Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Η Σύναξις τῶν ῾Οσίων Γερόντων τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς τῆς ῎Οπτινα



᾿Απὸ  τὸ  ῾Αγιολόγιο  τῆς  ᾿Ορθοδόξου  ᾿Εκκλησίας ἐν Ρωσίᾳ
 Η Σύναξις τῶν  ῾Οσίων  Γερόντων τῆς  ῾Ιερᾶς  Μονῆς τῆς  ῎Οπτινα

Οἱ  14 Στάρετς:
Μωϋσῆς, ᾿Αντώνιος, Λεωνίδας/ Λέων,  Μακάριος,   ῾Ιλαρίων,᾿Αμβρόσιος,   ᾿Ανατόλιος   Αʹ,᾿Ισαὰκ Αʹ, ᾿Ιωσήφ, Βαρσα- νούφιος, ᾿Ανατόλιος  ὁ  Νέος, Νεκτάριος,  Νίκων καὶ ᾿Ισαὰκ1
Μνήμη: 11η  ᾿Οκτωβρίου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ  τῆς ῎Οπτινα εὑρίσκεται στὴν περιοχὴ Καλούγκα, σὲ κάποια  ἀπόστασι ἀπὸ  τὴν  πόλι  Κοζέλσκ,  διακόσια  περίπου χιλιόμετρα νοτίως  τῆς Μόσχας, στὴν  δεξιὰ ὄχθη τοῦ ποταμοῦ  Ζίν-
τρα,  στὶς  παρυφὲς πυκνοῦ  δάσους. Καθ᾿  ὅλον  τὸν ΙΘʹ  αἰ.  καὶ  μέχρι  τοὺς  διωγμούς,  τοὺς  ὁποίους ἐκίνησαν οἱ μπολσεβῖκοι, ὑπῆρξε κέντρο ἑνὸς μεγάλου κινήματος πνευ- ματικῆς ἀνανεώσεως, ἡ ὁποία ἀντλοῦσε ἀπὸ  τὴν ῾Ησυχαστικὴ Παράδοσι  ποὺ μετέφεραν   στὴν  Ρωσία  οἱ μαθητὲς  τοῦ ῾Οσίου Πατρὸς ἡμῶν Παϊσίου  Βελιτσκόφσκυ  († 15η Νοεμβρίου 1796).
Γνωστὴ ἤδη ἀπὸ  τὸν ΙϚʹ αἰ., ἡ ῾Ιερὰ Μονὴ τῆς ῎Οπτινα ἐρημώθη- κε τελείως, ἐξ αἰτίας τῶν  μέτρων, τὰ ὁποῖα  ἐπέβαλε ἡ Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη  Βʹ  κατὰ τῶν  Μοναχῶν  (1764).
Πρὸς τὰ τέλη τοῦ ΙΗʹ αἰ., ὁ Μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων, διερχό- μενος  ἀπὸ   τὴν  ῎Οπτινα,  ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ   τὴν  ὀμορφιὰ  τοῦ τόπου καὶ ἐπεφόρτισε  τὸν ῾Ηγούμενο ᾿Αβραὰμ τῆς Μονῆς Πέσνοσα, νὰ  ἀνακαινίση  τὸ Μοναστήρι καὶ νὰ  ἀποκαταστήση τὴν  κοινοβιακὴ ζωὴ καὶ τὴν πνευματικὴ  Παράδοσι  τοῦ ῾Οσίου Παϊσίου.

* * *


ΤΡΙΑΝΤΑ χρόνια  ἀργότερα, τὸ 1821,  ὁ ᾿Επίσκοπος τῆς  Καλούγκα Φιλάρετος, μελλοντικὸς  Μητροπολίτης Κιέβου,  ἔνθερμος  ὑποστηρι- κτὴς  τοῦ  ἡσυχαστικοῦ  ἰδεώδους  τοῦ  ῾Οσίου Παϊσίου,  ἵδρυσε  —ὡς ἐξάρτημα  τῆς  Μονῆς—  τὴν  ῾Ιερὰ  Σκήτη τοῦ Προδρόμου, γιὰ  τοὺς Μοναχοὺς ἐκείνους ποὺ ἤθελαν νὰ ἀφιερωθοῦν  ὁλοκληρωτικὰ στὴν προσευχή.
Γιὰ νὰ  τὴν ὀργανώσι τῆς  Σκήτης, προσεκάλεσε δύο κατὰ σάρκα ἀδελφούς, τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν ᾿Αντώνιο (Πουτίλωφ)2,  οἱ ὁποῖοι ζοῦ- σαν  ἤδη μία δεκαετία  στὰ δάση τοῦ Ροσλάβλ  (περιοχὴ τοῦ Σμολέν- σκ),  ὑπὸ  τὴν  καθοδήγησι  πνευματικῶν  Πατέρων  τοῦ κύκλου τοῦ
῾Οσίου Παϊσίου.
᾿Εκεῖ,  μέσα στὴν  σιωπὴ  καὶ τὴν ἀδι- άλειπτη   προσευχή,  ὁ  ΜΩΥΣΗΣ ἔμαθε νὰ δαμάζη τὸν φλογερὸ καὶ ὀργίλο χα- ρακτῆρα  του.
Μετὰ ἀπὸ  πίεσι τοῦ ᾿Επισκόπου, χει- ροτονήθηκε Πρεσβύτερος  καὶ ἀπαρνή- θηκε τὸν πόθο του νὰ  ἀφιερωθῆ  ὁλο- κληρωτικὰ στὴν  προσευχὴ καὶ τὴν θε- ωρία, προκειμένου νὰ ἀναλάβη τὶς ἀ- ναγκαῖες  οἰκοδομικὲς ἐργασίες στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ καὶ τὴν νεοπαγῆ Σκήτη.
Εὑρίσκετο στὴν  Μόσχα γιὰ νὰ συγ- κεντρώση  χορηγίες, ὅταν πληροφορή- θηκε ὅτι ἐξελέγη ῾Ηγούμενος. Παρέμεινε στὸ ἀξίωμα αὐτὸ τριάντα ἑπτὰ χρόνια,  κατὰ τὰ ὁποῖα  ἀναλώθηκε δίχως  φειδὼ  γιὰ  τὴν προκοπὴ τοῦ ῾Ιεροῦ Κοινοβίου.
«Πλούσιος ἐν πενίᾳ», ὅπως τοῦ ἄρεσε νὰ λέγη, ἐπιχειροῦσε πάν- τοτε μεγάλα  ἔργα  δίχως  νὰ  ἔχη τὰ ἀπαραίτητα κονδύλια, ὑπολογί- ζοντας μόνο στὴν  βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴν  διαχείρισι τῆς  Μονῆς βασιζόταν στὴν  εὐαγγελικὴ ἐντολὴ νὰ  μὴ μεριμνᾶ γιὰ  τὴν  αὔριον (Ματθ. ϛʹ 34) καὶ εἶχε ὡς  ἀρχὴ νὰ μὴν ἀφήνη ποτὲ νὰ μαζεύωνται χρήματα, τὰ ὁποῖα  διαμοίραζε στοὺς πτωχούς.
Σὲ ἐποχὲς ἀνέχειας, ξεκινοῦσε σημαντικὲς ἐργασίες  ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον  γιὰ  νὰ  συνδράμη  τὶς  ἀνάγκες τοῦ λαοῦ,  ἔστω καὶ  ἂν αὐτὸ ἐσήμαινε ὅτι τὸ Μοναστήρι θὰ  ἔμενε δίχως  ψωμί.
Δὲν  ἐφρόντιζε καθόλου  γιὰ  τὴν  περιουσία,  τὴν  ὁποία  κάποιοι ὑποψήφιοι γιὰ τὴν μοναστικὴ ζωὴ πρόσφεραν στὸ Μοναστήρι. Προ- τιμοῦσε νὰ δέχεται στὴν ᾿Αδελφότητα ὑποψηφίους πτωχοὺς ἢ ἀνήμ- πορους, ἀπὸ  τοὺς ὁποίους  δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐλπίδα  νὰ  συναπο- κομίση κανεὶς οἰκονομικὸ ὄφελος.
Παρὰ τὶς ἔξοχες ἀρετές  του καὶ τὶς ἱκανότητές  του γιὰ πνευμα- τικὴ καθοδήγησι, ὁ ᾿Αρχιμανδρίτης Μωϋσῆς περιωρίζετο στὴν διατή- ρησι τῆς εὐταξίας τῆς ᾿Αδελφότητας καὶ ἄφηνε  στοὺς Στάρετς ὅ,τι ἀφοροῦσε  τὴν  πνευματικὴ  ζωὴ τῶν  Μοναχῶν.
Χάρις σὲ  αὐτόν, ἦλθαν  καὶ ἐγκατεβίωσαν στὴν  Σκήτη οἱ ῞Οσιοι Γέροντες Λεωνίδας  καὶ Μακάριος, οἱ ὁποῖοι  ἔθεσαν  στὴν  ὑπηρεσία τῶν  ᾿Αδελφῶν  καὶ  τοῦ λαοῦ  τοῦ Θεοῦ, τὸ χάρισμα τῆς  διακρίσεως καὶ τῆς  προοράσεως.
῎Ετσι  λοιπόν,  καθιέρωσαν  τὸν θεσμ ὸ τῶν Γερόντων  (στάρτσεστ- βο), ὁ ὁποῖος  θὰ  ἔφερνε  μεγάλη  δόξα  στὸ εὐλογημένο  Μοναστήρι τῆς  ῎Οπτινα  καὶ τοῦ ὁποίου  θεσμοῦ  εἰσηγητὴς  εἶναι  δυνατὸν  νὰ θεωρηθῆ ὁ Στάρετς Μωϋσῆς.
᾿Εν τούτοις, αὐτὴ ἡ προφητικὴ  ἄσκησις τῆς πνευματικῆς καθοδη- γήσεως,  ἡ ὁποία σύντομα  θὰ σαγήνευε  τὰ πλήθη, προεκάλεσε ἀρ- χικῶς  βίαιες ἀντιδράσεις ἀπὸ πλευρᾶς καχύποπτων  ῾Ιεραρχῶν  καὶ ζηλόφθονων Μοναχῶν,  οἱ ὁποῖοι κατήγγειλαν τὸν ῾Ηγούμενο Μωϋσῆ στὶς  ἐκκλησιαστικὲς  ᾿Αρχὲς  ὡς  ἐπικίνδυνο  νεωτεριστή.
῾Ο Γέρων Μωϋσῆς ὑπέμενε ὅλες αὐτὲς  τὶς ἀντιξοότητες μὲ ταπεί- νωσι  ποὺ ὅλο  καὶ μεγάλωνε,   ἀναλαμβάνοντας μόνος  τὶς  εὐθῦνες, ὥστε νὰ  ἀφήση ἀπερίσπαστους τοὺς Στάρετς.
Πρὸς τὸ τέλος τῆς  ζωῆς  του ἔλεγε  μὲ ταπείνωσι:  «Γνωρίζω  τώ- ρα, ὅτι  εἶμαι ὁ ἔσχατος πάντων».
῎Εφθασε στὴν  ἡλικία τῶν  ὀγδόντα χρόνων. ῎Επασχε ἀπὸ  ὑδρω- πικία, ἡ ὁποία τὸν ἐκρατοῦσε καθηλωμένο στὴν κλίνη του, δὲν ἔπαυσε ὅμως νὰ διοικῆ τὸ Κοινόβιο καὶ νὰ μεριμνᾶ ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν παρα- μικρὴ λεπτομέρεια.
᾿Εκοιμήθη  ἐν  εἰρήνῃ τὴν  16η ᾿Ιουνίου  1862, ἀφοῦ  προηγουμένως ἐνεδύθη  στὴν  κλίνη του τὸ  Μέγα  Σχῆμα,  τὸ ὁποῖο  ποθοῦσε  ἐκ νεότητος αὐτοῦ καὶ τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε λάβει μέχρι τότε, προκειμένου νὰ  θέση τὸν ἑαυτό  του στὴν διακονία τῶν  ᾿Αδελφῶν.

* * *

ΜΕΤΑ  τὸν διορισμ ὸ  τοῦ Γέροντος  Μωϋσέως ὡς  ῾Ηγουμένου,  ὁ  ἀδελφός  του  ΑΝΤΩΝΙΟΣ τοποθετήθηκε  ἐπὶ  κεφαλῆς  τῆς  ῾Ιερᾶς  Σκήτης  (1825) 3.
᾿Εκ  νεότητος αὐτοῦ ποθοῦσε νὰ  ἀκο- λουθήση  τὸν μοναχικὸ  βίο. Μετέβη  στὸ δάσος   τοῦ  Ροσλάβλ,  ὅπου   ἀσκήτευε  ὁ κατὰ σάρκα ἀδελφός του Γέρων Μωϋσῆς, ἀφοῦ  προηγουμένως ὑπέστη πολλὰ βά- σανα  καὶ ταλαιπωρίες ἀπὸ τοὺς στρατι- ῶτες τοῦ Ναπολέοντος, κατὰ τὴν  ἅλωσι τῆς  Μόσχας (1812).
Διδάχθηκε μέσα στὴν ἡσυχία τὴν πλήρη ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήμα- τος καὶ τὴν  ταπείνωσι, ἡ ὁποία  ἐπιτρέπει στὴν  Χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργῆ  στὴν  καρδιὰ τοῦ Μοναχοῦ.
Σὲ ὅλη του τὴν  ζωή,  θεωροῦσε  τὸν ἑαυτό  του ὑποτακτικὸ τοῦ ἀδελφοῦ   του  Γέροντος  Μωϋσέως,  ὁ  ὁποῖος   συχνὰ  τοῦ  ἐφέρετο αὐστηρὰ  γιὰ νὰ τὸν δοκιμάση. ῾Ο ᾿Αντώνιος παρέμενε ἐνώπιόν τοῦ Γέροντος πάντοτε σιωπηλὸς  ἀπὸ  σεβασμό,  στὸν ὁποῖο καὶ ἐξαγο- ρευόταν καὶ  τὸν παραμικρὸ  λογισμό  του.
Εἶχε μεγάλο  ζῆλο  γιὰ  τὶς  ἱερὲς  ᾿Ακολουθίες  καὶ ὅταν ἐπέστρεφε στὸ κελλί  του, ἀφιέρωνε  ὅλο τὸν ἐλεύθερο  χρόνο  του στὴν μελέτη καὶ τὴν προσευχή.
᾿Αφοῦ  ἐκαθάρισε  τὸ ἔδαφος   τῆς  νεοπαγοῦς Σκήτης μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια  καὶ ἔκτισε τὰ πρῶτα κελλιά, ἐπὶ  δεκατέσσερα χρόνια ἐπαγρυπνοῦσε γιὰ τὴν  ὀργάνωσι   τῆς  Σκήτης, ἀναλαμβάνοντας  ὁ ἴδιος τὶς ἐργασίες,  τὶς ὁποῖες  οἱ ᾿Αδελφοὶ δὲν εἶχαν  τὴν δυνατότητα νὰ  φέρουν  εἰς πέρας.
῾Η  ᾿Αδελφότης ἦταν  ὠργανωμένη σὰν  πραγματικὸς προθάλαμος τῶν  Οὐρανῶν.  ᾿Εθαύμαζε  κανεὶς  τὴν  αὐστηρότητα, τὴν  ταπείνωσι καὶ τὴν  ἁπλότητα τῶν  Μοναχῶν,  καθὼς  καὶ τὴν  εὐλάβεια  καὶ τὴν βαθειά  τους κατάνυξι  στὶς  πολύωρες  ᾿Ακολουθίες.
῾Υπὸ τὴν καθοδήγησί τοῦ Στάρετς ᾿Αντωνίου, ἡ ῾Ιερὰ Σκήτη κατέστη πόλος ἕλξεως  πνευματοφόρων ἀνδρῶν.῍Αν καὶ ἦταν  συχνὰ ἄρρωστος καὶ ἐπὶ  τριάντα χρόνια  ὑπέφερε ἀπὸ   πυώδη  ἕλκη στὰ πόδια καὶ πονοῦσε σὲ  τέτοιο βαθμό,  ὥστε ἐνόμιζε ὅτι  τοῦ ἔκοβαν  αὐτὰ μὲ πριόνι,  ὁ ᾿Αντώνιος εἶχε  πάντοτε ἱλαρὸ πρόσωπο καὶ ἀντιμετώπιζε τὶς δοκιμασίες ὡς  θεόσταλτη θε- ραπεία  γιὰ τὴν σωτηρία  τῆς  ψυχῆς του.
῎Εκανε ὑπομονὴ καὶ ἐκμεταλλευόταν τὶς περιόδους, κατὰ τὶς ὁποῖες δὲν τοῦ ἦταν  δυνατὸν νὰ  ἐξέλθη ἀπὸ  τὸ κελλί του, ὥστε νὰ  ἀφιε- ρώνεται   στὴν  μελέτη  καὶ τὴν  προσευχή·   μόλις  δὲ  ἀνακτοῦσε  τὶς δυνάμεις του, ἀνελάμβανε  ἐκ νέου τὶς ἐργασίες  του.
Τοῦ  ἐπεφυλάσσετο  ὅμως  μία ἀκόμη μεγαλύτερη   δοκιμασία.  Τὸ 1839, ὁ ᾿Επίσκοπος  Νικόλαος  τῆς Καλούγκα,  τὸν ὁποῖο  ἐνοχλοῦσε ἡ ἀκτινοβολία  τῶν  Στάρετς, τὸν διώρισε  ῾Ηγούμενο  τῆς  Μονῆς τοῦ
῾Αγίου Νικολάου τοῦ Μαλογιαροσλάβετς, ὅπου  ὑπῆρχε ἡ συνήθεια οἱ ῾Ηγούμενοι  νὰ  προέρχωνται ἀπὸ  τὴν  ῎Οπτινα.Τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπέβη γιὰ τὸν ᾿Αντώνιο ἀληθινὸ μαρτύριο, διότι ἐκτὸς ἀπὸ  τὴν διοίκησι τῆς  Μονῆς, ἡ ὁποία  εὑρίσκετο πλησίον  τῆς πόλεως, ἔπρεπε νὰ καθοδηγῆ μιία ᾿Αδελφότητα δώδεκα Μοναχῶν,  ἡ ὁποία  ἐστερεῖτο ἑνότητος καὶ  ζήλου.
᾿Εζήτησε ἐπανειλημμένως  ἀπὸ τὸν ᾿Επίσκοπο  νὰ  τὸν ἀπαλλάξη τοῦ  ἀξιώματος, ἀλλὰ  πάντοτε  συναντοῦσε τὴν  ἀνένδοτη   ἄρνησί του. ῾Ο ᾿Αντώνιος μετέβαινε κατὰ καιροὺς στὴν Μόσχα γιὰ τὶς ὑπο- θέσεις  τῆς  Μονῆς. ᾿Εκεῖ,  προσείλκυσε  τὴν  προσοχὴ τοῦ ῾Αγίου Μη- τροπολίτου Φιλάρετου, ὁ ὁποῖος  κατανοώντας τὴν πνευματική του δοκιμασία, μεσολάβησε  ὑπὲρ αὐτοῦ στὸν ᾿Επίσκοπο τῆς  Καλούγκα. Τέλος, μετὰ  τὸν διορισμ ὸ ἑνὸς  νέου  ᾿Επισκόπου,  ἡ παραίτησίς  του ἔγινε δεκτὴ καὶ ἀφοῦ  ἔγινε ἡ ἐνθρόνισις τοῦ διαδόχου του, ὁ ᾿Αντώ- νιος ἀξιώθηκε νὰ ἐπιστρέψη στὴν ῎Οπτινα καὶ νὰ ἀναλάβη  ἐκ νέου τὴν θέσι τοῦ ὑποτακτικοῦ στὸν ἀδελφό  του Γέροντα Μωϋσῆ (1853).
Διῆλθε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του σὲ ἕνα μικρὸ κελλὶ τῆς Σκήτης, ἀπὸ   τὸ ὁποῖο  ἔβλεπε   μόνο  τὸν οὐρανό,  περιτριγυρισμένος  ἀπὸ στοῖβες βιβλίων, χωρὶς νὰ  ἀσχολῆται μὲ διοικητικὲς ὑποθέσεις.
Διατηροῦσε τὸν ἴδιο ζῆλο γιὰ τὴν προσευχὴ ὅπως καὶ στὴν  νεό- τητά  του καὶ τοῦ ἄρεσε  νὰ  λέγη:«῎Αρχισε νὰ  προσεύχεσαι πρὸς τὸν  Κύριον καὶ Θεὸν ἡμῶν καὶ πολὺ γρήγορα τὴν  καρδίαν  σου  θὰ  τὴν  θερ- μάνη ἡ γλυκύτης  τοῦ ᾿Ονόματός  Του, διότι ὁ Θεὸς ἡμῶν πῦρ  ἐστι,  καταφλέγον λογισμοὺς  ἀκαθάρτους καὶ  θερ- μαῖνον  τὴν  καρδίαν,  ὥστε  νὰ  ἐκπληρώση αὐτὴ  τὰς  ἐν- τολάς  Αὐτοῦ».
῞Οταν τελοῦσε τὴν  θεία Λειτουργία, ἦταν  πλήρης θείας  Χάριτος, ἰδιαιτέρως  μάλιστα  κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς  Μεγάλης  Εἰσόδου.
῎Εχοντας ὑποστηρίξει τὴν  ἐγκατάστασι τῶν  Στάρετς καὶ τὴν  ἀνάπτυξι  τῆς  θεοφιλοῦς   διακονίας  τους  (στάρτσεστβο), ἀπεῖχε  ὁ ἴδιος ἀπὸ  τὴν πνευματικὴ καθοδήγησι, ἀλλὰ  ἐδέχετο πάντα μὲ θέρ- μη καὶ προσήνεια  ὅσους  τὴν  ἐπιζητοῦσαν.
῞Οταν οἱ ἐπισκέπτες τοῦ ἔθεταν ἐρωτήματα φιλοσοφικὰ  ἢ θεολογικά, τοὺς παρέπεμπε στὸν Γέροντα Μωϋσῆ ἢ στὸν Στάρετς Μακά- ριο, ἢ τοὺς ἀπαντοῦσε πολὺ ἁπλᾶ:
«Καθάρισε  τὴν  καρδιά  σου  καὶ ὅλα  θὰ  τὰ  μάθης».῾Η  κοίμησις τοῦ κατὰ σάρκα  ἀδελφοῦ  καὶ πνευματικοῦ του Πα- τρὸς   Μωϋσέως  τὸ 1862 τὸν ἔθλιψε  βαθύτατα.  ᾿Απὸ  τότε ἔζησε ἔγκλειστος περίπου ἕναν χρόνο,  ἐρχόμενος ἔτσι, μυστικῶς, σὲ πνευ- ματικὴ κοινωνία  μὲ τὸν μεταστάντα.
Καθὼς οἱ ἀσθένειές  του χειροτέρευαν καὶ δὲν  ἦταν  σὲ  θέσι νὰ μεταβῆ στὴν  ᾿Εκκλησία,  ἐνεδύθη στὸ κελλί του τὸ Μέγα  Σχῆμα καὶ ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν προσευχή. Στὸν τοῖχο εἶχε ἀναρτη- μένο τὸ ρητό: «Χρόνου φείδου!»,  γραμμένο  μὲ μεγάλα  γράμματα.
Θεωρώντας ὅτι δὲν ἦταν παρὰ ἕνας  ἀρχάριος, προσέθετε ἄθλον ἐπὶ ἄθλου  στὴν  προετοιμασία του γιὰ  τὴν  συνάντησί  του μὲ τὸν Θεό. ᾿Εφρόντισε γιὰ ὅλες  τὶς λεπτομέρειες  τῆς  ταφῆς του, ἐκάλεσε στὸ προσκέφαλό του τὸν ῾Ηγούμενο  ᾿Ισαάκ,  προκειμένου  νὰ  λάβη τὴν  εὐλογία  του γιὰ  τὸ τελευταῖο ταξίδι καὶ παρέδωσε τὴν  ψυχή του στὸν Κύριο τὴν 7η Αὐγούστου 1865. ᾿Ενταφιάσθηκε δίπλα στὸν αὐταδελφό του ᾿Αββᾶ  Μωϋσῆ.

* * *


ΧΑΡΙΣ στὸ ἔργο τῶν ῾Οσίων Γερόντων Μω- ϋσέως  καὶ ᾿Αντωνίου,  ἐδημιουργήθησαν εὐ- νοϊκὲς συνθῆκες, ὥστε ἐν συνεχείᾳ ὁ Στά- ρετς  ΛΕΩΝΙΔΑΣ  (Ναγκόλκιν) νὰ  καθιε- ρώση τὸν θεοδώρητο  θεσμ ὸ τῶν  Γερόν-
των  (στάρτσεστβο) στὴν  ῎Οπτινα4. Γόνος  ταπεινῆς  οἰκογενείας  τοῦ Κα- ράτσεφ στὴν  Διοίκησι τοῦ ᾿Ορλώφ,  ἐργάσθηκε  στὰ νεανικά  του  χρόνια   ὡς ἐμπορικὸς ἀντιπρόσωπος καὶ ἀπέκτησε ἔτσι μεγάλη πεῖρα  τῶν  ἀνθρώπων.
Σὲ ἡλικία  εἴκοσι ἐννέα  ἐτῶν,  εἰσῆλθε στὴν  ῎Οπτινα ὡς δόκιμος, ἔμεινε μόνο δύο χρόνια  καὶ κατόπιν ἔλα- βε τὸ Σχῆμα στὴν  ῾Ιερὰ Μονὴ τῆς  Λευκῆς Χαράδρας.
᾿Ολίγο ἀργότερα, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος  καὶ συνάντησε τὸν Στάρετς Θεόδωρο5, ὁ ὁποῖος,  μετὰ ἀπὸ  πολύχρονη παραμονὴ στὴν ῾Ιερὰ  Μονὴ τοῦ  ῾Οσίου Παϊσίου  στὴν  Μολδαβία,  εἶχε  ἐπιστρέψει στὴν  Ρωσία γιὰ  νὰ  διαδώση  τὴν  ῾Ησυχαστικὴ  Παράδοσι.
῞Οταν ὁ Γέρων Λεωνίδας  ἔγινε ῾Ηγούμενος (1804), προσεκάλεσε πλησίον  του τὸν  Στάρετς  Θεόδωρο.  Μετὰ  ἀπὸ   τέσσερα   χρόνια παραιτήθηκε  τοῦ  ἀξιώματος τοῦ  ῾Ηγουμένου  καὶ  ἔλαβε  τὸ Μέγα Σχῆμα, μετονομασθεὶς  Λέων (ἢ Λέβ), προκειμένου νὰ ἀφιερωθῆ στὴν προσευχὴ μέσα στὸ δάσος,  μαζὶ μὲ τὸν Γέροντά του καὶ ἕναν  ἀκόμη
᾿Ερημίτη,  τὸν Γέροντα  Κλεόπα,  προερχόμενον καὶ ἐκεῖνον ἀπὸ  τὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τοῦ ῾Οσίου Παϊσίου  στὸ Νεάμτς. ῾Η  φήμη τοῦ Στάρετς Θεοδώρου  ὡς  πνευματικοῦ Πατρός,  σύν- τομα  προσείλκυε  πολλοὺς πιστοὺς, οἱ ὁποῖοι  διψοῦσαν  γιὰ  διδαχὴ καὶ ἔτσι οἱ τρεῖς ᾿Ερημῖτες ἀπεφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν περι- οχή, πρὸς  ἀναζήτησιν  τῆς  πλήρους  ἡσυχίας.
Οἱ Γέροντες  Λεωνίδας  καὶ  Κλεόπας  ἐγκατεστάθησαν σὲ μία Σκήτη τῆς ἀπομακρυσμένης ῾Ιερᾶς Μονῆς Βαλαάμ, στὴν λίμνη Λαντόγκα, ὅπου  ἦλθε νὰ  τοὺς συναντήση  καὶ ὁ Γέρων Θεόδωρος  μετὰ  ἀπὸ τριετῆ ἐγκλεισμ ὸ στὴν Μονὴ Παλεόστρωβ,  λόγῳ  συκοφαντικῶν κα- τηγοριῶν  ἐναντίον  του.
Καὶ στὴν Σκήτη ὅμως  αὐτή,  τὸ φῶς  τῆς  ἁγίας  βιοτῆς τους δὲν ἦταν  δυνατὸν  νὰ  ἀποκρυβῆ  καὶ  πάμπολλοι  ἦσαν  οἱ  Μοναχοί,  οἱ ὁποῖοι προσήρχοντο, ζητώντας συμβουλές. ῾Η φήμη αὐτὴ προκάλε-
σε τὴν ἀντίδρασι τοῦ ῾Ηγουμένου τῆς Μονῆς Βαλαάμ, ὁ ὁποῖος διαμαρτυρήθηκε  κατὰ τῶν  δῆθεν  νεωτεριστῶν  στὸν Μητροπολίτη τῆς  ῾Αγίας  Πετρουπόλεως.
Οἱ τρεῖς  ῞Οσιοι ᾿Ερημῖτες, ἂν  καὶ ἀθωώθησαν,  προετίμησαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Μονὴ Βαλαὰμ καὶ νὰ ἐγκαταβιώσουν στὴν  ῾Ιερὰ Μονὴ τοῦ ῾Οσίου ᾿Αλεξάνδρου τοῦ Σβίρ. ᾿Εκεῖ, πέντε χρόνια  ἀργότε- ρα (1822), ἀναπαύθηκε  ὁ Στάρετς Θεόδωρος.
῾Η  ἀπώλεια τοῦ Γέροντός του, ἦταν  σκληρὴ δοκιμασία γιὰ  τὸν Λεωνίδα, ὁ ὁποῖος  κατέφυγε στὸν Θεὸ καὶ ἔλαβε ἀπὸ  τὸν Κύριο τὸ δῶρο τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καὶ τῆς διακρίσεως τῶν  λογισμῶν.
῾Ο Λεωνίδας  θέλησε  νὰ  ἀποσυρθῆ στὴν  ῾Ιερὰ  Σκήτη τῆς  ῎Οπτινα, ἀλλὰ  οἱ  ᾿Αδελφοὶ  δὲν τὸν ἄφησαν  νὰ  τοὺς ἐγκαταλείψη.
Μόλις τὸ 1829, κατώρθωσε νὰ φύγη ἀπὸ  τὴν Μονὴ τοῦ Σβὶρ γιὰ νὰ ἐγκατασταθῆ στὴν ῎Οπτινα μαζὶ μὲ ἕξι ὑποτακτικούς του. ῞Οταν ἔφθασε  ἐκεῖ, ἡ τελειότης τοῦ ἀσκητικοῦ βίου του, ἡ σοφία,  τὸ χάρι- σμά του νὰ  διεισδύη στὰ μύχια τῆς  ψυχῆς,  καθὼς  καὶ ἡ καλωσύνη καὶ ἡ εὐσπλαγχνία του ἔναντι  τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ δυστυχισμένων, προσείλκυσαν στὸ πρόσωπό του τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμ ὸ ὅλων.
῏Ηταν γιγαντόσωμος καὶ ἰδιαίτερα ρωμαλέος· ἡ προχωρημένη ἡλι- κία του καὶ ἡ ἀρρώστια, ἡ ὁποία  τοῦ προκαλοῦσε παχυσαρκία, δὲν τὸν ἐμπόδιζαν νὰ  ἐφαρμόζη  πάντοτε μία αὐστηρὴ  ἐγκράτεια.  Εἶχε μακρυὰ γκριζοκίτρινα μαλλιὰ ποὺ θύμιζαν λιονταρίσια χαίτη καὶ βλέμμα ἄγρυπνο καὶ  διαπεραστικό.  Χρησιμοποιοῦσε  γλῶσσα  ζωντανὴ καὶ οἰκεία, τὴν  ὁποία  ἐχρωμάτιζε  πάντοτε μὲ χαριτολογήματα.
῾Η  παρουσία  του ἀνέδιδε  ἀτρόμητη  δύναμι καὶ  μεγαλειώδη γαλή- νη καὶ μετέδιδε σὲ ὅσους  τὸν ἐπλησίαζαν μίαν αἴσθησι εἰρήνης καὶ ἐμπιστοσύνης. ᾿Ενώπιόν του οἱ καρδιὲς ἄνοιγαν  πρὸς  τὸν Θεό, θλί- ψεις καὶ  κακοὶ  λογισμοὶ  διελύοντο.
῾Ο κόσμος συνέρρεε  στὸ μικρὸ κελλί του, τὸ ὁποῖο εἶχε γίνει τὸ πνευματικὸ κέντρο  τῆς Μονῆς, καθένας  δὲ εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ τοῦ ὑποβάλη  τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἤθελε, ἐν ὅσῳ  ὁ Γέρων,  ντυμένος στὰ λευκά, καθόταν στὴν κλίνη του καὶ ἀσχολεῖτο μὲ τὸ συνηθισμέ- νο ἐργόχειρό του: ἔπλεκε  ζῶνες.
Στοὺς μὲν  ἀποκάλυπτε  τοὺς κρυφοὺς  λογισμούς  τους, γιὰ  νὰ τοὺς βοηθήση νὰ  ἀλλάξουν ζωή, τοὺς δὲ ἐθεράπευε, διαβάζοντάς τους μία εὐχὴ ἢ χρίοντας αὐτοὺς μὲ ἁγιασμένο  ἔλαιο.
᾿Εδίδασκε, ἐνεθάρρυνε,  ἐγίνετο  τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, χωρὶς ποτὲ ὡστόσο νὰ  περισπᾶται  ἀπὸ   τὴν  ἐσωτερικὴ  περισυλλογὴ  καὶ τὴν προσευχή.
᾿Εν τούτοις, ὡρισμένοι Μοναχοὶ ἐσκανδαλίζοντο,  βλέποντας ἕναν ῾Ησυχαστὴ νὰ  συνομιλῆ τόσο ἐλεύθερα  —καὶ συχνὰ γιὰ  τόσες πολ- λὲς  ὧρες— μὲ ἀνθρώπους κάθε εἴδους.
῎Αλλοι τὸν ἐμέμφοντο, ὅτι δῆθεν καινοτομοῦσε στὸν τρόπο  ἀσκή- σεως  τῆς  ἱερᾶς  ᾿Εξομολογήσεως. ῾Ο Στάρετς Λεωνίδας  τοὺς ἀπαν- τοῦσε, ὅτι ἡ πρακτικὴ  τῆς ἐξαγορεύσεως τῶν  λογισμῶν καὶ ἡ πνευ- ματικὴ συνομιλία μὲ ἕναν  Γέροντα, ποὺ ἀνάγεται στὶς  ἀπαρχὲς τοῦ Μοναχισμοῦ,  δὲν  ἀποβλέπει  στὴν  ὑποκατάστασι  τοῦ  Μυστηρίου τῆς ᾿Εξομολογήσεως, ἀλλὰ στὴν συμπλήρωσί του. Δὲν ἀρκεῖ, δηλαδή, νὰ ἀκούη ὁ ῾Ιερεὺς τὴν συχνὰ μηχανικὴ ᾿Εξομολόγησι τῶν  ἁμαρτιῶν καὶ  νὰ διαβάζη μία συγχωρητικὴ  εὐχή, ἀλλὰ  πρέπει  νὰ ἐπανορθώ- νη ἐπίσης  τὴν συνείδησι, νὰ δίνη στὸν ἐξομολογούμενο  τὴν ἐλευθε- ρία του, νὰ ἀποκαθιστᾶ στὸ πρόσωπο τὴν ἱκανότητα  νὰ προχωρῆ ἐλεύθερα  πρὸς  τὸν Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο,  τὸ ὁποῖο ἐπιτελεῖ ὁ Στάρετς μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.
Οἱ δραστηριότητες τοῦ Γέροντος ἐξακολουθοῦσαν ὡστόσο νὰ προ- καλοῦν  ὑποψίες  καὶ ζηλοφθονία.  Κατὰ  τὸ ἔτος  1836, ἡ μυστικὴ  ἀ- στυνομία ἔδωσε στὸν ᾿Επίσκοπο τῆς Καλούγκα μία ἀναφορὰ- καταγγελία, ὅτι δῆθεν ὁ ῾Ηγούμενος  Μωϋσῆς καὶ  ὁ Στάρετς Λεωνί- δας  ἀπεργάζονταν τὴν  καταστροφὴ τῆς  Μονῆς πρὸς  ὄφελος  τῆς Σκήτης. ῾Ο ᾿Επίσκοπος,  ὁ ὁποῖος  εἶχε  ἤδη ἐκδηλώσει τὴν  ἀντίθεσί του, ἐκάλεσε τὸν Στάρετς Μωϋσῆ καὶ τὸν ἐπέπληξε δριμύτατα, διέ- ταξε δὲ νὰ ἐγκατασταθῆ ὁ Λεωνίδας στὴν Μονὴ καὶ τοῦ ἀπαγόρευ- σε νὰ  φέρη τὸ Μέγα Σχῆμα καὶ νὰ  δέχεται ἐπισκέπτες.
῾Ο Στάρετς Λεωνίδας  ὑπάκουσε στὶς  δύο πρῶτες ἐντολές, ἀλλὰ τοῦ ἦταν  ἀδύνατο νὰ διώξη τὸ πλῆθος τῶν  πιστῶν, οἱ ὁποῖοι συγ- κεντρώνοντο στὴν  πόρτα τοῦ νέου  του κελλιοῦ. ῞Οταν ὁ ῾Ηγούμε- νος φοβισμένος  τὸν προειδοποίησε, ὅτι ἡ ἀνυπακοὴ στὸν ᾿Επίσκοπο θὰ  ἐσήμαινε  ἐκτοπισμ ὸ  στὴν  Σιβηρία, ὁ  Στάρετς  τοῦ  ἀπάντησε:
«Καὶ  λοιπόν!  Καὶ  στὴν  Σιβηρία νὰ  μὲ  στείλη  καὶ  ζωντανὸ  νὰ  μὲ κάψη, θὰ παραμείνω ὁ ἴδιος Λεωνίδας. Δὲν προσκαλῶ κανέναν  νὰ ἔλθη νὰ μὲ ἰδῆ, ἀλλὰ  δὲν μοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ διώξω ὅσους ἔρχον- ται». ῾Ο ῾Ηγούμενος  Μωϋσῆς ἀποσύρθηκε  τότε σιωπηλά.
Οἱ διώξεις  κατὰ  τοῦ Στάρετς  Λεωνίδα  ἐπεκτάθηκαν  καὶ στοὺς μαθητές  του. Καθὼς  εἶχε τὴν  συνήθεια νὰ  στέλνη τὶς  πνευματικές του θυγατέρες, οἱ ὁποῖες  ποθοῦσαν νὰ  ἀφιερωθοῦν  στὸν Θεό, σὲ μία ἐνάρετη  Μοναχὴ  τῆς  Μονῆς  Μπέλεφ,   ποὺ λεγόταν ᾿Ανθία,  ὁ
᾿Εξομολόγος τοῦ Κοινοβίου δυσαρεστήθηκε  ἀπὸ  τὴν φήμη ποὺ ἀπέ- κτησε ἡ ᾿Ανθία, ἡ ὁποία  δὲν τελοῦσε ὑπὸ  τὴν πνευματικὴ καθοδήγη- σι αὐτοῦ τοῦ ἰδίου.
῾Ο ᾿Εξομολόγος  κατηγόρησε  τὸν Στάρετς, ὅτι  δῆθεν  διέδιδε μία νέα αἵρεσι, ἀφοῦ  ἐπέτρεπε σὲ μία Μοναχὴ νὰ ἀκούη ᾿Εξομολογήσεις καὶ νὰ δίνη ἄφεσι στὸ ὄνομά του. ῎Εφθασαν  μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ τὸν κατηγορήσουν  ὡς δῆθεν μασόνο, ἐπειδὴ εἶχε συστήσει στὶς  Μο- ναχὲς νὰ  διαβάζουν  τὸν ᾿Αββᾶ  Δωρόθεο  Γάζης!
῾Η  ὑπόθεσις  ἔφθασε   ὣς  τὸν ᾿Επίσκοπο  Δαμασκηνὸ  τῆς  Τούλα, στὸν ὁποῖο ὑπαγόταν τὸ Κοινόβιο καὶ ὁ ὁποῖος  διέταξε νὰ ἐκδιωχθῆ ἡ Μοναχὴ ᾿Ανθία.
῞Οσο γιὰ τὸν Στάρετς, τὸν μετέφεραν  σὲ ἕνα ἀπομονωμένο κελλὶ καὶ τοῦ ἀπαγόρευσαν ἐκ νέου νὰ δέχεται ἐπισκέπτες. ῾Η ἀπαγόρευ- σις αὐτὴ  ἀπεδείχθη ἐκ τῶν  πραγμάτων ἀναποτελεσματικὴ καὶ δὲν στάθηκε  ἱκανὴ νὰ ἐμποδίση τὰ πλήθη  κόσμου, τὰ ὁποῖα συνέρρεαν γιὰ νὰ προσκυνήσουν καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἄκρη τοῦ ράσου του.
Εἶναι  βέβαιο,  ὅτι  δὲν  θὰ  ἀπέφευγε τελικὰ  τὴν  ἐξορία  στὸ Σο- λόβσκυ τοῦ ῎Απω  Βορρᾶ, χωρὶς τὴν θεόσταλτη παρέμβασι τῶν Μητροπολιτῶν Φιλαρέτου Κιέβου  καὶ Φιλαρέτου Μόσχας, τοὺς  ὁ- ποίους εἰδοποίησε ὁ Στάρετς Μακάριος μὲ ἐπιστολή του, ὡς καὶ τὴν συνηγορία  τοῦ ῾Αγίου  ᾿Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ.
῾Η Μοναχὴ ᾿Ανθία ἔγινε καὶ πάλι δεκτὴ στὴν  ῾Ιερὰ Μονὴ Μπέλεφ, μάλιστα δὲ  ἐν  συνέχειᾳ ἐξελέγη  καὶ ῾Ηγουμένη. ῾Ο ᾿Επίσκοπος τῆς Τούλα  μετέβη αὐτοπροσώπως στὴν  ῎Οπτινα
μαζὶ  μὲ  τὸν  ᾿Επίσκοπο   τῆς   Καλούγκα, προκειμένου   νὰ   ἀποκαταστήσουν   τὸν Στάρετς Λεωνίδα στὸ λειτούργημά  του.
῾Ο ῞Αγιος Γέρων Λεωνίδας ἦταν  πλέον ἑβδομήντα  δύο  ἐτῶν  καὶ ὀλίγο  ἀργότε- ρα, τὴν 11η  ᾿Οκτωβρίου 1841, παρέδωσε τὴν ὁσιακή του ψυχὴ  στὸν Κύριο.

* * *

ΣΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟ του λειτούργημα τὸν διαδέχθηκε ὁ Στάρετς ΜΑΚΑΡΙΟΣ (᾿Ι- βάνωφ) 6,  ὁ  ὁποῖος   κατὰ τὰ  τελευταῖα ἑπτὰ χρόνια  ὑπῆρξε  στενὸς συνεργάτης καὶ φίλος  του, τὸ «ἕτερον ἢμισύ του», κατὰ κάποιο  τρόπο.
Οἱ δύο  ἅγιοι  Γέροντες ἦταν  ὡστόσο πολὺ διαφορετικοί. ᾿Ενῶ ὁ Στάρετς Λεωνίδας  ἦταν  ἄνθρωπος  τοῦ λαοῦ,  μὲ μικρὴ  μόρφωσι, εὔθυμος, πρακτικὸς καὶ προσγειωμένος, ὁ Στάρετς Μακάριος ἦταν γόνος  οἰκογενείας  εὐλαβῶν  ἀρχόντων τῆς  περιοχῆς  τῆς  Καλούγκα.
῏Ηταν πρᾶος  καὶ συνεσταλμένος, μικροκαμωμένος καὶ ἀσθενικός,  μὲ ἐλαττωματικὴ ὅρασι  καὶ ὁμιλία. Τὸ πρόσωπό  του, ὄχι ἰδιαίτερα  ὄ- μορφο,  ἔδειχνε  σκυθρωπὸ ἐξ αἰτίας  τῆς  μόνιμης αὐτο-συγκεντρώ- σεως  καὶ περισυλλογῆς, ἀκτινοβολοῦσε  ὅμως καλωσύνη,  σὰν  νὰ  τὸ ἐφώτιζε  ἐσωτερικὰ ἕνα ἁπαλὸ φῶς.  ᾿Αγαποῦσε τὴν μουσικὴ καὶ τὴν φύσι, εἶχε δὲ μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ παιδεία.
Σὲ ἡλικία εἴκοσι δύο ἐτῶν  ἀπαρνήθηκε τὴν περιουσία του καὶ ἕνα πολλὰ ὑποσχόμενο συνοικέσιο, προκειμένου  νὰ γίνη δόκιμος Μονα- χὸς στὴν  ῾Ιερὰ Μονὴ τῆς Πλοστσάνσκ, ἡ ὁποία  ἦταν  ἀπομονωμένη μέσα  σὲ  πυκνὸ  δάσος  καὶ ὅπου  πενήντα Μοναχοὶ ἀκολουθοῦσαν τρόπο ζωῆς αὐστηρὸ  μέν, ἀλλὰ  ἐπικεντρωμένο μᾶλλον στὴν ἐξωτε- ρικὴ πειθαρχία.
Μετὰ  τὴν  πάροδο πέντε  ἐτῶν,   ἔλαβε  τὸ  Σχῆμα καὶ  σύντομα χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος (1815). ᾿Εκείνη τὴν ἐποχὴ ἦλθε στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ γιὰ νὰ περάση ἐκεῖ τὰ τέλη τοῦ βίου του, ὁ Στάρετς ᾿Αθανά- σιος  (Ζαχάρωφ). Εἶχε ζήσει στὸ Νεὰμτς  ὑπὸ τὴν  καθοδήγησι  τοῦ
῾Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ· ἐκεῖ εἶχε  λάβει  μέρος  στὸ ἔργο  τῆς μεταφράσεως πατερικῶν κειμένων καὶ εἶχε φέρει μαζί του στὴν  Ρω- σία πολλὰ χειρόγραφα κείμενα περὶ προσευχῆς καὶ θεωρίας. ῾Ο Μα- κάριος μυήθηκε ἀπὸ  τὸν Γέροντά  του στὰ συγγράμματα αὐτά,  κα- θὼς  καὶ στὴν  πρακτικὴ  τῆς  νοερᾶς  προσευχῆς.
῞Οταν ἀναπαύθηκε  ὁ Γέρων  ᾿Αθανάσιος  (1825), ὁ Μακάριος διω- ρίσθηκε ᾿Εξομολόγος στὸ Κοινόβιο τοῦ Σέφσκ. Προσευχόταν καὶ πα- ρακαλοῦσε  τὸν Θεὸ νὰ  τοῦ στείλη ἕναν  ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ  δώση λύσεις στὴν  πληθώρα  τῶν  ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα  προέκυπταν ἀ- πὸ  τὸ ἐξομολογητικὸ  λειτούργημα.
Μετὰ ἀπὸ  ὀλίγο καιρὸ συνάντησε τὸν Γέροντα Λεωνίδα, ὁ ὁποῖ- ος παρέμεινε ἕξι μῆνες στὸ Πλοστσάνσκ, πρὸ  τοῦ νὰ ἐγκατασταθῆ μονίμως στὴν ῎Οπτινα. ῾Ο Γέρων Λεωνίδας διέκρινε ἀμέσως  τὶς ἀρε- τὲς  τοῦ Μακαρίου καί, παρὰ τὴν  διαφορὰ  ἡλικίας, τοῦ συμπεριφε- ρόταν ὡς  ἴσος  πρὸς  ἴσον· τελικὰ  ὅμως, ἐνέδωσε  στὶς παρακλήσεις
τοῦ ταπεινοῦ  Μακαρίου καὶ  δέχθηκε νὰ  τοῦ συμπεριφέρεται  ὡσὰν σὲ ὑποτακτικό.Μετὰ τὴν ἀναχώρησι τοῦ πατρὸς  Λεωνίδου, οἱ δύο ἄνδρες  δια- τήρησαν  τακτικὴ ἀλληλογραφία,  ἀλλὰ  μόλις τὸ 1834 κατώρθωσε  ὁ Μακάριος νὰ ἀποδεσμευθῆ ἀπὸ  τὶς ὑποχρεώσεις του καὶ νὰ μεταβῆ στὴν  ῎Οπτινα  γιὰ  νὰ  τὸν συναντήση.
Τὸ 1836, διωρίσθηκε ᾿Εξομολόγος τῆς  ῾Ιερᾶς Μονῆς ῎Οπτινα καὶ μετὰ  ἀπὸ τρία χρόνια  Δικαῖος  τῆς Σκήτης. Δὲν ἔπαυσε ὅμως ποτὲ νὰ  θεωρῆ  τὸν ἑαυτό   του  ὑποτακτικὸ  τοῦ  Στάρετς  Λεωνίδου  καὶ ποτὲ δὲν ἐπιχειροῦσε ὅ,τιδήποτε χωρὶς τὴν εὐλογία  του. Δὲν ἔφευ- γε  ἀπὸ  πλησίον  του καὶ  ἐπὶ  μία ἑπταετία  καθωδηγοῦσαν ἀπὸ  κοι- νοῦ  τὴν  πνευματικὴ ζωὴ  τῶν  Μοναχῶν  καὶ τῶν  λαϊκῶν,  οἱ ὁποῖοι συνέρρεαν  στὴν  ῎Οπτινα. Θὰ  ἔλεγε  κανεὶς  ὅτι ἦταν  «ψυχὴ μία σὲ σώματα δύο».
Προικισμένος  μὲ  καλαισθησία,  ὁ  Στάρετς  Μακάριος  ἐφρόντισε πολὺ γιὰ  τὸν καλλωπισμ ὸ τοῦ ἀνθόκηπου  τῆς  Σκήτης, καθὼς  καὶ γιὰ τὸν ἐμπλουτισμ ὸ τῆς βιβλιοθήκης της. ᾿Εφρόντιζε ἐπίσης γιὰ τὴν εὐταξία τῶν  ῾Ιερῶν  ᾿Ακολουθιῶν.
᾿Εγείρετο στὶς  δύο  τὸ πρωῒ  καὶ ἀφοῦ  πρῶτα προσευχόταν γιὰ τέσσερις  περίπου ὧρες,  κατόπιν ἀσχολεῖτο μὲ τὴν  μετάφρασι  ἢ μὲ τὴν  διόρθωσι  μεταφράσεων πατερικῶν κειμένων ἢ μὲ τὴν  ἀλληλο- γραφία   του, ἡ ὁποία  ὑπῆρξε  ὀγκωδεστάτη·  μετὰ  τὴν  κοίμησί του ἐξεδόθησαν  πέντε τόμοι  μὲ ἐπιστολές  του, οἱ  ὁποῖες  ἀντανακλοῦν ὅλη τὴν πνευματικὴ  σοφία  του.
᾿Εγευμάτιζε ἀπὸ κοινοῦ  μὲ τοὺς μαθητὰς  του στὸ κελλί  του καὶ μετὰ  ἐπέτρεπε στὸν ἑαυτό  του ἕνα  διάλειμμα μιᾶς ὥρας  γιὰ  νὰ περιδιαβάση  στὸν ἀνθόκηπο.   Πήγαινε  σιωπηλὰ  ἀπὸ   λουλούδι  σὲ λουλούδι, γεμᾶτος θαυμασμ ὸ γιὰ  τὸ μεγαλεῖο  τῆς  Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.
᾿Απὸ  τὶς  δύο  τὸ μεσημέρι καὶ  ἑξῆς,  δεχόταν  στὸ ᾿Αρχονταρίκι, δίπλα στὴν εἴσοδο τῆς Σκήτης, ὅλους ὅσοι τὸν ἀνέμεναν,  ἄνδρες  καὶ γυναῖκες.  ῎Ακουγε τοὺς ἐπισκέπτες μὲ ἀγάπη καὶ ταπεινοφροσύνη, ὅποιο  καὶ ἂν ἦταν τὸ ζήτημα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσε. Διακρίνοντας ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἦταν  ὠφέλιμο γιὰ τὴν κατάστασί τους, ἀμέσως  τοὺς ἔδινε συμβουλὲς  ἢ τοὺς ἔλεγε  κάποιο  λόγο  παρηγορητικό,  ἔτσι  ὥ- στε μετὰ τὴν συνάντησι  μὲ τὸν Στάρετς ὅλοι ἔφευγαν ἀνανεωμένοι.
῾Ο λόγος  του, πάντοτε πρᾶος, ἔκανε τοὺς ὑπερηφάνους νὰ σκύβουν τὴν κεφαλή, ἔδινε ἐλπίδα  στοὺς ἀποκαμωμένους,  μετέστρεφε στὴν πίστι  τοὺς ἀπίστους καὶ εἶχε τὴν δύναμι νὰ ἐκβάλη τὰ δαιμόνια.
Μία ἡμέρα τοῦ ἔφεραν  ἕναν δαιμονισμένο. ῞Οταν ὁ Στάρετς εἰσῆλθε στὸ ᾿Αρχονταρίκι, ὁ δαιμονισμένος ὥρμησε μὲ φωνὲς  ἐπάνω του καὶ τὸν ἐρράπισε  δυνατά. ᾿Αμέσως ὁ Στάρετς τοῦ ἔστρεψε  καὶ τὸ ἄλλο μέρος  τοῦ προσώπου  του. Τότε, ὁ δαίμων  δὲν  ἄντεξε  καὶ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος  παρέμεινε γιὰ πολλὴ ὥρα λιπόθυμος στὰ πόδια τοῦ ῾Αγίου, ἀλλὰ  ὅταν συνῆλθε εἶχε θεραπευθῆ.
῞Οταν ἀποσυρόταν τὸ βράδυ στὸ κελλί του, ἐξαντλημένος καὶ μὴ δυνάμενος  πλέον νὰ  ὁμιλήση, ὁ  Γέρων ἄκουγε  προσευχὲς γιὰ  νὰ ξεκουρασθῆ  καὶ μετὰ  δεχόταν τοὺς ᾿Αδελφοὺς τῆς  Σκήτης γιὰ  τὴν καθημερινή τους ἐξομολόγησι.  Μετὰ  τὸ δεῖπνο  καὶ τὸ ᾿Απόδειπνο, συνέχιζε τὴν ἐνασχόλησί του μὲ τὴν ἀλληλογραφία μέχρι ἀργὰ  τὴν νύκτα.
«Τὸ πρόσωπό  του», ἔγραψε  ἕνας  ἀπὸ  τοὺς μαθητάς  του στὸν Βίο ποὺ συνέταξε, «ἦταν  φωτεινὸ καὶ φλεγόμενο  ὡσὰν  πρόσωπο ἀγγέλου. Τὸ βλέμμα του ἦταν  εἰρηνικὸ καὶ ὁ λόγος  του ταπεινὸς καὶ ἀνεπιτήδευτος. Τὸ πνεῦμα  του ὅμως ἦταν  συνεχῶς ἑνωμένο μὲ τὸν Θεὸ μέσῳ τῆς ἀδιαλείπτου νοερᾶς  προσευχῆς καὶ χάρις στὴν προσ- ευχή, τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ  πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἀκτινοβο- λοῦσε  ἀγάπη πρὸς  τὸν πλησίον».
᾿Ακόμη καὶ ὅταν κοιμόταν, τὰ χείλη του δὲν ἔπαυαν νὰ ἐπαναλαμ- βάνουν  τὴν Εὐχὴ καὶ ὅταν ὑπέφερε ἀπὸ  ἀϋπνίες,  περνοῦσε πολλὲς ὧρες περισυλλογῆς, μελετώντας τὴν θεία Πρόνοια ἢ ψάλλοντας τροπάρια,  ἐνῶ  τὸ πρόσωπό του τὸ ἔλουζαν  ἄφθονα δάκρυα.
῍Αν  καὶ εἶχε  λάβει  ὁ  ἴδιος τὸ  χάρισμα τῆς  νοερᾶς   προσευχῆς, ὅμως  εἶχε  ἀπόλυτη  ἐπίγνωσι τῶν   κινδύνων  πλάνης,  τὴν  ὁποία εἶναι  δυνατὸν νὰ  ὑποθάλπη ἡ ἀδιάκριτη ἐξάσκησί της. Στὶς ἐπιστο- λές του προειδοποιοῦσε μὲ νηφαλιότητα τοὺς μαθητάς  του νὰ  μὴν ἐπιζητοῦν πρόωρα τὰ δῶρα  τῆς  Χάριτος,  ἐπέμενε  δὲ κυρίως στὴν ταπεινοφροσύνη,  τὴν  ὁποία   ἀποκτᾶ  κανείς,  ὅταν  προσπαθῆ νὰ ἐφαρμόση  κατὰ τὸ δυνατὸν τελειότερα τὶς θεῖες ἐντολές.
Μὲ πρωτοβουλία τοῦ φίλου  του καὶ πνευματικοῦ  του τέκνου  ᾿Ι- βὰν  Κιριέφσκυ,  σλαβόφιλου  φιλοσόφου,  ὁ ὁποῖος εἶχε ἀνακαλύψει στὴν  ῎Οπτινα καὶ στὴν  ᾿Ορθόδοξη Παράδοσι τὴν οὐσία τῆς  σλαβι- κῆς ψυχῆς,  ὁ Στάρετς Μακάριος ἐπιχείρησε  τὴν ἔκδοσι μιᾶς σειρᾶς
πατερικῶν κειμένων περὶ πνευματικῆς ζωῆς, ἔργο τὸ ὁποῖο  θὰ καθι- στοῦσε παγκόσμια  τὴν  ἀκτινοβολία  τῆς  ῎Οπτινα.Μετὰ τὴν δημοσίευσι ἑνὸς Βίου τοῦ Στάρετς Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, τὸ 1846, ἀκολούθησαν  μεταφράσεις κειμένων  ῾Οσίων Πατέρων,  ὅ- πως ὁ  Δωρόθεος   Γάζης,  Βαρσανούφιος   καὶ  ᾿Ιωάννης,  Μᾶρκος  ὁ
᾿Ασκητής, ῾Ησαΐας ὁ ᾿Αναχωρητής, Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητής,  ᾿Αββᾶς Θαλάσσιος,  ᾿Ιωάννης τῆς Κλίμακος, Θεόδωρος  ὁ Στουδίτης, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος,  ᾿Ισαὰκ ὁ Σῦρος, Νεῖλος τῆς  Σόρα καὶ  ἄλλοι.
Μὲ βάσι τὶς μεταφράσεις, οἱ ὁποῖες  εἶχαν  ἐκπονηθῆ στὴν  σλαβο- νικὴ ἐπὶ Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ στὸ Νεάμτς, ὁ Μακάριος, βοηθούμε- νος  ἀπὸ  μία ὁμάδα  σοφῶν  μαθητῶν,  Μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, μεταξὺ τῶν  ὁποίων  καὶ ὁ ῞Οσιος ᾿Αμβρόσιος, τὶς ἀναθεωροῦσε καὶ τὶς μετέ- φραζε  στὰ ρωσικά.
Οἱ ἐκδόσεις  αὐτὲς   ἐγνώρισαν  μεγάλη  διάδοσι  καὶ  ἄγγιξαν  τὴν ρωσικὴ ἰντελλιγκέντσια (διανόησι), ἡ ὁποία ἀναζητοῦσε τὴν ταυτό- τητά  της.  ῎Εβλεπε κανεὶς τότε στὴν  ῎Οπτινα τὶς  μεγαλύτερες μορ- φὲς  τῶν  γραμμάτων καὶ τῶν  τεχνῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης: τὸν Νικο- λάϊ Γκόγκολ, τὸν Βλαντιμὶρ Σολοβιώφ,  τὸν Κονσταντὶν Λεόντιεφ, τὸν Ντοστογιέφσκυ, ἀκόμη καὶ τὸν Τολστόϊ.
᾿Εν τούτοις, ἡ φήμη αὐτή, εὐεργετικὴ γιὰ τὸ σύνολο  τῆς ᾿Εκκλησί- ας,  προεκάλεσε νέους  διωγμούς.  Μὲ σαθρὰ  προσχήματα,  ἐπεδίω- ξαν νὰ δυσφημίσουν τὸν Στάρετς, στηλιτεύοντας αὐτόν, λόγου χάριν, γιὰ τὴν  διάδοσι τῆς  μονολογίστου Εὐχῆς στὸν λαό,  ἡ ὁποῖα δῆθεν ἐγκυμονοῦσε  τὸν κίνδυνο πλάνης.
῎Εγινε λόγος  νὰ τὸν μεταθέσουν  σὲ ἄλλο Μοναστήρι, ἀλλὰ  χάρις στὴν  παρέμβασι  τοῦ ῾Αγίου  Μητροπολίτου  Μόσχας  Φιλαρέτου,  ἡ ἀπειλὴ  δὲν  πραγματοποιήθηκε.
῎Αλλωστε, ἀπὸ  τὸ 1850 καὶ ἑξῆς, ἡ ὑγεία  τοῦ ῾Οσίου Μακαρίου χειροτέρευε  ὅλο  καὶ  περισσότερο,  ἂν  καὶ  ὁ  ἴδιος  λησμονοῦσε  τὰ ἰδικά του βάσανα  καὶ συνέπασχε μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὶς δυστυχί- ες τους.
Μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον  ἀντιμετώπιζε θέματα παιδείας, κοινωνικῆς καὶ  πολιτικῆς  ζωῆς  στὴν  Ρωσία,  ἡ ὁποία   κατὰ  τὴν  ἐποχὴ  ἐκείνη ἐγνώριζε  μεγάλες  μεταβολὲς  καὶ ἀνακατατάξεις. Μὲ ἀνησυχία πα- ρακολούθησε τὸν Κριμαϊκὸ Πόλεμο καὶ ὅταν πληροφορήθηκε τὴν κατά- ληψι τῆς  Σεβαστουπόλεως  ἀπὸ  τὶς Δυτικὲς δυνάμεις (1855), ἔπεσε στὰ γόνατα ἐνώπιον τῆς Εἰκόνος τῆς Θεοτόκου καὶ ἔκλαιγε μὲ λυγμούς.
Κατὰ  τὴν  διάρκεια τῆς  τελευταίας του ἀρρώστιας, δὲν  ἔπαυσε νὰ  δέχεται ἐπισκέπτες, στοὺς ὁποίους  ἔδινε σταυρουδάκια, εἰκονί- σματα ἢ βιβλία ὡς  εὐλογία.  ᾿Εκοιμήθη  εἰρηνικὰ τὴν  7η Σεπτεμβρίου
1860. Τὸ τίμιο  καὶ πολυπαθὲς Σκήνωμά του διετηρήθη ἄφθορο.

* * *

ΟΤΑΝ ἀναπαύθηκε  ὁ Στάρετς Μακάριος, τὸ ἔργο  τῆς  πνευματι- κῆς καθοδογήσεως (στάρτσεστβο)  ἀνέλαβε  ὁ  Στάρετς ῾Ιλαρίων,  ὁ Δικαῖος  τῆς  Σκήτης, καθὼς  καὶ ὁ Στάρετς ᾿Αμβρόσιος.
῾Η  ἱερὰ  μνήμη τοῦ κορυφαίου Στάρετς  τῆς  ῎Οπτινα, τοῦ  ῾Οσίου ᾿Αμβροσίου (1812-1891), τιμᾶται  τὴν  10η Οκτωβρίου. Λόγῳ τῆς μεγάλης σπουδαιότητος  τοῦ βίου καὶ  τῶν  κατορθωμάτων  τοῦ  ῾Οσίου αὐτοῦ,  θὰ  δημο- σιεύσουμε  αὐτόν,   Θεοῦ  θέλοντος,   μεμονωμένως   ἐν καιρῷ εὐθέτῳ.


Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ συγκέντρωνε στὸ πρόσωπό του ὅλα τὰ χαρίσματα τῶν προκατόχων του καὶ ἦταν ἐκεῖνος, ὁ ὁ- ποῖος ὡδήγησε τὸν θεσμ ὸ τοῦ στάρτσε- στβο  στὸ ἀπόγειό του.
῾Υπῆρξε ἐπὶ τριακονταετία ἀληθινὸς προφήτης γιὰ  ὅλο τὸν ρωσικὸ λαό.

* * *

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΛΑΡΙΩΝ (Πονομαριὼφ) εἶχε ἐξασκήσει στὴν νεότητά του τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ράπτη. ῞Οταν εἰσῆλθε στὴν  ῎Οπτινα, τοπο- θετήθηκε  στὴν  ὑπηρεσία  τοῦ Στάρετς  Μακαρίου, ὁ  ὁποῖος  μόλις τότε εἶχε ὁρισθῆ Δικαῖος  τῆς  Σκήτης.
Παρέμεινε στὸ διακόνημα αὐτὸ ἐπὶ  μία εἰκοσαετία,  μέχρι τῆς  κοι- μήσεως τοῦ ῾Οσίου Μακαρίου καὶ πρόκοψε  πολὺ στὴν  πνευματικὴ ἐπιστήμη,  ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα  τῆς  βιοτῆς  τοῦ Στάρετς καὶ  ὠφελούμενος  ἀπὸ   τὶς  συχνὲς  συζητήσεις  μαζί  του  ἢ μὲ τὸν Γέροντα  Λεωνίδα.
Βλέποντας τὴν πνευματική του προκοπή, ὁ Γέρων Μακάριος τὸν προετοίμαζε σιγὰ  σιγὰ  γιὰ διάδοχό του, στέλνοντάς του τὰ πνευ- ματικά  του  τέκνα,   ὅπως ἔκανε  ταυτόχρονα  καὶ  μὲ  τὸν  πατέρα
᾿Αμβρόσιο.

Στὴν  συνέχεια, Ο  ΣΤΑΡΕΤΣ  ΙΛΑΡΙΩΝ  ἔγινε Δικαῖος  τῆς  Σκήτης  καὶ  Πνευματικὸς  τῆς ῾Ιερᾶς  Μονῆς.῞Ολη τὴν ἡμέρα ἐξωμολογοῦσε  καὶ τὸ βράδυ ἐδέχετο τοὺς Μοναχοὺς γιὰ νὰ τοὺς δώση τὶς συμβουλές  του.
Ποτὲ δὲν ὡμιλοῦσε μὲ ἰδικά του λό- για,  ἀλλὰ  πάντοτε μὲ πατερικὰ  ρητὰ ἢ ἔλεγε  ὅ,τι θὰ  ἔλεγε  ὁ Στάρετς Μα- κάριος σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις.
῾Η  διδασκαλία  του ἦταν  σαφὴς  καὶ ἀπέριττη, ἀντλοῦσε δὲ ἀπὸ  τὰ βιώματα ποὺ ἀπέκτησε  στοὺς ἀγῶνες  του ἐναντίον  τῶν ἐμπαθῶν  λογισμῶν.
῏Ηταν συνεχῶς στὴν διάθεσι ὅλων καὶ ἐδέ- χετο μὲ τὴν  ἴδια εὐγένεια  καὶ  προσοχὴ  ἐπισκέπτες ἀπὸ   ὅλα  τὰ κοινωνικὰ  στρώματα.
῞Οταν διέκρινε ὅτι κάποιος ποὺ ἐρχόταν γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθῆ εἶχε ἀνάγκη  νὰ ἐξομολογηθῆ, τοῦ ἔδινε τρεῖς ἡμέρες προθεσμία  γιὰ νὰ ἐξετάση  τὴν συνείδησί του καὶ νὰ ἐκδηλώση τὰ αἴτια τῆς πνευ- ματικῆς ἀσθενείας   του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὡδήγησε  πολλοὺς ἁ- μαρτωλοὺς στὴν  θεοσέβεια  καὶ ἐθεράπευσε μὲ τὴν  προσευχή του πολλοὺς φρενοβλαβεῖς.
Τὰ  τελευταῖα  δύο  χρόνια   τῆς  ζωῆς  του  ἀρρώστησε σοβαρά, ἀλλὰ  διόλου  δὲν  διέκοψε  τὸ ἔργο  του, ζητώντας  μόνον  ἀπὸ   τὸν Θεὸ νὰ τοῦ χαρίζη ὑπομονή. ῝Ως τὶς τελευταῖες του στιγμές,  συνέ- χισε νὰ τηρῆ τὸν κανόνα  τῆς προσευχῆς στὸ κελλί του, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Μοναχοὶ τῆς  Σκήτης.
᾿Εκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ τὴν 18η Σεπτεμβρίου 1873.

* * *

ΟΤΑΝ ἐκοιμήθη ὁ Στάρετς ᾿Αμβρόσιος  τὸ 1891, τὴν  σκυτάλη  τοῦ πνευματικοῦ ῾Οδηγοῦ ἀνέλαβε  ὁ πιστὸς καὶ ταπεινὸς μαθητής  του ΙΩΣΗΦ (Λιτόβκιν) 7.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ εἰσῆλθε στὴν  ῎Οπτινα  τὸ 1861 καὶ ὀλίγο  μετὰ  ἐτέθη στὴν ὑπηρεσία  τοῦ Γέροντος  ᾿Αμβροσίου,  ὁ  ὁποῖος   ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη  τους  συνάντησι   εἶχε  προφητεύσει,  ὅτι  ὁ  νέος  αὐτὸς  θὰ ἐγίνετο  «χρήσιμος τοῖς πᾶσι».
– 16 –
Παρέμεινε ἐπὶ  τριάντα χρόνια  στὴν ὑπηρεσία τοῦ Στάρετς καὶ ἐπέδειξε ὑ- ποδειγματικὴ ἀφοσίωσι,  ὑπακοὴ καὶ τα- πεινοφροσύνη.
᾿Επὶ εἴκοσι καὶ πλέον ἔτη, δὲν εἶχε κἂν κελλὶ ἰδικό του καὶ ἔπρεπε νὰ  περιμένη μέχρι ἀργὰ  τὸ βράδυ, ὥσπου νὰ ἀδειά- ση ἡ αἴθουσα  ἀναμονῆς  ἀπὸ  τοὺς ἐπι- σκέπτες τοῦ Στάρετς, καὶ νὰ ἀναπαυθῆ ἐκεῖ γιὰ  λίγο.
Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος  τὸ 1884, ὅταν ἐτελέσθησαν τὰ ᾿Εγκαίνια τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς τοῦ Σαμορντῖνο,  τὴν  ὁποία  εἶχε ἱδρύσει ὁ Στάρετς ᾿Αμβρόσιος καὶ ἡ ᾿Αδελφότης αὐτῆς  ἦταν ὑπὸ  τὴν στενὴ καθοδήγησι αὐτοῦ.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ μερικὲς φορὲς  ἱερουργοῦσε  σὲ αὐτὸ τὸ γυναικεῖο Μο- ναστήρι, ἀλλὰ  τὸν περισσότερο χρόνο  τὸν ὑπηρετοῦσε τὸν Στάρετς
᾿Αμβρόσιο,  ὁ ὁποῖος  δὲν  ἦταν  σὲ θέσι νὰ  μεταβαίνη  στὸν Ναὸ ἐξ αἰτίας  τῶν  συχνῶν ἀσθενειῶν  του.Πάντα  ἤρεμος,  σιωπηλὸς   καὶ  διακριτικός,  ὁ  Γέρων  ᾿Ιωσὴφ δὲν χρειαζόταν νὰ  ἀρθρώση  λόγια  ταπεινοφροσύνης γιὰ νὰ  καταδείξη τὴν βαθειά του ταπείνωσι, καὶ ὡσὰν  μαγνήτης  εἵλκυε τὴν ἐμπιστο- σύνη ὅσων  προσέτρεχαν στὸ κελλὶ τοῦ Στάρετς, οἱ ὁποῖοι τὸν θε- ωροῦσαν  ὡς  ζῶσα  εἰκόνα τοῦ Γέροντος.
Σιγὰ  σιγά,  ὁ  Στάρετς  ᾿Αμβρόσιος  ἄρχισε  νὰ  στέλνη  κάποιους ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες του στὸν πατέρα ᾿Ιωσὴφ γιὰ  νὰ  τοὺς συμ- βουλεύση  καὶ  οἱ ἐπισκέπτες αὐτοὶ  ἀποροῦσαν,  ὅταν διαπίστωναν ὅτι οἱ δύο Γέροντες  τοὺς ἔδιναν  τὶς ἴδιες ἀκριβῶς  ἀπαντήσεις.
᾿Αρρώστησε σοβαρὰ  τὸ 1888 καὶ ἔλαβε τὸ Μέγα Σχῆμα, ἀνέκτησε ὅμως τὴν ὑγεία του χάρις στὶς προσευχὲς τοῦ Στάρετς ᾿Αμβροσίου καὶ σὲ ἕνα  ὅραμα τῆς  Κυρίας  Θεοτόκου.
῾Ωρίσθηκε ἐπισήμως  Πνευματικὸς  καὶ  στὸ ἑξῆς  ἐδέχετο ἐκεῖνος τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ Γέροντος  ᾿Αμβροσίου.Κάτ᾿ ἕτος  μετέβαινε  μαζὶ μὲ τὸν Γέροντα στὴν  ῾Ιερὰ  Μονὴ τοῦ Σαμορντῖνο  ἐπὶ  ἕνα  μῆνα. ῞Οταν τὸ 1890 ὁ πατὴρ ᾿Αμβρόσιος τὸν διέταξε νὰ ἐπιστρέψη μόνος του στὴν ῎Οπτινα, ὁ ᾿Ιωσὴφ δὲν ἔφερε βεβαίως καμμία ἀντίρρησι, ἀλλὰ  ὁ χωρισμ ὸς αὐτὸς τοῦ προεκάλεσε πολὺ πόνο.
῎Εκτοτε, οἱ ᾿Αδελφοὶ τῆς Μονῆς καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος  ῾Ηγούμε- νος ᾿Ισαὰκ ἄρχισαν νὰ ἐξομολογοῦνται στὸν Στάρετς ᾿Ιωσήφ, ἐνῶ ὁ πατὴρ ᾿Αμβρόσιος  ἀπὸ  τὸ Σαμορντῖνο  τοῦ ἔστελνε τὰ πνευματικὰ τέκνα  του, Μοναχὲς καὶ λαϊκούς.
Μὲ τὴν  βαθειὰ  συναίσθησι,  ὅτι  δίχως  τὸν Γέροντά  του ὁ  ἴδιος ἦταν «ἕνα τίποτα», ὁ ᾿Ιωσὴφ εἶχε τόσο τέλεια ἀφομοιώσει τὸ πνεῦ- μα του, ὥστε γιὰ κάθε τι ἐνεργοῦσε  ὅπως ὁ Στάρετς, διατηρώντας ὡστόσο τὴν  προσωπικότητά του.
᾿Ενῶ ὁ Στάρετς ᾿Αμβρόσιος  ἦταν  πολὺ μορφωμένος  καὶ  ἦταν  σὲ θέσι νὰ  συνομιλήση μὲ τοὺς ἐπισκέπτες του γιὰ  θέματα τέχνης καὶ διανοήσεως,  ὁ Στάρετς ᾿Ιωσὴφ εἶχε τὴν τάσι νὰ παραμένη σιωπηλός.
Περιέβαλλε τοὺς συνομιλητάς  του μὲ τὸ γεμᾶτο  καλωσύνη  βλέμ- μα  του καὶ τὸ ἀγγελικό  του  χαμόγελο, τοὺς  ἄφηνε  νὰ  ἐκθέσουν ἐκεῖνοι τὰ προβλήματά τους καὶ ὕστερα τοὺς ἀπαντοῦσε μὲ σύντο- μες βαθυστόχαστες φράσεις,  τὶς ὁποῖες  ἀντλοῦσε ἀπὸ  τὶς διδαχὲς τῶν   ῾Αγίων  Πατέρων,   γιὰ  νὰ  βάλη  σὲ  τάξι  τὴν  ἐσωτερική  τους σύγχυσι  καὶ νὰ  τοὺς θερμάνη τὴν καρδιά.
᾿Ετόνιζε, ὅτι  ὑπεράνω ὅλων  ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ αὐτομεμψία ἀποτε- λοῦν τὶς ρίζες τῆς ταπεινώσεως, μέσῳ τῆς ὁποίας  μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀπάθεια καὶ νὰ ἐλκύσουμε τὸν Κύριο νὰ σκηνώση ἐντὸς τῶν  καρδιῶν  ἡμῶν.
Πολὺ αὐστηρὸς  ἀπέναντι στὸν ἑαυτό  του, ἦταν  εὐπροσήγορος μὲ ὅλους, χωρὶς οἰκειότητες, καὶ ἀπαντοῦ- σε σὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ ἐρωτήματα, χω- ρὶς ποτὲ ὅμως ὁ ἴδιος νὰ  ἀνοίγη τὴν συ- ζήτησι.

* * *

Ο  ΓΕΡΩΝ  ᾿Ιωσὴφ ἦταν  πολὺ συνδεδε- μένος  μὲ τὸν Στάρετς ΑΝΑΤΟΛΙΟ  (Ζερ- τσάλωφ), τὸν Πνευματικὸ τῶν Μοναχῶν τῆς  Μονῆς καὶ Δικαῖο  τῆς  Σκήτης.
῾Ο Στάρετς ᾿Ανατόλιος προσῆλθε  στὴν
῎Οπτινα μετὰ  τὴν  θαυματουργὸ ἴασί του ἀπὸ τὴν  φυματίωσι.Τὸν ἐδέχθη ὡς  ὑποτακτικὸ  ὁ ΣτάρετςΜακάριος καὶ τὸν ἐμύησε στὴν νοερὰ προσευχὴ  καὶ ὅταν ἦταν  πολὺ ἀπασχολημένος  τὸν ἔστελνε γιὰ  νουθεσία στὸν Στάρετς ᾿Αμβρόσιο  ἢ στὸν Γέροντα  ᾿Ιωσήφ.
Χάρις στὴν  διδαχὴ  τῶν   ἁγίων   αὐτῶν  Γερόντων,  ὁ  ᾿Ανατόλιος πολὺ σύντομα  προέκοψε  πνευματικά,  μάλιστα  σὲ τέτοιο σημεῖο ὥ- στε, ὅταν κάποτε ἐπισκέφθηκε τὴν Σκήτη ὁ ῞Αγιος ᾿Ιγνάτιος Μπρι- αντσιανίνωφ, ἐδήλωσε ὅτι ἔλαβε μεγάλη ὠφέλεια  ἀπὸ  τὶς συνομιλί- ες του μὲ τὸν Στάρετς ᾿Ανατόλιο.
῾Η  προσκόλλησις  τοῦ ᾿Ανατολίου στοὺς Γέροντες τοῦ ἐπεφύλαξε βάσανα   καὶ  ταλαιπωρίες  ἀπὸ   πλευρᾶς τῶν   Μοναχῶν,   οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσαν  νὰ   ἀντιτίθενται  στὸν  θεσμ ὸ  τῶν  Στάρετς (στάρτσεστβο) ·  τὶς  δοκιμασίες  ὅμως  αὐτὲς   τὶς  ἀντιμετώπιζε  ὡς εὐκαιρίες γιὰ  νὰ  καλλιεργῆ τὴν ὑπομονὴ  καὶ τὴν ταπείνωσι.
῞Οταν ἐκοιμήθη ὁ Στάρετς Μακάριος, πλησίασε περισσότερο τὸν Γέροντα ᾿Αμβρόσιο, ὁ ὁποῖος  κατέστησε αὐτὸν συνεργάτη του καὶ συχνὰ τὸν ἔστελνε στὸ ᾿Αρχονταρίκι νὰ παρηγορῆ τὶς βασανισμένες ψυχὲς ποὺ περίμεναν  ἐκεῖ.
᾿Ολίγο μετὰ τὴν χειροτονία του σὲ Πρεσβύτερο (1870), τοῦ προέτει- ναν  νὰ  ἀναλάβη  καθήκοντα ῾Ηγουμένου στὴν  Μονὴ Σπάσκι ᾿Ορλώφ, ἀρνήθηκε ὅμως γιὰ νὰ  παραμείνη  πλησίον  τοῦ ῾Αγίου  ᾿Αμβροσίου.
Κατόπιν, ὡρίσθηκε Δικαῖος τῆς  Σκήτης (1874) καὶ μεριμνοῦσε μὲ προσοχὴ γιὰ  ὅλους  τοὺς ᾿Αδελφούς. Τὸ κελλί του ἦταν  κοντὰ στοῦ πατρὸς ᾿Αμβροσίου στὴν εἴσοδο τῆς Σκήτης καὶ μετὰ ἀπὸ  τὴν συν- ομιλία τους μὲ τὸν Στάρετς, οἱ περισσότεροι ἐπισκέπτες περνοῦσαν καὶ ἀπὸ  τὸν πατέρα ᾿Ανατόλιο.
Αὐτὸς γιὰ  τὰ πάντα συμβουλευόταν τὸν Γέροντα  ᾿Αμβρόσιο  καὶ κάθε φορὰ  ποὺ πήγαινε  νὰ τὸν ἰδῆ τοῦ ἔβαζε μία βαθειὰ μετάνοια, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι  προσκυνητές.
῾Η  ταπεινοφροσύνη του ἦταν  τόσο βαθειά,  ὥστε ἔπεσε ἄρρω- στος, ὅταν ἐπληοφορήθη  ὅτι  ὁ  ῞Αγιος  ᾿Ιωάννης τῆς  Κρονστάνδης τὸν εἶδε σὲ ὅραμα νὰ  συλλειτουργῆ μετὰ  τῶν  ᾿Αγγέλων.
῞Οταν ἱδρύθηκε ἡ γυναικεία Μονὴ τοῦ Σαμορντῖνο, ὁ πατὴρ ᾿Ανα- τόλιος κατέστη  ὁ στενώτερος συνεργάτης τοῦ Στάρετς ᾿Αμβροσίου, καὶ ἐπὶ  εἴκοσι ἕνα  ἔτη  ὑπηρέτησε  στὸ Κοινόβιο αὐτό, διδάσκοντας στὶς  Μοναχὲς τὴν μοναστικὴ  τάξι  καὶ τὴν νοερὰ  προσευχή.
Πρὸς τὰ τέλη τοῦ βίου του, κατεῖχε τὴν ἴδια ἱκανότητα  νὰ  διεισ- δύη στὶς καρδιὲς τῶν  ἀνθρώπων ὅπως ὁ Μακάριος καὶ ὁ ᾿Αμβρόσι- ος καὶ συχνὰ διετύπωνε λόγια προορατικὰ γιὰ τὸ μέλλον τῶν  πνευ- ματικῶν  του τέκνων.
Μετὰ  τὴν  κοίμησι τοῦ ῾Αγίου  ᾿Αμβροσίου,  ὁ Στάρετς ᾿Ανατόλιος, γέροντας πλέον, ὑπέφερε ἐκ νέου δοκιμασίες ἐξ αἰτίας  τοῦ ᾿Επισκό- που τῆς  Καλούγκα, ὁ ὁποῖος  τοῦ ἀπαγόρευσε νὰ πηγαίνη  στὸ Σα- μορντῖνο.
῾Η ὑγεία του κλονίσθηκε σοβαρά,  ὡστόσο κατὰ τὴν διάρκεια ἑνὸς ταξιδιοῦ στὴν Μόσχα, εἶχε τὸ κουράγιο νὰ μεταβῆ γιὰ προσκύνημα στὴν  Κρονστάνδη,  ὅπου  συνελειτούργησε  μὲ τὸν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη.
῞Οταν ἐπέστρεψε στὴν  ῎Οπτινα, ἔλαβε κρυφίως  τὸ Μέγα Σχῆμα καὶ  ὑπέμεινε  ἀγογγύστως τὰ βάσανά του μέχρι τέλους.᾿Εκοιμήθη  τὴν 25η ᾿Ιανουαρίου 1894, ὀλίγους  μῆνες πρὶν  ἀπὸ  τὸν ῾Ηγούμενο  τῆς  Μονῆς, ᾿Αρχιμανδρίτη  ᾿Ισαάκ.

* * *

ΜΕΤΑ  τὴν  κοίμησι τοῦ Στάρετς ᾿Ανατολίου,  ὡρίσθηκε ὁμοφώνως διάδοχός του στὸ διττὸ καθῆκον  τοῦ ᾿Εξομολόγου  καὶ τοῦ Δικαίου τῆς  Σκήτης ὁ  Στάρετς ΙΩΣΗΦ, ὁ  ὁποῖος  διηύθηνε τὴν  μοναστικὴ
᾿Αδελφότητα  ὄχι  ἐξουσιαστικά,  ἀλλὰ  μὲ πατρικὴ  ἀγάπη καὶ ταπεινο- φροσύνη, ἀρετὲς  μπροστὰ στὶς ὁποῖες  ἐκάμπτετο κάθε ἴδιον θέλημα.
Δὲν  ἦταν  ὅμως  ὀλιγότερο αὐστηρὸς  ὡς  πρὸς   τὴν  τήρησι τῶν Κανόνων  τοῦ μοναχικοῦ  βίου καὶ οἱ Μοναχοὶ  δὲν ἀνελάμβαναν καμ- μία δραστηριότητα ἢ ἀσχολία χωρὶς τὴν εὐλογία  του.
᾿Επὶ δώδεκα  συναπτὰ ἔτη, ἐπιτελοῦσε  ἀνελλιπῶς τὰ καθήκοντά του, καθὼς  καὶ τὴν  πνευματικὴ καθοδήγησι  τῶν μοναζουσῶν τοῦ Σαμορντῖνο,  ὅπως ἐπίσης  καὶ  τὸ πλῆθος  τῶν   λαϊκῶν,  παρὰ τὶς συχνές του ἀσθένειες,  οἱ ὁποῖες  τὸν ὑποχρέωσαν τελικὰ νὰ παραι- τηθῆ τὸ 1906 ἀπὸ  τὴν θέσι τοῦ Δικαίου  τῆς  Σκήτης.
῎Επαυσε  ἐπίσης  νὰ  ἐξομολογῆ,  ἀλλὰ  δὲν  τοῦ ἦταν  δυνατὸν νὰ κλείση τὴν πόρτα σὲ ὅσους  ἔρχονταν, καὶ ἦταν πάντοτε πολλοί, γιὰ νὰ λάβουν  τὴν εὐλογία του καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουν νὰ προσευχη- θῆ ὑπὲρ αὐτῶν.
῾Η ὑγεία του ἐπιδεινώθηκε  σοβαρὰ  τὸ 1911,  μετὰ  τὴν κοίμησι τῆς ῾Ηγουμένης τοῦ Σαμορντῖνο,  ἡ ὁποία  εἶχε προβλέψει  χαλεποὺς και- ροὺς γιὰ τὸ καθίδρυμα τοῦ ῾Αγίου ᾿Αμβροσίου, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Στάρετς
᾿Ιωσὴφ ἦταν  τόσο συνδεδεμένος.Προσβλήθηκε ἀπὸ  ἑλονοσία  καὶ ὁ πυρετὸς τὸν καθήλωσε  στὴν κλίνη του. ᾿Εζήτησε  τότε νὰ  περάσουν  ἀπὸ   τὸ κελλί του ὅλοι οἱ Μοναχοὶ τῆς ῎Οπτινα καὶ μετὰ ὅλες οἱ Μοναχὲς τοῦ Σαμορντῖνο  καὶ τῆς  Μονῆς τοῦ Μπέλεφ,  γιὰ  νὰ  λάβουν  τὴν εὐλογία  του.
᾿Επὶ σειρὰ ἡμερῶν ἔβλεπε  κανεὶς  μίαν ἀτελείωτη πένθιμη  πομπὴ Μοναχῶν  καὶ Μοναζουσῶν μπροστὰ στὸ κελλὶ τοῦ Στάρετς, ὁ ὁποῖ- ος, ἀφοῦ  πρῶτα εὐλόγησε  ὅλα  του τὰ πνευματικὰ τέκνα,  κατόπιν ἀφιερώθηκε  πλήρως  στὴν  προσευχή.
Παρέδωσε  τὴν  ὁσιακὴ ψυχή  του στὸν Κύριο τὴν  8η Μαΐου 1911, σὲ ἡλικία  74 ἐτῶν.

* * *

Ο  ΣΤΑΡΕΤΣ  ΙΣΑΑΚ (᾿Ανθίμωφ),  ὁ ὁποῖος προσῆλθε   στὴν  ῾Ιερὰ  Σκήτη τῆς  ῎Οπτινα τὸ 1841, καταγόταν  ἀπὸ  οἰκογένεια  πλού-
σιων ἐμπόρων  τοῦ Κούρσκ.
Μετὰ  τὴν  χειροτονία του σὲ Πρεσβύ- τερο, ἡ ὁποία  ἔγινε παρὰ τὴν θέλησί του, ὁ Στάρετς Μακάριος συνέστησε  στὸν ῞Α- γιο Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο νὰ ὁρισθῆ ὁ πατὴρ ᾿Ισαὰκ ἀντικαταστάτης τοῦ πατρὸς  Μωϋσέως  στὴν  ῾Ηγουμενία τῆς  κυρίας Μονῆς (1862).
᾿Απαρνήθηκε  τὸν πόθο του γιὰ  τὴν  ἡ- συχία καὶ ἀφιερώθηκε  ἐπὶ  τεσσαρακοντα- ετία, ἐν πνεύματι πίστεως καὶ ὑπακοῆς στὴν
θεία  Πρόνοια, στὴν  ἀνέγερσι  πολλῶν ἀπαραι- τήτων κτισμάτων  καὶ κατώρθωσε νὰ  ἀνορθώση  τὰ οἰκονομικὰ τῆς Μονῆς, τὰ ὁποῖα  εἶχε παραμελήσει  ὁ Στάρετς Μωϋσῆς.
Βασιζόταν  στὴν  διάκρισι τοῦ  Στάρετς  ᾿Αμβροσίου  καὶ  ζητοῦσε τὴν γνώμη  του γιὰ  κάθε σημαντικὸ ζήτημα.
Παρὰ τὶς ὑψηλὲς εὐθῦνες  ποὺ εἶχε ἐπωμισθῆ, παρέμενε ταπεινὸς καὶ ἁπλὸς στὶς  σχέσεις του μὲ τοὺς ᾿Αδελφοὺς  καὶ ὅταν πήγαινε κάθε  Σάββατο  νὰ  ἐξομολογηθῆ  στὸν Στάρετς ᾿Αμβρόσιο,  ἀνέμενε στὴν  σειρὰ  μαζὶ μὲ ὅλους  τοὺς ἄλλους.  ῞Οταν ἐκοιμήθη ὁ Στάρετς
᾿Αμβρόσιος,  εἶχε  Πνευματικὸ  τὸν Γέροντα  ᾿Ιωσήφ, ἂν  καὶ τὸν εἶχε κείρει Μοναχὸ ὁ ἴδιος.Μετὰ  ἀπὸ   κάποιους ἀρχικοὺς δισταγμούς, συγκατατέθηκε  τελι- κῶς στὴν ἵδρυσι τοῦ Σαμορντῖνο· ὅταν ὅμως ἀποσύρθηκε ὁριστικῶς ἐκεῖ ὁ Στάρετς ᾿Αμβρόσιος, δὲν  ἔκρυψε  τὴν  ἀπαγοήτευσί του. ᾿Εν τούτοις, ὑπερασπίσθηκε  σθεναρὰ   τὸ Κοινόβιο,  ὅταν ὁ  ᾿Επίσκοπος
θέλησε  νὰ  καταλύση τοὺς  δεσμοὺς  μεταξὺ  τῆς  γυναικείας  Μονῆς καὶ τῆς ῎Οπτινα. ῾Η ἀποχώρησις τοῦ ῾Αγίου ᾿Αμβροσίου, ὡστόσο, ἐσήμα- νε γιὰ τὴν Μονὴ τῆς ῎Οπτινα τὴν ἀρχὴ μιᾶς περιόδου δοκιμασιῶν.
Δοκιμάσθηκε ἰδιαίτερα, ἀφοῦ  μετὰ  τὴν  ἀποχώρησι  τοῦ Στάρετς ᾿Αμβροσίου  ἐπλήγη  ἀπὸ   παράλυσι  καὶ ἀνέκτησε  τὶς  δυνάμεις  του μόλις στὸ τελευταῖο ἔτος  τῆς  ἡγουμενίας  του, ὁπότε ὅμως προσε- βλήθη ἀπὸ  δυσεντερία.
῾Ο Σταρετς ᾿Ισαὰκ  ἀφιερώθηκε  στὴν  προσευχὴ  καὶ ἐκοιμήθη τὴν 28η Αὐγούστου 1894, σὲ ἡλικία  ὀγδόντα πέντε ἐτῶν.

* * *

ΓΟΝΟΣ πλουσίας  οἰκογενείας  Κοζάκων,  ὁ Στάρετς ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ  (Πλιχάνωφ) 8   ἀ- κολούθησε  στρατιωτικὴ  σταδιοδρομία καὶ ἔφθασε  στὸν βαθμ ὸ τοῦ Συνταγματάρ-
χου στὸ Γενικὸ  ᾿Επιτελεῖο  τῆς  περιοχῆς
Καζάν.
᾿Αρρώστησε σοβαρὰ  καὶ καθὼς  χα- ροπάλευε, εἶδε ἕνα  ὅραμα  καὶ ἄκουσε μία φωνή,  ἡ  ὁποία   τὸν  διέτασσε νὰ μεταβῆ στὴν  ῎Οπτινα.
Μόλις ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἔσπευσε  νὰ  συναντήση   τὸν Στάρετς
᾿Αμβρόσιο, ὁ ὁποῖος  τὸν συνεβούλευσε
νὰ τακτοποιήση τὶς ὑποθέσεις του καὶ νὰ ἐπιστρέψη σὲ τρεῖς μῆνες.
Ξεπέρασε  μὲ δυσκολίες ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ ἔφθασε  στὴν ῎Οπτινα τὴν  ἡμέρα, κατὰ  τὴν ὁποία  ἐνταφιαζόταν ὁ  ῞Αγιος  ᾿Αμβρόσιος·  ὁ Γέρων ᾿Ανατόλιος τὸν ἔθεσε  ὑπὸ  τὴν  καθοδήγησι  τοῦ Στάρετς Νε- κταρίου, ὁ ὁποῖος  μετέδωσε  στὸν ὑποτακτικό του τὴν  πνευματικὴ κληρονομιὰ τῶν  προγενεστέρων Πατέρων.
Χειροτονήθηκε ῾Ιερομόναχος καὶ ὑπηρέτησε  ὡς  στρατιωτικὸς ῾Ιε- ρεὺς κατὰ τὴν  διάρκεια τοῦ ρωσο-ιαπωνικοῦ  πολέμου  (1905).
῞Οταν, μετὰ  τὸ πέρας τοῦ πολέμου, ἐπέστρεψε στὴν  ῎Οπτινα, ἡ Σκήτη εὑρίσκετο σὲ παρακμή. ῾Ο Στάρετς ᾿Ιωσὴφ ἦταν  πλέον πολὺ ἡλικιωμένος καὶ ἄρρωστος, ὥστε ἀδυνατοῦσε νὰ μεριμνᾶ πλέον γιὰ τὶς  ὑποθέσεις  τῆς  Σκήτης, ἡ δὲ  ὑλικὴ  καὶ πνευματικὴ  κατάστασις τῆς  ᾿Αδελφότητος  εἶχε ὑποβαθμισθῆ  ἐπικινδύνως.



Τότε, ὡρίσθηκε ὁ  Γέρων  Βαρσανούφιος  ὡς  Δικαῖος  τῆς  Σκήτης καὶ ἀποκατέστησε μὲ ἐνεργητικότητα καὶ φρόνησι τὴν ὀρθὴ τάξι. ῍Αν καὶ ὁ χαρακτήρας του δὲν  ἀνεχόταν συμβιβασμοὺς  μὲ τὸ πνεῦμα τῆς  ἐποχῆς, ὅμως ὁ Στάρετς συνεδύαζε  ἁρμονικὰ τὴν αὐστηρότη- τα καὶ τὴν  τρυφερὴ  συγκατάβασι πρὸς  τοὺς Μοναχούς του, τοὺς ὁποίους  καθωδηγοῦσε  στὴν  παραδοσιακὴ ὁδὸ τῆς  εὐαγγελικῆς τε- λειότητος  μὲ ὁμιλίες, τὶς  ὁποῖες  διήνθιζε μὲ πολλὰ ζωντανὰ παρα- δείγματα ἢ παρομοιώσεις μὲ τὴν  μουσική, τῆς  ὁποίας   ἦταν μέγας λάτρης.
῞Οπως καὶ ὅλοι οἱ προκάτοχοί του, ἐπέμενε ἰδιαίτερα στὴν ταπεί- νωσι, στὴν ἐξαγόρευσι  τῶν  λογισμῶν καὶ στὴν ἀδιάλειπτη  ἐπανάλη- ψι  τῆς  μονολόγιστης  Εὐχῆς. ῎Ελεγε  ὅτι  ἡ  μονολόγιστος  Εὐχὴ τοῦ
᾿Ιησοῦ ὁμοιάζει μὲ θάλασσα δίχως  ἀκτή, τὴν  ὁποία  διασχίζουν γιὰ νὰ  φθάσουν στὴν  Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν,  ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιμένουν στὴν  μοναχικὴ ζωή, χωρὶς μέριμνες καὶ ἀνησυχίες γιὰ τὸν παρόντα κόσμο. ῞Ομως, ἂν  καὶ  πρέπει  νὰ  ἐκζητοῦμε ἀπὸ  τὸν Κύριο νὰ  μᾶς δώση  τὸ  χάρισμα τοῦ ἀπερισπάστως  προσεύχεσθαι, ὡστόσο  νὰ ἀφήνουμε  στὴν  ἐλευθερία τῆς  Χάριτός Του τὴν δωρεὰ  τῶν  ἀνωτέ- ρων  βαθμίδων  τῆς  νοερᾶς  προσευχῆς.
῎Οντας  μέγας  ἀσκητὴς  ὁ ἴδιος, εἶχε τὸ προορατικὸ χάρισμα, τὸ ὁποῖο  συχνὰ ἐκδηλωνόταν στὴν  ᾿Εξομολόγησι,  καθὼς  καὶ τὸ χάρι- σμα τῆς  θεραπείας  καὶ  τῆς  προφητείας.
᾿Επειδὴ δὲν ἐφείδετο  τῶν  δυνάμεών  του, ἀρρώστησε τὸ 1910 καὶ ἔλαβε  τὸ Μέγα  Σχῆμα. ῾Η  ὑγεία  του στὸ μεταξὺ  ἀποκαταστάθηκε, ἀλλὰ  ἐπρόκειτο νὰ  ἀντιμετωπίση  σύντομα  μία ἀκόμη μεγαλύτερη δοκιμασία.
Στὴν ᾿Αδελφότητα τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία  ἀποτελεῖτο τότε ἀπὸ  περί- που τριακόσιους Μοναχούς, ὑπῆρχε ἀριθμὸς Μοναχῶν, προερχομένων ἀπὸ  τὴν φιλελεύθερη κοινωνία τῆς ἐποχῆς καὶ δὲν κατανοοῦσαν τὸν θεσμ ὸ  τῶν  Γερόντων  (στάρτσεστβο),  ἐπιδίδοντο σὲ  κριτικὴ κατὰ τοῦ Στάρετς Βαρσανουφίου  καὶ ἐπεδίωκαν  νὰ  κλείση ἡ Σκήτη.
῾Η  ἀντίθεσίς  τους αὐτὴ  κατέληξε  σὲ  ἀληθινὴ  συνωμοσία·  ἕνας καχύποπτος  ᾿Επίσκοπος  ἦλθε  γιὰ  νὰ  διεξαγάγη   ἀνακρίσεις  καὶ  ὁ Γέρων Βαρσανούφιος  καθαιρέθηκε, ὡρίσθηκε δὲ ὡς  ῾Ηγούμενος τῆς μακρινῆς Μονῆς τοῦ Γκολουτβίνσκυ.
Παρὰ τὴν προχωρημένη ἡλικία  καὶ τὶς ἀναπηρίες του, κατώρθω- σε  μέσα  σὲ  ἕναν  χρόνο  νὰ  ἀναστηλώση τὰ  κτίσματα τῆς  Μονῆς
αὐτῆς  καὶ νὰ ἀνανεώση  τὴν ᾿Αδελφότητα, μεταφέροντας τὸ πνεῦμα τῶν  Στάρετς τῆς  ῎Οπτινα.
᾿Εξαντλημένος ἀπὸ  τὶς  προσπάθειές του, μετὰ  ἀπὸ  ὀλίγο  καιρὸ κατέπεσε προσβεβλημένος  ἀπὸ   καρκίνο. ῾Υπέμενε  ὅλες  αὐτὲς   τὶς δοκιμασίες κατὰ μίμησιν τοῦ Θείου Πάθους  καὶ ὅταν τοῦ ἐγίνοντο προτάσεις γιὰ θεραπευτικὰ φάρμακα,  ἀπαντοῦσε: «᾿Αφῆστέ με στὸν σταυρό μου!».
᾿Επειδὴ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας  του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε πλέον νὰ ἐπιτελῆ τὰ καθήκοντά  του, ἔγραψε  στὴν  ῾Ιερὰ Σύνοδο  γιὰ νὰ  ὑπο- βάλη  τὴν  παραίτησί  του καὶ νὰ  ζητήση  νὰ  τοῦ ἐπιτραπῆ  ἡ ἐπι- στροφή  του στὴν  ῎Οπτινα,  «γιὰ ν᾿ ἀφήση ἐκεῖ τὰ ὀστᾶ  του».
Παρέδωσε  τὴν  ὁσιακὴ ψυχή  του στὸν  Κύριο τὴν  1η  ᾿Απριλίου
1913, πρὸ   τοῦ  νὰ  λάβη  ἀπάντησι.  ᾿Ενταφιάσθηκε  στὴν  ῎Οπτινα, δίπλα στοὺς ἄλλους  Στάρετς.

* * *

Ο  ΠΑΤΗΡ  ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ  (Τυχώνωφ) 9, ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν  μεγάλων  Στάρετς τῆς ῎Οπτινα, γεννήθηκε τὸ 1857.
᾿Ανῆκε  σὲ  μὶα πτωχὴ  οἰκογένεια  καὶ ἐργαζόταν σὲ ἕναν ἔμπορο, ὁ ὁποῖος θέλησε νὰ τὸν νυμφεύση μὲ τὴν θυγατέρα του.  ῎Ετσι,  ὁ  Νεκτάριος  ἔφθασε   στὴν ῎Οπτινα γιὰ νὰ ζητήση τὴν συμβουλὴ τῶν Γερόντων, ὅπως τοῦ συνέστησε  νὰ κάνη μία ἡλικιωμένη  Μοναχή.Μόλις παρουσιάσθηκε  στὸν Στάρετς
᾿Αμβρόσιο, ὁ Γέροντας ἄφησε ὅλους τοὺς ἄλλους  ἐπισκέπτες του καὶ τοῦ ὡμιλοῦσε γιὰ  δύο ὁλόκληρες ὧρες. ῾Ο Νεκτάριος παρέμεινε τὴν ῎Οπτινα, ἐπὶ εἴκοσι δὲ καὶ πλέον ἔτη ἦταν  ὑπὸ  τὴν πνευματικὴ καθοδήγησι τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου, τοῦ Δικαίου  τῆς  Σκήτης, ἀλλὰ  μετέβαινε  συχνὰ καὶ συνεβουλεύετο τὸν
῞Οσιο ᾿Αμβρόσιο·  ἔτσι, μυήθηκε στὶς  ἀρχὲς τῆς  πνευματικῆς  καθο- δηγήσεως. ᾿Εμποτισμένος ἀπὸ  τὴν διδασκαλία τῶν  ἁγίων Πατέρων, ἐπεδείκνυε ζωηρὸ  ἐνδιαφέρον   γιὰ  ζητήματα  λογοτεχνικά,  καλλιτεχνικὰ  καὶ ἐπιστημονικὰ καὶ ἦταν πάντοτε σὲ θέσι νὰ διακρίνη τὶς πνευματικές τους συνέπειες.
᾿Ολίγο μετὰ τὴν χειροτονία του σὲ Πρεσβύτερο (1898), ἐπιθύμησε νὰ ἀναχωρήση σὲ μακρινὴ ἱεραποστολή· δὲν ἔλαβε ὅμως τὴν εὐλογία τοῦ Στάρετς  ᾿Ιωσὴφ καὶ ἔτσι  παρέμεινε  στὴν  Σκήτη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο  τοῦ ἐπέτρεψε  νὰ  ἀφιερωθῆ  στὴν  προσευχή.
Σὲ μία ἄλλη περίοδο  τοῦ βίου του, ἐπεδίωξε  νὰ ἀκολουθήση τὴν ὁδὸ  τοῦ διὰ  Χριστὸν  Σαλοῦ,  ἀλλὰ  ἡ διοίκησις τῆς  ῾Ιερᾶς  Σκήτης ἔθεσε  τέρμα  στὶς  ἐκκεντρικότητές  του.
Τελικά,  ἀνεκάλυψε  τὸν τρόπο ἀσκήσεως,  ὁ ὁποῖος  τοῦ ταίριαζε, σὲ μία μορφὴ ἡμι-έγκλειστης ζωῆς. Τοῦ ἄρεσε νὰ λέγη, ὅτι μόνο δύο λόγους  ἔχει ὁ Μοναχὸς γιὰ νὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὸ κελλί του: γιὰ νὰ πάη στὸν Ναὸ καὶ γιὰ νὰ  τὸν πᾶνε στὸ μνῆμα.
᾿Εξακολουθοῦσε ὅμως νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ πολιτιστικὰ θέματα καὶ μεταξὺ  τῶν  ἐπισκεπτῶν  του συγκατελέγοντο διακεκριμένοι ἐκ- πρόσωποι τῶν  τεχνῶν καὶ τῶν  γραμμάτων. ῾Η συμβουλή του στοὺς διανοουμένους  ἦταν:
«Σταματῆστε νὰ σκέπτεσθε, διότι ἡ σκέψις διασκορπ- ίζει  καὶ  ἀρχίσατε  νὰ  συγκεντρώνεσθε,  ὥστε  νὰ  φθά- σετε  στὴν  θεωρία».Στοὺς δὲ καλλιτέχνες καὶ λογοτέχνες ὑπενθύμιζε, ὅτι ματαίως νομίζουν πὼς εἶναι δημιουργοί, ἀφοῦ  δὲν κάνουν  τίποτε ἄλλο,  ἀπὸ τὸ νὰ ἀνασυντάσσουν τὶς λέξεις, τὶς εἰκόνες, καὶ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα  ἔπλασε ὁ Κύριος, χάρις στὸ πνεῦμα  ποὺ ᾿Εκεῖνος τοὺς ἐχάρ- ισε· ὑπάρχει ὅμως  μία ἄλλη  τέχνη, κατὰ πολὺ ὑπερτέρα, ποὺ συ- νίσταται  στὴν  μετάπλασι  τοῦ ἴδιου τους τοῦ ἑαυτοῦ.
Τὸ 1913, οἱ Μοναχοὶ τῆς ῎Οπτινα συγκεντρώθηκαν γιὰ νὰ ἐκλέξουν νέο  Γέροντα. ῾Ο ᾿Αρχιμανδρίτης  ᾿Αγαπητός,  ὁ  ὁποῖος   εἶχε  ἀποσυρθῆ  στὴν ῎Οπτινα καὶ διῆγε βίο ἐνάρετο  μαζὶ μὲ κάποιους μαθητές του, ἀρνήθηκε τὴν πρότασι, ἡ ὁποία  τοῦ ἔγινε καὶ ὑπέδειξε τὸν Νεκτάριο, ὁ ὁποῖος ἀναγκάσθηκε νὰ  ὑποταχθῆ.
᾿Εγκαταστάθηκε στὸ  κελλὶ τοῦ ῾Οσίου ᾿Αμβροσίου,  στὴν  εἴσοδο τῆς  Σκήτης καὶ ἄρχισε νὰ  ἀσκῆ τὸ διακόνημα τῆς  πνευματικῆς κα- θοδηγήσεως   σὲ  συνεργασία  μὲ τὸν Στάρετς ΑΝΑΤΟΛΙΟ  τὸν Νέο (Ποτάπωφ).
῾Ο Στάρετς Νεκτάριος  θεωροῦσε  τὸν ἑαυτό  του ὡς  τὸν πλέον


῾Ο ῞Οσιος  Στάρετς  ᾿Ανατόλιος ὁ Νέος  ἐκοιμήθη  στὴν  ῎Οπτινα τὴν  30ὴ ᾿Ιουλίου 1922. ᾿Εν καιρῷ εὐ- θέτῳ,  σὺν Θεῷ, θὰ ἀναφερθοῦμε ἐκτενῶς  στὸν  Βίο του.
πτωχὸ καὶ ἀσθενέστερο ὅλων, ἐμπιστευό- ταν ὅμως  στὴν  Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν πίστι  ὅσων  τὸν ἐπλησίαζαν γιὰ  νὰ  τοὺς καθοδηγήση.῾Υπῆρξε πολὺ ἁπλός, τὸ πνεῦμα του ὅμως  ἦταν  διαπεραστικὸ καὶ εἶχε κληρο- νομήσει ἀπὸ  τοὺς προκατόχους του τὴν ἱκανότητα νὰ γνωρίζη τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ προσαρμόζη τὰ λόγια του στὶς ἀνάγκες τοῦ καθενός.
῏Ηταν αὐστηρότερος στὴν  διδασκαλία του ἀπὸ   τὸν  Στάρετς ᾿Ανατόλιο·  ὅμως, ἐνῶ ἦταν ἀπαιτητικὸς ἔναντι τῶν Κλη- ρικῶν καὶ τῶν  μελῶν τῆς ἰντελλιγκέντσια, ἦταν προσιτὸς καὶ φιλόστοργος ἀπέναντι στὸν ἁπλὸ λαό. Μεριμνοῦσε ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς  ἀθεράπευτα  ἁμαρτωλούς, τοὺς
ὁποίους  τρυφερὰ ἀποκαλοῦσε: «τὰ τέκνα  μου τὰ πιὸ ἀκριβὰ» ἢ «οἱ μικρές μου ἀμνάδες».Προικισμένος  μὲ ὀξυτάτη   αἴσθησι  τοῦ χιοῦμορ,  συχνὰ διήνθιζε τὴν διδαχή του μὲ ἀνέκδοτα ἀπὸ  τὴν ἱστορία τῆς Σκήτης, τῆς ὁποίας ἦταν  ἕνα  ἐκ τῶν  ἀρχαιοτέρων μελῶν.
᾿Επέμενε ἰδιαίτερα  στὸ  θέμα  τῆς  ὑπακοῆς,  μέσῳ  τῆς  ὁποίας ὁδηγούμεθα  στὴν  μίμησι τοῦ Χριστοῦ,  ἀφοῦ  ᾿Εκεῖνος ἀπὸ   ὑπακοὴ ἔγινε  ἄνθρωπος γιὰ  τὴν  Σωτηρία  μας,  καθὼς  καὶ στὸ θέμα  τῆς προσευχῆς, μέσῳ  τῆς  ὁποίας   ἡ ψυχὴ  ποὺ  στερεῖται τῆς  Χάριτος δύναται  νὰ  ἐπανέλθη  στὴν  ζωή.
῞Οταν ξέσπασε  ἡ ᾿Επανάστασις,  πῆρε  ἀνοικτὰ  θέσι  ὑπὲρ  τοῦ Πατριάρχου ῾Αγίου Τύχωνος  ἐναντίον  τῆς  «Ζώσης ᾿Εκκλησίας», τῆς ἀπόπειρας αὐτῆς τῶν  κομμουνιστῶν νὰ διεισδύσουν ἀκόμη καὶ στὴν
᾿Εκκλησία, ἀπαγόρευσε  δὲ  στὰ πνευματικά  του  τέκνα   νὰ  ἔχουν ὁποιαδήποτε σχέσι μὲ ἐκείνους τοὺς προδότες.῾Η ῾Ιερὰ  Μονὴ τῆς  ῎Οπτινα ἔκλεισε τὸ 1923 καὶ  οἱ «ἀκτιβιστὲς» τὴν  ἐλεηλάτησαν   τὸ 1926. ῾Ο Στάρετς Νεκτάριος  ἐξωρίσθηκε στὸ χωριὸ Χολμίσα  τῆς  περιοχῆς  τοῦ Μπριάνσκ.
᾿Εκοιμήθη  πλήρης  ἡμερῶν τὴν  29η ᾿Απριλίου  1928. ῾Επτὰ  περίπου χρόνια  ἀργότερα, τὸ ἱερὸ  Λείψανό του εὑρέθη ἄφθορο.

* * *

ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ τοῦ  Γέροντος Βαρσανουφίου συνέχισε ὁ ὑποτακτικός του, Στάρετς ΝΙΚΩΝ  (Μπελιάγεφ).
῾Ο Νίκων ἔλαβε ἐξαιρετικὴ χριστιανικὴ ἀνατροφὴ ὑπὸ  τὴν καθοδήγησι τῆς μητέ- ρας του, ἡ ὁποία ἦταν πνευματικὸ τέκνο τοῦ ῾Αγίου  ᾿Ιωάννου τῆς  Κρονστάνδης.
Προσῆλθε στὴν  ῎Οπτινα σὲ ἡλικία δε- καεννέα  ἐτῶν  τὸ 1907, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελ- φό   του,  καὶ   ἔγιναν   ὑποτακτι κοὶ   τοῦ Στάρετς Βαρσανουφίου.
῾Ο Μητροπολίτης  Τρύφων,  ὁ  ὁποῖος ἔτρεφε  βαθὺ θαυμασμ ὸ γιὰ τὸν Γέροντα, συνεβούλευσε  τὸν Νίκωνα  νὰ  τοῦ ἀφο-
σιωθῆ ἀνεπιφύλακτα, παρὰ τὴν  ἀντίθεσι  κάποιων  Μοναχῶν.῾Ο Νίκων κατέβαλε   κάθε  προσπάθεια  γιὰ  νὰ  ἀφομοιώση  τὴν διδασκαλία  τοῦ ῾Αγίου Βαρσανουφίου,  τοῦ ὁποίου  ἦταν  ὁ προσωπι- κὸς  γραμματεύς. ῾Ο Γέροντας εἶχε  διακρίνει στὸν δραστήριο  αὐτὸν νέο  Μοναχὸ  μία βαθειὰ  πνευματικὴ αἴσθησι· ἔτσι,  μετὰ  τὴν  κοινὴ διδασκαλία,  συχνὰ τὸν ἔπαιρνε  κατὰ μέρος γιὰ  νὰ  τοῦ μεταδώση τοὺς καρποὺς τῆς ἐμπειρίας του καὶ νὰ τὸν παροτρύνη προορατικὰ νὰ ἀποθησαυρίση ὑπομονὴ ἐν ὄψει τῶν δοκιμασιῶν ποὺ θὰ ὑφίστατο, ὅταν θὰ  τὸν διεδέχετο στὴν  θέσι του.
῾Ο Νίκων ἔλαβε τὸ Σχῆμα τὸ 1909 καὶ μετὰ τὴν ἐξορία τοῦ Στάρετς Βαρσανουφίου, μετακινήθηκε ἀπὸ  τὴν Σκήτη στὴν Μονὴ καὶ ἀνέλαβε τὸ διακόνημα τοῦ γραμματέως.
Χειροτονήθηκε  Πρεσβύτερος  τὸν ᾿Απρίλιο  τοῦ 1917 καὶ ἐπέδειξε ἀξιοθαύμαστες  διοικητικὲς ἱκανότητες  μέσα  στὴν  ἀναταραχὴ  τῆς ᾿Επαναστάσεως, κατορθώνοντας  νὰ μετασχηματίση  τὴν Μονή, ποὺ εἶχε στερηθῆ ὅλα  τὰ εἰσοδήματά  της,  σὲ «ἀγροτικὴ  κολλεκτίβα».
Συνελήφθη ἄνευ αἰτίας τὸν Σεπτέμβριο  τοῦ 1919 καὶ φυλακίσθηκε στὸ Κοζέλσκ, ἀλλὰ  σύντομα  ἀφέθηκε  ἐλεύθερος.  Προτιμώντας  νὰ πεθάνη,  παρὰ νὰ  ἐγκαταλείψη τὸ Μοναστήρι, παρέμεινε  στὴν  Μονὴ ἀναμένοντας κάθε στιγμὴ τὸν διωγμό, τὴν ἐξορία καὶ τὰ βασανιστήρια.
Τὸ 1923, οἱ μπολσεβῖκοι  διέταξαν νὰ  σταματήσουν  οἱ ᾿Ακολουθίες στὴν ῎Οπτινα καὶ οἱ περισσότεροι Μοναχοὶ διεσκορπίσθησαν,  ὁ πατὴρ Νίκων  ὅμως  κατάφερε νὰ  παραμείνη  ὀλίγο  ἀκόμη στὴν  ὑπηρεσία τοῦ καθολικοῦ  τῆς  Μονῆς.
᾿Ανέλαβε καθήκοντα Πνευματικοῦ γιὰ τοὺς προσκυνητάς, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσαν νὰ  καταφθάνουν στὴν  ῎Οπτινα καὶ καθωδηγοῦσε ἐπίσης  μία ὁμάδα  μοναζουσῶν τοῦ Σαμορντῖνο,  ἡ ὁποία  εἶχε κατ- αφύγει  στὸ Κοζέλσκ.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1924, ἂν καὶ τὸ καθεστὼς ἔκλεισε καὶ τὸν τελευτ- αῖο Ναὸ τῆς  ῎Οπτινα, ὁ Στάρετς Νίκων ἐξακολούθησε  νὰ  τελῆ τὴν θεία  Λειτουργία  στὸ κελλί του καὶ  νὰ  δέχεται ἐκεῖ τοὺς προσκυ- νητὰς  ἕως  τὶς 15  ᾿Ιουνίου.
῾Υποχρεώθηκε τελικὰ νὰ ἐγκαταλείψη τὴν ῎Οπτινα καὶ ἐγκαταστ- άθηκε προσωρινὰ στὸν καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Κοζέλσκ.
῾Η πίστις  του στὸν Θεὸ καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη του στὴν θεία Πρόνοια ἐνεθάρρυναν στὸν κόσμο. Συγκεντρώθηκε  γύρω  του ἕνας  ὅλο  καὶ μεγαλύτερος ἀριθμ ὸς πνευματικῶν τέκνων,  τὰ ὁποῖα συχνὰ ἔστελναν σὲ αὐτὸν ὁ Στάρετς Νεκτάριος, ὁ ᾿Αρχιμανδρίτης ᾿Ισαὰκ ὁ Νέος, ὡς καὶ  οἱ πατέρες Μελέτιος καὶ  Δοσίθεος,  οἱ ὁποῖοι ἦσαν  ᾿Αδελφοὶ  τῆς
῎Οπτινα. Δὲν  ἐφείδετο   χρόνου   καὶ  δυνάμεων   γιὰ  τὶς  ψυχὲς  αὐτές,   τὶς ὁποῖες τοῦ ἐμπιστεύθηκαν καὶ συνέδραμε ὑλικὰ τοὺς πλέον ἀπόρους. Τὰ πρωϊνὰ ἔβλεπε  τοὺς ἐξορίστους Μοναχοὺς τῆς  ῎Οπτινα καθὼς καὶ ἐκείνους ποὺ συχνὰ εἶχαν  διανύσει μεγάλες  ἀποστάσεις γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν, τὸν δὲ ὑπόλοιπο χρόνο  του ἀφιέρωνε  στὴν  ᾿Εξομολόγησι τῶν  ἄλλων  πνευματικῶν του τέκνων  μὲ τὸ ἴδιο διορατικὸ χάρισμα ὅπως οἱ προγενέστεροι Στάρετς.
Μία φορὰ  τὴν  ἑβδομάδα  ἐπισκεπτόταν  τὴν  ᾿Αδελφότητα  τῶν Μοναζουσῶν καὶ περνοῦσε πολλὲς ὧρες, συντάσσοντας τὴν ἀλληλο- γραφία  της.
῾Η  κατάστασις αὐτὴ  διήρκεσε μόνο τρία  χρόνια·  τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ
1927, συνελήφθη  μαζὶ μὲ δύο ἄλλους  Κληρικούς. Τὰ πνευματικά του τέκνα  ἔνωσαν   τὶς  προσπάθειές  τους  γιὰ  νὰ  τοῦ  στείλουν στὴν φυλακὴ  κάποια  βοηθήματα  καὶ γράμματα, στὰ  ὁποῖα  ἀπαντοῦσε, στηρίζοντας τὴν πίστι τους καὶ παρηγορώντας αὐτὰ γιὰ τὶς δοκιμασί- ες, τὶς ὁποίες  ὑφίσταντο.
Τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 1928, καταδικάσθηκε σὲ τριετῆ  ἐκτόπισι στὸ στρατόπεδο  συγκεντρώσεως τοῦ Σολόφσκυ,  οἱ περιστάσεις ὅμως τὸν ὡδήγησαν  ἀλλοῦ.  ᾿Εξ  αἰτίας  τοῦ τραυματισμένου  του ποδιοῦ, εἶχε ἀπαλλαγῆ ἀπὸ  τὴν χειρωνακτικὴ ἐργασία  καὶ ἔτσι ἐξοικονομοῦσε τὸν ἀπαραίτητο χρόνο  γιὰ  προσευχή. Χάρις στὰ  βοηθήματα ποὺ
τοῦ ἔστελναν τὰ πνευματικά του τέκνα,  ἄντεξε  τὶς φρικτὲς συνθῆ- κες τοῦ στρατοπέδου ὣς  τὴν  μεταγωγή του στὶς  νήσους  Ποπὼφ στὴν  Καρελία.
᾿Εκεῖ  συνάντησε τὸν παλαιὸ συμμοναστή  του, πατέρα ᾿Αγαπητό.᾿Εκτόπισαν καὶ τοὺς δύο στὸ ᾿Αρχαγγὲλσκ τὸ 1930, ἂν καὶ ὁ Στάρετς Νίκων ἦταν  σὲ προχωρημένο  στάδιο  φυματιώσεως.
᾿Εν  συνεχείᾳ,  μεταφέρθηκε  καὶ  στὴν  Πενέγκα  καὶ  τοποθετήθηκε ὡς  ὑπηρέτης  ἑνὸς  σκληροῦ καὶ ἀδυσώπητου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος τελικὰ  τὸν ἐξεδίωξε,  ὅταν ὁ  ῞Αγιος  δὲν  ἦταν  πλέον  δυνατὸν νὰ ἐργασθῆ.
Τὸν περιέθαλψε ἕνας Μοναχὸς τῆς ῎Οπτινα, ἐξόριστος καὶ ἐκεῖνος.
῾Ο Στάρετς Νίκων παρέδωσε τὸ πνεῦμά   του εἰς  χεῖρας  Θεοῦ ζῶντος τὴν  25η ᾿Ιουνίου   1931,  σὲ  ἡλικία 43 ἐτῶν,  ἀφοῦ  προηγου- μένως  ἐσφράγισε  τὸν ἀέρα  μὲ τὸ σημεῖο τοῦ  σταυροῦ, εὐλογῶν ἀπὸ μακρυὰ τὰ πνευματικά  του τέκνα.



Ο   ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΣΑΑΚ (Μπομπρίκωφ)10 ,  ὁ ῾Ιερομάρτυς,  προσῆλθε  στὴν  ῾Ιερὰ  Μονὴ τῆς ῎Οπτινα κατὰ τὸ 1884, σὲ ἡλικία δέκα ἐννέα ἐτῶν,  ὅπου ὁ κατὰ σάρκα πατέρας του εἶχε ἤδη καρῆ Μεγαλόσχημος  Μοναχός.
῾Ο γνωστὸς στὴν ῎Οπτινα διὰ Χριστὸν Σαλὸς  Βασίλειος ἔλαβε ἀμέσως  τὸν ὑπο- ψήφιο Δόκιμο καὶ τὸν ἐπαρουσίασε  στὸν ῞Οσιο ᾿Αμβρόσιο μὲ τὰ ἑξῆς  προφητικὰ λόγια: «Βάλετε μετάνοια  στὰ πόδια του, θὰ  εἶναι  ὁ τελευταίος ᾿Αρχιμανδρίτης  τῆς
῎Οπτινα».
῾Ο νέος  Δόκιμος Μοναχὸς διωρίσθηκε νὰ  βοηθήση τὸν ῾Ηγούμενο  τῆς  Μονῆς, τὸν  ῞Οσιο  ᾿Αρχιμανδρίτη  ᾿Ισαάκ· ὅταν ἐκάρη Μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα ᾿Ισαάκ, τὸν ἐκάλεσαν  «᾿Ισαὰκ τὸν Νέον».
Τὸ 1898 ὁ Μοναχὸς ᾿Ισαὰκ ἐχειροτονήθη Διάκονος καὶ ῾Ιερομόναχος· κατὰ τὸ 1914,  μετὰ  τὴν  κοίμησι τοῦ ᾿Αρχιμανδρίτου  Ξενοφῶντος,  ὁ πατὴρ ᾿Ισαὰκ ἐξελέγη διάδοχός του ὡς ῾Ηγούμενος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ ᾿Αρχιμανδρίτου.
῾Ο Αʹ  Παγκόσμιος  Πόλεμος  προεξένησε πολλὲς  στερήσεις καὶ ἀνάγκες στὸ Μοναστήρι. ῾Ο ῞Αγιος  ῾Ηγούμενος δὲν  εἶχε ἀνάπαυσι· ἐπεδόθη ὁλόψυχα στὴν ὑπηρεσία  καὶ βοήθεια ὅλων, οἱ ὁποῖοι ὑπέφεραν λόγῳ  τοῦ πολέμου.  Τὸ φῶς  στὸ κελλί  του δὲν  ἔσβηνε τὴν νύκτα. ῍Αν καὶ εἶχε ἐξαντληθῆ ἀπὸ τὶς φροντίδες καὶ τὴν ὑπερ- κόπωσι,  ὁ ῞Οσιος  τηροῦσε  πάντοτε μία ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ εἶχε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν  πρόνοια  τοῦ Θεοῦ.
Κατὰ τὸ 1919, ἑπὶ τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος, ἡ Μονῆ τῆς ῎Οπτινα μετετράπη σὲ  «ἀγροτικὴ  κολλεκτίβα»  καὶ ἄρχισε  ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν  Μοναχῶν.  Κατὰ  τὸ ἔτος αὐτό, ὁ Στάρετς ᾿Ισαὰκ ἐφυλακίσθη γιὰ  πρώτη φορὰ  μερικὲς ἑβδομάδες.
Τὴν Κυριακὴ τῶν  Βαΐων τοῦ 1923, ἡ Μονὴ ἐκλείσθη ὁριστικὰ ἀπὸ τὶς ᾿Αρχὲς  καὶ  ὁ Γέρων  ᾿Ισαὰκ  ἐφυλακίσθη  γιὰ δεύτερη φορά.  Μετὰ τὴν  ἐλευθέρωσί  του, ἐγκαταστάθηκε  στὴν πόλι  Κοζὲλσκ  πλησίον τῆς ῎Οπτινα, ὅπου  συνέχισε νὰ ἐνεργῆ ἐν κρυπτῷ ὡς ὁ ῾Ηγούμενος τῆς  Μονῆς.
Μετὰ  τὴν  ῾Εορτὴ τῆς  Μεταμορφώσεως τοῦ  Σωτῆρος  τὸ 1929, συνελήφθησαν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ εἰς Κοζέλσκ. Οἱ περισσότεροι κατε- δικάσθησαν  καὶ ἀπεστάλησαν σὲ  στρατόπεδα  συγκεντρώσεως, ὁ δὲ Στάρετς ᾿Ισαὰκ μετεκομίσθη σὲ ἄλλη πόλι τῆς περιοχῆς, τὸ Μπέλεφ.
Τὸ 1932, ὅταν  ἐταξίδευσε στὸ  Μπριὰνσκ  γιὰ  νὰ  ἀγοράση   μία πολύτιμη  ῾Ιερὰ  Εἰκόνα,  πάλι  συνελήφθη.  Μετὰ  ἀπὸ   πέντε μῆνες φυλακίσεως,   τὸν  ἐλευθέρωσαν μὲ  τὴν  ἐντολὴ  νὰ  φύγη  ἀπὸ   τὸ Μπέλεφ. ῾Η ἀπάντησις τοῦ ῾Αγίου ἦταν: «᾿Απὸ τὸν σταυρό μου δὲν φεύγω»,  καὶ παρέμεινε  στὸ Μπέλεφ.
Τὴν 3/16η Δεκεμβρίου 1937, στὸ Μπέλεφ  συνελήφθη μεγάλη ὁμάδα Κληρικῶν, Μοναχῶν καὶ πιστῶν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Επίσκοπο Νικήτα. Περισ- σότεροι ἀπὸ  ἑκατὸ ἐξ αὐτῶν κατεδικάσθησαν στὴν θανατικὴ  ποινή. Τὴν 26η Δεκεμβρίου 1937/8η ᾿Ιανουαρίου 1938, ὁ τελευταῖος ᾿Αρχι- μανδρίτης τῆς ῎Οπτινα, ὁ Στάρετς ᾿Ισαὰκ ὁ Νέος, ἔλαβε τὸν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου διὰ πυροβολισμοῦ  μαζὶ μὲ ἄλλους  Νεομάρτυρες.
Τὰ τίμια Λείψανά τους ἔθαψαν  σὲ ἕναν  ὁμαδικὸ τάφο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, παρὰ τὸν δημόσιο δρόμο πρὸς  Συμφερούπολι τῆς Κριμαίας.

(*) Νέος  Συναξαριστὴς  τῆς  ᾿Ορθοδόξου  ᾿Εκκλησίας, ὑπὸ   ῾Ιερομονάχου  Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου,  τ.  Βʹ,  ᾿Οκτώβριος,  σελ.  130-153, ἐκδόσεις  «῎Ινδικτος»,  ᾿Αθῆναι 2004. ᾿Επιμέλ. ἡμετ.
1.  ῾Η κοινὴ αὐτὴ μνήμη τῶν  Στάρετς τῆς ῎Οπτινα καθιερώθηκε ἀπὸ  τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας τὸν ᾿Ιούλιο 1996, ἡ ἐφαρμογή  της  ὅμως  γιὰ  ὅλη τὴν  Ρωσικὴ ᾿Εκκλησία καθὼς  καὶ συμπληρωματικὴ διακήρυξις κάποιων Στάρετς ἔλαβε χώρα  μόλις τὸν Αὔγουστο τοῦ 2000. Στὴν πρωτοβουλία αὐτή, προηγήθηκε τὸ 1990 ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος τῆς  Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας ἐν  Διασπορᾷ.  ῾Η  ῾Ιερὰ  Μονὴ τῆς  ῎Οπτινα ἐπεστράφη στὴν  ᾿Εκκλησία τὸ 1987 καὶ σήμερα εὑρίσκεται πλέον σὲ πλήρη  ἄνθισι.
2.  Βλ. Στάρετς Μωϋσῆς τῆς  ῎Οπτινα, μετ. Π. Μπότση, ᾿Αθήνα  1997.
3.  Βλ. Στάρετς ᾿Αντώνιος  τῆς  ῎Οπτινα, μετ. Π. Μπότση,  ᾿Αθήνα  1997.
4.  Βλ. Στάρετς Λεωνίδας  τῆς  ῎Οπτινα, μετ. Π. Μπότση,  ᾿Αθήνα  2000.
5.  Βλ. ῞Οσιος Γέροντας  Θεόδωρος  τοῦ Σβίρ, ᾿Αθήνα  2000.
6.  Βλ. Στάρετς Μακάριος τῆς  ῎Οπτινα, μετ. Π. Μπότση,  ᾿Αθήνα  1999.
7.   Βλ. Στάρετς ᾿Ιωσὴφ τῆς  ῎Οπτινα, μετ. Π. Μπότση,  ᾿Αθήνα  1995.
8.  Βλ. Μητροπολίτου  Νικοπόλεως  Μελετίου, Στάρετς Βαρσανούφιος,  τεύχη Αʹ  καὶ Βʹ,  Πρέβεζα 1987, 1988.
9.   Βλ. ῾Ιερᾶς  Μονῆς  ῾Οσίου Συμεὼν  Νέου Θεολόγου,   ῾Ο ῞Οσιος  Νεκτάριος  —   ῾Ο τελευταῖος μεγάλος  Στάρετς τῆς  ῎Οπτινα,  Κάλαμος  2003
10. Βλ. στὸ Διαδίκτυο, ῾Ιστοσελίδα «Православный Свято-Тихоновский Богослов- ский Институт»,   http://kuz1.pstbi.ccas.ru,  στὸ τμῆμα: Календарь Новомуче- ников и исповеднкиов/ январь  8/Исаакий (Бобриков Иван  Николаевич).


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.