Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΡΟΣ Β







 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΡΟΣ Β

 

Περιεχόμενα

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΔΙΩΓΜΟ ΤΩΝ ΠΑΓΑΝΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ


Ή εγκράτεια καί ή μετριοπάθεια ήταν άπό τίς μεγαλύτερες αρετές τού Κωνσταντίνου. Παρότι άσπάστηκε μ’ ένθουσιασμό τη νέα θρησκεία, δέ στέρησε τη λατρεία στούς πιστούς τής παλαιός, ούτε έβλαψε τά μνημεία της. Άδικα κατηγορεΐται ότι κατεδίωξε τους έθνικούς. Άδικα κατηγορεΐται άπό τό φανατικό παγανιστή Εύνάπιο (ό όποιος εξοπλίζει τόν άλλο φαρμακερό έχθρό τοϋ Χριστού καί τού Κωνστατίνου, τό Ζώσιμο, μέ «όπλα» στό μάταιο πόλεμό του κατά τού Χριστιανισμού), ότι έξετέλεσε τό φιλόσοφο Σώπατρο. Αλλά ό Σώπατρος κατηγορήθηκε γιά μαγεία (ότι δηλαδή έδεσε τους ανέμους καί έμπόδισε τό άρμένισμα των καραβιών...), πράγμα που άπαγόρευε ό νόμος έπί ποινή θανάτου (δηλαδή άπαγόρευε τή μαγεία καί... όχι τό δέσιμο τών άνέμων). Καί, φυσικά, ό Κωνσταντίνος δέν μπορεί νά θεωρηθεί ένοχος όλων τών καταδικαστικών άποφάσεων, που έξέδωσαν τά δικαστήρια τής άπέραντης Αυτοκρατορίας του...
Μέ κρατικές δαπάνες στήριζε τίς γιορτές καί τίς τελετές τών ειδωλολάτρων στά πλαίσια τής δίκαιης καί ίσης μεταχείρισής τους πρός τούς χριστιανούς. Ό ίδιος μάλιστα τούς παρότρυνε νά έπισκέπτονται ελεύθερα τούς βωμούς καί τά ιερά τους καί νά τελούν τίς τελετές κατά τίς συνήθειές τους175.
Στην Αίγυπτο δέν άπαγόρευσε τις έορτές καί τίς τελετές, που, καθώς πίστευαν οί πιστοί τοΰ θεοΰ Νείλου, έξασφάλιζαν τίς πλημμύρες τοΰ ποταμού176... Ούτε την ίδρυση είδωλολατρικών ναών έμπόδισε, καί τό μέτρο του αυτό έφαρμόστηκε σ’ εύρύτερη κλίμακα, καθώς έπιβεβαιώνουν οί Ζώσιμος καί Βίκτωρ177. Μονάχα ένα μέτρο έλαβε κατά τής παλαιός θρησκείας: Άπαγόρευσε τόν έπιβεβλημένο εύνουχισμό τών Ιερέων τοΰ θεοΰ Νείλου, πράγμα που, εικάζουμε, δέν θά έγινε δεκτό μέ άβάσταχτη δυσφορία άπό τούς «πληττόμενους»...
Δέν κατεδίωξε τούς είδωλολάτρες, άλλ’ οΰτε καί τήρησε ιδιαίτερα φιλική στάση άπέναντί τους. Μέ έπιστολές του συμβούλευε τούς κατοίκους τών περιοχών έκείνων νά στραφούν πρός τή χριστιανική πίστη. Σεβόμενος ίσως τό διάταγμά του τοΰ Μεδιολάνου, δέ θέλησε νά παραβιάσει τήν άρχή τής θρησκευτικής έλευθερίας, πού παραχώρησε. Αυστηρότητα, ώστόσο, έδειξε πρός τούς αιρετικούς, έπειδή πίστευε, καθώς μας πληροφορεί ό Εύσέβιος, ότι «έξαιτίας τους οί υγιείς πέφτουν σέ άσθένεια καί οί ζωντανοί σέ διηνεκή θάνατο».
Ή συμπεριφορά του πρός τούς διώκτες τών χριστιανών ήταν άνεξίκακη. Δέν τούς τιμώρησε, παρότι στή συνείδησή του τούς καταδίκαζε.Κανέναν ύπάλληλο ειδωλολάτρη δέν άπομάκρυνε άπό τήν κρατική μηχανή. Μετά τή μεταφορά τής πρωτεύουσας στήν Κωνσταντινούπολη άπαγόρευσε τόν έορτασμό είδωλολατρικών έορτών. Οί χριστιανοί συγγραφείς βεβαιώνουν ότι έπιθυμία τοΰ αύτοκράτορα ήταν ή άπουσίατής ειδωλολατρίας άπό τήν Πόλη178.
Ποτέ δέν άσκησε καταπίεση γιά θρησκευτικούς λόγους μήτε στούς είδωλολάτρες μήτε στούς άλλους άλλόθρησκους καί όσα λέγονται περί τοΰ άντιθέτου είναι άνεδαφικά, άνιστόρητα καί Ισως κακόβουλα. Πάνω στό θέμα αύτό όιαφωτιοτικότερος είναι ό περίφημος ιστορικός τοΰ δέκατου ένατου αιώνα J. Β. Bury. Ανάμεσα στις αυστηρές κρίσεις του γιά τόν Κωνσταντίνο λέει καί κάποιες σπάνιες άλήθειες: «Δεν πρέπει ποτέ νά ξεχαστεί ότι ή έπανάσταση τοΰ Κωνσταντίνον ήταν ίσως ή πιό τολμηρή πράξη, που διαπράχτηκε άπό έναν αύτοκράτορα στήν άμέλεια καί την περιφρόνηση τής μεγάλης πλεισψηφίας των ύπηκόων τον. Τούλάχιστον γιά τά τέσσερα πέμπτα τοΰ πληθνσμοϋ τής αυτοκρατορίας ή χριστιανική’Εκκλησία έξωτερικώς μονάχα ήταν χριστιανική. Ό στρατός καί όλα τά σημαντικά άτομα στή διοίκηση ήταν αφιερωμένα στήν ειδωλολατρία. Επομένως δέν έκπλήσσει ό Κωνσταντίνος ώς πολιτικός καί χριστιανός πού δέ χρησιμοποίησε πειθαναγκασμό. Ή πολιτική του έκανε λίγα, πού δεϊχναν περισσότερα άπ’ δ,τι ήσαν, καί προετοίμαζε τή βαθμιαία μετατροπή τής αυτοκρατορίας (σέ χριστιανική), καί ήταν τόσο ήπια καί προσεκτική πού έχει ύποστηριχτεΐ άπό μερικούς, ότι στόχος τον ήταν νά καθιερώσει μιάν ισότητα τών δύο θρησκειών. Διατήρησε τόν τίτλο τοΰ Pontifex Maximus καί μέ τόν τρόπο αυτόν καί τό συνταγματικό δικαίωμα τοΰ αύτοκράτορα νά έποπτεύει τά θρησκευτικά όργανα. Άπέσνρε τήν ύποστήριξη τών είδωλολατρικών Ιεροτελεστιών μέ κρατικά κεφάλαια, άλλ’ έκανε μιάν έξαίρεση ύπέρ τών έπίσημων λατρειών στή Ρώμη. Τό σημαντικότερο κατασταλτικό μέτρο του ήταν ή άπαγόρευση θυσιών μέ σφάγια, πού υιοθετήθηκε συχνά άπό έκείνονς πού ετοίμαζαν κάποια έξέγερση καί έπιθυμοϋσαν νά μάθουν τίς πιθανότητες τής έπιτυχίας τους. Ή άπαγόρευση όριζε ποινή θανάτου, άλλ’ ή ποινή αυτή ποτέ δέν έπιβλήθηκε. Υπήρξε μιά τεράστια διαφορά άνάμεσα στό γράμμα τοΰ Νόμου καί στήν πρακτική έφαρμογή του. Άλλ’ ένας ειδωλολάτρης θά μπορούσε έλεϋθερα νά έκπληρώσει τά θρησκευτικά του καθήκοντα στους ναούς. Θά μπορούσε νά προσφέρει τό θυμίαμα καί νά κάνει τίς σπονδές τοϋ κρασιού καί σ’ ένα ναό καί στό σπίτι του. Οί γιοί τοϋ Κωνσταντίνου άκολοϋθησαν αύστηρότερη πολιτική έναντι των ειδωλολάτρων*. Στό ίδιο διάταγμα όρίστηκε τό κλείσιμο τών ναών “σέ όλες τίς θέσεις καί τίς πόλεις” άλλ’ αύτή ή διάταξη έφαρμόοτήκε έδώ καί έκεΐ, άνάλογα μέ τίς περιστάσεις καί τά συναισθήματα τών τοπικών κυβερνητών. Ελάχιστοι, ώστόσο, φανατικοί τής χριστιανικής πλευράς έκμεταλλευόμενοι τό αύτοκρατορικό διάταγμα, προχώρησαν σέ οφρότητες, καί προκάλεσαν μεγάλη άνησυχία στους παγανιστές»119. Αλλά οί φανατικοί τών έπαναστάσεων δεν Ιλειψαν ούτε θά λείψουν στην Ιστορία.

Ό Ζώσιμος κατηγορεί τόν Κωνσταντίνο, ότι άρπαξε τά μαρμάρινα Αγάλματα τών Μουσών Από τόνΈλικώνα, καί άλλοι, νεότεροι κυρίως συγγραφείς, μιλούν γιά καταστροφή είδωλολατρικών ναών καί γιά μιά γενικευμένη Αρπαγή Αρχαιοτήτων Απ’ όλα τά μέρη τής Ελλάδας καί μεταφορά τους στην Κωνσταντινούπολη γιά τον έξωράίσμό διαφόρων χώρων καί κτισμάτων.
Άλλ’ 6λ’ αυτά είναι ύπερβολές. Τίποτε δεν πείραξε Από τίς Αρχαιότητες τής Αθήνας καί τών Δελφών. Μονάχα ό χρυσός τρίποδας μέ τόν τρικέφαλο χάλκινο δφι Αφαιρέθηκε Από τους Δελφούς κατά διαταγή του γιά στολισμό τού Ιππόδρομου καί οί'Ελικωνιάδες Μούσες Από τήν κορυφή τού'Ελικώνα, γιά δια κόσμηση τών Ανακτόρων τής Κωνσταντινουπόλεως.
Οί κατηγορίες ότι κατέστρεψε ναούς τής παλαιάς θρησκείας δέν επιβεβαιώνονται ούτε από τήν Ιστορία, ούτε καί Από τήν πολιτική σκέψη τού Κωνσταντίνου, Αφού μιά τέτοια ενέργεια θά ήταν απροκάλυπτη έπίθεση στά αισθήματα τής πλειοψη φίας τού λαού καί Αφού ό ’ίδιος ώς τό τέλος τής ζωής του δι «τήρησε τόν τίτλο τοϋ Pontifex Maximus (Ύπατου Άρχιερέως τής θρησκείας τών έθνικών). Ούτε ναούς κατεδάφισε, πλήν τοϋ ίεροϋ τής Αφροδίτης στην Άφακο τοϋ Λιβάνου, όπου εκπορνεύονταν, όχι μονάχα γυναίκες, άλλά καί άνδρες («γύν vu5ες»), καί τοϋ ναού τής Αφροδίτης στά λόφο τοϋ Γολγοθά, γιά νά χτιστεί ό ναός τής Αναστάσεως. Στην Ηλιούπολη τής Φοινίκης, όπου ύπήρχαν μονάχα γυναίκες ίερόδουλοι, ό Κωνσταντίνος περιορίστηκε νά συστήσει στόν πληθυσμό μεγαλύτερη έγκράτεια καί νά χτίσει μιά έκκλησία180. Οί άρχαΐοι ναοί, άλλά καί οί άρχαΐες πόλεις, όλα είχαν καταστραφεΐ πολύ πριν οί'Έλληνες άσπασθοϋν τή χριστιανική θρησκεία, έπισημαίνει ό Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος181. Αν λοιπόν μετέφερε καί κάποια σπαράγματα κατερειπωμένων αρχαιοτήτων νά διακοσμήσει τή «Βασιλίδα τών πόλεων», οί άρχαιολάτρες συμπολίτες μας άς είναι περισσότερο έπιεικεΐς μαζί του, γιατί διακόσμησε την πρωτεύουσα τοϋ 'Ελληνισμού καί τοϋ κόσμου όλόκληρου γιά μακρούς αιώνες.
*Την ήπια τακτική τού Μεγάλου Κωνσταντίνου πράς τους είδωλολάτρες άκολούθησαν καί οί διάδοχοί του. Γράφει ό Παπαρρηγόπουλος ότι άπό τόν Κωνστάντιο Β' θεσπίστηκαν σκληροί νόμοι κατά τών παγανιστών, άλλ’ ουδέποτε ένεργο ποιήθηκαν μέχρι τά χρόνια τού Θεοδοσίου. Στήν ίδια διαπίστωση προβαίνει καί ό Gibbon: «Ή μαρτυρία τών γεγονότων καί τά μνημεία που άκόμα είναι σέ ύπαρξη, άποδεικνϋουν τή δημόσια έξάσκηση τής παγανιστικής λατρείας καθ’ δλη τή βασιλεία τών γιών τοϋ Κωνσταντίνου» (Vol. 1, p. 399).
Όλοι οί Έλληνες Μεγάλοι Πατέρες τής’Εκκλησίας εκείνον τόν κρίσιμο 4ο αιώνα μ.Χ., καθώς καί τών έπόμενων χρόνων, ήταν συνειδητά αντίθετοι μέ τήν πρόκληση καταστροφών στ’ άρχαία μνημεία καί πάσχιζαν μέ νουθεσίες καί συστάσεις νά πείσουν καί τούς ακραίους ζηλωτές τής πίστης νά σέβονται τά εί δωλολατρικά μνημεία. Ό 'Αγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός γράψει: «Ούκ άρετη γάρ τό βίςι γινόμενον» (PG 94, 924Α). Ό Μ. Βασίλειος γράψει ότι ό Θεός δεν άγαπά αύτό που γίνεται Αναγκαστικά, άλλ’ αύτό πού κατορθώνεται μέ τήν άρετη. «Αρετή δέ έκ προαιρέσεως καί ούκ έξ άνάγκης γίνεται» (PG 31, 346). Ό ΆγιοςΊωάννης ό Χρυσόστομος: «Ούκ έννοεΐς ότι ϋβρις έστίν εις τόν θεόν, τό αΐτείν κατά τών έχθρών τόν Θεόν;» (PG 51, 363). Ό ίδιος θεωρεί καύχημα των Χριστιανών ότι πολλά έθνικά βιβλία τά έσωσαν άπό τόν άφανισμό οι ίδιοι (PG 50,537Β).
Ό Άγιος Αύγσυστίνος άποτρέπει τούς Χριστιανούς τής Καρθα γένης άπό τήν είσβολή στίς Ιδιοκτησίες τών έθνικών, προκειμέ νου νά καταστρέψουν τά είδωλά τους (Αύγσυστίνος, Sermo LXII, 17 και 18, PL 38, 423Α). Τό ϊδιο κάνει καί ό Γρηγόριος Ναζιανζηνός (Κατά’Ιουλιανοΰ λόγος στηλιτευτικός Β', 36).
Ή Σύνοδος τήςΈλβίρα (305), προκειμένσυ ν’ Αποθαρρύνει τούς χριστιανούς άπό τό πάθος τής καταστροφής τών είδώλων, πολλά άπό τά όποια ήοαν έργα τέχνης, στόν 60ό Κανόνα όρίζει τά έξής: «Εάν κάποιος συντρίβει ένα είδωλο καί τιμωρείται έπειτα μέ θάνατο, δέν μπορεί νά έγγραφεϊ στόν κατάλογο τών μαρτύρων, δεδομένου ότι τέτοια δράση δέν έγκρίνεται άπό τις Ιερές Γραφές ή άπό τούς Αποστόλους».
Περιττό, βέβαια, νά τονίσουμε πόσο οί Μεγάλοι Πατέρες έκριναν Αναγκαία τήν έλληνική παιδεία γιά τούς χριστιανούς.

 


Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.
(Χριστιανικό σύμβολο στις κατακόμβες)

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΓΙΑ «ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΕΣ ΣΠΑΤΑΛΕΣ»



Πρώτος ό’Ιουλιανός ό Παραβάτης άπευθυνει κατά τοϋ Κωνσταντίνου την κατηγορία σπατάλης των δημόσιων οικονομικών γιά ναούς καί φιλανθρωπίες. Γράφει σχετικά ό Ζωναράς: «Γιά νά είρωνευθεϊ δήθεν τη σπατάλη τοϋ εύσεβέστατον αύτοϋ αν, τοκράτορα, έπινόησε νά συνομιλεί ό 'Ερμής μαζί του καί νά τόν έρωτά ποιο είναι άραγε τό γνώρισμα ένός καλού αύτοκράτορα. Καί έκεϊνος αποκρίνεται πώς ό αύτοκράτορας πρέπει νά έχει καί νά ξοδεύει πολλά»162.
Ό Ζωσιμος, που δέν μπορούσε νά συγχωρήσει τη φιλανθρωπία τού Κωνσταντίνου, έγραψε γι’ αύτόν ότι «την γάρ άσωτίαν ήγεΐτο φιλοτιμίαν». Αντιστρέφουμε σήμερα τό λε χθέν καί επιμένουμε ότι ό Ζωσιμος «την γάρ φιλοτιμίαν ήγεΐτο άσωτίαν».
Ό ιστορικός Βίκτωρ Αύρήλιος Σέξτος, παγανιστής καί αυτός, άλλά πιό συγκροτημένος στην έπιθετικότητά του άπό έκείνσυς, που άναφέρθηκαν στό προηγούμενο κεφάλαιο, άνάμεσα στά καλά του λόγια γιά τό μεγάλο αύτοκράτορα, παρεμβάλλει καί τίςκατηγορίες έναντίοντου. Άφοϋ δηλαδήγράφειότιόΚωνστα ντίνος μέ τή βοήθεια αυστηρότατων νόμων ήλεγχε τους κακόβουλους μηνυτές καί συκοφάντες, υποστήριζε τίς καλές τέχνες, ειδικά τις λογοτεχνικές μελέτες, διάβαζε, έγραφε, στοχαζότανε, καί άκουγε τίς πρεσβείες καί τά παράπονα τών έπαρχιών, στη συνέχεια άσκεΐ κριτική έναντίον τσυ ότι έξωράισε τη βασιλική περιβολή τσυ μέ πολύτιμους λίθους καί τό κεφάλι του πάντοτε μέ διάδημα, ότι ήταν έπιρρεπής στήν άποδοχή τών έπαίνων, γιά νά τοϋ τοξέψει πιό κάτω τό πάρθιο βέλος του: «Γι’ αύτό μετά τόν Τραχάλα τοϋ λαϊκού μύθου ήταν αύτός άποκαλονμενος γιά τά δέκα πρώτα χρόνια τής βασιλείας του ώς ένας θαυμάσιος άνθρωπος, γιά τά έπόμενα δέκα χρόνια ώς ένας ληστής, καί γιά τά τελευταία δέκα, έξαιτίας τής άσυγκράτητης άσωτίας του, ώς ένας έπιτηρούμενος Ανεύθυνος».
Δηλαδή έδώ ό Βίκτωρ άποκαλεΐ «ληστή» τόν Κωνσταντίνο γιά τή δεύτερη δεκαετία τής βασιλείας του έξαιτίας τού άνά τετραετία είσπραττόμενού φάρου, τοϋ λεγάμενου «Χρυσάρ γυρον». Τήν κατηγορία γιά τό Χρυσάργυρο άπευθύνει στον αΰτοκράτορα καί ό Ζωσιμος, γιά τόν όποίο κάνει λόγο σέ προηγούμενο κεφάλαιο ό Ιστορικός Εύάγριος.
Ώς «επιτηρούμενο Ανεύθυνο» τόν άποκαλεΐ γιά τήν τρίτη δεκαετία τής βασιλείας του, έξαιτίας τών μεγάλων δαπανών γιά τήν άνέγερση Ιερών ναών καί, προπαντός, γιά τήν άσκούμενη φιλανθρωπία του, πού δέν είναι τίποτε άλλο άπό τήν τόσο έπιδιωκόμενη καί προβαλλόμενη άπό τίς σύγχρονες κυβερνήσεις Κοινωνική Πολιτική. ’Οφείλουμε νά παραδεχτούμε ότι ό Κωνσταντίνος, έφαρμόζοντας τή χριστιανική άντίληψη περί άλληλεγγύης καί δικαιοσύνης, είναι ό πρώτος κυβερνήτης εισηγητής τής Κοινωνικής Πολιτικής στον κόσμο.
Σχετικά μέ τήν κατηγορία ότι ό Κωνσταντίνος φορούσε πάντοτε τό διάδημα καί είχε άδυναμία στά πολύτιμα πετράδια, θά δώσουμε τήν άπάντηση παρακάτω, στό κεφάλαιο «Πώς
οί Ιστορικοί τών νέων χρόνων βλέπουν τόν Κωνσταντίνο», έπειδή τό θέμα αύτό Απασχολεί περισσότερο τούς νεότερους συγγραφείς, παρά τούς άρχαίους.


Παράσταση άπό κατακόμβη

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ «ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ» (DAMNATIO MEMORIAE)


Ή Damnatio memoriae έθεωρείτο άπό τούς Ρωμαίους πολύ άτιμωτική ποινή καί χειρότερη καί άπό τό θάνατο.
Οί λέξεις είναι λατινικές (damnatio = καταδίκη, καί memoria = μνήμη).Ή συνολική έκφραση «Καταδίκη μνήμης» σημαίνει «καταδίκη σέ λήθη».
Ή ποινή αύτή, που επιβαλλόταν σέ όρισμένες περιπτώσεις άπό τους αύτοκράτορες, συνήθως έναντίον προηγούμενων αΰτοκρατόρων, έπιδίωκε ν’ άπαλείψει τελείως τό δνομα καί τή δράση συγκεκριμένου προσώπου, κάποτε καί τών οικείων του, άπό τή συλλογική μνήμη τών έπερχόμενων γενεών, ώσάν νά μή είχε περάσει κάν άπό τή ζωή! Καί γιά τήν έπιτυχία αΰτοΰ τού στόχου διαγραφόταν τ’ δνομα τού καταδικασμένου παντα χόθεν, δπου ήταν γραμμένο: άπό έπίσημα έγγραφα, άγάλματα καί πορτρέτα του.
Ή ποινή επιβαλλόταν σέ προδότες ή άλλους πού έβλαψαν τό Κράτος ή πρόσβαλαν τήν τιμή του. Αύτή τήν ποινή δεν τήν άπέφυγαν ό Νέρων, ό Δομιτιανός, ό Κόμμοδος, ό Γέτας, ό Ήλιογάβαλος κ.ά. Σήμερα σέ πολλά ευρωπαϊκά καί άμερικανικά βιβλία, άλλά καί σ’ έκατοντάδες ξενόγλωσσες ιστοσελίδες τού Διαδικτύου, άναφέρεται, ότι ή ποινή αύτή έπιβλήθηκε άπό τόν Κωνσταντίνο
στόν Κρίσπο καί σχη Φαύστα.Ή έν λόγω άναφορά είναι στερεότυπη καί κλείνει μέ τίς φράσειςκλισέ: «Τ’ όνομα καί ή εικόνα τοϋ Κρίσπου δέν άποκαταστάθηκαν ποτέ ατά μνημεία άπό τά όποια ήταν σβησμένα. Ή ένδεχόμενη μοίρα τής συζύγου του 'Ελένης καί τοϋ γιοΰ της είναι ένα μυστήριο».Έχουμε τη βεβαιότητα, ότι οίέχθροίτοΰ πρώτου αύτοκράτορα της Βυζαντινής Αύτοκρατορίας, όπως καί τού τελευταίου, άνακάλυψαν μιά κερκόπορτα με τη damnatio memoriae, γιά νά καταφέρουν νέα καί άποτελεσματικά πλήγματα έναντίον του. Γιατί μέ δλ’ αύτά θέλουν ν’ άποδείξουν πώς ό Κωνσταντίνος είχε τόση κακία στην ψυχή του, ώστε νά καταδιώκει καί μετά θάνατον τό γιό καί τη σύζυγό του!
Αλλά έπέβαλε ό Κωνσταντίνος αύτή την «καταδίκη σέ λήθη» στον Κρίσπο καί τή Φαύστα;
Απ’ δσα γνωρίζουμε, ό πρώτος που έμφανίζεται νά κάνει ύπαινιγμό γιά μιά τέτοια καταδίκη δίχως κάν νά κάνει χρήση τών δρων damnatio memoriae είναι ό Bury. Στά σχόλιά του γιά τό θάνατο της Φαύστας καί τού Κρίσπου υπαινίσσεται ότι σέ κάποιες επιγραφές τού C.I.L. (Corpus Inscriptionum Latinarum, πού σημαίνει «Σώμα Λατινικών ’Επιγραφών») μπορεί τό όνομα τοϋ Κρίσπου νά ήταν σβησμένο183. Τό C.I.L. ήταν δημιούργημα τοϋ ιστορικού Mommsen καί τής Πρωσσικής Ακαδημίας τοϋ 1815, πού άπέβλεπε στήν έκδοση όλων τών ρωμαϊκών έπιγραφών άπό ολόκληρη τήν άλλοτε Ρωμαϊκή επικράτεια. Σήμερα τό C.I.L. περιλαμβάνει περί τίς 180.000 ρωμαϊκές επιγραφές. Ανάμεσα σ’ αύτές υπάρχει μικρός άριθμός τέτοιων έπιγραφών, πού άναφέρονται στόν Κρίσπο (περί τίς οχτώ) καί μιά ή δυό στή Φαύστα, άπό τίς όποιες φαίνεται νά έχει σβήστε! τό όνομα184.
Φυσικά, θεωρούμε Αδιανόητο νά στηρίξει κανείς τόν ισχυρισμό έπιβολής damnatio memoriae άπό τόν Κωνσταντίνο στη Φούστα, έπειδή βρέθηκαν μιά ή δυό έπιγραφές μέ σβησμέ νο τ’ δνομά της. Άλλ’ ούτε καί γιά τόν καίσαρα Κρίσπο οί όχτώ έπιγραφές είναι Ικανοποιητικό Αποδεικτικό στοιχείο έπιβολής σ’ αύτόν καταδίκης σέ λήθη. Γιά πολλούς λόγους αύτές oi έπιγραφές τού Κρίσπου μπορεί νά έχουν καταστραφεΐ, άκόμα καί άπό τά παιδιά τής Φούστας, που θά ήθελαν ένδεχομένως νά έκδικηθούν έτσι τό διασυρμό τής μητέρας τους. Τό Ιδιο μπορεί νά έχει συμβεΐ καί σέ κάποιο μνημείο τού Κρίσπου. Αλλά damnatio memoriae, πιστεύουμε, δέν έπιβλήθηκε ούτε στον Κρίσπο ούτε στη Φαύστα γιά τους έξης λόγους:
1.         Κανένας άπό τούς Αρχαίους συγγραφείς δέν άναφέρει άμεσα ή έμμεσα έπιβολή άπό τόν Κωνσταντίνο τής damnatio memoriae έναντίον τού Κρίσπου καί τής Φούστας.
2.         Κανένας άπό τούς μεγάλους ιστορικούς των νεοτέρων χρόνων, τά όνόματα καί οί κρίσεις των όποιων άναφέρονται στην παρούσα έρευνα, άκόμα καί αύτοί, πού γι’ άλλα, πολύ έλαφρότερα Ανομήματα έκείνων, γιάτά όποια κατηγορείται ό Κωνσταντίνος, δέ χάνουν ευκαιρία νά τόν κατακεραυνώνουν (Gibbon, Seek, Burckhardt, Gr£goire κ.ά.). Όλοι αύτοί δέν άναφέρουν τίποτε περί καταδίκης μνήμης. Ούτε κάν υπάρχει βιβλιογραφία γι’ αύτό τό καινούργιο ιστορικό πρόβλημα πού άνέκυψε τά τελευταία τριάντα χρόνια εις βάρος τής μνήμης τού Κωνσταντίνου.
3.         Οί στρατιωτικές μονάδες, πού είχαν λάβει τό άνομα τού Κρίσπου Equites Crispianorum, υπό τόν δούκα τής Δακίας, καί Auxilium Crispitienses, ύπό τόν δούκα τής Βρεττανιας, έξακολούθησαν γιά πολύ άκόμα νά διατηρούν τό δνομά τους.
4.         Ό Κωδινός (15ος αιώνας), περιγράφοντας κάποια περιοχή τής Κωνσταντινούπολης, καί κάνοντας λόγο γιά τίς στήλες που βρίσκονται κοντά στό ναό τοϋ Αγίου Θεοδώρου, γράφει τά έξής: «Στήλαι έννέα πλησίον τοϋ ναού τοϋ Αγίου Θεόδωρόν. Είσίόέ αί στήλαι αί μέν τρεις Κωνσταντίνον τού Μεγάλου καί τής γυναικός αύτοϋ Φανστης, καί'Ιλαρίωνος πραιποσιτον, καί τέταρτη τοϋ παιδός Κωνσταντίνου τοϋ Κρίσπον»185.Ή πληροφορία κάνει γνωστό ότι όλους αύτούς τους αΙώνες οί κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως γνώριζαν καί έκαναν μνεία τοϋ όνόματος καί τοϋ Κρίσπου καί τής Φαύστας.
Τό ότι οί στήλες αυτές είχαν τοποθετηθεί άπό την έποχή τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου μαρτυρεί ή έπόμενη άναψορά τοϋ Κωδινοϋ, σύμφωνα μέ την όποια ό Θεοδόσιος προέβη στη μετακίνηση τών στηλών: «Καίμετέθηκεν τήν στήλην 'Ελένης μητρός Κωνσταντίνον, καί αύτοϋ, καί τής γυναικός αύτοϋ Φανστης θν γατρός Μαξιμιανοϋ τοϋ Έρκουλίου, γαμβρού Διοκλιτιανοΰ, έν τώ αύτώ Σινάτφ...»186.
Σ’ ένα τρίτο σημείο τοϋ βιβλίου του ό Κωδινός μάς παρέχει καί τίς παρακάτω πληροφορίες, πού καί αυτές άπορρίπτουν τη θεωρία περί τής έφαρμογής damnatio memoriae εις βάρος τοϋ Κρίσπου: «Ό Κωνσταντίνος πένθησε σαράντα μέρες γιά τό θάνατο τοϋ γιοϋ τον μέ άποφυγη χρήσης λουτρού καί όλων τών συνηθισμένων άνέσεων τής ζωής καί έστησε άγαλμα τοϋ Κρίσπου άπό καθαρό άσήμι καί έπιχρυσωμένο τό κορμί, άλλά μέ τήν κεφαλή όλόχρυση, καί μέ τήν έπιγραφή Ό ήδικημένος υιός μου”». Άλλά τήν έγκυρότητα τής τελευταίας πληροφορίας (περί τοϋ άγάλματος) άμφισβητεΐ ό Gibbon.
5.         Όσοι ισχυρίζονται ότι ό Κρίσπος καί ή Φαύστα καταδικάστηκαν σε damnatio memoriae, μεταξύ τών δυότριών άσθενικών έπιχειρημάτων, πού επικαλούνται γιά νά έδραιώ
σουντόν ισχυρισμό τους, άναφέρουν καί την άπσυσία Αναφοράς τοϋ θανάτου τους ατά βιβλία τοΰ Εύσέβιου. Άλλα ό Εύσέβιος, Αναφέρει απτήν ’Εκκλησιαστική του Ιστορία τόν Κρίσπο, όπως έχουμε καταθέσει καί πάλι παραπάνω, καί μάλιστα με κολακευτικότατα λόγια ( «συν παιδί Κρίσπω, βασιλεΐ θεοφιλεστάτφ καί τά πάντα τον παχρός όμοίφ»181). Τό ότι ό Ευσέβιος είχε περατώσει τή συγγραφή τής ’Εκκλησιαστικής του 'Ιστορίας πριν άπό τό 326, τίποτε δέ θά μπορούσε νά έμποδίσει τό σβήσιμο μιας φράσης μετά τή χρονολογία αύτή, άφοϋ τά Αντίτυπα τοΰ έργου του μέχρι τότε θά ήσαν έλάχιστα.
6.         Τέλος, ό σύγχρονος ιστορικός τής Τέχνης Eric R. Varner, που μελέτησε τήν έφαρμογή τής «Damnatio memoriae» πάνω στά Αγάλματα καί τά πορτρέτα τών καταδικασμένων, όλα έργα Τέχνης τής ρωμαϊκής περιόδου, καταλήγει στό συμπέρασμα ότι «άπό τήν έναρξη τής κυριαρχίας τοϋ Κωνσταντίνου ύφίσταται γενική έλλειψη σημαντικού αποδεικτικού στοιχείου γιά τήν πρακτική έφαρμογή τοϋ μέτρου»188.
Δικαιούμεθα λοιπόν νά συμπεράνουμε, ότι ή έπιβολή Damnatio memoriae Από τόν Κωνσταντίνο βρίσκεται μονάχα στη σφαίρα τής φαντασίας όσων Αρέσκονται νά κακολογούν τόν Αναμορφωτή τής Ανθρωπότητας καί νά μεγαλοποιούν καθετί τό Ασχημο, που πληροφορούνται γι’ αυτόν.
Τελικά ή κατηγορία γιά τους δύο θανάτους τού Κρίσπαυ καί τής Φαύστας, όσο αύτή είναι ύπαρκτή, ή κατηγορία γιά σπατάλες καί σκληρή φορολόγηση, πού προσάπτουν στον Κωσταντίνο Αποκλειστικά παγανιστές Αντίπαλοί του (καί έπαναλαμβάνουν πληροφοριακά καί κάποιοι μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς), καί ή μοντέρνα κατηγορία γιά «καταδίκη μνήμης» έξαντλούν τό βασικό κατηγορητήριο έναντίον ένός μέγιστου αύτοκράτορα, πού κυβέρνησε μ’ έξαιρετική έπιτυχία μερικώς πρώτα, όλικώς άργότερα την αύτοκρατορία τριάντα ένα δύσκολα χρόνια μέσα άπό Ατέλειωτους κίνδυνους καί άγωνίες, περιτριγυριζόμενος μάλιστα άπό οίκείους προδότες, δολοπλό κους καί έπαναστάτες.
Αύτές οί κατηγορίες γίνονται τελικά βέλη στίς φαρέτρες τών διαχρονικά πολεμίων τοϋ Κωνσταντίνου καί τής όρθόδοξης χριστιανικής πίστεως. Άλλ’ οί αιώνες έχουν άποδείξει ότι τά βέλη αύτά δέν έχουν αιχμή!

ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ  Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ


Ό Κωνσταντίνος μέ την ισχυρή στρατηγική τσυ ιδιοφυία καί διορατικότητα άπό τήν έποχή τής νίκης του εναντίον τού Λικί νιου άντιλήφθηκε τόν κίνδυνο πού έρχόταν άπό τήν Ανατολή καί θέλησε νά βρίσκεται έγγύτερα στ’ ανατολικά σύνορα τής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, είχε αισθανθεί τήν άνάγκη μιας νέας καί χριστιανικής πρωτεύουσας γιά τήν άνανεωμένη χριστιανική αυτοκρατορία, πού σχεδίαζε. Θά ήταν πολύ δύσκολο μιά νέα αυτοκρατορία νά έχει μιά παλιά πρωτεύουσα, διεφθαρμένη καί παρακμασμένη, δπως ήταν τότε ή Ρώμη. «Ούδέ βάλλουσιν οίνον νέον εις άσκούςπαλαιούς»139, είχε πει μέ πολλαπλή σημασία ό Κύριος καί ό Κωνσταντίνος θά γνώριζε καλά αυτό τό χωρίο τής Αγίας Γραφής.
Αρχικά είχε έπιλέξειγιάτό σκοπό αύτότή Θεσσαλονίκη καί άργότερα τό χώρο τής άρχαίας Τροίας, έπάνω άπό τόν τάφο τοϋ Αϊαντα. Καί στούς δύο χώρους είχε προβεϊ σέ όρισμένες προκαταρκτικές έργασίες. Μάλιστα στήν Τροία είχε θεμελιώσει καί τά τείχη τής πόλης. Αλλά γρήγορα άναθεώρησε τήν άπόφασή του. Σύμφωνα μέ μιά παράδοση, πού διαφυλάσσεται ατό Αγιον Όρος, ό Κωνσταντίνος είχε ξεχωρίσει καί τό χώρο κοντά στον ισθμό των Νέων Ρόδων (περιοχής Ίερισσοϋ), γιά νά χτίσει τή νέα πρωτεύουσα. Έγκατέλε ιψε δμως τό σχέδιό του, ύστερα άπό παρέμβαση ένός έπισκόπου, καί άναχώρησε, άφοϋ πρώτα μερίμνησε γιά την άνέγερση τριών ναών στις θέσεις πού βρίσκονται σήμερα τό Πρωτάτο καί οί μονές Ίβήρων καί Βατοπεδίου.
Σύμφωνα μέ μία άλλη παράδοση, που άφηγεϊται ό Σωζόμενός, ό Θεός έμφανίστηκε στον Κωνσταντίνο, μιά νύχτα, καί τάν διέταξε ν’ άναζητήσει άλλο σημείο γιά τη νέα πρωτεύουσα. Οδηγημένος από τό χέρι Του έφθασε στό Βυζάντιο καί έκεΐ άποφάσισε νά χτίσει την πόλη του καί νά τήν καταστήσει άντάξια τοϋ όνόματός του190.
Ό Ζωναράς μάς άφηγεϊται μιάν άλλη παράδοση: «Λέγεται πώς (όσο οί έργασίες γιά τη νέα πόλη συνεχίζονταν στη περιοχή τής Τροίας,) άετοί άρπαζαν τά σχοινιά των οικοδόμων, περνούσαν τόν πορθμό καί τά έρριχναν πρός τό μέρος τοϋ Βυζαντίου. Αύτό έγινε πολλές φορές καί τά νέα φτάνανε στ’αυτιά τού αύτοκράτορα. Τό συμβάν θεωρήθηκε πώς δέν ήταν τυχαίο καί πώς φανέρωνε κάποιο θεϊκό σημάδι. Ξεκινά λοιπόν ό ίδιος ό αύτοκράτορας γιά τό Βυζάντιο, έπιθεωρεϊ τήν τοποθεσία, γοητεύεται άπό αυτή καί άλλάζει γνώμη»191.
Αποφάσισε νά χτίσει τή νέα πρωτεύουσά του στό «σύνδεσμο άνάμεσα σ’ Ανατολή καί Λύση», όπως σημειώνει ό Άγιος Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός, στό Βυζάντιο, τήν άρχαία άποικία των Μεγαρέων.
Διέγνωσε πόσο σημαντικός είναι ό χώρος ‘αυτός άπό κάθε πλευρά, πολιτική, στρατιωτική, εμπορική, πολιτιστική κ.ά. γιά τή νέα πρωτεύουσα, καθώς βρίσκεται στά όρια δύο ήπείρων καί στό πέρασμα δύο θαλασσών καί είναι όχυρωμένη κι άπόρθητη άπό τήν ίδια τή φύση της, καθώς περιβάλλεται άπό τίς τρεις πλευρές άπό θάλασσα, ένώ άπό τήν τέταρτη θά μπορούσε νά προστατευτεί άπό ισχυρό τείχος. Αξιοπερίεργο είναι ότι ό τόπος, όπου χτίστηκε ή Κωνσταντινούπολη, έχει δεθεί μέ πολλές γοητευτικές παραδόσεις καί θρύλους, άλλα καί μέ πανάρχαιους καί περίεργους χρησμούς, πού είχαν κατά καιρούς διάφορες έρμηνεΐες, καί κατά τούς χρόνους τοϋ Κωνσταντίνου μία άκόμη...
'Ένας χρησμός τοΰ Μαντείου τών Δελφών πρός τούς πρώτους Μεγαρεΐς άποίκους (685 π.Χ.), πού καταγράφει ό Ησύχιος, τούς προέτρεπε νά έγκατασταθοΰν έκεΐ «ένθα δύο φύλακες πολιάν μάρπτονσι θάλασσαν ένθ’ ιχθύς έλαφός τε νομόν βόσκουσιν ές αυτόν».
(«στον δύο σκυλάκια την άσπρη άρπάζουν θάλασσα όπου ό Ιχθύς καί ή έλαφος βόσκουν στον ίδιο βοσκότοπο»)
Καί γιά τούς Άργείους, πού καί αύτοί φέρονται ώς οικιστές τοΰ Βυζαντίου, προσδιόριζε τόν τόπο μέ παραπλήσιο χρησμό ώζ έξης:
«Όλβιοι οί κείνην Ιερόν πόλιν οικήσονσιν Ακτήν Θρηϊκίην τ’ δνυγρον παρά τε στόμα Πόντου 'Ένθα δύο σκνλακες πολιάν λάπτουσι θάλασσαν,
Ένθα Ιχθύς έλαφός τε νομόν βόσκονται είς αυτόν»192.
(«Ευτυχείς όσοι έκείνη τήν ιερή πόλη θά κατοικήσουν Τή Θρακική άκτή κοντά στό ύγρό στόμα τοϋ Πόντον όπου δύο σκυλάκια τήν άσπρη πίνουν θάλασσα δπον ό ιχθύς καί ή έλαφος στον ίδιο βοσκότοπο βόσκουν»).
Μεταγενέστερα οΐ χριστιανοί έδωσαν στον χρησμό την εξήγηση ότι ό τόπος θά οΐκοδομούνταν δύο φορές, αλλά τή δεύτερη φορά άπό τό Χριστό, πού τό σύμβολό του είναι ό 

ΙΧΘΥΣ (άπό τά άρχικά τών λέξεων Ιησούς Χριστός Θεού ΥΙός Σωτήρ).

Σημείωση: Ένας άλλος χρησμός πρός τούς δευτέρους Μεγαρείς άποίκους τής περιοχής (657 π.Χ.) προσδιόριζε τόν τόπο τής έγκατάστασης τους «άνζίχρν στή χώρα ‘ιών τυφλών». Οί Μεγαρείς έξήγησαν τό χρησμό θεωρώντας ώς «τυφλούς» τούς συμπατριώτες τους, πού λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν χτίσει τήν άποικία τους στην άσιατική άκτή τού Βοσπόρου (Χαλκηδόνα), άφοϋ ό τόπος άπό την άλλη πλευρά, την ευρωπαϊκή, ήταν άσυγκριτης άξίας καί όμορφιάς, όπου τελικά έχτισαν την άποικία τους, όνομάζοντάς την «Βυζάντιο», άπό τό όνομα τού άρχηγούτους «Βύζας».
Σύμφωνα μέ μιά παράδοση, πού διασώζεται στη Δύση, ό Κωνσταντίνος έπέλεξε τόν τόπο αυτό γιά τη νέα πρωτεύουσα ύστερα άπό ένα προφητικό όνειρό του. Μιά μέρα λοιπόν πού κοιμόταν στό Βυζάντιο, ονειρεύτηκε πώς στάθηκε εκεί μπροστά του μιά ήλικιωμένη γυναίκα μέ αύλακωμένο μέτωπο. Αλλά ξαφνικά έκείνη ή γυναίκα μετασχηματίστηκε σ’ ένα πολύ όμορφο κορίτσι. Θαμπωμένος άπό την όμορφιά της ό αύτοκράτορας, την πλησίασε, την έντυσε μέ τόν αύτοκρατορικό χιτώνα του καί τής έβαλε τό διάδημα μέ τούς λαμπερούς πολύτιμους λίθους στό κεφάλι. Ή Ελένη, ή μητέρα του, πού ήταν παρούσα, τού είπε: «Αύτή θά είναι δική σου γιά πάντα, καί δέ θά πεθάνει μέχρι τό τέλος τού χρόνου».
Τήν έξήγηση εκείνου τοϋ όνείρου ζήτησε ό Κωνσταντίνος άπό τόν Ουρανό μέ νηστεία καί έλεημοσυνη. Καί άπάνω στίς οχτώ, καθώς έπεσε σ’ ένα βαθύ ύπνο, ονειρεύτηκε τόν έπίσκοπο Σίλβεστρο, ό όποιος είχε πεθάνει πρίν άπό λίγο καιρό, νά τοϋ λέει μέ χαρά: «Εχεις ενεργήσει με' τη γνωστή σύνεσή σου περιμένοντας άπό τό Θεό μιαν έξήγηση έκείνον τοϋ αινίγματος, που ήταν πέρα άπό τη δυνατότητα κατανόησης τοϋ άνθρωπον. Ή ήλικιωμένη γυναίκα πού είδες, είναι αύτή ή παλιά πόλη, τής όποιας τά ετοιμόρροπα καί άπειλοϋμενα άπό καταστροφή τείχη χρειάζονται τόν έπισκευαστή τους. Αλλά άνανεώνοντας τά τείχη καί την ευημερία της, θά τη δοξάσεις έπίσης μέ τ’ όνομά σου καίέδώ οι αύτοκρατορικοίσου άπόγονοι θά βασιλέψουν γιά πάντα»193.
Τά όρια τής πόλης χάραξε ό Ιδιος ό αύτοκράτορας Κωνσταντίνος μέ τό κοντάρι του καβάλα στ’ άλογό του, σύμφωνα μέ την παράδοση, που διασώζει ό Φιλοστόργιος194. Συμπεριέλαβε τά έλληνικά παράλια, τη θέση τής άρχαίας πόλης «Βυζάντιο» καί τριπλάσιο χώρο έκείνης μέ έπτά λόφους, όσους καί ή Ρώμη. Οί άξιωματικοί που τόν συνόδευαν, παραξενεύτηκαν γιά τη μεγάλη έκταση, που περιέκλεινε στόν κύκλο καί τόν έρώτησαν: «Κύριέ μας, πόσο θά προχωρήσεις άκόμα»; «Θά προχωρήσω μεχρισότον σταματήσει έκεΐνος έκεΐ, που προχωρεί μπροστά μου», άποκρίθηκε ό Κωνσταντίνος. Καί υπονοούσε τόν Άγγελο, πού δέν ήταν όρατός άπό τούς άλλους. Αναφορά τής παραπάνω παράδοσης κάνει καί ό Κωδινός195.
Ή θεμελίωση τής νέας πρωτεύουσας έγινε στίς 8 Νοεμβρίου 324. Χιλιάδες τεχνίτες καί έργάτες ρίχτηκαν στη δουλειά γιά νά χτίσουν την καινούργια πρωτεύουσα, πού δέ θά ύστεροϋσε σέ τίποτε άπό την παλιά. Ό αύτοκράτορας παραχώρησε καί στους πολίτες τής νέας πρωτεύουσας τό προνόμιο πού άπολάμβαναν οί πολίτες τής Ρώμης, δηλαδή τή δωρεάν χορήγηση ψωμιού. Καί κατά διαταγή του ή ροή τού μεταφερόμενου μέ καράβια σιταριού άπό τήν Αίγυπτο στή Ρώμη, κατά τό ένα τέταρτό της στράφηκε πρός τό άπέραντο εργοτάξιο.
Ό Εύάγριος γράφει ότι ό Κωνσταντίνος έπέκτεινε τό χώρο τής μέχρι τότε πόλης, την όχύρωσε μέ τείχη καί την έξωράισε μέ θαυμάσια κτήρια, ώστε νά μην ύπολείπεται κατά πολΰ τής Ρώμης. Προσθέτει άκόμη ότι έκανε διανομή παροχών μέ δημόσιο κόστος στόν πληθυσμό τοϋ δήμου Βυζαντίου (δηλαδή τής νέας πρωτεύουσας), καί παραχώρησε ένα πολύ μεγάλο ποσόν χρυσού σ’ έκείνσυς πού είχαν φτάσει έκεϊ γιά τήν άνέγερση ιδιωτικών σπιτιών196.
Νέα Ρώμη καί Κωνσταντίνου πόλις ονομάστηκε ή νέα πρωτεύουσα, μά ό λαός χρησιμοποιούσε μονάχα τη δεύτερη όνομασία. Ό αύτοκράτορας στόλισε τήν Πόλη μέ τούς θαυμάσιους χριστιανικούς ναούς τών Αγίων Αποστόλων, τής Αγίας Ειρήνης, τής Αγίας Σοφίας καί πολλούς άλλους ναούς καί μαρτύρια, μεγαλοπρεπή άνάκτορα, δημόσια οικοδομήματα, δεξαμενές, πλατείες, λιμάνια, Ιππόδρομο, τείχη, πηγές, σκεπαστές εισόδους πρόσοψης, καί άλλες υποδομές, έτσι πού ή Κωνσταντινούπολη κατέστη ίση άπό κάθε άποψη μέ αυτή τη Ρώμη. Ό Ευσέβιος γράφει: «... τήν δέ έπώνυμον αύτοϋ Πόλιν έξόχψ τιμή γεραίρων εύκτηρίοις πλείοσιν έφαίδρννε μαρτυ ρίοις τε μεγίστοις καί περικαλλεστάτοις οΐκοις, τοϊς μέν προ τοϋ άστεος, τοϊς δ’ έν αύτφ τυγχάνουσι, δέ ών όμοΰ καί τάς τών μαρτύρων μνήμας έτίμα καί τήν αυτού Πόλιν τώ μαρτυρώ καθιέρου Θεφ»191.
Καπνοί άπό είδωλολατρικές θυσίες δέν άνυψώνονταν στόν ούρανό αύτής τής πόλης καί κραυγαλέα ήταν ή άπουσία είδωλολατρικών ναών καί όποιουδήποτε άλλου είδωλολατρι κοϋ στοιχείου.
Τά εγκαίνια τής νέας πρωτεύουσας έγιναν μέ κάθε επισημότητα στίς 11 Μαΐσυ 330, άλλάτά έργα συνεχίστηκαν ώς τό 336.
Ή κύρια αίθουσα τού παλατιού έξωράΐστηκε μέ εικόνες τής Σταύρωσης καί άλλων βιβλικών σκηνών.
Οί σκληρές μονομαχίες, πού ήταν τόσο δημοφιλείς στή Ρώμη, έδώ άπαγορεύτηκαν. Εντούτοις τά θέατρα, τά άμφιθέατρα καί οί ιππόδρομοι κράτησαν τη θέση τους. Ό αύτοκράτορας παραβρισκόταν έπιμελώς στη θεία λειτουργία198.
Στά δυτικά τής πόλης χτίστηκε τό στρογγυλό φόρουμ, στη μέση τού όποιου στήθηκε στύλος άπό πορφυρίτη λίθο, πού κρατούσε τό τεράστιο καί μερικώς έπίχρυσο άγαλμα τού αύτοκράτορα.
Στό κέντρο τού παλατιού είχε στηθεί πελώριος σταυρός στολισμένος μέ πολύτιμους λίθους. Αρχαιότητες φερμένες άπό κα τερειπωμένους άρχαίους ναούς στόλιζαν τη νέα πόλη.
Ό Κωδινός άναφέρει μέ λεπτομέρεια τίς πάμπολλες έκκλησίες καί τά λοιπά λαμπρά οικοδομήματα, πού ό Κωνσταντίνος έχτισε στήν Κωνσταντινούπολη199.
Έγινε τόσο όμορφη ή πόλη, πού ό Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός δέν έκρυψε τό θαυμασμό του: «Ώ! δοξασμένη έδρα τοΰ Μεγάλου Κωνσταντίνου, νεώτερη Ρώμη, τόσο ξεπερνάς κάθε άλλη πόλη, όσο τη γή ό έναστρος ουρανός». Λόγω τής άνοικοδόμησης τής Βιβλιοθήκης, βάσης τοΰ νέου πανεπιστημίου, ή πόλη έγινε γρήγορα τό πνευματικό κέντρο τής Ανατολής.
Ό Κωνσταντίνος άφιέρωσε τή νέα πρωτεύουσα στόν Χριστό καί στήνΎπεραγία Θεοτόκο, πού άποδείχτηκε μέσα στους αιώνες ή Ύπέρμαχος Στρατηγός της. Στήν ιδρυτική στήλη έγραψε τήν προσευχή: «Σοί Χριστέ, κόσμου Βασιλεύς καί Δεσπότης, Σοί προστίθημι τήνδε την δοϋλην πόλιν καί σκήπτρα τήσδε καί τό παν Ρώμης κράτος φυλαττε ταύτην, σώζε δ’ έκ πάσης βλάβης».
Μετά τά έγκαίνια έγκαθίαταται έκεΐ όριστικά. Ή άποδέ σμευση αύτή τών αύτοκρατόρων άπό τη Ρώμη, πού στην πραγματικότητα είχε συντελεσθεΐ πρίν άπό έκατό χρόνια, έλαβε τώρα καί έπίσημο χαρακτήρα.
Τό 336 ό Κωνσταντίνος γιόρτασε την 30η έπέτειο τής βασιλείας του (Τρικενάλια) μέ μεγάλες γιορτές.
Εκείνη την περίοδο ό βασιλιάς τών Περσών Σαπόρ Β', άθετώντας συμφωνία του μέ τόν Κωνσταντίνο, άρχισε διωγμό τών χριστιανών. Ό Κωνσταντίνος εισέβαλε στην Αρμενία πρός υπεράσπιση τών χριστιανών. Σ’ αύτή την έκστρατεία του άρρώστησε βαριά. Αλλά γιά τό τέλος του θά μιλήσουμε σ’ ένα άπό τά επόμενα κεφάλαια.


ΜΕΓΑΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ



Μέ τόν Κωνσταντίνο ή Ανθρωπότητα περνάει άπό την περίοδο τοϋ «αύτοκράτοραθεοϋ» στην περίοδο τοΰ «έλέω θεού αύτοκράτορα». Ό αύτοκράτορας βρήκε πιά τίς σωστές ανθρώπινες διαστάσεις του καί την άποστολή του στην υπηρεσία τοΰ λαοϋ. Ό Κωνσταντίνος θεωρούσε καί άποκαλοΰσε τόν έαυτό του «δοϋλο τοϋ Θεού», κάτι άδιανόητο γιά τους Ανθρώπους τής εποχής του, που είχαν συνηθίσει νά βλέπουν καί νά λατρεύουν ώς θεό τόν αύτοκράτορα! Πίστευε πώς ήταν ένας δούλος τοΰ Θεού, που ’Εκείνος, σέ Ανταπόδοση τών ύπηρεσιών του, τόν είχε καταστήσει «κύριον, δεσπότην, νικητήν και άήττητον».
Διακήρυσσε ότι ό Θεός τόν κάλεσε κοντά του έξαιτίας τής δυσσέβειας που έπικρατοΰσε καί ότι είχε προορισμό νά φέρει τήν εύσέβεια στό λαό. Σέ έπίκλησή του πρός τό Θεό, πού ένσωματώνεται σέ Νόμο μετά τή μάχη στή Μουλβία, Αναγράφονται τά εξής: «Εσέτώρα παρακαλώ τόν μέγιστο Θεό, νά είσαι εύμενής καί πράος στους Ιδικσύς Σου Ανατολικούς καί νά προσφέρεις σ’ αύτονς τή λύτρωση δι’έμοϋ τοϋ υπηρέτη Σου». Προσδιόρισε τά δρια τοϋ έργου τών έπισκόπων καί τοϋ αύτοκράτορα: «Υμείς μέν τών εϊσω τής Εκκλησίας, έγώ δέ τών έκτος ύπό Θεού κατεστημένος επίσκοπον άν εΐη». (Εσείς μέν είσθε γιά τά έσωτερικά ζητήματα τής ’Εκκλησίας, έγώ δέ έχω καταστεί Από τό Θεό έπίσκοπος γιά τά εξωτερικά ζητήματά της). Στόχος του ήταν νά έπικρατήσει οτό λαό ή ευσέβεια γιά τό Θεό καί θεωρούσε τον έαυτό του «συνθεράποντα», δηλαδή συνεργάτη τών έπισκόπων τής’Εκκλησίας, άφοΰ έχουν τόν ίδιο σκοπό, τή διάδοση τού Χριστιανισμού.
Στά χρυσά νομίσματα (σόλιδα), πού έκοψε ώς μονοκράτορας, τό βλέμμα στην εικόνα του είναι στραμμένο πρός τά πάνω, κατ’ έπιθυμίαν τού ίδιου, γιά νά φαίνεται προσευχόμενος, κάνοντας μέ τόν τρόπο αύτό γνωστή τήν πίστη του στά πέρατα τής Αύτοκρατορίας καί διδάσκοντας τό λαό200.
Ό Κωνσταντίνος είναι ό πρώτος έστεμμένος μετά Χριστόν, πού ευνόησε καί προστάτεψε τή θρησκεία τού Χριστού, συνέδεσε τ’ δνομά του μέ τόν Τίμιο Σταυρό τού Χριστού, καθιέρωσε τό συνοδικό σύστημα στη διοίκηση τής’Εκκλησίας καί θεμελίωσε τήν ’Ορθοδοξία.
Στά χρόνια 331-335 μέ τούς νόμους, τίς άποφάσεις καί δλες τίς ένέργειές του έφαρμόζει τή διδασκαλία τού Χριστού.Ό Ευσέβιος καί ό Λακτάντιος, πού είναι σύγχρονοι τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, τόν περιγράφουν στά κείμενά τους ώς τόν τέλειο άνθρωπο. Καί μόνο ό παγανιστής Ζώσιμος, πού έγραψε ένάμισον αιώνα άργότερα, καί δσοι δμοιοί του στον παγανισμό μεταγενέστεροι άντλοΰν άπό τά βιβλία του, παρουσιάζουν τόν Κωνσταντίνο ώς φονέα συγγενικών του προσώπων καί τού προσάπτουν κατηγορίες γιά σπατάλες καί ότι έφερε τήν άνατολίτικη χλιδή στά άνάκτορα τής Κωνσταντινουπόλεως.
Στους άγώνες του θεωρούσε τη συνεργία τού Θεού άκαταμάχητη καί ανίκητη καί τήν προσφορά τών οπλιτών καί τού στρατιωτικού πλήθους ώς δευτερεύουσα, γιατί πίστευε ότι αυτά δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, έάν άπουσιάζει ή βοήθεια τού Θεού. Καί αύτή τή βοήθεια τού Θεού τήν επιζητούσε μέ τίς θερμές προσευχές του201.
Μέγιστο μέλημά του ή ειρήνη στην Εκκλησία. Μιά μερίδα χριστιανών στή Βόρεια Αφρική, πού όνομάστηκαν “Δονατιστές” άπό τό δνομα τοϋ άρχηγοϋ τους Δονάτου, μετά τήν κατάπαυση τών διωγμών, στράφηκαν έναντίον τών χριστιανών Ιερέων, πού είχαν ύποκύψει κατά τό διωγμό τοϋ Διοκλητιανοϋ, καί προκάλεσαν μεγάλη άναταραχή. Ή άναταραχή αύτή βάσταξε τέσσερα χρόνια (316-320) καί χρειάστηκαν σκληροί νόμοι άπό τόν Κωνσταντίνο γιά τήν καταστολή της.
Ακόμα καί τήν ειρήνη στήν Αύτοκρατορία έξασφάλιζε με τίς προσευχές του, καθώς μάς πληροφορεί ό Εύσέβιος. Γιατί, άσχέτως άν καθυστέρησε νά λάβει τό Άγιο Βάπτισμα, προσευχόταν στό Σωτήρα Χριστό, ζοΰσε κατά Χριστόν καί βίωνε τίς χριστιανικές άλήθειες. "Οταν ακούσε έναν άπό τους έπισκόπους νά τόν εγκωμιάζει ύπερβολικά, λέγοντας πως, όντας άντάξιος νά κρατήσει οικουμενική καί άπόλυτη τήν αύτοκρατορία του σ’ αύτόν τόν κόσμο, είναι προορισμένος νά μοιραστεί καί τήν αύτοκρατορία τοϋ Υίοΰ τοϋ Θεοΰ στήν άλλη ζωή, ό Κωνσταντίνος άγανάκτησε. Απαγόρευσε στόν ομιλητή νά χρησιμοποιεί τέτοια γλώσσα καί τόν παρακίνησε νά προσεύχεται περισσότερο, ώστε είτε σ’ αύτή τή ζωή είτε στήν άλλη, στήν οποία θά πάει, ν’ άποδειχθεϊ άξιος δούλος τοϋ Θεοΰ202.
Στό παλάτι του είχε παρεκκλήσι, όπου άποσυρόταν καθημερινά τίς νύχτες καί προσευχόταν καί διάβαζε τήν Αγία Γραφή καί έγραφε τους λόγους καί τίς παραινέσεις του πρός τό λαό γιά τήν άγάπη, τήν άλήθεια καί τήν άρετή. Περνούσε άυπνες νύχτες γιά νά έφοδιάζει τό νοϋ του μέ θεία γνώση, καί ένα μεγάλο μέρος τοϋ χρόνου του τό ανάλωνε στή σύνθεση ομιλιών, πολλές άπό τίς όποιες παρέδωσε στό κοινό203. Είχε επιτύχει έντυπωσιακή γιά αύτοκράτορα πολυμάθεια, όπως αύτή παρουσιάζεται στους λόγους του.
Στίς έκστρατείες του είχε σκηνή γιά έκκλησία. Αργότερα έπέβαλε στίς λεγεώνες του νά έχουν ή καθεμιά τους τη δική της σκηνήέκκλησία, τούς ιερείς καί διακόνους της204. Καί μολονότι πέρασε όλόκληρο τό βίο σάν κατηχούμενος χριστιανός, μέρα τήν ήμέρα ή ζωή του γινόταν περισσότερο χριστιανική.
Ώς νεαρός Αξιωματικός κοντά στό Διοκλητιανό έζησε τούς φοβερούς διωγμούς έναντίον των χριστιανών, πού σίγουρα λειτούργησαν Αποτρεπτικά στον έσωτερικό του κόσμο. Άλλωστε τό έδαφος στήν ψυχή του είχαν προετοιμάσει κατάλληλα ή εύσεβέστατη μητέρα του Ελένη μέ τίς παραινέσεις της καί ό αΰγσυστος πατέρας του μέ τό νά μή εφαρμόζει τά διατάγματα τού Διοκλητιανοϋ έναντίον τών χριστιανών.
Υπάκουε στίς έντολές τής χριστιανικής θρησκείας, προσέχοντας ιδιαίτερα την Αρετή τής Αγνότητας.
Μετά τη νίκη του στη Μουλβία Γέφυρα «έμφανίστηκε χάρη στην επιείκεια τοϋ Θεού ώς γενική εύλογία στην άνθρωπότητα», γράφει ό βιογράφος του Ευσέβιος, ό όποιος μάς πληροφορεί έπιπροσθέτως:
Ή συμπεριφορά του πρός τούς μάρτυρες τής πίστεως είναι γεμάτη συμπόνια καί στοργή. Απέδωσε τούς τόπους τών μαρτύρων στίς έκκλησίες. Αποφυλάκισε τούς κατάδικους χριστιανούς. Έπανέφερε στον τόπο τους τούς εξόριστους. Δικαίωσε τούς Αδικημένους. Έπέστρεψε στούς χριστιανούς ιδιοκτήτες τους δλα τά δημευμένα κτήματα. Αποζημίωσε γενναιόδωρα τούς χριστιανούς τής Ανατολής, γιά δσες ζημιές είχαν πάθει κατά τούς διωγμούς.
Στήν περίπτωση έκείνων, πού είχαν χάσει τή ζωή τους κατά τούς διωγμούς καί ή περιουσία τους ήταν δημευμένη, θέσπισε ότι ή κληρονομιά πρέπει νά μεταφερθεϊ στόν κοντινότερο συγγενή, ή ελλείψει κληρονόμων, στην έκκλησία205.
Διένειμε χρήματα καί τρόφιμα καί ιματισμό σέ φτωχούς, χήρες καί σέ έπαΐτες τοΰ δρόμου, άγρούς σέ φτωχούς καλλιεργητές. Προστάτεψε σάν πατέρας όρφανά άγόρια καί κορίτσια, προίκισε καί πάντρεψε τά δεύτερα. Καί «όπως ό ήλιος, που άνεβαίνει πάνω άπό τη γή, μεταδίδει γενναιόδωρα τις άκτίνες τοϋ φωτός του σέ δλα, έτσι καί ό Κωνσταντίνος, άνεβαίνοντας καίλάμποντας ύπεράνω των αύτοκρατορικών παλατιών, ώσάν νά συνανέτελε με τό φωστήρα τοϋ ούρανοϋ, έξέλαμπε την κα λοκαγαθία του σέ όσους παραβρίσκονταν κοντά του»206.
«Δέ συνέβαινε κανείς νά ζητήσει χάρη άπό τό βασιλέα καί ν’ άποτυχει τοΰ σκοπού του»
Υπέρ των όμολογητών της πίστεως θέσπισε τά παρακάτω, πού ό Ευσέβιος καταγράφει έναργέστατα: «Απλώνονταν καί σέ λόγου μας, όπως γινόταν πρίν καί στους άλλους λαούς, τά διατάγματα του αύτοκράτορα γεμάτα μέ τό άνθρωπιστικό πνεύμα του καί οί νόμοι του, πού είχαν πλέον πνεύμα εύσέβειας πρός τό Θεό, έδιναν πολλαπλές υποσχέσεις άγαΘών, δωρίζοντας ατούς έπαρχιώτες ύπηκόονς του σέ κάθε έθνος τά καλά καί ώφέλιμα, στις δέ έκκλησίες τοϋ Θεού όρίζοντας όσα ταίριαζαν στις άνάγκες τους. Γιατί κατ’ άρχήν θυμήθηκαν έκείνους, πού λόγω τής άρνησής τους νά ενωθούν μέ τούς άλλους στή λατρεία τών ειδώλων, οδηγήθηκαν στήνέξορία ή είχανπεταχτεϊέξω άπό τά σπίτια τους άπό τούς κυβερνήτες τών άντίστοιχων επαρχιών τους. Ύστερα άνακούφισαν άπό τά φορτία τους έκείνους, πού είχαν καταδικαστεί άπό τά δικαστήρια γιά τόν ίδιο λόγο καί άποκατέστησαν άποδίδοντάς τους πίσω τήν ιδιοκτησία. Όσοι είχαν καταδικαστεί στήν επίπονη έργασία τών ορυχείων ή παραδοθεΐ στή μοναξιά τών νησιών, όλοι έλαβαν άμεση άπελευθέραχτη άπό τάβάρη, ένώ άλλοι, πού ή θρησκευτική τους σταθερότητα τούς είχε κοστίσει τήν άπώλεια τής στρατιοπικής σταδιοδρομίας τους, προστατεύτηκαν άπό τή γενναιοδωρία τοϋ αύτοκράτορα πού τούς χορήγησε τήν έναλλακτική λύση είτε τής έπαναφοράς τους στό στράτευμα είτε, σε περίπτωση τής προτίμησής τους, τή συνταξιοδότηση».
Άν καί δέν άπομάκρυνε κανέναν υπάλληλο είδωλολάτρη άπό τήν κρατική μηχανή, ωστόσο, προτιμούσε νά προάγει τούς χριστιανούς. ’Επίσης όρισε κυβερνήτες τών επαρχιών χριστιανούς209.
Οι χριστιανοί δέν υποχρεώνονταν πλέον νά συμμετέχουν σέ γιορτές τών είδωλολατρών. Ή χριστιανική Εκκλησία άνασύρθηκε έπιτέλους άπό τίς σπηλιές καί τίς ύπόγειες κατακόμβες καί βγήκε στό φώς τού ήλιου. Καί με τήν αύτοκρατορική προστασία ή χριστιανική λατρεία έδραιώθηκε σέ καλοφτειαγ μένους χριστιανικούς ναούς.Ό Εύσέβιος μάς πληροφορεί άκόμα ότι ό Κωνσταντίνος άνοιξε τούς κρουνούς τοϋ δημόσιου χρήματος γιά άνοικοδόμηση χριστιανικών ναών. (Αύτή του τήν ένέργεια οί εχθροί του, άδυνατώντας νά κατανοήσουν τή σημασία της, τή χαρακτηρίζουν ώς σπατάλη καί «άσωτη καλοκαγαθία»). Άνήγειρε τούς ομορφότερους ναούς στο Θεό όπως τή βασιλική τοϋ Αγίου Ίωάνου στό Σεσσάριο τοϋ Λατεράνοϋ, τή βασιλική τοϋ Αγίου Σεβαστιανού, τή βασιλική τοϋ Αγίου Πέτρου στή Ρώμη (πρώτη κατασκευή), στό Τρίερ, οπήν Aquileia, στήν Cirta (Νουμιδία), στή Νικομήδεια, στήν Αντιόχεια, στή Γάζα, στήν Αλεξάνδρεια210, ιδιαίτερα σάς μητροπόλεις. ’Επίσης χρηματοδότησε τήν άνέγερση τών ναών πού έχτισε ή μητέρα του Αγία Ελένη ατούς Αγίους Τόπους. Δήλωνε ότι όλες οί νίκες καί δλες οΐ έπιτυχίες του άνήκαν στό Θεό καί δχι στον ίδιον. Καί αύτό τό «άνεκήρυττεν διά χαρακτήρων Ρωμαίας τε καί Έλληνίδος φωνής εις έκαστον έθνος έν γραφή διαπεμφθείση (διακήρυττε τούτο έγγράφως σε κείμενο γραμμένο σέ λατινικά καί έλληνικά, τό όποιο έστειλε σ’ όλες τίς έπαρχίες)»211.
Άπέσυρε τά άγάλματάτου άπό τους είδωλολατρικους ναούς καί άπαγόρευσε τίς θυσίες ώς προσφορά στόν αύτοκράτορα. Παραχώρησε στήνΈκκλησία άξιόλογα προνόμια άκόμα καί στό χώρο τής Δικαιοσύνης. Τά Εκκλησιαστικά δικαστήρια δίκαζαν πολλές υποθέσεις κληρικών καί μή. Καί οί Αποφάσεις τών επισκόπων επικυρώνονταν άπό τά Πολιτικά Δικαστήρια καί γίνονταν άπ’ δλους υποχρεωτικά δεκτές, άκόμα καί άν ό ένας τών άντιδίκων δέ συμφωνούσε κάν μέ τήν έκδίκαση τής υπόθεσης άπό τά δικαστήρια αύτά. Απάλλαξε τους κληρικούς άπό τή φορολογία, τήν ύποχρεωτική έργασία καί τό στρατιωτικό καθήκον. Τους παραχώρησε άσυλία καί όσα άλλα δικαιώματα είχαν καί οί είδωλολάτρες ιερείς. Παραχώρησε στίς έκκλησίες τό δικαίωμα νά δέχονται κληρονομιές.
Ουδέποτε έξέδωσε διάταγμα, βάσει τού όποιου δώριζε στόν πάπα τής Ρώμης καί στους διαδόχους του κυριαρχική καί πνευματική έξουσία.Ένα τέτοιο πλαστό «διάταγμα» κατασκευάστηκε κατάτόν 8ο αιώνα μέ σκοπό ν’ άποθαρρυνει τους Φρά γκους νά κάνουν πρωτεΰουσά τους τή Ρώμη. Αύτό τό «διάταγμα» χρησιμοποιήθηκε κατά τό Μεσαίωνα άπό τούς πάπες γιά έδαφικές διεκδικήσεις. Τελικά τήν πλαστότητα τού έγγράφου άναγνώρισε καί ό πάπας Όθων .
Μετά τό 312 άναφέρει τήν’Εκκλησία στά διατάγματά του πάντοτε μέ σεβασμό. Έβγαλε τά σύμβολα τοϋ Δία, τοΰ Απόλλωνα, τοϋ Άρη καί τού Ηρακλή άπό τά αύτοκρατορικά νομίσματα. Επέβαλε τά σύμβολο τοϋ Σταυρού στά νομίσματα καί στίς εικόνες του.
Έδωσε στους γιους του χριστιανική έκπαίδευση.
"Εθεσε θεμέλια έπάνω στά όποια οί ήγέτες έκκλησιών έχουν χτίσει γιά αιώνες. Γράφει ό Will Durant «Σοφότερος άπό τό Δίοκλητιανό, έδωσε νέα ζωή σε μιά γηρασμένη αύτοκρατορία μέ μιά νέα θρησκεία, μιά σφριγηλή όργάνωση, μιά φρέσκια ήθική. Άπό τήν ένίσχυσή τον ό χριστιανισμός έγινε κράτος, καθώς έπίσης καί μιά έκκλησία, καί ή φόρμα γιά δεκατέσσερις αΙώνες τής ευρωπαϊκής ζωής καί σκέψης. ’Εάν έξαιρέσουμε τόν Αύγουστο, ή ευγνώμων Έκκλησία, δίκαια όνόμασε αυτόν μέγιστο των αύτοκρατόρων»212.
Ένθάρρυνε καί ένίσχυε μέ νόμους καί μέ δλα τά μέσα τη διάδοση τοΰ Εύαγγελίου καί τήν έπέκταση τοΰ Χριστιανισμού. «Κάτω άπό τή διακυβέρνηση τοϋ Κωνσταντίνου τό όνομα τόΰ Χριστού διέτρεξε σέ ολόκληρη τήν οικουμένη (γράφει ό Σω ζομενός). Καθώς μάλιστα πλήθυνε ή ’Εκκλησία, ή θρησκεία προχωρούσε καί στοές βαρβάρους. Ήδη οί φυλές γύρω άπό τό Ρήνο έκχριστιανίζονταν, καί οί Κέλτες καί οί κατοικοΰντες στά ένδότερα των Γαλατών καί κοντά στόν ώκεανό καί οί Γότθοι καί οί γείτονές τους, πού πριν κατοικούσαν στίς δυό όχθες του ποταμού Ίστρου»213.
Ό Richardson, κλείνοντας τήν πολύκροτη μελέτη του γιά τό Μέγα Κωνσταντίνο, προσθέτει: «Ή συνοπτική κρίση μας είναι ότι ό Κωνσταντίνος, γιά τήν έποχή του, έκανε μιά έκπληκτικά συγκρατημένη, σοφή καί, γενικά, γενναιόδωρη χρήση τής άπόλυτης δύναμης, καί οτήν ήθική, στίς εύγενικές ιδιότητες, καί, έπιτέλους, στόν πραγματικό χριστιανικό χαρακτήρα, ξε περνώντας κατά πολύ τούς πολιτικούς τοϋ δέκατου ένατου  αΙώνα, Ιστάμενος στούς σύγχρονους δημόσιους άνδρες ώς Αθανάσιος στους σύγχρονους θεολόγους»214.
Μέ νομοθετικά μέτρα ό Κωνσταντίνος πέτυχε ένίσχυση τών φτωχών, μέριμνα γιά τά άδύναμα μέλη τής κοινωνίας (γυναίκες καί παιδιά), που γίνονταν άντικείμενα έκμεταλλεύσεως άκόμα καί άπό οικεία τους πρόσωπα, έπίλυση θεμάτων οικογενειακού δικαίου, ενθάρρυνση πρός χειραφέτηση τών σκλάβων.Έδειξε έπιείκεια στους καταδίκους.
Έδειξε έλεημοσύνη σ’ δσους είχαν άνάγκη, χριστιανούς καί μή. Μείωσε έπίσης κατά τό ένα τέταρτο τόν έτήσιο φόρο.Αλλά καί γιά την άνεξικακία του κάνει λόγο ό Εύσέβιος: «Ηδη και μερικούς που έκτραχύνθηκαν ενάντιον του, τους συμπεριφέρθηκε μέ άνεξικακία καί τούς συμβουλέυσε ήρεμα καί μέ πραότητα νά φρονιμέψουν καίνά μή στασιάζουν»215.
Συμβουλές παρείχε καί γιά την άποφυγή της πλεονεξίας καί τής παρενόχλησης τών άλλων καί γιά την όμόνοια καί γιά πολλές άρετές, πού μαρτυρούν γιά τη χριστιανική συνείδηση του.
Κάθε πράξη του, κάθε έργο του ήταν σφραγισμένο άπό την πίστη του στό Θεό. Γράφει ό Σωζομενός, ότι ήταν ό έπιτυχέστερος άπό όποιουσδήποτε άλλους κυρίαρχους σέ όλες τίς επιχειρήσεις ταυ. Καί άποφθέγγεται: «Άνευ γάρ Θεού, έμοί δοκεϊ, ονκ έπεχείρει»216.
Πολλά καί θαυμαστά λοιπόν είναι τά έργα τού Κωνσταντίνου, άλλάτό μεγαλύτερο όλων είναι ή σύγκληση τής Α' Οικουμενικής Συνόδου ατή Νίκαια καί τά θεόπνευστα πορίσματά της.



ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
(Πορτρέτο άπό μπρούντζο.’Εθνικό Μουσείο Βελιγραδιού)

ΜΕΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Ό Λακτάντιος, που γνώρισε άπό κοντά τόν Κωνσταντίνο, γράφει: «Ήταν ένας άνδρας πολύ μεγάλης άξίας, άντάξίος τού άξιώματος τοϋ καίσαρα. Ή διακεκριμένη κοσμιότητα τής παρουσίας τον, τής άκριβοΰς προσοχής τον σέ όλα τά στρατιωτικά καθήκοντα, τής ένάρετης συμπεριφοράς τον καί τής μοναδικής προσήνειάς του τόν είχαν καταστήσει προσφιλή ατά στρατεύματα καί φίλο κάθε άτόμου»211.
Τό πορτρέτο τοϋ Κωνσταντίνου δίνει ό χρονογράφος Θεοφάνης: «Ήν δέ ό άνήρ εις τά πάντα λαμπρός, δι’ άνδρείαν ψυχής, δι’ οξύτητα νοός, δι’ εύπαιδενσίαν λόγων, διά δικαιοσύνης όρθότητα, δι’ εύεργεσίας έτοιμότητα, δι’Αξιοπρέπειαν σψεως, διά τήν έν πολέμοις άνδρείαν καί ευτυχίαν, έν τοΐς βαρβαρικοΐς μέγας, έν τοΐς έμφυλίοις άήττητος, έν τη πίστει στερρός καί άσάλευτος»218.
Άπό τά κείμενα των άρχαίων ιστορικών συγγραφέων, παγανιστών καί χριστιανών, συντίθεται τό πορτρέτο τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου ώς έξης:
"Υψος άνω τοϋ μέσου, εύρεϊς ώμοι καί σώμα σφριγηλό, άθλητικό καί μεγαλοπρεπές παράστημα, εμφάνιση εντυπωσιακή, διαπεραστικό μάτι, {«μάτια λιονταριού» γράφει άλλος), έλαφρώς άέτεια μύτη, έκφραση φωτεινή καί χαρούμενη, μεγάλη σωματική δύναμη καί φυσικές δεξιότητες πολλές.
Ή συμπεριφορά του εύγενική καί χαριτωμένη. Εύγένεια καί ελευθεροφροσύνη. Ανεκτικότητα, ήπιότητα καί προσήνεια. Ό Εύτρόπιος κάνει λόγο γιά «γλυκντητα τής Ιδιοσυγκρασίας». 'Ικανότητα γιά μόνιμους καί θερμούς φιλικούς δεσμούς.Δραστηριότητα μεγάλη καί γνωστή άπό την πρώιμη νεότητά του, διοικητική ικανότητα, πολιτική όξυδέρκεια, θάρρος, αυξημένο αίσθημα καθήκοντος, μεγαλοψυχία καί άπτόητο πνεύμα, πού τό μεταβίβαζε καί στά στρατεύματα του.
Ικανότητα σύλληψης καί έκτέλεσης των τολμηρότερων σχεδίων, δίχως νά έπηρεάζεται άπό προκαταλήψεις καί τίς φωνές τού πλήθους. Ταχύτητα στή δράση του.’Εκτίμηση στήν άξια των σπουδών, στις έπιστήμες, στίς τέχνες καί, προπαντός, στή λογοτεχνία.
Ανθρωπιά, άνεκτικότητα, καλοκαγαθία, γενναιοδωρία, έγκράτεια σ’ ολόκληρη τή ζωή του, μετριοπάθεια στή διαχείριση τής άπόλυτης δυνάμεώς του. Ό Edward Gibbon, σκληρός κριτής τού Κωνσταντίνου, παραδέχεται, ωστόσο, ότι «άπό τύραννος τής δημοκρατίας μεταβλήθηκε άνεπαίσθητα σέ πατέρα τής χώρας του καί τον άνθρώπινον είδους» καί άνθολογεΐ ένα πλήθος άπό έπαινετικούς χαρακτηρισμούς, πού άποδίδόυν στον Κωνσταντίνο οί άρχαϊοι συγγραφείς.
Από τά χαρακτηριστικά τής προσωπικότητας τού Κωνσταντίνου, πού ό Richardson παραθέτει στά «Prolegomena» γιά τό βιβλίο τού Ευσέβιου «Βίος τού Κωνσταντίνου», (σελ. 422 434), άνθολογοϋμε τούτες τίς άρετές του: άκούραστος καί άποφασιστικός, συνετός, άξιαγάπητος, διόλου σκληρός (ύπό όποιανδήποτε έννοια), γενναιόδωρος, καλοκάγαθος, φιλεύσπλαχνος καί γλυκύτατος ατούς τρόπους. «Ή υπομονή, ή διακεκριμένη όνεκτικότητα καί ή άναμφίβολη καλοκαγαθία ή τουλάχιστον ή γενναιοδωρία είναι γνωρίσματα, πού όμαδοποιοϋνται μέ τό έλεος καί δέν έχουν καμμιά σχέση μέ τη σκληρότητα».
Ό Ευσέβιος γράφει ότι ήταν τόσο πολύ άνεκτικός, ώστε νά κατηγορηθεΐ ότι δέν τιμωρεί τά έγκλήματα μέ τίς άρμόζουσες ποινικές ρήτρες τους219.
ΌΈλβετοαμερικανός Burchkhardt, ένας άπό τούς βιογράφους τοϋ Κωνσταντίνου, άλλ’ όχι καί θαυμαστής του, μολονότι άμφισβητεΐ τά θρησκευτικά ένδιαφέροντα τού Κωνσταντίνου, τόν παρουσιάζει ώς μεγάλο πολιτικό Αποφασιστικής μεγαλοφυίας.
Τό ίδιο καί ό Baur.
Συμπληρώνοντας κάπως τό μακρύ καί Ανεξάντλητο κατάλογο των Αρετών τού Κωνσταντίνου, προσθέτουμε καί τούτα, άλιεύοντάς τα άπό κείμενα τών Εύσέβιου, Ναζάριου, Σωκρά τους, Σωζομενοϋ καί άλλων χρονικογράφων τής έποχής του:
Ό Κωνσταντίνος κληρονόμησε άπό τούς δυό γονείς του την ευσέβεια, ένώ άπό τόν πατέρα του την ώραία έμφάνιση, τη γλυκύτητα τού χαρακτήρα του, τό θάρρος, τή δύναμη.Ή μεγαλοπρέπεια στήν έμφάνιση τοϋ προσώπου του έπιβεβαιώνεται καί άπό τίς εικόνες του πάνω στά νομίσματα καί άπό τά άγάλματά του. Προσηνής καί εύπροσήγορος στή συμπεριφορά του, γινόταν προσφιλής ατούς στρατιώτες του. Μέσα άπό τούς λόγους καί τίς έπιστολές του έμφανίζεται καλλιεργημένος καί πολυμαθής. Ήταν ένα πρόσωπο ιδιαίτερα δραστήριο καί ακαταπόνητο, άλλ’ όχι σκληρό. Διέθετε καλοκαγαθία, ευγένεια, γενναιοδωρία καί πνεύμα δικαιοσύνης.Έτρεφε εμπιστοσύνη στόν πατέ
ρα του, Ανεξάντλητη άγάπη καί στοργή γιά τήν ευσεβέστατη καί βασανισμένη μητέρα του. Φιλεύσπλαχνος πρός τους έχθρικούς στρατιώτες. Πιστός ώς σύζυγος καί στοργικός ώς πατέρας, έχει βάλει σέ Ατέλειωτους καυγάδες τούς ιστορικούς δλων τών έποχών γιά την άγνωστη τύχη τής φούστας καί τοΰ Κρίσπου, πού τόν φέρνουν Αντιμέτωπο μέ δλες τίς παραπάνω Αρετές του. Σοφός νομοθέτης, πού κατέλειψε μέγα νομοθετικό έργο, όξυδερκής πολιτικός πού άλλαξε την πορεία τής ανθρωπότητας, βαθύτατα πιστός χριστιανός, πού ένωσε Εκκλησία καί Κράτος.
Ό Εύσέβιος γράφει: «Είχε προαγάγει τόσο πολύ τήν ψυχή του στή λογική σύνεση, ώστε μέχρι αυτού τού θανάτου του νά συντάσσει κανονικά πραγματείες, νά έξέρχεται κανονικά καί νά προσφέρει στους άκροατές τίς θεοπρεπεΐς διδαχές, νά νομοθετεί κανονικά, τόσο σέ πολιτικά, όσο καί σέ στρατιωτικά θέματα καί νά έπινοεΐ όλα τά μέσα, τά όποια συντελούν στην εύημερία τοΰ άνθρωπινου γένους»220.

2.       Τά έργα του


Σύμφωνα μέ τόν Gibbon, ή έπιρροή τοΰ Κωνσταντίνου στην εποχή του καί στην έπόμενη περίοδο ήταν τεράστια καί πολύπλευρη.
Ένίσχυσε τό στράτευμα. Θωράκισε τό Κράτος Από τίς επιδρομές τών έξωτερικών έχθρών, δημιουργώντας συμμαχίες μέ φυλές πού ζοϋσαν στά σύνορα, ή Αμείβοντας τίς ύπηρεσίες τους ώς μισθοφόρους. Αύξησε τούς συνοριοφύλακες σέ 360.000 καί κατασκεύασε νέα φρούρια. Έγκατέστησε φρουρές καί κινητές δυνάμεις. Οί τελευταίες Αποτελούνταν κατά ένα μεγάλο μέρος άπό βαρύ Ιππικό, πού θά μπορούσε γρήγορα νά βρεθεί στό κάθε έπίμαχο σημείο.
Πολέμησε νικηφόρα έναντίον τών Σαρματών (322) καί τών Γότθων (323) πού άπειλούσαν τά βόρεια σύνορα τής Αύτοκρατορίας. Είναι ό αύτοκράτορας, πού σέ έξωτερικούς ή έσωτερικούς πολέμους δέ νικήθηκε ποτέ! Συνένωσε Κράτος καί Εκκλησία. Τό παράδειγμά του άκολούθησαν καί Ανέπτυξαν οί διάδοχοί του, άλλ’ Αργότερα καί πολλά εύρωπαϊκά κράτη.
Αναδιοργάνωσε τό φορολογικό σύστημα, τήν κρατική διοίκηση, τήν ταχυδρομική υπηρεσία καί έξυγίανε μέ μεγάλη έπιτυχία τήν παραπαίουσα οίκονομία. Διαχώρισε τούς στρατιωτικούς Από τούς πολιτικούς ύπαλλήλους. Έγκατέλειψε τή νομισματική πολιτική τού Διοκλητιανοϋ καί έκοψε νέο νόμισμα, τό σόλιδο (τό ύπέρπυρο, Ισοδύναμο μέ τό 1/72 τής λίτρας χρυσού), πού κατέστη διεθνώς τό σταθερότερο νόμισμα δλων τών έποχών μέχρι τόν 11ο καί κατ’ άλλους μέχρι τόν 15ο αιώνα.
Κατάργησε τό σώμα τών πραιτωριανών καί τών βοηθητικών δυνάμεών τους, πού είχαν καταστεί «κατασκευαστές αύτο κρατόρων» καί, όπως γράφει ό Βίκτωρ «δυνάμεις καταλληλότερες γιά διαταραχές μάλλον, παρά γιά την προστασία τής πόλης»221.
Αλλά κύριος στόχος του έγινε ή χριστιανική μετάπλαση τής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, τής οποίας όλες οί τάξεις είχαν διαφθαρεΐ στό έπακρο, Αψοΰ οί αύτοκράτορές της αρπαζαν τις γυναίκες ή τις βίλλες τών συγκλητικών τους ή σταύρωναν κατά εκατοντάδες τούς αιχμαλώτους ή τούς έπαναστάτες ή τούς  δούλους τους... Αφού οΐ μεγιστάνες της έτρεφαν τις σμέρνες τών ιχθυοτροφείων τους μέ τίς σάρκες τών δούλων... Άφοΰ ένας Καλιγούλας πρόσφερε ατούς καλεσμένους του θέαμα μέ βασάνισμά δούλων καί ένας πολύς Πόρκιος Κάτων βασάνιζε καί τύφλωνε καί άκρωτηρίαζε τούς δούλους του... Άφοΰ τά πιό άγρια βασανιστήρια βρίσκονταν πάντοτε στην ήμερήσια διάταξη, καθώς μάς βεβαιώνει ό Ευσέβιος: ρίψη στην πυρά καί στά θηρία, Ακρωτηριασμοί μύτης, αυτιών, χεριών, ποδιών, γλώσσας καίγεννητικών μορίων, ζεμάτισμα μέ άναλυωμένο μολύβι, τύλιγμα τών ποδιών μέ λινάρι ποτισμένο μέ λάδι καί ύστερα Ανάφλεξη, Αργή έπίχυση καυτής πίσσας σ’ όλόκληρο τά κορμί, Ανάρτηση Από τά πόδια πάνω σέ σιγανή φωτιά ( «μαλθακού πυράς ύποκαιομένον»), μέ σκοπό τήν παράταση τοϋ μαρτυρίου, γιά τοποθέτηση πάνω σέ πυρακτωμένες μεταλλικές καρέκλες, γιά τοποθέτηση Αλατιού καί ξιδιού στις πληγές222 κ. ά.
Γιά νάτέρπεται ένας Αλλοτριωμένος λαός, πού ζοΰσε μονάχα γιά «άρτον καί γιά βάρβαρα θεάματα», στήνονταν Αγώνες Αλληλοσπαραγμού δούλων καίτά ρωμαϊκά Αμφιθέατρα είχαν καταστεί σχολεία κτηνωδίας. Χαρακτηριστικό ότι ό Κλαύδι ος καί ό λαός του παρακολουθούσαν όλημερίς τούς Αγώνες καί ήδονίζονταν μέ τό αίμα καί τόν επιθανάτιο ρόγχο τών άτυχων θυμάτων...
Στά τόσα βασανιστήρια πού εφαρμόζονταν ώς τότε, οί Δι οκλητιανός καί Μαξιμιανός πρόσθεσαν τό βασανιστήριο τής έκτύφλωσης, πού κατά τόν Κεδρηνό, δέν ήταν μονάχα όδυνηρό, Αλλά καί Ατιμωτικό223, καί γιά τό όποιο κάνει λόγο καί ό Ευσέβιος: «Καί αύ πάλιν τών οφθαλμών τους δεξιούς πρώτον μεν ξίφει αύτούς ύμέσι καίκόραις έκκοπτήναι» 224. Καί ό Σωζομε νός γράφει: «Ό Μαξιμίνος έν τοΐς μετάλλοις έργάξεσθαι κατε δίκασε, τούς δεξιούς αύτών έκκόψας οφθαλμούς»225... Παραθέτουμε όλ’ αυτά, γιά νά ύπενθυμίσουμε στους έπικριτές τοϋ Κωνσταντίνου ποιά ζοφερή κατάσταση είχαν δημιουργήσει καί διατηρούσαν δλοι οί προκάτοχοί του στό θρόνο τής Ρώμης.
Πώς ό πρώτος χριστιανός αύτοκράτορας θά μετέβαλλε αυτές τίς άγριες συνήθειες τοϋ ρωμαϊκού λαοϋ, δίχως νά συναντήσει τήν καθολική αντίδραση; Παρ’ δλα αυτά ό Κωνσταντίνος δέ δίστασε νά προχωρήσει. Ή άποφασιστικότητα καί ή τόλμη του ήταν άπό τά σημαντικότερα γνωρίσματα τοϋ χαρακτήρα του. Μαζί καί ή δύναμη πού άντλοϋσε άπό τή χριστιανική πίστη του καί άπό τήν προσευχή του, καθώς άναφέρει ό Εύσέβιος. Τά νομοθετήματα καί τά μέτρα πού εφάρμοσε ήταν πρωτόγνωρα. Ή δλη νομοθεσία του έχει δεχτεί έμφανώς τήν έπίδραση τών χριστιανικών άρχών καί τής χριστιανικής διδασκαλίας:
Μέ νόμους καί διατάγματά του κατάργησε τήν ποινή τοϋ σταυρικού θανάτου καί άπαγόρευσε τούς άγώνες τών μονομάχων. Απαγόρευσε τή θανάτωση δούλων μέ λιθοβολισμό ή σφαγή ή άπαγχονισμό ή δηλητηρίαση ή ρίψη στά θηρία ή τό κάψιμο τών μελών τους σ’ άναμμένα κάρβουνα, συνηθισμένους δηλαδή τρόπους θανάτωσης άπό τ’ άφεντικά τους226. Σ’ ένα Ιδικτό του συμβουλεύει μετριοπάθεια καί άποφυγή άκροτήτων: «Θεωρούμε ένοχο άνθρωποκτσνίας όποιον έκ προθέσεως θανατώνει δούλο καταφε'ροντας χτύπημα μέ ραβδί ή πέτρα, όποιον έκ προμελέτης πληγώσει δούλο θανάσιμα μέ άκόντιο, όποιον κρεμάσει δούλο, όποιον προστάζει νά τον γκρεμίσουν άπό ψηλά, νά τόν φαρμακώσουν, νά τοϋ ξεσκίσουν τίς σάρκες μέ σιδερόνυχα, νά τοϋ κάψουν τά μέλη στη φωτιά ή νά τοϋ άφαιρέσουν τή ζωή μέ τά σκληρότερα βασανιστήρια»221.
Ένστερνιζόμενος τη χριστιανική διδασκαλία Απαγόρευσε μέ νόμο τή βρεφοκτονία, που είχε γίνει Αποδεκτή Από τους Ρωμαίους γιά τά προβληματικά παιδιά («Πετάμε όσα παιδιά γεννιούνται άδυναμα», ύποστήριζε ό Ρωμαίος φιλόσοφος Σε νέκας). Γιά τους γονείς, που «έξέθεταν» αΰτάτά παιδιά, ό νόμος προέβλεπε τήν ποινή τοϋ θανάτου.
Προστάτευσε τό Απαραβίαστο τοϋ Ανθρώπινου προσώπου. Απαγόρευσε τό μαρκάρισμα τοϋ έγκληματία στό πρόσωπο, παρά μονάχα στά πόδια, «έπειδή τό άνθρώπινο πρόσωπο διαμορφώθηκε όμοιο μέ τοϋ Θεού», όπως Αναφέρεται στό σχετικό διάταγμα.
Προστάτεψε τους μικροκτηματίες Από τήν Απληστία τών μεγάλων.
Κατέστειλε τίς συκοφαντικές καταδόσεις.
Προστάτεψε τους χρεοφειλέτες.
Μέ νόμους προστάτεψε καί ένίαχυσε τό θεσμό τής οικογένειας καί τήν ένότητα τών οικογενειών τών σκλάβων. Καταδίκασε τή μοιχεία, Ανύψωσε τή θέση τής μητέρας, προστάτεψε τά παιδιά Από τήν κατάχρηση τής πατρικής έξουσίας, τά κορίτσια Από τήν Απαγωγή. Ρύθμισε ζητήματα διαζυγίου, προίκας, κληρονομιάς κ.λπ.
'Ίδρυσε σχολεία σ’ όλη τήν Αυτοκρατορία.
Ένθάρρυνε καί προστάτεψε τίς τέχνες καί ειδικά τή μελέτη τών γραμμάτων. Ό ίδιος, διάβαζε, έγραφε, μελετούσε, υποδεχόταν τίς Αντιπροσωπείες τών έπαρχιών καί άκουγε τίς διαμαρτυρίες τους228.
Έξασφάλισετήν ένότητα τοϋ Κράτους καίτοΰ Χριστιανισμού. Κατά τούς όρθολογιστές, διείδε ότι ή χριστιανική θρησκεία θά μπορούσε ν’ Αποτελέσει τόν ένωτικό κρίκο τών αμέτρητων έθνών καί φυλών τής Αύτοκρατορίας, πού ή καθεμιά τους είχε το δικό της πολιτισμό καί τις δικές της παραδόσεις, ώστε νά ξεπερνιοΰνται οΐ άντιθέσεις τους, που γίνονταν αΙτίες προστριβών καί συγκρούσεων.
Περιόρισε τό αύτοκρατορικό στέμμα σ’ ένα άπλό διάδημα λίγων πολύτιμων λίθων, άλλα καί γι’ αύτό κατηγορήθηκε γιά χλιδή.
Γράφει ό Philip Schaff: «Ήταν ό ήγέτης που διέγνωσε τά σημεία τών καιρών καί έπραξε άναλόγως. Ήταν τό άτομο γιά την έποχή του, όπιος καί ή έποχή ήταν προετοιμασμένη γι’ αύτόν άπό τήν Πρόνοια, που έλέγχει καί τους δύο καί έγκαθιστά τον ένα γιά τόν άλλο. (...) Γι’ αύτή τήν ύπηρεσία του ένα εύγνώμον μέλλον τοϋ έχει δώσει τό έπώνυμο τού Μεγάλου άναμφίβολα άπό τη στρατιωτκή καί διοικητική Ικανότητά του, τή συνετή πολιτική του καί τήν έκτίμηση καί τήν προστασία τοϋ χριστιανισμού»229.
Πραγματοποίησε πολλά καί σημαντικά πράγματα ό Κωνσταντίνος, μά τά σπουδαιότερα, έκεΐνα δηλαδή πού άλλαξαν τήν ιστορική πορεία τής Εύρώπης καί τοϋ κόσμου όλό κληρου, είναι δύο: Τό Διάταγμα τού Μεδιολάνσυ «περί άνεξιθρησκείας» καί ή μεταφορά τής πρωτεύουσας τοϋ Κράτους στην Κωνσταντινούπολη.
Γιά τή συνέχιση τής ΰπάρξεως τής Αύτοκρατορίας καί τήν άκμή της συνέλαβε τό μήνυμα τών καιρών: έκχριστιάνισε, ενοποίησε, άναδιοργάνωσε καί ισχυροποίησε τήν παραποιούσα αύτοκρατορία καί μετέφερε τήν πρωτεύουσά της στό Βυζάντιο. Μέ τήν κατάπαυση τών διωγμών τών χριστιανών έφερε τήν ειρήνη σιούς λαούς τής αύτοκρατορίας καί κατέπαυσε οριστικά τίς θρησκευτικές συγκρούσεις.
Μέ τή μεταφορά τής πρωτεύουσας έγινε ό ιδρυτής μιας χιλιόχρονης καί τρισένδοξης αύτοκρατορίας, μέ τόν ανώτερο για την έποχή πολιτισμό, που πρόσφερε πολλά στήν άνθρωπότητα καί Ιδιαίτερα στους 'Έλληνες καί τούς βόρειους γείτονές τους.
Ό Βρεττανός Ακαδημαϊκός Άρνολντ Τζόουνς («Ό έκχριστια νισμός τής Ευρώπης»), μεταξύ άλλων γράφει: «Ό Κωνσταντίνος ένωσε όλόκληρη την Αυτοκρατορία ύπό >τήν έξουσία του καί βασίλευσε ένδόξως έπί είκοσι πέντε χρόνια. Ανάθρεψε τοής τρεις γιους του ώς εύσεβεΐς χριστιανούς καί ό τελευταίος άπ’ αύτσύς βασίλεψε άλλα είκοσι πέντε χρόνια καί ένωσε τελικά καί πάλι την Αυτοκρατορία υπό την έξουσία του. 'Όταν πέθανε ό Κωνστάντιος Β', τό όλο έργο είχε πιά συντελεσθεΐ, ώστε νά μήν μπορέσει νά τό καταστρέψει ό Ίουλιανός, στη σύντομη, δεκαοκτάμηνη βασιλεία του, πού τελείωσε μέ ήττα καί καταστροφή. Μετά τό θάνατό του ο! άρχηγοί τού στρατού έξέλεξαν χριστιανό αύτοκράτορα καί άπό τότε καί ύστερα κανείς έθνικός δεν ξαναφόρεσε τήν πορφύρα, μέ έξαίρεση τόν βραχύβιο σφετεριστή Ευγένιο, τό 392-394».
Ό Κωνσταντίνος θεωρείται ώς ένας άπό τους μεγαλύτερους αύτοκράτορες γιατί άλλαξε τόν ροϋ τής Παγκόσμιας Ιστορίας μέ τά μοναδικά καί άνεπανάληπτα έπιτεύγματά του καί, πρό παντός, τίς σημαντικές θρησκευτικές καί αστικές άλλαγές, πού είσήγαγε στήν άπέραντη χώρα του. Τεράστια είναι ή έπιδραοη στη διαμόρφωση τού μεταγενέστερου κόσμου.
Έπί τών ήμερων του ή Ρωμαϊκή Αύτοκράτορία έδωσε τίς τελευταίες της άναλαμπές, πρίν σβήσει όριστικά καί παραχωρήσει τη θέση της στην Ελληνική Χριστιανική Αυτοκρατορία ή Ρωμανία, πού έκεϊνος θεμελίωσε, (τήν άποκληθείσα «Βυζαντινή Αύτοκρατορία» άπό τόν Μοντεσκιέ καί τούς συγχρόνους του). Ελάχιστοι άνθρωποι στήν Ιστορία άσκησαν τόση έπίδραση στόν κόσμο, όση ό Κωνσταντίνος. Ή ύπόληψή του οτήνΊστορία είναι τόσο μεγάλη, ώστε τούλάχιστον δέκα αύτοκράτορες άπό τους διαδόχους του, δεκάδες πρίγκιπες καί πολλά έκατομμΰρια ’Ορθοδόξων έφεραν καί φέρουν τιμητικά τό όνομά του.
Ό Κωνσταντίνος είναι μοναδικό φαινόμενο δυναμισμού καί θέλησης στην Παγκόσμια'Ιστορία: Ξεπέρασε όλατά έμπόδια, όλες τίς παγίδες, δλες τίς συνωμοσίες καί βγήκε νικητής. Την άνοδό του στην κορυφή τής μεγάλης αυτοκρατορίας οί Ιστορικοί την άποδίδουν στόν έαυτό του καί μόνον, άλλ’ ό ίδιος την αποδίδει στό Θεό.
Δικαιολογημένα ή 'Ιστορία τού άπένειμε τόν τίτλο τού Μεγάλου. Καί δεν υπήρξε μονάχα γιά τήν έποχή του Μέγας, άλλά γιά όλους τούς αιώνες καί γιά σήμερα, άφοϋ τά έργα καί οί άποφάσεις του έχουν οίκουμενικότητα καί διαχρονικότητα.



Τά σόλιδο (δυο όψεις)
μέ τήν προσωπογραφία τού Μεγάλου Κωνσταντίνου

 ΓΙΑΤΙ ΕΞΟΡΙΣΕ ΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟ


Ό έπίσκοπος Νικομήδειας Ευσέβιος, φίλος τοΰ Άρειου, παρακάλεσε τόν Αϋτοκράτορα νά τόν έπαναφέρει άπό τήν έξορία. Ό Κωνσταντίνος μέ τό πνεύμα τής μακροθύμίας καί τής έπιείκειας, πού τόν διέκρινε, καί πιστεύοντας ότι ό Άρειος μετά την τιμωρία του δέ θά τολμούσε νά κηρύξει ξανά τίς πλάνες του, είσάκουσε τό αίτημα τοΰ Εύσέβιου καί τόν άνακάλεσε άπό την έξορία περί τά τέλη τοΰ 330. Τήν ’ίδια έποχή ό Ευσέβιος έγραψε στόν Αθανάσιο, πού μόλις είχε έκλεγεΐ παμψηφεί έπίσκοπος Αλεξάνδρειάς μετά τό θάνατο τού έπισκόπου Αλέξανδρου, νά έπιτρέψει στον Άρειο νά ξαναγυρίσει στη θέση του στήν Αλεξάνδρεια. Άλλ’ ό σοφός Αθανάσιος, γνωρίζοντας τό διεστραμμένο νοΰ τού Άρειου καί όντας βέβαιος πώς δέ θά ήσύχαζε, άποκρίθηκε άρνητικά.
Ό Αΰτοκράτορας, ύστερα άπό παρακλήσεις τοΰ Νικομήδειας Εύσέβιου, έγραψε καί ό ’ίδιος στόν Αθανάσιο, άλλά καί πάλι έκεΐνος άρνήθηκε. Ό Μέγας Κωνσταντίνος ξανάγραψε νέα έπιστολή, άλλά καί ό Αθανάσιος (ό Μέγας Αθανάσιος!..) φάνηκε άμετάπειστός!
Καί ένώ ό Άρειος συνέχισε καί πάλι νά κηρύττει τίς πλάνες του καί νά προκαλεί καινούργια άναταραχή στήν Ανατολή, οί άρειανοί φίλοι καί προστάτες του άρχισαν τίς συκοφαντίες έναντίον τού Αθανάσιου καί έπεισαν τόν αύτοκράτορα νά συγκαλέσει συνοδικό δικαστήριο, πού θά έπιλαμβανόταν τών κατηγοριών.
Στό δικαστήριο οί άρειανοί επίσκοποι ήταν περισσότεροι άπό τούς όρθοδόξσυς καί ό Αθανάσιος, προβλέποντας ώς βέβαιη τήν καταδίκη του, δεν προσήλθε στή δίκη, παρότι έπανειλημμένως είχε διαταχθεΐ άπό τόν αΰτοκράτορα.
Ό Μέγας Κωνσταντίνος, παρότι λυπήθηκε γιά τήν άπείθεια τού Αθανάσιου, δε θύμωσε, ούτε μεταχειρίστηκε βία εναντίον του.'Όρισε όμως νέα Σύνοδο στην Τύρο γιά τόν ίδιο σκοπό.
Καί πάλι οί άρειανοί φρόντισαν νά έχουν έξασφαλισμένη τήν πλεισψηφία τών δικαστώνέπισκόπων. Καί πάλι ό Αθανάσιος άρχισε νά διαμαρτύρεται με γράμματα στόν Αύτοκράτορα. Αλλ’ αύτή τή φορά, γιά νά μή δώσει εικόνα στασιαστοϋ καί σκανδαλίσει τίς συνειδήσεις τών χριστιανών, προσήλθε στό δικαστήριο με τή συντροφιά γερόντων καί τυραγνισμένων στούς διωγμούς ποιμεναρχών.
Κατά τή δίκη διαμαρτυρήθηκε έντονα γιά τήν παράνομη σύνθεση τοϋ δικαστηρίου, άνασκεύασε δλες τίς συκοφαντίες είς βάρος του με άποδείξεις, φέρνοντας τό δικαστήριο σέ άμηχανία, καί τήν ίδια νύχτα πήρε τό δρόμο γιά τήν Κωνσταντινούπολη, νά συναντήσει τόν αύτοκράτορα Κωνσταντίνο. Φυσικά τό δικαστήριο τόν καταδίκασε μέ καθαίρεση καί ούτε λίγο, ούτε πολύ έπανέφερε στούς κόλπους τής Εκκλησίας τόν Άρειο! Ό Κωνσταντίνος, μή γνωρίζοντας τήν άλήθεια, έξόρισε τόν Αθανάσιο στήν πόλη Αύγούστα Τρεβήρων (336), άλλ’ όμως δέν έπικύρωσε τά πρακτικά τοϋ δικαστηρίου τής Τύρου.
Ό Θεοδώρητος επιρρίπτει τήν εύθύνη τής έξορίας τοϋ Αθανάσιου σέ κάποιους επισκόπους, πού παρέσυραν τόν Αύτοκράτορα. Καί σέ μιά ύπερασπιστική γιά τόν Κωνσταντίνο προσπάθεια, γράφει ότι καί ό ιερός Δαυίδ, άν καί προφήτης, έξαπατήθηκε άπό ένα σκλάβο χαμάλη, έξηγώντας ταυτόχρονα ότι δέν κατηγορεί τόν Προφήτη, άλλ’ ύπέρ τοϋ βασιλέως άπολογία προσφέρει230.
Ή έξορία αυτή τοϋ Αθανάσιου κάνει τους έχθρούς τής Εκκλησίας νά έρωτοϋν μέ χαιρεκακία: Πώς γίνεται ένας άγιος νά στέλνει στήν έξορία έναν άλλο άγιο; Γίνεται καί αύτό κάποτε, γιατί ή Εκκλησία είναι άσφαλώς θεοΐδρυτος θεσμός, άλλ’ ύπηρετεϊται άπό άνθρώπους. Καί, ώς γνωστόν, ούόείς τέλειος, είμή μόνον ό Θεός. Καί οΐ Αγιοι, μολονότι άγωνίζσνται σέ δλη τη ζωή τους τόν καλόν άγώνα τής τελείωσης, ώς άνθρωποι έχουν τίς άδυναμίες τους. Καί κάποιοι άπό αύτούς, όσο ζοϋσαν στόν παρόντα κόσμο, είχαν διαταραγμένες σχέσεις μέ άλλους άνθρώπους, άκόμη καί άγιους, όπως ό άγιος ’Επιφάνιος, έπίσκοπος Κωνσταντίας, μέ τόν άγιο ’Ιωάννη τό Χρυσόστομο, ό άγιος Κύριλλος, άρχιεπίσκοπος Αλεξάνδρειάς, μέ τό Χρυσόστομο, ό άγιος Θεόδωρος ό Στουδίτης μέ τόν πατριάρχη Κω σταντινουπόλεως άγιο Ταράσιο κ. ά.
Για νά μήν αφήνουμε στον αναγνώστη έρωτήματα περί τής τύχης τοϋ Μεγάλου Αθανασίου, παρενθέτως Αναφέρουμε καί τά έξης έκτός θέματος:
Τό Μέγα Αθανάσιο ανακάλεσε απάτην έξορία καί αποκατέστησε στό θρόνο του ό καίσαρας Κωνσταντίνος Β', σύμφωνα μέ την επιθυμία πού είχε έκφράσει κατά τίς τελευταίες ώρες του ό Μέ γας Κωνσταντίνος, ό πατέρας του231.
ΌΆγιος Αθανάσιος έπέστρεψε απάτην έξορία στήν Αλεξάνδρεια ύστερα άπό παραμονή δύο ετών καί τεσσάρων μηνών, έφοδιασμένος μέ τό παρακάτω γράμμα τοϋ Κωνσταντίνου Β' πρός τούς Αλεξανδρινούς, πού διασώζει, πλήν τοϋ Ευσέβιου, καί ό Θεοδιόρητος: «Ό Κωνσταντίνος, ό κύριός μου καί πατέραςμον, εύλογημένηςμνήμης, σκόπευε νά τόνέπανεγκαταστήσει στήν προηγούμενη επισκοπή τον καί νά τόν άποκαται ιτήσει στην εύσέβειά σας, άλλα καθώς ό αύτοχράτορας πιάστηκε άπό τό χέρι τοΰ θανάτου προτού νά όλοκληρωθεϊ ή έπιθνμία του, έγώ που είμαι κληρονόμος τον, έχω άποφασίσει νά έκπληρώσω τό σκοπό έκείνου τού κυρίαρχου τής θείας μνήμης. Θά μάθετε άπό τόν ίδιο τόν έπίσκοπό σας, όταν τόν Iδείτε, πόσο έγώ τόν έχωπεριποιηθεϊ. Κινήθηκα πρός αυτή τή γραμμή συμπεριφοράς άπό τή μεγάλη άρετή τον καί τή στοργική σκέψη σας γιά τήν έπιστροφή του. Ή θεϊκή Πρόνοια νά σάς σκέπει, άγαπημένοι άδελφοί».
Ό Αθανάσιος, καθώς σημειώνει ό θεοδώρητος, «έγινε δεκτός καί άπό πλουσίους καί άπό φτωχούς, καί άπό τούς κατοίκους των πόλεων καί άπό τούς κατοίκους των έπαρχιών. Καί μονάχα οί όπαδοί τής τρέλας τού Άρειον ήσαν τά μόνα πρόσωπα, πού ένοχλήθηκαν άπό τήν έπιστροφή τον».
ΟΙ όπαδοί τού Άρειου βρήκαν καινούργιο σύμμαχο τόν Κων στάνηο Β', αύτοκράτορα τής Ανατολής. Ή δεύτερη έξορία τοϋ Αθανάσιου έγινε στη Ρώμη καί σ’ αύτή έδωσε τέλος ό καίσαρας Κώνοτας. Μετά δμως τό θάνατο τού Κώνστα (350) ό Αθανάσιος μπήκε καί πάλι σέ περιπέτειες άπό τόν Κωνατάντιο. Τό 356 έξαφανίζεται στις έρήμους τής ΑΙγύπτου γιά έξι χρόνια. Τό 361 έπκπρέφει καί πάλι, άλλα γιά λίγους μήνες. Πέντε φορές συνολικά έξορίστηκε καί παρέμεινε 17 χρόνια στην έξορία. Τά ύπόλοιπα έπτά χρόνια τής ζωής τά πέρασε εΙρηνικά, διδάσκοντας μέ τό παράδειγμά του καί τούς λόγους του τήν έμμονή του στήν ’Ορθοδοξία.

ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΤΕΛΟΣ TOY ΑΡΕΙΟΥ


Ή νέα έκκλησιαστική άναταραχή, πού προκάλεσε ό Άρειος στην Αλεξάνδρεια έγινε γνωστή στόν αύτοκράτορα, καί έκεΐνος Αναγκάστηκε νάτόν καλέσει στην Κωνσταντινούπολη (336). Ό αίρεσιάρχης μετέβη στην Πόλη, άλλ’ έκεΐτόν περίμενε ένας περίεργος, μαζί καί τραγικός θάνατος.
Από Απόσπασμα έπιστολής τοΰ Μεγάλου Αθανασίου, που ένσωματώνει στην «Ιστορία τής ’Εκκλησίας» του ό Θεοδώρητος232, έχουμε τίς παρακάτω πληροφορίες σχετικά μέ τό τέλος τοΰ Άρειου:Ό αύτοκράτορας έρώτησε τόν Άρειο, σάν έφτασε μπροστά του, εάν κρατάει πιά την όρθη πίστη.Έκεΐνος ύποκρινόμενος καί ψευδώς όρκιζόμενος δήλιοσε ότι ή πίστη του ήταν όρθόδοξη καί παρουσίασε μιά γραπτή περίληψη τής πεποίθησής του, κρύβοντας, ώστόσο, τους λόγους γιά τους όποιους είχε Απομακρυνθεί Από τήνΕκκλησία τής Αλεξάνδρειας. "Οταν ό Κωνσταντίνος τόν ακούσε ν’ Αποκηρύσσει τίς πλάνες του ενόρκως, τοΰ είπε: «Εί όρθη σου ή πίσας έστί, καλώς ώμοσας, εί δέ άσεβής έστιν ή πίσας σου καί ώμοσας, ό Θεός έκ τοΰ ούρανοϋ κρίνει τά κατά σε».
Ό Άρειος έγκατέλειψε τό παλάτι τοΰ αύτοκράτορα συνοδευόμενος από τους αλαλάζοντες πιστούς τοΰ Εύσέβιου, πού είχαν αποθρασυνθεί Από τήν έπιτυχία τους. 'Όλοι αυτοί, μέ τή συνηθισμένη βία τους, κατευθύνθηκαν πρός τόν'Ιερό Ναό, άλλ’ ό έπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρος δεν έπέτρεψε τήν είσοδο στόν Άρειο, Ισχυριζόμενος ότι ό ιδρυτής μιας αίρεσης δέν πρέπει νά έχει τήν άναγνώριση τής κοινωνίας. Οί πιστοί τού Άρειου άπείλησαν ότι την έπομένη μέρα, Κυριακή, ό Άρειος θά βρισκότανε μαζί τους στήν έκκλησιά καί θά κοινωνοΰσε άπό κοινού μέ τόν έπίσκοπο Αλέξανδρο. Πολύ στενοχωρημένος γι’ αυτό πού άκουσε ό Αλέξανδρος, πήγε στην έκκλησιά καί κλαί γοντας προσευχήθηκε στό Θεό νά μήν έπιτρέψει τήν κοινωνία μέ τόν αίρεσιάρχη.
Ό Άρειος, συνοδευόμενος πάντοτε άπό τούς όπαδούς του, έκανε διάφορες άνόητες ομιλίες, όταν Αναγκάστηκε ξαφνικά άπό τήν «κλήση τής φύσης» (= άπό φυσική του άνάγκη) ν’ άποσυρθεΐ στόν πλησιέστερο δημόσιο ειδικό χώρο. Άλλ’ έκεΐ είχε ένα φριχτό τέλος, τό όποιο ό Αθανάσιος βρίσκει όμοιο μέ τοϋ’Ιούδατοΰ Ίσκαριώτη, γι’ αύτό καίτό περιγράφει μέ τό σχετικό χωρίον τής Αγίας Γραφής: «Κατά τό γεγραμμένον πρηνής γενόμενος, έλάκησε μέσος (διερράγη στό μέσο τού σώματός τον) καί έξεχύθη πάντα τά σπλάχνα αύτοΰ»233.
Παρόμοια άφηγείται τό γεγονός καί ό Ιστορικός Σωκράτης, προσθέτοντας:
«Μαζί μέ τήν άκατάσχετη αιμορραγία, ό Άρειος έχασε καί τά έντερά τον καί τη σπλήνα καί τό συκώτι του και πέθανε έπί τόπον»234.
Ό Σωζομενός, έπαναλαμβάνοντας τά διαλαμβανόμενα στην έπιστολή τού Μεγάλου Αθανασίου πρός τόν Σεραπίωνα «περί τού θανάτον τοϋ Άρειον», προσθέτει καί τούτες τίς πληροφορίες άκόμα, ότι «ό τρισευλογημένος Κωνσταντίνος έμεινε κατάπληκτος όταν άκουσε γι’ αύτό τό περιστατικό, καί τό θεώρησε ώς άπόδειξη της επιορκίας τοϋ Άρειον» καί ότι «γιά μιά  μεγάλη περίοδο καθένας άπέφενγε μέ φρίκη τόν τόπο, όπου πέθανε ό Άρειος»235.
Ανάλογη μαρτυρία παρέχει καί Φώτιος στη Μυριόβιβλό του, καταχωρώντας άπόσπασμα άπό τήν ’Εκκλησιαστική Ιστορία τού Γελάσιου: «Οί φίλοι τοϋ Άρειου, που είχαν προσβάσεις στό παλάτι, βιάζονταν νά έπαναφέρουν τόν Άρειο στήν ’Εκκλησία, άλλ’ ή θεία δίκη δεν τοϋ έπέτρεψε νά έξευτελίσει τό ναό καί τό θυσιαστήριο, καταδικάζοντάς τον νά τερματίσει τό βίο του μέσα σέ άποχιορητήρια, τήν ήμέρα κατά τήν όποια ό ίδιος καί οί οπαδοί του άποφάσισαν νά βεβηλώσσυν τήν ’Εκκλησία τοϋ Θεού καί τά Άγιό του. Καί ό θάνατός του γίνεται δημόσιο γεγονός, γιατί τά άποχωρητήρια βρίσκονταν κοντά στό Φόρο. Μέ τό συμβάν αύτό, όμολογοΰσε ό Μέγας Κωνσταντίνος, ότι ό άδέκαστος κριτής είχε, μέ τήν κρίση του, λύσει κάθε άμφισβήτηση»736.
Στό τέλος τοΰ Άρειου, οί χριστιανοί έκείνων τών χρόνων είδαν ένα θάνατο τραγικό, έπώδυνο καί συνάμα πολύ μειωτικό μέσα στά δημόσια άποχωρητήρια τής τότε έποχής... «Οί οπαδοί τοΰ Εύσέβιουπροσθέτει ό Μέγας Αθανάσιος σιήν παραπάνω επιστολή του ντροπιάστηκαν καί έθαψαν αύτόν τοϋ όποιου τήν πίστη μοιράζονταν. Ό μακάριος Αλέξανδρος όλοκλήρωσε τόν έορτασμό, χαίροντας μέ τήν Εκκλησία μέσα σέ εύσέβεια καί Ορθοδοξία, προσευχόμενος μέ όλους τούς άδελφούς καί πολύ δοξάζοντας τό Θεό. Αύτό δέν ήταν έπειδή χάρηκε γιά τό θάνατο τοϋ Άρειου ό Θεός άπαγορεύει, γιατί είναι ορισμένο γιά όλους τούς άνθρώπους μιά φορά νά πεθαίνουν άλλ’έπειδή τό γεγονός ξεπέρασε άπλά όποιαδήπστε άνθρώπινη καταδίκη».
Ή κανούργια θρησκευτική άναταραχή στίς άνατολικές έπαρχίες γέμισε μέ θλίψη καί άπογοήτευση τήν ψυχή τοϋ Κωνσταντίνου ώς τό θάνατό του, πού έφτασε ένα χρόνο άργότερα.
Πλήν τής Συνόδου τής Νίκαιας ό Κωνσταντίνος, γιά την έπίλυση έχκλησιαστικών ζητημάτων, συνεκάλεσε Σύνοδο Πατέρων καί σιηνΊερουσαλήμ (ή όποια Σύνοδος '«έκόσμει τήνπερίοδον τής τρίτης δεκάδος»)231.



Ή άγκυρα
(Χριστιανικό σύμβολο στις κατακόμβες)


ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ TOY ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Τό 337 καί ένώ ό Κωνσταντίνος έτοιμαζόταν στην Άγκυρωνα τής Νικομήδειας νά έκστρατεύσει εναντίον τών Περσών, που είχαν κηρύξει διωγμό κατά τών χριστιανών, άρρώστησε βαριά. Προαισθανόμενος τό τέλος του, ζήτησε νά βαπτισθεΐ.
Ή καθυστέρηση στή βάπτισή του έχει δώσει στους σημερινούς, κυρίως, άντιπάλους του τήν άφορμή γιά δυσμενή σχόλια. Αλλά, πρέπει νά τονισθεΐ ότι, έκείνη τήν εποχή οί παράγοντες τοϋ δημόσιου βίου, καί κυρίως οί στρατιωτικοί, άν καί ήσαν χριστιανοί άπό τή νεότητά τους, συνήθιζαν νά βαπτίζονται στό κρεββάτι τοϋ θανάτου τους. Γι’ αυτή τήν άναβολή τής τέλεσης τοϋ μυστηρίου όμολογεί κατά τίς τελευταίες ημέρες του ό ίδιος τά παρακάτω, πσϋ έχει καταγράψει ό Εύσέβιος:
«Αυτός είναι ό καιρός, τον όποιο άπό παλιά έλπιζα διψώντας καί εύχόμενος νά έπιτυχω την έν Θεω σωτηρία. Είναι καιρός ν’ απολαύσουμε καί έμεϊς τήν άθανατοποιό σφραγίδα, καιρός νά μετάσχονμε στό σωτήριο σφράγισμα, κάτι τό όποιο σκεπτόμουνα κάποτε νά λάβω στά ρείθρα τοϋ Ίορδάνου ποταμού, στόν όποιο, όπως θέλει ή παράδοση, μετέσχε τοϋ λουτρού καί ό Σωτήρας μας ώς πρότυπό μας, τό όποιο όμως ό Θεός, γνωρίζοντας τό συμφέρον μας, μάς άξιώνει νά τό λάβουμε έδώ, Άς τελεσθεϊ λοιπόν τούτο χωρίς άναβολή («Μή ούν άμφιβολία τις γιγνέσθω »). Διότι, άκόμα καί αν θέλει νά όυνεχίσουμε πάλι την έδώ ζωή μας ό κύριος τής ζωής καί τού θανάτου καί έχει όριοθεϊ νά ζώ καί πάλι μαζί μέ τό λαό τού Θεού καί νά μετέχω τών εύχών τού πλήθους έκκλησιαζόμενος, θά ρυθμίσω τό βίο μου άπό τώρα καί στό έξής σύμφωνα μέ τους πρέποντας ατό Θεό θεσμούς»238.
Σημείωση: Ή φράση του Κωνσταντίνου «Μή ούν άμφιβολία τις γιγνέσθω» άποδίδεται σέ έλεύθερη μετάφραση «Άς τελεσθεϊ λοιπόν τούτο χωρίς άναβολή», άπό τόν Παναγιώτη Χρήστου.
Ό Richardson στά Προλεγόμενά του μεταφράζει Ικανοποιητικά αύτή τή φράση μέ τήν άγγλική “no hesitation" («κανένας ένδοιααμός»), Παραθέτει, ώστόσο, καίτή μετάφραση του Keim “let all duplicity be banished”, που σημαίνει «άςπετάξουμε όλη τήν ύποκρισία»239!
Αύτή την αυθαίρετη άπόδοση στ’ Αγγλικά τής φράσης τού Κωνσταντίνου όχι μονάχα δεν άπορρίπτει ό έλληνομαθής καί όντως καλοπροαίρετος Richardson, άλλ’ έπιχειρεΐ καί νά τή δικαιολογήσει, γράφοντας ότι ό Κωνσταντίνος φΰλαγε τή ζωή του προσπαθώντας νά είναι χριστιανός μέ τους χριστιανούς καί έθνικός μέ τούς έθνικούς. Άλλ’ έτσι ύπονοεϊ τήν ύποκρισία, πού ό Keim βάζει στό στόμα τού Κωνσταντίνου ώς όμολογία. Μέ άλλα λόγια Keim καί Richardson πείθουν τούς άνυπσψίαστους άναγνώστες τους, ότι ό Κωνσταντίνος υποκρινόταν τό χριστιανό όλα του τά χρόνια καί ότι στά στερνά του όμολόγησε ...τήν ύποκρισία του! Καί όλα αύτά τά πρωτάκουστα καί έξωφρενικά ισχυρίζονται, ότι ύπονοεϊ ή φράση τοΰ Εύσέβιου «Μή ούν άμφιβολία τις γιγνέσθω»!
Θά ύποστηρίζαμε ότι ή παραπάνω άδικη καί συκοφαντική γιά τόν Κωνσταντίνο άπόδοση στ’ Αγγλικά μιας φράσης τοΰ Ευσέβιου έχει τό στοιχείο τής άτιμίας, άν δέ γνωρίζαμε τίς Αξεπέραστες δυσκολίες τών ξένων στή μετάφραση τών Αρχαίων έλληνικών κειμένων καί άν δέ γνωρίζαμε πόσο ό Richardson τιμά τόν Κωνσταντίνο240...
Καί ή κακή (άν όχι κακόπιστη) αύτή Απόδοση τής φράσης τού Keim μέ την άστοχη κάλυψη τοΰ Richardson έχει υιοθετηθεΐ, δυστυχώς, Από πολλούς νεοτέρους Ιστορικούς. Ώς παράδειγμα Αναφέρομε τό μετριοπαθή Schaff (καί νεότερο τού Richardson περί τά είκοσι χρόνια), πού παρασύρεται Από τό λάθος τού Keim καί γράφει γιά τόν Κωνσταντίνο: «Δέ στέκεται άπο φασισμένος, καθαρός, καί συνεπής χαρακτήρας στή γραμμή άλλαγής μεταξύ δύο έποχών καί δύο θρησκειών καί ή ζωή του άντέχει τά σαφή σημάδια καί τών δυο. 'Οταν έπιτέλονς στό κρεββάτι τοΰ θανάτου του ύποβλήθηκε στό Βάπτισμα, μέ τήν παρατήρηση «άς πετάξουμε μακριά τώρα όλη τήν ύποκρισία» (Jet all duplicity be banished), Αναγνώρισε είλικρινά τή σύγκρουση δύο Ανταγωνιστικών Αρχών, πού έξουσίασαν τόν ιδιωτικό χαρακτήρα καίτή δημόσια ζωή του»241.
Τραγικό! Αληθινά, πόσο μακριά μπορεί νά πάει ή παραπλάνηση! Τελειώνοντας τούτη τήν Αναφορά μας, θά έπαναλάβουμε καί πάλι: Ό Μέγας καί Αγιος Κωνσταντίνος στίς στερνές του ήμέ ρες καί ώρες δέν ξεστόμισε τή φράση «Άς πετάξουμε τήν ύποκρισία» ή τήν 'ίδια σέ πληρέστερη μορφή «Άς πετάξουμε μακριά τώρα δλη τήν ύποκρισία».
Προφανώς οί καλοί ιστορικοί, πού προαναφέραμε, έκλαμ βάνουν τήν Ανοχή τού Κωνσταντίνου πρός τήν παλαιά θρησκεία ώς ύποκρισία!
Πικρή είναι ή Αλήθεια: Ή μετάφραση Από τήν 'Ελληνική στίς άλλες γλώσσες είναι σάν εκείνο τό είδος τοΰ μετασχηματιστή, πού τό ηλεκτρικό ρεύμα τών 220 volt τό κάνει 12 volt...


2. Βαπτίστηκε άπό Άρειανό άρχιερέα;


Ό Ευσέβιος μάς πληροφορεί, ότι «οί τά νόμιμα τελοϋντες θεσμούς» βάπτισαν κανονικά τον Κωνσταντίνο. Ή έκφραση του «οί τά νόμιμα τελοϋντες θεσμούς» μεταφράζεται άπό τόν Richardson ώς «Ιεράρχες». Τό ίδιο αποδίδεται καί στη μετάφραση τής έκδοσης τών Πατερικών ’Εκδόσεων «Γρηγόριος ό Παλαμάς» άπό τόν Π. Χρήστου.
Σέ πρώτη φάση άποδίδουμε σημασία στόν πληθυντικό τής έκφρασης. Αύτός ό πληθυντικός φανερώνει ότι τό Μυστήριο δέν τέλεσε μόνος του ό τοπικός έπίσκοπος Νικομήδειας Ευσέβιος, άλλα καί άλλοι Ιερωμένοι, επίσκοποι καί πρεσβύτεροι.
Δέν είναι λοιπόν άπαραίτητο νά έχει βαππισθεΐ άπό τόν «άρειανίζοντα» Ευσέβιο, που, όφείλουμε νά όμολογήσουμε, ότι καί αύτός είχε υπογράφει τό Σύμβολο τής Πίστεως στήν Οικουμενική Σύνοδο τής Νίκαιας. Ό Κωνσταντίνος, πού διατηρούσε τή διαύγεια τού πνεύματός του ώς τή στερνή στιγμή του, δέ θά ήταν εύκολο νά δεχτεί τό βάπτισμα άπό έναν «άρειανίζοντα» επίσκοπο. Θά ήταν ώσάν νά πρόδιδε τό έργο τής ζωής του. Ό Gibbon γράφει ότι «θεωρούσε την έμμονη τον στην πίστη τών συμπερασμάτων τής Συνόδου τής Νίκαιας, ώς πρόχωμα τής χριστιανικής τον πίστεως καί την ξεχωριστή δόξα τής βασιλείας τον»242.
Άλλα τί περισσότερο γνωρίζουμε γιά τό βάπτισμά του;
Γιά εκείνο έκανε λόγο στό τέλος τού τρίτου βιβλίου του «Εκκλησιαστική Ιστορία» ό ιστορικός Γελάσιος (β' μισό τού 5ου αιώνα), άλλά τά τελευταία αυτά φύλλα χάθηκαν. Ωστόσο, ό Μέγας Φώτιος (90ς αιώνας), πού είχε διαβάσει άκέραιο τό βιβλίο, διασώζει στό έργο του «Βιβλιοθήκη» μέ άριθμ. Κώδικα 88 μιά πολύ ένδιαφέρουσα πληροφορία, πού περιλάμβαναν έκεϊνα τά χαμένα φύλλα:
«Καί τελευτά δέ (σ.σ. ό Γελάσιος τό έργο του) είς τήν τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου τελευτήν έν ή καί τό τής άφέσεως έδέξαχο θειον λουτρόν, τάς έν βίφ κηλίδας, ola εΐκός άνθρωπον όντα ταϋτας έφέλκεσθαι άπολουσάμενος. Τυχεϊν δέ φησι τοϋ βαπτίσματος όρθοδόξου μυσταγωγήσαντος καί τελέσαντος, άλλ’ ούχ ώς τισι έδοξε, των αιρετικών τίνος χειραπτήσαντος. Ή δέ γε άναβολή αύτφ τοϋ βαπτίσματος παρετείνετο, ότι δι’ έπιθυμίας πλείστης ήν αύτφ τοϊς 1ορδάνου βαπτίζεσθαι...»243.
Δηλαδή: «Καί τελειώνει (ό Γελάσιος τό έργο του) μέ τό θάνατο τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά τόν όποιο δέχτηκε τό θείο λουτρό τής άφέσεως των άμαρτιών, έξαγνιζόμενος άπό τίς κηλίδες τοϋ βίου, μέ τίς όποιες ώς άνθρωπος ήταν φυσικό νά έχει μολυνθεϊ. Δέχτηκε, Ισχυρίζονται, τό βάπτισμα άπό όρθόδοξο, ό όποιος τέλεσε τό μυστήριο καί λειτούργησε, άλλά κανείς άπό τούς αιρετικούς, όπως νομίζουν μερικοί, δέν άκούμπησε πάνω του τά χέρια του. Ή δέ άναβολή τοϋ βαπτίσματός του παρατεινόταν, διότι έπιθυμοΰσε διακαώς νά βαπτισθεϊ στά νερά τοϋ ’Ιορδάνη».
Αΰτά έγραψε ό Γελάσιος καί διέσωσε, κατά Θείαν Πρόνοια, στη Μυριόβιβλό του ό Μέγας Φώτιος, γιά την ειλικρίνεια τοϋ όποιου κανείς δέν άμφιβάλλει.
Ωστόσο, αυτοί πού πιστεύουν τ’ άντίθετα τού Γελάσιου είναι πολλοί. Καί πρώτος «έρριξε τό καρψάκι του» ό Λατίνος επίσκοπος καί έκκλησιαστικός συγγραφέας Ιερώνυμος, πού γράφει ότι ό Κωνσταντίνος βαπτίστηκε άπό έναν άρειανό.
Γύρω άπό τό βάπτισμα τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου έχει στηθεί μιά ολόκληρη παραφιλολογία καί έχουν γραφεί σκληρές καί πάλι κρίσεις καί κατηγορίες έναντίον του. Γιατί οί άκραϊοι στους κόλπους τήςΈκκλησίας, οί ζηλωτές, δεν έλειψαν σέ καμιά περίοδο τής έκκλησιασακής μας Ιστορίας. Καί κατηγόρησαν τό μεγάλο προστάτη τής Χριστιανοσύνης ότι «λάτρευε ακόμα τό θεό ήλιο», ή ότι «άρειάνιζε»! Αλλά δεν μπορούσαν νά καταλάβουν ότι ό Κωνσταντίνος ήταν καί ένιωθε ώς ό προστάτης όλων τών ύπηκόων του. Ώς ό «πατέρας τής Ανθρωπότητας», όπως τόν χαρακτήρισε καί αύτός άκόμα ό σκληρότατος κριτής του Gibbon. Δέν μπορούσαν νά εννοήσουν ότι δέν τερμάτισε τους διωγμούς τών χριστιανών, γιά ν’ Αρχίσει έναν άλλο διωγμό έναντίον τών έθνικών ή έναν τρίτο έναντίον τών Αρειανών. Ό Κωνσταντίνος πρωταρχικά ένδιαφερόταν γιά τήν ειρήνη στήν Εκκλησία καί γιά τήν ειρηνική έπίλυση όλων τών θεμάτων, που Ανέκυπταν στήν πορεία της. Καί άν, μετά τήν έξορία τού Άρειου, υιοθέτησε τίς εισηγήσεις τού Ευσέβιου Νικομη δείας καί έξόρισε καί τόν Μέγα Αθανάσιο, τό έκανε όχι Από πείσμα, όχι Από εκδικητική διάθεση, Αλλά γιατί έτσι νόμισε πώς θά έπανέφερε τή γαλήνη στους κόλπους τήςΈκκλησίας.
Ό Μέγας Κωνσταντίνος έξομολογήθηκε, βαπτίστηκε καί μετέλαβε τών Άχράντων Μυστηρίων. Ή βάπτιση τού έδωσε πολύ μεγάλη χαρά: «Τώρα, δηλαδή, σύμφωνα μέ τό λόγο τής άλήθειας, είπε, ξέρω δη είμαι μακάριος. Τώρα έχω γίνει άξιος τής αθανάτου ζωής. Τώρα έχω πιστέψει πώς έλαβα τό θείο φώς (“Νΰν άληθή λόγω μακάριον οϊδ’ έμαυτόν, νΰν τής άθανάτον ζωής πεφάνθαι άξιον, νϋν τού θείου μετειληφέναι φωτός πεπίστευκα»).
Τά λόγια αύτά, λόγια ήρεμης συνείδησης, Αλλά καί βεβαιότητας γιά τά έπερχόμενα μετά τό θάνατο ενός Αγωνιστοϋ τής πίστεως, θυμίζουν τά λόγια τού Αποστόλου Παύλου: «Εγώ γάρ ήδη σπένδομαι, καί ό καιρός τής έμής άναλύσεως έφέστηκε. Τόν αγώνα τόν καλόν ήγώνισμαι, τόν δρόμον τετέλεκα, την πίσην τετήρηκα, λοιπόν άπόκειται μοι ό τής δικαιοσύνης στέφανος» (ΕΓ Τιμόθ. δ', 68).
Ήταν τόση ή χαρά, που πλημμύριζε έκείνη τήν ώρα τήν ψυχή τοϋ Κωνσταντίνου, ώστε έξέφρασε τόν οίκτο του γιά όσους ήταν ξένοι σέ τέτοιες εύλογίες. Καί σάν είδε τους στρατηγούς του συγκινη μένους νά κλαϊνε ένόψει τοΰ πένθους τους, νά προσεύχονται γιά την παράταση τής ζωής του, τους διαβεβαίωσε ότι θά άνησυχοΰσε μάλλον άπό την άναβολή, παρά άπό τήν έπίσπευση τής άναχώρησής του στο Θεό.
Μετά τή βάπτισή του άρνήθηκε νά ξαναφορέσει τήν αύτοκρατορική πορφυρά του καί ύποσχέθηκε νά ζήσει στό εξής άντάξια πρός ένα Απόστολο τοϋ Χριστού. Άρκέσιηκε στό λευκό χιτώνα τοϋ νεοφώτιστου, βιώνοντας έτσι τήν ταπεινοφροσύνη μέχρι τήν τελευταία στιγμή τής ζωής του.
Προχώρησε σιήν τελική ρύθμιση κάποιων ύποθέσεών του. Κληροδότησε μιά έτήσια δωρεά στους κατοίκους τής Ρώμης καί διένειμε τήν αυτοκρατορία, όπως ένα πατρογονικό κτήμα, μεταξύ των τριών άγοριών του. Στό μεγαλύτερο, τόν Κωνστά ντιο, όρισε τή μερίδα τοΰ παππού του, στό δεύτερο, τόν Κωνσταντίνο, τήν αυτοκρατορία τής Ανατολής καί οτόν τρίτο, τόν Κώνσταντα, τίς χώρες πού βρίσκονται μεταξύ τών δυο. Τελικά ό Κωνστάντιος άντάλλαξε τό τμήμα του μ’ έκεΐνο τοΰ Κωνσταντίνου καί βρέθηκε στήν Ανατολή244. Τήν Αρμενία παραχώρησε στον ανιψιό του Άννιβαλιανό.
Στό νεκροκρέββατό του ό Κωνσταντίνος έξέφρασε τήν έπιθυμία ν’ άποκαταστήσει στό θρόνο του τό Μέγα Αθανάσιο, άλλ’ ό θάνατος τόν πρόλαβε καί τήν έπιθυμία του αυτή πραγματοποίησε, όπως παραπάνω είδαμε, ό μεγάλος του γιός Κωνσταντίνος Β', καίσαρας τών δυτικών επαρχιών.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Ό Μέγας Κωνσταντίνος πέθανε ήρεμα καί είρηνικά. Έφυγε νιώθοντας ευτυχισμένος άπό την άγάπη τού λαού. Πόση άντίθεση πρός τους άλλους αΰτοκράτορες, ιδίως έκείνους, που κήρυξαν διωγμούς έναντίον τών χριστιανών καί πού είχαν ένα πικρό τέλος, δπως ό ίδιος είχε διαπιστώσει!.. Με τέστη πρός την αιωνιότητα στις 21 Μαΐου 337, Ανήμερα τής Πεντηκοστής, μεσημέρι, σέ ήλικία 63 έτών, άφοϋ βασίλευσε τριάντα ένα χρόνια.
Ό Εύσέβιος περιγράφει τίς σπαρακτικές σκηνές, πού Ακολούθησαν: «Αμέσως τότε οί δορυφόροι καί οί σωματοφύλακες έσχισαν τά ένδύματά τους, πέφτοντας στό έδαφος χτυπούσαν τά κεφάλια τους καί, βγάζοντας θρήνους, οίμωγές καί κραυγές, άνακαλοϋσαν τό δεσπότη, τόν κύριο, τό βασιλέα, όχι ώς δεσπότη, άλλ’ όπως τά παιδιά φωνάζουν τόν πατέρα τους. Οί μέν ταξίαρχοι καί οί λοχαγοί έκλαιγαν τό σωτήρα, τό φύλακα, τόν εύεργέτη, οίδέ λοιποί στρατιωτικοί έξέφραζαν τόν πόνο τους μέ την πρέπουσα τάξη, δπως τά κοπάδια τόν αγαθό ποιμένα τους. Ό λαός έπίσης περιέτρεχε όλη την πόλη έκδηλώνοντας μέ κραυγές καί βοές τό ενδόμυχο άλγος τής ψυχής, άλλοι δέ μέ την κατήφεια τους έμοιαζαν μέ σαστισμένους. Καί καθένας θεωρούσε τό πένθος ώς δικό τον καί θρηνούσε γιά λόγου του, ωσάν νά άφαιρέθηκε άπό τή ζωή του τό κοινό άγαθό όλων»245.
Κανένα Από τά παιδιά του δέ βρισκότανε κοντά του έκεΐνες τίς ώρες, γιατί, δντας καίσαρες καί οί τρεις τους, βρίσκονταν στίς έδρες τους. Έφτασε όμως ό Κωνστάντιος λίγες μέρες άργότερα καί συνόδεψε τόν πατέρα του στην τελευταία του κατοικία.
Τό Ιερό σκήνωμά του τοποθετήθηκε σέ χρυσή λάρνακα καί μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη. ’Εκεί ένώπιον τού λαού καί τοΰ στρατού ένταφιάστηκε μέ μεγαλοπρέπεια στό Ναό τών Αγίων Αποστόλων, όπου υπήρχαν τά κενοτάφια των 12 Αποστόλων. Ή κηδεία έγινε μέ μεγάλες τιμές καί ύπό τό γενικό θρήνο.
«Ό θάνατος τοΰ Κωνσταντίνου προβλέφτηκε άπό ένα άστε'ρι μέ μιά ούρά, ή όποια έλαμψε γιά πολύ, έξαιρετικοϋ μεγάθους, πού οί'Έλληνες άποκαλοϋν κομήτη», γράφει ό δωδεκαθεϊστής ιστορικός Εύτρόπιος, καί καταλήγει μέ μιά βαρύγδουπη πληροφορία: «Έγγράφηκε έπάξια μεταξύ τών θεών».
Πράγματι, ή πιστή στό Δωδεκάθεο, πλήν Αποδυναμωμένη καί ξεδοντιασμένη Σύγκλητος τής Ρώμης, πέραν τών τελετουργικών καθηκόντων της, είχε έκείνη τήν έπσχή καί αύτήν Ακόμα τή δυνατότητα, καί τήν Αξιοποίησε ταχύτατα: Ένέγραψε τόν Μέγα Κωνσταντίνο μεταξύ τών θεών!




ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ



Από τόν 5ο αιώνα οί πιστοί άναγνώρισαν την άγιότητα τού Κωνσταντίνου, καθώς έπίσης καί τής μητέρας του Ελένης, γιά την οποία γίνεται λόγος στά έπόμενα κεφάλαια. Ό Ουρανός είχε δώσει «σημεία» γιά τήν άγιότητα τόσο τοΰ Κωνσταντίνου, «ού καί ή λάρναξ ίάσεις βρνει», καθώς ψάλλει ό έκκλησιαστι κός μελωδός, όσο καί τής μητέρας του'Ελένης.
Ή Αγία Εκκλησία τοϋ Χριστού κατά τόν 6ο αιώνα, άφοϋ άναγνώρισε τό μέγιοτο άποστολικό καί φιλανθρωπικό έργο των Κωνσταντίνου καί Ελένης καί άφοΰ έλαβε ύπόψη της δλα τά στοιχεία πού άφοροΰσαν τό βίο καί τό έργο των δύο, προφανώς πολύ περισσότερα, πιό άσφαλή καί πιό θετικά, απ’ όσα έμεΐς γνωρίζουμε γι’ αυτούς σήμερα, χίλια τετρακόσια πενήντα χρόνια άργότερα, άνακήρυξε καί τούς δύο ώς Αγίους καί’Ισαποστόλους καί όρισε νά τιμάται ή μνήμη τους τήν 21η Μάίου. Σημειωτέον ότι αυτή ή άνακήρυξη τών δύο Αγίων έγινε πολύ πρίν άπό τό Σχίσμα τών Εκκλησιών, ώστόσο, σήμερα ό Μέγας Κωνσταντίνος τιμάται ώς Άγιος μονάχα άπό τήν Ανατολική ’Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ό Ευσέβιος, πού άρχισε νά γράφει τό βίο τοΰ Μεγάλου Κωνσταντίνου ευθύς μετά τό θάνατο έκείνου, απερίφραστα κάνει λόγο γιά τήν άγιότητά του: «Τώρα δε ή σκέψη, έκτεινόμενη καί έως τις ούράνιες αψίδες, φαντάζεται καί έδώ τήν τρισμακάρια ψυχή νά συνευρίσκεται με τόν ίδιο τό Θεό, έλεϋθερη άπό κάθε γήινο περίβλημα καί περίλαμπρη μέσα σέ άπαστάπτουσα στολή φαπός»2*7.
Ό ίδιος έκκλησιαστικός Ιστορικός, συγκρίνοντας χό Μέγα Κωνσταντίνο μέ τους προκατόχους καί σύγχρονους του πολυθεϊστές αύτοκράτορες, τονίζει την τεράστια προσφορά του ατό λαό:
«Ενώ έκεϊνοι άνάγκαζαν τους ύπηκόους τους νά σέβονται θεούς, πού δέν υπάρχουν, έτούτος παρακαλοϋσε τούς δικούς του νά γνωρίσουν τόν μόνον ύπάρχοντα Θεό. Ενώ έκεϊνοι χλεύαζαν μέ βλάσφημες φωνές τόν Χριστό, έκεΐνος πρόβαλλε ώς νικητικό φυλακτήριο τό τρόπαιο τοΰ Λαβάρου. Ενώ έκεϊνοι προχωρούσαν άφήνοντας δίχως σπίτια καί δίχως έστίες τούς λατρευτές τοΰ Θεού, έτούτος άπέδιδε σπίτια καί έστίες. Ενώ έκεϊνοι περιέβαλλαν τούς ύπηκόους τών μέ άτιμίες, έτούτος καθιστούσε έντιμους καί άξιοζήλευτους σέ όλα γενικά. Ενώ έκεϊνοι δήμευαν άρπάζοντας άδικα τό βιός τών θεοσεβών, έτούτος τό άπέδιδε μέ πλούσιες δωρεές πολλών χαρισμάτων. Ενώ έκεϊνοι δημοσίευαν μέ έγγραφα διατάγματα τίς έναντίον τών προέδρων συκοφ/αντίες, έτούτος άνυψώνοντάς τους ξανά άποκαθιστοϋσε τήν άξιοπρέπειά τους μέ προγράμματα καί νόμους. Ενώ έκεϊνοι γκρέμιζαν άπό τά θεμέλια τούς χριστιανικούς ναούς, έτούτος νομοθετούσε νά γίνουν ψηλότεροι καί μεγαλοπρεπέστεροι μέ βασιλικά χρήματα. Ενώ έκεϊνοι διάταξην νά ρίχνονται στή φωτιά τά θεόπνευστα βιβλία καί νά έξαφανίζονται, έτούτος διάταζε νά πλη&ύνονται μέ χρήματα τοΰ βασιλιά μεγαλοπρεπή κατά τήν κατασκευή καί πολλαπλάσια οικοδομήματα. Ενώ έκεϊνοι ούδέποτε πουθενά δέν έτόλμησαν νά κάμουν συνόδους έπισκόπων, έτούτος συγκροτούσε συνόδους καλώντας τους άπ’ όλα τά έθνη καί τούς προσκαλοϋσε στά βασλικά τραπέζια. Έκεϊνοι τιμούσαν τούς δαίμονες μέ άναθήματα, έτοϋτος άποκάλνπτε τήν πλάνη. (...) ’Εκείνοι χιλιάδες έκαναν φόνους μαζί μέ άρπαγές καί δημεύσεις, ό Κωνσταντίνος όμως σέ ολόκληρη τήν αύτοκρατορία κάθε ξίφος ώς άχρηστο κρεμάστηκε...»248.
Καί ό Ευσέβιος, μιλώντας γιά τη θεοσέβεια τοΰ Κωνσταντίνου, κλείνει ώς έξης την πολυτιμότατη συγγραφή του «Εις βίαν τοΰ μακαρίου Κωνσταντίνου Βασιλέως»: «Ό Κωνσταντίνος είναι ό μόνος βασιλιάς των Ρωμαίων, πού έχει τιμήσει μέ ύπερβολική θεοσέβεια τόν Παμβασιλέα Θεό, καί ό μόνος πού έχει κηρύξει σ’ όλους μέ παρρησία τό Λόγο τοΰ Χριστού, καί ό μόνος πού μπορεί νά πει ότι έδόξασε όσο κανείς άλλος μέσα στους αιώνες τήν Εκκλησία Αύτοϋ, καί ό μόνος πού καθαίρεσε τήν πολύθεη πλάνη, καί μάς απάλλαξε από τήν ειδωλολατρία μέ κάθε τρόπο, καί μάλιστα είναι ό μόνος πού άξιώθηκε γιά όλα αυτά καί σ’ αύτη τή ζωή καί μετά άπό τό θάνατο, των όποιων κανείς δέν μπορεί νά γίνει μέτοχος».
Ή άγιότητατοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου άμφισβητήθηκε άπό όρισμένους ιστορικούς γιά τους φόνους τοϋ Κρίσπου καί της Φούστας, πού τοΰ καταλογίζουν, καί γιά τους όποιους έχουμε κάνει ήδη έκτενή λόγο παραπάνω. Άλλ’ όσοι ισχυρίζονται αύτά, άν δέν είναι κακόπιστοι έχθροί τοϋ Κωνσταντίνου καί τής χριστιανικής πίστης, δέν έχουν λάβει κάν ύπόψη τους τά γραφόμενα των χριστιανών συγγραφέων των 4ου καί 5ου αιώνων μ.Χ. Λακτάντιου, Σωκράτους, Σωζομενοΰ, Θεοδώρητου, Γελάσιου καί, πάνω άπ’ δλα, τοΰ Ευσέβιου, γιά νά γνωρίζουν κάτι άπό τό πώς ό Κωνσταντίνος βίωνε τη χριστιανική πίστη του. Δέν έχουν λάβει ύπόψη τους ότι, κατά την έποχή τών τραγικών γεγονότων τοΰ 326, ό Κωνσταντίνος μόλις είχε έπιστρέψει άπό την Οικουμενική Σύνοδο, δπου άνάμεσα σέ μεγάλους άγιους καί μάρτυρες τής πίστεως είχε βιώσει μοναδικές στιγμές θρησκευτικής άνάτασης καί ζοϋσε Ακόμα μέσα σε μιά χριστιανική Ατμόσφαιρα, έχοντας πλάι του ώς στενό σύμβουλό του τόν επίσκοπο τής Κορδουης Άγιο 'Όσιο καί Αλλους σοφούς καί συνετούς Ιερωμένους, πού θά τόν άπέτρεπαν νά παρασυρθεΐ άπό κάποια στιγμιαία ένδεχομένως έκρηξη τής όργής του. Δέν έλαβαν ύπάψη τους ότι ήταν ένας άνθρωπος, πού προσευχόταν Αδιάλειπτα, που ξαπόλυε έπιστολές πρός τους υπηκόους του, γραμμένες μέσα σ’ ένα Απόλυτο χριστιανικό πνεύμα. Πού κήρυττε τό λόγο τοϋ Θεού σέ συνάξεις ύπηκόων του.
'Όταν κανείς έχει ένημερωθεΐ στά παραπάνω, εύλογα θ’ Αναρωτιέται: Είναι δυνατόν ό θεοσεβέστατος Κωνσταντίνος νά έχει καταδικάσει σέ θάνατο τη σύζυγο καί τό γιό του σ’ αυτή την κατ’ έξοχήν μεστή χριστιανικών βιωμάτων περίοδο τής ζωής του; Είναι δυνατόν νά έχει έξοντώσει τό μικρό Ανηψιό του Λικινιανό, ένα δωδεκάχρονο παιδάκι, γιά νά έξασφαλίσει τή διαδοχή τοϋ θρόνου στά παιδιά του, Αφού εκείνα έτσι ή Αλλιώς ήσαν οί νόμιμοι διάδοχοί του καί βρίσκονταν Ακόμα στην παιδική τους ηλικία; Συνάδουν δλ’ αύτά πρός τήν ευαισθησία, τή συμπεριφορά καί τό χαρακτήρα τού Κωνσταντίνου, δπως διαφάνηκαν μέσα Από τίς προηγούμενες σελίδες; Μπορούσε νά ματώσει τά χέρια του ό Ανθρωπος, που ώς «σκεύος έκλογής τού Θεού», είχε δεχτεί τήν κλήση, δπως ό Παύλος, καί είχε έγκολπωθεΐ τό χριστιανικό πνεύμα Από τίς 28 ’Οκτωβρίου 312 μ.Χ. στή Μουλβία Γέφυρα; Μπορούσε έτσι εύκολα ν’ Αφαιρεΐ ζωές ό ηγέτης, πού Αγάπησε τό συνάνθρωπό του, δπως τόν εαυτό του, που έκανε τόσα πολλά γιά τους κατατρεγμένους, που καταφιλοΰσε τούς βασανισμένους τών διωγμών στίς ουλές τών τραυμάτων τους;
Άν τελικά ό Μέγας Κωνσταντίνος έδωσε έντολές εκτέλεσης τοΰ Κρίσπου καί τής Φαύστας, ή παροιμιώδης αυτοσυγκράτησή του θά είχε χαθεί γιά λίγες στιγμές... Ή όργη του θά κυβέρνησε γιά λίγες τραγικές στιγμές τη βούλησή του... Θά έχει διαπράξει καί αυτός τά μεγάλα λάθη τής ζωής του, κάτι που δέν έχουμε τη δυνατότητα ούτε νά έπιβεβαιώσουμε ούτε νά διαψεύσουμε. Αναμφίβολα όμως θά έχει άποζητήσει καί θά έχει ξαναβρεί τη λύτρωση μέσα άπό τη μετάνοια καί την προσευχή» γιέί τήν όποια τόσο συχνά μιλούσε.
Σέ κάθε περίπτωση θά ήταν παράδοξο καί άνεδαφικό νά ύποσιηρίζαμε ότι ό Κωνσταντίνος ύπήρξε άμεμπτος ή ότι δέν είχε άνθρώπινες άδυναμίες ή δέ δυσαρέστησε υπηκόους του μέ αυστηρά, κάποτε, μέτρα, άφοϋ παρέμεινε τριάντα ένα δύσκολα χρόνια στον καταματωμένο θρόνο τής Ρώμης καί κυβέρνησε μιαν άπέραντη Αυτοκρατορία άντιμετωπίζοντας χίλια δυο προβλήματα (έξωθεν έπιθέσεις, έξεγέρσεις, κινήματα, έπαναστάσεις, έμφυλιους πολέμους, δολοπλοκίες, δολοφονικές άπόπειρες κλπ.). Ειδικά στά πρώτα χρόνια τής βασιλείας του, καί πρίν άκόμα ό φωτεινός Σταυρός τής Μουλβίας φωτίσει τό δρόμο του, θά ήταν άδιανόητο νά έδραιωθεΐ στό θρόνο του χωρίς έπίδειξη πυγμής.
Όμως καί ή Ιστορία καί ή Εκκλησία άποτιμοϋν συνολικά τήν προσφορά του στην άνθρωπότητα καί τήν όλη ζωή καί συμπεριφορά του.
’Εξαιρετικό ένδιαφέρον παρουσιάζει ή γνώμη τού μεγάλου μας ιστορικού Κωσταντίνου Παπαρρηγοπσυλου γιά τόν Άγιο Κωνσταντίνο τό Μέγα: «Μετά τούς άμεσους Μαθητές τοϋ Σωτήρος, κανείς δέν έ π ρ α ξ ε περισσότερα γιά τ ή διάσωση καί π α γ ί ω σ η τής ιερής π ί στ ε ώ ς μας. Αλλά ό Κωνσταντίνος γεννήθηκε καί έζησε μέσα σέ ολέθριες συνήθειες καί παραδόσεις. Καί άν άκόμα διέπραξε καί κάποια άνομήματα, αυτό δέν όφείλεται σέ άγριότητα τής ψυχής, άλλά γιατί ό ίδιος γεννήθηκε κι έζησε μέσα σέ καθιερωμένες άπό αιώνες ολέθριες έξεις καί παραδόσεις. ΟΙ προκάτοχοι καί οί σννάρχοντές του κανένα δέ σεβάστηκαν θείο ή άνθρώπινο Νόμο. Ώστε δέν είναι άπορίας άξιο πώς καί έκεϊνος άμάρτησε κάποτε. Απορίας άξιο καί θαυμαστό είναι ότιδήποτε καταδεικνύει τήν έξαίσια δύναμη τοϋχαρακτήρα τον, είναι τό πώς, κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε νά κατανοήσει καί νά όμολογήσει τις άρχές τοϋ Ευαγγελίου, έστω καί άν κάποτε δέν τίς τήρησε».
Τέλος, ό Χρηστός Γιανναράς έπισημαίνει τά ουσιαστικά κριτήρια τής ’Εκκλησίας στην άνακήρυξη των άγιων της: «Ή ’Εκκλησία δέν άνακηρύσσει τούς άγιους της μέ μέτρα ατομικής ήθικής τελειότητας. Στά πρόσωπα τών άγιων δέ βλέπει ή ’Εκκλησία τά κοσμικά πρότυπα ένός άψογου ήθικοϋ βίου, άλλά βλέπει τήν ένσάρκωση τής άλήθειάς της, τήν ένσαρκη μαρτυρία τής σωτηρίας, τούς πρώτους καρπούς τής Βασιλείας τοϋ Θεού, τίς “άπαρχές” τής ζωής, πρός τήν όποία ολόκληρη ή ’Εκκλησία οδεύει. Ή άτομική άρετή δέ συνιστά άγιότητα, άν δέν ύπηρετεΐτή φανέριοση καί μαρτυρία τής άλήθειάς τής’Εκκλησίας. ’Ενώ ή μετάνοια τοϋ ληστή τήν τελευταία στιγμή τής ζωής του, χωρίς καμιά όρθολογική έπανόρθοοση τών κακουργημάτων τοϋ βίου του, τόν άναδείχνει άγιο τήςΈκκλησίας, υπόδειγμα καίμέτρο τοϋ “καινού τρόπου τής ύπάρξεως”  τής έρωτικής έπιστρεπτικής φοράς τοϋ άνθρώπου στό Θεό  πρώτο πολίτη τής Βασιλείας. Μόνο αυτή ή σύνδεση τής άγιότητος μέ τήν άλήθεια τής’Εκκλησίας, καί όχι μέ τήν άτομική άρετή, μπορεί νά μάς οδηγήσει σέ μία σωστή κατανόηση τοϋ γεγονότος τής άγιοποίησης τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου. ’Άν στά πρόσωπα τών Αποστόλων είδε ή ’Εκκλησία τούς “θεμελίους” τής θείας οικοδομής της “όντος άκρογωνιαίου αύτοϋ τοϋ Χριστού” τούς θεμελιωτές τής φανέρωσης βασιλείας τού
Θεού πάνω στη γή στό πρόσωπο τού Μεγάλου Κωνσταντίνον είδε τόν Ίσαπόστολο, τόν θεμελιωτή τής όρατής καθολικότητας καί οίκουμενικότητας τής Εκκλησίαςw251.
Ή έξήγηση τοΰ Γιανναρά καλύπτει όχι μονάχα τήν άναγνώριση ώς άγιου τοΰ Μεγάλου Κωνσταντίνου, γιά τον όποιο κάνει τό παραπάνω σχόλιο, αλλά καί τοΰ Αγίου Μωυσή, που φόνευσε τόν Αιγΰπτιο 252, καί τοΰ Προφήτη Ήλία, που έγινε αιτία νά φονευθοΰν 850 είδωλολάτρες ιερείς του Βάαλ253, καί τοΰ Δαυίδ, καί τοΰ Λογγίνου, που ήταν έπικεφαλής τοΰ έκτελεστικοΰ άποσπάσματος κατά τη Σταύρωση τοΰ Κυρίου, καί τοΰ ληστή Μωυσή, τοΰ Αιθίοπα, που μετανόησε καί κλείστηκε στό μοναστήρι κ.ά.

Σκηνή μαρτυρίου

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ


Τά έλληνικά γράμματα, ή κλασσική παιδεία, γνώρισαν μεγάλη άνθιση στήν Αθήνα στά χρόνια τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Στίς περίφημες σχολές τής πόλης φοιτούσαν όχι μονάχα είδωλολάτρες, άλλά καί χριστιανοί, πού άναδείχτηκαν ώς κορυφαίοι 'Ιεράρχες τής ’Ορθοδοξίας (Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ό Νύσσης, Γρηγόριος ό Θεολόγος). Καί είναι αύτοί πού προέβησαν στή σύζευξη τού άθάνατου έλληνικοϋ πνεύματος μέ τίς άλήθειες τοϋ χριστιανισμού.
Ό Κωνσταντίνος έκτιμώντας τήν ιστορική πόλη, έδωσε στόν έαυτό του τόν τίτλο «Μέγας δούκας τής Αθήνας». Αξιοσημείωτο γεγονός γιά την 'Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους, επισημαίνει ό Κ Παπαρρηγόπουλος, είναι ότι άπό τό ξεκίνημά της ή νέα σημαία πού έπέβαλε στήν Αύτοκρατορία ό Κωνσταντίνος, κοσμήθηκε μέ τά έλληνικά καί όχι τά λατινικά γράμματα τού ’Ιησού Χριστού (ΧΡ), ώσάν νά προαισθανόταν ότι έπέπρωτο νά γίνει άρχηγέτης γενιάς βασιλέων, οί όποιοι θά χωρίζονταν άπό τη ρωμαϊκή μητρόπολη καί έμελλε νά κυβερνήσουν μέ τήν ελληνική γλώσσα χώρες ελληνικές! Από τόν Ευσέβιο πληροφορούμαστε ότι ό Κωνσταντίνος κατά την έναρξη των έργασιών τής Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια έξεφώνησε στά λατινικά τόν έναφκτήριο λόγο του, ό όποίος μεταφράστηκε στά έλληνικά, άλλά στους διαλόγους, πού έπακολσύθησαν, μιλούσε μέ πραότητα στόν καθένα την έλληνική γλωσσά, την όποια δεν άγνοοϋσε (πράως τε ποιούμενος τάς πρός έκαστον όμιλίας έλληνίζων τε τή φωνή, ότι μηδέ ταύτης άμαθώς είχε254).
Όλα αύτά ήταν ένας πρώτος καλός οΙωνός, ένα προανάκρουσμα, γιά τό πού όδευε ή νέα Αυτοκρατορία, που έκεϊνες τίς ήμέρες γεννιόταν στό μυαλό τού μεγάλου Αύτοκράτορα.
Ή Σύνοδος τής Νίκαιας, πέρα άπό τη μεγάλη, την κολοσσιαία σημασία πού έχει γιά την πορεία τού Χριστιανισμού, έκανε γνωστή την άκατάλυτη παρουσία καί τη δύναμη τού έλληνικοΰ πνεύματος μετά άπό τόσους αιώνες υποδούλωσης τώνΈλλήνων στους Ρωμαίους. Οικουμενική ήταν ή Σύνοδος, άλλ’ όλοι σχεδόν οί σύνεδροι ήσαν'Έλληνες ιεράρχες! Γράφει ό Άγιος Νεκτάριος: «Τά πάντα σ’ αυτή ήταν έλληνικά, τά Μέλη τής Συνόδου, ή Γλώσσα, οί συζητήσεις, τά Πρακτικά, τά Βουλεύματα καί γενικά όλα, όσα χαρακτηρίζουν Βουλή τής Ελλάδος». Καί σε άλλο σημείο προσθέτει: «Έν ταύτη ό Ελληνισμός ένίκησεν ούχίμόνον την αίρεσιν, άλλά καί την έθνικήν πλάνην τής παλαιός λατρείας καί την Ρωμαϊκήν έξουσίαν έν ταύτη έξεδηλώθη ή ισχύς τού έλληνικοΰ στοιχείου· αϋτη δε ύπήρξεν ό πρώτος σπινθήρ τοϋ άναλάμψαντος μετά ταΰτα Ελληνισμού  αϋτη ήτο ή πρώτη ζύμη ή συγκεντρώσασα περί έαυτήν καί ζυμώσασα όλον τόνΡωμαϊ σμόν, ός εντός ολίγου άνέδειξεν Ελληνισμόν»255.
Ό σοφός Άγιος χαρακτηρίζει αυτή τή μεγάλη Σύνοδο «τιμητικό παράσημο, πού τίμησε, τιμά καί θά τιμά τό στήθος κάθε Έλληνα».
Άν μέχρι το 325 ή πολίτικη μεγαλοφυία τού Κωνσταντίνου είχε συλλάβει την άνάγκη μιας νέας πρωτεύουσας γιά τήν Αύτοκρατορία, έκείνη ή Σύνοδος τών Αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας τοΰ ύπέδειξε ώς τό βασικότερο στήριγμά του τό άφυπνιζόμενο άπό τό Χριστιανισμό έλληνικό στοιχείο. Έτσι τό Βυζάντιο, μαζί καί μέ τήν άξια τής στρατηγικής του θέσης, προ κρίθηκε νά φιλοξενήσει τήν τρισένδοξη Βασιλεύουσα.
Άπό τήν 'ίδρυσή της ή νέα πρωτεύουσα, μολονότι τυπικά όνομάστηκε Νέα Ρώμη, ούσιαστικά λεγόταν άπ’ όλους «Κωνσταντίνου Πόλις», έλαβε δηλαδή έλληνική όνομασία. Καί δέν μπορούσε νά γίνει διαφορετικά, άφοΰ ό πληθυσμός της στή συντριπτική του πλεισψηφία ήταν έλληνικός, ή γλώσσα έλληνική, ό πολιτισμός έλληνικός καί έκεϊνοι που έγιναν κήρυκες τής νέας θρησκείας καί διαφωτιστές τών έθνών ήταν Έλληνες. Καθώς λοιπόν τό κέντρο τής αυτοκρατορίας άφαιρέθηκε άπό τούς Λατίνους καί δόθηκε στους Έλληνες, ή έλληνική γλώσσα μέσα σέ έλάχιστους αιώνες έγινε ή γλώσσα τοΰ Κράτους καί ή κρατική μηχανή δέν άργησε νά έπανδρωθεΐ άπό Έλληνες. Ό πολιτισμός τών έλληνιστικών χρόνων άναβίωσε, ένοφθαλμίστηκε άπό τή χριστιανική διδασκαλία καί τό ρωμαϊκό δίκαιο καί σύντομα έγινε έλληνοχριστιανικός πολιτισμός, πού έδωσε άλλη πορεία στόν κόσμο. Καί ένώ τό δυτικό κομμάτι τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γρήγορα καταλύθηκε άπό τούς βόρειους λαούς, τό άνατολικό μετεξελίχτηκε ταχύτατα στήνΈλληνική Χριστιανική Αύτοκρατορία ή Ρωμανία, (άπό τό όνομα τής πρωτεύουσάς της «Νέα Ρώμη»), πού γιά χίλια χρόνια υπήρξε ή πρώτη δύναμη στόν κόσμο, τόσο σέ στρατιωτική ισχύ, όσο καί σέ πολιτισμό.
Ό Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι ή ρωμαϊκή κυριαρχία στή νέα αύτοκρατορία διήρκεσε μέχρι τόν 5ο αιώνα.
Οί 'Έλληνες, που μέ τό διάταγμα τοΰ Καρακάλα (212) είχαν όνομαστεί Ρωμαίοι υπήκοοι, έξακολούθησαν νά όνομάζονται Ρωμαίοι (Ρωμιοί) γιά πολλούς αΙώνες ακόμα. Γράφει ό π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Ό Με'γας Κωνσταντίνος άπό “Ρωμαίος” γίνεται ό πρώτος “Ρωμηός” πού όδηγεΐ στήν έλληνορθόδοξη οίκονμενικότητα καί παγκοσμιότητα, την “έπώννμον τον Χριστού πολιτείαν”. Μένει, φυσικά, τό πολυφυλετικό άμάλγαμα τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, άλλά σέ ένα οικουμενικό κράτος μέ ένιαϊο πολιτισμό (έλληνιστικό) καί συνδετικό στοιχείο δχι έξωτερικό (Αλέξανδρος: πολιτισμό, Ρώμη: στρατιωτική ισχύ καί δίκαιο), άλλά έσωτερικό καί πνευματικό, την πίστη τών Αγίων»256.
Ό Κωνσταντίνος, γιός μιας Έλληνίδας Αγίας καί Ίσαποστόλου, Άγιος καί Ίσαπόστολος καί ό ίδιος, άνάστησε κυριολεκτικά τό Ελληνικό Έθνος ύστερα άπό πεντακόσια χρόνια Ρωμαιοκρατίας. Τοϋ χάρισε πνοή καί δύναμη μέ τήν ’Ορθοδοξία καί τό έπανατοποθέτησε στό δρόμο τής έλευθε ρίας, ώστε σύντομα νάκαταστεί ξανά ή πρώτη χώρα στό πνεύμα καί τόν πολιτισμό, άλλά καί μιά άπέραντη αυτοκρατορία. Ένωσε τό Κράτος καί τη Θρησκεία σέ μιά κοινή πορεία, πού άκολουθεΐται άκόμα σήμερα στήν Ελλάδα, δπως καί σ’ άλλες εύρωπάίκές χώρες, καί πού άποδείχτηκε ώφέλιμη καί πολλές φορές σωτήρια γιά τά δύο. Κατά τήν περίοδο τής Τουρκοκρατίας ή Εκκλησία ύποκατέστησε έπάξια τό Κράτος, πού είχε νεκρωθεί, άναλαμβάνοντας έθναρχικό ρόλο καί βοηθώντας τό ύπόδουλο Γένος νά βγάλει πέρα τήν πικρή σκλαβιά μέ τίς λιγότερες, κατά τό δυνατόν, άπώλειες.
Ό Κωνσταντίνος ιδρύοντας τή Βυζαντινή Αυτοκρατορία έξασφάλισε τίς προϋποθέσεις έκχριστιανισμού ολόκληρης τής Εύρώπης. Εξασφάλισε έπίσης γιά τήν Εύρώπη έναν πανίσχυρο κυματοθραύστη, δπου τσακίζονταν τά όρμητικά κύματα των Περσών, τών Αράβων, τών ’Οθωμανών καί τών λοιπών βαρβαρικών φύλων τής Ασίας γιά χίλια χρόνια. Προστάτευσε την έλληνική πνευματική κληρονομιά γιά την Ελλάδα καί την Εύρώπη καί τόν κόσμο όλάκληρο. Ή Ίλιάδα καί ή ’Οδύσσεια διδάσκονταν στά παιδιά. Οί τέχνες καί κάποιες έπιστήμες άνθισαν. Ή έλληνική γλώσσα, όπως καί στους έλληνιστικούς χρόνους, ξαναμιλήθηκε όλόγυρα στη Μεσόγειο. Μετάτό 1453 ή έλληνική γραμματεία κατέστη κληρονομιά τής Εύρώπης. Καί μέσω αυτής καί τού έλληνικοϋ πνεύματος ή Εύρώπη γνώρισε την άναγέννησή της.
Ό Κιονσταντίνος έπέτυχε δεσμούς μεταξύ Κράτους καί ’Εκκλησίας, πού έξασφάλισαν μιά χιλιόχρονη ένότητα καί άρμονική συνύπαρξη. Καί τό παράδειγμά του Ακολούθησαν καί όλα σχεδόν τά εύρωπαϊκά κράτη. Ό έπιχειρσύμενος σήμερα διαχωρισμός Κράτους καί Εκκλησίας άποβλέπει στή δημιουργία ένός άθεϊστικοΰ  λαϊκού Κράτους, πού δέν έχει δοκιμασθεΐ ποτέ σ’ αύτόν τόν τόπο καθ’ όλη τήν Ιστορική διάρκειά του. Αλλά καί όπου δοκιμάστηκε, άπέτυχε.
Ό καθηγητήςΈσελιγκ έχει κάνει μιά πολύ σημαντική παρατήρηση, ότι δηλαδή ό Χριστιανισμός δημιούργησε τήν ένότητα τού ελληνικού έθνους, τήν οποία ούδεμία πολιτική είχε κατορθώσει μέχρι τότε νά πραγματοποιήσει257! Ό Σπ. Ζαμπέλι ος έχει τη γνώμη πώς χωρίς τήν πνευματική Επανάσταση τού Χριστιανισμού μέσα στον έλληνικόχώρο «τόόνομα τής Ελλάδος δέν ήθελεν ίσως ύπαρχει σήμερον ή έντός βιβλιοθηκών καί εις σοφών τινων άναμνήσεις». Ό π. Γεώργιος Φλωρόσκυ κάνει λόγο γιά ενσωμάτωση τού Ελληνισμού μέσα στήν ’Ορθοδοξία.
Σ’ αύτόν τόν έκ πατρός Ίλλυριό καί έκ μητρός "Ελληνα μεγάλο πολιτικό καί στρατιωτικόν άνδρα, τόν άνίκητο στρατηγό, τό διορατικό καί όξυδερκέστατο ήγέτη, τό θεμελιωτή τής Ορθοδοξίας, τόν προστάτη τοϋ χριστιανισμού, τάν Ιδρυτή τής «Βασιλίδος τών πόλεων», τόν ιδρυτή τής μετ’ ού πολύ Ελληνικής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, τό μεγάλο μεταρρυθμιστή, τό σοφό νομοθέτη, τό φιλάνθρωπο ήγέτη, τόν Άγιο καί’Ισαπόστολο Κωνσταντίνο τόν Μέγα, οί'Έλληνες καί δλοι οΐ Εύρωπαίοι όφείλουν πολλά. Καί άν οί κάθε λογής είδωλολάτρες ή άθεοι ή αιρετικοί έχουν τους λόγους τους νά μή τόν συμπαθούν, οί άπανταχοϋ τής γής ’Ορθόδοξοι καί οί 'Έλληνες έχουμε μύριους λόγους νά τόν εύγνωμονοΰμε, νά τόν τιμούμε καί νά τόν δοξάζουμε στόν αιώνα.


 ΠΩΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ  ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΟΝ ΜΕΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ



Ό Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι Ιδιαίτερα άγαπητός στή Δύση, δσο στην Ανατολή, έπειδή ϊσως έγατέλειψε τη Ρώμη καί μετέφερε την πρωτεύουσα τού Κράτους του στην Κωνσταντινούπολη μέ αποτέλεσμα ή Δυτική Αυτοκρατορία πολύ γρήγορα νά καταλυθεϊ άπό τίς έπιδρομές τών βαρβάρων βορείων γειτόνων της, ένώ ή Ανατολική άναγεννήθηκε σέ μιά χριστιανική Αύτοκρατορία, βρήκε έναν καινούργιο βηματισμό, τόν έλληνικό, καί θριάμβευσε γιά χίλια χρόνια.
Δηκτικοί πρός τόν Κωνσταντίνο ήσαν, δυστυχώς, καί ιστορικοί τού διαμετρήματος τών Gibbon, Seek, J. Burckhardt, Grigoire, Niebuhr κ. α. Καί είναι αύτοί πού άπό τόν δέκατο όγδοο αιώνα καί εντεύθεν όμιλοϋν χλευαστικά καί περιφρονητικά γιά τόν Κωνσταντίνο καί τόν κατηγορούν γιά πολλαπλές δολοφονίες καί εγκλήματα...
Ό Gibbon, άντιχριστιανός ό ίδιος, υιοθετώντας τίς κατηγορίες τού παγανιστή Ζώσιμου εναντίον τού Κωνσταντίνου καί μιμούμενος τόν παγανιστή Αατίνο ιστορικό Βίκτωρα Αύρήλιο, χαρακτηρίζει μέ τή σειρά του τόν Κωνσταντίνο ώς «τύραννο άρχικά της δημοκρατίας, που μετατρέπεται στον πατέρα τής χώρας τον καί τοϋ άνθρώπινον είδους», ύστερα ώς «ένα ήρωα, ό όποιος άπό καιρό είχε έμπνενσει τους ύπηκόους τον μέ την άγάπη καί τους έχθρούς τον μέ τόν τρόμο, καί τέλος ώς τόν ήγέτη, «πον έκφυλλίζεται σέ ένα σκληρό καί έκλυτο μονάρχη (κεφ. 18)»\ Τόν τελευταίο σκληρό χαρακτηρισμό του στηρίζει σας συνήθειες τοϋ Κωνσταντίνου νά φοράει τό διάδημα μέ τους πολύτιμους λίθους, άντί γιά στέμμα, τή μεταξωτή τήβεννό του, κατάτό άσιατικό πρότυπο, καί τους πολύτιμους λίθους. Αλλά κατ’ ούδένα τρόπο αυτή ή μία καί μοναδική άδυναμία τού Κωνσταντίνου στους πολύτιμους λίθους άποδεικνΰει ότι ύπήρξε τύραννος καί έκλυτος. Άλλωστε, πλήν τών παγανιστών Ζωσιμου καί Βίκτωρος, κανένας άλλος άρχαΐος ιστορικός δέν προσδίδει στό μεγάλο αύτοκράτορα παρόμοιους σκληρούς καί άδικους χαρακτηρισμούς.
Στή θεωρία του αύτή περί προοδευτικής παρακμής τού Κωνσταντίνου ό Gibbon βρήκε μιμητές τούς Schlosser, Stanley κ. ά. Τό άκριβώς αντίθετο πιστεύουν οί ιστορικοί συγγραφείς Ευσέβιος, Mosheim, Schaff καί πολλοί άλλοι.
Αυτοί οί άπαράδεκτοι σχολιασμοίτών Εύρωπαίων ιστορικών έχουν ένοχλήσει καί τόν μεγάλο μας Ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, πού γράφει: «Οί Ιστορικοί τής Δϋσεως λησμονοΰσιν ότι άν όχι πάντα, τά πλεϊοτα όμως τούτων καί προσέτι έτερα, ούχίτή άληθεία όλιγώτερον έπίμεμπτα, έπεκράτησαν μέχρις εσχάτων εις όλας σχεδόν τά εύρωπαϊκάς αύλάς καί κυβερνήσεις καί μέχρι σήμερον εις τινας συμβαίνσυσι»758.
Αλλά γιά τό διάδημα ό Κωδινός έχει μιά λογική έξήγηση, πού οί ιστορικοί τών νεότερων χρόνων επιδεικτικά αγνοούν. Γράφει ότι ό Κωνσταντίνος φόρεσε «έν τή αύτοϋ κορυφή διάδημα διά μαργαριτών καί τίμιων λίθων, βουλόμενος πληρώσαι τήν προφητικήν φωνήν τήν λέγονσαν έθηκας έπί τήν κεφαλήν αύτοϋ στέφανον έκ λίθου τίμιου ”»259.
Κλείνουμε τό άχαρο τούτο θέμα τής έπίθεσης τών Ιστορικών γιά τό διάδημα καί τη στολισμένη πορφύρα τού Κωνσταντίνου, θυμίζοντας στον Αναγνώστη, ότι άν κάποια στιγμή ό Κωνσταντίνος μέ την τήβεννο καί τό διάδημά του παραβρισκόταν σέ μιά σημερινή σύναξη τών Εύρωπαίων βασιλέων, στολισμένων μέ λογήςλογής διάσημα, παράσημα, περιζώνια, ταινίες, φούντες καί άσταφτερές στολές, ό μέγιστος τών αύτοκρατόρων θά έμοιαζε, φοβούμαι, μέ φτωχό συγγενή τους!..
Ό Gibbon μιλάει άπαξιωτικά άκόμα καί γιά τό δραμα τού Κωνσταντίνου καί καί γιά τήν εύρεση τού Σταυρού καί έπικρίνει καί ειρωνεύεται όσους ιστορικούς μίλησαν ευνοϊκά γι’ αυτά (Βαρόνιο καί Tillemont, άλλά καί τούς άρχαίους Σουλπίκιο Σεβήρο, Ρουφίνο, Αμβρόσιο, Κύριλλο Ίερουσολύμων κ.λπ.)!
Τέλος, ό Gibbon προβαίνει καί σέ τούτο άκόμα τό Ανεδαφικό καί γεμάτο δηλητηριώδη κακεντρέχεια σχόλιο γιά τούς'Έλληνες:
«Ή άθωότητα τοϋ Κρίσπου ήταν τόσο παγχοσμίως άναγνω ρισμένη, ώστε οί νέοι "Έλληνες, οί όποιοι λατρεύουν τη μνήμη τοϋ Ιδρυτή τους, νά τη μειώνουν, γιά νά μετριάσουν τήν ένοχή μιάς παιδοκτονίας, τήν όποια τό κοινό αίσθημα της άνθρώπινης φύσης τούς άπαγορεύει νά δικαιολογήσουν. Προσποιούνται, ότι μόλις ό στενοχωρημένος πατέρας άνακάλυψε τήνάναλήθεια τής κατηγορίας, από τήν οποία ή εύπιστία του τόσο μοιραία είχε παραπλανηθεϊ, δημοσιοποίησε πρός τον κόσμο τή μεταμέλεια καί τήν τύψη του»260.
Ό βιογράφος τού Κωνσταντίνου Burckhardt (1853), τόν παρουσιάζει ώς μεγάλο καί μεγαλοφυή πολιτικό, άλλ’ άπορο ηθικών άρχών καί θρησκευτικού ένδιαφέροντος! Καί χαρακτηρίζει ύποκρπτκή τη μεταστροφή του. Ό Η. Gregoire (στη δέκαετία τοϋ 1930) βλέπει τ<5 δραμα καί τη μεταστροφή τοΰ Κωνσταντίνου ώς μεταθανάτιο ξαναγράψιμο των γεγονότων άπό τόν Εύσέβιο. Οί Ιστορικοί συγγραφείς Niebuhr, Stanley, Sceaf κ.ά. εύθυγραμμίζονται πρός τή Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, στήν όποια καί άνήκουν, άναγνωρίζοντας τη μεγαλοσύνη του Κωνσταντίνου, άλλ’ δχι καί τήν άγιότητά του.
Πολλοί άλλοι έπίσης χρησιμοποιούν σκληρούς δρους γιά τόν Κωνσταντίνο. Π.χ. άντί νά κάνουν χρήση τής έκφρασης «όδήγησε στό θάνατο» (put to death), γράφουν ότι «δολοφόνησε» (murdered)!
Τό ίδιο κάνει καί ό Gibbon: Μιλώντας γιά τους θανάτους Μαξιμιανού καί Λικίνισυ, κάποια στιγμή έκφράζεται μέ τον δρο «έκτελέσεις» καί άμέσως αύτοδιορθώνεται χρησιμοποιώντας τόν δρο «δολοφονίες»! Αλλ’ οί άναγνώστες, πού παραπάνω πληροφορήθηκαν ύπό ποιές συνθήκες έχασαν τη ζωή τους οί Μαξιμιανός καί Λικίνιος, γνωρίζουν άν δικαιώνεται ό μισέλληνας ιστορικός νά χαρακτηρίζει τό θάνατό τους δολοφονία καί συνειδητοποιούν πώς τό πάθος δέν είναι γνώρισμα άντικειμενικού Ιστορικού* ...
 «The deaths ofMaximian and Licinius may perhaps be justified by the maxims of policy, as they are taught in the schools of tyrants; but an impartial narrative of the executions, or rather murders, which...» (p.112).
Τό κακό είναι ότι τά τελευταία χρόνια και πολλοί συμπολίτες μας στάν καθημερινό λόγο έξαιτίας άγνοιας ταυτίζουν τίς έννοιες τής έκτέλεσης, τοϋ φόνου καί τής δολοφονίας...
Πολλά προβλήματα καί παρεξηγήσεις δημιουργούν στους Εύρωπαίους καί Αμερικανούς ιστορικούς τά αρχαία έλληνικά κείμενα, πού έκεΐνοι αδυνατούν νά κατανοήσουν καί νά με ταφράσαυν έπαρκώς, δπως στά δυότρία παραδείγματα, που άναφέρθηκαν παραπάνω.Έτσι σέ πολλά σημεία της ή μετάφραση, που πετυχαίνουν, δχι μονάχα δεν προσεγγίζει κάν τά περιεχόμενο, άλλά καί τό διαστρεβλώνει μέ άποτέλεσμα νά ζημιώνονται καί τά άνιστορουμενα πρόσωπα καί, περισσότερο, οί άναγνώστες. Άλλ’ όταν τέτοιες στρεβλώσεις άφοροΰν Ιστορικά γεγονότα άπό τη ζωή καί τη δράση τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί περιλαμβάνονται σέ βιβλία ένός Ιστορικού γίγαντα Gibbon, Bagster ή στίς μεταφράσεις Richardson (άπό λάθος στόν τελευταίο), κ.ά., που διδάσκουν γενεές γενεών ιστορικών συγγραφέων καί έκατομμΰρια άναγνωστών στόν κόσμο, τότε ή ζημιά, που ύφίσταται τό ιστορικό πρόσωπο είναι άναμφίβολα σοβαρή.
Υπάρχουν, ώστόσο, καί στή Δύση πολλοί συγγραφείς, που μιλούν θετικά γιά τόν Κωνσταντίνο, δπως π.χ. ό Βαρόνι ος, ό Tillenont, ό Richardson, ό Mosheim καί πολλοί άλλοι. Ό τελευταίος, καθώς ό Schaff μάς ένημερώνει, στην έργασία του γιά τούς πρώτους τρεις αΙώνες, έργάζεται έπί μακρόν γιά ν’ άποδείξει, ότι ό Κωνσταντίνος δέν ήταν κανένας ύποκριτής, άλλά είλικρινά θεωρούσε κατά τή διάρκεια τού μεγαλύτερου μέρους τής ζωής του, ότι ή χριστιανική θρησκεία ήταν ή μόνη άληθινή θρησκεία261.
Πολλοί άγγλόφωνοι ιστορικοί μέ επικεφαλής τόν Gibbon, άλλά καί άλλοι Εύρωπαΐοι, δέν καταφέρονται μονάχα εναντίον τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, άλλά καί έναντίον τού μεγάλου δημιουργήματος του, τής Αυτοκρατορίας τής Ανατολής. Αύτή τήν Ανατολική Χρκτπανική καί'Ελληνική Αυτοκρατορία, πού κυριάρχησε στόν κόσμο γιά χίλια χρόνια, τήν άντιμετωπίζουν ώς ένα κράτος πού συνεχώς έκφυλίζεται, όταν δέν τήν άγνοοϋν τελείως, ώσάν νά μή ύπήρξε ποτέ!
Ό Κατνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει σχετικά:
«Ή Εσπερία είχε πρό καιρού διατεθή δυσμενώς πρός τήν ήμετέραν έν Κωνσταντινουπόλει μοναρχίαν. Συμφέροντα θρησκευτικά καί πολιτικά πολλάς παρήγαγον άμοιβαίας αιτιάσεις μεταξύ Ανατολής καίΔύσεως, έπί τέλους δέ έπήγαγον καί τάς όλεθρίας σιαυροφορικάς καθ’ ήμών έπιδρομάς. Όθεν πάσαι σχεδόν αί χρονογραφίαι ήμών, δσαι έγράφησαν έκτοτε καί μέχρις έσχάτων υπό των Δυτικών, έγελοιογράφησαν μάλλον παρά άπετνπ(οσαν πιατώς τους χαρακτήρας τού μεσαιωνικού ήμών κράτουςι»262.
Καί χρειάστηκε ό διαπρεπής Ιρλανδός βυζαντινολόγος John Bury (18611927) νά πετάξει πρώτος τήν ταφόπλακα άπό τή Βυζαντινή'Ιστορία, που είχε τοποθετήσει ό Gibbon, γιά ν’ άποκαλΰψει στή συνέχεια ένας σοφός Steven Runciman τό κλέος καί τό μεγαλείο της καί νά μιλούν όλοι πιά σήμερα γιά τό Βυζάντιο.
Τέτοια «άμεροληψία» άπό έκείνους, πού κατακρεουργούν τό βιογράφο του Εύσέβιο, τόν πολυμαθέστερο, πολυγρα φότερο καί πολυμερέστερο συγγραφέα τής εποχής του, έπειδή δεν καταγράφει όσους καί όποιους θανάτους στην Αύτοκρατορία οί ίδιοι κατονομάζουν «δολοφονίες τού Μεγάλου Κωνσταντίνου»*!
*Περαίνοντας τήν περί τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου μελέτη μας, θεωρούμε άναγκαίο νά μιλήσουμε γιά λίγο καί γιά τόν πρώτο καί κυριότερο βιογράφο του. Πράγματι ό ιστορικός τής ’Εκκλησίας Εύσέβιος δέχεται άπειρα βέλη άπό όρισμένσυς Ιστορικούς τής Δύσης:
Ό Gibbon τόν ειρωνεύεται, άποκαλωντας τον «άριστοκρατικό έπίσκοπο» καί δέ χάνει εύκαιρία ν’ άψήνει αιχμές κατά τής ’Ορθοδοξίας263.
Ό Liebeschuetz φτάνει στό σημείο νά γράφει ότι ό Ευσέβιος τά άναφερόμενα οπόν Κωνσταντίνο κείμενά του τά έχει γράψει μαζί μέ τόν Κωνσταντίνο!
Ό Waddington συνεχίζει στό ίδιο πνεύμα: «Αύτός ό μύθος κολακείας μπορεί πολύ άκίνδυνα νά παραδοθεϊ στήν περιφρόνηση καί τή λήθη»™*.
Ό Ph. Schaff γράφει: «Ό Εύσέβιος, πού τυφλώνεται άπό τήν εϋνοια τοΰ Κωνσταντίνου πρός τήν Εκκλησία, τόν Απεικονίζει στή στομφώδη καί άτιμα έγκωμιαστική βιογραφία τον μέ τήν έμφανή πρόθεση νά τόν θέσει πάνω ώς πρότυπο γιά όλους τούς μελλοντικούς χριστιανούς πρίγκηπες»265.
Ό Burckhardt θεωρεί τη βιογραφία πσύ έγραψε ό Εύσέβιος ώς κοινή έπεξεργασία Ευσέβιου καί αύτοκράτορα Κωνσταντίνου266.
Στά ίδια άπορριπτικά πλαίσια κινούνται έναντι τοΰ Ευσέβιου καί άλλοι γνωστοί Ιστορικοί συγγραφείς267.
Αυτά καί άλλα άπαράδεκτα γράφηκαν γιά τόν πανθομολογού μενο ώς πατέρα τής’Εκκλησιαστικής Ίστορίας Ευσέβιο έξαιτίας τοΰ βιβλίου του «Βίος τοΰ Κωνσταντίνου».
Άλλ’ όσα έπαινετικά γιά τόν Κωνσταντίνο γράφει ό Εύσέβιος, ό κατά τό Σωζομενό «άνήρ τών θείων Γραφών καί τών παρ’ Έλλησι ποιητών καί συγγραφέων πολυμαθέστατος Γστωρ»268, έπιβεβαιωνονται καί άπό άλλους συγγραφείς, χριστιανούς καί μή. Όλοι ο! χριστιανοί συγγραφείς καί μερικοί παγανιστές, δπως είδαμε παραπάνω, γράφουν έπαινετικά γιά τόν Κωνσταντίνο. Άλλ’ άκόμα καί άν αύτή ή συγγραφή ήταν ένας ΰμνος γιά τό Μέ γα Κωνσταντίνο, αύτό δέ δικαιολογεί κάποιους Εύρωπαίους ιστορικούς τών νεοτέρων χρόνων νά τοΰ προσδίδουν άπαράδεκ τους χαρακτηρισμούς. Δέ δικαιολογεί τό πάθος τους εναντίον του. Καθένα άπό τούς σημερινούς «μεγάλους» άκολουθοΰν μερικές δεκάδες βιογράφοι, άλλ’ ούδείς διανοείται νά τούς χαρακτηρίσει άτιμους έγκωμιαστές καί κόλακες. Άλλωστε, όταν ό Εύσέβιος έγραφε αύτό τό βιβλίο, ό Κωνσταντίνος είχε άποδημήσει εις τάς αΙωνίους μονάς καί συνεπώς oi Ιπαινοι κανέναν δέ θά κολάκευαν.
Ό Εύσέβιος έγραψε τά κείμενά ταυ γιά τόγ Κωνσταντίνο έτσι, γιατί είχε σωστά έκτιμήσει τίς διαστάσεις τής προσωπικότητάς του καί τής προσφοράς του στην άνθρωπότητα, δπως θά έκανε κάθε καλοπροαίρετος καί Αντικειμενικός Ιστορικός. Γιατί πρώτος έκεϊνος διέγνωσε τη μεγαλοσύνη του, που δεκαεπτά αΙώνες μέχρι σήμερα θαυμάζει ή άνθρωπότητα. Καί τά έργα τού Ευσέβιου, που έκεΐνοι έπιχειροϋν νά Αποβιβάσουν καί νά εύτελίσουν, είναι κείμενα μέ διαχρονική άξια, καί σέ κάθε περίπτωση, θά είναι έκεΐνα, που κάθε Ιστορικός τού μέλλοντος θά συμβουλεύται πολύ πρίν άπό τά δικά τους. Καί οϊ ίδιοι, δσα καί άν τοϋ καταλογίζουν, πάλι σ’ έκείνσν θά καταφεύγουν νά λύσουν τίς Απορίες τους, έπειδή ή καταφυγή τους σέ δυτικούς χρονικογράφους τοϋ τέταρτου ή πέμπτου αιώνα μ.Χ. ούδέν τούς ώφελεΐ. Τά συγγράμματα τοϋ Εύσέβιου, είτε τό θέλουν οϊ Αντίπαλοί του είτε δχι, Αποτελούν τήν πρώτη καί κυριότερη πηγή πληροφόρησης περί τοϋ Κωνσταντίνου καί τής έποχής του. Μονάχα που αύτά δέ γίνονται Απολύτως κατανοητά, όταν διαβάζονται μέ φακούς άθεης λογιοσύνης, παγανισιικής προδιάθεσης ή ήμιμάθειας τής Αρχαίας έλληνικής γλώσσας.
Όσοι δέν μπορούν νά καταλάβουν τόν Ευσέβιο, δέ θά γνωρίσουν σωστά μήτε τόν Άγιο Κωνσταντίνο τό Μέγα.
Ό Κωνσταντίνος, πού γνώριζε, βέβαια, καλά τόν Ευσέβιο «έκ πολλοϋ παιδενσεώς τε καί έπιεικείας ένεκεν»269, τόν τιμοΰσε μέ τη φιλία του, πράγμα, πού τοϋ χάριζε ισχύ καί έπιρροή. Άραγε ό παγανιστής Ζώσιμος, πού έγραψε έκατόν πενήντα χρόνια μετά τό θάνατο τοϋ Κωνσταντίνου, καί υιοθέτησε μιάν Ανεξακρίβωτη πληροφορία τοϋ Εύνάπιου, περί τοϋ «καυτού λουτρού τής Φαύστας», γιατί νά θεωρείται πιό Αξιόπιστο πρόσωπο άπό τόν έπίσκοπο Εύσέβιο καί μιά σειρά άλλων χριστιανών ιστορικών συγγραφέων; Γιατί νά θεωρείται άξιόπιστη ή πληροφορία τού Εύνάπιου, άφοΰ κανένα βιβλίο του δέ διασώζεται; Όμως ύπάρχσυν καί πολλοί μή όρθόδοξοι χριστιανοί, που έκτιμοϋν τό έργο τού Εύσέβιου. Ό Richardson π.χ. σχολιάζει ότι, άν ήταν νά έπιλέξει κανείς μεταξύ τοϋ Εύσέβιου, πού έγκωμιάζει στά βιβλία του τόν Κωνσταντίνο, καί τοΰΊσυλιανοΰ τοϋ Παραβάτη, πού τόν εύτελίζει σιούς «Καίσαρες», μέ κριτήριο τόν όφειλόμενο σεβασμό στήν πραγματική έπίδραση τοϋ Κωνσταντίνου στήν παγκόσμια Ιστορία, ό Εύσέβιος είναι ό πιό άληθινός δικαστής καί δέν κάνει λάθος έπειδή ό ύπερθετικός ένθουσιασμός του γιά τόν αύτοκράτορα φίλο του δέν μπορεί εύκολα νά συγχωρηθεϊ270.

 Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΑΟΣ ΕΛΕΝΗ

 

I.       Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ



Ή' Ελένη, κόρη φτωχού ξενοδόχου άπό τό Δρέπανο τής Βιθυνίας, γεννήθηκε τό 249 μ.Χ. καί πέθανε τό 329 ή αρχές 330 μ.Χ. στη Νικομήδεια σέ ήλικία 80 έτών.
Ή πολυκύμαντη ζωή της έχει όλα τά στοιχεία ένός συναρπαστικού μυθιστορήματος, στό όποιο ή κύρια ήρωίδα του ξεκινάει μέσα Από τήν άπόλυτη φτώχεια καί μιζέρια καί, μετά Από πολλές πίκρες καί βάσανα, Ανέρχεται στη θέση τής αύτοκράτειρας μιας μεγάλης αυτοκρατορίας' γιά νά στραφεί, στη συνέχεια, μέ άγάπη καί στοργή πρός όλους τους δυστυχισμένους Δύσης καί Ανατολής.
'Ένας νεαρός Αξιωματικός τοΰ ρωμαϊκού στρατού έμεινε γιά λίγα βράδυα στό ξενοδοχείο τού πατέρα της. Λεγόταν Κωνστάντιος Χλωρός. Οί ιστορικοί όμιλοΰν περί ιλλυρικής καταγωγής του, Αλλά το έπωνύμιό του είναι έλληνική λέξη, που σημαίνει «ωχρός». Ό νεαρός Αξιωματικός Κωνστάντιος, όταν βρέθηκε στό φτωχικό ξενοδοχείο τοΰ πατέρα της, γοητεύτηκε από τήν όμορφιά καί τήν καλοσύνη τής μικρής Ελένης, καί τή ζήτησε γιά γυναίκα του. Καί ή Ελένη έγινε σύζυγος τοΰ Κωνστάντιου. Κάποιοι Ιστορικοί, ώστόσο, γράφουν πώς ό Κωνστάντιος, ώς στρατιωτικός, δέν μπορούσε νά τής προσφέρει τή μόνιμη καί νόμιμη σχέση τοΰ γάμου, Αλλά τήν έπισφαλή σχέση τής διαρκούς συμβίωσης (concubinatus). 'Όμως, μετά τή γέννηση παιδιού ή νομική δυσχέρεια έπαυε νά υπάρχει καί ό γάμος έθεωρεΐτο έγκυρος. Έτσι Απ’ όλους σήμερα ό Κωνσταντίνος θεωρείται νόμιμος γιός τοΰ Κωνστάντιου. Άλλωστε αν δέν ήταν νόμιμος γιός του, ούδέποτε ό αύτοκράτορας Γαλέριος θ’ αναγνώριζε τήν Ανακήρυξή του ώς καίσαρα στή Δυτική Αυτοκρατορία.
Ή σύνδεση τής Ελένης μέ τό νεαρό Αξιωματικό τής άνοιξε τήν πόρτα ν’ αποδράσει μιά γιά πάντα Από τή μιζέρια τοΰ ξενοδοχείου.
Συνοδεύοντας τό σύζυγό της στις συνεχείς στρατιωτικές μετακινήσεις του, έζησε σέ διάφορα μέρη τής Εύρώπης. Στή Ναϊσσό τής Μοισίας (σημερινό Νίς τής Σερβίας) γέννησε τό μοναχογιό της Κωνσταντίνο. Μέ τό συζυγό της Κωνστάντιο έζησε είκοσι τρία χρόνια. Άλλ’ όταν έκεϊνος έπιλέχτηκε άπό τό Διοκλητιανό ώς καίσαρας τών βορειοδυτικών έπαρχιών τής αυτοκρατορίας, υποχρεώθηκε άπό τον ϊδιο νά τή χωρίσει, γιά νά νυμφευτεί τη συγγενή (ϊσως θετή κόρη) τού συναυτοκράτορά του Μαξιμιανοΰ Θεοδώρα. 'Ένας καίσαρας, σύμφωνα μέ τό νόμο, όφειλε νά έχει σύζυγο άπό μεγάλο ρωμαϊκό τζάκι.
Ή άνοδος τοϋ Κωνστάντιου στή θέση τοϋ καίσαρα έφερε τή δυστυχία στήν Ελένη, πού δέχτηκε μέ περισσή ψυχραιμία καί άξιοπρέπεια τό χωρισμό καί άπομακρύνθηκε άπό τή ζωή του. Φυσικά έκεϊνος φρόντισε γιά τή διατροφή μάνας καί τέκνου.
Μάνα καί γιός βρέθηκαν στήν Ανατολή, στόν τόπο τής Ελένης. Αλλά ό μικρός Κωνσταντίνος δέν παρέμεινε γιά πολύ μέ τή μητέρα του. Ό αύτοκράτορας Διοκλητιανός (καί στή συνέχεια ό Γαλέριος) τόν υποχρέωσαν νά ζεΐ στήν αΰτοκρατορική αύλή, στή Νικομήδεια, οΐονεί σέ όμηρία, γιά νά έχουν έτσι έξασφαλισμένη την πίστη καί άφοσίωση τού καίσαρα Κωνστάντιου.
Ή σαρανταπεντάχρονη Ελένη βρέθηκε μονάχη στόν κόσμο. Άλλ’ όταν μετά τό θάνατο τοΰ Κωνστάντιου τό 306 ό στρατός άνακήρυξε καίσαρα τόν Κωνσταντίνο, ή Ελένη βρέθηκε κοντά στό γιό της στους Τρεβήρους (σημερινό Τριέρ τής Γερμανίας).
Στά 312, μετά τή νίκη του κατά τοΰ Μαξέναου, ό Κωνσταντίνος τής άπένειμε τόν τίτλο Nobilissma Femina καί τό 324, μετά τη νίκη του κατά τοϋ Λικίνιου, τής έδωσε τόν τίτλο τής Αύγσύστας. Ακόμη έκοψε καί νομίσματα μέ τη μορφή της. Τής παραχώρησε άνάκτορο στό Σεσσάριο τοΰ Λατερανοϋ, όπου έζησε μιά διακριτική χριστιανική ζωή, άφιερωμένη στά φιλανθρωπικά έργα καί στή διάδοση τοΰ Εύαγγελίου.
Τό πότε άσπάστηκε τό χριστιανισμό δέν είναι γνωστό. Ό Ευσέβιος γράφει άτι ό Κωνσταντίνος είσήγαγε στη χριστιανική πίστη τή μητέρα του, μά γενικά σήμερα γίνεται άπο^εκτό τό άντίθετο καί άτι ό Εύσέβιος διατυπώνει την άποψη αύτή άπό τήν πολλή άγάπη του πρός τόν Κωνσταντίνο. Δέν άποκλείεται, ώστόσο, νά έχει δίκαιο ό Εύσέβιος με τήν έννοια άτι ή μητέρα του βαπτίστηκε χριστιανή έπί τής βασιλείας τού Κωνσταντίνου.

II.      ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΑΕΝΗΣ


Ή Ελένη, ή φτωχή Ελληνόπουλα άπό τό Δρέπανο τής Βιθυνίας, πού έγινε Αύτοκράτειρα, έδωσε χριστιανική παιδεία στο γιο της Κωνσταντίνο, καθώς μάς βεβαιώνει ό Ευσέβιος271. Καί «πρόσφερε τροφή εύσέβειας σ’ αυτόν», σημειώνει ό Θεοδώρητος272. Είναι τεράστιος ό ρόλος της στή διαμόρφωση τοϋ χαρακτήρα καί τής προσωπικότητας τού Κωνσταντίνου καί μεγάλη ή επιρροή της στίς άποφάσεις του στην κατάπαυση των διωγμών, στην επίσημη Αναγνώριση τοΰ χριστιανισμού, στη διάδοση τοϋ Ευαγγελίου καί στόν έκχριστιανισμό τής Αυτοκρατορίας.’Ενάρετη παιδιόθεν, ήταν έκείνη πού κατεύθυ νε τόν Κωνσταντίνο στήν κοινωνική πολιτική, ύποδεικνυοντάς του την ίδρυση κρατικών νοσοκομείων, πτωχοκομείων καί όρφανοτροφείων, έργα γιά τά όποια ό Μέγας Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε γιά σπατάλες καί γιά «άσωτη καλοκαγαθία».
Ή Άγια Ελένη ίδρυσε μοναστήρια καί ιδρύματα κοινής ώφελείας. Ανοικοδόμησε τους περικαλλείς ναούς τών Αγίων Μαρκελλίνου καί Πέτρου στη Ρώμη, τόν πρώιμο Καθεδρικό Ναό τής Βόννης Γερμανίας, τό Ναό τοΰ Αγίου Γερεώνος στήν Κολωνία, τό Ναό τοϋ Αγίου Βίκτωρος στην επίσης γερμανική πόλη Xanten καί άλλους στούς Αγίους Τόπους, γιά τούς οποίους θά γίνει λόγος πιό κάτω.
Ώςτά βαθιά γεράματά της έπιδόθηκε στη βοήθεια τών φτωχών μέ έλεημοσύνες, στην προστασία τών καταπιεσμένων, στην άπελευθέρωση ή στή βελτίωση της μοίρας των φυλακισμένων. Ή γενναιοδωρία της ήταν τέτοια, πού σύμφωνα μέ τον Εύσέβιο βοήθησε όχι μόνον άτομα, άλλα όλόκληρες κοινότητες!
Μέ τη ζωή καί τή δράση της άποτέλεσε υπόδειγμα χριστιανός γυναίκας, μητέρας καί βασίλισσας γιά δλους τούς μεταγενέστερους αίώνες. Αγαπήθηκε άπ’ δλους τους χριστιανούς, Ανατολής καί Δύσης, καί αύτό τή βοήθησε πολύ στό κύριο έργο της, πού ήταν ή διάδοση τού χριστιανισμού. Πολύ περισσότερο άγαπήθηκε φπό τούς'Έλληνες, πού είναι βλαστός τους, καί σε πολλά μέρη τής Ελλάδας έχει συνδεθεί τ’ όνομά της μέ πολλές τοπικές παραδόσεις (σέ πολλά νησιά τού ΑΙγαίόυ, καί, πρό παντός, στην Κύπρο, πού ή μνήμη τής έπίσκεψής της καί τά θαύματά της παραμένουν όλοζώντανα μέχρι σήμερα).
Τό 326, ύστερα άπό τό χαμό τού άγαπημένου της έγγονοϋ, τού Κρίσπου, καίτά θλιβερά γεγονότα τού παλατιού, άναζήτησε παρηγοριά στούς Αγίους Τόπους. Πήγε στην Ιερουσαλήμ κα τευθυνόμενη άπό τά όνειρα273. «Προσκυνήσωμεν είς τόν τόπον, ον έστησαν οί πόδες Λύτοΰ», είπε τό βιβλικό λόγο στον Κωνσταντίνο καί τούς παλατιανούς, μά ό σημαντικότερος στόχος της ήταν ν’ άναζητήσει κάπου στά χώματα τού Γολγοθά τό Σταυρό τού Κυρίου. Πίστευε πώς θά έβρισκε αύτό τό πιό ιερό όλων των λειψάνων καί ότι θά τό άποκαθιστοΰσε ώς τό ιερότερο σύμβολο τής χριστιανικής λατρείας.Παρότι ή ήλικίατης ξεπερνοΰσε τά εβδομήντα οχτώ χρόνια, χάρη στήν ισχυρή θέληση καί τ’ άνεξάντλητα άποθέματα των ψυχικών δυνάμεών της, άποφάσισε νά πραγματοποιήσει αύτό τό κοπιαστικό, άλλά καί επικίνδυνο ταξίδι.Διέσχισε τά Βαλκάνια, διαπεραιώθηκε στή Μικρά Ασία, καί μέσα άπό τούς δρόμους τών δυτικών άκτών καίτό θαλάσιο έν συνεχεία ταξίδι της άπό νησί σέ νησί τής Δωδεκανήσου, όπως όρίζει ή Παράδοση, έφτασε στην Κύπρο, όπου ξεχειμώνιασε. Πολλές έκκλησίες έχτισε καί πολλά μοναστήρια 'ίδρυσε στό νησί, μεταξύ τών όποιων καί το «Βασιλομονάστηρο» πρός τιμήν της. Οί Κύπριοι διατηρούν τή μνήμη της ζωηρά στις παραδόσεις τους.
"Οταν ήρθε ή άνοιξη έφυγε άπό τήν Κύπρο καί διαπεραιώθη κε άντίκρυ στην Παλαιστίνη.
Στούς Αγίους Τόπους παρέμεινε καί δραστηριοποιήθηκε γιά δυό χρόνια. Ό έπίσκοπος τήςίερουσαλήμ Μακάριος τή συνόδευε σέ όλες τίς μετακινήσεις της.Έπιακέφτηκε τούς τόπους όπου γεννήθηκε, σταυρώθηκε καί άναστήθηκε ό Χριστός, γιά νά έντοπίσει τό χώρο, πού ήταν θαμμένος ό Σταυρός.Ό Εύσέβιος καί άλλοι ιστορικοί συγγραφείς βεβαιώνουν τίς ένέργειες τής Αγίας'Ελένης στήν Παλαιστίνη. Μιλούν γιά τήν Απελευθέρωση φυλακισμένων, έξορίστων καί σκλάβων στά όρυχεΐα, καθώς καί γιά τή γενναιοδωρία της στούς γυμνούς καί Απροστάτευτους φτωχούς μέ τή διανομή σ’ αυτούς χρημάτων καί ιματισμού. Γιατί ό αύτοκράτορας γιός της τής παρείχε κάθε βοήθεια καί τής έπέτρεπε νά ξοδεύει τά χρήματα έλεύθερα στίς έλεημοσύνες καί στήν Ανέγερση ιερών ναών274. Πρό παντός όμως μέ τό προσκύνημά της στούς Αγίους Τόπους έρριξε φώς σέ μιά μακροχρόνια λησμονιά. Πότε; Σέ μιά έποχή πλήρους παρακμής. Καί καθοδήγησε τούς Ανθρώπους στά πνευματικά καί τά άγια τής χριστιανικής πίστεως. Άλλοι τό έπραξαν φράζοντας στόματα λεόντων μέ τά σώματά τους καί άλλοι έζησαν στήν έρημο καί στίς σπηλιές.’Εκείνη συμβιβάστηκε μέ τό γεγονός ότι ό Θεός είχε έναν μοναδικό προορισμό γι’ αυτήν: Τήν ήθελε αύτοκράτειρα μέ όλους τούς κινδύνους, πού εγκυμονεί ή θέση, Αλλά καί μ’ όλες τίς υποχρεώσεις πρός τούς λαούς τής Αυτοκρατορίας. Καί εργάστηκε σκληρά γι’ αυτό.
Τελικά, όπως βεβαιώνεται άπό πολλές πηγές, ή Άγια Ελένη Ανακάλυψε τό Σταυρό τοΰ Κυρίου. Αλλά γι’ αυτό γίνεται έκτεταμένος λόγος στό έπόμενο κεφάλαιο.
Έκτισε στό λόφο τοϋ Γολγοθά τό ναό τής Άναστάσεως, στη Βηθλεέμ τό ναό τής Γεννήσεως τοΰ Χριστού καί στό όρος τών Έλαιών τό ναό τής Άναλήψεως. Γιά τό σκοπό αύτόν είχε πάρει μαζί της τόν άρχιτέκτονα Ζηνόβιο. 'Ύστερα άπό αίτημα τών μοναστών τής έρημικής περιοχής Σινά, μερίμνησε γιάτό χτίσιμο στήν περιοχή αύτή ένός μικρού ναού Αφιερωμένου στην Παναγία, καθώς έπίσης καί ένός πύργου, όπου κατέφευγαν οί μοναχοί, γιά νά γλιτώνουν άπό τίς έπιδρομές τών νομάδων τής περιοχής. Τμήμα έκείνου τοΰ πύργου διασώζεται μέχρι σήμερα καί όνομάζεται «Πύργος τήςΈλένης».
Κατά τό ταξίδι τής έπιστροφής της στήν Κωνσταντινούπολη ή Αγία Ελένη έπισκέφτηκε πολλά Κυκλαδονήσια, οί κάτοικοι τών όποιων διατηρούν Ακόμη σήμερα στις παραδόσεις τους τήν έκμέρους της Ανέγερση πολλών ναών καίτή μεγάλη φιλανθρωπία της, (όπως π.χ. οί Παριανοί, πού βεβαιώνουν ότι ή έκκλησιά τους Παναγία ήΈκατονταπυλιανή είναι έργο της).

III.    Η ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Γιά τόν προσδιορισμό τών ιερών χώρων τής Σταύρωσης, τής Ανάστασης καί τής Γένησης τού Κυρίου κάνει λόγο ό'Ιερώνυμος σ’ έπιστολή του πρός τόν Παυλίνο:
«ΑπότήνέποχήτοϋΆδριανοϋ ώςτήβασιλεία τού Κωνσταντίνου μιά περίοδο περίπου έκατόν ογδόντα χρόνων, ό Άδριανός πέθανε τό 138 μ.Χ. καί ό Κωνσταντίνος έγινε αύτοκράτορας τό 306 μ.Χ τό σημείο τό όποιο είχε έπιβεβαιώσει τήν Ανάσταση, είχε καταληφθεί άπό τή φιγούρα τοϋ Δία, ένώ στό βράχο, όπου είχε στηθεί ό Σταυρός, είχε έγρατασταθεϊ ένα μαρμάρινο άγαλμα τής Αφροδίτης άπό τούς έθνικούς καί έγινε άντι κείμενο λατρείας. Οί πρώην διώκτες, άληθινά, νόμισαν ότι μέ τή βεβήλωση τών Ιερών τόποον μας, θά μάς στερούσαν άπό τήν πίστη μας στά Πάθη καί τήν Ανάσταση. Ακόμα καί ή Βηθλεέμ μας, τό ιερότερο σημείο τού κόσμον, ή ίδια ή σπηλιά, όπου γεννήθηκε ό Χριστός καί όπου πρωτακούστηκαν οί παιδικές κραυγές Του, έγινε έρωμένη τής Αφροδίτης»275.
Μετά άπό πολυήμερες άνασκαφές σε πολλά σημεία τοϋ Γολγοθά, ή Αγία Ελένη βρήκε τό Σταυρό τοϋ Κυρίου. Σύμφωνα μέ τη μαρτυρία τοϋ Αγίου Αμβροσίου (395), μέσα σέ μιά άρχαία δεξαμενή τοϋ Γολγοθά βρέθηκαν τρεις σταυροί καί ό Σταυρός τοϋ Χριστοΰ άναγνωρίστηκε χάρη στήν τρίγλωσση έπιγραφή «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων», καθώς έπίσης καί τά καρφιά, πού οί Ρωμαίοι στρατιώτες κάρφωσαν στά χέρια καί στά πόδια τού Χριστού. Αΰτη την έκδοχή άναφέρει καί ό Χρυσόστομος.
Ό Ρουφίνος μερικά χρόνια άργότερα δίνει τίς έξης πληροφορίες: Ή Ελένη ήρθε στήν Ιερουσαλήμ μέ την έμπνευση τού Θεοϋ.Ένα ούράνιο σήμα τής έδειξε τόν τόπο, δπου έπρεπε νά σκάψει. Άνάσυρε τούς τρεις σταυρούς, τόν έναν τού Χριστού καί τούς δύο τών ληστών, άλλά προβληματίστηκε γιά τό ποιός είναι ό Σταυρός, πάνω στόν όποιο ό’Ιησούς είχε μαρτυρήσει. Ό Μακάριος, ό έπίσκοπος τής Ιερουσαλήμ, έφερε πάνω στό φορείο μιά έτοιμοθάνατη γυναίκα.Ή άρρωστη στήν έποψή της μέ τόν πρώτο καί τό δεύτερο σταυρό παρέμεινε άνεπηρέαστη. Καθώς όμως άγγιξε τόν τρίτο, πού άνήκε στό Χριστό, άμέσως άνασηκώθηκε καί περπάτησε δοξολογώντας τό Θεό. Ή 'Ελένη διαμοίρασε στά τρία μέρη τόν Σταυρό, τό πρώτο γιά τήνΊερουσαλήμ, τό δεύτερο γιά τήν Κωνσταντινούπολη καί τό τρίτο γιά τή Ρώμη276.
Άλλες πηγές κάνουν λόγο γιά διχοτόμηση των δύο κεραιών τού Σταυρού καί τη δημιουργία δύο Σταυρών, ό ένας τών όποιων τοποθετήθηκε στό Ναό τής Άναστάσεως τών Ιεροσολύμων καί ό άλλος μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη.Μιά άλλη εκδοχή θέλειτην άποκάλυψη τού Σταυρού άπό έναν Εβραίο μέ τ’ όνομα Ιούδας» (τόν μετέπειτα Άγιο Κυριάκό).
Ό Σωζομενός γράφει: «Μερικοί λένε ότι τά γεγονότα άποκαλύφθηκαν άρχικά άπό έναν Εβραίο που κατοίκησε στήν Ανατολή, καί που άντλησε τίς πληροφορίες τον άπό μερικά έγγραφα πού είχαν φτάσει σ’ αυτόν άπό πατρική κληρονομιά, άλλά φαίνεται πιό σύμφωνο μέ τήν άλήθεια νά ύποθέσω ότι ό Θεός άποκάλυψε τό γεγονός μέ τή βοήθεια των σημαδιών καί των όνείρων, γιατί δέν σκέπτομαι ότι οί άθρώπινες πληροφορίες είναι άπαραίτητες, όταν τό σκέπτεται ό Θεός καλύτερο νά καταστήσει φανερό τό ίδιο πράγμα. Αυτά τά πράγματα, όντως ήταν γνοχττά στό παρελθόν στους άγιους προφήτες καί προβλέφτηκαν άπό αύτοϋς, καί έπί μακρόν, όταν φάνηκε στό Θεό, ότι πρέπει νά φανερωθούν, έπιβεβαιώθηκε άπό τίς θαυμάσιες έργασίες. Ούτε αυτό έμφανίζεται τόσο θαυμάσιο, όταν άναφέρεται ότι άκόμα καί μεταξύ των παγανιστών όμολογήθηκε ότι ή Σίβυλλα είχε προβλέψει ότι έτσι πρέπει νά είναι, “τό περισσότερο εύλογημένο δέντρο, στό όποιο κρεμάστηκε ό Κύριός μας” (ή «τό ξύλον έν πιστοϊς, τό κέρας τό ποθσύμενον έσται»). Οί πιό φανατικοί άντίπαλοί μας δέν μπορούν ν’ άρνηθούν τήν άλήθεια αύτού τού γεγονότος, καί είναι ώς έκ τούτου έμφανές, ότι μιά προεκδήλωση φανερώθηκε άπό τό ξύλο τοϋ Σταυρού καί έλαβε τό σέβας τής λατρείας. Τ’ άνωτέρω γεγονότα παραδόθηκαν σέ μάς άπό άτομα μεγάλης άξιοπιστίας, στά όποια οί πληροφορίες έφτασαν διαδοχικά άπό πατέρα σέ γιό καί άλλοι έχουν καταχωρήσει έγγράφως τά ίδια γεγονότα πρός όφελος τοϋ μέλλοντος»211.
Καί ό Γρηγόριος Turons βεβαιώνει πώς ή ΆγίαΈλένη βρήκε τό ξύλο τού Σταυρού μέ τίς πληροφορίες τού’Ιούδα, πού βαπτί στηκε χριστιανός καί όνομάστηκε Κυριάκός278.
Ό χώρος, όπου βρέθηκε ό Σταυρός τού Κυρίου, σύμφωνα μέ την παράδοση, ευωδίαζε άπό τό καταπράσινο ευωδιαστό λουλούδι, πού άπό τότε όνομάστηκε «βασιλικός»!

Ή άνεύρεση τοϋ Τιμίου Σταυρού θεωρείται ώς τ<5 μέγιστο των έπιτευγμάτων τής Αύγούστας Ελένης. Καί γι’ αυτό κάνουν λόγο ατά κείμενά τους πολλοί ιστορικοί συγγραφείς εκείνης τής εποχής, άλλα καίτών άμέσως έπόμενων χρόνων. Ό συγκαιρινός τής Ελένης Άγιος Κύριλλος, έπίσκοπος 'Ιεροσολύμων, άνοιχτά βεβαιώνει την άνεύρεση τοϋ Τιμίου Σταυρού σέ έπιστολή του πρός τόν αϋτοκράτορα Κωνστάντιο. γιό τού Μεγάλου Κωνσταντίνου: «'Επί μέν γάρ τοϋ θεοφιλέστατου καί τής μακαρίας μνήμης Κωνσταντίνον τοϋ σοϋ πατρός, τό σωτήριον τοϋ Σταυρού ξύλον έν Ίεροσολύμοις ηϋρηται, τής θείας χάριτος, τω καλώς ζητοϋντι την εύσέβειαν, των άποκεκρυμμένών Αγίων Τόπων παρασχούσης την εϋρεσιν»279.Ό Άγιος Κύριλλος άναφέρεται στόν Τίμιο Σταυρό τούλάχι στον τρεις φορές άκόμη στούς κατηχητικούς του λόγους: α) Στόν κατηχητικό του λόγο μέ άριθμό 4, παράγραφο 10, μάς πληροφορεί ότι όλος ό κόσμος έχει γεμίσει μέ κομμάτια τού ξύλου τοϋ Σταυρού («καί τοϋ ξύλου τοϋ Σταυρού πάσα ή ΟΙκουμένη κατά μέρος έπληρώθη»)\ β) Στόν κατηχητικό του λόγο μέ άριθμό 13, παράγραφο 4, άναφέρει ότι ό Σταυρός κομματιάστηκε καί διανεμήθηκε σέ δλον τον κόσμο («έλέγχει με τού Σταυρού τό ξύλον, τό κατά μικρόν έντεϋθεν τάση τη ΟΙκουμένη διαδοθέν»). Καί γ) Στον κατηχητικό λόγο μέ άριθμό 10, παράγραφο 19, άναφέρεται ότι «μαρτυρείπερί τού Χριστού τό ξύλον τό άγιον τού Σταυρού, μέχρι σήμερον παρ ’ ήμΐν φαινό μενον, καί διά των κατά πίστιν έξ αύτοϋ λαμβανόντων, έντεϋθεν την ΟΙκσυμένην πάσαν σχεδόν ήδη πληρώσαι». (Στήν τελευταία φράση έννοεί έκείνους που κρατούν μικρά κομμάτια τού Σταυρού γιά βοήθειάτους, τά φυλαχτά).Γιά τό ξύλο τού Σταυρού κάνει λόγο καί αυτός ό’Ιουλιανός ό Παραβάτης σέ μιά έκρηξη άγανάκτησης του πρός τούς χριστιανούς, λέγοντας: «...άλλ’ έσεΐς λατρεύετε τό ξύλο τού Σταυρού καί σέρνετε την όμοιότητά του στά μέτωπά σας καί τό χαράζετε στά νοικοκυριά σας»280.Γιά τό Σταυρό κάνουν λόγο έπίσης ό Άγιος Παυλίνος τής Νόλας281, ό Μεδιολάνων Αμβρόσιος282, ό Σωκράτης ό Σχολαστικός283, ό Σουλπίκιος Σεβήρος284, ό Θεοδώρητος285 (α μισό 5ου αί.). Ό Κύπριος χρονικογράφος Λεόντιος Μα χαιράς γράφει: «Μέ μέγαν κόπον καί πολλήν εξοδον καί φοβερίσματα ηύρεν τόν Τίμιον Σταυρόν καί τούς άλλους δύο σταυρούς τών ληστών».Καί ό Άγιος Γρηγόριος Νύσσης κάνει λόγο γιά την ύπαρξη τού Σταυρού εκείνη την έποχή. Γράφει: «Τό ξύλο τού Σταυρού είναι σωτήριας άποτελεσματικότητας γιά όλους τούς άνθρώπους, άν καί είναι, καθώς ένημερώνομαι, ένα κομμάτι τρτωχοϋ δέντρου, λιγότερο πολύτιμου άπό τά περισσότερα δέντρα»286.
Σχετικά πρός τήν εύρεση καί άναγνώριση τοΰ Σταυρού, λόγψ έλλειψης άκριβοΰς ένημερώσεως κατ’ έκείνους τους χρόνους, ύπάρχουν κάποιες διαφορές στά γραφόμενα τών ιστορικών συγγραφέων, πού άλλωστε δεν Ανήκουν όλοι στην ίδια έποχή.Έτσι ό Άγιος Αμβρόσιος στην όμιλία του στό θάνατο τοΰ Θεοδόσιου (395 μ.Χ.) καί ό Άγιος Χρυσόστομος στην Όμιλία του γιά τόν Άγιο Ιωάννη γράφουν ότι βρέθηκαν τρεις σταυροί καί ότι ό άληθινός Σταυρός Αναγνωρίστηκε άπό την καρφωμένη πάνω του έπιγραφη τού Πιλάτου. Ό Άγιος Παυ λίνος, ό Άγιος Σουλπίκιος καί ό Θεοδώρητος γράφουν ότι ό γνήσιος Σταυρός τοΰ Χριστού Αναγνωρίστηκε μετά Από θαύμα. Ό Άγιος Παυλίνος έπίσης γράφει στον Σουλπίκιο (400 μ.Χ.) ότι ό Σταυρός Ανάστησε νεκρό. Ό Θεοδώρητος, πού έγραψε τήν ’Εκκλησιαστική Ιστορία του περί τό 440 μ.Χ., μιλάει όχι γιά νεκρό πού Αναστήθηκε, Αλλά γιά άρρωστη γυναίκα, πού ξαναβρήκε τήν ύγεία της. Ό Σωζομενός βεβαιώνει τήν εύρεση τού Σταυρού, καθώς καί τών ήλων καί τής τρίγλωσσης έπιγραφής, πού είχε καρφωθεί στό Σταυρό, κατά τη Σταύρωση τού Κυρίου. Ακόμα ό Άγιος Αμβρόσιος, ό Ρουφίνος, ό Θεοδώρητος καί ό Σωκράτης μιλούν γιά τά καρφιά, πού βρέθηκαν συγχρόνως με τό Σταυρό287.
Οί Αμφισβητίες τής εύρεσης τοΰ Σταυρού, κοντά στά ποικίλα καί Αστήρικτα έπιχειρήματά τους, προσθέτουν καί τήν Ανυπαρξία σχετικής Αναφοράς περί τής εύρέσεως τοΰ Σταυρού στίς συγγραφές τού Ευσέβιου, (σ.σ. Ό δυστυχής Εύσέβιος είναι ένοχος σιά μάτια κάποιων Ιστορικών όχι μονάχα γιά όσα έγραψε, Αλλά καί γιά όσα δέν έγραψε...). Αλλά δέν έχουν δίκαιο, γιατί ό σημαντικός αύτός Ιστορικός ύπαινίσσεται περιστατικά θαυμάτων στον Τάφο, που προϋποθέτουν την εύρεση τοϋ Σταυροϋ.Σ’ έπιστολή τοϋ Κωνσταντίνου πρός τον έπίσκοπο τών'Ιεροσολύμων Μακάριο, την όποια ό Εύσέβιος καταχωρεί στό «Βίο τοϋ Κωνσταντίνου», άναφέρονται μεταξύ άλλων καί τά έξής: «Τό λοιπόν, αυτός είναι πάντοτε ό πρώτος καί μόνος σκοπός μου, δηλαδή ή βεβαιότητα τής άλήθειας νά έπιδεικνύει τον έαντό της καθημερινά μέ νεότερα θαύματα, έτσι καί οί ψυχές όλων μας νά γίνονται έπιμελέοτερες πρός τόν άγιο νόμο μέ κάθε σωφροσύνη καί όμόφρονη προθυμία. ’Επιθυμώ λοιπόν νά είσαι πεπεισμένος γι’ έκεΐνο πού νομίζω ότι είναι σ’ όλους φανερό, ότι δηλαδή ένδιαφέρομαι περισσότερο άπό κάθε τι άλλο νά στολίσουμε μέ ώραϊα οικοδομήματα τόν τόπο έκεΐνο, πού κατά προσταγήν τοϋ Θεού άνακσύφισα άπό τήν αΐσχιστη προσθήκη τοϋ ειδώλου ώσάν άπό έπικείμενο βάρος, τόν τόπο πού έγινε άγιος έξαρχής κατά τήν κρίση τοϋ Θεού, άλλ ά πού άποδείχτηκε άγιότερος ά φ ό τ ο υ έφερε στό φ ώ ς τήν έπιβεβαίωση τοϋ σωτήριου Πάθους »288.
Εξάλλου διασώζονται ευρήματα έκείνων τών άνασκαφών πού άποκλείουν τη δυνατότητα άπάτης. Ή έπιγραφή «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς τών’Ιουδαίων» φυλάσσεται σήμερα στό Ναό Santa Croce, στή Ρώμη, καί Αποκλείεται άπό τούς ειδικούς νά είναι παραχαραγμένη.
Άπό τά καρφιά τής Σταύρωσης, πού ή Ελένη έφερε στήν Κωνσταντινούπολη, τό ένα ό αύτοκράτορας τό τοποθέτησε στό κράνος (ή στό στέμμα του) καί τ’ άλλο στό χαλινό τοϋ αλόγου του.Έτσι κατά μία θεολογική έρμηνεία, πού πρώτος έδωσε ό ιστορικός Σωζομενός289, ό όποιος μάς παρέχει καί τή σχετική πληροφορία έκπληρωθηκε καί ή προφητεία τού προφήτη Ζαχαρία, που είπε: «Εν τη ήμέρμ έκείνη έσται τό έπίτόνχαλινόν τον 'ίππου άγιον τφ Κνρίω παντοκράτορα»
Ό Άγιος Παυλίνος δίνει άκόμα τίς πληροφορίες ότι ό Σταυρός διαμοιράστηκε σέ μικρά κομματάκια σ’ δλη τή Χριστιανοσύνη καί ότι τό κομμάτι που έλαβε έκεΐνος ήταν οχεδόν ένα άτομο {«in segmento pene atomo hastulae brevis munimentum praesentis et pignus aetemae salutis»)291.
'Επομένως ή εύρεση τοϋ Τίμιου Σταυρού δέν άνήκει στη σφαίρα τής φαντασίας, δπως Ισχυρίζονται πολλοί έχθροί τής πίστεως, άλλ’ είναι γεγονός άδιαμφισβήτητο. Ό Σταυρός, γιά τόν όποιο ό Απόστολος Παύλος έγραψε «έμοί δέ μή γένοιτο καυχάσθαι είμή έν τφ Στανρφ τοϋ Κυρίου ήμών ’Ιησού Χριστού»292 καί άλλοϋ «ό λόγος γάρ ό τοϋ Σταυρού τοΐς μέν άπολυμένοις μωρία έστί, τοϊς δέ σωζομένοις ήμΐν δύναμις Θεού έστι»293, θεωρείται άπό την ’Εκκλησία μας κορυφαίο σύμβολο θυσίας καί άγιασμοΰ καί σάν τέτοιο μπήκε στη λατρεία της.
Τελειώνοντας τό παρόν κεφάλαιο περί τού Τιμίου Σταυρού τού Χριστού, κρίνουμε άναγκαΐο νά προσθέσουμε καί τό μέγα όραμα τού Σταυρού, που είδαν όλοι οί κάτοικοι τών Ιεροσολύμων είκοσι χρόνια άργότερα, τό έτος 346. Γι’ αυτό κάνει λόγο ό Άγιος Κύριλλος στήν παραπάνω έπιστολή του πρός τόν αύτοκράτορα Κωνστάντιο ΕΓ. Γράφει: «Επί δέ σοϋ, δέσποτα, πανευσεβέστατε βασιλεύ, προγονικήν εύσέβειαν μείζονι τή πρός τόν Θεόν εύλαβεία νικώντας, ούκ άπό γης λοιπόν, άλλ’ έξ ουρανού τά θαυματουργήματα. Καί τοϋ Κυρίου καί Σωτήρος ήμών ’Ιησού Χριστού, τοϋ Μονογενούς Υιού τοϋ Θεού, τό κατά τοϋ θανάτου τρόπαιον, ό μακάριος λόγω σταυρός, φωτός μαρμαρνγαϊς άπαστράπτων έν Ίεροσολνμοις ώφθη»294. Καί παρακάτω μεταξύ άλλων προσθέτει άτι ήταν ημέρα τής Πεντηκοστής πού φάνηκε παμμεγέθης ό Σταυρός πάνω άπό τά Γολγοθά καί μέχρι τό’Όρος των έλαιών, καί φαινόταν έκτεταμένος καί όρατός σ’ όλη την περιοχή γιά πολλές ώρες, άπό άνθρώπους κάθε ήλικίας!

IV.    Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ


Ό θάνατος τής Αγίας Ελένης έπήλθε πιθανότατα τό 330, γιατί τότε σταματάει ή έκδοση νομισμάτων, που άναγράφουν τό όνομά της. Στά στερνά της ό Κωνσταντίνος βρισκότανε κοντά της.Τό σκήνωμά της τοποθετήθηκε μέσα σέ μνημειακή σαρκοφάγο πορφυρού χρώματος άπό μάρμαρο, που έξωτερικά στολίζεται μέ ανάγλυφα ρωμαϊκών ίππων, καί που σώζεται μέχρι σήμερα σέ αριστη κατάσταση στά Μουσεία τού Βατικανού.
Ό τόπος ταφής της δέν είναι βέβαιο άν είναι ή Ρώμη ή ή Κωνσταντινούπολη. Ό Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι «τό σκήνος της πλείστη δορυφορίςι τιμώμενον έπί τήν βασιλεύουσαν πόλιν άνεκομίζετο, ένταυθοΐτε ήρίοις βασιλικοΐς άπετίθετο»295, (στή βασιλεύουσα πόλη μέ πολυάριθμη τιμητική φρουρά μεταφέρθηκε, καί εδώ άποτέθηκε σέ βασιλικό τάφο). Ώς βασιλεύουσα πόλη άπό τους ιστορικούς μελετητές έκείνη τήν έποχή λογίζεται ή Ρώμη.Έκεΐ χτίστηκε πρός τιμήν της περίλαμπρο Μαυσωλείο στή Via Lampicana (περιοχή Tor Pignattara).
Ό Νικηφόρος Κάλλιστος μάς πληροφορεί ότι δυό χρόνια άργότερατά λείψανα τής Αγίας μεταφέρθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη καί θάφτηκαν στό ναό τών Αγίων Αποστόλων.Ή παρουσία τού σκηνώματος τό 1204 στό «Αποστολεΐον» Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρείται άπό τόν Robert de Cleri, ένώ ό Άνδρέας Dandolo μάς μιλάει γιά τήν άφαίρεση τοϋ λειψάνου άπό τήν Κωνσταντινούπολη καί τή μετακομιδή του σέ μοναστήρι τής Βενετίας μετά τήν κατάληψη τής Αυτοκρατορίας άπό τους Λατίνους, στη «νήσο τής Αγίας Ελένης», όπως όνομάστηκε, κοντά στόν παλαιό Καθεδρικό Ναό τής Βενετίας, τόν Άγιο Πέτρο τοϋ Castello296.
’Αλλά, άν δεν πρόκειται περί κλοπής, είναι έξαιρετικά περίεργο πώς γίνεται λόγος σ’ άλλες πηγές γιά ΰπαρξη λειψάνων τής Άγία?Έλένης κατά τό 849 στό άβαεΐο Hautvillers, στό γαλλικό Archdiocese τοϋ Reims, όπως καταγράφεται άπό τό μοναχό Altmann στό Translatio του.
Ό πάπας Λέων Δ' έπιβεβαίωσε τήν αυθεντικότητα τών λειψάνων. Στά 1602 όΈρρίκος Δ' δώρησε ένα τεμάχιο αυτών στήν έκκλησία τού Σταυρού τής Όρλεάνης. Τό 1644 άλλο τεμάχιο προσφέρθηκε στόν άρχιεπίσκοπο Reims.Κατά τή διάρκεια τής Γαλλικής’Επανάστασης τά λείψανα, που φυλάσσονταν στό Hautvillers τοποθετήθηκαν στό καταφύγιο revolutionnaires Montender, άπό τόν Dom Grossard, τόν τελευταίο εισαγγελέα τοϋ άβαείσυ.
'Ύστερα άπό πολλές περιπλανήσεις τό σκήνωμα τής Άγιας Ελένης βρίσκεται σήμερα στό Μοναστήρι τής Βενετίας, τό άφιερωμένο στήν Αγία Ελένη (στή «νήσο τής Αγίας Ελένης»), τοποθετημένο σέ γυάλινη λάρνακα.
Ή ’Εκκλησία δίκαια τήν άνακήρυξε Αγία καί Ίσαπόστολο, δπως καί τόν Μέγα Κωνσταντίνο. Ή Αγία Ελένη τυγχάνει μεγάλου σεβασμού τόσο άπό τήν Ανατολική Χριστιανοσύνη, δσο καί άπό τή Δυτική. Μετά την κοίμηση της ό Κωνσταντίνος τήν τίμησε μέ αΰτοκρατορικές τιμές: συνέχισε την άνέγερση ναών στη μνήμη της, έδωσε τ’ όνομά της στό Δρέπανο, τη γενέτειρά της (Ελενόπολις), έκτισε στη μεγάλη πλατεία τής Πόλης δυό στήλες, μία δική του καί τήν άλλη τής μητέρας του Ελένης μέ την έπιγραφή: «Είς Άγιος, είς Κύριος ’Ιησούς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν» καί μετέτρεψε την κατοικία της στη Ρώμη, τό Palatium Sesorianum, (κοντά στό αύτοκρατορικό παλάτι τοΰ Λατερανοΰ, έδρα τών έπισκόπων μέ τήν έλληνική μέχρι σήμερα έπωνυμία «ΠατριαρχεΤσν») σέ περικαλλή ναότοϋ Τίμιου Σταυρού (Santa Croce), όπου διασώζεται μέχρι σήμερα, όπως άναφέρθηκε παραπάνω, ή αύθεντική τρίγλωσση έπιγραφή τοΰ Σταυρού τοΰ Κυρίου.
Πρόσφατα τεμάχιο τών λειψάνων τής Αγίας δωρήθηκε άπό τήν Επισκοπή Ρώμης στόν Καθεδρικό 'Ιερό ναό τών Αγίων Κωνσταντίνου καί Ελένης Μαλεσίνας μέ τήν παρέμβαση τοΰ Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ.κ. Χριστοδούλου, τοΰ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ. Νικολάου καί τοΰ Γενικοΰ Διευθυντοΰ τής Μ.Κ.Ο. «Αλληλεγγύη» κ. Δημητρί ου Φουρλεμάδη, γενέτειρα τοΰ οποίου είναι ή Μαλεσίνα. Τό ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στή Μαλεσίνα στις 2 Οκτωβρίου 2004 άπό τόν Αρχιμανδρίτη κ. Ιγνάτιο Δ. Σωτηριάδη, Γραμματέα τότε τήςΊεράς Συνόδου τήςΈκκλησίας τήςΈλλάδος. Τό γεγονός τής Μετακομιδής τοΰ ίεροϋ λειψάνου έορτάζεται πανηγυρικά στίς 2’Οκτωβρίου κάθε χρόνο στην πόλη τής Μαλεσίνας, οπότε καί ψάλλεταΓΕόρτιος Ακολουθία, πού συντάχθηκε άπό τήν ύμνωδό μοναχή .
Ή μνήμη τών Αγίων Κωνσταντίνου καί Ελένης έορτάζεται στίς 21 Μαΐου, οπότε καί ψάλλονται τά παρακάτω απολυτίκια:
Απολυτίκιο τών Αγίων Κωνσταντίνον και Έλένης
«Πρώτος πέφηνας έν βασιλεΰσι, θειον ίδρασμα τής εύσεβείας, άπ’ ούρανοϋ δεδεγμένος τό χάρισμα· όθεν Χριστόν τόν Σταυρόν έφανέρωσας, καί τήν Ορθόδοξον πίστιν έφήπλωσας. Κωνσταντίνε ίσαπόστολε, συν μητρί 'Ελένη θεό φρονι, πρεσβεύσατε υπέρ τών ψυχών ήμών».
Απολυτίκιο τού Αγίου Κωνσταντίνον
«Τοϋ Σταυρού σου τόν τύπον έν ούρανψ θεασάμενος, καί ώς ό Παύλος τήν κλήσιν ούκ έξ άνθρώπων δεξάμενος, ό έν βασιλεϋσιν Απόστολός Σου, Κύριε, Βασιλεύουσαν Πόλιν τη χειρί Σου παρέθετα, ήν περίσωζε διά παντός έν ειρήνη, πρε σβείαις τής Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε». 


ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Ή 'Ιστορία έδωσε έπάξια στόν Κωνσταντίνο τόν τίτλο τοϋ" Μεγάλου γιά τίς τεράστιες καί έπιτυχεϊς μεταρρυθμίσεις του, διοικητικές καί θρησκευτικές πού άνώδυνα καί έποικοδομητικά έπέβαλε στην Αυτοκρατορία καί πού όντως διόρθωσαν τήν πορεία τού κόσμου μέ βάση τίς άρχές τοϋ Εύαγγελίου, τη χρηστή διοίκησή του, τόν ήθικό χαρακτήρα ταυ καί τίς πολλές άρετές του, τή στρατιωτική καί διοικητική μεγαλοσύνη του, τήν ίδρυση μιάς νέας καί χριστιανικής αυτοκρατορίας, τής Βυζαντινής Αύτοκρατορίας, άλλά καί γιά τή λήψη πολλών σημαντικών μέτρων, κάποια άπό τά όποια έξακολουθοΰν νά Ισχύουν μέχρι σήμερα!
Άλλά καί ή ένωμένη κατά τόν 6° αιώνα ’Εκκλησία δικαιολογημένα τόν άνακήρυξε Άγιο καί’Ισαπόστολο γιά όσα θεάρεστα υπέρ αυτής καί υπέρ τής άνθρωπότητας έπραξε, πολλά άπό τά όποια γνωρίζουμε καί έμεϊς σήμερα, άλλά καί γιά δσα έκείνη τότε γνώριζε, πού έμεϊς σήμερα άγνοοϋμε. Καί άναγνωρίζει στό πρόσωπό του, μετά τούς Αποστόλους, τό κύριο όργανο τοϋ Θεού γιά τήν έπικράτηση καί γιγάντωση τής ’Εκκλησίας στήν άπέραντη αυτοκρατορία. Καί τόν πρώτο χριστιανό αύτοκράτορα, πού προστάτεψε τήν ’Εκκλησία μέ θεσμούς (όπως ή ενότητα Πολιτείας καί’Εκκλησίας) καί μέ πολλές άποφάσεις του, πού ισχύουν μέχρι σήμερα. Καί ότι χάρη σ’ έκεΐνον θεμελιώθηκε ή ’Ορθοδοξία, έκφράστηκε γιά πρώτη φορά καί μέσψ τής Α' Οικουμενικής Συνόδου ή ένότητα καί ή οίκουμενικότητα τής Εκκλησίας, συντάχτηκαν τά έπτά πρώτα άρθρα τοϋ Συμβόλου τής πίστεως καί οί πρώτοι είκοσι κανόνες τής Εκκλησίας, πού ισχύουν μέχρι σήμερα, θεσπίστηκε ή άργία τής Κυριακής καί άλλων μεγάλων θρησκευτικών έορτών, καθώς καί ό τρόπος καθορισμού τής ήμερομηνίας τού Πάσχα κατά τό’Ιουλιανό ήμερολόγιο. Καί κατανοεί τό γεγονός ότι, παρότι συνειδητός καί θερμός χριστιανός ό Μέγας Κωνσταντίνος, γιά διπλωματικούς λόγους, κυρίως χάρη τής ειρήνης καί τής ήρεμίας στην Αύτοκρατορία, δέ βιάστηκε νά καταδικάσει τόν παγανισμό, άλλά γιά μερικά χρόνια παρέμεινε άνεκτικός σ’ αυτόν, καί δεν άποποιήθηκε τόν τίτλο τού pontifex maximus (ύπατου λειτουργού) ώς τό τέλος τής ζωής του, διότι έτσι είχε έξασφαλισμένο τόν έλεγχο τών είδωλολατρικών δημόσιων λατρειών.Παράλληλα πρός αυτά τά κοσμοϊστορικά μέτρα τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, ύφίστανται, βέβαια, καί οί εναντίον του κατηγορίες άπότούςπαγανιστέςτώνέπόμενωνπρόςαύτόνγενεών. Άλλ’ οί κατηγορίες αύτές, ύστερα άπ’ δσα εκθέσαμε παραπάνω, παραμένουν έωλες. Ή θανατική καταδίκη.τής Φαύστας είναι άμφισβητούμενη καί άπό αυτούς άκόμα τούς έχθρούς τοϋ Κωνσταντίνου. Καί μόνο γιά τό θάνατο τοϋ Κρίσπσυ αίωρεΐται πάνω άπό τούς αιώνες τό μέγα ιστορικό αίνιγμα. Φυσικά, την ηθική αύτουργία έκείνουτοΰ θανάτου έπιρρύπουν οί πάντες στη Φούστα. Καί ό έλληνοαμερικανός ιστορικός άπό τήν Αμερική έκφράζει υπόνοιες ότι καί γιά τή φυσική αύτουργία τού θανάτου τού Κρίσπου εύθύνεται ή ίδια. Άν, βέβαια, δέ συμβαίνει τό τελευταίο ενδεχόμενο, τότε θά μπορούσαμε νά υποθέσουμε ότι γιά τήν έκτέλεση τού Κρίσπου ευθύνη έχει ό Κωνσταντίνος.
Αλλά καί στην περίπτωση αύτή, ή άπόφαση τοΰ αΰτοκράτορα δέ θά είναι εύκολο νά χαρακτηριστεί ώς έγκλημα. Ώς άπόλυτος αρχών ό Μέγας Κωνσταντίνος συγκέντρωνε στό πρόσωπό του δλες τίς έξουσίες: έκτελεστική, νομοθετική καί δικαστική. Καί ώς ύπατος δικαστής κλήθηκε νά λάβει άποφάσεις έπί σοβαροτάτων ύποθέσεων, όπως έπανειλημμένα συνέβη γιάτίς είς βάρος του συνωμοσίες καί δολοφονικές άπόπειρες ακόμα καί άπό συγγενικά του πρόσωπα. Καί οί άποφάσεις του αυτές, νόμιμες καθ’ δλα, μέ κανένα τρόπο δέν μπορούν νά λογισθοϋν ώς έγκληματικές. Δεν ήταν έκτόνωση καμιάς άγριότητάς του, διότι ό ήπιος χαρακτήρας του καί ή χριστιανική πνευματικότητά του δέν άφηναν χώρους στήν ψυχή του γιά σκληρότητες.Ήταν άπστέλεσμα μιας αυστηρής καί άπαρέγκλιτης προσήλωσής του στήν τήρηση των νόμων τής πολιτείας.
Αλλά καί ώς άνθρωπος καί ύπατος δικαστής θά μπορούσε ένδεχομένως νά πλανηθεί στήν κρίση του, ύστερα άπό παραπλανητικές μαρτυρίες, καί μέ πόνο ψυχής καί τή βίωση δλης τήςτραγικότητάς του νά λάβει καταδικαστική άπόφαση είς βάρος καί αύτοΰ άκόμα τού παιδιού του, προκειμένου νά διδάξει στό λαό του τό σεβασμό στό Νόμο.
Αλλά ποια είναι ή θέση τών χριστιανών ιστορικών συγγραφέων τών 4ου, 5συ καί 6συ αιώνων μ.Χ. έναντι αυτών τών κατηγοριών; Άλλοι τίς άρνούνται κατηγορηματικά, άλλοι τίς άντιπαρέρχονται περιφρονητικά καί όλοι τους τρέφουν βαθύτατο σεβασμό καί έκτίμηση στό πρόσωπο τού Μεγάλου Κωνσταντίνου καί μιλούν γιά τήν ακέραιη προσωπικότητα καί τόν ηθικό χαρακτήρα του. Άκόμα καί ένας παγανιστής άρχαϊος Ιστορικός, ό Αθηναίος Πραξαγόρας, σύγχρονος τού Κωνσταντίνου, ένώ έγκωμιάζει έκείνον καί τό έργο του, κανένα δέν τού καταλογίζει άνόμημα!
Μέσα άπό τίς άπειρες χριστιανικές πράξεις καί τους λόγους τοϋ Κωνσταντίνου άναγνωρίζουμε έναν ήρεμο καί μειλίχιο άνθρωπο, πού δέν είχε σχέση μέ την άγριάτητα των καιρών του, έναν έξάιρετικά εύαίσθητο καί συμπονετικό ήγέτη πρός δλους τους υπηκόους του καί Ιδιαίτερα πρός τους βασανισμένους τών διωγμών.Έναν βαθύτατα θρησκευόμενο άνθρωπο, πού βίωνε τη χριστιανική πίστη του σέ κάθε βήμα τής ζωής του καί έκανε πράξη τό λόγο τοϋ Εύαγγελίόυ.Έναν άνθρωπο πού ό κοινός νους, ύστερα άπό τά δσα έκτέθηκαν γιά τό χαρακτήρα καί τά έργα του, δέ δέχεται τήν έκδοχή γιά φόνους του.
Ή καλώς νοούμενη κριτική ένός σημαντικού Ιστορικού προσώπου δέ γίνεται μονάχα μέ τά Ισχυοντα σήμερα κριτήρια, άλλά καί μ’ έκεΐνα τής έποχής, στήν οποία έζησε, μέ τά περί δικαίου καί ήθικής τότε κρατούντα, καί τήν κοινωνική άτμόσφαιρα καί τά έμπόδια που όρθώνονταν στήν πορεία του. Σύμφωνα λοιπόν μέ δλ’ αύτά ό Κωνσταντίνος προβάλλει σάν ό μεγαλύτερος έπαναστάτης όλων τών έποχών καί ό μεγαλύτερος άναμορφωτής τής άνθρωπότητας.
Είναι άπαράδεκτο σήμερα νά υιοθετούνται άδαπάνως οί άβάσιμες καί άστήρικτες κατηγορίες κάθε Εύνάπιου καί κάθε Ζώσιμου έναντίσν τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αυτές οί κατηγορίες, πού σέ κάθε περίπτωση έκπορεύονται άπό άδέσπστες φημολογίες, δέν είναι παρά ή συνισταμένη πικριών, μίσους, μνησικακίας, άγανάκτησης καί όργής τών φανατικών παγανιστών έναντίσν τού μεγάλου μεταρρυθμιστή αύτοκράτορα, επειδή είδαν ξαφνικά τά ξόανα τών θεών τους νά περιπίπτουν σ’ έσχατη άνυποληψία καί καταφρόνια...
Είναι άπαράδεκτο όρισμένοι νά δίνουν Από τά Μ.Μ.Ε. στρεβλή εικόνα γιά τό χαρακτήρα καί τό έργο τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί νά τοϋ άποδίδουν άδυναμίες καί έλαττώματα, που δέν είχε, καί έγκλήματα που δέ διέπραξε, ή που ποτέ δέν άποδείχτηκε ότι διέπραξε. Καί ν’ Ανακαλύπτουν στίς ή μέρες μας καί νά τοϋ προσάπτουν καινούργιες κατηγορίες, δπως έκείνη τής damnatio memoriae, μέ σκοπό νά έδραιώσουν καί νά ένισχύσουν τίς παλιές, πού κάνουν λόγο γιά τή δήθεν Αγριότητά του καί νά υποσκάψουν έτσι περαιτέρω τό κύρος του στη συνείδηση των πιστών.
Τό «πετροβόλημα» έναντίον τοϋ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τό μόνιμο, τό διαχρονικό, τό έπίμονο, τό παθιασμένο, Αποδεικνύει καί αύτό Από μόνο του ότι τό έργο του είναι μέγιστο καί αΙώνιο.
Τό ’ίδιο καί τό έργο τής μητέρας του, τής Αγίας Έλένης.Ένα έργο γεμάτο φιλανθρωπία καί Αποστολική δράση.'Ένα έργο θαυμαστό, πού έπιστεγάζεται Από τη θαυματουργική Ανεύρεση τοϋ Σταυροϋ τοϋ Κυρίου, την Ανέγερση πολλών ιερών ναών καί τήν ίδρυση ιερών μονών.
Ή Αγία Ελένη υπήρξε μιά Από τίς σημαντικότερες γυναίκες τής Ιστορίας. Είναι ή κοσμαγάπητη Αγία σέ όλη τή Χριστιανοσύνη καί έχει περάσει στην έλληνική λαϊκή παράδοση σέ πολλούς χώρους τού κόσμου.



 


ΕΠΙΜΕΤΡΟ


1. Αποσπάσματα ’Επιστολών Μεγάλου Κωνσταντίνον:
α. Άπό όμολογητική έπιστολή τοϋ Κωνσταντίνου πρός τό βασιλιά τών Περσών Σαπώρην, στην όποια κάνει λόγο περί τών διωκτών των χριστιανών καί τής αίχμαλωοίας τοϋ Βαλεριανοϋ:
«Δέ νομίζω άτι βρίσκομαι σέπλάνη, άδελφέμον, όμολογώντας τούτον τον ένα Θεό, άρχηγό τών πάντων καί πατέρα, τον όποιον πολλοί τών έδώ βασιλευσάντων, άφού ύπηχθησαν σέ μανιώδεις πλάνες, έπεχείρησαν ν’ άρνηθοΰν. Αλλά όλους έκείνονς άφάνισε ένας τόσο τιμωρός θάνατος, ώστε έπειτα άπό αύτσύς δλο τό άνθρώπινο γένος, άντί άλλου παραδείγματος, νά χρησιμοποιεί τίς δικές τον συμφορές γιά έκείνονς, που ζηλεύουν παρόμοια μέ αυτούς διαγωγή. Έναν δέ άπό αυτούς θεωρώ έκεϊνον τόν όποιο ή θεία μήνις, άφού άπέλασε σάν κεραυνός άπό έδώ, παρέδωσε στά δικά σας μέρη καί τού όποιου ή ταπείνωση κατέστησε ενδοξότερο τό θρίαμβό σας».
(«Ού μοι δοκώ πλανάσθαι, άδελφέμου, τούτον ένα Θεόν όμολογών πάντων άρχηγόν καί πατέρα, όν πολλοί τών τήδε βασιλευσάντων μανιώδεσι πλάναις ύπαχθέντες έπεχείρησαν άρνήσασθαι, άλλ’ έκείνονς μεν άπαντας τοιούτον τιμωρόν τέ
λος κατηνάλοχτεν, ώςπάντόμετ’ έκείνους άνθρώπων γένος τάς έκείνων συμφοράς άντ’ άλλον παραδείγματος τοϊς παρά τσύτοις τά όμοια ζηλοΰσι τίθεσθαι. Τούτων έκείνων ένα ήγοϋμαι γεγο νέναι, όν ώσπερ τις σκηπτός ή θεία μήνις τών τήδε άπελάσασα τοϊς ύμετέροις μέρεσι παραδέδωκεν, τής έπ’ αύτψ αίσχύνης πο λυθρύλητον τά παρ’ ύμϊν τρόπαιον άποφήναντα».
(Εύσ. Β. Κ. βιβλ. 4, κεφ. 11).
δ. Επιστολή Κωνσταντίνου στον επίσκοπο 'Ιερουσαλήμ Μακάριο σχετικά μέ τήν Ανοικοδόμηση Ιερού ναού στον τόπο τής Σταύρωσε ως.
«Ή έπιείκεια τοΰ Λυτρωτοϋ μας είναι τόσο θαυμάσια, ώστε νομίζω καμία λέξη δέν είναι έπαρκής νά έκφράσει τά παρόν θαύμα. Τό γεγονός ότι τό μνημείο τώνπιό Ιερών Παθών έπρεπε νά έχει παραμείνει κρυμμένο κάτω άπό τη γή, κατά τη διάρκεια μιάς τόσο μακρόχρονης πορείας, μέχρι τό χρόνο πού διά τού θανάτου τού κοινού έχθροϋ όλων, έμελλε ν’ άναλάμπει γιά τούς άπελευθερωμένονς δούλους του, ξεπερνά άληθινά κάθε άλλο άντικείμενο θαυμασμού. Εάν όλα τά σοφά άτομα σέ όλον τόν κόσμο συγκεντρώνονταν σέ μιά θέση, καί έπρόκειτο νά προσπαθήσουν νά έκφραστοϋν έπάξια γι’ αυτό, δέ θά μπορούσαν νά τό πλησιάσουν ούτε κατ’ έλάχιστον, έπειδή τόσο περισσότερο ή πίστη τού θαύματος υπερβαίνει τη φύση τοΰ άνθρώπινου λογισμού, όσο τά ούράνια δημιουργηθηκαν δυνατότερα τών άνθρωπίνων. Αιά τούτο λοιπόν αυτός είναι πάντοτε καί πρώτος καί μόνος γιά μένα σκοπός, όπως ή πίστη τής άλήθειας νά επιδεικνύει μέρα τη μέρα στά νεότερα θαύματα μέ όλη τή σωφροσύνη καί την μονόγνωμη προθυμία, έτσι καί οί ψυχές όλων σ’ όλους μας γύρω άπό τόν άγιο νόμο νά γίνονται
σπουδαιότερες. Οποιο λοιπόν είναι φανερό σ’ δλονς, έκεΐνο θέλω νά πιστέψεις, καθώς παρουσιάζει ένδιαφέρον γιά δλονς, έκείνου τού ιερού τόπον μέ πρόσταγμα τού Θεού άφαίρεσα την αϊσχιστη προσθήκη ειδώλου, ώσάν τό άπάλλαξα άπό ένα πρόσθετο βάροςλ*297.
(Εύσ. Β. Κ. Βιβλ. 3, κεφ. 33, θεοδώρητου, βιβλ.1 κεφ. 16 καί Εύσ. 3 βιβλ., κεφ. 30).
ε. Άπό έπιστολή τοϋ Κωνσταντίνου στη Σύνοδο τής Τύρου
«Σάς Ικετεύω, έπομένως, νά συγκεντρωθείτε μαζί, χωρίς όποιαδήποτε καθυστέρηση, στήν έπίσημη Σύνοδο, έτσι ώστε νά μπορείτε νά ύποοτηρίξετε έκείνους πού γυρεύουν τη βοή θειά σας. Θεραπεύστε τούς άδελφσύς πού είναι σέ κίνδυνο, άποκαταστήσατε την όμοφκονία στά διαιρεμένα μέλη, καί άποκαταστήσατε τίς άναταραχές τής ’Εκκλησίας, δσο έπιτρέπει ό χρόνος καί άποκαταστήστε έτσι σ’ έκεϊνες τίς μεγάλες έπαρ χίες την άρμονία πού, άλίμονο! ή ύπεροψία μερικών άτόμων έχει καταστρέφει. Πιστεύω ότι καθένας θά άναγνώριζε ότι δέ θά μπορούσατε νά έκτελέσετε τίποτα τόσο ευχάριστο στό Θεό, όσο ή υπέρβαση όλων των προσευχών μου καθώς έπίσης καί τών δικών σας, ή τόσο νά συμβάλετε στη φήμη σας, ώστε ν’ άποκατασταθεΐ ή ειρήνη».
(Εύσ. Β. Κ. βιβλ. 4, κεφ. 42)
στ. Άπό έπιστολή τοϋ Κωνσταντίνου πρός τόν Ευσέβιο σχετικά μέ την προετοιμασία τών αντιγράφων τής Άγιας Γραφής
«Στήν πόλη πού φέρει τήν έπωνυμία μας, τήν άνυψοϋμενη μέ τήν Πρόνοια τοϋ Σοπήρος Θεού, μέγιστο πλήθος άνθρώπων έχει άναθέσει τόν έαυτό του στήν άγιότατη ’Εκκλησία. Καθώς
όλα έκεϊ λαμβάνουν μεγάλη αύξηση, πολύ άξιο καταφαίνεται νά κατασκενασθοϋν σ’ αυτή περισσότερες έκκλησίες. Ώστε δέξον προθυμότατα δόξα στήν προαίρεσή σου.. Διότι άποδείχτηκε πρέπον τούτο νά δηλώσω οτή σύνεσή σου, νά κατασκευάσεις πενήντα τόμους σέ περγαμηνές ευανάγνωστους καί πρακτικούς στή χρήση, νά δώσεις όδηγίες ν’ άντιγραφοϋν άπό τεχνίτες καλλιγράφους, πού γνωρίζουν πολύ καλά τήν τέχνη, τής άντιγραφής δηλαδή των Αγίων Γραφών, τών όποιων μάλιστα καί ή Επισκευή καί ή χρήση στον έκκλησιαστικό λόγο γνωρίζεις ότι είναι άναγκαία. Άπεστάλησαν δέ γράμματα άπό τή δική μας ήμερότητα πρός τον ύπεύθυνο τής διοικήσε ως, γιά νά μεριμνήσει γιά τήν παροχή όλων τών άναγκαίων υλικών γιά τήν έπισκευή τους. Ή δέ τάχιστη κατασκευή τών τόμων, πού άντιγράφηκαν, θά άποτελέσει έργο τής δικής σου έπιμέλειας...»
(Εύσέβ. Β. Κ βιβλ. 4, κεφ. 36, Θεοδώρητου, Ίστ. Εκκλ. βιβλ.1 κεφ. 15).
στ. Άπό επιστολή τοΰ Κωνσταντίνου πρός τους αιρετικούς:
«Νικητής Κωνσταντίνος Μέγιστος Σεβαστός πρός τούς αίρετικούς.
Νά γνωρίζετε τώρα μ’ αυτή τή νομοθεσία, ώ Νοουατιανοί, Ούαλεντίνοι, Μαρκιωνιστές, Παυλιανοί, καί όσοι ονομάζεστε κάτοικοι τής Φρυγίας, καί όλοι, γιά νά τά πούμε άπλά, όσοι άκολουθοϋν μέ τόν τρόπο τους τίς αιρέσεις, σ’ όσα ψεύδη έχει έμπλακεϊ ή ματαιότητά σας, καί συνδέεται ή διδασκαλία σας όπως πρός κάποια φαρμακερά φάρμακα, ώστε διά μέσου υμών ν’ άπάγουν έκείνους μέν, πού υγιαίνουν, στήν άσθένεια, τούς δέ ζωντανούς σέ ένα άτέλειωτο θάνατο. Ώ έσεϊς πού είσθε τής μέν άλήθειας εχθροί, τής δε ζωής πολέμιοι καί τής άπωλείας σύμβουλοι, δλα όσα λέτε είναι έχθρικά πρός τήν άλήθεια, συ νάδοντα πρός αίσχρά πονηρεύματα, χρήσιμα στίς παραδο ξότητες καί τά δράματα, μέ τά όποια έσεΐς κατασκευάζετε τά μέν ψευδή, τούς δέ άναμαρτήτους θλίβετε, τό φώς σ’ όσους πιστεύουνε άρνεΐσθε. Μέτό πρόσχημα λοιπόν τής θειότητος πάντοτε σφάλλοντας, μιαίνετε τά πάντα, τίς άθώες καί καθαρές συνειδήσεις τραυματίζετε μέ θανατηφόρες πληγές, τήν ίδια τήν ήμέρα σχεδόν άρπάζετε  θά λέγαμε  διά τής βίας άπό τ’ άθρώπινα μάτια. (...) "Ετσι τά άτοπήματά σας είναι μακρά καί άμετρα, έτσι ειδεχθή καί πλήρη σκληρότητας, ώστε νάμή άρκεΐ ούτε όλόκληρη μέρα νά μιλήσουμε γι’ αύτά...»
(Εύα, Β. Κ. βιβλ. 3, κεφ. 64)

2. Στοχασμοί Μεγάλου Κωνσταντίνου


1.         Τήν θείαν πίστιν φυλάσσων τον τής άληθείας φωτός με ταλαγχάνω. Τώ τής άληθείας φωτί όδηγσύμενος, τήν θείαν πί στιν έπιγινώσκω. (Τηρώντας τή θεία πίστη, κερδίζω τό φώς τής άλήθειας. Οδηγούμενος άπό τό φώς τής άλήθειας, τής θείας πίστεως άποκτώ συνείδηση).
(Εύσ. Β. Κ βιβλ. 4, κεφ. 9. Θεοδώρητου, βιβλ.1 κεφ. 24)
2.         Τίς γάρ αν άγαθοϋ τύχοι τινός, τόν τών άγαθών αίτιον Θεόν ούτε γνωρίζων, ούτε τά προσήκοντα σέβειν έθέλων; Πί στιν τώ ρηθέντι καί τά έργα διδαχήν. (Ποιος άν κέρδιζε κάποιο άγαθό, τόν αίτιο τών άγαθών Θεό δέ θά ήθελε ούτε νά γνωρίζει
ούτε νά θέλει ν’ άποδώσει τόν προσήκοντα σεβασμό; Στόν έν λόγφ πίστη δίνουν καί τά έργα).
(Εύσ. Β. Κ. βιβλ. 2, κεφ. 24)
3.         Πάντως δέ ού κόμπος τό τήνπαρά τοΰ κρείττονος εύποιίαν όμολογοϋντα σεμνολογεΐσθαι.
(Πάντως δέν άποτελεΐ κομπασμό τό νά παραδέχομαι καί νά διακηρύττω την άπό τό θειον εύεργεσία).
(Εύσ. Β. Κ. βιβλ. 2, κεφ. 28)
4.         Πάς συνετός άνήρ ούκ αν πάτε ταραχθείη τους πολλούς όρων έναντίαις προαιρέσεσι φερομένους. Άνόνητος γάρ άν ή τής άρετής έλάνθανε χάρις, είμή καταντικρύ τόν τής διεστραμμένης άπονοίας βίον ή κακία προνβέβλητο.
(Κάθε συνετός άνθρωπος δέ θά μπορούσε ποτέ νά ταραχθεί, βλέποντας τούς πολλούς νά σνμπαρασνρονται σε άντίθετες θελήσεις. Διότι άχρηστη θά παράμενε άθέατη ή χάρη τής άρετής, άν άπό τήν άντίθετη πλευρά δέν πρόβαλλε ή κακία τό δρόμο τής διεστραμμένης παραφροσύνης.)
(Εύσ. Β. Κ. βιβλ 2, κεφ. 48)
5.         "Ηδε έστίν ώς άληθώς ή ούράνιος σοφία, αίρεϊσθαι τό άδικεΐσθαι πρό τον άδικείν, καί γενομένης άνάγκης έτοίμως έχειν κακώς πάσχειν μάλλον ή ποιεϊν
(Αυτή πράγματι είναι ή ούράνιος σοφία, τό νά προτιμά κανείς ν’ άδικεΐται άπό τό ν’ άδικεϊ καί σέ περίπτωση άνάγκης νά είναι έτοιμος νά κακοποιηθεί, παρά νά κακοποιήσει.)
(Λόγος τώ τών Αγίων Συλλόγω, κεφ. 15)
6.         Άνίκητον γάρ χρήμα ή δίκαια προσευχή, καί ούδείς όσίως λιτανεύων άποτνγχάνει τοΰ σκοπού.(Διότι ή δίκαιη προσευχή είναι άκατανίκητο πράγμα καί κανείς εύλαβώς προσευχόμενος δέν άποτνγχάνει τού σκοπού του.)
(Λόγος τω των Άγιων Συλλόγω, κεφ.26)
7.         Είναι βεβαίως πράγματι έσχάτη μανία νά συγκρίνουμε τά κτιστά μέ τά άΐδια. Διότι έκεϊνα μέν δέν έχουν ούτε άρχή ούτε τέλος, τ’ άλλα δέ, ώς γεννηθέντα καί γενόμενα καίλαβόν τα τήν άρχήν τής ύπάρξεως καί τής ζωής ένχρόνφ, έχουν κατ’ άκολουθίαν άναγκαίως καί τέλος. Τά γενόμενα πώς είναι δυνατόν νά έξισωθοϋν μέ τόν διατάξαντα νά γίνουν;
(Λόγος τω των Αγίων Συλλόγω, κεφ. 14)
8.         ’Αφού καταδικάστηκε έτσι ό Δανιήλ φυλακίστηκε όχι πρός καταστροφήν, άλλά πρός αιώνια δόξα, ριγμένος άνάμεσα στά θηρία, βρήκε τά θηρία ήπιότερα καί ήμερότερα άπό έκείνους πού τά ένέκλεισαν. Διότι ή προσευχή, βοηθούμενη άπό τήν άρετή τής κοσμιότητας καί σωφροσύνης κατέστησε ήμερους όλους αύτούς τούς κατά φύση λυσσώδεις.
(Λόγος τφ τών Άγιων Συλλόγφ, κεφ. 17) 

SUMMARY


Saint Constantine the Great is one of the most eminent figures in world history. His contribution to the world is great, unique and unprecedented. His religious reforms and administrative measures changed the course of the world in a most positive way, but also caused dissatisfaction to big parts of ethnic populations that did not want to see their old religion die. Thus, the ancient Pagan historians, who felt hatred against Constantine, sought every weakness in his life and in his work, emphasised it, exaggerated and sometimes even falsified it, and they fought against him with rage. In the context of these tactics, certain death condemnations pronounced either by himself or by the Senate against rebels, conspirators and adversaries of Constantine, who were also his relatives, were characterized by those historians as his murders and crimes. These accusations against Constantine the Great, including some other, totally unfounded, ones, have unfortunately been adopted by some contemporary Western historians, Christians or not, who give a distorted picture of Constantine the Great.

 ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ


Αμβρόσιος, έπίσκοπος των Μεδιολάνων (340-397).
Αμμιανός Μαρκελλίνος (330395), σημαντικός Έλληνας άπό τήν Αντιόχεια ιστορικός. Παγανιστής.’Έγραψε τήν Ιστορία του ατά λατινικό, πού είχαν γίνει μιό δεύτερη μητρική ταυ γλωσσά. Στήν'Ιστορία του συμπεριλαμβάνει καί τόν Κωνσταντίνο.
Ανώνυμος Βαλεσιάνος (Πέμπτος αΙώνας). Τό κομμάτι τού κειμένου του, πού δημοσιεύεται πρώτα άπό τό Βαλέσιο έχει μέγιστη σημασία γιά τή ζωή τού Κωνσταντίνου. Προφανώς προέρχεται άπό πηγές, πού τώρα έχουν χαθεί.
Βίκτωρ Αύρήλιος Σέξτος (350 400). Μέ τό όνομα αύτό άναφέρονται δύο χρονικογράφοι.Έζησαν καί έδρασαν μετά τό θάνατο του Κωνσταντίνου. Καί οΐ δυό σημαντικοί. Χρησιμοποιούν τίς Ιδιες πηγές μέ Ζήσι μο, τόν όποιο καί συμπληρώνουν. Τά έργα τους είναι «Καίσαρες» καί «’Επιτομή».
Γελάσιος (β' μισό τοϋ 5ου αΙώνα) έκκλησιαστικός συγγραφέας, πού άσχολήθηκε κυρίως μέ τήν Α' Οικουμενική Σύνοδο τής Νίκαιας καί τή θρησκευτική πολιτική τοϋ Μ. Κωνσταντίνου.
Γρηγάριος Turon (573594). Λατίνος χριστιανός ιστορικός συγγρα φέας.Έγραψε τήν Ιστορία τών Φράγκων
Εύάγριος (535594+). Έγραψε Εκκλησιαστική Ιστορία. Σφοδρός άντίθετος τοΰ παγανιστή Ζώσιμσυ. Ό Φώτιος τόν χαρακτηρίζει ώς καλύτερο άπό τό Σωκράτη τό Σχολαστικό.
Εύνάπιος (347414), Έλληνας σοφιστής καί Ιστορικός. Φανατικός παγανιστής. Γεννήθηκε στίς Σάρδεις. ΤήνΙστορία του, πού άναφέρεται στους χρόνους 270404 μ.Χ., έχει ένσωματώσει ό Ζώσιμος στη δική ταυ Ιστορία (στά βιβλία του 25). Έγραψε καί βίους φιλοσόφων καί σοφιστών. Τό ΰφος τής έργασίας ταυ χαρακτηρίζεται άπό ένα πνεύμα πικρής έχθρότητο^ πρός τό χριστιανισμό. «Δυσφημεί γράφει ό Φώτιος καί έξυβρίζει μέ κάθε τρόπο καί χωρίς ένδοιασμό όλους, όσους έχουν κοσμήσει τήν αυτοκρατορία μέ τήν εύσέβειή τους, καί προπαντός τόν Μέγα Κωνσταντίνο. Ήταν πικρός έχθρός τοΰ χριστιανισμού, καί άφιερωμένος ύποστηρικτής τοΰ Νέοπλατωνισμοϋ».
Ευσέβιος Παμφίλου (260340), έπίσκοπος Καισαρείας, σύγχρονος τοϋ Μ. Κωνσταντίνου. Ό σημαντικότερος έκκλησιασηκός ιστορικός συγγραφέας τής έποχής του, ό «Πατέρας τής Έκκλησιστικής Ιστορίας» άποκληθείς.Έγραψε τά βιβλία «Εκκλησιαστική Ιστορία» καί «Εις βίον Κωνσταντίνου», τά σημαντικότερα έργα τής έποχής, χωρίς τά όποια έλάχιστα πράγματα θά ήταν σήμερα γνωστά γιά τόν Κωνσταντίνο. ΟΙ δυτικοί συγγραφείς όμως, που δέ διάκεινται εύμενώς πρός τόν Κωνσταντίνο, έπιχειροϋν ν’ άπαξιώσσυντό Ιστορικό έργο τοϋ Εύσέβισυ, θεωρώντας το ώς μεροληπτικό καί κολακευτικό γιά τόν Κωνσταντίνο.
Ό Εύσέβιος στήν Α' Οικουμενική Σύνοδο τής Νίκαιας, αρχικά δέν είχε ξεκαθαρισμένη θέση έπί τών διδασκαλιών τοΰ Άρειου, άλλα τελικά στράφηκε έναντίον αύτών. Τό 330, λόγψ καθαιρέσεως τοϋ Εύστάθιου, τοϋ προσφέρθηκε ό θρόνος τής Αντιόχειας, άλλ’ έκεΐνος, «τον θεσμόν τής ’Εκκλησίας φυλάττοντα, τήν έναντίαν είσηγεϊτο γνώμην, μηδαμώς αυτόν τήν ύπό τοΰ Θεού έμπιστευθεΐσαν έκκλησίαν άπολειπεΐν», καθώς γράφει ό ίδιος ό αύτοκράτορας298 σ’ επιστολή του πρός τούς Άντιοχεΐς, πού ζητούσαν ώς έπίσκοπό τους τόν Ευσέβιο στό σημαντικό, βεβαίως, θρόνο τής πόλης του τής Αντιόχειας.
Εύτράπιος (347414). Παγανιστής. Ήταν γραμματέας τού Άρκάδιου, κατ’ άλλους καί τού Ίου λιανού τού Παραβάτη. Άναφέρεται καί ώς έπιστολογράφος τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, άλλα ή χρονολογία συγγραφής τής Ιστορίας του (407), δηλαδή έβδομήντα χρόνια μετά τό θάνατο τού Κωνσταντίνου, καθιστούν άμφίβολη τήν πληροφορία. Έγραψε τήν’Επιτομή τής Ρωμαϊκής'Ιστορίας άπό την έποχή τού Ρωμύλου μέχρι τό θάνατο τού'Ιοβιανοΰ (364). Τό βιβλίο του Breviarium ab urbe condita (Σύνοψις άπό κτίσεως Ρώμης) άποτελεΐται άπό δέκα βιβλία.
Ζωναράς Ιωάννης (10421130). Βυζαντινός ιστορικός, έγραψε Ιστορία, που έκτείνεται άπό την άρχή τού κόσμου μέχρι τό 1118. Αντλεί άπό Ευσέβιο καί Φιλοστόργιο, άλλά μέ κάποια διάκριση, πού τού προσδίδει μιά σεβαστή θέση μεταξύ τών ιστορικών τής έποχής του.
Ζώσιμος (450510).Έγραψε τη «Νέα'Ιστορία».'Έλληνας Ιστορικός, φανατικός ειδωλολάτρης, πού όνειρεύτηκε τήν έπαναφορά τής είδωλολατρικής θρησκείας. ’Εχθρικότατος πρός τό Μ. Κωνσταντίνο έγραψε μέ πολύ μένος έναντίον του. Πηγές του oi έθνικοί Εύνάπιος Δέξιππος καίΌλυμπιόδωρος. Γράφει μέ πολλή προκατάληψη καί μέγα πάθος έναντίον τού χριστιανισμού καί τού Κωνσταντίνου. Ό Εύάγριος τόν όνομάζει «φίλο τής Κόλασης». Ή άπήχηση τού έργου του ήταν μεγάλη.
Θεοδώρητος (393;457;). ’Εκκλησιαστική Ιστορία γιά τήν περίοδο 324429, πού θεωρείται άμερόληπτος.
Θεοφάνης (758818).Έγραψε χρονογραφία
Ιερώνυμος (331420). Λατίνος έπίσκοπος καί έκκλησιαστικός συγγραφέας, πού μετέφρασε τά Χρονικά τού Εύσέβιου καί έγραψε μιά συ νέχειά τους, πού τελειώνει μέ τό θάνατο τού Λικίνισυ. Μετέφρασε τό Ευαγγέλιο στά λατινικά.
Ίουλιανός ό Παραβάτης, (331363). Στά κείμενά του (Caesares, Orationes) μιλάει έχθρικάτατα γιά τό χριστιανισμό.
Κεδρηνάς Γέώργιος (έτος θανάτου του 1057). Έγραψε την «Επιτομή τής Ιστορίας», στήν όποια άναφέρεται καί στόν Μ. Κωνσταντίνο, κυρίως στήν έποχή των μεγάλων έντάσεων.
Κύριλλος (315386). Γεννήθηκε καί έζησε στήν Παλαιστίνη, στήν όποια Αξιώθηκε νά γίνει καί έπίσκοπός της. Στοάς κατηχητικούς λόγους του βρίσκουμε πολλά πληροφοριακά στοιχεία γιά τήν έποχή του. Ή παρουσία του άναφέφται στίς Ανασκαψές γιά τήν εύρεση τοΰ Σταυρού τού Κυρίου καί στήν Ανοικοδόμηση έκκλησιών άπό τήν Αγία 'Ελένη ατούς Αγίους Τόπους. Σέ έπιστολή του (τό 351) πρός τόν Κωνστάντιο Β' κάνει λόγο γιά τήν εύρεση τού Τιμίου Σταυρού.
Κωδινός Γεώργιος (15ος αΙώνας), Στήν Ιστορία, πού έγραψε περιλαμβάνει πληροφορίες καί γιά τόν Μ. Κωνσταντίνο, άναφερόμενος κυρίως στό κτίσιμο τής Κωνσταντινουπόλεως.
Λακτάντιος (4ος αιώνας). Σύγχρονος τού Μ. Κωνσταντίνου ρήτορας καί δάσκαλος τού Κρίσπου.Έγραψε μετά άπό τό διάταγμα τού Με διολάνου τό έργο «De mortibus Persecutorum», (Περί των θανάτων των διωκτών). Κάνει λόγο γιά τούς Ασυνήθιστους θανάτους τών διωκτών τών χριστιανών, πού έρχονται ώς θεϊκή τιμωρία.
Ναζάριος (321). Έγραψε καί Απάγγειλε πανηγυρικό πρός τιμήν τού Αύγουστου Κωνσταντίνου, πού όμως δέν ήταν παρών. Περιέχει Ιστορικά γεγονότα μεγάλης σημασίας. Ό Ναζάριος Αναφέρεται Από τόν Ιερώνυμο ώς διακεκριμένος ρήτορας.
Νικηφόρος Κάλλιστος (15ος αΙώνας). Έγραψε Εκκλησιαστική Ιστορία.
Όπτατιανός Πορφύριος, (σύγχρονος Κωνσταντίνου) Λατίνος ρήτορας καί ποιητής. Σύνθεσε 447 ποιήματα καί άπάγγειλε κάποια άπό αύτά κατά τάν έορτασμό τής δεύτερης δεκαετίας τοϋ Κωνσταντίνου στό θρόνο (Vikennalia).
Πραξαγόρας. Ιστορικός συγγραφέας (β' μισό τοϋ 4ου αΙώνα). Έγραψε περί τά είκοσι πέντε βιβλία γιά τους βασιλιάδες τής Αθήνας, γιά τ<5 Μέγα Αλέξανδρο καί γιά τά Μέγα Κωνσταντίνο.
Ρουφίνος, (345410), πρσβύτερος, Ιστορικός.ΈγραψεΈκκλησιαστική Ιστορία.
Σιδόνιος Απολλινάριος (430479), Λατίνος έκκλησιαστικός ποιητής, έργα του Ποιήματα (24) καί’Επιστολές (147).
Σωζόμενος, (πέθανε τά424), συγγραφέας ΈκκλησιαστικήςΊστορίας που καλΰπτειτήνπερίοδο 323424. Αντλεί μεγάλο μέρος άπότάν Ευσέβιο καί άπό άλλες άκριβεΐς πηγές. Γεννήθηκε οπτή Γάζα τής Παλαιστίνης καί μετοίκησε στήν Κωνσταντινούπολη.
Σωκράτης ό Σχολαστικός, (380439). Έγραψε ’Εκκλησιαστική Ιστορία
Φιλοστοργίας, (368433), Αρειανός, έκκλησιαστικός συγγραφέας. Ή Ιστορία του καλύπτει τό χρονικό διάστημα 300425. «Ό Φώτιος καί όλος ό όρθόδοξος κόσμος δέν τοϋ έχουν έμπιστοσύνη. Καί ένας πολύ άνορθόδοξος κριτικός, ό Gibbon, τάν βρίσκει έμπαθή, προκατειλημμένο καί άνίδεο» (Ε. C. Richardson). 

Λίγα λόγια για τον Συγγραφέα του  Βιβλίου 

Ό Κ.Β. Καραστάθης με την παρούσα ιστορική έρευνά του στις πρωτογενείς ιστορικές πηγές των 4ου, 5 ου καί 6ου αιώνων μ.Χ. καί σέ μεταγενέστερες, φέρνει ατό φώς τήν ιστορική αλήθεια γιά δλα δσα οί φανατικοί παγανιστές συγγραφείς τής 'Έν λόγω χρονικής περιόδου κατηγορούν τό μεγάλο μεταρρυθμιστή αύτοκράτορα καί θεμελκοτή τής Ορθοδοξίας. Επίσης, καταγίνεται καί μέ δσα οί σύγχρονοι πολέμιοί του διαχέουν έναντίον του άπά τά Μ.Μ.Ε. καί τό Διαδίκτυο μέ προφανή σκοπό τήν Αμφισβήτηση τής άγιότητάς του καί τής άξίας του... Παράλληλα, γιά τήν πληρέστερη ένημέρωση τού Αναγνώστη, παραθέτει ό συγγραφέας τή συναρπαστική ιστορία τής ζωής τοΰ μεγάλου αύτοκράτορα καί με βάση τίς ίδιες πάντα Αρχαίες πηγές σκιαγραφεί τήν προσωπικότητα καί τό χαρακτήρα του. Τέλος, υπογραμμίζει τήν πελώρια προσφορά του στήν Ανθρωπότητα καί στό χριστιανισμό, πράγματα που δικαιώνουν Απόλυτα τόσο τήν Ιστορία, γιά τήν Απονομή σ’ αυτόν τού τίτλου τοΰ Μεγάλου, δσο καί τήν Εκκλησία γιά τήν άγιοποίησή του.







Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.