστήριο, που καλύπτει τήν τύχη τής Φαύστας καί τροφοδοτεί τή φαντασία τών χρονικογράφων, διότι καί γιά τήν όποιαδήποτε τιμωρία της κανένα ποτέ δέ βρέθηκε διάταγμα τοϋ αάτοκράτορα.
Τούλάχιστον τέσσερις εκδοχές ύπάρχουν γιά τήν τύχη τής Φαύστας:
Εκδοχή πρώτη: Ή Φαύστα, πού είχε προετοιμαστεί ν’ Αντιμετωπίσει Ακόμα καί τή δυσμενέστερη έξέλιξη τοϋ έγκληματικοϋ έγχειρήματός της, πληροφορήθηκε έγκαιρα γιά τήν Αποκάλυψη τής δολοπλοκίας της καί, γιά ν’ Αποφύγει τήν όργή τοϋ συζύγου της, πρόλαβε ν’ Αποδράσει στήν πόλη Augusta Treverorum (Τορίνο), οπού έζησε Αφανώς τά ύπόλοιπά της χρόνια.
’Εκδοχή δεύτερη:Ή Φαύστα αύτοκτόνησε.
’Εκδοχή τρίτη:Ή Φαύστα πέθανε από ατύχημα στό λουτρό.
’Εκδοχή τέταρτη:Ή Φαύστα θανατώθηκε ζεματισμένη μέσα σέ καυτό λουτρό.
Πέρα Από τίς έκδοχές αυτές πρέπει νά θεωρείται βέβαιο ότι οί Ρωμαίοι πολίτες τής έποχής τού Μεγάλου Κωνστατίνου καί τών κοντινών μεταγενέστερων χρόνων θά μιλούσαν καί γι’ άλλους τρόπους θανάτωσης τής Φαύστας, όπως μάθαμε πιό πάνω στη σχετική αφήγηση τοϋ Χρυσοστόμου.
Ποιά αραγε είναι ή Αλήθεια;

8.                 Βάσιμα στοιχεία άνατρεπτικά τής θεωρίας τοϋ Ζώσιμου περί τοϋ θανάτου τής Φαύστας


Όπως προκύπτει από τά παραπάνω, ό βίαιος θάνατος τοϋ Κρίσπου επιβεβαιώνεται Από έγκυρους ίστορικούςτής έποχής, μολονότι παραμένουν πολλά άκόμα σκοτεινά σημεία του, άλλ’ ό θάνατος τής Φαΰστας δχι. Οί έγκυρότεροι τών ιστορικών έκείνης τής περιόδου, δπως είδαμε, τίποτε δεν άναφέρουν γιά τό θάνατο τής Φούστας, ένώ ελάχιστες πληροφορίες παρέχουν γιά τόν Κρίσπο. ’Όλοι τους δμως έκφράζονται μέ πολύ σεβασμό καί άγάπη γιά τόν Κωνσταντίνο, πράγμα που ύποδηλώνει ότι καμιά δέν είχαν έπιφύλαξη νά έκδηλώσουν τά συναισθήματα άγάπης, έκτίμησης καί σεβασμού πρός τόν μεγάλο προστάτη τής Χριστιανοσύνης. Κρύβουν άραγε την άλήθεια γιά ένα τραγικό τέλος τής Φούστας όλοι αύτοί ή δέν έχουν τίποτε νά γράψουν;
Πέρα όμως άπό τά όσα άναφέρθηκαν μέχρι έδώ, ύπάρχουν καί κάποια σοβαρά στοιχεία, πού άνατρέπουν τη θεωρία τού Ζωσιμου περί τού θανάτου τής Φαύστας. Αυτά είναι:
(Στή μαρτυρία τού Λατίνου έκκλησιαστικοϋ συγγραφέα Ιερώνυμου (366-419), ότι ό θάνατος τής Φαύστας έπήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά τό θάνατο τού Κρίσπου165.
()Δύο σχετικά ιστορικά στοιχεία, πού ό μεγάλος Άγγλος ιστορικός Gibbon (17371794) έχθρικότατος, ώστόσο πρός τόν Κωνσταντίνο παραθέτει στό βιβλίο του, τη σημαντικότερη ιστορική μελέτη γιά τούς Ρωμαϊκούς χρόνους, πού έχει γραφεί μέχρι σήμερα, ώςέξής:
«Τόσο οί πολέμιοι όσο καί οί ύπέρμαχοι τοϋ χαρακτήρα τοϋ Κωνσταντίνου έχουν παραγνωρίσει δύο πολύ σημαντικά άποσπάσματα δύο όμιλιών πού έκτρωνήθηκαν στη διάρκεια τής έπόμενης βασιλείας. Στό πρώτο εξυμνούνται οί άρετές, ή ομορφιά καί ή τύχη τής αύτοκράτειρας Φαύστας; τής κόρης, συζύγου, άδελφής καί μητέρας τόσο πολλών πριγκίπων. Στό δεύτερο, άναφέρεται ρητώς ότι ή μητέρα τοϋ Κωσταντίνου τοϋ νεότερου, ό όποιος σφαγιάσθηκε τρία χρόνια μετά τό θάνατο τοϋ πατέρα του, (σ.σ. δηλαδή τό 340 μ. X.), ήταν ζωντανή έφόσον έκλαψε γιά τό πεπρωμένο τοϋ γιου της. Παρά τήν κατηγορηματική μαρτυρία άρκετών παγανιστών καί χριστιανών συγγραφέων, ένδέχεται νά υπάρχουν κάποιοι λόγοι νά πιστέψουμε, ή έστω νά ύποπτευθοϋμε, ότι ή Φαύστα γλίτωσε άπό τήν τυφλή καί ύποπτη άσπλαχνία τοϋ συζύγου της»166.
Τά έπιχειρήματα αύτά τών δυο όμιλιών, που δίνουν πολλές πιθανότητες στό νά έχει έπιβιώσει ή Φαύστα, δέχεται καί ένας άκόμα σημαντικός ιστορικός, ό Victor Schultze167.
Αλλά καί ό μεγάλος μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι άσπάζεταιτη γνώμη τοϋ Άγγλου Ιστοριοδίφη Gibbon, πού στηρίζεται σ’ άλλες μαρτυρίες καί προσθέτει πικρόχολα: «Τοσουτω μάλλον παραδεχόμεθα τό συμπέρασμα αυτού, δσφ έν γένει δέν άνεδείχθη έπιεικήςπρός τόν Κωνσταντίνον»16.
Ό Schaff169 γράφει ότι «ό μεγάλος ιστορικός Niebuhr τείνει ν’ άπαλλάξει τόν Κωνσταντίνο άπό κάθε ένοχή στό θάνατο τής Φαύστας»
Κάποιοι άπό τούς σύγχρονους Ιστορικούς μελετητές, πού δέχονται τά έπιχειρήματα τού Gibbon, σπεύδουν νά μεταθέσουν τό έτος έκτελέσεως τής Φαύστας στό 328 ή καί άργότερα.
Ό Wesseling ισχυρίζεται, ότι ό έν λόγω νεκρικός λόγος δε' σχετίζεται μέ τό θάνατο τοϋ Κωνσταντίνου Β', υίοϋ τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου, άλλά τοϋ Θεόδωρου Παλαιολόγου, που έζησε κατά τόν 15ο αιώνα. Ό Bury δέχεται καί παραθέτει τά έξης έπιχειρήματα τού Wesseling: α) Σε' μιά όμιλία τοϋ 4ου αιώνα δέν μπορεί νά υπάρχουν οί λέξεις «ΆνδρεςΡωμαίοι, μάλλον δε' τών Ρωμαίων ποτέ λείψανα δυστυχή», β) Στό κείμενο άναφέρεται αιτία θανάτου ή πανούκλα καί γ) Τό περιεχόμενο τοϋ κειμένου άναφέρεται στην Πελοπόννησο. Άλλά ό Gibbon γράφει Ατι έκεΐνος ό λόγος άναφέρεται ρητώς στη μητέρα τοϋ Κωνσταντίνου Β'.
Αϋτη ή όμιλία, γνωστή μέ τό όνομα «Ανώνυμου Μονωδία», δημοσιεύτηκε πρώτα άπό τό Morelli το 1691 καί έπομένως είναι άδυνατσν νά μη είχε δεχτεί τη βάσανο τοϋ Gibbon. Καί δέν μπορούμε νά διανοηθοΰμε ότι ό βαθυνουστατος αύτός συγγραφέας δέν ήταν ικανός νά ξεχωρίσει ένα χειρόγραφο τοϋ 4ου άπό ένα τοϋ 15ου αΙώνα171... Τά έπιχειρήματα τοϋ Wesseling δέν είναι πολύ πειστικά. Αλλά καί άληθινά άν άποδειχθοϋν, θά παραμένουν ισχυρά καί άκλόνητα τά άλλα δύο στοιχεία, ή πληροφορία τοϋ Ιερώνυμου καί τό πρώτο ντοκουμέντο τοϋ Gibbon πού άναφέρεται στη Φαύστα. Αρα καί τό έπιχείρημά του γιά τήν έπιβίωση τής Φαύστας δέν καταρρίπτεται εύκολα.
γ. Ό Έλληνοαμερικανός Καθηγητής οτό Πανεπιστήμιο τοϋ Howard τής Αμερικής D. Kousoulas ό όποιος, σημειωτέ ον, Αποφεύγει νά έρθει σε σύγκρουση μέ παγιωμένες γιά τόν Κωνσταντίνο Απαράδεκτες προτεσταντικές Αντιλήψεις έχει κάνει, ώστόσο, μιά ουσιαστική τομή στ<5 θέμα: Αμφισβητεί ευθέως ότι ό Κρίσπος έκτελέστηκε κατόπιν έντολής τοϋ Κωνσταντίνου καί έπιρρίπτει καί αυτή τήν ευθύνη στη Φαυστα! Αναλυτικότερα, ύποστηρίζει ότι κανείς ψυχικά υγιής δέ σκοτώνει τό Αγαπημένο του παιδί εύκολα.Ότι ό Κωνσταντίνος σίγουρα δέν έπασχε Από καμιά μορφή τρέλας, όπως Αποδεικνυει όλος ό μετέπειτα βίος του, καί ότι Αγαπούσε πολύ όλα τά παιδιά του, (μάλιστα Από τ’ αλλα τρία Αγόρια του, τά δυο μεγαλύτερα κατά τήν έποχή τών τραγικών γεγονότων τά είχε όνομάσει καίσαρες). Καί Ακόμη ότι οί όποιεσδήποτε κατηγορίες που ένδεχομένως προσήψε ή Φαυστα στόν προγονό της, ποτέ δέ θά οδηγούσαν τόν Κωνσταντίνο σέ μιά τόσο σκληρή Απόφαση, Αλλά σέ κάποια λογική έπίλυση τοϋ θέματος.
Στη συνέχεια ό Kousoulas άναζητά τό μίτο τής υπόθεσης στη μεγάλη όργη τοΰ Κωνσταντίνου έναντίον της Φαύοτας μετά τίς άποκαλύψεις τής μητέρας του. Τί λοιπόν τοΰ άποκάλυψε ή Ελένη, γιά νά έκμανεί τόσο πολύ ό Κωνσταντίνος, όπως Ισχυρίζονται κάποιοι άρχαίοι ιστορικοί, ώστε· νά διατάξει άμέσως τό θάνατο τής Φούστας; ’Ίσως είχε άκούσει κάτι τό πολύ πιό φοβερό άπό τίς ψεύτικες κατηγορίες της:
«Αλλά τί φοβερό, Αναρωτιέται ό Κούσουλας, άφοΰ ό Κρί σπος εϊχε έκτελεσθεί τόσο σύντομα μετά τη σύλληψή του; Οί όεσμοφυλακες τοΰ Κρίσπου δέ θά είχαν ένεργήσει ποτέ άπό μόνοι τους, χωρίς ένα ένταλμα θανατικής έκτελέσεως, πού νά φέρει τήν υπογραφήκαίτή σφραγίδα τοΰ Λ ύτοκράτορα. Έάνδέν τό υπέγραψε ό αύτοκράτορας, ποιός έβαλε τήν υπογραφή του; Ποιός θά μπορούσε νά έχει χρησιμοποιήσει τήν αύτοκρατορική σφραγίδα έκτός άπό τή Φαύστα ή κάποιον άλλον μετά άπό διαταγή της; ’Εάν αύτό συνέβη πραγματικά, τότε όλα τά άλλα παρατράγουδα έξηγοϋνται. ’Εάν έκείνη ήταν ύπευθυνη γιά τό θάνατο τοΰ Κρίσπου, ή άγρια τιμωρία της γίνεται εύκολότερα κατανοητή. Τά πρόσωπα, πού έκτελέστηκαν σύντομα κατόπιν, θά μπορούσαν νά είναι οί μάρτυρες τής Φαύστας καί αύτοί πού έκαναν κακή χρήση τής αύτοκρατορικής σφραγίδας. Δεν ύπάρχει άρχαία μαρτυρία, γιά νά ύποσνηρίξει αύτό τό σενάριο. Ωστόσο, τούτο συνταιριάζει τούς διάσπαρτους ύπαινιγμούς καί τίς άποσπασματικές άναφορές καί διατρυπά κάπως τόν ιστό τής άράχνης, πού έχει κρατήσει τό μυστήριο καλυμμένο γιά τόσους πολλούς αιώνες»112.
Ό Kousoulas, πού φαίνεται έχει μελετήσει καλά όχι μονάχα τά γεγονότα αυτής τής επίμαχης περιόδου τής Ιστορίας, άλλα καί τό χαρακτήρα καί τήν προσωπικότητα τοϋ καθενός άπό τά ιστορικά πρωταγωνιστικά πρόσωπα τής έποχής, μοιάζει νά είναι έγγυτερα στην άλήθεια. Άλλωστε έχουμε άπτά δείγματα τής δολιότητας τής Φαύστας άπό τη συνεργασία της μέ τον πατέρα της Μαξιμιανό γιά τη δολοφονία τοϋ συζύγου της Κωνσταντίνου στα γεγονότα τής Άρελάτης, καί που ή ίδια όδήγησε τόν πατέρα της στο θάνατο.
Ό Εΰτρόπιος, ό Ιερώνυμος καί ό Άμμιανάς γράφουν ότι κατά την ίδια περίοδο βρήκε άδικαιολόγητα τό θάνατο καί ό καίσαρας Λικινιανός, γιος τοϋ Λικίνιου καί τής Κωνσταντί ας, που έκείνη την έποχή βρισκόταν στην παιδική του ήλικία. "Ομως ό ίδιος ό Ζώσιμος τόν άναφέρει (στό δεύτερο βιβλίο του) ώς εικοσάχρονο καίσαρα, που έλαβε μέρος στον πόλεμο τού πατέρα του εναντίον τοϋ Κωνσταντίνου. Καί ό ιστορικός Otto Seeck ύποστηρίζει ότι δ Λικινιανός ζοΰσε άκόμα τό 336, όπότε σ’ αύτή την περίπτωση θά ήταν μεγαλύτερος των είκοσι έτών173. Άλλο μπλέξιμο! Άν τό άδολο παιδάκι (ή ό νέος) δολοφονήθηκε, όπως υποστηρίζουν κάποιοι παλαιοί συγγραφείς, καί δέν έζησε τουλάχιστον ώς τό 336, όπως ύποστηρίζει ό Ιστορικός Otto Seeck, οί ύπόνοιες οφείλουν νά στρέφονται καί πάλι πρός τή Φαύστα καί όχι πρός τόν Κωνσταντίνο, άφοϋ κατά πάσαν πιθανότητα τά ίδια έλατήρια τοϋ φόνου τοϋ Κρίσπου θά πρέπει νά έχουν κινήσει τό ϊδιο φονικό χέρι.Πάνω στό θέμα αύτό ό Kousoulas υποστηρίζει τήν έκδοχή, που προβάλλουν κάποιοι άρχαίοι χρονικογράφοι, ότι δηλαδή ό Λικίνιος είχε ένα γιό μέ τήν Κωνσταντία, άδερφή τοϋ Κωνσταντίνου, τόν ομώνυμό του Λικίνιο, δωδεκάχρονο κατά τό 326, καί έναν άλλο γιό άπό μιά μή νόμιμη σύζυγο, πού είχε πρίν παντρευτεί τήν Κωνσταντία, εικοσάχρονο κατά τήν περίοδο των γεγονότων, τόν Λικινιανό. Καί ’ίσως αυτός ό δεύτερος είχε έμπλακεΐ στίς δολοπλοκίες τής Φαύστας καί ακολούθησε τήν τύχη των συνενόχων της.Ή έκδοχή αύτή έχει μεγάλη άληθοφάνεια, άλλά καί αύτή δέν τεκμηριώνεται άπό ντοκουμέντα.
Τελειώνοντας το δύσκολο τούτο κεφάλαιο περί των θανάτων Κρίππου καί Φαύστας τούτα μονάχα μπορούμε νά πούμε μέ βεβαιότητα:
Ό Ισχυρισμός τών παγανιστών ότι ή Φαύστα θανατώθηκε άπό τόν Κωνσταντίνο δέν έχει Ιστορικά άποδεικτικά έρείσματα καί κανένας άντικειμενικός ιστορικός δέν μπορεί νά τόν υΙοθετήσει χωρίς ζημία τής Αξιοπιστίας του. Ό Richardson, ένας άπό τους έμβριθέστερους μελετητές τών έργων τού Εύσέβιου καί έγκυρότερους βιογράφους τού Κωνσταντίνου, τηρεί Αποστάσεις άπό τήν άποψη αύτή καί μιλάει γιά τό θάνατο τής Φαύστας ώς έξης: «Τό ίδιο έτος ή σύζυγός τον Φαύστα πέθανε ή θανατώθηκε» 74. Αύτή είναι ύπεΰθυνη ιστοριογραφία!
Ό Κρίσπος πέθανε όντως άπό βίαιο θάνατο στήν Πώ λα τό 326, πιθανόν κατόπιν καταδικαστικής άποφάσεως τού αύτοκράτορα Κωνσταντίνου, δίχως ν’ Αποκλείεται καί οτιδήποτε άλλο, μήτε καί ή έκδοχή τού Κούσουλα. Με σχετική βεβαιότητα μπορούμε νά ύποστηρίξουμε ότι ή εύθύνη τής ήθικής αυτουργίας εκείνου τού θανάτου βαρύνει τη Φαύστα. Τά στοιχεία πού ύπάρχουν σχετικά με τό θάνατο τού Κρίσπου είναι Ανεπαρκή γιά τόν καταλογισμό’εύθυνών. Καί έπειδή δέν καταφέρνουν βασίμως νά ένοχοποιήσουν άλλον, ρίχνουν τη σκιά τους στόν Κωνσταντίνο, άλλά δέν Αφήνουν στό Απυρόβλητο καίτή Φαύστα. Τέλος, άγνωστα παραμένουν ή αιτία καί ό τρόπος τής θανάτωσης τού Κρίσπου.
Άν, τέλος, κάνουμε δεκτά τά άτεκμηρίωτα συμπεράσματα κάποιων ιστορικών τών νεοτέρων χρόνων, πού είναι κηρυγμένοι εναντίον τού Κωνσταντίνου, καί δεχτούμε ότι τόσον ό θάνατος τοϋ Κρίσπου, όσο καί ό θάνατος τής Φούστας όφείλονται σέ άποφάσεις τοϋ Κωνσταντίνου, καί πάλι πολύ δύσκολα θά μπορούσαμε νά δεχθούμε τό χαρακτηρισμό τους ώς έγκλημάτων, έπειδη ό αύτοκράτορας, ώς άνώτατος κριτής καί τηρητής τών νόμων, δικάζει, καταδικάζει καί έπιβάλλει ποινές σ’ ένοχους, ή τούλάχιστον σέ κατηγορουμένους, πού άποδεικνύονται ένοχοι, βάσει μαρτυριών. Ή έκφραση τοϋ Ζωναρά «διό καί θάνατον ό Κρίσπος παρά τοϋ πατρός κατεδικάσθη» είναι ένδεικτική τής άποδοχής έκμέρους τοϋ λαοϋ τής ιδέας ότι ό αύτοκράτορας είναι ό ύπέρτατος δικαστής. Καί άφοΰ κάθε δικαστής δυνατόν νά όδηγηθεΐ σέ δικαστική πλάνη βάσει ψευδών κατηγοριών, καί ένας αύτοκράτορας εκείνων τών έποχών, ώς άνώτατος δικαστής, θά μπορούσε όμοίως νά πλανηθεί στήν άπόφασή του.'Όσα καί άν ποϋν οί ιστορικοί, όσα καί άν γράψουν πάνω στό τραγικό αύτό θέμα, άπάντηση ικανοποιητική καί βέβαιη δέν μπορούν νά δώσουν. «Οί άληθινές αιτίες τής τραγωδίας είναι τυλιγμένες στό βασανιστικό πέπλο τοϋ σκοταδιού», γράφει ό John Bury (1861-1927).ΉΊστορία κρατάει άκόμα διπλοκλειδωμένα τά μυστικά της. Ώς έκ τούτου, είναι άπαράδεκτο γιά ιστορικούς ν’ άποφαίνονται δίχως στοιχεία ύπέρ τής καταδίκης τού ένός καί τής άθώωσης τοϋ άλλου ώς δικαστές ολοκληρωτικών καθεστώτων...
Τέλος, προειδοποιούμε τόν άναγνώστη, ότι γιά τή διαμόρφωση τής όποιας προσωπικής του άποψης περί τού Κωνσταντίνου, βάσει τών μέχρι τώρα έκτεθέντων στοιχείων, είναι άκόμα πολύ νωρίς.  

Διαβάστε το Β Μέρος  εδω στόν σύνδεσμο :

 http://www.paterikiorthodoxia.com/2016/05/isapostoloi-konstantinos-kai-eleni-part-b.html


 


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.