Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

ΠΡΟΦΗΤΟΛΟΓΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ





ΠΡΟΦΗΤΟΛΟΓΙΟΝ  ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΙΩΒ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ίώβ 1, 1-12

Στή χώρα τής Αύσίτιδας· ζούσε ένας άνθρωπος πού τόν έλεγαν Ίώβ. Ό άνθρωπος εκείνος ήταν ευθύς, άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, καί άπέφευγε νά κάνει όποιοδήποτε κακό. Ό Ίώβ άπέκτησε έφτά γιους καί τρεις θυγατέρες. Είχε καί πολλά ζώα: εφτά χιλιάδες πρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, πεντακόσια ζευγάρια βόδια καί πεντακόσια θηλυκά γαϊδούρια πού έβοσκαν ελεύθερα. Είχε πάρα πολλούς υπηρέτες καί είχε κάνει σπουδαία πράγματα στόν τόπο του. Ό άνθρωπος έκεϊνος ήταν ό πιό διακεκριμένος άπ’ όλους τούς κατοίκους τής άνατολής.
Οί γιοι του συνήθιζαν νά πηγαίνουν κάθε μέρα ό ένας στό σπίτι του άλλου όπου έκαναν συμπόσια, παίρνοντας καί τις τρεις άδερφές τους, γιά νά φάνε καί νά πιουν μαζί τους.
 Όταν τελείωναν οί μέρες των συμποσίων, ό Ίώβ καλοΰσε τά παιδιά του καί τά εξάγνιζε.
Ξυπνούσε πρωί πρωί καί πρόσφερε τόσες Θυσίες όσα ήταν καί τά παιδιά του-επί πλέον πρόσφερε καί ένα μοσχάρι ώς εξιλαστήρια Θυσία, γιά νά μήν πεθάνουν τά παιδιά του.
«Ίσως τά παιδιά μου», σκεφτόταν ό Ίώβ, «νά έκαναν κάποιους κακούς λογισμούς, προσβλητικούς γιά τόν Θεό». "Ετσι, λοιπόν, έκανε πάντα ό Ίώβ.
Μιά συνηθισμένη μέρα ήρθαν οί άγγελοι τού θεού νά παρουσιαστούν μπροστά στόν Κύριο. Μαζί τους ήρθε κι ό διάβολος.

Ό Κύριος είπε στόν διάβολο: «’Από πού έρχεσαι;» Καί ό διάβολος άποκρίθηκε στόν Κύριο: «’Αφού τριγύρισα στή γή καί περιδιάβηκα τήν ύφήλιο, ήρθα».

Τότε ό Κύριος τού είπε: «Παρατήρησες τόν δούλο μου τον Ίώβ; Δεν υπάρχει στή γή άλλος όμοιος του· είναι άνθρωπος άμεμπτος, εύθύς, θεοσεβής καί άποφεύγει νά κάνει όποιοδήποτε κακό».


«Μήπως μέ τό άζημίωτο σέβεται ό Ίώβ τόν Κύριο;» τού άπάντησε ό διάβολος.
«Έσύ δέν περιφρουρεΐς όλα όσα είναι έξω άπό τό σπίτι του καί όσα είναι μέσα σ’ αύτό, καί γενικά όσα άνήκουν σέ όλους έκείνους πού τόν περιβάλλουν; ’Αλλά καί τά έργα του εύλόγησες καί πλήθυνες τά ζώα του στή χώρα. Κάνε όμως πώς άπλώνεις τό χέρι σου καί αγγίζεις όλα αυτά ττού έχει, καί τότε άλήθεια Θά σέ βλαστημήσει κατά πρόσωπο».
Είπε τότε ό Κύριος στόυ διάβολο: «'Ορίστε, παραδίνω στην εξουσία σου όλα όσα εχει.

Πρόσεξε, όμως, τόν ίδιο νά μήν τόν άγγίξεις». "Ετσι, ό διάβολος έφυγε άπό μπροστά άπ’ τόν Κύριο.
Μιά συνηθισμένη μέρα ήρθαν νά παρουσιαστούν οί άγγελοι τοϋ Θεού μπροστά στον Κύριο, κι άνάμεσά τους ήρθε νά παρουσιαστεί κι ό διάβολος.
Ό Κύριος ρώτησε τον διάβολο: «Άπό ποΰ έρχεσαι;» Τότε ό διάβολος άπάντησε στον Κύριο: «Άφοϋ διέσχισα τήν ύφήλιο καί περιδιάβηκα όλη τήν οικουμένη, νά με εδώ!»
Τότε ό Κύριος είπε στόν διάβολο: «Πρόσεξες, λοιπόν, τόν δούλο μου τόν Ίώβ; 


Δέν υπάρχει στή χή άλλος όμοιος του· είναι άνθρωπος άκακος, εύθύς, άμεμπτος, θεοσεβής, καί αποφεύγει νά κάνει όποιοδήποτε κακό.
’Ακόμα καί τώρα παραμένει σταθερός στήν άδολη ζωή του, παρ' όλο ποΰ έσύ μού ζήτησες νά καταστρέψω τά υπάρχοντά του δίχως κανένα λόγο».
Ό διάβολος, όμως, άπάντησε στόν Κύριο: «Δοσοληψία ήταν όλα όσα έχει ό άνθρωπος τά δίνει γιά τή ζωή του. 



Κάνε όμως πώς άπλώνεις το χέρι σου καί άγγίζεις τά κόκκαλά του καί τις σάρκες του, καί τότε στ’ άλήθεια θά σέ βλαστημήσει κατά πρόσωπο». Τότε ό Κύριος είπε στόν διάβολο: «'Ορίστε, σού τόν παραδίνω· πρόσεξε μόνο νά μήν πειράξεις τή ζωή του!»
"Εφυγε ό διάβολος άπό κεί ποΰ ήταν, μπροστά στόν Κύριο, καί προκάλεσε στόν Ίώβ τρομερές πληγές, άπό τά πόδια ώς τό κεφάλι.
Καί πήρε ό Ίώβ ένα σπασμένο κεραμίδι γιά νά ξύνει τις πληγές του, καί κάθισε σ' έναν σωρό κοπριά έξω άπό τήν πόλη.
Όταν είχε πιά περάσει πολύς καιρός, τού είπε ή γυναίκα του: «“Ως πότε θά ύπομένεις καί θά λές:
“Άς περιμένω άκόμα λίγο, μέ τήν ελπίδα πώς θά σωθώ άπ’ τήν άρρώστια μου" ; Τώρα κανένας δέν θά σέ θυμάται πιά, άφού άφανίστηκαν oi γιοι καί οΐ θυγατέρες, ποΰ εγώ γιά κείνους κοιλοπόνεσα καί ύπέφερα· άδικα κόπιασα καί μόχθησα γι' αυτούς.
’Αλλά κι εσύ ό ίδιος κάθεσαι πάνω στην κοπριά καί στά σκουλήκια καί περνάς όλη τή νύχτα έξω στό ύπαιθρο. 

Κι εγώ περιπλανιέμαι καί ξενοδουλεύω, πηγαίνοντας εδώ κι έκεΐ, άπό σπίτι σέ σπίτι, προσμένοντας πότε θά βασιλέψει ό ήλιος γιά νά ξεκουραστώ άπό τούς κόπους μου
κι άπό τους πόνους που μέ διακατέχουν. Πές, λοιπόν, ένα λόγο ενάντια στον Κύριο καί πέθανε!»
Ό Ίώβ, όμως, την κοίταξε καί τής είπε: «Γιατί μιλάς έτσι σάν άμυαλη γυναίκα;
Άν τήν εύτυχία δεχτήκαμε άπ’ τού Κυρίου τό χέρι, τις συμφορές νά μήν τις ύπομείνουμε;»

Έτσι, παρ' όλα αύτά πού τού συνέβησαν, δέν άμάρτησε ό Ίώβ· δεν είπε τό παραμικρό ενάντια στον Θεό.


ΠΡΟΦΗΤΟΛΟΓΙΟΝ  ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΙΩΒ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ιώβ 38 1-21


Ο Κύριος μίλησε στόν Ίώβ μέσ' άπό άνεμοστρόβιλο καί νέφη: Ποιος εϊν' αυτός ποϋ προσπαθεί τις σκέψεις του νά κρύψει άπό μένα καί, κρύβοντας τούς λογισμούς μές στήν καρδιά του, θαρρεί πώς άπό μένα τους κρατάει μυστικούς; Ζώσε τή μέση σου σάν άντρας,
εγώ θά σέ ρωτώ κι εσύ θά μοΰ άποκρίνεσαι:
Ποΰ ήσουν, άλήθεια, όταν έγώ θεμέλιωνα τή γή;
Πές μου, άν τή γνώση διαθέτεις.
Ποιος όρισε τις διαστάσεις της, άν ξέρεις;
Ποιος, γιά νά τή μετρήσει, τέντωσε πάνω της σκοινί; Πάνω σέ τί είναι μπηγμένοι οί κρίκοι της,
καί ποιος τής τοποθέτησε τό γωνιακό λιθάρι;
Όταν τ' αστέρια γίυηκαν,
μέ δοξολόγησαν μέ δυνατή φωνή oi άγγελοί μου όλοι.
Μέ πύλες έφραξα τή θάλασσα, όταν αυτή ξεπρόβαλε ορμητικά σάν άπ' τής μάνας της τά σπλάχνα.
Τήν έντυσα μέ σύννεφα
καί τή σπαργάνωσα μέ ομίχλη.
Γύρω της χάραξα όρια,
πύλες τής έβαλα μ' άμπάρες καί κλειδιά.
Τής είπα: «Θά έρχεσαι ώς έδώ καί όχι παραπέρα,
τά κύματά σου μέσα σου Θά συντρίβονται!»
Μήπως έπί των ήμερων σου, Ίώβ, συνέθεσα τό φως τό πρωινό;
τώρα έμαθε ό Αύγερινός τήν ορισμένη του πορεία, πώς νά πιάνει άπ' τις άκρες της τή γη, τούς άσεβείς γιά νά τινάξει άπό πάνω της Μήπως έσύ μάζεψες χώμα κι άπό πηλό έφτιαξες πλάσμα ζωντανό κι άφοϋ τού χάρισες λαλιά πάνω στή γή τό έβαλες; Πήρες έσύ άπό τούς άσεβείς τό φώς,
ή μήπως τσάκισες τή δύναμη τών αλαζόνων; Κατέβηκες εσύ ώς τήν πηγή τής θάλασσας
ή μήπως καί περπάτησες στά βάθη τής άβύσσου;
Ανοίγονται μπροστά σου άπό φόβο οϊ πύλες του θανάτου,
ή μήπως τρέμουνε μόλις σέ δουν τού άδη οί φρουροί; Μήπως σοϋ μάθανε πόσο της ύφηλίου είναι τό πλάτος;
Πές μου, λοιπόν, πόσο έχει μέγεθος;
Καί σέ ποια χώρα κατοικεί τό φως;
Καί πού φωλιάζει τό σκοτάδι;
Στά όριά τους νά μ’ οδηγήσεις μήπως μπορείς;
Καί ξέρεις τάχα ποιοι ’ναι οί δρόμοι τους; Λοιπόν τά ξέρεις, έπειδή άπό τότε είχες γεννηθεί, κι είναι τόσο πολλά τά χρόνια σου;
Πήρε τότε τόν λόγο ό Ίώβ καί λέει στόν Κύριο:
«Ξέρω πώς όλα τά μπορείς
καί τίποτα δέν είναι άδύνατο γιά σένα.
Ποιος εΐν’ εκείνος πού μπορεί τά σχέδιά του νά σού κρύψει;
Κι όταν τά λόγια του μετρά,
θαρρεί άπό σένα μυστικά πώς τά κρατάει;
Ποιος θά μοϋ φανερώσει έκεΐνα πού δέν γνώριζα, τά θαυμαστά καί τά μεγάλα πού άγνοοΰσα; Άκουσέ με, γιά νά μιλήσω κι εγώ, Κύριε· έγώ θά σέ ρωτήσω, καί δίδαξέ με έσύ. Πρωτύτερα μόνο άκουγα γιά σένα, τώρα όμως σέ είδα μέ τά μάτια μου.
Ο Κύριος μοΰ δίνει τά λόγια τά κατάλληλα, γιά νά γνωρίζω όταν πρέπει τί νά πώ.
Κάθε ξημέρωμα μέ κάνει
μέ άπληστία ν’ άκούω τά λόγια του.
Ή διδαχή Κυρίου τοϋ Θεοϋ μου άνοίγει τ' αυτιά’ κι εγώ υπακούω καί δέν άντιλέγω.
Τή ράχη μου έδωσα σ’ αυτούς πού μέ μαστίγωναν, καί τά σαγόνια μου σ’ αύτούς πού μέ χτυπούσαν.
Τό πρόσωπό μου άλλού δέν έστρεψα άπό ντροπή όταν μέ φτύναν.
Ό Κύριος ό θεός ήταν βοηθός μου, γι’ αυτό καί δέν ντροπιάστηκα·
άλλά τό πρόσωπό μου σκλήρυνα νά γίνει σάν τήν πέτρα,
καί είμαι βέβαιος πώς δέν θά ντροπιαστώ, γιατί αυτός πού θά μέ δικαιώσει πλησιάζει.
Μαζί μου ποιος θ’ άντιδικήσει;
’Άς παρουσιαστούμε στό δικαστήριο μαζί!
Ποιος θά ’ναι άντίδικός μου;
Άς μέ πλησιάσει!
Ό Κύριος ό Θεός θά μέ βοηθήσει· ποιος, λοιπόν, θά μοΰ κάνει κακό;
Καθώς τό ρούχο θά παλιώσετε όλοι σας, σάν νά σάς έχει φάει, όπως εκείνο, ό σκόρος.
Όποιος άνάμεσά σας σέβεται τόν Κύριο, στού δούλου του άς ύπακούσει τή φωνή.


 

ΠΡΟΦΗΤΟΛΟΓΙΟΝ  ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΙΕΡΕΜΙΑ  ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ 

Ιερεμίας 11, 18-12

Είπα: «Κύριε, κάν' το μου γνωστό, γιά νά τό γνωρίσω». Τότε είδα τις ραδιουργίες τους. Ένώ εγώ, σάν άκακο άρνί πού οδηγείται σέ θυσία, είχα άγνοια, αύτοί σκέφτηκαν πονηρά εναντίον μου λέγοντας: «’Ελάτε νά δηλητηριάσουμε τήν τροφή του, γιά νά τόν εξαφανίσουμε άπό τή χώρα των ζωντανών, καί τό όνομά του πιά κανείς νά μή θυμάται"». Κύριε, έσύ πού κρίνεις δίκαια, εσύ πού εξετάζεις τά συναισθήματα καί τις σκέψεις12, άξίωσέ με νά δω πώς θά τούς τιμωρήσεις, γιατί σ’ εσένα παρουσίασα τήν ύπόθεσή μου.
Έτσι, στούς άνθρώπους άπό τήν Άνανώθ πού θέλουν νά μοΰ άφαιρέσουν τή ζωή καί λένε: «Μήν προφητεύσεις   στό όνομα τοΰ Κυρίου, διαφορετικά θά πεθάνεις άπό τά ’ίδια μας τά χέρια», ό Κύριος λέει τά εξής:
«Έγώ Θά τούς τιμωρήσω! Οί νέοι τους Θά σκοτωθούν στον πόλεμο, οί γιοι καί οί κόρες τους θά πεθάνουν άπό πείνα· κανείς τους δέν θά έπιζήσει, γιατί εκείνη τή χρονιά που θά τους τιμωρήσω, θά φέρω μεγάλες συμφορές στους κατοίκους τής Άνανώθ».
Κύριε, είσαι δίκαιος, οπότε δέν μπορώ νά διαμαρτυρηθώ-έχω όμως νά σοϋ πώ κάποια παράπονα: Γιατί γιά τούς άσεβεΐς όλα πάνε καλά; 

Γιατί εύημερούν όλοι εκείνοι πού τά πάντα άπορρίπτουν; Τούς φύτεψες καί ρίζωσαν, άπέ-κτησαν παιδιά καί άπογόνους. Μέ τό στόμα τους άναφέ-ρονται συχνά σ’ εσένα, μά σέ κρατάνε μακριά άπ' τις καρδιές τους. Έσΰ όμως, Κύριε, μέ γνωρίζεις καλά, έχεις ελέγξει τις σκέψεις μου άπέναντί σου· έτοίμασέ τους, λοιπόν, όπως τά ζώα γιά θυσία πού θά σφαχτούνε τήν καθορισμένη μέρα.
‘Ώς πότε θά ’ναι κατάξερη ή χώρα καί κάθε φυτό στά χωράφια θά μαραίνεται έξαιτίας τής κακίας τών κατοίκων της; ’Αφανίστηκαν τά ζώα καί τά πουλιά, γιατί εκείνοι σκέφτηκαν: «Δέν μπορεί ό Θεός νά δεί τά έργα μας».
Ό Κύριος άπαντά: «Άδικα τρέχεις καί κουράζεσαι. Καλέστε όλα τ’ άγρια θηρία, νά έρθουν νά κατασπαράξουν αύτή τή χώρα. 

Πολλοί ξένοι ηγεμόνες κατέστρεψαν τό άμπέλι μου, ποδοπάτησαν τό χωράφι πού μοθ άνήκει, μετέτρεψαν τό χωράφι μου πού άγαπώ σέ άδιάβατη έρημο, τό άφησαν ν’ άφανιστεί εντελώς».
"Ετσι, λοιπόν, ό Κύριος λέει τά εξής: «’Αναφορικά με όλους τους κακούς γειτονικούς λαούς, αύτούς πού προσβάλλουν τή χώρα πού μού άνήκει, αύτήν πού μοίρασα στον λαό μου, τόν Ισραήλ: Έγώ θά τούς ξεριζώσω άπό τις χώρες τους, άλλά θά βγάλω άπό άνάμεσά τους όσους άνήκουν στον ’Ιούδα. Κι άφού τούς ξεριζώσω, θά ξανάρθω νά τούς σπλαχνιστώ καί νά τούς έγκαταστήσω τόν καθένα στην ιδιοκτησία του, τόν καθένα στη χώρα του».








Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.