Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Η γλώσσα των Ευαγγελίων και η γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας!..


Η γλώσσα των Ευαγγελίων και η γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας!..

 



Διερωτήθηκαν πολλοί πως είναι δυνατόν η γλώσσα των Ευαγγελίων να μην είναι ίδια με αυτή της γλώσσας, που χρησιμοποιούν οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Υμνολόγοι!.. Κι όμως!.. Το Ευαγγέλιο παρέμεινε το ίδιο! Παρέμεινε ακλόνητο και απαρασάλευτο εδώ και 2000 χρόνια, ενώ ο κάθε Πατέρας της Εκκλησίας ή Υμνολόγος χρησιμοποιεί το δικό του γλωσσικό ύφος, αναλόγως της μόρφωσης και της εν γένει ψυχοσύνθεσής του!..

Φίλος της σελίδας μας έθεσε ένα ερώτημα: «Ποιες είναι οι αιτίες που οδήγησαν στην αλλαγή από την απλή γλώσσα των ευαγγελίων στην γλώσσα των Πατερικών και υμνολογικών κειμένων;»

Πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Η γλώσσα των Ευαγγελίων παρέμεινε η ίδια. Εδώ και 2000 χρόνια οι πιστοί στην Εκκλησία μας ακούνε περικοπές από το Ευαγγέλιο στο πρωτότυπο κείμενο όπως και τον «Απόστολο», που είναι κατά βάση αποσπάσματα επιστολών του Αποστόλου Παύλου.

Η μόνη αλλαγή στα Ευαγγέλια είναι ο τρόπος γραφής: Από μεγαλογράμματη γραφή, που συνήθως βλέπουμε στους παπύρους των πρωτοχριστιανικών χρόνων, διαβάζουμε τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και σε μικρογράμματη γραφή, η μορφή δηλαδή της ελληνικής γραφής, η οποία τυποποιήθηκε στις αρχές του 9ου αι. μ.Χ.

Όπως όλοι γνωρίζουν, όλα σχεδόν τα σωζόμενα ελληνικά βιβλία από τον 4ο αι. π. Χ. ως τις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. γράφονται στη μεγαλογράμματη γραφή, η οποία προέρχεται από τη γραφή των αρχαίων επιγραφών.

Αλλά, για να μην πλατειάσουμε με ιστορικά στοιχεία, και για να έρθουμε στο σήμερα, μη λησμονούμε, ότι το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδος, πέραν των άλλων, απαγορεύει τη μετάφραση της Αγίας Γραφής χωρίς έγκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος:

«To κείμενo της Aγίας Γραφής τηρείται αναλλoίωτo. H επίσημη μετάφρασή τoυ σε άλλo γλωσσικό τύπo απαγoρεύεται χωρίς την έγκριση της Aυτoκέφαλης Eκκλησίας της Eλλάδας και της Mεγάλης τoυ Xριστoύ Eκκλησίας στην Kωνσταντινoύπoλη.» (άρθρο 3, παρ. 3).

Αξίζει να θυμηθούμε εδώ την αντίδραση πολλών εκκλησιαστικών παραγόντων όταν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος (2004) θέλησε να κάνει μια

καινοτομία στην τελετή της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας και να αποδίδει (και) στη νεοελληνική το Ευαγγέλιο της Κυριακής, υποχωρώντας μπροστά στη μεγάλη αυτή –και δικαιολογημένη, αν θέλετε- αντίδραση πολλών πιστών.

Το θέμα αυτό, βεβαίως, είναι πιο παλιό. Θυμηθείτε τα λεγόμενα «Ευαγγελικά», το 1901, όπου ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης είχε μεταφράσει και δημοσιεύσει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» κείμενα του Ευαγγελίου στη δημοτική. Η κίνηση αυτή προκάλεσε τόσο σφοδρές αντιδράσεις , προκαλώντας ακόμη και βίαια επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας, με αποτέλεσμα η δημοσίευση των μεταφράσεων να σταματήσει.


Η δημοτική του Ευαγγελίου
Παρενθετικά ας θυμηθούμε τι επισημαίνει για τη δημοτική γλώσσα του Ευαγγελίου ο πανεπιστημιακός μας δάσκαλος, Γιώργος Μπαμπινιώτης:

«Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης έχει χαρακτηρίσει τη δημοτική του Ευαγγελίου, την προφορική κοινή γλώσσα των χρόνων του Χριστού, ως τον «πρώτο δημοτικισμό». Και θα άξιζε να αναλογισθούμε πόσο πιο ομαλή θα ήταν η μετέπειτα διαμόρφωση της Ελληνικής, αν είχε επικρατήσει αυτή η δημοτική του Ευαγγελίου και στον γραπτό λόγο. Ωστόσο, από τον 1ον αιώνα π,Χ. είχε κάνει την εμφάνισή του ο αττικισμός, η γλωσσική μίμηση της Ελληνικής της κλασικής περιόδου, που σιγά-σιγά επικράτησε ως η κυρία μορφή της γραπτής Ελληνικής και -για πολλούς λογίους- και της προφορικής έκφρασης. Το ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας υιοθέτησαν την αττικιστική γλώσσα αντί της γλώσσας του Ευαγγελίου ήταν μία καθοριστική αιτία για να εγκαταλειφθεί στον γραπτό λόγο η Κοινή του Ευαγγελίου. Έτσι χάθηκε μία καλή ευκαιρία να αποκτήσουν οι Έλληνες ενιαία μορφή γλώσσας, γραπτή και προφορική, ήδη από τα χρόνια του Χριστού.
Ωστόσο, η γλώσσα του Ευαγγελίου ως γλώσσα αναφοράς της χριστιανικής θρησκείας, που επηρέασε τη χριστιανική γλωσσική παράδοση σε όλες τις μορφές και σε όλη της την έκταση (στην πατερική θεολογία, στη Θεία Λειτουργία, στην υμνογραφία, στην αγιογραφία, στην απέραντη χριστιανική θεολογία, στο κήρυγμα, στην κατήχηση κ.λπ.), άσκησε μεγάλη επίδραση στην ελληνική γλώσσα, ομιλούμενη και γραπτή, σε όλα τα στάδια της εξέλιξής της. Η απλή καθημερινή γλώσσα είναι γνωστό ότι διασώζει πλήθος λέξεων και εκφράσεων που προέρχονται, άμεσα ή έμμεσα, από τη γλώσσα του Ευαγγελίου.» (Γ. Μπαμπινιώτης, Η γλώσσα του Ευαγγελίου και της εκκλησιαστικής υμνογραφίας).

Αρκετά χρόνια αργότερα, ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις στην Ιερά Σύνοδο, επειδή ιερουργούσε σε απλοποιημένη γλώσσα! «Κάνω το καθήκον μου», δήλωσε, και πρόσθεσε «Έχω ευθύνη έναντι των πιστών οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν τη Θεία Λειτουργία.» Μάλιστα φέρεται να ρώτησε τους ιεράρχες σε ποιούς ακριβώς κανόνες της Εκκλησίας και του Ευαγγελίου αντίκειται η απόφασή του να ιερουργεί στη νέα ελληνική.

Ο μητροπολίτης Νικοπόλεως είχε τη στήριξη των Μητροπολιτών Δημητριάδος Ιγνατίου και Φθιώτιδος Νικολάου, οι οποίοι επεσήμαναν ότι οι νέοι δεν μπορούν να κατανοήσουν τη Λειτουργία και γι’ αυτό απέχουν από τα θεία μυστήρια, καθώς και ότι κανείς πιστός δεν έχει ποτέ διαμαρτυρηθεί για τη νέα αυτή πρακτική.

Παρόλα αυτά, η Ιερά Σύνοδος με ανακοινωθέν της δήλωσε ότι «εμμένει στην παράδοση του γλωσσικού ιδιώματος του παραδεδομένου τρόπου τελέσεως της Θείας Λειτουργίας και των Ιερών Μυστηρίων.» Κάλεσε, επίσης, τους ιεράρχες που επιθυμούν να τελούν τη λειτουργία στα νέα ελληνικά να το πράττουν μόνον για ειδικούς λόγους και έπειτα από σχετική άδειά της.

«Επειδή στην Εκκλησία όλα πρέπει να γίνονται «ευσχημόνως και κατά τάξιν» και τον αρμόδιο λόγο έχει η Ιερά Σύνοδος, γι’ αυτό ο Αρχιερεύς που ενδεχομένως έχει έναν ειδικό λόγο αναγνώσεως κάποιων κειμένων σε μετάφραση, θα πρέπει να λαμβάνει άδεια από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο». (Εφημερίδα « Τα Νέα», 15 Απριλίου 2010)

Τα πατερικά και υμνολογικά κείμενα
Για να έρθουμε στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος του φίλου αναγνώστη μας, περί των Πατέρων της Εκκλησίας και των Υμνολόγων, οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο καθιέρωσαν τον δικό τους τρόπο γραφής στα λειτουργικά μας κείμενα, αυτό είναι κάτι που περικλείει από μόνο του την εξήγησή του. Μη λησμονούμε ότι ο κάθε Πατέρας της Εκκλησίας έχει το δικό του ύφος γραφής και μάλιστα την δική του ψυχοσύνθεση και μέσα από αυτό το πρίσμα ή –αν θέλετε- την δική του οπτική γωνία γράφει τα κείμενά του. Πολλοί εξ αυτών ήσαν μορφωμένοι, είχαν σπουδάσει σε ελληνικές φιλοσοφικές σχολές, γνώρισαν σπουδαίες ελληνικές φυσιογνωμίες και άλλοι εξ αυτών ήσαν πεφωτισμένοι άνδρες λόγω της μεγάλης σπουδής στα ιερά κείμενα.

Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (349-407), για παράδειγμα, που έγραψε τη Θεία Λειτουργία, αυτή φέρει το όνομα του Χρυσοστόμου με μερικές τροποποιήσεις. Τελείται κάθε Κυριακή και εορτή στις Εκκλησίες με εξαίρεση 2 φορές το χρόνο που τελείται η Λειτουργία του Ιακώβου Αδελφοθέου, του Μεγάλου Βασιλείου και τις «προηγιασμένες».

Είναι αλήθεια ότι, όπως διαβάζουμε σε διάφορα κείμενα, η σύγχρονη έρευνα καταδεικνύει ότι μεγάλος αριθμός χωρίων και διατυπώσεων έχουν αντιστοιχία με γνήσια έργα του Χρυσοστόμου. «Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επενέβη προσθετικά στη Θεία Λειτουργία, για αυτό το λόγο του αποδόθηκε αργότερα εξ ολοκλήρου. Η Λειτουργία αυτή άρχισε να επικρατεί από την εποχή που ο ίδιος έγινε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, με αποτέλεσμα να εκτοπισθούν οι υπόλοιπες όπως του Μεγάλου Βασιλείου, που είχε και αυτή πυρήνα την Αποστολική Θεία Λειτουργία.» (Βικιπαίδεια).

Αλλά και στον υμνογραφικό τομέα, σύμφωνα με τον μαθητή του Χρυσοστόμου, Θεοδώρητο, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος καθιέρωσε στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έναν ειδικό τύπο ψαλμωδίας, που τηρήθηκε σ' αυτή και μετά τον θάνατό του.

«Επίσης είναι γνωστό ότι το Κοντάκιο, ο τύπος που γνωρίζουμε ως ψαλμωδία στη Θεία Λειτουργία, έχει πρόδρομο του, τον Χρυσόστομο. Αρχικά ήταν κείμενο που απαγγελλόταν εμμελώς και εν συνεχεία καθιερώθηκε με τον τύπο που σήμερα γνωρίζουμε. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι επίσης πολύ γνωστός για τις προσευχές τις οποίες συνέταξε. Σήμερα, εκτός της Θείας Λειτουργίας, διασώζονται πολλές προσευχές που χρησιμοποιούνται από την Ορθόδοξη εκκλησία σε πολλά τυπικά λατρευτικά γεγονότα, όπως στον Όρθρο, την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, διάφορους παρακλητικούς κανόνες κ.α.» (Βικιπαίδεια).


Συμπέρασμα
Το Ευαγγέλιο παρέμεινε το ίδιο! Παρέμεινε ακλόνητο και απαρασάλευτο εδώ και 2000 χρόνια, ενώ ο κάθε Πατέρας της Εκκλησίας ή Υμνολόγος χρησιμοποιεί το δικό του γλωσσικό ύφος, αναλόγως της μόρφωσης και της εν γένει ψυχοσύνθεσής του!.. Παρά ταύτα, όπως αναφέρει και ο Γ. Μπαμπινώτης: «Το ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας υιοθέτησαν την αττικιστική γλώσσα αντί της γλώσσας του Ευαγγελίου ήταν μία καθοριστική αιτία για να εγκαταλειφθεί στον γραπτό λόγο η Κοινή του Ευαγγελίου».
ΠΗΓΗ

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.