Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Γενηθήτω φως·και εγένετο φως.Το πρώτο φως στην Αγία Γραφή & την Επιστήμη

0 σχόλια

Γενηθήτω φως·και εγένετο φως.Το πρώτο φως στην Αγία Γραφή & την Επιστήμη 

 

«Γενηθήτω φως»

Η πρώτη ημέρα του δημιουργικού έργου του Θεού εγκαινιάζεται με τη δημιουργία του φωτός διά του λόγου του. Το φως ήταν φυσικό και απαραίτητο να προηγηθεί των λοιπών δημιουργημάτων, γιατί η ύπαρξη του θα αποτελούσε προυπόθεση γι΄αυτά. Έτσι ολόκληρη η θεία δημιουργία λαμβάνει χώρα στο φως.

Ο απόλυτος έλεγχος του Θεού πάνω στον κόσμο καθίστατε ήδη φανερός από τη λιτή, λακωνική δημιουργική εντολή «γενηθήτω φως». Η προστακτική «γενηθήτω», όπως η έννοια του ρ. γίγνομαι ( είμαι, υπάρχω) δηλώνει, καλεί το φως να λάβει ύπαρξη, ν΄αποκτήσει υπόσταση. Ο Θεός προστάζει, όχι βέβαια χρησιμοποιώντας τη φωνή του, κατά τις ανθρώπινες αναλογίες, αλλά κινούμενος καθαρά από εσωτερική διάθεση και επιθυμία. «Ο Θεός ου δείται φωνής, αρκούσης αυτώ τής βουλήσεως» (102).
Το πρόσταγμα του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα (103). Το πρόσταγμά του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα. Το πρόσταγμα αυτό προυποθέτει τη δύναμη του και αντικατοπτρίζει ουσιαστικά το δημιουργικό του έργο «το πρόσταγμα έργον ην» (104).

Με το «γενηθήτω» το φως αποσπάται αυτομάτως από το ανενεργό και σκοτεινό χάος και ενεργοποθείται από το πνεύμα του Θεού, προκειμένου να καταστεί το θεμέλιο ολόκληρης της οργανικής ζωής στον κόσμο. Διαχωρίζεται δηλ. από την πρωταρχική ύλη, εντός της οποίας τα δημιουργήματα δεν είχαν ξεχωριστή ύπαρξη και κάθε στοιχείο ήταν αδιαχώριστο από τα άλλα.

Το φως εμφανίζεται εδώ ως ένα άυλο φαινόμενο, ή ακριβέστερα σαν μια κατάσταση της ύλης, που μπορούσε να υπάρξει αυτοτελώς χωρίς τη φυσική του πηγή, τον ήλιο, ο οποίος θα δημιουργηθεί την Τετάρτη ημέρα. Γεννάται δε ευλόγως το ερώτημα, που η φυσική εμπειρία του ανθρώπου υπαγορεύει πώς εξηγείται αυτό, αφού η αίσθηση του σχετίζεται με την ύπαρξη των ουρανίων σωμάτων ως πηγής, η οποία το εκπέμπει; Ορισμένοι ερμηνευτές υποστηρίζουν ότι στη δημιουργία του «ουρανού και της γης», που προηγήθηκε (1,1), εμπερικλείονται και τα ουράνια σώματα, μεταξύ των οποίων και ο ήλιος ως πηγή του φωτός (105). Άλλοι πάλι διακρίνουν την ύπαρξη του στη λάμψη που εξέπεμπε η βιαία σύγκρουση και τριβή των στοιχείων της ύλης κατά τη διάρκεια της ενεργοποίησης και τακτοποίησής της (106).

Ανάλογο είναι επίσης και το ερώτημα, γιατί το φως δημιουργείται πρώτο μεταξύ των θείων δημιουργημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του αστρικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται άμεσα με την ύπαρξη του; Οι απαντήσεις που δίδονται σε αυτό συνοψίζονται στις ακόλουθες τέσσερις :
α: Η δημιουργία του φωτός προηγείται εκείνης των λοιπών δημιουργημάτων, επειδή

Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

H EΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.

0 σχόλια

H EΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.

 

Χρήστου Γκότση


Τὸ πρόσωπον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀναφέρεται πολλάκις καὶ ποικιλοτρόπως εἰς τὴν Θείαν Λατρείαν. Οἱ ἱεροὶ ὑμνογράφοι συναγωνίζονται εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν καλλιτέρων ποιητικῶν ἐκφράσεων διὰ νὰ τονίσουν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ Μυστὴριον τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καρδίαν τῶν πιστῶν.

Εἰς τὴν τιμητικὴν προσκύνησιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔχει ἀφιερώσει ἡ Ἐκκλησία μας ἰδιαιτέρας ἱεράς Ἀκολουθίας καὶ πανηγύρεις. Εἶναι γνωστοὶ οἱ Παρακλητικοὶ Κανόνες (Μικρὸς καὶ Μέγας), ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ αἱ λεγόμεναι Θεομητορικαὶ ἑορταί, μὲ τὰς ὁποίας οἱ πιστοὶ ἐκφράζουν τὰ αἰσθήματα ἀγάπης, εὐγνωμοσύνης καὶ ἀφοσιώσεως εἰς τὴν «ἄσπιλον; ἀμόλυντον, ἄφθορον, ἄχραντον, ἁγνήν Παρθένον, Θεόνυμφον Δέσποιναν».

Τέλος πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔχομεν πολλάς εἰκόνας καὶ πολλοὺς ἱεροὺς ναούς. Φέρουν διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἀπέδωκεν ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπως Γοργοεπήκοος, Ἐλεοῦσα, Παμμακάριστος, Ὁδηγήτρια, Παρηγορίτισσα, Παντάνασσα, Περίβλεπτος κ. α.

Τὰ διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς τῆς Θεοτόκου ἀπεικονίζονται ἄριστα εἰς τὰς βυζαντινάς μας εἰκόνας. Εἰς αὐτάς ἡ στάσις τοῦ σώματός της και τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου της ἐκφράζουν τὰ αἰσθήματα τῆς ἁγνῆς καὶ πλούσιας καρδίας της καὶ μᾶς ὑπενθυμίζουν τὴν ἁγνότητά της, τὴν πίστιν της καὶ τὴν ταπεινοφροσύνην της, καθὼς καὶ τὸν ρόλον τῆς Παναγίας εἰς τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου.

Τὸν ρόλον τῆς Θεοτόκου εἰς τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου φέρει ἡ Ἐκκλησία μας εἰς τὴν μνήμην τῶν πιστῶν ἰδιαιτέρως μὲ τὴν ἑορτήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἡ Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς εἶναι στηριγμένη εἰς τὴν ἀφήγησιν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ:

«᾿Εν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα ᾿Ιωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Γιατί ο Θεός μιλάει σε πληθυντικό δημιουργώντας τον άνθρωπο; (ερμηνεία του Βιβλίου της Γένεσης)

0 σχόλια

Γιατί ο Θεός μιλάει σε πληθυντικό δημιουργώντας τον άνθρωπο; (ερμηνεία του Βιβλίου της Γένεσης) 

 «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Η παράθεση εν προκειμένω της προσταγής του Θεού σε α΄ πρόσωπο πληθυντικού αριθμού «ποιήσωμεν» αντί του α΄ προσ. ενικού ποιήσω -όπως απαιτεί η συντακτική της εξάρτηση από το ρ. ενικού «είπεν»- ή της προστακτικής ποιησάτω, κατά τα ισχύοντα στις προηγούμενες δημιουργικές πράξεις, απετέλεσε κατά καιρούς αντικείμενο μακράς συζήτησης μεταξύ των βιβλικών ερμηνευτών316. Σύμφωνα με τις ερμηνείες που δόθηκαν και τις οποίες συνοψίζουμε κατωτέρω, η χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» δηλώνει ότι:

α. Ο Θεός προτρέπει τον Εαυτό του να προχωρήσει στη δημιουργία της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως συνηθίζει συχνά να κάνει και ο άνθρωπος στον καθημερινό του λόγο, όταν αυτοπροτρέπεται να προβεί σε μια πράξη χρησιμοποιώντας ομοίως πληθυντικό, όπως λ.χ. «ας αρχίσουμε», «ας περιμένουμε», και εννοεί, «ας αρχίσω», «ας περιμένω». Είναι ο πληθυντικός της προτροπής (plural of exhortation).

β. Ο Θεός συσκέπτεται ή διαλέγεται με τον Εαυτό του, κάνει δηλ. ένα συλλογισμό ή εσωτερικό διάλογο, προκειμένου ν΄αποφασίσει περί του πρακτέου. Είναι ο πληθυντικός της αυτοσύσκεψης ή απλής

Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

ΤΑ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ - ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

0 σχόλια




ΤΑ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ


«Εύχαι ύπέρ των κεκοιμημένων»

Δέονται λοιπόν ύπέρ ήμών οι κεκοιμημένοι καί μάς ένθυμοΰνται. Τί τό φυσικώτερον λοιπόν νά ένθυμούμεθα καί έμεΐς έκείνους καί νά προσευχώμεθα δι αύτούς; "Αλλωστε ή χριστιανική άγάπη διατηρείται βεβαία καί (οχυρά άκόμη καί μετά τόν θάνατόν μας (Α' Κορ. ιγ' 8). Διά νά μή εϊπωμεν άτι μετά τόν θάνατον τοΰ προσφιλούς μας ή άγάπη πρός τόν πρόσωπόν του γίνεται καθαρωτέρα, άφοΰ λησμονοϋνται πλέον τά έλαττώματα, τά όποια ώς άνθρωπος παρουσίαζεν είς την ζωήν του.
Επειδή λοιπόν ή άγάπη μας μένει, διά τούτο ή Μητέρα Εκκλησία καθιέρωσε ευθύς έξ άρχής ειδικές εύχές ύπέρ τών κεκοιμημένων καί ώρισεν είς καθωρισμένες ήμέρες μνημόσυνα ύπέρ αύτών. "Αλλωστε, κατά τόν Ιερόν Χρυσόστομον, τό μνημόσυνον τών κεκοιμημένων «έπι τών φρικτών μυστηρίων» άπαντάται άπό πολύ παλαιό. Έχει νομοθετηθή άπό τούς άγιους ’Αποστόλους . Κατά τόν άγιον Ίωάννην τόν Δαμασκηνόν «οί μαθηταί τοΰ Σωτήρος και θείοι Απόστολοι» είναι έκεΐνοι, πού έθέσπισαν νά ένθυμούμεθα τούς πιστούς, οί όποιοι έκοιμήθησαν,«έπι τών φρικτών και άχράντων καί ζωοποιών μυστηρίων». Καί τήν Άποστολικήν αύτήν παραγγελίαν ή Εκκλησία τοϋ Χριστού «άπό περάτωνμέχρι περάτων» τής οικουμένης τήν κρατεί «βεβαίως καί λίαν άναντιρρήτως» μέχρι σήμερον καί θά συνεχίζη νά τήν κρατή μέχρι «τής τοϋ κόσμου λήξεως». Οι θείοι 'Απόστολοι, προσθέτει ό Ιερός Πατήρ, έθέσπισαν τούτο όχι χωρίς λόγον καί όχι ματαίως· όχι άπλώς και ώς έτυχε. Διότι ή «απλανής (=χωρίς πλάνην) θρησκεία τών Χριστιανών» δέν παρέλαβε τίποτε τό μή ωφέλιμον· «Αλλά πάντα έπωφελή καί θεάρεστα καί λίαν όνησιφόρα (=χρήσιμα, ώφέλιμα), καί σωτηρίας μεγίστης πρόξενα» .

"Ηδη ό Τερτυλλιανός (200 μ.Χ.) μνημονεύει συνεχώς (Ιδιαιτέρως εις τό βιβλίον τού «Περί στεφάνου») τών λειτουργιών, οι όποιες έγίνοντο ύπέρ τών κεκοιμημένων, Ό Ιερομάρτυς Κυπριανός, έπίσκοπος Καρχηδόνος (250), είς τήν 37ην 'Επιστολήν του μάς πληροφορεί ότι οΐ Χριστιανοί έθεωροΰσαν βασικόν καθήκον νά προσφέρουν θυσίες καί προσευχές ύπέρ τών Μαρτύρων. Ό Άρνόβιος ό πρεσβύ τερος είς τό «Κατά ’Εθνικών» έργον του (περί τό 305) άναφέρει ότι oi Χριστιανοί κατά τις Ιερουργίες των άνέπεμπαν δεήσεις ύπέρ άνα- παύσεως καί σωτηρίας τών κεκοιμημένων. 'Επίσης ό άγιος 'Αμβρόσιος, έπίσκοπος Μεδιολάνων (330-397), έτελοΰσε θείες Λειτουργίες ύπέρ τού Ούαλεντινιανοΰ, τού Θεοδοσίου καί τού άδελφοΰ του Σατύρου. «Αί Άποστολικαί Διαταγαί» (4ος αιών) άναφέρουν ώραιοτάτην εύχήν «ύπέρ τών άναπαυσαμένων έν Χριστώ Αδελφών ήμών». Δι αύτής οι πιστοί έζητοΰσαν «οπως ό φιλάνθρωπος Θεός», ό όποιος προσεδέχθη τήν ψυχήν τού κοιμηθέντος, συγχωρήση είς αύτόν «παν Αμάρτημα έκούσιον καί Ακούσιον» καί φανή ίλεως είς αύτόν. Κατατάξη δέ τούτον «έν τώ κόλπω τών Πατριαρχών καί τών Προφητών καί τών Αποστόλων καί πάντων τών άπ' αίώνος τώ Θεώ εύαρεστησάντων», έκεΐ όπου δέν ύπάρχει «λύπη καί οδύνη καί στεναγμός» (Ήσ. λε' 10) . Έξ άλλου ό Ιερός Αύγουστΐνος (354-430) έγραψεν όλόκληρον βιβλίον περί τών τελουμένων λειτουργιών ύπέρ τών κεκοιμημένων.
Έπί πλέον όλες οί θείες Λειτουργίες μας περιλαμβάνουν δεήσεις καί προσευχές ύπέρ τών κεκοιμημένων. Τοιουτοτρόπως είς τήν Λειτουργίαν τοϋ άγιου Μάρκου ή εύχή ζητεί όπως ό Δεσπότης Χριστός άναπαύση τις ψυχές τών κεκοιμημένων «έν ταΐς σκηναϊς, έν τη βασιλεία Του, χαριζόμενος» εις αύτούς καί τις ύποσχέσεις του. Εις τήν Λειτουργίαν τοϋ άγιου Ιακώβου τού Άδελφοθέου, μετά τήν άνάμνησιν τών αγίων 'Αποστόλων, Προφητών καί λοιπών άγιων, παρακαλοϋ μεν τον Θεόν ύπέρ έκείνων, τών όποιων «έμνήσθημεν και ών ούκ έμνήσθημεν 'Ορθοδόξων» καί ζητοϋμεν νά τούς κατατάξη «έν χώρα ζώντων έν τη βασιλεία Του, έν τή τρυφή τοϋ Παραδείσου, έν τοϊς κόλποις ’Αβραάμ, ’Ισαάκ καί Ιακώβ», έκεί όπου «έπισκοπεϊτό φως τοϋ προσώπου Του καί καταλάμπει διά παντός». ’Επίσης είς τήν Λειτουργίαν τοϋ άγιου Κλήμεντος, Πάπα Ρώμης, μαθητου τοϋ άποστόλου Πέτρου, ό Ιερεύς δέεται «καί ύπέρ πάντων τών εύαρεστησάντων τώ Θεώ Αγίων, Πατριάρχων, Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, 'Ομολογητών, ’Επισκόπων» καί γενικώς όλων τών τάξεων τών κληρικών καί άκόμη «ύπέρ τών Παρθένων, λαϊκών, καί πάντων, ών αύτός (ό Θεός) έπίσταται (γνωρίζει) τά ονόματα»

Ό άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων είς τις «Κατηχήσεις» του άναφέρει άτι μετά τον καθαγιασμόν τών Τιμίων Δώρων «μνημονεύομεν καί τών κεκοιμημένων, πρώτον Πατριαρχών, Προφητών, ’Αποστόλων, Μαρτύρων, οπως ό Θεός εύχαΐς αυτών καί πρεσβείαις προσδέξηται ήμών τήν δέησιν». Έν συνεχεία δέ παρακαλοϋμεν «καί ύπέρ τών κεκοιμημένων άγιων Πατέρων καί έπισκόπων καί πάντων άπλώς τών ήμϊν προκεκοιμημένων»Λ. Επίσης είς τις θείες Λειτουργίες τοϋ Μεγάλου Βασιλείου καί τοϋ άγιου Ίωάννου τοϋ Χρυσοστόμου ή στρατευομένη Εκκλησία προσφέρει «τήν λογικήν λατρείαν» της «ύπέρ τών έν πί- στει άναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχών, Προφητών, ’Αποστόλων, Κηρύκων, Ευαγγελία τών, Μαρτύρων, 'Ομολογητών, Έγκρατευτών, καί πάντος πνεύματος δικαίου έν πίστει τετελειωμένου...». Ευθύς δέ μετά τον καθαγιασμόν, μετά τήν μνημόνευσιν άλων τών Αγίων, λέγει ό Ιερεύς· «μνήσθητι καί πάντων τών κεκοιμημένων έπ ’ έλπίδι άναστάσεως ζωής αιωνίου» καί άναφέρει όνομαστικώς όσους θέλει. Κατόπιν προσθέτει- «καί άνάπαυσον αύτούς, ό Θεός ήμών, δπου έπισκοπεϊ τό φώς τοϋ προσώπου σου».
"Αλλωστε τά Δίπτυχα, τά όποια ή Εκκλησία συνεχίζει νά διατηρή μέ πολλήν φροντίδα άπό τήν έποχήν τών Άποστολικών χρόνων, μαρτυρούν άκριβώς τις εύχές, τις όποιες άνέπεμπεν άνέκαθεν ή Εκκλησία ύπέρ τών κεκοιμημένων κατά τήν θείαν Λατρείαν. Υπάρχουν δέ, ώς γνωστόν, δίπτυχα ζώντων καί κεκοιμημένων. ’Ονομάζονται Δίπτυχα άπό τό «πτύσσω», πού σημαίνει διπλώνω, διότι παλαιότερα αύτά ήσαν δύο κομμάτια σανίδων μικρών ένωμένων, όπως οΐ δύο πλάκες, πού κρατεί ό θεόπτης Μωϋσής είς τήν άγίαν εικόνα του. Είς τά κομμάτια αύτά, πού έδιπλώνοντο, έγράφοντο τά όνόματα ζώντων καί τεθνεώτων, τά όποια, οπως μανθάνομεν άπό τήν άγίαν Ε' Οικουμενικήν Σύνοδον, έμνημονεύοντο άπό τόν διάκονον μετά τόν καθαγιασμόν τών Τιμίων Δώρων, τήν ώραν πού έψάλλετο τό «Αξιόν έστιν» ή τό «Έπϊ σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη», οπως γίνεται καί σήμερον. Όταν τά όνόματα έπλήθυναν, τά Δίπτυχα ώνομάζοντο καί Πολύπτυχα, διότι είχαν πολλές πτυχές. Διετηρήθη ομως γενικώς τά πρώτον όνομά των. Τά Δίπτυχα μνημονεύονται καί κατά τήν ώραν τής Άγιας Προσκομιδής. Καί τότε μέν ο! μερίδες τών μνημονευομένων τοποθετούνται πλησίον τού Αμνού. Αργότερα ομως, κατά τήν θείαν Λειτουργίαν, άφοΰ καθαγιασθοΰν τά Τίμια Δώρα καί κοινωνήσουν oi πιστοί, «αίμερίδες τής Θεοτόκου, τών Ταγμάτων καί έκεϊναι τών τεθνεώτων καί ζώντων»  ρίπτονται είς τό Άγιον Ποτήριον, όπου είναι τό Άχραντον Σώμα καί τό Τίμιον Αίμα τού Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού, «τό έκχυθέν ύπέρ τής του κόσμου ζωής καί σωτηρίας». Καί μετά τό τέλος τής θείας Λειτουργίας άκολουθεϊ ή κατάλυσις άπό τόν λειτουργόν ίερέα δλου τού περιεχομένου τού Αγίου Ποτηρίου.

Τά Ιερά Μνημόσυνα

’Εκτός τών προσευχών, τις όποιες άναπέμπομεν είς τόν Θεόν κατά τήν θείαν Λατρείαν ύπέρ τών κεκοιμημένων, ή άγια μας Εκκλησία ώρισε καί Μνημόσυνα είς τακτές ήμέρες.
Ή άρχή τών Μνημοσύνων εύρίσκεται εις τήν Άγίαν Γραφήν. Άπό τήν Π. Διαθήκην πληροφορούμεθα ότι οί Ισραηλίτες παρεκάλεσαν τόν Θεόν νά συγχωρήση τις άμαρτίες τών προκεκοιμημένων πατέρων των (Νεεμ. θ' 2). Όταν είς τούς «χιτώνας» νεκρών στρατιωτών εύρήκαν είδωλολατρικά φυλακτά, πράγμα πού έθεωρεΐτο μεγάλη άμαρτία δι ένα Ισραηλίτην, ό λαός προσηυχήθη είς τόν Θεόν διά τις ψυχές τών νεκρών έκείνων, διά νά τούς συγχωρήση τό άμάρτημα (Β' Μακ. ιβ' 40-42). Άπό τήν Κ. Διαθήκην μανθάνομεν ότι ό άπόστολος Παύλος εύχεται, οπως ό Κύριός μας Ιησούς Χριστός δώση είς τόν πιστόν Όνησιφόρον, ό όποιος ήταν ήδη νεκρός, νά εύρη έλεος άπό τόν Κύριον καί Πατέρα κατά τήν ήμέραν τής Δευτέρας Παρουσίας (Β' Τιμ. α' 18). Δι αύτό καί τά Μνημόσυνα τά συναντώμεν ήδη άπό τούς πρώτους αιώνες τής ζωής τής Εκκλησίας. Καί τούτο, διότι, όλοι — ζώντες καί τεθνεώτες — εϊμεθα «σώμα Χριτού καί μέλη έκ μέρους» (Α' Κορ. ιβ' 27).
Ή άλήθεια οτι τόσον οι ζώντες (ή στρατευομένη ’Εκκλησία τού Χριστού), όσον καί οΐ κεκοιμημένοι (ή θριαμβεύουσα Εκκλησία) άποτελοϋμεν τήν μίαν καί άδιαίρετον καί μοναδικήν Εκκλησίαν τού Χριστού, συμβολίζεται πολύ ώραϊα είς τό άγιον Δισκάριον κατά τήν Προσκομιδήν. Εις τό κέντρον τού άγιου Δίσκου τοποθετείται ό Αμνός- είς τά δεξιά του ή μερίδα τής Θεοτόκου- είς τά άριστερά του οί μερίδες τών ’Αγγελικών ταγμάτων καί δλων τών Αγίων είς δέ τό κάτω μέρος οι μερίδες τών ζώντων καί τών κεκοιμημένων. "Ετσι έκεϊ είναι παρών συμβολικώς «όλόκληρος ό Χριστός καί όλόκληρος ή Καθολική ‘Εκκλησία (=ή ’Ορθόδοξος) έπουράνιός τε καί έπίγειος». "Ενα ώραιότατον μωσαϊκόν είς τήν είσοδον τού ναού τής Χώρας είς τήν Κωνσταντινούπολή παρουσιάζει τόν Χριστόν ώς «χώραν τών ζώντων», διότι «έν τώ Χριστώ εύρίσκεται ή άληθινή διαμονή». «Έν αύτώ ζώμεν» όλοι, δσοι πιστεύομεν καί έχομεν βαπτισθή είς τό όνομα τής άγιας Τριάδος. Τά σύνορα τής βασιλείας τού Χριστού — τής «χώρας», είς τήν όποιαν άνήκομεν — περιλαμβάνουν ζώντας καί κεκοιμημένους. Δι αύτό γράφει ό θείος Παύλος: Καί έάν ζώμεν καί έάν άποθνήσκωμεν, είμεθα κτήμα τού Κυρίου, ό όποιος είναι ή αιώνιος ζωή (Ρωμ. ιδ' 8). ’Ένεκα λοιπόν τού συνδέσμου, πού ύπάρχει μεταξύ ήμών τών ζώντων καί έκείνων, τών κεκοιμημένων, άλλά καί τής άγάπης προς έκείνους, μάλιστα δέ πρός τούς συγγενείς μας — γονείς, συζύγους, άδελφούς, τέκνα — έχομεν ύποχρέωσιν νά τελώμεν ύπέρ τής ψυχής των Μνημόσυνα.

Αί Άποστολικαί Διαταγαί συνιστοΰν νά έπιτελώμεν Μνημόσυνα ύπέρ τών κεκοιμημένων «έν ψαλμοϊς καί άναγνώσεσι καί προσευχαΐς» τήν τρίτην ήμέραν άπό τού θανάτου τού προσφιλούς μας, διά τόν Κύριον Ίησοϋν «τόν διά τριών ήμερών έγερθέντα». Επίσης νά έπιτελώμεν Μνημόσυνα «-ένατα (κατά τήν ένάτην ήμέραν, έννιάμερα) είς ΰπόμνησιν τών περιόντων (είς ένθύμησιν τών ζώντων) καί τών κε- κοιμημένων καί τεσσαρακοστά (κατά τήν τεσσαρακοστήν ήμέραν άπό τού θανάτου) κατά τόν παλαιόν τύπον». Διότι έτσι έπένθησε καί ό Ίσραηλιτικός λαός τόν μέγαν Μωϋσήν. Εκτός αύτών πρέπει νά τε- λώμεν καί Μνημόσυνα «ένιαύσια (έτήσια) ύπέρ μνείας» τού κεκοιμημένου  Τά τριήμερα, ώς Μνημόσυνα, τά όποια γίνονται είς άνάμνησιν τής τριημέρου Άναστάσεως τού Κυρίου, συνιστφ καί ό άγιος ’Ισίδωρος ό Πηλουσιώτης (370-437). Ό θεοφόρος αύτός Πατήρ, διευκρινίζων πώς ύπολογίζονται οΙ τρεις ήμέρες καί τρεις νύκτες, κατά τις όποιες ό Σωτήρ παρέμεινεν είς τόν τάφον, προσθέτει· κατά παρόμοιον τρόπον καί έμεΐς έχομεν συνήθειαν νά τελώμεν Μνημόσυνα υπέρ τών κεκοιμημένων τήν τρίτην ήμέραν άπό τοΰ θανάτου των .
Ό άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης είς τά τριήμερα καί έννιάμερα βλέπει άλλον συμβολισμόν. Γράφει: Τά «τρίτα (τριήμερα) έπιτελοϋνται διά τήν 'Αγίαν Τριάδα», διότι άπό αύτήν έχομεν τήν ΰπαρξιν καί τήν ζωήν καί έπειδή δι αυτής προσφέρονται είς ήμάς «πάντα τά τής ζωής καί σωτηρίας». Τά «-ένατα (έννιάμερα), συνεχίζει, μάς ύπενθυμίζουν τά έννέα τάγματα τών άγιων Αγγέλων, είς τούς όποιους έχει συγκαταριθμηθή ώς άϋλον πλέον πνεύμα καί ό κεκοιμημένος προσφιλής μας. «Τά τεσσαρακοστά» τελούνται «διά τήν τοΰΣωτήρος Ανάληψιν», ή όποια έγινε «τεσσαράκοντα ήμέρας» μετά τήν τριήμερον Άνάστασίν του. Τέλος τά τρίμηνα, έξάμηνα καί έννεάμηνα συμβολίζουν «τήν Τριάδα, τόν τών όλων Θεόν» καί γίνονται είς δόξαν τοΰ Τριαδικού Θεού ύπέρ τοΰ μεταστάντος. Διότι ό κοιμηθείς άπό τήν Παναγίαν Τριάδα έδημιουργήθη, είς αύτήν θά μεταβή τώρα, που έχωρί- σθη άπό τό σώμα, καί άπό αύτήν πάλιν έλπίζει νά λάβη τήν άνάστασιν τοΰ σώματός του .
Τά έτήσια Μνημόσυνα άναφέρει καί ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος είς τόν έπιτάφιον λόγον, τον όποιον έξεφώνησεν κατά τόν θάνατον τοϋ άδελφοϋ του Καισαρίου. Ειπεν ή θεολόγος γλώσσα: «Τά μέν άποδεδώκαμεν, τα δε καί δώσομεν, τάς δι’ έτους προσφέροντες τιμάς τε καί μνήμας» . Δηλαδή· ένα μέρος άπό αύτά πού εϊχαμεν χρέος νά σοϋ προσφέρωμεν, σοΰ τό έπροσφέραμεν σοϋ ύποσχόμεθα δέ τό υπόλοιπον, τις έτήσιες τιμητικές προσφορές καί τά μνημόσυνα. Ό Συμεών Θεσσαλονίκης, άναφερόμενος είς τό έτήσιον Μνημόσυνον, παρατηρεί: Τούτο δηλοΐ τήν πρός τά έκεΐ «τελείωσιν» καί άτι αύτός πού άπέθανε «ζή καί άθάνατός έστι» κατά τήν ψυχήν θά έλθη δέ και¬ρός, κατά τόν όποιον θά άναστηθή καί πάλιν, οταν θελήση ό Πλάστης καί όταν ώς Δημιουργός θά άναστήση καί τό σώμα .
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Υπέρ Κεκοιμημένων

0 σχόλια
ἸΩΑΝΝΗΣ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

“Δεν θέλω, ἀδελφοί μου, νὰ ἀγνοεῖτε τα σχετικὰ μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γιᾶ νᾶ μὴν λυπάσθε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. “Γιατί ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καῖ ἀναστήθηκε, ἔτσι καῖ ὁ Θεός, ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, ὄντας ἐνωμένοι μαζί του μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ, θᾶ τοὺς πάρει κοντᾶ του”.


1.- Ἂς δοῦμε λοιπόν, πρῶτα ἀπ’ὅλα αὐτό: Γιατί ὁ Ἀπόστολος, ὅταν μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει το θὰνατό Του, “θάνατο”, ἐνῶ ὅταν μιλάει γιὰ τὸ τέλος του ἀνθρώπου, ὀνομάζει το θὰνατο “κοίμηση”, καὶ ὂχι “θάνατο

2. Μιλάει γιὰ ὅσους ἔχουν “κοιμηθεὶ” καὶ ὄχι γιᾶ ὅσους “πέθαναν”. Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ μὲ πίστη στὸν Ἰησοῦ νᾶ φέρει μαζί Του. Καὶ στὴ συνέχεια λέει: “ἐμεὶς οἱ ζωντανοὶ ποὺ θὰ μείνουμε πὶσω καὶ θὰ εἲμαστε στὴ ζωὴ ὅταν ἔρθει ὁ Κύριος, δὲν θὰ προφθάσουμε ὅσους θᾶ ἔχουν κοιμηθεί”
3. Οὔτε ἐδῶ βέβαια, εἶπε “αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει”, ἀλλὰ μολονότι μιλάει τρίτη φορὰ γι’αὐτό, πάλι τὸ ὀνόμασε “κοίμηση”. Ὅταν ὅμως μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει: “Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε”. Δὲν λέει “κοιμήθηκε, ἀλλὰ “πέθανε”.

Γιατί λοιπόν, τὸ θὰνατό του Χριστοῦ τὸν ὀνόμασε θὰνατο, ἐνῶ τὸν θὰνατό του ἀνθρώπου τὸν ὀνόμασε κοίμηση; Δὲν χρησιμοποίησε ἀσφαλώς, ὁ Ἀπόστολος ἄσκοπα καὶ ἐπιπόλαια αὐτὲς τὶς λέξεις, ἀλλὰ θέλησε μὲ αὐτὴ τὴ διάκριση, νὰ διδάξει κάτι πολὺ σπουδαῖο καὶ μεγάλο.

Γιὰ τὴν περίπτωσή του Χριστοῦ, χρησιμοποίησε τὴ λέξη “θάνατο”, γιὰ νὰ βεβαιώσει το πάθος Του. Γιὰ τους ἀνθρώπους ὅμως χρησιμοποίησε τὴ λέξη “κοίμηση” γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν πόνο μας.


Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γι’αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ μὲ ἄνεση τὴ λέξη “θάνατος”. Γιὰ τὴν περίπτωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στηρίζεται στὴν ἐλπίδα της ἀναστάσεώς Του, χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος τὴ λέξη “κοίμηση”, προσπαθώντας ἔτσι, νὰ παρηγορήσει τους δικοὺς γιὰ τὴν στέρησή του ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε καὶ ταυτόχρονα νᾶ τοὺς ἐνισχύσει μὲ τὴν ἐλπίδα της ἀναστάσεως. Γιατί, ὅποιος ἔχει κοιμηθεῖ, σίγουρα θᾶ ἀναστηθεῖ,
ἐφόσον ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὕπνος μακρύς.


     
    Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ
    ΡΟΟΥΖ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ

Το βιβλίο αυτό απευθύνεται στο σύγχρονο άνθρωπο που στέκεται με αμηχανία μπροστά στο γεγονός του θανατου. Παρουσιάζει την δύο χιλιάδων ετών διδασκαλία της Ανατολικης Ορθόδοξης Εκκλησίας σχετικά με την πραγματικότητα του άλλου κόσμου, σε σύγκριση και αντίθεση με τις σύγχρονες "μεταθανάτιες εμπειρίες", όπως αυτές περιγράφονται από διάφορους ερμηνευτές. Έτσι ο αναγνώστης καθίσταται κοινωνός της αληθειας, η οποία, στις μέρες μας, διαστρέφεται από το κοσμικό πνεύμα και τις αιρέσεις. Τα επιχειρηματα που παρατίθενται προέρχονται από τον πλούτο της πατερικης παράδοσης και έχουν σκοπό να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από την εγωπάθειά του, έτσι ώστε να μπορέσει να γνωρίσει τον Θεό και την αγάπη Του.




Ο σύγχρονος άνθρωπος ο οποίος αναπτύσσεται σε ένα κοσμικό περιβάλλον και έχει δεχθεί  μία παιδεία ουμανιστική στο πνεύμα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, στέκεται με αμηχανία ενώπιον των μεγάλων γεγονότων και αισθημάτων όπως είναι ο θάνατος, η αγάπη, η μετάνοια, η ευλάβεια και άλλα. Αδυνατεί να τα κατανοήσει και να τα ερμηνεύσει γιατί τα προσεγγίζει όχι με νου «καθηγεμόνα και αυτοκράτορα» αλλά αποπροσανατολισμένο και «δούλο των αλόγων παθών».


Έτσι, αν δε μαθητεύσει ταπεινά στην παράδοση που μεταφέρει ότι χαρισματικά έχει βιωθεί και βιώνεται από τους αγίους της Εκκλησίας, είναι ανοιχτός σε οποιαδήποτε ιδέα ή εμπειρία συγκινήσει την αμηχανία του.

Ειδικότερα στο θέμα της ζωής μετά το θάνατο, ο σύγχρονος άνθρωπος, ανάσκητος όπως είναι στο να «δοκιμάζει τα πνεύματα», γίνεται κοινωνός ρομαντικών αντιλήψεων που τον αφήνουν εκτεθειμένο σε ιδέες και αντιλήψεις που απέχουν πολύ από την αλήθεια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μη συντονίζεται με την αλήθεια που θα μπορούσε να τον θεραπεύσει και τελικά να τον σώσει.

Σ’ αυτόν τον σύγχρονο άνθρωπο απευθύνεται το βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ. Στόχος του δεν είναι να τον κρίνει  ή να τον κατηγορήσει για τίποτα, αλλά αντίθετα να τον καταστήσει  κοινωνό της αλήθειας, η οποία διαστρέφεται από το κοσμικό πνεύμα και τα παραμορφωτικά έσοπτρα των χριστιανικών αιρέσεων. Τα επιχειρήματά του προέρχονται από τον πλούτο της πατερικής παραδόσεως, γι’ αυτό στο βάθος τους είναι φιλάνθρωπα. Ακόμα και οι αναφορές στα «εναέρια τελώνια» έχουν την ποιότητα αυτής της φιλανθρωπίας. Όλα καλούν σε μετάνοια, σε κατάνυξη, σε μια ιερή όσο και έμπονη διαδικασία που οδηγεί στη «βαθειά ειρήνη» για την οποία ομιλούν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Όλα έχουν σαν σκοπό να ελευθερώσουν το άνθρωπο από την εγωπάθειά του, έτσι ώστε να  μπορέσει να  γνωρίσει το Θεό και την αγάπη Του.


Και η εμπειρία της αγάπης του θεού είναι η πιο συγκλονιστική μεταθανάτια εμπειρία, δια της οποίας ο αγαπώμενος από το Θεό άνθρωπος υπερβαίνει τη ζωή και το θάνατο, ελκόμενος από την άκτιστη Χάρη Του.

Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Τὰ Ψυχοσάββατα

0 σχόλια
Τὰ Ψυχοσάββατα
Ποιὰ εἶναι, πότε καὶ γιατί τελοῦνται

Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἡ ἁγία Ὀρθόδoξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι᾿ αὐτούς. Κάθε Σάββατο δηλαδή.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε (ἐπι)κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι᾿ αὐτούς.

Στὸ δίπτυχο (χαρτάκι), ποὺ φέρνουμε μαζὶ μὲ τὸ προσφορο γιὰ τὴ θεία Λειτουργία, ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται.

Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποῖα ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα. Τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.



Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπομένη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου.Ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτή. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ δείξει τὴν συμπάθεια καὶ τὴν μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει στὴν Ἐπουράνια Βασιλεία Του.

Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γῆς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς.

Ὁ λόγος ποὺ τὰ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ σὲ ἡλικία ἢ στην ξενιτιὰ ἢ στὴν θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνο αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν». Συγχρόνως δέ, ἐνθυμούμενοι καὶ ἐμεῖς τὸν θάνατο, «διεγειρόμεθα πρὸς μετάνοιαν».


Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι: «Ἡ καθιέρωσις τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου ἐγένετο μᾶλλον κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡς μόνου προϋπάρχοντος».
Ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ μνημόσυνα

Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴν μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση.

Ἤδη στὶς Ἀποστολικὲς Διδαχὲς βρίσκεται ἡ διάκριση τῶν μνημοσύνων σὲ «τρίτα», «ἔνατα», «τεσσαρακοστὰ» καὶ ἐνιαύσια» (ἐτήσια), ἀνάλογα μὲ τὸ χρόνο τελέσεώς τους ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου.

Πολλοὶ συμβολισμοὶ τῶν ἐπιμέρους μνημοσύνων ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς πατέρες. Οἱ κυριότεροι εἶναι οἱ ἑξῆς: Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία. Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ. Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀναλήψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του. Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή. Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μῆνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα»).

Τὴν μεγαλύτερη ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους, γιατὶ τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἐνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγορούνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε νεκρὸ μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφο ρὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς θείας Λειτουργίας.

Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.
Ἐξηγήσεις παρερμηνειῶν

Θὰ πρέπει, τέλος, νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι πολλὰ λάθη ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ παρελθόντος ἔχουν φτάσει ὡς τὶς μέρες μας, καὶ θὰ πρέπει ἄμεσα νὰ διορθωθοῦν.

α) Τὰ μνημόσυνα θὰ πρέπει νὰ γίνονται ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ποὺ πρέπει καὶ ὄχι νωρίτερα ἢ ἀργότερα.

β) Τὸ σπάσιμο γυάλινων ἀντικειμένων ἢ ἄλλων τοιούτων, εἶναι ἄκρως εἰδωλολατρικὴ συνήθεια καὶ ἁμαρτάνουν ὅσοι τὸ πράττουν.

γ) Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια-ψωμάκια-γλυκά κ.τ.λ.)

δ) Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλὰ ἑορτάζουμε τὸ «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

ε) Στὰ Ψυχοσάββατα μποροῦμε νὰ παραθέτουμε κόλλυβα εἴτε στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Παρασκευῆς, εἴτε στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, εἴτε καὶ στὰ δύο. Πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἀξίας, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἀκολουθία διαβάζεται.

στ) Τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα δὲν τὰ σκορπίζουμε στὸν τάφο, οὔτε τὰ ἀπορρίπτουμε στὰ σκουπίδια, πράξεις ἐκκλησιαστικὰ ἀπαράδεκτες.

Σὲ κάθε περίπτωση, ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν λύση τυχὸν ἀποριῶν σας, εἶναι μόνον ὁ ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ.



Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>